Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Φετυχάνης Βασίλειος: Ο Πρακτικός Διδάσκαλος Του Βαφέως

 

(αποσπάσματα)

Κεφάλαιον έβδομον. Διάλυσις του αλικού κασσιτέρου δια τα ερυθρά χρώματα.

     Ένα μέρος φύλλα κασσιτέρου (ή καλάϊ λιμαρισμένο), τέσσαρα δράμια νιτρικόν οξύ άκρατον (κυζάπ-σουγλού) και ένα δράμι αμμωνιακόν άλας (νυσατίρι), το βάζεις εις ένα υάλινον αμμωλάκι και διαλύεται ο κασσίτερος και εις τον πάτον του υαλίου μένει άσπρον καταβύθισμα ως ζάχαρη, έπειτα ρίπτεις μια πρέζα τρίγα (ή κρεμώριον) και εις το τέλος προσθέτεις τριανταδύο δράμια νερόν, αυτού η προσθήκη χρησιμεύει δια να λαμπρύνη τα ερυθρά και πορφυρά χρώματα του κρεμεζίου και μπακαμίου.
     Να προσέχη ο τεχνίτης εις την ρηθείσαν διάλυσιν να ρίπτη το καλάϊ από ολίγον στο νιτρικόν οξύ διότι βράζει μόνον του φουσκώνει και ημπορεί να χυθή, πρέπει προσέτι να το κατασκευάζει εις ανοικτόν μέρος και να αποφεύγει τον καπνόν του διότι προξενεί βήχαν και κεντά εις τους οφθαλμούς.

Κεφάλαιον όγδοον. Κατασκευή πορφυρού χρώματος δια τα μετάξια και μεταξωτά υφάσματα (τριανταφυλλή).

    
Εις εκατόν δράμια τρίγα ρίπτεις δέκα δράμια κρεμέζο, ογδόντα δράμια διάλυσιν αλικού κασσιτέρου, και πενήντα οκάδες νερόν τα βράζεις αρκετήν ώραν, και μετά την βράσιν κατεβάζεις το καζάνι από την φωτιάν και όταν παύση η βράσις δύνασαι να βάψης εις αυτόν τέσσαρες οκάδες μετάξι.
     Ο τεχνίτης δύναται να καταβιβάση την ειρημένην ποσότητα των οκάδων και εις δράμια και μάλιστα προς δοκιμήν του.

Κεφάλαιον δέκατον έκτον. Κύτρινον χρώμα δια τα μετάξια νήματα μαλλιά και λινά υφάσματα.

    
Δια να κάμης κύτρινον χρώμα εις τα προειρημένα είδη ωραίον και στερεόν ακολούθησον την κάτωθεν μέθοδον. Στίψωσον το ύφασμα εις το στίψωμα μωρτέντε* δια δύο ώρας, έκβαλέ το στίψε το μετρίως εις αγγείον μέσα δια να μη χάσης το μωρτέντε, έπειτα κρέμασέ το να στεγνώση και παλιν το ξαναβουτάς εις το μωρτέντε το εκβάλεις το στίβεις ως πρότερον, το βρέχεις εις ασβεστόνερον (τα μετάξια όμως δεν τίθενται εις το ασβεστόνερον αλλά ούτε δύο ή τρεις φοράς εις το μωρτέντε αλλά μίαν και μόνην φοράν.) χωρίς να το πλύνης αλλά να το βρέξης τόσον, όσον χρειάζεται προς τον σκοπόν τούτον και όχι περισσότερον, έπειτα το πλένεις με κρύον νερόν και μετά το βουτάς εις το ακόλουθον απόβρασμα της βαφής γινόμενον τοιουτοτρόπως.
     Λαμβάνεις βακάμη κύτρινον ή χρυσόξυλον (καλήτερον είναι να βάλης λαντζιχέρι αντί του ρηθέντος χρυσόξυλου) ψιλοκοπανισμένον βάλε τον εις ένα σακούλι λινόν κατ' αναλογίαν τέσσαρες έως εξι οκάδες χρυσόξυλον δια τριαντατρείς οκάδες πανή και κρέμασέτο εις αγγείον περιέχον την απαιτούμενην ποσότητα ψυχρού νερού δηλαδή έως να σκεπάζεται το πανίον σου καλώς ανάπτεις τότε ελαφρόν πυρ και θέτεις το βαμβάκη ή το λινόν, το ανακατεύεις δια μίαν φοράν εις το νερόν να θερμαίνεται βαθμηδόν αλλά όχι περισσότερον παρά ότι δύναται η χειρ του ανθρώπου να υποφέρη. Μετά μίαν ώραν το πυρ δύναται βαθμηδόν να αυξηθή μέχρις ότου το υγρόν αρχίζη να βράζη και μετά την βράσιν μόνον ολίγα λεπτά άφισε μέσα στο πανή.
     Παρέχει δε και την εξής ευκολίαν αυτή η κατασκευή του χρώματος του τούτου, αφού αποπερατωθεί ο ρηθείς κύτρινος χρωματισμός και πλυθή και βουτιχθή εις το απόβρασμα του κρεμέζου, βράζων δύνασαι να κάμης ερυθρούν χρώμα ως εκείνο του φεσίου άλυκον και ωραιότατον παρόμοιον με εκείνον του μομπελιέρου.

Κεφάλαιον δέκατον έβδομον. 'Αλυκον χρώμα δια τα μετάξια.

    
Στίψωσον το μετάξι σου εις το μωρτέντε από το βράδυ έως το πρωΐ, έκβαλέ το πλύνε το μετά ταύτα βούτιξέ το εις λαντζιχέρι καλά βρασμένο και σουρωμένο, γύριζέ το συχνά και τρίβε το εις την χούφταν σου, και πάλιν γύριζέ το έως να γίνη κύτρινον ωραίον, μετά ταύτα πλύνε το και αν θέλης να το κάμης άλικον, της φωτιάς, βράσε το εις το κρεμέζον ή εις το μπακάμι και το κάμεις όσους βρασμούς θέλεις.
     Εάν το βράσης με ολίγον κρεμέζο, εις ολίγην ώραν, γίνεται πορτοκαλή. Εάν το βράσης με περισσότερον κρεμέζο, περισσοτέραν ώραν, γίνεται άλυκον. Εάν το βράσης με άφθονον κρεμέζο, καθώς βράζονται τα κρεμμέζα μετάξια, και το αφίσεις το μετάξι δια μίαν ώραν, εντός του υγρού γίνεται ως άλλος κατιφές (βελούδον) διότι το πρώτον κύτρινον χρώμα όπου είναι αποκάτω, δεν αφίνει το κόκκινον χρώμα να γίνη μόρικον.
     Με αυτόν τον τρόπον δύναται ο τεχνίτης να κάμη οσους βαθμούς θέλει και μάλιστα στερεούς και όχι καθώς γίνεται με το ασφούρι και τον ψευδή κρόκον και άλλα πολλά μέσα, τα οποία γίνονται μεν ωραία, αλλά μεταβάλλονται, δια του σάπωνος, του ηλίου και του αέρος.

Κεφάλαιον δέκατον όγδοον. Χρώμα ροδινόν δια του ασφουρίου.

    
Το ασφούριον το βάζουν εις ένα σακούλιον λινόν, το βρέχουν εις την θάλασσαν, το βάζουν εις το ακροθαλάσσιον επάνω εις μίαν πλάκαν, δια να το χτυπούν τα κύματα, και το πατούν με τα πόδια αρκετήν ώραν, και από καιρόν εις καιρόν το στίβουν και βλέπουν ότι βγαίνει κυτρινάδα το αφίνουν εις τα κύματα της θαλάσσης ως να βγαίνη το νερόν καθαρόν έπειτα το στεγνώνουν εις τον ίσκιον ή εις της νυκτός την δροσιάν και το φυλάττουν.
     Έπειτα το βάζουν εις μάγγανον από εκείνον όπου βγάζουν το αμιγδαλέλαιον και ρίπτουν από πάνω ψιλοκοπανισμένον λατρώνι καθαρόν, δηλαδή εις έξι οκάδες ασφούρι, εικοσιπέντε δράμια λατρώνι το ανακατεύουν καλά και το σφίγγουν εις το μάγγανον έως ότου εύγη όλος ο χρωματισμός του ασφουρίου.
     Και όταν θέλουν να συνάξουν το χρώμα του ασφουρίου, και δια να το έχουν προφυλαγμένον δια όσον καιρό θέλουν, ρίπτουν λεμονόζουμον, τόσον, όσον να αισθάνηται τέτοιαν ξυνάδα εις την γλώσσαν, βουτούν μέσα τουλπάνια βαμπακερά, ή νήματα, και αφού λάβουν το χρώμα, τα στεγνώνουν εις τον ίσκιον, και τα φυλάττουν δια να βάφουν οπόταν θέλουν, καθώς θέλομεν εκθέσει παρακατιών.
     Και όταν θέλουν να βάψουν μετάξια ως το άνθος της ροδιάς ξεσουρτίζουν το χρώμα από τα τουλπάνια ή νήματα, με διαλελυμένον καθαρόν λατρώνι αφού αφαιρεθή το χρώμα τοιουτοτρόπως από τα τουλπάνια, ρίπτουν εντός του χρώματος λεμονίων ζωμόν έως να φανή το χρώμα ως το άνθος της ροδιάς, το ανακατεύουν με το χέρι και βουτούν το μετάξι, το βγάζουν το πλένουν και αν δεν είναι ωραίον κατά την επιθυμίαν του τεχνίτου τα επαναλαμβάνει πολλάκις προσθέτοντας ολίγον κατ' ολίγον λεμονόζουμον, και το κάμνει έως εκεί που θέλει.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ. Κεφάλαιον πρώτον. Χρώμα καστανόχρουν (καφερέγγι).

    
Οι τεχνίται των σκουφωμάτων εν Κωνσταντινουπόλει και αλλαχού συνειθίζουν να κατασκευάζουν τα καστανόχροα χρώματα ως ακολούθως. Πρώτον τα κάμουν ερυθρά και έπειτα κτυπούν το χρώμα λαδί, πράγμα επίπονον και πολυέξοδον, εγώ δε, θέλω τους διδάξει ευκολώτερον τρόπον και στερεώτερον, τον ακόλουθον:
     Δια μεν τα καφερέγγια ζεμένια, βάζεις ένα μέρος (φλιτζάνι) ξυδόμαυρην, δύο μέρη μωρδέντε και ένα μέρος νερόν τα ενώνεις καλώς και αφού πρώτον τυπώσης το ύφασμα με την μαύρην του τυπώματος, τύπωσον και τα στιψώματα σου δια τα ερυθρά άνθη βάλε και το πρώτον λουλάκι έπειτα πλύνε το και μετά ταύτα ζάνκωσέ το, και τράβα ζεμένι με την άνωθεν ένωσιν και μετά 24 ή 48 ώρας πλύνε το εις τρεχάμενον νερόν και γίνεται χρώμα σταχτερή ωραίον και σταθερόν. Αν δεν θέλεις να το κάμης λαδή βούτιξέ το εις βρασμένον λαντζιχέρι χωρίς να έχη μέσα τίποτε άλλον και αν θέλεις να το κάμης καστανόχρουν βράσε το εις πέντε έως έξι δράμια κρεμέζο και γίνεται ωραίον καφερέγγι και στερεόν.
     Εννοείται μετά την βράσιν εις το κρεμέζον και την αποπεράτωσιν του ζεμενίου το τεντώνεις έπειτα εις το τελάρον το βάζεις εις το δεύτερον λουλάκι, το πλένεις, μετά ταύτα το βάζεις εις το τελάρον και το θωργιάζεις έπειτα το πλένεις και είναι έτοιμον. Καλλίτερα είναι αφού βάλης το πρώτον λουλάκι ως άνωθεν να το πλύνης και μετά ταύτα να του βάλης και το δεύτερον λουλάκι, το πλένεις το ζανκώνεις και έπειτα του περνάς το ζεμένι και μετά την βράσιν το θωργιάζεις και είναι έτοιμον.
     Όσον περισσοτέρα είναι η ξυδόμαυρη και ολιγώτερον το νερόν τόσον βαθύτερον γίνεται. Βλέπει ο τεχνίτης ότι με ένα ζάνκωμα και μιαν βράσιν γίνεται το παρόν χρώμα.

Κεφάλαιον δεύτερον. Χρώματα μενεξελιά ή λελά.

    
Το χρώμα λελά γίνεται κατά διαφόρους τρόπους ως κατωτέρω πραγματευόμεθα.
 α). Φέρομεν το μετάξι εις χρώμα ελαφρόν τριανταφυλλή και μετά ταύτα το εμβυθίζομεν εις το κρύον λουλάκι δια μίαν στιγμήν, και έπειτα το πλένομεν και γίνεται ωραίον. Εάν τις θέλη, να το κάμη βαθύτερον το τριανταφυλλή και βαθύτερον το λουλάκι, ωστε ο τεχνίτης δύναται να το κάμη όσον βαθύτερον θέλει.
 β). Γίνεται ακόμη εάν λάβης πενήντα δράμια από το μωρτέντε και εις αυτό προσθέσης πέντε δράμια ψιλοκοπανισμένον κρεμέζον.
 γ). Το χρώμα τούτο γίνεται και αν ακόμα το τριανταφυλλή μετάξι το εμβυθίσης εις την αραιάν διάλυσιν κυανής μάζης (ίντικο ντι καρπούνο).
 δ). Λελά χρώματα γίνονται και από τη κυανή μάζα (ίντικο ντι καρπούνο) ως εξής. Αφού χρωματίσης κυανά μετάξια από τη κυανή μάζα καθώς είπομεν εις το πρώτον μέρος κεφάλαιον όγδοον, το νερόν που θα σου μείνη με το χρώμα μαζύ άφησέ το να κατασταλάξη έως να καταβή κυανούν το χρώμα, λάβε το επιπολάζον καθαρόν νερόν στίψωσε εις αυτόν μετάξια και μετά ταύτα βράσε το εις ολίγον κρεμέζο.

    * Παρασκευή προστυπτικού παρασκευάσματος Μορτέντε ή μωρτέντε ή μορδέντε ή μωρδέντε.

     
Υλικά:

   3 δράμια στυπτηρία
   1 δράμι οξικός μόλυβδος
   8 λίτρα καυτόν νερόν
   8 κόκκους (ωσαν τους σπόρους του σιταριού) ανθρακικόν κάλιον

    Εργασία:

     Η στίψη (στυπτηρία) και ο οξικός μόλυβδος ρίχνονται εις το νερόν και αφού διαλυθούν, ρίχνεται και το ανθρακικό κάλιο και αφήνεται το παρασκεύασμα να κρυώση. Αυτό διατηρείται σε δοχείον. Όταν πρέπει να γίνη πρόστυψη σε μεταξωτά υφάσματα, εμβαπτίζεται μέσα στο παρασκεύασμα για τρεις περίπου ώρας. Έπειτα για 24 ώρας στεγνώνει και πλένεται και είναι έτοιμον.

            (...τέλος αποσπασμάτων αφορώντων στα μεταξωτά...)

                                       ΓΛΩΣΣΑΡΙ

 Δράμι: 3,2 γραμμάρια (παλιά μονάδα μέτρησης βάρους).
 Τρίγα ή κρεμώριον: Είδος φυτού (άγνωστον)
 Κρεμέζο: Κόκκος ο βαφικός (παράσιτο πουρναριού, που το συλλέγουν την 'Ανοιξη και το ξεραίνουν).
 Μπακάμι ή βακάμη: αιματόξυλο το καμπεχιανό.
 Στιψώνω: κάνω πρόστυψη (ειδική επεξεργασία που προηγείται της βαφής κι έπεται του πλυσίματος ή κατά τη ταυτόχρονη διάρκειά του, με σκοπό να προετοιμαστεί κατάλληλα το προς βαφήν υλικό για την καλύτερη επεξεργασία του, σε ομαλη απορρόφηση χρώματος, και σταθερή κατακράτηση του έπειτα σε τυχούσες αντίξοες συνθήκες).
 Λαντζιχέρι: καρπός του ράμνου χρωστικής.
 Ασφούριον: το φυτό ασφόδελος ή κοινώς σφερδούκλι.
 Μό(ώ)ρικον: βαθιά φανταχτερή απόχρωση.
 Λατρώνι: ανθρακική σόδα.
 Σκουφώματα: είδος υφάσματος για ειδική χρήση.
 Ζεμένι: ούγια, φόντο.
 Ζανκώνω: τυπώνω
 Ξυδόμαυρη: υποξείδιο του θειϊκού σιδήρου.
 Μομπελιέρος: Μονπελιέ, είδος κόκκινου καπέλου της εποχής.

--------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΗ:   Εθνική Βιβλιοθήκη
ΒΙΒΛΙΟ
:  "Ο Πρακτικός Διδάσκαλος Του Βαφέως"
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣΦετυχάνης Βασίλειος, τεχνίτης βαφέας κλωσ/κων υλικών.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Τυπογραφικές εγκαταστάσεις Ν. Τ. Πάσσαρη & Α. Γ. Καναριώτου
ΤΟΠΟΣ:   Εν Αθήναις
ΕΤΟΣ:        1862

  Σημ: Τούτα τα αποσπάσματα χρησιμοποιήθηκαν στη πτυχιακή μου εργασία με κύριο θέμα το μετάξι. Τα συμπεριέλαβα χάριν της μοναδικότητάς τους μιας και σήμερα τούτες οι μέθοδοι είναι πια εγκαταλειμένοι. Το παρόν πλέον έχει μόνο λαογραφική και μουσειολογική σημασία καθώς και για κάποια γλωσσολογική μελέτη της εποχής.
                         
Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου   1992

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers