Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Όνειρο Τριών Γυναικών

 

βασιλικη: λιγο πριν

στο σαλονι
...

    Η μικρή δεκαεφτάχρονη Βίλυ (Βασιλική τη βαφτίσανε μα το 'φερε στα μέτρα της μια χαρά), μπήκε στο σπίτι με πάταγο. Αυτό το κορίτσι, όλα μα όλα, τα 'κανε με πάταγο! Ξεχείλιζε θαρρείς περισσευάμενη ζωή και σφρίγος. Αν όμως έριχνες καμιά ματιά στο δωμάτιό της, θα 'ταν αρκετή για να σε φέρει στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Όποτε η μάνα της -κόρη μου- όμως το κανει θέμα η μικρή στραβομουτσούνιαζει και κάνει τη κουρασμένη. Εμ βέβαια! εκεί είναι κουρασμένη, αν είναι για τρέλες, είναι μια χαρούλα. Αχ μωρέ... έκανα εγώ τέτοια στην ηλικία της; Πού να θυμάμαι τώρα... περασμένα εξήντα... όμως όχι! όχι! όχι, έκανα κι εγώ τρέλες μα όχι δα κι έτσι. Ααααχ άλλες εποχές εκείνες. Όμορφες! Ήρεμες. Τώρα; Τώρα δε ξέρεις από που θα σου 'ρθει κι από που να πρωτοφυλαχτείς. Ένα σωρό ανώμαλοι, ναρκωτικά, σεξ σα να πίνει κανείς νεράκι, σπείρες ανηλίκων, εξαφανίσεις... Πω πω!
 -"Βασιλική πουλάκι μου σιγά... Θα γκρεμίσεις το σπίτι".
 -"Έλα γιαγιάκα, τα παραλές. Νο πρόμπλεμ!" απάντησε σκαμπρόζικα η μικρή διαόλου-κάλτσα. "Και μη με λες Βασιλική, μ' εκνευρίζει, 'ντάξ'".
 -"Τί λες καλέ;" Στρέφεται προς τη κόρη της. "Τί λέει βρε Μάρω";
 -"Αχ μητέρα που να σου εξηγώ..." και γυρίζει στη κόρη της, συνοφρυωμένη. "Γιατί δεν ήρθες σπίτι, αμέσως μετά το σχολείο; Και γιατί έχεις το κινητό σου κλειστό";
 -"Κανονίσαμε με τη παρέα να πάμε για καφεδάκι στα πεταχτά. Βλέπεις ακόμα δεν αρχίσανε τα μαθήματα καλά-καλά..."
 -"Και γιατί δεν ειδοποίησες παιδί μου; Τί το 'χεις το ρημάδι; Για ν' ανταλλάσσεις ηλίθια και πρόστυχα μηνύματα";
 -"Μα μ' άφησε από μπαταρία, δεν έχω και μονάδες..."
 -"Δεν έχεις μονάδες; Χθες δε μου ζήτησες δέκα ευρώ για να πάρεις κάρτα";
 -"Εεε άσε με ρε μάνα! Τί είναι τούτο; Ανάκριση; Δεν έχω κέφια... πάω πάνω".
     Όχι! Όχι! Όχι δεν ήμουνα καθόλου έτσι εγώ. Η μικρή ανέβηκε στο αχουράκι της -μικρή φοραδίτσα- και ξοπίσω η μάνα της να της ψέλνει τον αναβαλλόμενο... Να τα βράσω γω τέτοια ...δημοκρατικά. Λούσου τα τώρα! "Μαμά θέλω μίνι!". "Μαμά, θέλω στρινγκ!" και να πεις για τα μπλουζάκια της, Θεός να τα κάνει... Θου Κύριε! Κι εκείνη σ' όλα "Ναι!". "Θέλω..." -να δεις πως το 'πε...πως το 'πε... Θε μου σχώρνα με και φόρεσε και σκουλαρίκια παντού... ακόμα και στη γλώσσα. Τι εκνευριστικό! Έκοψε και το υπέροχο καστανόξανθο μαλλάκι της και το 'καμε... πρόκες! Όλα τούτα από τα δεκατέσσερα παρακαλώ κι η μάνα της; Τί; Τίποτε! Να τι! Ε τώρα τράβα ξοπίσω της και ψέλνε! Καπνίζει κρυφά. Τί άλλο να κάνει κρυφά; Δε θέλω να το σκέφτομαι! Να τηνε τη κυρία Μάρω που κατεβαίνει, σα να μη συμβαίνει τίποτα.
 -"Όταν σου 'λεγα γω, ζέψτη, βάλτης χαλινάρι, μου 'λεγες να κοιτάζω τη δουλειά μου και πως είναι ...αντιπαιδαγωγικό. Φάτηνε τώρα"!
 -"Έλα ρε μάνα, δεν έγινε και τίποτα. Μπορεί να 'τανε με τον Σπύρο".
 -"Και ποιός είναι ο Σπύρος; Τί εστί Σπύρος";
 -"Το αγόρι της. Δε θυμάσαι που μας τον είχε φέρει ένα απογεματάκι";
 -"Καλέ ποιό; Αυτό το παρλιακό; Με το μισό μαλλί πρόκα και το υπόλοιπο μπανανόφλουδα";
 -"Έλα ρε μάνα, είναι η μόδα. Είναι καλό παιδί".
 -"Τί μόδα και πράσινα άλογα μου λες; Τέλος πάντων...κι είναι το ...αγόρι της είπες";
 -"Ε ναι".
 -"Και ...δηλαδή...";
 -"Ωχου άσε με ρε μάνα να χαρείς! Εσύ έχεις το χαβά σου, μα γω δεν έχω κέφια".
     Ορίστε... πάει κι αυτή στο δωμάτιό της. Τί παράξενος κόσμος! Πώς αλλάξανε τα πράματα... ας πάω στη κουζίνα, στο παλιό, καλό στρατηγείο μου, να δω το φαΐ και να σκεφτώ. Μμμ σήμερα τη πέτυχα τη φασολάδα. Η μικρή θα γκρινιάξει μα θα τη φάει, αν και τώρα τελευταία βλέπω πως τρώει όλο και λιγότερο... Αχ Θε μου ανησυχώ τόσο... Τρεις γυναίκες, τρία θηλυκά μέσα σ' ένα σπίτι, μόνα... Θεός να φυλάει! Τρεις γενιές. Που 'ναι οι άντρες; Αχ ο συχωρεμένος ο Θανάσης μου, αυτός μάλιστα, ήταν άντρας με τα ούλα του. Έμπαινε στο σπίτι και θαρρούσες πως είχε μπει ολάκερο σύνταγμα ιππικού! Πού να τολμήσει κανείς να κάνει θόρυβο! Τον είχε φάει η μαρμάγκα. Τρεμόπαιζε τη μουστάκα του και σηκωνότανε θύελλα! Ε καλά... δε λέω... είχε και βαρύ χέρι κακοχρονονάχει, κι αν μου 'ριχνε καμιά σφαλιάρα που και που δηλαδή... τί... τέλος πάντων... Μα μ' αγαπούσε... Το 'νιωθα πως μ' αγαπούσε! Ένιωθα ασφάλεια όταν ήτανε στο σπίτι. Δηλαδή... σάματι και χωρούσε κάτι άλλο να σκεφτώ; Να με τρομάξει κάτι... χειρότερο; Σκεφτόμουνα... ή μάλλον φοβόμουνα μη κάνω κάτι ζαβό, φοβόμουν αυτόν. Μ' άρεσε όμως! Κι ας έπινε που και που και δεν ήξερε που πατούσε. Αχ του άρεσε πολύ κι ο ποδόγυρος μα... όχι σπουδαία πράματα. 'Αλλωστε που θα πήγαινε; Σπίτι ξαναγυρνούσε... Τέλος πάντων, τι θέλω και τα σκέφτομαι... Αυτός ήταν άντρας όμως κι όχι αστεία! Αχ Θανάση μου, μύριζα τον ιδρώτα σου κι ένιωθα να λυγίζω, να μη με κρατάνε τα ποδάρια μου. Ε πλενότανε κάθε Σαββατόβραδο και πήγαινε να πιει κανά ποτήρι... Τελικά είναι αστείο μα δε μου τον πήρε η άλλη, η παστρικιά... (που πας κυρά μου; αυτός είναι άντρας και μάλιστα παντρεμμένος... εσένα τα 'θελε ο απαυτός σου... Θε μου σχώρνα με), μου τονε πήρε το πιοτί. Κήρηξη κίρηση, πως διάλο το 'πανε; Αυτό που σου κάνει το σκώτι νιανιά... μακριά από μας Παναΐτσα μου. 'Αντρακλας! και στο κρεβάτι ήτανε... ταύρος... μόνο να... ήταν απρόσεκτος και βιαστικός... με πονούσε κι όλας. Μ' έσφιγγε, με δάγκωνε έμπαινε μέσα μου κατακτητής και μέχρι να το καλοκαταλάβω είχε ξαπλώσει λαχανιασμένος δίπλα και κοιτούσε το ταβάνι. Τον ήθελα τόσο... μα τόσο... Κάθε φορά ήθελα... να τόοοσο λίγο ακόμα και θα... σιχτίρι. Τί σκέφτομαι τώρα; Δε βαριέσαι! Όλα μια ιδέα είναι.
     Όταν έμεινα έγκυος στον Μιχάλη μου... Θεός σχωρέστονε κι αυτόνε... το παληκαράκι μου... σκοτώθηκε με τη ρρρρημάδα τη μηχανή, που μαύρη ώρα να 'τανε που 'στερξα να τη πάρει. Τότε... θυμάμαι είχα προκάμει... Είχα προφτάσει και δες! είχαμε πιάσει τον γιο. 'Αλλη μια φορά και πιάσαμε τη Μάρω κι άλλη μια κάναμε... έκτρωση, γιατί, λέει, δεν αντέχανε τα οικονομικά μας. Α και μια φορά στις αρχές... πριν παντρευτούμε... μα τούτο πιάνεται; Δε πιάνεται λέω... Κοίτα να δεις τέσσερις οργασμοί... Δε βαριέσαι! Όλα είναι μια ιδέα. 'Αλλωστε δεν είναι το παν αυτό το πράμα. Σημασία έχει ν' αγαπάς και ν' αγαπιέσαι.
     Ο Θανάσης μου τονε καμάρωνε τον Μιχάλη του. Μέχρι να γίνει δεκατεσσάρω μήτε και τονε κοίταζε καλά-καλά. Μετά άρχισε τις κανοναρχιές: "Μην ανακατεύεσαι Βασιλική. Δε θα βάλεις το παληκάρι μου στο βρακί σου! Είναι άντρας κι όχι κοπελούδα. Στη κόρη σου αυτά!" Αχ Θανάση μου πού να 'σαι τώρα; Έμαθες τον μικρό να βρίζει, ακόμα και σε μένα του ξεφεύγανε βρωμόλογα. Μμμμ μωρέ σιγά το αντριλίκι! Να χαρώ γω μάγκες! Κι εσύ γελούσες κι έστριβες τη μουστάκα. Δε πειράζει. Ελπίζω τώρα κει που 'στε να μου τονε προσέχεις και να μην τον αφήνεις να τρέχει με μηχανές. Θανάση μου όλα είναι μια ιδέα, αλλά να στο πω ξεκάθαρα: Εσύ τονε χάλασες τον μικρό! Πότε με τα χαρτζιλίκια: "Το παιδί πρέπει να 'χει λεφτά. Κλέφτης θα γίνει; Τράβα από τη βρακοζώνα σου κανά κατοστάρικο", πότε αυτά με το ...αντριλίκι... Και καλά. Όλα καλά. Τη μηχανή γιατί τον άφησες να τη πάρει; Δεκάξι χρονώ παιδί και το 'φαγε το μαύρο σκοτάδι. Έπρεπε να λυσσάξω και να μη το επιτρέψω τούτο. Αλλά κιότεψα. Στερέψανε τα μάτια μου να κλαίνε και δε μπορώ μήτε να στάξω ένα δάκρυ. Σε τούτο Θανάση μου δε σε συγχωρώ όσο ζω. Ο Θεός ας με συγχωρέσει, μα δε μπορώ. Έφυγες κι εσύ γρήγορα ξοπίσω του και δε πρόκανα να στο πω. Αυτό σε γλύτωσε κιόλας να λες! Μπορεί να μου λασκάριζε καμιά βίδα και να σου κάρφωνα κανά τσεκούρι στη γκλάβα και να με χώνανε στη ψειρού. Έχε χάρη που σκεφτόμουνα τη Μάρω μου ειδεμή... Το 'ριξες στο πιοτί ακόμα πιότερο, μετά... Πότε ήτανε που 'σκασε το σκώτι σου; Δυο, τρία χρόνια μετά;  Τρία πρέπει να 'τανε. Στάσου... έμεινα με τη Μάρω μας δεκαπέντε χρονώ, είχαμε τρία χρόνια διαφορά... Ναι τόσο... Τρία χρόνια μετά έφυγες, να πας να βρεις το γιο σου και μ' άφησες μονάχη...
     Χειμώνας ήτανε που τη γέννησα και πια κοντεύει σαράντα. Εμένα μου φαίνεται σα χτές, προχτές. Ήτανε κείνη τη χρονιά που... Θανάση μου, εικοσιπέντε χρόνια μονάχη μου. Τη μεγάλωσα μονάχη μου... Μα τί λέω; Και που 'σουνα ζωντανός πάλι μονάχη μου τη μεγάλωνα... Χήρα στα τριανταέξι, παχουλή δε λέω, μα το 'λεγε η καρδούλα μου. Μήτε και τώρα ξέρω που στο διάλο βρήκα τόσα κουράγια! Αλλά Θανάση μείνε ήσυχος κει πάνω. 'Αλλος δε... πάτησε το χωράφι που συ πρωτοπάτησες κι έσπειρες. Όλα κι όλα!
     Αλλά τί στα λέω; Συ κει πάνω θα τα ξέρεις καλύτερα κι από μένα. Πάντως να στο πω: Μια φορά κόντεψε... να γίνει. Ήμουνα στην ηλικία της Μάρως μας τώρα και γνώρισα κάποιον. Θα 'τανε πενηντάρης πατημένος, αλλά κύριος καθωςπρέπει και με τα ούλα του. Κομψός, ευγενικός, είχε τον τρόπο του, έξυπνος κι ήξερε να μιλά και να λέει αστεία. Ήξερε να μιλά στη καρδιά της γυναίκας. Μου άρεσε η συντροφιά του, μα ξέρεις... μου ζήτησε παραπάνω... Όχι, όχι αμέσως δηλαδή, μήτε το... ζήτησε με λόγια... αλλά τα μάτια του το ζητήσανε... το κατάλαβα. Δε ξέρω, ακόμα και τώρα δα, δε ξέρω γιατί αρνήθηκα. Δε μύριζε ο ιδρώτας του Θανάση μου. Κοντά του δεν φεύγαν όλοι οι άλλοι φόβοι μου κι ακόμα η Μάρω μας ήτανε ... α να... σα τη Βασιλικούλα μας καληώρα... όχι λίγο μεγαλύτερη, στα δεκαοχτώ. Αρνήθηκα με βαριά καρδιά Θανάση μου, στο μολογώ. Αλλά κι εκείνος... τι να πω ρε παιδάκι μου; Ντιλεντάντης! Είπα όχι κι έφυγε. Δεν επέμεινε, δε διεκδίκησε. Αχ Θανάση μου. Ήτανε χωρισμένος, με δυο μεγάλα παιδιά, τακτοποιημένα όλα κι ήθελε, όπως κι εγώ συντροφιά. Τί τονε τράβηξε σε μένα; Δε ξέρω; Η κουταμάρα μου ίσως; "Δεν έχουμε πια χρόνο για ραντεβουδάκια, ναζάκια κι άλλες μπούρδες Βασιλική μου. Σε θέλω, θέλω να γίνουμε ταίρι κι εγώ θα τα τακτοποιήσω όλα!" Δε μ' άφησε και χρόνο να το σκεφτώ: "Δεν έχουμε χρόνο. Εδώ Βασιλική μου, δε ξέρουμε αν θα ζούμε αύριο". Έτσι το σκέφτηκα γρήγορα, κι άνοιξα το στόμα να πω "Ναι" και να πέσω στην αγκαλιά του -Θε μου σχώρνα με- μα μου βγήκε "Όχι! Η Μάρω μου είναι μικρή ακόμα και ...ξέμαθα να 'μαι μ' άντρα!" κι η φωνή μου έσβηνε με τούτα τα λόγια. Κι εκείνος τι; Έσκυψε το κεφάλι, μου 'πιασε απαλά και τρυφερά το χέρι -ανατριχιάζω και τώρα ακόμα που το σκέφτομαι-, μείναμε λιγάκι έτσι κι ύστερα σηκώθηκε κι έφυγε! Μήτε τονε ξανάδα. Αχ Θανάση μου... κείνη την ώρα... αν με γράπωνε στα μπράτσα του, αν με παγίδευε, αν με καθήλωνε, αν μ' εσφιγγε κι αντί να με ρωτούσε, έλεγε ντρέτα: "Θα σε πάρω Βασιλική!" θα 'χα γίνει λυώμα. Στο λέω Θανάση μου, λυώμα! -Θε μου σχώρνα με- και θα 'μαστε τώρα μαζί ακόμα μάλλον. Δε βαριέσαι, όλα είναι μια ιδέα.
     Πάντως είχες δίκιο Θανάση μου. Οι άντρες πρέπει να 'ναι άντρες. Για να δω... μμμ η φασολάδα γίνηκε τεφαρίκι... Θα βάλω λίγο αλατάκι και θα 'ναι σπέσιαλ. Να το ξέρεις Θανάση μου, με πόση λαχτάρα κι αγωνία περίμενα την ώρα που θα βάζατε στο στόμα σας τη πρώτη μπουκιά, από το φαγητό μου, κάθε φορά που καθόμαστε μαζί στο τραπέζι. Μια λέξη, ένα μουγκρητό ευχαρίστησης έστω... κάτι. Τσιγγούνικος ήσουνα Θανάση μου. Μόνο σαν έκανα καμιά χοντράδα είχες έτοιμο το μάλωμα και μάλιστα πλούσιος κι ανοιχτοχέρης. Στα καλά τίποτε. Τσιμουδιά! Δε βαριέσαι μωρέ, περασμένα-ξεχασμένα. Όλα είναι μια ιδέα!

στο τραπεζι...

     Ακόμα δε βγήκαν οι κυράδες μου από τα δωμάτιά τους. Ας πάω πρώτα στη μικρή. Ωχ Χριστέ μου ακούει αυτές τις αηδίες πάλι... Μα τί μυρίζει έτσι έντονα; Πω πω χάλι! 'Αχου, τα ποδαράκια της μικρής μου δεσποινιδούλας!
 -"Αμάν βρε μικρό μου, άνοιξε λιγάκι το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας".
 -"Ρε γιαγιά επικοινωνείς; Τί καθαρό αέρα λες";
 -"Έλα μου δω ματάκια μου. Γιατί δε μου λες τί έχεις, τί σε απασχολεί";
 -"Δε με καταλαβαίνεις γιαγιάαα, πού να σου λέω. Εσύ έχεις μείνει πίσω. Κλείσε το παράθυρο κι άσε με".
 -"Όλα τα καταλαβαίνω γω! και για να 'χουμε καλό ρώτημα, τι κακό έχει η εποχή μου παρακαλώ";
 -"Α κανένα. Κανένα! Μόνο που συμβαίνει να 'ναι πριν χίλια χρόνια"!
 -"Ο κόσμος δεν αλλάζει καρδούλα μου".
 -"'Ασε γιαγιάκα, άσε με σε παρακαλώ και κλείστο παράθυρο! Ακούω μουσική κι ο θόρυβος απέξω μ' ενοχλεί".
 -"Μουσική! Τέλος πάντων! Ήρθα να τα πούμε αν θες και να σου πω, πως το φαΐ είναι έτοιμο".
 -"Τί έχουμε σήμερα";
 -"Φασολάδα κι είναι ...μμμ... μπουκιά και συχώριο"!
 -"Ωχ... Πάλι";
 -"Γιατί; Αφού τη τρως, δε τη τρως";
 -"Ε ναι μα... καλά πήγαινε κι έρχομαι σε λίγο".
     Αχ αυτό το κορίτσι, πόσο τ' αγαπώ Θεέ μου. Μακάρι να 'ναι καλότυχο, να μη του τύχει κανά κακό. Ησυχία... Λες να τονε πήρε η κορούλα μου. Μπα θα δουλεύει... Τελευταία έχει βαλθεί να γίνει ο θηλυκός Ωνάσης. Αν είναι δυνατόν δηλαδή. 'Ακου γυναίκα με καριέρα! 'Αλλο φρούτο κι αυτό της... εποχής. Αλλά να μου πεις αφού δεν υπάρχει άντρας να της τραβήξει τη κοτσίδα και να φέρει τον επιούσιο, ε... πρέπει να δουλέψει. Τί να κάνει; Μα της το 'χω πει: Ωνάσης δε γίνεται κανείς σώνει και καλά, μόνο με τίμια, καλή και σωστή δουλειά. Τίποτε αυτή, εκεί... εκεί... στα δικά της. Και σιγά τον μισθό. Έτσι που ακριβαίνουν όλα... Δε βαριέσαι, μια ιδέα είναι όλα!
 -"Μάρω μου, το φαγητό είναι έτοιμο. Έλα κορίτσι μου".
 -"Μισό, έρχομαι σε λίγο μαμά".
     'Αντε πάλι "Σε λίγο, σε λίγο, σε λίγο" Θα μου στρίψει μ' αυτό το "Σε λίγο" Τί θα γίνει; Τι διάλο προφταίνει να γίνει σε τόσο λίγο που δε παίρνει αναβολή; Αναρωτιέμαι! Θα πάω να στρώσω και θα κοινώσω κι ας έρθουν όποτε θένε. Πεινάω μα μοναχιά μου δε μπορώ να κατεβάσω μπουκιά. Θυμάμαι όταν δεν είχαμε ακόμα τα παιδιά, αλλά και μετά, που 'ταν ακόμα μωρά, αν δεν ερχόσουνα Θανάση μου, δεν έτρωγα ούτε κι εγώ. Μμμ είναι θαυμάσια η φασολάδα κι ακόμα βαστιέται ζεστή. Ελπίζω να αργήσουνε μόνο... λίγο, τα κορίτσια. Αχ βρε Μάρω, ελπίζω τώρα που θα κατεβαίνεις να φέρεις και τη μικρή. Η Μάρω... πήγε και ψώνισε κι αυτή από σβέρκο. Από μικρή, λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα της, δεκαοχτώ, δεκαεννιά, πήγε και τα 'μπλεξε με κείνο το κτήνος. Μωρέ άντρας να σου πετύχει! Νόμιζε πως ήτανε Δονζουάν, Βαλεντίνος και Σην Κόνερι ταυτόχρονα! Έλεγε πως ήτανε σαράντα μα τα 'χε καβαντζαρισμένα τα σαρανταπέντε, το δίχως άλλο. Η αλήθεια είναι πως ήτανε στεκάμενος και καταφερτζής, καπάτσος να πούμε, με τα θηλυκά. Μπακούρι εκ πεποιθήσεως που λένε. Μα επιτρεπότανε να κάνει σχέση με τη κόρη του; Αν είναι δυνατόν! Γιατί κόρη του ήτανε, είκοσι χρόνια διαφορά και βάλε...
 -"Ρε κορίτσια ...άντε! Θα κρυώσει η φασολάδα! Πεινάω"!
     Κι εκείνη η βλογημένη τί τον ήθελε πια; Εντάξει ήτανε γοητευτικός, θα 'ξερε και τα μυστικά του έρωτα, -μη χέσω, Θέ μου σχώρνα με- ήταν άνετος, έξυπνος και τα ρέστα... Ε κάνε το κομμάτι σου πιτσιρίκα μου, για κάμποσο -Θου Κύριε- μα μη μου λες έρωτας και κουραφέξαλα! Και τί ήξερες εσύ για τον έρωτα βρε νιάνιαρο; Πότε πρόκαμες να τα μάθεις όλα; Εδώ δε μάθαν άλλες κι άλλες μεγαλύτερες...
 -"Ρε κορίτσια αμάν πια! Ελάτε"!
     Μπάααα... τίποτα! Κόλλημα η μικρή! Αυτός την έκανε πέρα κάθε που τη χόρταινε, -χόρταινε τη τραγανιστή φρέσκια σάρκα, Θου Κύριε Φυλακί τω Στοματί μου, και καμάρωνε- κι εκείνη έτρεχε να τονε ξαναφέρει πίσω. Πέντε χρόνια κράτησε τούτη η δουλειά, πέρα-δώθε. Ούτε σήριαλ στη τηλεόραση να 'τανε. Και μαράζωνε το πουλάκι μου με τον γερο-ξούρα. Κι αυτός είχε βρει κι έκανε! Αν ζούσε ο Θανάσης μου θα του 'κοβε τα ποδάρια από το σβέρκο. Αχ. Τελικά λύσσαξε το άτιμο θηλυκό και τονε κατάφερε και τον έδεσε. Και τ' όνομα αυτής Βασιλική! Βίλυ κατά τα γούστα της παρακαλώ. Η αλήθεια είναι πως τον έδεσε, αλλά για λίγο. Βάλανε και στεφάνι... πως! αμέ! Με τη κοιλιά στο στόμα τη πήγε στην εκκλησιά και πριν λαλήσουνε τα πρώτα κοκκόρια της πρώτης νύχτας του γάμου τους, άρχισε να τη πρήζει. Πέντε χρόνια βάσταξε τούτος ο γάμος κι ήτανε σαν καταναγκαστικά έργα: Σήριαλ τάδε δεύτερος κύκλος. "Στα 'λεγα κοριτσάκι μου! Τώρα ποιος σε παίρνει ζωντοχήρα και με παιδί στην αγκαλιά;" Και τί μου 'πε; Τί μου 'πε; Θέ μου σχώρνα με κάτι τέτοιες ώρες! "Και ποιός σου 'πε πως εγώ θέλω να ξαναπαντρευτώ; Σιγά μη βάλω χαλκά στη μύτη μου. Εγώ θα κάνω καριέρα", είπε και μ' έστειλε να πλένω πιάτα. Εμ βέβαια, γι' αυτό σε σπούδασα! Κι όταν είπα πως ένας άντρας χρειάζεται στο σπίτι, τί μου 'πε; "Ουυυυ καλά. 'Αντρες υπάρχουν ένα σωρό. Έτσι δα να κάνω το χέρι μου και βρίσκω δέκα! Τί δηλαδή πρέπει και να τους παντρευτώ"; Μου σηκωθήκαν οι τρίχες της κεφαλής μου: "Και τί θα γίνεις κοριτσάκι μου; Πουτάνα;" Αν δεν ήταν αυτός ο κακορρίζικος δε θα 'χε γίνει τίποτε. Ευτυχώς τονε ξαπόστειλε το πουλάκι μου κι ησύχασε. Αχ Θανάση μου, πόσο δίκιο είχες! 'Αντρας να σου πετύχει... Α κατεβαίνουν οι κυράδες μου...
 -"Ελάτε ρε κορίτσια, Γκάνιασα από τη πείνα. Αμάν πια"!
 -"Εγώ δε πεινάω γιαγιά".
 -"Να μου κάνεις τη χάρη και να κάτσεις να φας". (Η Μάρω μου ανέλαβε πρωτοβουλία πάλι).
 -"Έλα ρε μάνα κι εσύ αμάν..."
    (Έχει και δίκιο όμως. Η μικρή είναι πολύ αδύνατη. Ήθελα να 'ξερα με τί τρέφεται. Έριξε και πολύ μπόι. Η κόρη του πατέρα της βλέπεις!)
 -"Ελάτε να βάλουμε μια μπουκιά κι έπειτα τα τόσο σπουδαία".
 -"Ρε μάνα πως τη ρουφάς έτσι τη φασολάδα";
 -"Πως τη ρουφάω; Έτσι τηνε φχαριστιέμαι Μάρω μου".
 -"Εγώ κυράδες μου χόρτασα. Φεύγω. Τα μελέ. Τσάγια".
 -"Που θα πας πάλι; Διάβασες τίποτε"; (Δε το πιστεύω, θα την αφήσει να βγει όξω τέτοιαν ώρα, κορίτσι πράμα)
 -"Είναι αργά ματάκια μου. Μάρω τί είπε, θέλει να της φτιάξω καραμελέ ή τσαγάκι; Πονά η κοιλίτσα σου κουκλίτσα μου";
 -"Ώχου μωρέεεε. Πρώτες μέρες είναι ακόμα. Γιαγιά είσαι άουτ. Δεν είναι αργά, εννιάμιση είναι ακόμα. 'Αλλα κορίτσια στην ηλικία μου βγαίνουνε στις δέκα".
 -"Μην αργήσεις να γυρίσεις, γιατί το πρωΐ δε ξυπνάς και σε τραβάω από τα ποδάρια".
 -"Ρε Μάρω, γιατί την άφηνεις να βγεί ...και βροντά και τη πόρτα μάλιστα η κυρία"!
 -"Μητέρα, ώρες-ώρες δεν υποφέρεσαι! Δε πεινάω άλλο. Πάω κι εγώ μια βόλτα κι έρχομαι".
 -"Μόνη σου";
 -"Όχι θα βγω με τον Σταύρο".
 -"Μπα! Καινούργιος είναι αυτός. Ο Γιώργος μας τελείωσε";
 -"Έχεις μείνει πίσω... πάει αυτός..."

 -"Μα... ήτανε καλό παιδί... και σ' αγαπούσε. Νόμιζα το πάτε σοβαρά".
 -"Χα. 'Ακου σοβαρά. Επειδή πηδηχτήκαμε μερικές φορές; Όχι δα βρε μητέρα".
 -"Χριστός και Παναγιά! Τί ν αυτά που λες";
     Ναι καλά γέλα και χτύπα κι εσύ τη πόρτα πίσω σου. Συγκοπή θα μου 'ρθει μ' αυτά που ακούω δω μέσα. Αυτά σου 'μαθα γω μωρέ;
 -"Μαμάαα σόρι... δε θ' αργήσω... και μη ξεροσταλιάσεις να περιμένεις όλη νύχτα..."
     Ναι καλά, πιο μακριά δε πήγαινες να το φωνάξεις; Ρεζίλι γίναμε στη γειτονιά. Πωπω αν ζούσε ο Θανάσης θα με κρεμούσε ανάποδα να με φαν' οι μύγες. Και τώρα το κορόιδο θα μαζέψει το τραπέζι. Βλέπεις οι κυρίες επί των τιμών, έχουν υπερέτρια. Εμ βέβαια. Κάθε μέρα τις ταΐζω, τις ποτίζω, τις ξεσκατίζω και στο φινάλε τί; "Είσαι ανυπόφορη, βρε μητέρα; Γιαγιά είσαι άουτ". Σώνει πια. (Πωπω τώρα θα πρέπει ακόμα να 'μαι κόκκινη σα παντζάρι.) Κι ούτε ένα χέρι βοηθείας, ούτε ένα μπράβο, ούτε ένα ευχαριστώ. Αλλά έτσι είναι βέβαια. Έτσι είναι. Αν ψοφήσω -Θέ μου σχώρνα με- κυράδες μου, τότε να σας καμαρώσω. Θα σκουλικιάσετε μωρέεε. Θα σας φάνε τα ποντίκια και θα ψοφήσετε της πείνας. Η μια μαθητριούλα, η άλλη καριέρες και γκόμενους για λιγάκι -πωπώ ξανακοκκίνησα τώρα- και δε λένε να βάλουνε τα χέρια τους στον νεροχύτη, μη τα χαλάσουνε. Μα δε φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω. Τις καλόμαθα και τώρα τα πληρώνω. Αχ Θανάση μου, μια ψωροσύνταξη και ...δε βαριέσαι. Ας είναι καλά τα κορίτσια μου Θέ μου και μην ακούς τί λέω. Τώρα πάρε Βασιλική τα χρωστούμενα και με το διάφορο μάλιστα, πέντε φάσκελα στη μούρη. Ας κάτσω δω να, να χαζέψω λιγάκι στο χαζοκούτι και μετά να πάω για νανάκια. Σιγά μη κάτσω να περιμένω τις φοραδίτσες, που ναι και στον καιρό τους -Θου Κύριε- πότε θα τους κόψει να γυρίσουνε. Θανάση μου, άλλη μια μέρα χωρίς εσένα έφτασε στο τέλος της. Μα τέτοια περίμενα γω; Τέτοια; Σ' αυτή την ηλικία, περίμενα άλλα. Ας όψεται η χαζομάρα του κόσμου. Κάνε παιδιά κι αγγόνια να δεις καλό! Χα. Όλα μια ιδέα είναι.

ξανα στο σαλονι...

     Για να δούμε τί σκατά -Θου Κύριε- έχει απόψε το χαζοκούτι. Ένα σωρό κανάλια που πια δε ξέρω ποιο είναι ποιο και δε βάζουνε τίποτα να δει ο κόσμος. Όλο κάτι συνέχειες της πυρκαγιάς και κάτι επαναλήψεις. Σκουπίδια, παράθυρα, ειδήσεις, αμάν! Και ξέχασα: διαφημίσεις, πολλές διαφημίσεις. Α και ποδόσφαιρο. Αμάν νισάφι πια. Είκοσι λεπτά διαφημίσεις για σου πούνε τον καιρό. Ήμαρτον. Καιρός αίθριος με λίγη συνεφιά που μπορεί να εξελιχτεί σε καταιγίδα κι ίσως χιονίσει στα ορεινά. Δηλαδή; Δυο κιλά στα τρία. Και να πέφτανε μέσα ή να 'χανε κάτι της προκοπής, χαλάλι όχι είκοσι, πενήντα λεπτά να βάζανε μα... να σαμπουάν λούσιμο κι οργασμός. Τί να πει κανείς και τι να πρωτοσχωρέσεις κι εσύ Θε μου. Να η σερβιέτα με φτερά ειδική για στρινγκ και... να μια με το δίκανο και πάρτη κάτω. Σήριαλ όλο σεξ και πιστόλια κι απάτες. Δηλαδή δε χρειάζεται κανείς να βγει όξω να μάθει όλες τις κομπίνες. Εδώ έχει μαθήματα κατ' οίκον. Πωπω, γερνάω και γκρινιάζω μου φαίνεται. Ας το αφήσω δω που 'χει ελληνική κωμωδία κι έχει πλακίτσα. Έχω μάθει τις ατάκες απέξω. "Κάνε τη πάπια Βασιλική"! Αχ Θανάση μου γερνάω... νιώθω να χάνω τις δυνάμεις μου. "Όλο μυξοκλάματα είστε σεις τα θηλυκά, μόλις δείτε τα σκούρα". Ναι βρε, ενώ σεις οι άντρακλες πια, δε κλαίτε καθόλου. Θα γείρω δωνά στον καναπέ να χαζέψω λιγάκι και να πάψω να σκέφτομαι γιατί θα μου στρίψει στο τέλος. Όλα μια ιδέα είναι.

βιλυ: μέσα

 -"Ελάτε ρε παιδιά, που 'σαστε; Έφαγα τον κόσμο να σας βρω".
 -"Γειά Βίλυ".
 -"Γειά Σπύρο, γεια παιδιά".
 -"Γειά".
 -"Τί πίνετε";
 -"Σφηνάκια".
 -"Γουστάρω! Πιάσε κι εμένα".
 -"Τί θα κάνουμε μετά";
 -"Θα πάμε για φάση στης Έλενας. Λείπουν οι δικοί της".
 -"Γουστάρω! Έχουμε τίποτα καλό πάνω μας";
 -"Όλο και κάτι θα βρεθεί. Ψήνεσαι";
 -"Μέσα! Κι ελπίζω καλό, όχι σαν την άλλη δόση που 'τανε μάπα".
 -"Καλό. Λέει. Μόνο που θέλει τρόπο για να την ακούσεις, γρήγορα κι όμορφα".
 -"Έλα ρε σιγά. Φίδια λούζουμε";
 -"Όχι. Σπαθί".
     Όχι ρε πούστη μου, δυο σφηνάκια χτύπησα και νιώθω να τα ψιλοπαίζω. Τί διάλο πίνουμε; Γουλάρισα να τραβήξω καμιά τζουρίτσα.
 -"Μάγκες αργούμε ακόμα για τη φάση".
 -"Μέσα. Φύγαμε".
 -"Σπύρο... κέρνα τα ποτάκια".
 -"Ρε συ τί με πέρασες; Κανά... Πλούταρχο".
 -"Έλα ρε, τί ιππότης είσαι, κέρνα τη δικιά σου".
 -"Α έχουμε ισότητα. Ο καθένας τα δικά του".
 -"Καλά, κέρνα και στα δίνω αύριο".
 -"Ναι καλά, όπως τ' άλλα";
     Το καθίκι, ακούς εκεί! Καλάαα. Όταν θα με κυνηγάς με σηκωμένο το πουλί σου, τα ξαναμέλε. Δηλαδή τα πήρα τώρα! Πως την έχει δει έτσι ρε πούστη μου. Έχε χάρη που 'σαι σωστός κι έχεις ωραία μηχανή, ειδεμή θα σου 'δινα εξιτήριο. Μια ωραία μηχανή, τσίτα να τρέχεις με το αγόρι σου... Ώπα! Και γαμώ, το σπιτάκι της Έλενας. Τυχεροί είμαστε. Θα την ακούσουμε φίνα και θα φασωθούμε κιόλας. Γουστάρω και γαμώ τη μουσική, και γαμώ εργαλείο.
 -"Ρε παιδιά δώστε πάσα κι από δω μια τζούρα".
     Ουάου, πρώτο πράμα και δυνατό. Ωωου δδδδε το πισσσσσσσσστεύω, ρε πούθτη μου πως μακρύνανε τα χχέρια μου έτσι. Ουφ, κάνει ζέστη. Τώρα καλύτερα χωρίς το μπλουζάκι. Ρε συ δε θυμάμαι, φόρεσα σουτιέν. Μπα. Γαμώτο. Πωπω οι ρώγες μου έχουνε σκληρύνει, θα γίνω ρόμπα. Μπα η Έλενα έχει πιο μεγάλο από μένα. Αδικία. Πολύ κουνάει ρε γαμώτο. Χαχαχαχαχα δε το πιστεύω! Η Έλενα το 'χει ξυρισμένο!!! Χαχαχαχαχα τί αστείο... χαχαχαχα... δε μπο- χαχαχαχα ουφ, δε μπορώ, χαχαχαχαχα, να σταματήσω... Πωπώχαχαχαχαχαχαχα ο πούτσος του Σπύρου με δείχνει... χαχαχαχαχα και ...τρέμει... Αχ δεν αντέχω με πόνεσε η κοιλιά... Τί γίνεται, που 'ναι η φούστα μου; Χαχαχαχαχα πως βρέθηκε κει πάνω στο κομοδίνο; Τί πλάκα θεούλη μου... θα πεθάνω σήμερρρρααα χαχαχαχα Πωπώ, είμαι μούσκεμα ρε συ. Τί κάβλες είναι αυτές; Απίθανο πράμα τούτο. Θα πω του Σπύρου να φυλάξει λιγάκι...  Μμμ τώρα θέλω να γαμηθώ, δε γίνεται... Που 'ναι ο Σπυράκος μου;
 -"Σπύρο... έλα μανάρι μου να φασωθούμε... Δε σε βλέπω από τη κάβλα..."
     Δε μπορώ, όλα γυρνάνε... κάποιος με πηδάει μου φαίνεται... χαχαχαχα ο Σπύρος θα 'ναι... Και τούτο δω το καβλί στη μούρη μου ποιανού είναι. Χαχαχα ρε φίλε θα μας βγάλεις κανά μάτι, χαχαχαχα!
     Αχ, νιώθω ράκος! Τί θλίψη είναι τούτη, Τί μιζέρια; Πουστόκοσμος! Κοίτα χλίδα, κοίτα... Ωωωπς τώρα τη κάτσαμε τη βάρκα. Ζαλίζομαι και θέλω να κάνω εμετό. Ωχ οι γονείς της Έλενας δεν είναι αυτοί. Τί ώρα είναι; Πωπώωωω τί εφιάλτης!
     Α, που βρίσκομαι; Ρε συ κοιμόμουνα τόσην ώρα και τα 'βλεπα στον ύπνο μου. Ο Σπυράκος δίπλα, το μανάρι μου. Ουφ δόξω τω θεώ, όνειρο ήτανε. Η θλίψη, θλίψη όμως γαμώτο. Κι αυτός ο αναίσθητος κοιμάται του καλού καιρού. Ε βέβαια, φάγαμε, ήπιαμε, γαμήσαμε και τώρα ξεκουραζόμαστε από το ...μεροκάματο. Μια χαρά τα 'χει δεμένα τα ζώα του ο μικρός. Χμμ κρύο... κρύο... που 'ναι τα ρούχα μου; Πωπω μιάμιση η ώρα. 'Αργησα ρε πούστη μου. Ωχ άντε να περάσεις τώρα πάνω από τόσα κορμιά ξαπλωμένα δω κι εκεί. Μμμμ όμορφη νύχτα, δροσερή και γλυκειά. Θα γυρίσω με τα πόδια, ένα τεταρτάκι δρόμος, σιγά! Ελπίζω να μη με πάρουνε χαμπάρι τα κορίτσια στο σπίτι... χαχαχα. Μπα η μάνα μου ή θα 'ναι έξω ή θα κοιμάται. Η γιαγιά μάλλον θα περιμένει στο σαλόνι, μισοκοιμισμένη. Αμάν ρε γαμώτο, το αφτί της πιάνει και τη τρίχα, δε πρόκειται να περάσω χωρίς να με χαμπαρίσει. Ώρες-ώρες είναι πολύ σπαστικιά. Με αγαπάει η καημένη κι όλο χαρτζιλικώνει. Πώς τα καταφέρνει; Μυστήριο... μέγα μυστήριο. Σήμερα δε γουστάρω νουθεσίες ρε γαμώτο, νιώθω μαντάρα... Θα μπω στις μύτες κι ο θεός βοηθός. Φτού! Τη κάτσαμε! Η γιαγιά βλέπει τηλεόραση...
 -"Βρε βρε καλώς τη ...πρώτη βάρδια! Βρήκες το δρόμο μικρή μου δεσποινιδούλα";
 -"Ώχου ρε γιαγιά, όρεξη έχεις..."
 -"Ναι αμέ, τί να σου πω! Πετάω από τη χαρά μου".
 -"Τα μελέ αύριο γιαγιά, νυστάζω, νύχτες".
 -"Μέρες δε λες καλύτερα. Αχ άντε, άντε..."
     Πωπώ, δε το πιστεύω πως θα ξεράσω, όλα μου 'ρχονται στο ..ααααμπλιιάεχλ. Πωπώ το 'κανα το σαλόνι μαντάρα. Αχ γιαγιάκα, κράτα με στην αγκαλίτσα σου, είναι ζεστά. Η καημένη, ξέχασε το θυμό της... αλλά...

μαρω: μεσα

     Βγήκα έξω χωρίς κέφι. Δε ξέρω τι διάλο μ' έχει πιάσει σήμερα. Η μητέρα είναι ανυπόφορη ώρες-ώρες. Η μικρή με γράφει εκεί που δε πιάνει μελάνι, κι ούτε που ξέρω τι δρόμο τραβά. Νιώθω να τη χάνω, μέρα τη μέρα, κι αυτή η μητέρα, όλο: "Στα 'λεγα γω!" και "Στα 'λεγα γω!", είναι. Μάλιστα κυρία μου, υποκλίνομαι. Κερδίσατε! Είμαι μια αποτυχημένη. Αποτυχημένη σύζυγος, αποτυχημένη μάνα, αποτυχημένη επαγγελματίας, αποτυχημένη γυναίκα! Μάλιστα, ναι, το παραδέχομαι. Τί άλλο θέτε; Να χειροκροτήσω τη νίκη σας; Ορίστε, να το κάνω κι αυτό! (Πωπω θα με πάρουνε για τρελή έτσι που χειροκροτώ μες στη μέση του δρόμου). Παρακαλώ το κοινό να χειροκροτήσει με τη σειρά του. Εμπρός! Μητέρα, τώρα είναι η σειρά σας να ξεκινήσετε τις υποκλίσεις. Ο κόσμος εσάς χειροκροτά, δε το βλέπετε; Κερδίσατε.
     Σήμερα έχω κακό προαίσθημα. Δε ξέρω μα... από το πρωί που ξύπνησα, σούρνεται μέσα μου ένα... κάτι, όχι καλό πάντως. Τώρα τελευταία νιώθω πολύ κουρασμένη γαμώτη μου. Νιώθω πως τίποτα δεν έχει γεύση, χρώμα, άρωμα... Η διάθεσή μου αλλάζει από το φούρνο στη κατάψυξη. Βαριέμαι τα πάντα. Μόλις με δει ο Σταύρος θ' αρχίσει τα τρελά του: θα θέλει καφεδάκι, ποτάκι, φαγάκι, κουβεντούλα και μετά ...πηδηματάκι. Αμάν κι αυτά τα ...υποκοριστικάκια. Πήξαμε ρε παιδάκι μου από δαύτα. Λες και κατεβάζει το πρόγραμμα των ...καλλιτεχνικών εκδηλώσεων του Μεγάρου Μουσικής. 'Ασιχτίρι! Οι άντρες ό,τι κι αν κάνουνε το νου τους εκεί τον έχουνε. Που τη βρίσκουνε την όρεξη, ήθελα και να 'ξερα; Αλλά βέβαια, γουρούνια με την ίδια μούρη. Ε όχι πως με χαλά τούτο, μα σήμερα ρε γαμώτη μου, να! δεν έχω κέφι, θέλω να κάτσω σιωπηλή σ' ένα μέρος ήρεμο και μόνη μου. Αν το κάνω αυτό θα παραξηγηθεί! 'Αει σιχτίρια στο φινάλε-φινάλε! Ώρες-ώρες νιώθω σα να περπατάω, έχοντας στερεωμένο στον κώλο μου ένα στόχο και πάνω από το κεφάλι μου, αντί φωτοστεφάνου, ένα λαμπερό αναβοσβήνον βελάκι που να δείχνει προς τα κάτω, στον στόχο. Κι ολόγυρα, λέει, μυριάδες χιλιάδων καβλιά, ένα δάσος με δαύτα, οπλισμένα κι έτοιμα να ορμήξουνε να καρφωθούνε στον στόχο. Χα. Αστείο μεν αλλά εκνευριστικόν ώρες-ώρες.
     Ναι ρε μάνα, κέρδισες! Πάντα κέρδιζες εσύ... πάντα.΄Όλα τα 'κανες μια χαρούλα. Βέβαια! Εσύ η επιτυχημένη γυναίκα, μάνα, σύζυγος και γιαγιά. Δε λέω, τα κατάφερες μια χαρά. Έθαψες τον πατέρα νωρίς, τον πατέρα που σου μαύριζε τη ζωή. Έκαψες τη καρδούλα του άλλου του καλού κυριούλη που σ' αγάπησε. Μετά, μεγάλωσες μιαν αποτυχημένη κόρη κι αυτή με τη σειρά της τα σκάτωσε παντού και μεγάλωσε μιαν αποτυχημένη -αχ ματάκια μου- κόρη. Μήπως να ξαναχειροκροτήσω την εξαιρετική σου επιτυχία; Κι η αποτυχημένη σου κόρη τώρα είναι μόνη κι έρημη. Ακόμα στην αρχή. Αρχή κλιμακτηρίου, αρχή πολλών δακρύων, αρχή του τέλους.
 -"Καλώς τη".
 -"Καλησπέρα Σταύρο".
 -"Ωχ, άκεφη σε βλέπω"
 -"Μα τί λες; Δε βλέπεις που από τη χαρά μου κουνώ τον στόχ...εεεε την ουρά μου, από χαρά";
 -"Τί τρέχει; Πες μου σε παρακαλώ".
 -"Τί να τρέχει; Όλα πάνε πρίμα. Τί σχέδια έχεις για σήμερα";
     (Χαχα, ρωτώ λες και δε ξέρω: -"Σήμερα θα φάτε το καβλί μου κονσομέ"! -"Μα τί λέτε; Κονσομέ το 'φαγα προχτές!". -"Ναι μα σας άρεσε κι είπα να επαναλάβω τη δίαιτα και να σας το ξανασερβίρω". -"Τίποτε άλλο εξόν από καβλί-κάτι δεν έχει το με-νού του καταστήματος"; Τί ηλίθια σκέψη;)
 -"Δεν έχει σημασία τι εγώ έχω σχεδιάσει. Σημασία έχει τι κάνεις εσύ κέφι".
     (Μπα! Οποία αλλαγή! Όταν οι άντρες ρωτάνε κάτι τέτοιο, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, είναι σα να λένε: "Μια κι είσαι άκεφη, ό,τι κι αν πω ίσως δε σ' αρέσει και δε ρισκάρω κάτι τέτοιο. Όμως μια και σε... σκέφτομαι τόσο, θα το θεωρήσεις υπερβολή αν σου ζητούσα να μου κάτσεις, να το φχαριστηθώ εγώ τουλάχιστον και που ξέρεις; Ίσως να συμμετάσχεις κι εσύ τελικά". Ναι. Ναι. Όλο τούτο το κατεβατό!)
 -"Μια κι εγώ δεν έχω κέφι, αλλά θέλω να ξεσκάσω λιγάκι, σκέφτηκα ν' αφήσω στους έμπειρους χειρισμούς σου το υπόλοιπο της βραδιάς". 
     (Χμμ... δεν του άρεσε η απάντηση. Να δεις που τώρα, φυσικά, θα μου πει πως έχω τα... ρούχα μου.)
 -"Δε μου λες καλή μου; Μήπως είσαι στις... μέρες σου... ξέρεις";
 -"Χαχαχαχα... ώστε πιστεύεις πως μόνον αυτές τις... μέρες θα σου άφηνα εν λευκώ τη πρωτοβουλία σε τόσο λεπτεπίλεπτους χειρισμούς, για τη βελτίωση της διάθεσής μου"; ('Ατιμη κενωνία, τί κακό σου 'κανα;) "Αν ναι, μας αδικεί και τους δυο κατάφωρα η σκέψη σου αυτή". (Τώρα θα μου το φέρει αλλιώς: Θα μου πει πως είμαι πολύ ευφυής και παράξενη γυναίκα και πως αυτό είναι που τονε κάνει να θεωρεί εξαιρετική του τιμή το να 'χει αναλάβει προσωπικά, να με γαμάει κάθε τρις και λίγο. Και θα περιμένει να χάψω το δόλωμα, να χαλαρώσω και ν' ανοίξω τα σκέλια μου μπρος στο οπλισμένο του... πυροβόλο. Τί κόσμος μικρός και μέγας!)
 -"Καλή μου, ίσως δεν είναι καλή ιδέα να βγούμε σήμερα". (Μπα! Στριμώχτηκε. Ε βέβαια, θα 'τανε καλή ιδέα αν είχα τη σαφή πρόθεση να του κάτσω και τώρα του χαλά τη μανέστρα. Γαμώτη μου!)
 -"Μα όχι. Αφού σου 'πα, δεν έχω κέφι μεν, αλλά έχω τη πρόθεση ν' αλλάξω τούτη μου τη διάθεση προς το καλύτερο κι επέλεξα σένα να το καταφέρεις. Ήθελα να σε δω, στ' αλήθεια".
 -"Είναι στιγμές που σε νιώθω παράξενη και μακρινή. Τέτοιες στιγμές, νιώθω πως δε μπορώ να σε πλησιάσω, όσο κι αν έχω τη καλή διάθεση για τούτο. Νιώθω σα να με περνάς από μύρια τεστ και για να 'μαι ακριβής, θα σου πω πως όταν έρχομαι σε τέτοια... ας πούμε... δύσκολη θέση, γίνομαι τρομερά προβλέψιμος κι εκνευριστικά μη πρωτότυπος". (Χμμ... πονηρός ο βλάχος... ξέφυγε θαυμάσια τη λούμπα, πλην όμως... δε μασάμε. Ρε μπας και τον αδικώ; Για να δούμε...)
 -"Ναι μα ξέρεις... υπάρχουνε και τέτοιες στιγμές δυστυχώς. Καπετάνιος στη μπουνάτσα γίνεται ο καθένας. Στη φουρτούνα όμως";
 -"Στη φουρτούνα κι ο καλός καπετάνιος, αν το μπορεί, δένει στο λιμάνι και περιμένει να κωπάσει".
 -"Κι αν δε κωπάσει"; (Κάθαρμα! Χεχε!)
 -"Τότε λέμε: Δεν ήτανε για μας τυχερό. Σκέψου κάτι Μάρω μου: Αν ήμουν εγώ στα χάλια μου κι εσύ καλά ή αν επίσης, ήμουν κι εγώ χάλια σήμερα, με τη δική σου δεδομένη ακεφιά"; (Ίσως να 'χει και δίκιο, μα το θέμα είναι πως δε πρόκειται να το βρει! Τελικά σήμερα δεν έχει καβλί με πατάτες ραγού, πάει και τέλειωσε!)
 -"Ίσως έχεις δίκιο. Ίσως δεν ήτανε καλή ιδέα να βγω σήμερα".
 -"Νομίζω πως σου χρειάζεται ένα μασάζ. Σε βλέπω πολύ σφιγμένη..." (Ωώπα! Νάτοοο! Εκδηλώθηκε. Μέχρις εδώ ακούστηκε το σήκωμα του... επικρουστήρα!)
 -"Και... ποιός προτείνεις ν' αναλάβει τούτο το... δύσκολο έργο και πού"; (Όχι παίζουμε!)
 -"Εγώ φυσικά. Τί ερώτηση! Δε ξέρεις πως έχω σπουδάσει το αντικείμενο, ενδελεχώς και με πτυχίο -τί λέω;- πτυχία". (Χαμογελάει. Το κάθαρμα ξέρει πως νίκησε και χαμογελάει... Τώρα εδώ που τα λέμε, ένα μασαζάκι θα το 'θελα. Ε θα δεχτώ να πάει στο διάλο. Έστω και μόνο να δω αν λέει αλήθεια κι ο θεός να δώσει να 'ναι αποτελεσματικός).
 -"Νομίζω κύριε μασέρ, πως κερδίσατε το πρώτο ημίχρονο". (Χαμογελάει χιχιχι, ε ρε και να 'ξερες τί σε περιμένει αν...)
    ...Τί έγινε; Που βρίσκομαι; Πωπω... τί 'τανε τούτο; Τί ώρα να 'ναι; Ωχ κοντεύει μιάμιση. Με πήρε ο ύπνος μετά... Τα 'φερε από δω, τα 'φερε από κει, με τούμπαρε το κάθαρμα. Μ' εξουθένωσε. Πάντως μπράβο! Ως σπορτγούμαν δε μπορώ παρά να το παραδεχτώ. 'Αργησα γαμώτη μου. Αύριο έχει πρωινό ξύπνημα και ποιός ακούει τη μαμά. Μπα, η ζωή είναι σύντομη κι όλα είναι μια ιδέα!
    'Αντε τώρα να μπω μέσα και να 'ναι ξύπνια και θα μου βάλει πάλι χέρι, σιωπηλά ή με λογάκια κομμένα ίσα-ίσα, όσο πρέπει... ε... τί έγινε; Η μικρή γιατί είναι ξαπλωμένη έτσι;
 -"Τί έγινε καλέ";
 -"Α καλώς και τη δεύτερη βάρδια. Τίποτε σπουδαίο... ότι λιποθύμισε η μικρή, αφού πρώτα ξέρασε το εργοστάσιο οινοπνευματοποιΐας...".
 -"Ήτανε πιωμένη; Θα τη τσακίσω".
 -"Έλα, κόψε τη φόρα σου, που θα τσακίσεις το κοριτσάκι μας".
 -"Να καλέσω γιατρό".
 -"Ε κοίτα, κάτι ξέρουμε κι εμείς από πιοτί. Πάμε να τη βάλουμε στο κρεβάτι. Θα κοιμηθώ μαζί της απόψε κι αύριο δε θα τη στείλουμε σχολείο. Εσύ άντε για ύπνο κι έχεις δουλειά το πρωί, κυρία... Ωνάση".
 -"Εντάξει μητέρα. Μόνο κράτα με ενήμερη αύριο σε παρακαλώ κι αν δεις τα σκούρα κάλεσε γιατρό".
 -"Μάλιστα. Μείνε ήσυχη... τράβα να πέσεις και μαζί τα λέμε άλλη ώρα".
 -"Καληνύχτα μαμά".
 -"Καληνύχτα κορούλα μου".
     Μια ματιά ακόμα στο πουλάκι μου και πάω να πλαγιάσω. Δε βλέπω μπροστά μου από τη νύστα.

     Την άλλη μέρα στο γραφείο, κατά τις δέκα και κάτι, χτυπά το κινητό της Μάρως. Είναι η μητέρα της και τη καλεί να 'ρθει σπίτι επειγόντως. Η Μάρω φεύγει σαν αλαφιασμένη, βάζοντας ένα σωρό κακά σενάρια στο νου της. Στη πόρτα τρακάρονται με τον γιατρό, που ότι έφευγε, γιατί ήτανε βιαστικός και της λέει πως θα της εξηγήσει η μητέρα.

     Τούτος ο γιατρός μοιάζει, περιέργως, του Μιχάλη, του αδερφού μου. Μα φτυστός... Αχ το κοριτσάκι μου τί έπαθε; Να με πήρανε τα ζουμιά τώρα... Ναι μητέρα, πάρε με στην αγκαλιά σου, να 'ξερες πόσο το θέλω...
 -"Τί έγινε μητέρα; Πες μου στα ίσια".
 -"Η μικρή είναι στα πρόθυρα νευρικής ανορεξίας και ...είναι και ...χμ... έγκυος..."
 -"Τίιιιι; Ω Θεέ μου! Γιατί σε μένα";
 -"Αυτή η νευρική ανορεξία τί διάλο πράμα είναι";
     Πάλι καλά που δεν άρχισε να λέει πάλι, "Στα 'λεγα γω", δε θα το άντεχα. Ας τρέξω πάνω να τη δω, Θεέ μου βοήθησέ μας. Η μικρή κοιμάται ήσυχα. Το πουλάκι μου. Το γλυκό μου κοριτσάκι. Δε με βαστάνε τα ποδάρια μου... θα ...λιπ...

     Τί έγινε; Ποιός είναι; Α... όνειρο ήτανε. Αχ σε φχαριστώ θεέ μου, το ξυπνητήρι είναι. Έχει δουλίτσα σήμερα... Ουφ. Πωπώ ολοζώντανο όνειρο... Αχ το μικρό μου στολιδάκι... Θα πάω να τις φιλήσω και τις δυο. Τί φωνάζει ...ποιός φωνάζει; Πότε φόρεσα τούτο το κομψό ταγιέρ; Κι η μάνα γιατί φοράει μαύρα και μοιάζει σα μοιρολογίστρα... ΩΧ όχι θέ μου, όχι, τί αίμα είναι τούτο στη πόρτα της μικρής; Που βρέθηκε τόσο αίμα; Που το χώρεσε τόσο μικρό κορμάκι. Πάψε κι εσύ να μοιρολογάς ρε μάνα, να χαρείς και κόψε αυτό το "Στα 'λεγα γω", γιατί θα τσιρίζω μια βδομάδα. Ααααααααχ κορούλα μου τί έγινε; Τί έγινε καλέ; Πέστε μου κι εμένα! Ωχ. Τί έγινε; Μητέρα τί τρέχει; Πάλι όνειρο; Ναι πάρε με αγκαλιά μανούλα, κράτα με. Τι εφιαλτική νύχτα; Κράτα με σφιχτά... φοβάμαι μαμά...

βασιλικη: στο σαλονι

     Πωπω, πως έγινε ο κόσμος έτσι; Μια γουλιά έγινε που μήτε πίνεται, μήτε φτύνεται και σε πνίγει, σου κάθεται στο λαιμό. Τί απαίσια γεύση Θανάση μου! Εσύ καλά έκανες και τη κοπάνησες νωρίς -Θε μου σχώρνα με. Τόσα τρομερά πράματα, τόσο χολή, τόσο αίμα... Η κόλαση επί της Γης. Θε μου συμπάθα με μα έχασα κι αβγά και καλάθια. Αν χάσω τα κορίτσια μου θα πεθάνω. Τις αγαπώ τόσο και τις δυο. Πρέπει να ρίξω μια ματιά στο δωμάτιο της μικρής. Αχ τα γέρικα πόδια μου δεν υπακούνε πια κι είναι κι αυτό το υγρό στο πάτωμα... Μαύρο; Όχι, σα κόκκινο... Ποιος είναι κει; Χάροντα εσύ είσαι; Κόπιασε... Θανάση; Εσύ, -μνήσθητί μου Κύριε- περπατάν οι πεθαμένοι; Μιλάνε; Όχι. Πετάνε, πετάνε Θανάση μου. Τί με κοιτάς αγριεμένος; Εγώ προσπάθησα Θανάση μου, μην έχεις έτοιμο το μάλωμα, πάλι. Τί θες εδώ, Μη κουνάς το κεφάλι, μη στρίβεις τη μουστάκα κι έχεις άδικο, το ξέρεις. Δεν έπρεπε να πάρουμε μηχανή στον Μιχαλάκη μας. 'Αντε πιες κανά ποτήρι κι όλα θα σιάξουνε, θα το δεις. Αυτό το υγρό στο πάτωμα, μου φαίνεται πως μου 'φτασε μέχρι τα γόνατα. Μα... που βρίσκομαι λοιπόν...
     Α η τηλεόραση συνεχίζει να παίζει μονάχη της. Με πήρε ο ύπνος φαίνεται. Πωπώ, τί όνειρο ήταν κι αυτό, Χριστέ μου. Είμαι στο σαλόνι μου, στον καναπέ μου κι όλα... Εεεπ τί ώρα είναι; Πωπώ... κοντεύει μιάμιση... Θέ μου σχώρνα με καλό και βλογημένο τ' όνειρό σου μα μου πήρε τη ψυχή. Α κι οι μικρές δεν έχουν επιστρέψει ακόμα. Αχ τα μυαλά της ρέγγας έχουνε. Ο καιρός θα χαλάσει. Μπα, σιγά που θα τις περιμένω... Πάω να πλαγιάσω. Όχι δε θα περιμένω απόψε...

πισω στη γη

     Την ώρα που η κυρά-Βασιλική έσερνε το βήμα για το κρεβάτι της, διάλεξε να επιστρέψει η Βίλυ. Η κυρά-Βάσω στράφηκε κι ετοιμάστηκε να πει τα γνωστά, καυστικά της σχόλια κι η μικρή έσφιξε τις γροθίτσες κι ετοιμάστηκε ν' αμυνθεί μα...
 -"Καλώς το κοριτσάκι μου". Το πρόσωπό της φεγγοβόλησε σ' ένα λαμπερό και πλατύ χαμόγελο. Η Βίλυ τα 'χασε. Πάσχισε να δει καμιά παγίδα μα είδε μια πελώριαν αγκαλιά κι έσπευσε δειλά, να χωθεί μέσα. "Πέρασες καλά μικρό μου"; Η Βίλυ τράβηξε το πρόσωπό της από τον πλούσιο κόρφο της γιαγιάς, για να ξανακοιτάξει με δυσπιστία μα... το ξανάχωσεν ήρεμη, μέσα. 
 -"Ε τα συνηθισμένα ρε γιαγιά" κι η φωνή της έσπαζε. Είχε καιρό να δεχτεί τέτοιαν επίθεση αγάπης κι είχε κλονιστεί.
 -"'Αντε να πλαγιάσεις Βασιλική κι αύριο έχει σχολείο κι αν δε ξυπνήσεις με το πρώτο, θα σου γαργαλήσω τα ποδάρια. 'Αντε κι αν έρθει η μάνα σου  θα σε περάσει ανάκριση", είπε χωρίς να την αφήσει από την αγκαλιά της. Κι η μικρή έδειχνεν απρόθυμη να ξεκολλήσει.
 -"Τί; Δεν έχει έρθει ακόμα η μαμά";
 -"Βρε άντε να πέσεις κι αν έρθει θα σου γκρινιάζει".
 -"Πάω γιαγιάκα, νύχτεεες"!
     Εκείνη την ώρα ακριβώς μπήκε κι η Μάρω στο σπίτι και πρόφτασε να δει γιαγιά κι εγγονή, να 'ναι αγκαλιασμένες και τα 'χασε με τη σειρά της.
 -"Μπα, μπα! Τί αγάπες είναι αυτές;" είπε μισοπειραχτικά, μισοζηλιάρικα και διπλοπαραξενεμένη. Πλησίασε...
 -"Ε να... βλέπαμε το χαζοκούτι και μας πήρε ο ύπνος αγκαλιά στον καναπέ. Ότι είχαμε ξυπνήσει και καληνυχτιόμασταν. Ζηλεύεις μικρή μου";
 -"Ναι σιγά ρε μάνα! Μωρό είμαι;" είπε η Μάρω, μα ήτανε φανερά ταραγμένη κι ένοχη...
 -"Α... είπα... Πάντως έχει χώρο και για σένα. Έλα μου αν θες", της αντιγύρισε γλυκά η κυρά-Βάσω. Παρακάλια κι αντιρρήσεις γίναν ένα και σε λίγο βρεθήκανε κι οι τρεις γυναίκες αγκαλιασμένες κουβάρι. Τούτο βάσταξε κάμποσο... Στο τέλος όλες τους πήγανε στα δωμάτιά τους ανάλαφρες και νυσταγμένες. Το πρωί δε θα 'χανε σηκωμό...


λιγο μετα

     Σε καλό μας απόψε. Τί το 'θελα να κοιμηθώ στον καναπέ; Σα ξεμωραμένη γρια. Τώρα να δω πως θα με πάρει ο ύπνος. Ένιωσα όμορφα... καιρό είχα να νιώσω έτσι. Δε θυμάμαι από πότε Θανάση μου. Νομίζω πως τώρα στο τέλος τα κατάφερα θαυμάσια. Όχι μην αγριέψεις και το ξέρω πως εμείς οι γυναικούλες είμαστε κλαψιάρες κι αγκαλιάρες... Ναι... ναι, ξέρω, εσείς οι άντρες είστε αλλιώς. Μπράβο σας Θανάση μου. Να μου προσέχεις τον Μιχάλη μου γιατί θα σε πάρει και θα σε σηκώσει αν έρθω πάνω -Θε μου σχώρνα με. Ναι ξέρω, είσαι νεκρός και τα θαρρείς όλα τόσον εύκολα και ρόδινα. Εμ δεν είναι. Δεν είναι Θανάση και ρώτα κι εμάς τους ζωντανούς. Εδώ είναι μάχη καθημερινή, αγώνας συνεχής. Νίκες κι ήττες... κυρίως ήττες, μα ...έτσι οι μικρές μας νίκες αποκτάνε μεγάλη αξία, μεγάλη σημασία. Τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από τους ανθρώπους σου Θανάση. Εγώ η χαζή στο λέω αυτό, η χαζή γυναικούλα. Αλλά φαντάζομαι πως θα το 'μαθες πια καλά τούτο. Κι όσο πιο πολύ τους εμψυχώνεις, μ' ό,τι έχεις, μ' ό,τι μπορείς, τόσο το καλύτερο. Η αγκαλιά είναι σπουδαίο αγαθό -σε φχαριστώ Κύριε που μου 'στειλες αυτό το όνειρο. Ο κόσμος είναι άγριος και θα τη χρειαστούνε. Και, Θανάση, την έχουμε πάντα πάνω μας κι είναι δωρεάν. Δε κοστίζει τίποτα και κάνει τόσο καλό... μα τόσο καλό... και σ' όποιονε τη παίρνει και σ' όποιονε τη δίνει. Το μόνο που χρειάζεται είναι, αγάπη και τίποτ' άλλο. Τούτο τον κόσμο δε θα μπορέσουμε ίσως να τον αλλάξουμε, -χωρίς αγκαλιά- μα μπορούμε να τονε φτιάξουμε κάμποσο. 'Αλλοι καιροί τότε, άλλοι καιροί τώρα. 'Αλλος καιρός ξημέρωσε για τη Μάρω μας, άλλος καιρός τώρα ξημερώνει για τη μικρή Βασιλικούλα. Δεν έχει σημασία. Καθεμιά μας επιβίωσε κι επιβιώνει. Βρίσκει μονάχη της τα όπλα και τους τρόπους. Εμείς απλά βοηθάμε με μιαν αγκαλιά, με μιαν επιβράβευση κι ίσως και με κανά μάλωμα, που και πού. Γιατί Θανάση, όπως ξέρεις, σε τούτο τον κόσμο -Θε μου σχώρνα με- όλα είναι μια ιδέα!

επιλογος

     Η κυρά-Βασιλική άργησε πολύ να κοιμηθεί, αντίθετα από τις άλλες δυο, που πέσαν ανάλαφρες και νυσταγμένες. Το ξυπνητήρι σήκωσε τη Μάρω κι αφού έκανε τη τουαλέτα της, βγήκε στη κουζίνα και βρήκε τη κυρά-Βάσω να 'χει ετοιμάσει το πρόγευμα. Ανταλλάξανε πρόσχαρα καλημέρες κι έπειτα η κυρά-Βάσω πήγε να γαργαλήσει τις πατούσες της μικρής. Σε λίγο κι οι τρεις τους τσιμπούσανε με κέφι τις πρωινές λιχουδιές. Αλληλοπειραγματάκια και χαμόγελα. Έπειτα η κυρά-Βάσω έμεινε μονάχη να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. "Θε μου δώστους δύναμη".
     Το βράδυ στο φαγητό -είχε φτιάσει φρικασέ- με τις πρώτες μπουκιές, οι δυο... "μικρές" στραφήκανε με μια φωνή, στη γιαγιά που περίμενε χρόνια και χρόνια και ...μουγκρίσαν ευχαριστημένες και χαμογελαστές.
 -"Σήμερα κυρά-Βάσω, ξεπέρασες τον εαυτό σου. Τί όμορφο φαγητό"!
     Ίσως καμιά δε πρόσεξε, μιας και στραφήκανε στο πιάτο τους καθεμιά με βουλιμία, το δάκρυ που σκούπισε με τρόπο η γιαγιά! 'Αλλωστε -Θε μου σχώρνα με- όλα είναι μια ιδέα!

------------------------------------------------------------------------------------------
"Σχωράτε με
μα όλα
                                 Νοέμβρης '03 - Σεπτέμβρης '05
μια ιδέα είναι..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers