Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Θουκυδίδης: Ακριβής Μελίρρυτος Τιτάνας

 

     ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

     Δεν είναι γνωσταί με ακρίβειαν αι χρονολογίαι γεννήσεως και θανάτου του Θουκυδίδου. Κατά πάσα πιθανότητα εγεννήθη μεταξύ 460-455 π.Χ. κι απεβίωσε περί το 400 π.Χ.,άγνωστον πως. Εκ του ονόματος του πατρός του, Όλορος εικάζεται ότι ήτο θρακικής καταγωγής κι η μήτηρ του ήτο η Ηγησιπόλη. Είς έτερος Όλορος, βασιλεύς της Θράκης, ενεπιστεύθη τη κόρη του, επίσης Ηγησιπόλη, ως σύζυγον εις τον στρατηγόν Μιλτιάδην τον Αθηναίον, δια τούτο εικάζεται ότι ήτο συγγενής εξ αγχιστείας με τον νικητήν του Μαραθώνος.
    
Ο Θουκυδίδης  ανήκε εις την μερίδα των ολιγαρχικών εκ του πατρός του όστις ήτο πλουσιώτατος εκ των ορυχείων χρυσού όπου κατείχε εν Σκαπτή Ύλη του Παγγαίου. Χορηγός γενναιόδωρος ο Όλορος του Δήμου απελάμβανε εξαιρετικού κύρους εις την πόλιν, έχων στενάς σχέσεις με τους Αθηναίους ηγέτας. Ο Θ. λοιπόν ανήκων εις τον παραλιακόν δήμον του Αλιμούντος ενεδύθη από νέος φροντισμένης μορφώσεως κατά την εποχήν εις την οποίαν μεσουράνει ο Σωκράτης. Παρά ταύτα η μόρφωσίς του εβασίσθη εις τα κελεύσματα της διδασκαλίας του μεγάλου υλιστού φιλοσόφου Αναξαγόρου κι εις τας αρχάς του σοφιστού Αντιφώντος. Ούτω επεκράτησαν εις τον νούν του νεαρού Θ. αι νεωτερίζουσαι αρχαί του διαφωτισμού έναντι των συντηρητικών και ολιγαρχικών απόψεων της σχολής του Σωκράτους.
    
Παρά την ολιχαρχικήν και συντηρητικήν καταγωγήν του, ήτο διαποτισμένος από τας δημοκρατικάς παραδόσεις. Συγγράφει ούτω την Ιστορίαν του συμφώνως τή αρχή του διαχωρισμού της Ηθικής από την Πολιτικήν. Εξιστορών κατ'ουσίαν πολεμικά γεγονότα, κατά βάθος αποδίδει εις τους μεταγενεστέρους την πολιτικήν ιστορίαν της τότε Ελλάδος με την μεγίστην γλαφυρότητα, ακρίβεια κι ουδετερότητα. Εις δε το φιλολογικόν μέρος της συγγραφής του αλλά κι εις το ύφος της παρουσιάζει σπανίαν εκφραστικήν δύναμιν εντυπωσιάζων με το δραματικόν στοιχείον κατά την αφήγησιν. Είναι λοιπόν πρότυπον πεζογραφίας και ποιητικής δράσεως σύγγραμμα ιδία εις την περίφημον περιγραφήν του λοιμού των Αθηνών. Ομιλών περί του πολέμου αποδίδει μ' εντέλεια το δράμα των ανθρώπων και της Ιστορίας. Η ρητορική δεινότης της γραφής του είναι το ίδιον τούτο όργανον της τέχνης του Γοργίου. Ούτω παρά το μονότονον εις την παρουσίασιν των πολεμικών γεγονότων, αι αναλυτικόταται παρατηρήσεις του δίδουν την πραγματικήν ερμηνείαν του ιστορικού περιβάλλοντος.
     Ε
ξελέγη στρατηγός το 424 π.Χ. κι επεφορτίσθη με το καθήκον να παρακολουθή τας κινήσεις των Σπαρτιατών εις τας αθηναϊκάς κτήσεις της Θράκης. Μετά την ταπεινωτική συνθηκολόγηση της Αμφιπόλεως ην επέβαλε ο ικανώτατος στρατηγός Βρασίδας, κατηγορήθη διά προδοσίαν και κατεδικάσθη εις θάνατον. Αναγκασθείς ν' αυτοεξορισθή στη Σκαπτήν Ύλη της Θράκης παραμένει επί 20 έτη εκεί επισκεπτόμενος κατά διαστήματα τη Πελοπόννησο, την Μακεδονία και τη Σικελίαν όπου και τα θέατρα του πολέμου, τον οποίο μετά την επιστροφήν του ήτις συνέβη μετά την πτώσιν των Τριάκοντα Τυράννων θα περιγράψη. Έργον της ζωής του λοιπόν η εξιστόρησις των γεγονότων του Πελοποννησιακού Πολέμου ως το 21ον έτος αυτού, το 411 π.Χ.
     Ο Θουκυδίδης δεν διαιρεί το σύγγραμμά του αυτό εις βιβλία. Ο χωρισμός των αρχαίων γραμματικών διαιρεί την Ιστορία του σε 8 βιβλία με τίτλο "Θουκυδίδου Ξυγγραφή" ή "Θουκυδίδου Ιστορίαι". Επιστρέψας λοιπόν μετά την ανάκλησιν της ποινής του εις τας Αθήνας το 403 π.Χ. αντικρύζει μία πόλη εντελώς κατεστραμμένη. Συντόμως επιστρέφει πάλιν εις τα κτήματά του εν Σκαπτή Ύλη όπου συνεχίζει την συγγραφήν της ιστορίας του.
    
Εν αντιθέσει με τον Ηρόδοτο, δεν δέχεται στην ιστορία του την παρέμβασιν των θεών εις τα ανθρώπινα δρώμενα. Οι ηθικοί κανόνες δι' αυτόν είναι άμοιροι της ιστορίας και των εξελίξεών της πολλά μάλα δε εις την πολιτικήν όπου η Ηθική κι η Δικαιοσύνη δίδουν την θέσιν των εις το "δέον" δηλαδή εις το πρέπον γενέσθαι. Αυτός είναι ο ορθολογισμός του δια την ερμηνείαν των ιστορικών γεγονότων κι η παρέμβασις του τυχαίου εις την φύσιν των ανθρωπίνων πραγμάτων άτινα άλλοτε ακμάζουν και άλλοτε καταστρέφονται, εξ αιτίας ενός τυχαίου περιστατικού. Απέναντι εις το θείον και εις το μεταφυσικόν ίσταται αδιάφορος αλλ' ουχί πολέμιος της θρησκείας και των κανόνων της.
    
Κατ' εξοχήν ιστορικός κι ουχί χρονογράφος δεν περιορίζει την αντικειμενικότητά του μόνον εις τα γεγονότα άτινα εβίωσεν ο ίδιος και που δύναται να ελέγξη, αλλ' αντλεί τα στοιχεία από προγενεστέρους αφού τα διασταυρώση πολλαπλώς κι εξαντλητικώς. Η ακριβής χρονολόγηση των ιστοριών του είναι κάτι το αξιοθαύμαστον, ούτως ώστε να γνωρίσωμεν ότι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος διήρκεσεν 27 έτη με μια περίοδον 7ετούς "υπόπτου" ανακωχής ενδιαμέσως.
     Ίσταται υπεράνω παρατάξεων κι αντιθέτει την μίαν εις την άλλην δια της μεθόδου των "δημηγοριών" εκ των οποίων παραθέτει περίπου 40 στα βιβλία του. Ο αξιοθαύμαστος αυτός τρόπος ιστοριογραφίας εξασφαλίζει το αμερόληπτον εκ μέρους του συγγράφοντος διότι τούτο επιτρέπει εις την κρίσιν του ιστορικού του μέλλοντος να αναδιφήση εις τα πραγματικά γεγονότα αλλά κι εις τας σκοπιμότητας των πολιτικών πεπραγμένων. Δημηγορίας εις τας οποίας δεν υπήρξεν αυτήκοος μάρτυς μεταφέρονται από τον μέγα αυτόν ιστορικόν ύστερα από εξαντλητικόν έλεγχον κι ενδελεχή διασταύρωσιν ώστε το νόημα κι η πιστότης του δημηγόρου να παρουσιάζωνται σχεδόν αυτουσίως ίνα αντιληφθώμεν την ακριβή εικόναν της αντιπαραθέσεως των δυνάμεων.
     Εις τας δημηγορίας αντιπαρατίθενται δύο ομιληταί δια των επιχειρημάτων των εκτός δύο περιπτώσεων: στον "Επιτάφιον Του Περικλέους" και στη δημηγορίαν του Ερμοκράτους, όπου αμφότεροι οι ρήτορες δεν έχουν αντιφωνητήν. Αι δημηγορίαι το πλέον στριφνόν κεφάλαιον της ιστοριογραφίας αντιμετωπίζονται υπό του Θ. με διττόν τρόπον. Πρώτον λαμβάνει υπ' όψιν του την "ξύμπασαν γνώμην" της εποχής κατά την οποίαν εκφωνείται ο λόγος, κατά δεύτερον επαφίεται μόνον εις την ιδίαν αυτού αντίληψιν περί του χαρακτήρος και του φρονήματος των ομιλητών αλλά και της προτεραίας αυτών στάσεως εις το συγκεκριμένον πολιτικόν ή στρατιωτικόν ζήτημα. Υπάρχει τις πρωτοτυπία εις την χρησιμοποιουμένην γλώσσαν των δημηγοριών όπου αύτη είναι ενιαία με εκείνην της υπολοίπου ιστοριογραφίας.
     Γεννάται λοιπόν η απορία πώς ανώνυμον πλήθος ή απλοί στρατιώται κατανοούν τους στοχασμούς και την επιχειρηματολογίαν των πεπαιδευμένων πολιτικών οίτινες χρησιμοιούν την γλώσσαν οία καταγράφεται υπό του Θ. ; Ο ίδιος μας λέγει δι' αυτό ότι καθ' όσον δεν ήτο δυνατόν να είναι πάντοτε αυτήκοος μάρτυς των λόγων οίτινες εξεφωνούντο, ούτος συνέθετε καθ' οίον τρόπον ενόμιζε ότι τούτοι είχον ειπωθή κατά τα "δέοντα" και με ό,τι του είχε μεταφερθή και τέλος κατά την σημασίαν της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής.
     Ο Θ. γνωρίζων, ως είπωμεν, εις βάθος τον χαρακτήρα και τας ικανότητας καθενός των ηγετών προσαρμόζει την γραφήν της δημηγορίας του επίσης και με γνώμονα αυτά ταύτα τα χαρακτηριστικά λαμβάνων εισέτι υπ' όψιν την ευφράδειαν, την ετοιμότητα την οξύνοιαν αλλά και τα πάθη του δημηγόρου. Ούτω παραδίδει εις τον μελετητήν κι ιστορικόν του μέλλοντος ένα πολύτιμον εργαλείον δια την αξιολόγησιν των ιστορικών γεγονότων με τη μεγίστην αντικειμενικότητα διεισδύων εις βάθος δια της συνεχούς αναζητήσεως των πραγματικών προθέσεων και σκοπιμοτήτων των πολιτικών και στρατιωτικών των εκτεθιμένων εις την κοινήν γνώμην.
     Εις τα μεθοδολογικά κεφάλαια της ιστορίας του αναλύει λεπτομερώς τον τρόπον καθ' ον συνέγραψε ουχί μόνον τας δημηγορίας αλλά κι αυτά ταύτα τα πολεμικά γεγονότα. Αναφέρει λοιπόν ότι δεν επαφίεται εις τας μαρτυρίας του πρώτου τυχόντος ούτε ότι περιγράφει τα έργα του πολέμου κατά το δοκούν αλλά κατόπιν εξαντλητικής διασταυρώσεως των πληροφοριών άς συνέλεγε από κάθε παραταξιακήν πλευράν. Εκφέρει δε εισέτι κρίσεις επί των ιστορικών προσώπων και επί των πολιτικών παρατάξεων της εποχής του. Τον Θεμιστοκλή θεωρεί τον πλέον ευφυή, τον Περικλήν άριστον ρήτορα, αρνητικαί είναι αι κρίσεις του δια τον Αλκιβιάδη και τον Κλέωνα, αμφίρροπος δια τον Νικίαν.
     Ο Θουκυδίδης τολμά πρώτος να εξορύξη τα γεγονότα από την αχλύν εις το φώς του ηλίου ουχί δια να θαυμάσωμεν αλλά δια να τα κατανοήσωμεν με επιστημονικότητα κι ενάργειαν. Τόλμημα βεβαίως, καθ' όσον ο μέγας ιστορικός καταδεικνύει τον τρόπον δια το πώς καταλήγει εις τα συμπεράσματά του με τα τόσον πτωχά τότε μέσα αλλά με την άμεμπτον μεθοδολογίαν του τόλμημα κατορθωτόν, μεθοδολογίαν δε οίαν θα εζήλευον οι σύγχρονοι ιστορικοί με τα πλούσια τεχνολογικά μέσα. Με την ποιητικότητα του λόγου του συγγράφει έν έργον ισοδύναμον τραγωδίας δια να καταστήση την ιστοριογραφίαν ό,τι θα έπρεπε να είναι σήμερον : Το δράμα της Ιστορίας και των Aνθρώπων.

----------------------------------------------------------------- 

                                  [Θουκυδίδου Ξυγγραφής 34-46]

Περικλέους Επιτάφιος Λόγος

     Κατά τη διάρκεια του χει΅ώνα οι Αθηναίοι, ακολουθώντας πατροπαράδοτο έθι΅ο, θάψανε δη΅οσία δαπάνη τους πρώτους πεσόντες του παρόντος πολέ΅ου κατά τον ακόλουθο τρόπο: Κατασκευάζουν ΅ια σκηνή, στην οποία εκθέτουν τα οστά των πεσόντων επί τρεις η΅έ­ρες προ της ταφής, και ο καθένας προσκο΅ίζει για τον δικό του νεκρό ό,τι (αφιέρω΅α) θέλει. Κατά την ταφή δε δέκα λάρνακες από ξύλο κυπαρισσιού, ΅ια δηλαδή για κάθε φυλή, φέρο­νται ΅ε ά΅αξες. Σε κάθε ΅ια δε από τις λάρνακες αυτές τοποθετούνται τα οστά των ανηκόντων σε αυτή την φυλή. Φέρουν δε επί πλέον στα χέρια τους και ένα κενό φέρετρο σκεπασ΅ένο ΅ε σάβανο για τους αφανείς, για όλους δηλαδή όσων τα πτώ΅ατα δεν βρέθηκαν για να ενταφια­σθούν. Συνοδεύει δε την κηδεία όποιος θέλει, είτε αστός είτε ξένος, οι δε γυναίκες, οι συγγε­νείς των πεσόντων, παρευρίσκονται στον τόπο του ενταφιασ΅ού και αρχίζουν να θρηνούν. Τοποθετούν λοιπόν τα οστά στο δη΅όσιο ΅νη΅είο, το οποίο βρίσκεται στο ωραιότερο προά­στειο της πόλης, και στο οποίο θάπτουν πάντοτε τους νεκρούς των πολέ΅ων, όλους τους άλ­λους τουλάχιστον εκτός από αυτούς που έπεσαν στον Μαραθώνα.
     ∆ιότι την ανδρεία εκείνων την θεώρησαν σαν κάτι το εξαιρετικό, γι' αυτό και τους έθαψαν εκεί όπου κι έπεσαν ΅αχό­΅ενοι. Αφού δε τους σκεπάσουν ΅ε χώ΅α, ένας από τους θεωρού΅ενους ως πολύ ΅υαλω΅ένος κι από τους πιο ευυπόληπτους, τον οποίο οι πολίτες διαλέγουν από πριν για τον σκοπό αυτόν, εκφωνεί προς τι΅ήν των πεσόντων τον κατάλληλο επιτάφιο λόγο. Έπειτα από αυτό φεύγουν. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπο θάπτουν τους νεκρούς των πολέ΅ων και την συνήθεια αυτή τή­ρησαν σε όλη τη διάρκεια του πολέ΅ου, όσες φορές τους παρουσιάζεται τέτοια περίπτωση.
     Προς τι΅ήν λοιπόν αυτών των πρώτων νεκρών του πολέ΅ου, εξελέγη να εκφωνήσει τον επι­τάφιο ο Περικλής ο γιος του Ξανθίππου. Και στην κατάλληλη στιγ΅ή προχώρησε από το ΅νη­΅είο σ' ένα βάθρο στη΅ένο ψηλά, ώστε ν' ακούγεται από όσο το δυνατόν ΅εγαλύτερο ΅έρος του ακροατηρίου και ΅ίλησε περίπου ως εξής:

   «Οι περισσότεροι από όσους ως τώρα έχουν ΅ιλήσει από το βή΅α αυτό συνηθίζουν να επαινούν εκείνον, ο οποίος στον νό΅ο που διέπει την ταφή των νεκρών πρόσθεσε την διάταξη αυτή περί επιταφίου λόγου, γιατί θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να απονέ΅εται ΅ια τέτοια τι΅ή στους νεκρούς των πολέ΅ων κατά τον ενταφιασ΅ό τους. Σε ΅ένα εν τούτοις θα φαινόταν ότι είναι προτι΅ότερο, οι τι΅ές που απονέ΅ονται σε άνδρες, οι οποίοι αναδείχθηκαν γενναίοι ΅ε τα έργα τους, να εκδηλώνονται κι αυτές ΅ε έργα ΅όνο, όπως είναι π.χ. αυτές, τις οποίες τώρα βλέπετε γύρω από τον ενταφιασ΅ό τους, που έγινε δη΅οσία δαπάνη κι όχι να εξαρτώνται οι αρετές των πολλών από την ικανότητα ή την ανικανότητα ενός ανθρώπου, να κανονίζεται δη­λαδή η περί αυτών εκτί΅ηση των ακροατών από την ευφράδεια ή ΅η ευφράδεια του ρήτορα.
     Γιατί είναι δύσκολο πράγ΅α να ΅ιλήσει κανείς αντικει΅ενικά (χωρίς δηλαδή να πει ούτε λιγό­τερα ούτε περισσότερα από ό,τι πρέπει) για κάποιο θέ΅α, για το οποίο είναι δύσκολο να εξα­κριβωθεί κι αυτή ακό΅α η απλή ιδέα, ότι τα λεγό΅ενα από τον ρήτορα είναι αληθινά. Γιατί ο ακροατής, ο οποίος γνωρίζει τα πράγ΅ατα κι είναι ευνοϊκά διατεθει΅ένος προς αυτούς που τα έπραξαν, θα σχη΅άτιζε ίσως την ιδέα, ότι αυτά εκτέθηκαν κάπως κατώτερα από ό,τι αυτός γνωρίζει κι επιθυ΅εί, ενώ αντίθετα, όποιος τ' αγνοεί, θα σκεπτόταν ότι ΅ερικά εκτέθηκαν αρκετά ΅εγαλοποιη΅ένα κι αυτό από φθόνο, τον οποίο δοκι΅άζει ο άνθρωπος, όταν ακούει κάτι το οποίο υπερβαίνει τις δικές του φυσικές δυνά΅εις.
     Γιατί οι άνθρωποι ανέχονται τους ε­παίνους που λέγονται για άλλους ΅όνον εφόσον κάθε ακροατής έχει τη γνώ΅η, ότι κι αυτός είναι ικανός να πράξει κάτι από αυτά που ακούει. Ενώ για κάθε τι, το οποίο είναι ανώτερο από τις δυνά΅εις του, αισθάνεται δια ΅ιας φθόνο και δυσπιστία. Εφόσον ό΅ως οι πρόγονοί ΅ας έκριναν ότι ΅ε αυτόν τον τρόπο πρέπει να γίνονται τα πράγ΅ατα αυτά, πρέπει κι εγώ να ακο­λουθήσω το έθι΅ο αυτό και να προσπαθήσω να ικανοποιήσω την επιθυ΅ία και τη γνώ΅η του καθενός σας όσο ΅πορέσω περισσότερο.
    
Θα ΅ιλήσω πρώτα πρώτα για τους προγόνους ΅ας. Γιατί είναι δίκαιο, αλλά συγχρόνως και πρέπον, σε ΅ια τέτοια περίσταση, κατά την οποία θρηνού΅ε και εγκω΅ιάζου΅ε τους νε­κρούς ΅ας, να τους απονέ΅εται η τι΅ή αυτή να ΅νη΅ονεύονται πρώτοι. Γιατί δεν υπήρξαν ούτε ΅ια στιγ΅ή, κατά την οποία να έπαυσαν να κατοικούν την χώρα αυτή, και χάρις στην ανδρεία τους διαφύλατταν την ελευθερία της από γενεά σε γενεά ΅έχρι των η΅ερών ΅ας και ΅ας την παράδωσαν ελεύθερη. Κι εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου αλλά ακό΅η περισσότερο οι πα­τέρες ΅ας. Γιατί επί πλέον εκείνων, τα οποία κληρονό΅ησαν, απέκτησαν ΅ε πολλούς κόπους και κληροδότησαν σε ΅ας τους ση΅ερινούς όλη αυτή την επικράτεια που κατέχου΅ε σή΅ερα.
     Το δε έργο της περαιτέρω βελτίωσης, το επιτελέσα΅εν ε΅είς οι ίδιοι που εί΅αστε συγκεντρω΅έ­νοι εδώ, οι οποίοι βρισκό΅αστε ακό΅η σ' αυτήν ακριβώς την ηλικία ΅ας κι ε΅είς εφοδιάσα΅ε την πόλη ΅ας ΅ε όλα τα πράγ΅ατα, ώστε να είναι αυταρκέστατη και για πόλε΅ο και για ειρήνη. Από όλα δε αυτά εγώ όσα ΅εν αναφέρονται σε πολε΅ικά κατορθώ΅ατα, ΅ε τα οποία έγινε η κάθε ΅ια κατάκτηση, ή αφορούν την ενεργητικότητα, ΅ε την οποίαν αποκρούσα΅ε, είτε ε΅είς οι ση΅ερινοί είτε οι πρόγονοί ΅ας, τους εκάστοτε επελθόντες εναντίον ΅ας Βαρβάρους ή Έλλη­νες, όλα αυτά, θα τα παραλείψω, γιατί δεν επιθυ΅ώ να απεραντολογώ ενώπιον ανθρώπων, οι οποίοι τα γνωρίζουν. Αλλά ΅ε ποιον τρόπο φθάσα΅ε στο ση΅είο αυτό της δύνα΅ης που εί΅α­στε σή΅ερα και ΅ε ποια ΅ορφή πολιτεύ΅ατος και ΅ε ποιες συνήθειες έγινε ΅εγάλη η δύνα΅ή ΅ας, όλα αυτά θ' αναπτύξω πρώτα κι έπειτα θα προχωρήσω στο εγκώ΅ιο αυτών εδώ των νεκρών, γιατί νο΅ίζω ότι δεν είναι ανάρ΅οστο να λεχθούν αυτά και για την παρούσα περίστα­ση και δεν είναι ανώφελο να τ' ακούσουν όλοι οι παρευρισκό΅ενοι, αστοί και ξένοι.
    
Έχου΅ε δηλαδή πολίτευ΅α, το οποίο δεν αντιγράφει τους νό΅ους άλλων, ΅άλλον δε ε­΅είς οι ίδιοι εί΅αστε υπόδειγ΅α σε ΅ερικούς παρά ΅ι΅ού΅αστε άλλους. Κι ονο΅άζεται ΅εν δη­΅οκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών κι όχι των ολίγων, έναντι δε των νό­΅ων είναι όλοι ίσοι στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς τη θέση τους στον δη΅όσιο βίο, κάθε ένας προτι΅άται για ένα από τα δη΅όσια αξιώ΅ατα ανάλογα ΅ε την επίδοση την οποία ση΅ειώνει σ' αυτά, δηλαδή η δη΅όσιά του σταδιοδρο΅ία εξαρτάται ΅άλλον από την ατο΅ική του αξία κι όχι από την κοινωνική τάξη, από την οποία προέρχεται, ούτε πάλι ένας, ο οποίος είναι ΅εν φτωχός έχει ό΅ως την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, ε΅ποδίζεται σε αυτό από το γεγονός ότι είναι άγνωστος.
     Ζού΅ε σαν ελεύθεροι άνθρωποι και σαν πολίτες στον δη΅όσιο βίο και σαν άτο΅α στον ιδιωτικό, στις επιδιώξεις ΅ας της καθη­΅ερινής ζωής, κατά τις οποίες δεν κοιτά΅ε ο ένας στον άλλον ΅ε καχυποψία, δεν θυ΅ώνου΅ε ΅ε τον γείτονά ΅ας, όταν κάνει ό,τι του αρέσει, ούτε παίρνου΅ε ΅ια φυσιογνω΅ία σκυθρωπή, η οποία ΅πορεί να ΅η βλάπτει τον άλλο, πάντως ό΅ως είναι δυσάρεστη. Ενώ στην ιδιωτική ΅ας ζωή συναναστρεφό΅αστε ΅εταξύ ΅ας χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δη΅όσιά ΅ας ζωή, σαν πολίτες, από σεβασ΅ό προ πάντων δεν παραβαίνου΅ε τους νό΅ους, υπακού΅ε δε στους εκάστοτε κατέχοντες τα δη΅όσια αξιώ΅ατα και στους νό΅ους, προ περισσότερο σε ­κείνους από τους νό΅ους, που έχουν θεσπιστεί για υποστήριξη των αδικού΅ενων και σε άλλους, οι οποίοι αν κι άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθο΅ολογού΅ενη ντροπή στους παραβάτες.
    
Αλλά και για το πνεύ΅α ΅ας έχου΅ε εφεύρει πλείστους όσους τρόπους να το ανακουφίζου΅ε από τους κόπους, ΅ε εορταστικούς αγώνες και θυσίες, τις οποίες έχου΅ε καθιερώσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και ΅' ευπρεπή ιδιωτικά οική΅ατα, η δε ευχαρίστηση την ο­ποία καθη΅ερινά απολα΅βάνου΅ε απ' όλ' αυτά, διώχνει τη ΅ελαγχολία. Λόγω δε του ΅εγάλου αριθ΅ού των κατοίκων της πόλης ΅ας, εισάγονται σε αυτήν προϊόντα όλου του κόσ΅ου και συ΅βαίνει ν' απολα΅βάνου΅ε έτσι τα προϊόντα των άλλων χωρών ΅ε όσην οικειότητα κατα­ναλώνου΅ε τα προϊόντα της Αττικής (σα να είναι δηλαδή δικά ΅ας).
    
Υπερέχου΅ε δε από τους αντιπάλους ΅ας και στη πολε΅ική προετοι΅ασία κατά τα εξής: Την πόλη ΅ας π.χ. την παρέχου΅ε ανοιχτή σε όλον τον κόσ΅ο και ποτέ δεν αποκλείου΅ε κανένα, διώχνοντας τους ξένους από οποιοδήποτε ακρόα΅α ή θέα΅α, από το οποίο, αν δεν το κρατήσου΅ε ΅υστικό και το δει κανείς από τους εχθρούς ΅ας, είναι δυνατόν να ωφεληθεί κι αυτό γιατί έχου΅εν ε΅πιστοσύνην όχι τόσο στις πολε΅ικές προετοι΅ασίες και τα στρατηγή΅ατα όσο στην έ΅φυτη γενναιότητά ΅ας όσον αφορά τα έργα. Στο ζήτη΅α δε πάλι της αγωγής, ενώ εκείνοι υποβάλλονται από την νεαρή τους ακό΅α ηλικία σε συνεχή κι επίπονη άσκηση, ΅ε την οποία επιδιώκουν να γίνουν γενναίοι, ε΅είς ζού΅ε ΅ε όλες τις ανέσεις κι ό΅ως εί΅αστε εξ ίσου πρόθυ΅οι να αντι΅ετωπίσου΅ε τους κινδύνους, τους οποίους αντι΅ετωπίζουν κι αυτοί. Και να η απόδειξη: ενώ οι Λακεδαι΅όνιοι εκστρατεύουν κατά της χώρας ΅ας ΅ε όλους τους τους συ΅΅άχους και ποτέ ΅όνοι, ε΅είς επερχό΅αστε κατά των άλλων εντελώς ΅όνοι και τις περισσότερες φορές νικά΅ε χωρίς κα΅ία δυσκολία τους αντιπάλους ΅ας, ΅ολονότι εκείνοι ΅εν ΅άχονται υπέρ βω΅ών κι εστιών, ε΅είς δε εί΅αστε σε ξένο έδαφος. Και κανείς από τους ε­χθρούς ΅ας δεν αντι΅ετώπισε ΅έχρι σή΅ερα τις δυνά΅εις ΅ας ενω΅ένες, γιατί αφ' ενός καταβάλλου΅ε πολλές φροντίδες ταυτόχρονα και για το ναυτικό ΅ας κι αφ' ετέρου κατατέ΅νου΅ε τις δυνά΅εις ΅ας του πεζικού και τις στέλνου΅ε σε πολλά ση΅εία της επικράτειάς ΅ας.
     Αν δε κάπου ΅ε ΅έρος ΅όνο της δύνα΅ής ΅ας συ΅πλακούν οι αντίπαλοί ΅ας, τότε, αν ΅εν νικήσουν, καυχώνται ότι ΅ας νίκησαν όλους, αν δεν νικηθούν, διακηρύσσουν ότι νικήθηκαν απ' όλους. Και βέβαια, αν ε΅είς αντι΅ετωπίζου΅ε ΅ε πολλή προθυ΅ία τους κινδύνους, ΅άλλον ΅ε ΅ια α­φροντισία κι άνεση παρά ΅ετά από επίπονη άσκηση και ΅ε ανδρεία, η οποία οφείλεται όχι τόσο στην επιβολή των νό΅ων όσο στην φυσική ΅ας ευψυχία, έχου΅ε το πλεονέκτη΅α ότι δεν καταπονού΅εθα προκαταβολικά για δεινά, τα οποία ανήκουν ακό΅α στο ΅έλλον κι ότι, όταν φθάσει η ώρα των δεινών αυτών, αποδεικνυό΅αστε ότι δεν εί΅αστε λιγότερο τολ΅ηροί από ­κείνους που ΅οχθούν αδιάκοπα. ∆εν είναι δε σε αυτά ΅όνο αξιοθαύ΅αστη η πόλη ΅ας αλλά και σε πολλά ακό΅η.
    
Γιατί εί΅αστε λάτρες του ωραίου, ό΅ως χωρίς σπατάλη χρή΅ατος και καλλιεργού΅ε το πνεύ΅α χωρίς να χάνου΅ε την ανδρεία ΅ας. Και ΅εταχειριζό΅αστε τον πλούτο περισσότερο σαν ΅ια ευκαιρία δράσης παρά σαν αφορ΅ή κο΅πορρη΅οσύνης, το να ο΅ολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι ό΅ως αισχρότερο το να ΅η προσπαθεί να την αποφύγει ΅ε την εργασία. Επί πλέον, οι ίδιοι ε΅είς όλοι εί΅αστε σε θέση να φροντίζου΅ε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές ΅ας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης ΅ας κι όσοι από ΅ας είναι απασχολη΅ένοι ΅ε ιδιωτικές επιχειρήσεις κι αυτοί ακό΅α κατέχουν τα πολιτικά ζητή΅ατα στην εντέλεια.
     Γιατί εί΅αστε ο ΅όνος λαός που τον ΅η ανα΅ειγνυό΅ενο καθόλου στα κοινά δεν τον θεωρού΅ε φιλήσυχο αλλά άχρηστο κι οι ΅όνοι που όποτε δεν τα επινοού΅ε και δεν τα προ­τείνου΅ε οι ίδιοι πάντως έχου΅ε τη δύνα΅η να κρίνου΅ε σωστά τα λα΅βανό΅ενα ΅έτρα, τους δε λόγους δεν τους θεωρού΅ε καθόλου ε΅πόδιο των έργων, αλλά ΅άλλον θεωρού΅ε σαν ε΅πό­διο το να ΅ην έχου΅ε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχου΅ε να κάνου΅ε, πριν καταπιαστού­΅ε ΅ε αυτά. Γιατί υπερέχου΅ε από τους άλλους κι ως προς αυτό ακό΅η, ότι δηλαδή ε΅είς οι ίδιοι αποφασίζου΅ε για όσα πρόκειται να επιχειρήσου΅ε κι ε΅είς οι ίδιοι τα επιχειρού΅ε.
     Ενώ ως προς αυτό οι άλλοι... σε αυτούς η ΅εν α΅άθεια τους κάνει να αποφασίζουν η δε σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο τολ΅ηροί ό΅ως από όλους είναι σωστό να θεωρούνται όσοι γνω­ρίζουν ΅ε σαφήνεια ποιες είναι οι συ΅φορές και ποια τα ευχάριστα, κι ό΅ως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Αλλά και στα ζητή΅ατα της καλοσύνης διαφέ­ρου΅ε από την πλειονότητα των ανθρώπων. Γιατί ε΅είς τους φίλους τους αποκτά΅ε ΅άλλον ευεργετώντας παρά ευεργετού΅ενοι από αυτούς. Σταθερότερος δε φίλος είναι ο ευεργετών τον άλλον, γιατί είναι φυσικό να προσπαθεί να διατηρεί την ανά΅νηση της ευεργεσίας ΅ε το να φέρεται πάντοτε καλά προς τον ευεργετού΅ενο. Ενώ αντιθέτως αυτός που οφείλει την ευεργε­σία είναι ψυχρότερος στις σχέσεις του, γιατί γνωρίζει, ότι πρόκειται να ανταποδώσει την κα­λοσύνη σαν πληρω΅ή χρέους και όχι για να εξασφαλίσει την ευγνω΅οσύνη του άλλου. Κι εί΅αστε οι ΅όνοι που βοηθά΅ε τον άλλο χωρίς την ελάχιστη ανησυχία κι αυτό ΅άλλον από την ε΅πιστοσύνη που ε΅πνέει η ελευθερία παρά από συ΅φεροντολογικούς υπολογισ΅ούς.
    
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν τα παραπάνω τονίζω, ότι η πόλη είναι σχολείο της Ελλάδας κι ότι κατά τη γνώ΅η ΅ου, καθείς από ΅ας έχει την ικανότητα να προσαρ΅οστεί προς τις πλέον διαφορετικές ΅ορφές δράσεως ΅ε την ΅εγαλύτερη ευστροφία και χάρη. Κι ότι αυτά είναι ΅άλλον η πραγ΅ατική αλήθεια κι όχι απλή κο΅πορρη΅οσύνη, κατάλληλη για την παρούσα περίσταση, το αποδεικνύει αυτή η δύνα΅η της πόλης, την οποία αποκτήσα΅ε ΅ε τις ικανότητές ΅ας αυτές. Γιατί είναι η ΅όνη πόλη από τις ση΅ερινές που όταν δοκι΅άζεται αποδεικνύεται ανώτερη της φή΅ης της, και η ΅όνη, η οποία ούτε στον εχθρό, που της επιτίθε­ται, δίνει αφορ΅ή να αγανακτήσει ΅ε όσα παθαίνει από τέτοιους αντιπάλους, ούτε στους υπη­κόους της δίνει αφορ΅ή για παράπονα, γιατί τάχα εξουσιάζονται από ανάξιους να έχουν την εξουσία.
     Η δύνα΅ή ΅ας δε αυτή δεν είναι βέβαια χωρίς αποδείξεις, αλλά υπάρχουν ΅εγαλοπρεπή ΅νη΅εία αυτής, για τα οποία ΅ας θαυ΅άζουν οι σύγχρονοί ΅ας και θα ΅ας θαυ΅άζουν κι οι ΅ελλοντικές γενιές και ΅άλιστα χωρίς να χρειαζό΅αστε τους επαίνους ούτε του Ο΅ήρου ούτε κανενός άλλου, του οποίου οι στίχοι είναι δυνατόν να ευχαριστήσουν προς στιγ΅ήν, θα έλθει ό΅ως η πραγ΅ατικότητα, η οποία θα αποκαλύψει ψεύτικη την ιδέα που σχη΅ατίστηκε για τα πράγ΅ατα, αλλά γιατί ολόκληρη τη θάλασσα και τη ξηρά την εξαναγκάσα΅ε να γίνει προ­σιτή στην τόλ΅η ΅ας, ιδρύσα΅ε δε παντού αιώνια ΅νη΅εία και της φιλίας ΅ας και της έχθρας ΅ας. Υπέρ αυτής λοιπόν της πόλης και αυτοί εδώ λοιπόν πολέ΅ησαν γενναία και βρήκανε τον θάνατο, γιατί δεν ΅πορούσαν να ανεχθούν την στέρησή της κι από ΅ας τους απο΅ένοντες στη ζωή ο καθένας πρέπει να έχει τη προθυ΅ία να ΅οχθήσει γι αυτήν.΄
    
Γι' αυτόν λοιπόν το λόγο ΅ακρηγόρησα για όσα αφορούν την πόλη, αφ' ενός ΅εν δηλαδή γιατί ήθελα να σας δείξω, ότι ε΅είς δεν αγωνιζό΅αστε για τον ίδιο σκοπό, για τον οποίο αγωνίζονται όσοι δεν έχουν κανέν απ' αυτά τα πλεονεκτή΅ατα σε ίσο βαθ΅ό ΅ε ΅ας κι αφ' ετέρου γιατί ΅ε αυτόν τον τρόπο ήθελα να κάνω φανερό ΅ε αποδείξεις, ότι είναι δίκαιο το ε­γκώ΅ιο των ανδρών αυτών, για τους οποίους ΅ιλώ τώρα. Κι έχω ήδη αναφέρει τα κυριότερα ση΅εία τούτου του εγκω΅ίου. Γιατί όσα είπα για την πόλη για να την εξυ΅νήσω, είναι στολίδια, ΅ε τα οποία την στόλισαν οι αρετές αυτών εδώ κι άλλων ο΅οίων ΅ε αυτούς και πολύ λίγοι Έλληνες υπάρχουν, για τους οποίους ΅πορεί να λεχθεί, ό,τι ΅πορεί να λεχθεί γι' αυτούς εδώ, ότι δηλαδή φή΅η τους ισοσταθ΅ίζει τα έργα τους.
     Έχω τη γνώ΅η, ότι θάνατος σαν αυ­τόν εδώ, των προκεί΅ενων νεκρών παρέχει το αληθινό ΅έτρο της αξίας ενός ανθρώπου κι άλλοτε ΅εν είναι ο πρώτος που την προαναγγέλλει άλλοτε δε ο τελευταίος που την επισφραγί­ζει. Γιατί κι εκείνοι ακό΅η που υστερούν κατά τ' άλλα, δικαιούνται να προβάλλουν για υ­περάσπισή τους την ανδραγαθία, που επέδειξαν κατά τους πολέ΅ους, ΅αχό΅ενοι υπέρ της πατρίδας. Γιατί εξέλειψαν το κακό δια του καλού και ΅ε τις καλές τους υπηρεσίες σαν υ­περασπιστές της πατρίδας την ωφέλησαν περισσότερο απ' όσο την έβλαψαν ΅ε τα τυχόν σφάλ΅ατά τους στην ιδιωτική τους ζωή. Από αυτούς ό΅ως εδώ κανείς δεν δείχθηκε δειλός ΅προς στο θάνατο εξ αιτίας του πλούτου του, δεν προτί΅ησε δηλαδή να συνεχίσει την απόλαυσή του, ούτε απέφυγε τον κίνδυνο εξ αιτίας της φτώχειας του, από την ελπίδα δηλαδή ότι ΅πορεί να την αποφύγει επί τέλους κάποτε και να γίνει πλούσιος.
     Αλλά περισσότερο από όλα τα αγαθά πόθησαν την τι΅ωρία των εχθρών τους και συνά΅α θεώρησαν ότι δεν υπάρχει ενδο­ξότερος κίνδυνος από αυτόν εδώ και για τούτο προθυ΅οποιήθηκαν να ριφθούν σ' αυτόν για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους αφ' ενός, και για να επιδιώξουν την απόκτηση των αγαθών αυτών αφ' ετέρου, τη ΅εν αβεβαιότητα δηλαδή της επιτυχίας την ε΅πιστεύθηκαν στην ελπίδα, ως προς δε τον κίνδυνο του θανάτου που βρισκόταν ΅προστά τους κατά την ΅άχη, ήταν απο­φασισ΅ένοι να στηριχθούν στον εαυτό τους και ΅όνο. Και ΅έσα στη ΅άχη θεώρησαν πάντα προτι΅ότερο ν' αντισταθούν και να βρουν τον θάνατο παρά να σωθούν τρεπό΅ενοι σε φυγή και γι' αυτό απέφευγαν την αισχρή φή΅η της δειλίας κι υπέβαλαν τα σώ΅ατά τους σε όλα τα δεινά της ΅άχης, σε ΅ια δε κρίσι΅η στιγ΅ή, που ήταν στα χέρια της τύχης, στο ύψος της δόξας ΅άλλον παρά του τρό΅ου, βρήκαν το θάνατο.
    
Κι αυτοί ΅εν εδώ τέτοιου είδους άνθρωποι υπήρξαν, αντάξιοι της πατρίδας τους. Σεις δε οι επιζώντες πρέπει να εύχεσθε, το γενναίο σας φρόνη΅α απέναντι στους εχθρούς να είναι πιότερο τυχερό απ' αυτό των προηγού΅ενων νεκρών, ΅ε κανέναν ό΅ως τρόπο να καταδέχεσθε να είναι λιγότερο τολ΅ηρό και να ΅ην κρίνετε την αξία του φρονή΅ατος αυτού από τους επαίνους του ρήτορα ΅όνο, ο οποίος θα ΅πορούσε να την ΅εγαλοποιήσει όσο ήθελε ενώπιόν σας -αν κι σεις τα ξέρετε το ίδιο καλά ΅' αυτόν- αναφέροντας όλα τα καλά που υπάρχουν στην ά΅υνα εναντίον των εχθρών, αλλά ΅άλλον να παρατηρείτε καθη΅ερινά τη δύ­να΅η της πόλης, όπως αυτή παρουσιάζεται ΅ε έργα, και να κυριεύεσθε λίγο από έρωτα προς αυτήν, και όταν σας φανεί ότι είναι ΅εγάλη, να συλλογίζεσθε ότι όλα αυτά τα απέκτησαν άν­θρωποι τολ΅ηροί που είχαν συναίσθηση του καθήκοντός τους και κατά την ώρα της ΅άχης είχανε πάντα ΅προς στα ΅άτια τους το φόβο του ντροπιάσ΅ατος, όσες φορές δε αποτύγχα­ναν σε κάποια τους προσπάθεια, δεν νό΅ιζαν ότι για τον λόγο αυτό έπρεπε να στερήσουν και την πόλη από τις υπηρεσίες τους, αλλά συνεισέφεραν υπέρ αυτής την ωραιότερη συνεισφορά.
     Γιατί ενώ όλοι ΅αζί από κοινού πρόσφεραν στην υπηρεσία της πατρίδας τα σώ΅ατά τους, απε­λά΅βαναν ατο΅ικά κάθε ένας, σαν αντα΅οιβή τρόπον τινά, τον έπαινο, ο οποίος δεν γερνά ποτέ και τον πιο επίση΅ο τάφο, που είναι δυνατόν ν' αποκτήσει άνθρωπος, δεν εννοώ δε τον τάφο, στον οποίο έχουν εναποτεθεί τα λείψανά τους, αλλά ΅άλλον τον τάφο, στον οποίο απο­΅ένει ΅ετά θάνατον η δόξα τους και ΅νη΅ονεύεται αιωνίως σε κάθε παρουσιαζό΅ενη κάθε φο­ρά ευκαιρία είτε λόγου είτε έργου. Γιατί των επιφανών ανδρών τάφος είναι η Γη ολόκληρη και την ύπαρξή τους δεν την φανερώνει ΅όνο η επιγραφή ΅ιας στήλης σε κάποιο ΅έρος της πατρίδας τους, αλλά και στα ξένα ΅έρη είναι εγκατεστη΅ένη ΅ια άγραφη ανά΅νηση αυτών σκαλισ΅ένη όχι σε κάποιο έργο τέχνης αλλά ΅άλλον στις καρδιές ενός εκάστου των ανθρώ­πων.
     Αυτούς λοιπόν εσείς τώρα να τους ΅ι΅ηθείτε και ΅ε τη σκέψη ότι ευδαι΅ονία είναι η ελευθερία, ελευθερία δε η τόλ΅η, ΅ην τρο΅οκρατείσθε από τους κινδύνους του πολέ΅ου. Γιατί δεν θα ήταν δικαιότερο ν' αψηφούν την ζωή τους οι δυστυχούντες άνθρωποι, οι οποίοι δεν ελπίζουν να απολαύσουν κανένα καλό, αλλά οι ευτυχισ΅ένοι, οι οποίοι κατά την διάρκεια ακό΅η της ζωής τους διατρέχουν τον κίνδυνο να δουν την κατάστασή τους να ΅εταβάλλεται στην αντίθετη, δηλαδή την δυστυχία και για τους οποίους θα ήταν πολύ ση΅αντική η διαφο­ρά, αν υποτεθεί ότι πάθαιναν κανένα ατύχη΅α. Γιατί προξενεί ΅εγαλύτερο πόνο, σε έναν βέ­βαια που έχει κάποια υψηλοφροσύνη, η εξαθλίωση που συνοδεύεται από εκφυλισ΅ό, παρά ο θάνατος που του έρχεται ξαφνικά, χωρίς καν να γίνει αισθητός, επάνω στην ακ΅ή της σω΅ατι­κής του δύνα΅ης και πάνω στις ελπίδες που τρέφει κι ο κάθε θνητός.
    
Γι' αυτόν λοιπόν τον λόγο και σας τους γονείς των ηρώων αυτών, όσοι είσθε παρόντες, δεν σας κλαίω τη στιγ΅ή αυτή, αλλά ΅άλλον θα προσπαθήσω να σας παρηγορήσω. Γιατί, όπως όλοι, γνωρίζουν κι αυτοί ότι ΅εγάλωσαν ΅έσα σε ποικίλες εναλλαγές της τύχης κι ότι ευτυχισ΅ένοι ΅πορεί να θεωρούνται ΅όνο κείνοι, στους οποίους έλαχε η ΅εγίστη τι΅ή, είτε ένας έντι΅ος θάνατος είναι αυτή, όπως αυτών εδώ, είτε ΅ια έντι΅η λύπη, όπως η δική σας κι εκείνοι, των οποίων οι η΅έρες της ζωής τους κανονίστηκαν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το τέρ΅α της ευτυχίας τους να συ΅πέσει ΅ε το τέρ΅α της ζωής τους. Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να σας πείσω γι' αυτά, ΅ια τέτοια στιγ΅ή κατά την οποία η ευτυχία των άλλων θα σας κάνει να θυ΅ηθείτε πολλές φορές την ευτυχία, που κάποτε αισθανθήκατε και σεις.
     Και λύπη αισθάνεται κανείς όχι για την έλλειψη των αγαθών που δεν δοκί΅ασε ποτέ στη ζωή του, αλλά για την στέρηση κείνων, τα οποία πριν του αφαιρεθούν αποτέλεσαν ΅έρος της ζωής του. Ό­σοι δε από σας είσθε σε ηλικία που επιτρέπει την τεκνοποιία, πρέπει να υποφέρετε τον πόνο σας ΅ε περισσότερη υπο΅ονή, γιατί ελπίζετε να αποκτήσετε κι άλλα παιδιά. Γιατί όχι ΅όνο για τον καθένα σας ιδιαίτερα κείνα που θα γεννηθούν θα σας κάνουν να λησ΅ονήσετε σιγά-σιγά αυτά που χάσατε στον πόλε΅ο, αλλά και για την πόλη το κέρδος θα είναι διπλό, γιατί ΅ε αυτόν τον τρόπο, αφ' ενός αποφεύγεται η απειλού΅ενη ερή΅ωση από την ελάττωση του πλη­θυσ΅ού κι αφ' ετέρου ενισχύεται η ασφάλειά της.
     Γιατί τίποτε το σωστό και δίκαιο δεν είναι σε θέση να σκεφθούν και να συ΅βουλεύσουν την πόλη όσοι δεν έχουν παιδιά να τα εκθέσουν στον κίνδυνο που εκτίθενται τα παιδιά όλων των άλλων. Όσοι δε πάλι έχετε προσπεράσει το όριο αυτό της ηλικίας, πρέπει να θεωρείτε κέρδος το ότι περάσατε το ΅εγαλύτερο ΅έρος της ζωής σας ευτυχισ΅ένοι, η δε περίοδος της λυπη΅ένης ζωής σας θα είναι σύντο΅η και ν' ανακουφίζεσθε από την δόξα αυτών εδώ των ηρωικώς πεσόντων παιδιών σας. Γιατί το ΅όνο πράγ΅α που δεν γερνά ποτέ είναι η φιλοδοξία κι εκείνο που ευχαριστεί τον άνθρωπο στην γεροντική του ηλικία, όταν είναι άχρηστος πια, δεν είναι το κέρδος, όπως ισχυρίζονται ΅ερι­κοί, αλλά η απόλαυση τι΅ών.
    
ς προς σας δε εξάλλου, τους γιους κι αδελφούς τους, όσοι είσθε παρόντες, βλέπω ότι η προσπάθεια, την οποία θα πρέπει να καταβάλλετε, για να τους ΅ι΅είσθε, είναι τρο΅ακτι­κά δύσκολη. Γιατί όλοι συνηθίζουν να επαινούν εκείνον που δεν υπάρχει πλέον, οσοδήποτε δε υπέροχη κι αν υποτεθεί ότι είναι η αρετή σας, ΅όλις και ΅ετά βίας θα θεωρούσατε ότι είσθε, όχι ό΅οιοι, αλλά κατά τι κατώτεροι. Γιατί και ΅εταξύ των ζώντων υπάρχει φθόνος α΅οιβαίος εκ ΅έρους των εκάστοτε αντιζήλων, όποιος δε πεθαίνει και δεν είναι ε΅πόδιο σε κανέναν τι΅ά­ται ΅ε ΅ιαν εύνοιαν απαλλαγ΅ένη από κάθε αντίδραση.
    
Αν δε πρέπει να κάνω λόγο και για την γυναικεία αρετή, σχετικά ΅ε αυτές που θα ζουν ως εξής σαν χήρες, θα συ΅περιλάβω όλα όσα έχω να πω σε ΅ια σύντο΅η παραίνεση: θα είναι ΅εγάλη η δόξα σας, αν δεν δειχθείτε κατώτεροι του φυσικού σας χαρακτήρα και ΅άλιστα αν για την κάθε ΅ια σας γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος ΅εταξύ των ανδρών, είτε προς έπαινον είτε προς κατηγορία (είτε για καλό είτε για κακό).
    
Εκφώνησα λοιπόν κι εγώ, σύ΅φωνα ΅ε την επιταγή του νό΅ου, τον επιτάφιο κι είπα ό,τι είχα να πω κατάλληλο για την περίσταση και ΅ε έργα δε αυτοί, τους οποίους θάπτου΅ε, εν ΅έρει ΅εν έχουν τι΅ηθεί τώρα α΅έσως, εν ΅έρει δε θα τι΅ώνται στο ΅έλλον, γιατί η πόλη θ' ανατρέφει τα παιδιά τους δη΅οσία δαπάνη ΅έχρι που να γίνουν έφηβοι, απονέ΅ουσα έτσι και σ' αυτούς εδώ και στους επιζώντες χρήσι΅η α΅οιβή, αντί στεφάνου τρόπον τινά, γι' αυτούς τους αγώνες τους υπέρ της πατρίδας. Γιατί όπου τα βραβεία της αρετής είναι τα πιο ΅εγάλα, εκεί συγκαταλέγονται ΅εταξύ των πολιτών κι οι πιο ενάρετοι άνδρες. Και τώρα να χορτάσει ο καθένας θρηνώντας τον δικό του κι έπειτα ν' αποχωρήσει».

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers