Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Λασκαράτος Αντρέας: Λόγιος Με Υψηλό Χιούμορ

                              Βιογραφικό

    Γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς τη Πρωτομαγιά του 1811 και πέθανε στο Αργοστόλι, 24 Ιουλίου του 1901. Ήταν απο αρχοντική οικογένεια και πέρασε πολύ ευχάριστα παιδικά και νεανικά χρόνια. Είχε δασκάλους τους Ιταλούς, Ιωάννη Βαστελότσι και Βικέντιο Νανούντσιο και τους δυο μεγάλους μας ποιητές, Σολωμό και Κάλβο. Τους γνώρισε όταν ήτανε 17 ετών κι είχε επισκεφτεί τη Κέρκυρα. Απ' αυτό ωφελήθηκε πάρα πολύ η ποιητική του επίδοση.
     Στη Κέρκυρα σπούδασε νομικά, με την υποστήριξη του "ευγενούς" θείου του, Δελλαδέτσιμα, μα πήρε το δίπλωμα νομικής χρόνια αργότερα, στα εικοσιοχτώ του, από την Ιταλία και πιο συγκεκριμένα, από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο Πίζας. Όταν ξαναγύρισε στο Ληξούρι έκανε για λίγο το δικηγόρο μα δε του άρεσε, τα παράτησε και διορίστηκε δικαστικός υπάλληλος.
     Είναι ο καλύτερος σατιρικός ποιητής μας και τα ποιήματά του διακρίνονται για τη πρωτοτυπία και το εύθυμο σαρκαστικό τους πνεύμα. Αμείλικτος εχθρός του λογιωτατισμού και φανατικός οπαδός της δημοτικής γλώσσας, έγραψε και μερικά λυρικά ποιήματα που αρέσανε πολύ στο λαό και τονιστήκανε κι από μουσικούς της εποχής.
     Το 1859 εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό "Λύχνος" και κάθε τόσο τονε τραβούσανε στα δικαστήρια και στη φυλακή ενίοτε, για τη καυστική του πέννα και την ελευθεροστομία του προς τους πολιτικάντηδες και τους εκμεταλλευτές της θρησκείας. Για να υποστηρίξει καλύτερα τις πολιτικοκοινωνικές του πεποιθήσεις, ανακατεύτηκε με τη πολιτική κι έβαλε υποψηφιότητα μάλιστα, για βουλευτής. Η αποτυχία του φυσικά, ήτανε προδιαγεγραμμένη, γιατί είχε αδυσώπητο κατατρεγμό, απ' όλους εκείνους, μικρούς ή μεγάλους, που 'χε θίξει στα συμφέροντά τους, κατά καιρούς, μέσω του περιοδικού και του λόγου του. Απογοητευμένος, φεύγει για την Αγγλία, μα κι εκεί δεν έμεινε για πολύ. Ξαναγύρισε στη Κεφαλονιά, στο Αργοστόλι, όπου κι εγκαταστάθηκε μέχρι τον θάνατό του.
     Mετά τη δημοσίευση των "Μυστηρίων Της Κεφαλονιάς" το 1856, όπου ειρωνεύεται και καυτηριάζει την αμάθεια και την υποκρισία του κλήρου, η ανοχή εξαντλήθηκε. Ο μητροπολίτης Κεφαλληνίας Σπυρίδωνας Κοντομιχάλης προβαίνει σε αφορισμό του συγγραφέα με την υποστήριξη του φανατισμένου όχλου. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τον λόγο της ενόχλησης των δεσποτάδων όταν η γραφή του ξεσκεπάζει τους βολεμένους κληρικούς και τους τσιγκλάει σαν αγκάθι στο πλευρό: «Μπορούνε να ειπωθούνε οπαδοί του Χριστού, επειδή πιστεύουνε πως η θεότητα είναι τρισυπόστατη, ενώ η πραγματική τους θεότητα είναι το νιτερέσο τους;» αναρωτιέται. Θέλησε να πάρει τον αφορισμό στ' αστεία.
 -"Και τί θα πάθω τώρα που με αφόρισαν;" ρώτησε.
 -"Να, το κορμί σου δε θα λιώσει ποτέ".
 -"Τουλάχιστον αφόρισαν και τα παπούτσια μου να μη λιώνουν οι σόλες";
     Ο αφορισμός του επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά κι έτσι φεύγει στο Λονδίνο για να λήξει η ένταση. Τον επόμενο χρόνο επιστρέφει στο νησί αλλά οι περιπέτειές του δεν τελειώνουν εδώ αφού περνά 4 μήνες φυλακισμένος στο Σωφρονιστήριο της Κεφαλονιάς μετά από ερήμην καταδίκη του, εξαιτίας της κυκλοφορίας της καυστικής εφημερίδας "ΛΥΧΝΟΣ" . Το 1867 εκδίδει την "Απόκριση εις τον Αφορεσμόν Του Κλήρου Της Κεφαλονιάς Τω 1856" και μπαίνει σε νέους μπελάδες και νέα δικαστική διαμάχη, αυτή τη φορά όμως το σώμα των ενόρκων τον αθωώνει. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το διήγημα του "Όνειρο" που εμπαίζει ολόκληρο τον κλήρο και μαζί όλα τα ιερά και τα όσια.
     Στο διήγημα αυτό ονειρεύεται, λέει, πως πέθανε και πήγε, εξαιτίας του αφορισμού του, στη κόλαση όπου συνάντησε ένα σωρό Ιερείς, Αρχιερείς και Πατριάρχες να απολαμβάνουν περιποιήσεις ως φιλοξενούμενοι του Εωσφόρου στη κόλαση! Απευθυνόμενος μάλιστα σε γνωστό του Δεσπότη λέει τα εξής χαριτωμένα: «Μα βλέπω που αφορεσμένοι κι αφορεστάδες εις την ίδια τρύπα του Διαόλου καταντάμε!» . Στα 1899 ο ιερέας Γεράσιμος Δορίζας, φίλος και θαυμαστής του συγγραφέα, ζήτησε και πέτυχε, μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και με το Λασκαράτο ν' αρνείται κατηγορηματικά ν' απολογηθεί, την άρση του αφορισμού.
     Εκτός από τα ποιητικά του έργα, δημοσιεύσε, το 1886, το "Ιδού ο 'Ανθρωπος", με τύπους και χαρακτήρες ανθρώπων, που θεωρούνται εφάμιλλοι του Θεόφραστου και του Λαμπρυγιέρ, για τη ψυχογραφική, ψυχολογική κι ηθογραφική τους αρτιότητα, πληρότητα κι ελευθερία, κατά το ξεδίπλωμα της περιγραφής τους. Όπως αναφέρει ο ίδιος στο ποίημά του "Η γέννησί μου" -που δίνει ένα δυνατό χτύπημα στις λαϊκές προλήψεις-

     "Το μόνο ιστορικό του στιχουργήματος τούτου είναι η μέρα της γεννήσεώς μου. Πραγματικώς, εγώ εξημερώθηκα, γεννημένος την 1ην Μαΐου 1811. Από βραδύς η μάννα μου είχε συμφωνήσει με φιλονάδες της, να πάνε στο Μάη. Έτσι την ακόλουθην αυγή, ευρέθηκε πολύ δυσαρεστημένη, να μη μπορέση να χαρή το ξεφάντωμα εκείνο. Οι φιλονάδες της όμως, εις την επιστροφή τους από το Μάη, εφέρανε και μου ερρίξανε απάνω μου όλα τα άνθια, όσα είχανε από το κάμπο."

και για να ..."προβοδίσει" μιαν έκδοση ποιημάτων του έγραψε:

     "Αγαπητά μου Ποιήματα. Σας λέω ποιήματα, επειδή ετοιμάζοντας να σας παρουσιάσω στην κοινωνία, επιθυμώ να σας προβιβάσω. Οι τίτλοι αρέσουνε μέσα-μέσα, ως και στους πλέον κόκκινους δημοκράτες.
     Πολλά μικρά δίκηα βαλμένα αντάμα μ' επαρακινήσανε να σας ανακαλέσω από την εξορία σας, να σας ζητήσω δανεικά από το φίλο μου το Βαλαορίτη, να σας αντιγράψω χτενίζοντάς σας και να σας χειραφετήσω, επιτρέποντας να δημοσιευθήτε δια του τύπου. Ανάμεσα όμως εις τα μικρά δίκηα, είναι και ένα όχι αδιάφορο, ό φόβος ότι μίαν ημέρα ήθελε τυπωθείτε εις την αρχικήσας κατάσταση και ήθελε φανείτε πολύ περισσότερο αξιοκατάκριτα απ' ότι σήμερα έτσι δαμασμένα σας παρρησιάζω. Η δε σημερινή σας δημοσίεψη θα εμποδίση βέβαια κάθε άλλην υστερινότερη μη εξουσιοδοτημένη από εμέ.
     Σε τούτην όμως τη φοβερή στιγμή στην οποία δίνοντας εσάς έξω, βάνω τον εαυτό μου στο μάγγανο της δημόσιας γνώμης, επιθυμώ να σας ειπώ πρώτα δυό λόγια.
     Και απάνου σ' όλα, μην έβγετε με την οίηση πως είσθε ποίησες, επειδή τέτοιες δεν είσθε. Η ποιητικήσας αξία είναι λίγη, πολλά ολίγη και είναι σχετική στες περίστασες. Το πνεύμα σήμερα της Ελλάδος κοιμάται ύπνο βαθύ και ονειρεύεται να τρώη κολοκύθια ωμά, επειδή ο λογιωτατισμός, αντιτάτου, σβγεί και νεκρώνει τα πνεύματα, και σεις είσθε από τα λίγα που δε λογιοτατίζουνε. Όταν το πνεύμα της Ελλάδος, όταν το ελληνικό πνεύμα 'ξυπνήσει, όχι πλέον λογιοτατίστικο, αλλά ελληνικό πνεύμα, κι ελεεινολογήση και το καιρό το χαμένονε, και το χαρτί το χαλασμένο το τόσο, δε θα εύρη παρά κάποια λίγα γραμμένα στη γλώσσα του, μεταξύ των οποίων και σας. Και τούτη είναι και θέλει είναι η μόνη φιλολογικήσας αξία...
     ...Σύρ'τε λοιπόν, σύρ'τε στίχοιμου. 'Μπορεί να μην είσθε ποίησες, αλλά θέλ' είσθ' ελπίζω κάτι τί καλήτερο από ποίησες. θέλ' είσθε, σήμερα, κεντιστήρι για το κοιμώμενο ελληνικό πνεύμα, και αύριο-μεθαύριο, μαρτυρίες του σήμερα.
     Σύρ'τε στίχοιμου, Σας προβοδόνω με θάρρος και κατά δεύτερην έποψην. Οι θρησκευτικοί μου διόχτες, εκείνοι που με αφορέζανε επειδή εξεσκέπαζα τες κατάχρησέςτους, καθώς κι εκείνοι οπού μ' εφτιούτανε γιατί επάσχιζα να τους ανοίξω τα μάτια στες κατάχρησες των απαταιόνωντους, δεν αφορέζουνε πλέον, δεν φτιούνε πλέον. Οι δεύτεροι τούτοι ανοίξανε τέλος-πάντων τα μάτιατους, και οι πρώτοι ελουφιάσανε.

                     
Σύρ'τε στίχοιμου, σύρ'τε τυπωθείτε.
                     Δεν είν' πουλιό στον κόσμο αφορεστάδες.
                     Βουβοί, σβυσμένοι, παν' οι υποκριτάδες,
                     Και σείς 'μπορείτε τώρα να φανήτε.

                    'Λεύθεροι στίχοι, 'λεύθερα 'μιλείτε.
                     Στηλητέψετε ολούθε τσή ασχημάδες
                          Παρόμοια σε λαϊκούς ή σε παπάδες.
                     Εμπαίξετέτες όπου τες ειδείτε.

                          Στην Αίγυφτόσας ως και σείς κρυμμένοι,
                     'Αγγελος και σ' εσάς φέρνει την είδηση:
                          "
Ελάτε", σας φωνάζει, "είν' απεθαμένοι,
                      Οι ζητούντες να πνίξουν' τη συνείδηση".
                           
                     Σύρ'τε στίχοι μου, εβγάτε παρησία
                     και φωνάξετε:
"Ζήτω η Ελευθερία"
.


--------------------------------------------------------------------------------------------

               Το Ληξούρι
          1936          αφιέρωση

Όντις 'μπορή ένας σ' όλους να χαρίζη
Και στον ίδιο καιρό να μην τους δίνη,
ήθελ' είναι κακία να ξεχωρίζη
Ένανε, και τους άλλους ναν τσ' αφίνη.

Έτσι και τη Λαμπρή  ο παπάςμας στήνει
Τη λαμπάδατου σ' όποιον την ορίζει
Γιατί, όσο κι αν ανάβουνε από 'κείνη,
Τίποτα του παπά δεν του στοιχίζει.

Που αν ήτανε να χάνη οχ τη λαμπάδα
Τρείς τέσσαρες σταξούλες, δύο, μία,
Τότε ναίσκε ήθελ' είναι φρονημάδα
Να βαλθή κι ο παπάς σε οικονομία.
Και πλέον οχ τη λαμπάδα του παπά
Να μην ανάβη πάρι η παπαδιά.

Έτσι κι εγώ μ' αυτό το ποιηματάκι
Οπού τώρα τυπώνω,
Μικρό, χαροποιό κι αλαφρουλάκι,
Σ' όλουςσας τ' αφιερώνω.
Και δίνω το δικαίωμα στον καθένα,
Εις σε λιγολογία,
Να'πή: "Τούτο αφιερώθηκε σ' εμένα."
Κι ας το χαρή με υγεία.

Ξεκαθαρίζω ακόμη,
Και τούτο με την άδεια του Δεσπότη,
Και με στέρεάμου γνώμη,
Πως ακούω, διορίζω και θέλω, ότι,
Καλόγηροι, παπάδες,
'Παντρεμένες, ανύπαντρες κοπέλες,
Καλόγρηες, ασκητάδες,
Νηές ώμορφες, και γρηές με σοτανέλες,
Όλοι, για 'πινομή μου,
Νάχουνε μέρος στην αφιέρωσήμου.

          Η 'Ανοιξη

Εδώναι, εδώναι, επλάκωσε.
Γυναίκες μαζωχτείτε.
Ομπρός, συναπαντήσ'τετη
Ομπρός ναν τη δεχτείτε.

Να, νάρχεται η γλυκιά 'Ανοιξη
Λουλουδοστολισμένη,
Απάνου σ' ένα γάϊδαρο
Αντρίκια καθισμένη.

Κι οπίσωθέτης τρέχουνε
Κοπάδια γκαριστάδες,
Όλοι ζουρλοί από το αίσθημα,
Όλοι ζεστοί εραστάδες.

Κλοτσούν' τετραποδίζοντες
Και κλαίν' οχ τη χαράτους,
Και ζωντανή στα μάτιάτους
Θωρείς τη βουρλισιάτους.

Και ολόθερμα γκαρίζοντες
Τση χάρεςτης πολλη-ώρα,
Τη φέρνουνε αλοτρίγυρα
Ναν τήνε ιδή όλ' η χώρα.

Και αυτή στο δρόμο ερχόμενη,
Φυσώντας αέρα χλιόνε
Γιομίζει ζέστα απάντεχα
Τση πόρτες του σπητιώνε.

Ώστε καψιόνει η νηόνυφη
Στο χλιούτσικο αγεράκι,
Κι ενδύνεται αλαφρότερο
Λινό φορεματάκι.

Και 'βγαίνει και δροσίζεται,
Και βλέπεις το αίσθημάτης,
Που ακούει ναν της εδρόσισε
Ο αγέρας την καρδιάτης.

Αχ! 'Ανοιξη, γλυκιά 'Ανοιξη!
Συντρόφισα του νηώνε,
Ίστρε κοινέ αξεχώριστα
Σερνικοθύλικώνε!

Αν εσύ τώρα εγύριζες
Κι αλλού τα βήματάσου,
Πόσους στον κάμπο ακόλουθους
Ήθελε ειδείς κοντάσου!

Ναι, κι ήθε' ειδείς που οι γέροντες
'Σα δε 'μπορούν' να ελθούνε,
Μένουν' ξοπίσω, κι άδικα
Τους νηούς κατηγορούνε.

Και δε 'θυμόντ' όσα έκαναν
Κι εκείνοι στον καιρότους,
Όντις ακούανε δύναμες
Ζεστές εις τον εαυτότους.

Μα έτσ΄είν... τώρ ας τ' αφήσωμε.
Να, ιδέτε τι κακό
Χωριατοπούλες ώμορφες
Που κάνουνε χωρό.

Αχ 'Ανοιξη, ας γυρίσωμε
Σ' εκείνες το ποδάρι,
Μα βάστα του γαϊδάρουσου
Σφιχτά το χαλινάρι.

Να, ιδέτες που αγκαλιάζουνται
η πουλιό νηότερέςτους,
Κι αμπόνουνται, και πέφτουνε
Και φαίνουντ' οι ωμορφιέςτους.

Αχ 'Ανοιξη, βαστηόσουνε
Απάνου στο σαμάρι,
Και τράβαε του γαϊδάρουσου
Σφιχτά το χαλινάρι.

'Ανοιξη, γλυκιάμου 'Ανοιξη,
Συντρόφισα του νηώνε,
Ίστρε κοινέ αξεχώριστα
Σερνικοθύλικώνε!...

Συχαριάσματα Εις Γενέθλια Γαϊδάρου

Καλορίζικος. Να ζήση
Ο νηός γάϊδαρος, ν' αξίνη.
Να σου ζήση, να σου γίνη
Ωςκαθώς επιθυμάς.

Να σου αξένουνε τ' αυτιάτου,
Και ναν' τα συχνοτσουλόνη.
Να χοντρένη, να 'ψηλώνη,
Ωςκαθώς επιθυμάς.

Να σου ζήση. Ο Θειός να κάμη
Να σου ζήση ο γάϊδαρόςσου.
Ναν τον έχης πάντα ομπρόςσου
Ωςκαθώς επιθυμάς.

Να σου ζήση ο γάϊδαρόςσου
Και να ζήσης κι η αφεντιάσου,
Ναν τον έχης στη δουλειάσου
Ωςκαθώς επιθυμάς.

Σοβαρά Κάποια
1851     Λονδίνο

Εικώνα αγαπητή της γυναικόςμου,
Τώρα έλα καν εσύ στη συντροφιάμου.
Κατοίκα πάντα μέσα στην καρδιάμου,
Και φύλαμε οχ τση πλάνεσες του κόσμου.

Εσύ γιά 'μέ Προστάτης 'Αγγελόςμου,
'Αμεμπτα φύλαε τα πατήματάμου
Και πρωτού σκοτισθούν' τα λογικάμου,
Πρόλαβε, τρέξε σύ και λάμψε εμπρόςμου.

Ναι, το φώςσου 'ξυπνάει την αρετήμου,
Και πιστόνε σ' εσένα με βαστένει.
Γιατί τόσο σ' αισθάνομαι 'δικήμου,

Τόσο με τη ψυχήμου ζημομένη,
Που δεν ηξέρω πλέον στη διαλογήμου
Πώς να σε 'πω: γυναίκαμου ή ψυχήμου.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers