Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Χατζηαλεξάνδρου Κωνσταντίνος: Η Λύση Του Γρίφου (& άλλα...)

 

             Βιογραφικό

     Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε 14 Γενάρη 1991 στο Κερατσίνι διαμένει στη Νίκαια και γράφει όποτε του καπνίσει. Είναι ο μεγαλύτερος γιος του Πάτροκλου Χατζηαλεξάνδρου και πηγαίνει Α' Λυκείου (εποχή που 'γραψε το κειμενάκι. Τώρα πηγαίνει Γ' κι ο Θεός να βάλει το χέρι του). Έχει άλλα δυο αδέρφια, τον Υάκινθο (ενάμιση χρόνο μικρότερο) και τον Γιαννάκη (γεννηθέντα το 1999) που προς το παρόν δεν έχουνε δείξει παρόμοιο ενδιαφέρον.
     Το κείμενο αυτό συμπεριελήφθη σε κάποιο διαγωνισμό, αφού προκρίθηκε από τα σχολεία της Νίκαιας, (που δε θυμάμαι καν τ' όνομά του) και ...πάτωσε, προς μεγάλην έκπληξη κι απογοήτευσή μας. Ελπίζω να μην ήταν αυτή η αιτία που 'χει σιγήσει τόσο καιρό, -εκτός κι αν ετοιμάζει κάτι μεγάλο. (βλ. κι Εδώ)

--------------------------------------------------------------------------------------------

                                        Η Λύση Του Γρίφου

      Ήτανε καλοκαίρι. Ο Πέτρος κι η οικογένειά του πήγανε διακοπές στο χωριό τους, στη Μυτιλήνη. Το χωριό της Πέτρας ήτανε μιάμιση ώρα μακριά, από το λιμάνι του νησιού. Ο δεκατετράχρονος Πέτρος, θα συναντούσε στο χωριό, το ξάδερφο και συνομίληκό του, Νικόλα.
     Μόλις φτάσαν εκεί με το αυτοκίνητό τους, κάνανε μια στάση κι αυτός βγήκε για να ξαναθυμηθεί τα "στέκια" του. Στη κεντρική πλατεία, υπήρχεν ένας πύργος, που 'τανε σα τριώροφη πολυκατοικία, αλλά για τα μάτια των κατοίκων, φάνταζε ουρανοξύστης. Εκτός απ' αυτόν, υπήρχε κι ένα κτίσμα, -σήμα κατατεθέν του χωριού- το παλιό ταχυδρομείο κατάλληλα διαμορφωμένο, για να γίνονται εκδηλώσεις, εκθέσεις κι άλλα τέτοια. Τα σπιτάκια, μικρές μονοκατοικίες, με κεραμοσκεπές που το τοπικό χρώμα διατηριόταν αυστηρά. Περπατώντας λοιπόν εκεί, πέρασεν η ώρα χωρίς να το καλοκαταλάβει και ξεκινήσανε για το κτήμα του θείου Μιχάλη.
     Στο αγρόκτημα τούτο, μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά, θυμόταν ένα ειδικό δωμάτιο, που 'χανε φτιάξει με το ξάδερφό του, κάτι σαν Αρχηγείο. Σε κείνο το χώρο, είχανε πρόσβαση, μέσα από 'να μυστικό πέρασμα, από το δωμάτιο του Νικόλα. Δεν είχε φυσικό φωτισμό και για τούτο, είχανε βάλει μια λάμπα. Επίσης, την ...επίπλωση συμπλήρωναν, ένα γραφειάκι με διάφορα χαρτικά και μια ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα.
     Μόλις μπήκανε στο αγρόκτημα, περνώντας από τη μεγάλη αυλόπορτα, είδε το θείο του να ταΐζει τα γουρούνια. Μόλις τους είδε, παράτησε τα πάντα, χαρούμενος κι έτρεξε να τους καλωσορίσει.
 -"Γεια σας", είπε γελαστά, "πώς περάσατε το χειμώνα; Είχατε καλό ταξίδι";
 -"Μια χαρά θείε. O Νικόλας που 'ναι"; ρώτησεν ο Πέτρος βιαστικός.
 -"Πρέπει να βλέπει τηλεόραση. Ρίξε μια ματιά μέσα. Θα 'χει τελειώσει τώρα πια την αγγαρεία που του 'χα αναθέσει". Ο Πέτρος έτρεξε μέσα δίχως δεύτερη κουβέντα κι άφησε τους δικούς του να πούνε τα υπόλοιπα.
     Ο Νικόλας ζούσε μόνος με το πατέρα του, γιατί η μητέρα του είχε πεθάνει κι έτσι ήταν αναγκασμένος να βοηθά σ' όλες τις δουλειές, του σπιτιού και του κτήματος. Μπήκεν ο Πέτρος, δε βρήκε τον Νικόλα κι έτσι σκέφτηκε το Αρχηγείο. Ανέβηκε τις λίγες σκάλες μέχρι το δωμάτιό του με σκοπό να περάσει μες από το μυστικό πέρασμα. Μόλις έφτασε στο κεφαλόσκαλο κι αφού βεβαιώθηκε πως δε τόνε κοίταζε κανείς, έκανε τρέχοντας τον υπόλοιπο δρόμο. Το δωμάτιο του Νικόλα ήτανε μεγάλο, -ένα παλιό ξύλινο κρεβάτι, μια μεγάλη ξύλινη ντουλάπα- κι ήτανε φρεσκοβαμένο έτσι ώστε να μοιάζει με βυθό, που 'τανε γεμάτος ψάρια. Βεβαιώθηκε πάλι πως δε κοιτάζει κανείς και πίεσε το σημάδι στο τοίχο, που τώρα έμοιαζε να 'ναι, το μεγάλο μάτι ενός ψαριού. Τότε σχηματίστηκε με τριξίματα, το άνοιγμα κι ο Πέτρος χώθηκε μέσα του.
     Η χαρά του Νικόλα ήτανε πελώρια, αν κι ήξερε πως θα φτάσουν οι ...επισκέψεις που τόσο περίμενε. Αγκαλιαστήκανε με χαρά κι ανταλλάξανε τα νέα τους. Ο Νικόλας είχε ένα άσχημο μαντάτο: Το παλιό ταχυδρομείο, θα φιλοξενούσε μιαν έκθεση σπάνιων αντικειμένων, απ' ολάκερο το νησί κι ο φόβος ήτανε πως ο "Γρίφος" -διαβόητος κλέφτης κάθε πράγματος που μπορεί να 'χε αξία- θα ...χτυπούσε πάλι!
     Επρόκειτο περί ενός πολύ παράξενου ληστή, που άφηνε πίσω, μετά τις ...βρομοδουλειές του, ένα γρίφο. Δεν είχε καταφέρει να λύσει κανείς, μήτ' έναν, όπως και να συλλάβει τον κακούργο! Υποθέτανε πως οι γρίφοι τούτοι, μπορεί να 'ταν οδηγίες για τη ταυτότητα, για το που 'χε το λημέρι του ή μερικοί άλλοι λέγανε, πως ήτανε τα μέρη που φυλούσε τα κλεμένα.
     Αφού τα 'πανε λοιπόν οι δυο τους, αποφασίσανε να βγούνε μια βόλτα στο χωριό. Αφήσανε να περάσουνε τελευταία, από τη πλατεία και φυσικά το παλιό ταχυδρομείο και μόλις έφτασαν εκεί, ακούσανε φωνές:
 -"Βοήθεια... Ληστεία... τρέξτε χωριανοί... Αστυνομίααααα" ήταν ένας παππούς που φώναζε, τρομαγμένος. Τι είχε συμβεί; Τα δυο παιδιά τρέξανε, περίεργα, να δούνε. Η πόρτα του παλιού ταχυδρομείου ήτανε σπασμένη και προφανώς, ο "Γρίφος" είχε κάνει πάλι το ...θαύμα του! Μπήκανε δειλά και προσεχτικά, μην αγγίξουνε τίποτε, -το 'χανε δει στη τηλεόραση- κι είδανε στο πάτωμα πεταμένο, ένα μεγάλο κίτρινο χαρτί μ' ένα μεγάλο ερωτηματικό! Τα παιδιά, ρίξανε μια ματιά να δούνε τι γράφει:

                             "Αν θέλεις κάτι για να βρεις,
                             τότε καλά να ψάξεις,
                             στη μούρη μου μπροστά θα δεις,
                             συνεχώς να κουνά μια γραμμή.
                             Μπόι και χρόνος βοηθάν στη στιγμή"!

     Τα δυο παιδιά, αποστηθίσανε το γρίφο και βγήκανε χωρίς να πειράξουνε τίποτ' άλλο. Ο Πέτρος είδε το Νικόλα σκεφτικό.
 -"Τι σκέφτεσαι; Και πρώτα-πρώτα, πες τι άλλα ξέρεις" ρώτησε το ξάδερφό του.
 -"Δε πείνασες ακόμα; Είν' ώρα φαγητού. Πάμε πριν αρχίσουν να μας ψάχνουνε και στα λέω στο δρόμο" απάντησεν ο Νικόλας.
     Πήρανε το δρόμο της επιστροφής και στη διάρκεια του, ο Πέτρος έμαθε, πως οι κλοπές είχανε ξεκινήσει πριν δυο χρόνια περίπου, -δεν είχανε πάει πέρυσι το καλοκαίρι για διακοπές εκεί-, κι όλα όσα ήξερε για τους γρίφους και τις υποψίες. Τα δυο ξαδέρφια λατρεύανε τους γρίφους κι ειδικότερα ο Πέτρος, μα η λογική τούτων εδώ, ήτανε παράξενη και προς το παρόν άλυτη κι ακαταλαβίστικη. Έπειτα, ο Νικόλας έβγαλε από τη τσέπη και του 'δωσε, ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτάκι. Εκείνος διάβασε δυνατά:

                             "Για να μη λυπάσαι,
                              κοίτα στα παλιά.
                             Σωστά θα με θυμάσαι,
                             γιατί έκανα πολλά"!

 -"Που το βρήκες αυτό"; ρώτησε παραξενεμένος ο Πέτρος
 -"Έκλεψε και το σπίτι μας ο κακούργος", απάντησε στεναχωρημένα ο άλλος, "πέρυσι"!
 -"Πήρε πολλά";
 -"Κοσμήματα πανάκριβα της μαμάς, ενθύμια που φυλούσε ο μπαμπάς και κάτι λίγα χρήματα. 'Αλλωστε" χασκογέλασε, "δεν είμαστε δα και πλούσιοι"!
 -"Έλα σκούπισε τα μάτια σου και φτάσαμε για το φαΐ, μη σε δούνε έτσι"!
     Τρέξανε τα τελευταία μέτρα και μπήκανε στη τραπεζαρία, αναψοκοκκινισμένοι και φουριόζοι, ακριβώς την ώρα που οι άλλοι στρώνανε τραπέζι.
 -"'Αντε να πλύνετε τα χέρια σας κι ελάτε να φάμε" είπεν η μαμά του Πέτρου. Υπακούσανε κι όσο τρώγανε δεν ανταλλάξανε κουβέντα. Το θέμα συζήτησης των μεγάλων, ανάμεσα στις απολαυστικές μπουκιές, ήτανε, -τι άλλο;- η σημερινή θρασύτατη κλοπή. Τα δυο αγόρια ρίχνανε συνωμοτικές ματιές μεταξύ τους. Όταν τελειώσανε, βοηθήσανε λιγάκι στο μάζεμα του τραπεζιού κι έπειτα τρέξανε στο Αρχηγείο τους. Μπήκανε μέσα.
 -"Το 'φτιαξες πολύ καλό. Μπράβο σου ρε συ"!
 -"Ευχαριστώ... μα σιγά τις παλιατσαρίες" το πρόσωπό του ωστόσο ήτανε γελαστό.
 -"Λοιπόν τι κάνουμε";
 -"Τι θέλεις να κάνουμε; Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς, δυο παιδιά; Μπορεί να 'μαστε ...μεγάλοι και τρανοί εξερευνητές μα..."
 -"Αυτό που μπορούμε"!
 -"...εδώ η αστυνομία δε μπορεί ... Τι εννοείς, 'μπορούμε'; Τι σκέφτεσαι";
 -"Να προσπαθήσουμε να λύσουμε τους γρίφους. Τι άλλο";
 -"Ααα καλά ... αυτό ναι... μα δε μου 'ρχεται καμιά ιδέα. Τι λες κι εσύ";
 -"'Αλλους έχεις κρατήσει; Εννοώ από τις άλλες κλοπές..."
 -"Όχι δυστυχώς. Σε κάθε κλοπή που μάθαινα, άκουγα και το γρίφο μα δε συγκράτησα κανένα..." ο Νικόλας έδειξε στεναχωρημένος.
 -"Κρίμα! Ίσως περισσότεροι να βοηθούσανε καλύτερα, για να καταλάβουμε το σκεπτικό τους. Δε πειράζει... ας κοιτάξουμε αυτούς".
     Καθαρογράψανε και τους δυο γρίφους σ' εν' άλλο χαρτί και πασχίσανε για ώρα πολλή να βρούνε κάτι, μα χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή βαρεθήκανε κι ο Πέτρος ρώτησε:
 -"Ο μπαμπάς σου είχε άδεια και δε δούλευε σήμερα";
 -"Όχι! Δε δουλεύει πια στο Δημαρχείο. Μετά τις τελευταίες εκλογές, ο νέος Δήμαρχος, -ξέρεις, ο Μανόλης ο Ρίος- τον έδιωξε για να κάνει χώρο σε δικούς του. Έτσι πιστεύει ο μπαμπάς μου".
 -"Δηλαδή, εδώ και σχεδόν δυο χρόνια, ο μπαμπάς σου είν' άνεργος";
 -"Εεε... δουλεύει στο χτήμα και τα καλοκαίρια νοικιάζουμε το πατρικό της μαμάς. Τα καταφέρνει... Σήμερα όμως έκανε αργία γιατί ήξερε πως θα 'ρθείτε".
 -"Τι περίεργο! Δυο χρόνια άνεργος, δυο χρόνια εκλογές με νέο Δήμαρχο και το ίδιο κι η αρχή των κλοπών".
 -"Τι θες να πεις";
 -"Τίποτε! Συμπτώσεις... Πάμε πάλι στη πλατεία";
 -"Α! Ναι ...πάμε..."
     Η φασαρία είχε κοπάσει, στη πλατεία του χωριού. Ρωτήσανε γύρω για τα νέα και μάθανε πως ο "Γρίφος" είχε κλέψει ένα και μόνο πανάκριβο και σπάνιο αντικείμενο, -μιαν εικόνα του 17ου αιώνα- και πως η έκθεση τελικά θα γινότανε, μιας κι ήτανε δύσκολο να ματαιωθεί. Έπειτα με μόνον ένα αντικείμενο να λείπει κι ένα σωρό άλλα παρόντα, δε θα φαινότανε καν η απουσία. Σήμερα λοιπόν το βραδάκι, θα γινόντανε τα εγκαίνια κι ήτανε καλεσμένος όλος ο κόσμος!
     Ο Πέτρος έπεισε το Νικόλα, να πάνε κι από τον Πύργο. Του άρεσε ν' ανεβαίνει στο πιο ψηλό σημείο του και να κοιτάζει πέρα στο 'καβάκι', στις ψαρόβαρκες. Ο άλλος δέχτηκε βαριεστημένα. Όταν φτάσανε, ο Πέτρος κοίταξε ψηλά κι ...έμεινε κόκαλο! Γούρλωσε τα μάτια κι ο Νικόλας τρόμαξε:
 -"Τί έγινε ρε συ"; ρώτησε και κοίταξε κι αυτός επάνω. Δεν είδε τίποτε το περίεργο και στράφηκε πάλι στο ξάδερφό του. "Τί σε τσίμπησε";
 -"Δε το βλέπεις μωρέ";
 -"Ε καλά... έτσι κάνουνε στις εκλογές! Κρεμάνε τις αφίσες και μετά, όταν περάσουνε, ξεχνάνε να τις ξεκρεμάσουνε. Και στην Αθήνα δε γίνεται αυτό";
 -"Ναι... δε λέω... μα... αυτός είν' ο πρώην Δήμαρχος, έτσι δεν είναι";
 -"Ναι ο κύριος Σαραντάρης. Καλός άνθρωπος! Είχε δώσει δουλειά και στο μπαμπά... Δε καταλαβαίνω... τι τρέχει";
 -"Βρε κουτέ, τί λέει η αφίσα; Κάναμε πολλά και θα κάνουμε ακόμα περισσότερα. Δε το βλέπεις λοιπόν";
 -"Ε ναι... έκανε πολ... ααα δεν εννοείς..."
 -"Είναι ψηλά, είναι ρολόι, είν' η μούρη του κι έκανε πολλά, παλιά... Τη γραμμή όμως δε βλέπω..."
 -"Η γραμμή θα 'ναι κάποιος δείκτης, για να κινείται, μάλλον είναι ο δευτερολεπτοδείκτης που μοιάζει κιόλας σα βέλος και ...τί να δείχνει άραγε";
 -"Δε κινείται... είναι σταματημένος... άρα κάτι θα δείχνει... πάμε"!
     Ανεβήκανε, χωρίς άλλη σκέψη ή φόβο, μήτε τους πέρασε από το νου να καλέσουνε την αστυνομία. Φτάσανε στο πεζούλι, κάτω από το ρολόι και κοιτάξανε από κοντά. Ο σταματημένος δείκτης, σημάδευε, ένα σημείο κάτω στο πεζούλι, που βρισκόταν ένα χαρτάκι, πατημένο με μια πέτρα στη γωνιά του, ώστε να φαίνεται καθαρά. Ο Νικόλας το σήκωσε και διάβασε δυνατά:

                             "Μπράβο σου μέχρις εδώ.
                             'Ακου όμως και αυτό:
                             Τους ανθρώπους βοηθώ,
                             να μας έρθουν στο χωριό
                             Μη ψάξεις το λημέρι μου"!

     Ρίξανε μια καλή ματιά τριγύρω χωρίς να βρούνε κάτι άλλο και γυρίσανε πίσω στο χτήμα. Σ' όλο το δρόμο δε μίλησε κανείς τους. Πήγανε κατ' ευθείαν στο Αρχηγείο, βγάλανε πάλι τους γρίφους, μαζί με το καινούργιο και σπάσανε κάμποσο το κεφάλι τους να βρούνε τι σημαίνει!
 -"Πως βοηθά να 'ρθούνε στο χωριό; Έχει πλοίο ή λεωφορείο"; ρώτησεν ο Πέτρος.
 -"Όχι! Ο πρώην Δήμαρχος δεν έχει καμιά σχέση με τέτοια", απάντησεν ο Νικόλας σκεφτικός.
 -"Τότε; Τι";
 -"Ίσως με καμιά διαφημιστική εκστρατεία... ξέρεις για τουρίστες"!
 -"Έχει κάνει κάτι τέτοιο";
 -"Που να θυμάμαι! 'Αλλωστε, όλοι οι Δήμαρχοι κάνουνε..."
 -"Το βράδυ θα πάμε στην έκθεση"!
 -"Τι να κάνουμε 'κει";
 -"Δε θα το κάνουμε 'κει... έννοια σου"!
 -"Αλλά";
 -"Θα πάμε να 'κόψουμε' φάτσες κι αμέσως μετά θα πάμε ...αλλού"!
 -"Που αλλού";
 -"Δε ξέρω ακόμα... θα δούμε. Πρώτα θα δούμε αν είν' όλοι 'κει και μετά ...βλέπουμε".
 -"Δε πάμε να παίξουμε λίγη μπαλίτσα; Βαρέθηκα..."
 -"Αμέ! Έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε μέχρι το βράδυ".
     Τα δυο παιδιά, παίξανε με τη ψυχή τους κι όταν άρχισε να σκοτεινιάζει, πλυθήκανε, βάλανε τα καλά τους και ξεκινήσανε για την έκθεση. Ήτανε ακόμα νωρίς σα φτάσανε και ζητήσανε χαρτζιλίκι για να πάρουνε παγωτά, δίνοντας ραντεβού, έξω από την έκθεση σε μισή ώρα.
     Η πλατεία είχε θέα προς το 'καβάκι' κι είδανε καθαρά, ένα μεγάλο κι όμορφο σκάφος να ξεφορτώνει κόσμο 'κεί πέρα. Θαυμάσανε τ' όμορφο σκαρί και μόλις πήρανε τα παγωτά τους, τρέξανε να το δουν από κοντά. Όμορφο και παράξενο πλοίο. Ρωτήσανε και μάθανε πως ήταν ιστιοπλοϊκό 'καταμαράν' κι ανήκε στον πρώην Δήμαρχο. Έχει μπει στο κόπο να μεταφέρει επίσημο κόσμο από το Μόλυβο. Κοιταχτήκανε με νόημα και πήγανε παραπέρα. Ο Νικόλας έδειξε προς το σκάφος και ρώτησε:
 -"Τι λέει εκεί πέρα, εσύ που ξέρεις εγγλέζικα";
 -"Τ' όνομα του είναι... σιγά να δω... α είναι 'Μairy Lee', τίποτε σπουδαίο δηλαδή..."
 -"Α..."
 -"Επ... για στάσου... ε λοιπόν έχεις ...δίκιο..."
 -"Τι δίκιο; Τι είπα";
 -"Δες τ' όνομα... Μairy Lee... Μέρι Λη... Μέρι Λη... λημέρι... αυτό είναι"!!!
 -"Τώρα νομίζω πρέπει να πάμε στην αστυνομία..." είπε ο Νικόλας πράγματι τρομαγμένος κι έκπληκτος!
 -"Τώρα ξέρω που θα πάμε μετά... όταν όλοι μας νομίζουνε στην έκθεση"!
 -"Είσαι τρελός"!
 -"Πάμε και θ' αργήσουμε στο ραντεβού με τους δικούς μας"!
     Αποφάγανε τα παγωτά στην επιστροφή και συναντηθήκανε με τους δικούς τους έξω από την έκθεση. Μπήκανε μέσα κι είδανε πως ο Δήμαρχος έβγαζε λόγο. Τέλειωσε σύντομα και κάλεσε τους επισκέπτες να θαυμάσουνε τα σπάνια αντικείμενα που φιλοξενούσεν ο χώρος. Είχε πολύ κόσμο κι ο Πέτρος ρωτούσε συνέχεια το Νικόλα κι εκείνος του τους έδειξε όλους: Το δάσκαλο, το γιατρό, τον πρώην Δήμαρχο, τον αστυνόμο, τον επιστάτη του χώρου, με τις οικογένειές τους και το τωρινό Δήμαρχο, που 'ταν ανύπαντρος. Όλοι ήταν εκεί. Ήταν όμως και κάποιος, άγνωστος παράξενος άνθρωπος, που δε τον ήξερε ο Νικόλας, ντυμένος στα μαύρα. Πουκάμισο, παντελόνι κι ένα περίεργο καπέλο σα του Ζορρό, που δεν άφηνε να φανεί καθαρά, το πρόσωπό του. Φαινόταν από μακριά πολύ ύποπτος! Σε λίγο είχαν ανακατευτεί με το πλήθος που θαύμαζε κι αναφωνούσε κάθε τόσο με τα εκθέματα, ο Πέτρος σκούντησε το ξάδερφό του:
 -"Λοιπόν, είσ' έτοιμος Νικόλα";
 -"Έτοιμος, για τι πράμα";
 -"Καιρός να μας ...χάσουνε. Πάμε στο Λη Μέρι"!
 -"Είσαι τρελός ρε συ..." είπε μα ...χαθήκανε και σύντομα βρεθήκανε να τρέχουνε κατά το 'καβάκι'.
     Το σκάφος ήταν εκεί και μάλιστα αφύλαχτο. Φάνταζε απειλητικό στο μισοσκόταδο. Όσο κι αν ψάξανε, δε βρήκανε τρόπο ν' ανεβούνε.
 -"Τώρα, τι κάνουμε μίστερ Σέρλοκ Χολμς"; ρώτησε ο Νικόλας πειραχτικά, μα έδειχνε τρομαγμένος.
 -"Σσσσ... μίλα σιγά... δε ξέρω... δε κάνουμε τίποτε... δε μπορούμε..." κι αλλάζοντας τόνο πρόσθεσε, "λέω να περιμένουμε ή ν' ανεβεί ένας μας πάνω κι ο άλλος να φυλά τσίλιες"!
     Τελικά, μιας και δεν υπήρχε τρόπος να γίνει το δεύτερο, προσπαθήσανε να βρούνε μέρος να κρυφτούνε. Η νύχτα στη Πέτρα πέφτει πολύ δροσερή κι ανατριχιάσανε και οι δυο. Ο Νικόλας επέμενε πως πρέπει να πάνε αμέσως στην αστυνομία. Τη σύντομη διαμάχη διέκοψε μια σκληρή φωνή:
 -"Τί κάνετε 'δω";
     Γυρίσανε τρομαγμένοι κι οι δυο. Δε μπορούσανε να βρούνε τίποτε να πούνε, για λίγο. Ο Πέτρος συνήλθε πρώτος:
 -"Κοιτάζαμε το 'καταμαράν' κύριε..." κι η φωνή του έτρεμε από τη δροσιά, την υγρασία και το φόβο. Κατάλαβε πως είχανε μπλέξει άσχημα και με τη ξεροκεφαλιά του είχε μπλέξει και το ξάδερφό του.
 -"Ααα μάλιστα... κι ενώ οι δικοί σας είναι στην έκθεση ε; Τίνος τα πουλάτε αυτά";
 -"Κύριε Δήμαρχε..." πετάχτηκε ξεθαρρεμένος ο Νικόλας, "να σας εξηγήσω... ανακαλύψαμε κάτι πολύ σημαντικό..." μα δε τέλειωσε τη φράση του!
 -"Τί ανακαλύψατε δηλαδή"; ρώτησε μαλακά ο Δήμαρχος.
 -"Βρήκαμε το 'Γρίφο'... δηλαδή... εεε έτσι νομίζουμε..." κόμπιασε ο Νικόλας.
 -"Ααα ώστε σεις βρήκατε το δεύτερο γρίφο μου, παλιόπαιδα! Γι' αυτό δεν έχουνε δέσει χειροπόδαρα ακόμα αυτόν τον ηλίθιο τον Σαραντάρη! Έχω βάλει στο σκάφος του την εικόνα, σαν απόδειξη για να κάνει φυλακή το υπόλοιπο της ζωής του. Κι εγώ μετά θα βγαίνω μόνιμα Δήμαρχος. Μπορεί να 'χασε μα είναι καλός και δημοφιλής... Ξέρετε τί θα πάθετε; Θα σας φάνε τα ψάρια" είπεν οργισμένος κι άρχισε να κινείται απειλητικά προς τα τρομαγμένα παιδιά.
 -"Σιγά κύριε ...πρώην Δήμαρχε... Ψηλά τα χέρια"! ακούστηκε μια νέα φωνή πίσω κι όλοι γυρίσανε παραξενεμένοι. Με μεγάλη έκπληξη, είδανε το παράξενο, μαυροφορεμένο, 'ύποπτο' άντρα να κρατά ένα πιστόλι και ν' απειλεί τον Ρίο.
 -"Ποιός είσαι συ" είπε τρομαγμένος αυτός.
 -"Η κακή σου τύχη φίλε" απάντησε χαμογελώντας ο ξένος. "Αστυνόμος Πετρόπουλος της μυστικής. Τώρα θέλω να μου πεις, όλα όσα δεν είπες πριν που κρυφάκουγα. Νόμιζες πως θα τη γλιτώσεις ε; Ας είναι καλά τούτα τα παιδιά που με βάλανε σ' υποψίες. Μάλλον άσε, καλύτερα να μας τα πεις όλα στο τμήμα. Πάμε όλοι... Εμπρός"! Γυρίζοντας προς τα παιδιά: "Δε ξέρω τι να πρωτοκάνω με σας. Να σας φιλήσω ή να σας δείρω; Βοηθήσατε πολύ χωρίς να το ξέρετε μα δε πρέπει να κινδυνεύετε τόσο με τέτοια αποβράσματα. Ελάτε για λίγο στο τμήμα να πείτε κι εσείς τι ξέρετε και μετά γραμμή για τους γονιούς σας"!
     Πριν τελειώσει η πρώτη νύχτα της έκθεσης, η εικόνα είχεν επιστραφεί στη θέση της, τα παιδιά είχαν ανακατευτεί ξανά με το πλήθος κι όλα δείχνανε μια χαρά, εκτός που έλειπε ο Δήμαρχος. Η απουσία δε πέρασε απαρατήρητη κι οι απορίες θα λυνόντανε την επομένη. Την απουσία του ξένου δε τη θυμήθηκε κανείς.
     Την άλλη μέρα στο σπίτι, στο πρωινό, τα νέα είχανε γίνει το θέμα, από τους μεγάλους. Μικρό το χωριό βλέπετε. Οι γονείς τα κουβεντιάζανε και τα παιδιά κρατούσανε σιωπή, όπως είχαν υποσχεθεί. Τα κοσμήματα της μαμάς του Νικόλα θα επιστρέφονταν, όχι όμως και τα χρήματα. Νέος Δήμαρχος ανέλαβε πάλι ο παλιός και θα 'παιρνε πίσω στη δουλειά το θείο Μιχάλη και μάλιστα σα μόνιμο, αυτή τη φορά. Τέλος, για την ανάμιξη των δυο παιδιών δεν είχε βγει τίποτε στη φόρα, πάλι κατά τη συμφωνία.
 -"Λοιπόν θείε, πρέπει να 'σαι ευχαριστημένος. Νικόλα τι θα γίνει με κείνο το ψάρεμα που λέγαμε; Ή μπας και φοβάσαι"; είπεν ο Πέτρος γελώντας ειρωνικά.
 -"Φύγαμε ρε Πετράκη, σιγά μη σε φοβηθώ..." και τα δυο παιδιά πεταχτήκανε πάνω.
 -"Να προσέχετε παιδιά..." είπεν η μαμά του Πέτρου γελαστή.
 -"Εντάξει" κι οι δυο με μια φωνή και τρέξαν έξω.
     Είχανε καιρό να ψαρέψουνε μαζί και τούτη τη φορά, δεν είχανε και πολύ το νου τους σ' αυτό. Δε πιάσανε τίποτε. Θα θέλανε να γίνουνε διάσημοι κι ειδικά ο Πέτρος, ονειρευότανε να τόνε γράψουν οι εφημερίδες, σαν ήρωα, μα όταν το 'πε στον Νικόλα, εκείνος σήκωσε τους ώμους κι απάντησε μισοαστεία-μισοσοβαρά:
 -"Δε πειράζει ρε συ! Την ...επόμενη φορά"!
     Γελάσανε κι οι δυο με τον αστείο τρόπο που το 'χε πει.
     Μερικούς μήνες αργότερα, ο Πέτρος, πίσω στην Αθήνα πια, έλαβεν ένα κομψό δέμα με βιβλία, δώρο από μια διαφημιστική κλήρωση, με δυσανάγνωστο όνομα. Όλη η σειρά του Χάρι Πότερ, του 'Αρχοντα Των Δαχτυλιδιών, Των Παιδιών Ντετέκτιβ και μια σειρά περιπετειών του Σέρλοκ Χολμς! Τι χαρά που 'κανε και σκέφτηκε πως κι ο Νικόλας θα 'χε λάβει ένα παρόμοιο δέμα.
     Σε κάποιο βιβλίο, απ' αυτά, βρήκεν ένα σημείωμα που 'λεγε:

                             "Μαύρο πέπλο κι αν φορώ,
                              νύχτα είναι και μπορώ.
                              Μα εσύ θα καταλάβεις,
                              όταν όλα τούτα λάβεις.

                              Δες! Καινούργιο αστεράκι
                              βγήκε μες στον ουρανό.
                              Φχαριστώ συνεταιράκι
                              και ποτέ δε λησμονώ"!
                                                                         Ν.Π.

     Σε δυο διαφορετικά μέρη, δυο διαφορετικά παιδιά λύσανε τούτο το γρίφο αμέσως: Νικόλαος Πετρόπουλος με προαγωγή, αλλά και ...Νικόλας-Πέτρος τα ...συνεταιράκια. Δυο διαφορετικά παιδιά, σε δυο διαφορετικά μέρη, χαμογελάσανε μ' ευχαρίστηση και πέσανε με τα μούτρα στη μελέτη. Φυσικά, στα κενά των μαθημάτων τους...
                                                      Γενάρης 2005

                                    Ο Κακομοίρης

     Ένας πολίτης μπαίνει στο κτίριο της εφορίας. Η ώρα είναι 9 το πρωί κι αυτός ανεβαίνει...
                            Στον 1ο όροφο

ΠΟΛ  Καλημέρα κύριε.

ΥΠ1  (διαβάζει βιβλίο).

ΠΟΛ  Καλημέρα σας κύριε...

ΥΠ1  (συνεχίζει)

ΠΟΛ   ΚΑΛΗΜΕΡΑ (σ' αυτό το σημείο ο υπάλληλος πετάγεται) ΚΥΡΙΕ!

ΥΠ1  Τι θέλετε κύριε και μ' ενοχλείτε πρωινιάτικα;

ΠΟΛ  Ήρθα να καταθέσω μια φορολογική δήλωση.

ΥΠ1  Λυπάμαι, δεν είμαι εγώ αρμόδιος. Πρέπει να πάτε στον 7ο όροφο. Όμως το ασανσέρ είναι χαλασμένο, οπότε θα πάτε με τα πόδια.

ΠΟΛ  Ευχαριστώ κύριε. Καλημέρα σας.

                               Στον 7ο

ΠΟΛ  Καλημέρα σας κυρία μου.

ΥΠ2  (παίζει χαρτιά στο computer)

ΠΟΛ  ΚΑΛΗΜΕΡΑ!

ΥΠ2  (αγανακτισμένη αφού έχασε). Τί θέλετε κύριε;

ΠΟΛ  Για μια δήλωση ήρθα...

ΥΠ2  Πάτε στον 2ο όροφο.

ΠΟΛ  Μα μου είπαν ότι εδώ θα...
ΥΠ2  Κύριε φύγετε έχω δουλειά.

                               Στον 2ο

ΠΟΛ  Συγνώμη για την ενόχληση...

ΚΑΘ  (σταματά το σκούπισμα) Tι θέλετε κύριε; Αν σας στείλανε, ο
υπάλληλος που δουλεύει εδώ έχει άδεια. Πάτε στον 11ο όροφο.

                               Στον 11ο

ΠΟΛ  Καλημέρα.

ΥΠ3  ΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖ.

ΠΟΛ  ΚΥΡΙΕ!

ΥΠ3  Ε... α... ναι τί θέλετε κύριε;

ΠΟΛ  Μια δήλωση...

ΥΠ3  Πάτε στον 5ο όροφο.

ΠΟΛ (ευγενικά) Πού είναι ο προϊστάμενος;

ΥΠ3  Στον 6ο.

ΠΟΛ  Ευχαριστώ.

                              Στον 6ο

ΠΟΛ  Γεια σας πάλι.

ΚΑΘ  Γεια σας.

ΠΟΛ  Ψάχνω τον προϊστάμενο.

ΚΑΘ  (γελώντας). Είναι στον 10ο.

                             Στον 10ο

ΠΟΛ  Είστε ο προϊστάμενος ;
ΠΡΟ  Ναι.

ΠΟΛ  Έχω έρθει από τις 9 και είναι 12 και έχω πάει σε όλο το κτίριο.

ΠΡΟ  Καλά κύριε δεν έχετε οικογένεια να πάτε;

ΠΟΛ  ΕΧΩ! Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ Μ' ΕΣΤΕΙΛΕ ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΗΛΩΣΗ!

ΠΡΟ  Α, τότε πάτε στον 8ο όροφο.

ΠΟΛ  (ζαλισμένος)  Λίγο νερό...

ΠΡΟ  Το κυλικείο είναι στον... ημιόροφο...

ΠΟΛ  (σωριάζεται κάτω).

                              Σπίτι του

ΠΟΛ  Πού είμαι;

ΓΥΝ  Σπίτι. Στο κρεβάτι με υπερκόπωση. Καλά έσκαβες;

ΠΟΛ  Όχι, δε μου το ζητήσανε αυτό.

ΓΥΝ  Δε πήγες στην εφορία;
ΠΟΛ (ουρλιάζει) ΝΑ ΜΗ ΞΑΝΑΚΟΥΣΩ ΑΥΤΗ ΤΗ ΛΕΞΗ! ΝΑ ΜΗ ΤΗ ΞΑΝΑΚΟΥΣΩ ΠΟΤΕ!!!

                                             Απρίλης 2005
-----------------------------------------------------------------------------------------
    (Πρόκειται για ένα μικρό αστείο σεναριάκι για κάποιο θεατρικό σκετς που του ζητήσανε να κάνει για το σχολείο. το 'κανε γρήγορα και μ' άνεση που μ' εξέπληξε και μπορεί να μην είναι κάτι τρομερό αλλά είναι 14ων ετών κι ...εμένα μ' αρέσει! Είναι τα πρώτα που 'γραψε. Τώρα μαζί μ' ένα φίλο του, γράφουν ένα "Φανταστικό" βιβλίο επηρεασμένοι από ένα videogame. Επίσης ζωγραφίζει καλά... (εδώ δε μου 'μοιασε... ευτυχώς...)                
                                       Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers