-


Dali &








-

/




 
 

 

:

 

     

                                                   Βιογραφικ

     Γεννθηκε στο Ληξορι, Κεφαλονι 1η Μη 1811 και πιο συγκεκριμνα στην εξοχικ τοποθεσα Ριτστα, σε μα περοδο που τα Επτνησα περνοσαν απ τη γαλλικ στην αγγλικ προστασα. Οι γονες του, Γερσιμος-Τυπλδος Λασκαρτος & Στυλιαν Μνεση, ανκανε σε οικογνειες "χρυσοβιβλικς" της Επτανησιακς αριστοκρατας (Libro d'oro). Δεν ταν ιδιατερα μορφωμνοι οτε ιδιατεροι πλοσιοι - ταν εποροι, με κτηματικ περιουσα. Ο Ανδρας ταν το πρτο παιδ· ακολουθοσαν 3 αδελφς και 3 αδελφο. Τα πρτα του γρμματα τα μαθε στο Ληξορι και στο Αργοστλι αλλ κι πειτα κοντ στον Νεφυτο Βμβα στη Σχολ του Κστρου. ταν απ αρχοντικ οικογνεια, πρασε πολ ευχριστα παιδικ και νεανικ χρνια. Εχε δασκλους τους Ιταλος, Ιωννη Βαστελτσι και Βικντιο Νανοντσιο και τους δυο μεγλους μας ποιητς, Σολωμ (πγαινε και στο σπτι του, του ‘δειχνε τα στιχουργικ του δοκμια κι κουε τις παρατηρσεις του) και Κλβο. Τους γνρισε ταν τανε 17 ετν κι εχε επισκεφτε τη Κρκυρα. Απ' αυτ ωφελθηκε πρα πολ η ποιητικ του επδοση.
     Σε ηλικα 21 ετν ο θειος του Δημτριος Δελαδτσιμας ((1782-1844, πολιτικς με κοινωνικ λαμπρτητα)  τονε διρισε γραφα στη Γερουσα στη Κρκυρα και τον γραψε στη Νομικ Σχολ του Ιονου Πανεπιστημου επειδ τον προριζε για δικαστ αν και ο διος ο Λασκαρτος επιθυμοσε να σπουδσει ιατρικ. Απ την Κρκυρα γρισε στην Κεφαλλονι και εργστηκε για κποιο χρονικ διστημα πρωτοκολλητς του Ειρηνοδικεου. Στη συνχεια παραιτθηκε και πγε στη Πζα και στο Παρσι για νομικς σπουδς. Το 1839 επστρεψε ασκντας μλις 3 χρνια το επγγελμα του νομικο. μως ο θνατος του πατρα του τον κανε να ξαναασχοληθε με τη δικηγορα λγω κποιων οικογενειακν υποθσεν του, μως η Γερουσα του αρνθηκε την δεια. Το 1844 πεθανει ο πατρας του και αναλαμβνει την διαχεριση της περιουσας. Χτζει να σπτι στα Ριτστα της Παλλικς και προσπαθε να κνει σχσεις με τους ντπιους και να τους προτενει νες καλλιργειες, μως τον απορρπτουν εντελς. Μετ απ αυτ επιστρφει στο Αργοστλι και αφοσινεται στο γρψιμο. Το 1845 εκδδει το ποιητικ του ργο με ττλο "Το Ληξορι Εις Τους 1836".Αργτερα πηγανοντας στην Αθνα, θα γνωρσει τη γυνακα της ζως του, την Πηνελπη, κρη του Δημτρη Κοργιαλνεια, μεγαλμπορου απ το Λιβρνο, κι ο δεσμς τους θα κρατσει μιαν ολκληρη ζω, του συμπαραστθηκε σε λες τις τρικυμες της ζως του. Απκτησαν 9 παιδι, 7 κρες και 2 γιους, βιβλικ οικογνεια, αλλ με οικονομικς δυσκολες.
     Τη περοδο αυτη ταξιδεει στη Κρτη για να μελετσει το κρητικ γλωσσικ ιδωμα και τα λακ τραγοδια της. Ταξιδεει επσης στην Αθνα, στη Σρο, στη Κρινθο, στη Πτρα, στο Μεσολγγι.  ταν ξαναγρισε στο Ληξορι κανε για λγο το δικηγρο μα δε του ρεσε, τα παρτησε και διορστηκε δικαστικς υπλληλος. Ασχολθηκε με τη ποηση, τη δημοσιογραφα, εναι γνωστς κι ως λιβελογρφος. τανε παντρεμνος με τη Πηνελπη Κοργιαλνειου, απ γνωστ κι επορη οικογνεια του νησιο, με την οποα απκτησε 2 γιους κι 7 κρες.
     Εναι ο καλτερος σατιρικς ποιητς μας και τα ποιματ του διακρνονται για τη πρωτοτυπα και το εθυμο σαρκαστικ τους πνεμα. Αμελικτος εχθρς του λογιωτατισμο και φανατικς οπαδς της δημοτικς γλσσας, γραψε και μερικ λυρικ ποιματα που αρσανε πολ στο λα και τονιστκανε κι απ μουσικος της εποχς. Εξδωσε αρκετς σατιρικς εφημερδες, καυτηριζοντας αδιακρτως την ανηθικτητα, την αδικα, την υποκρισα. Πολλς φορς καταφρθηκε εναντον των πολιτικν και της ανικαντητς τους, εν πολμησε σκληρ τις θρησκευτικς προλψεις και δοξασες, κυρως δε την αυθαιρεσα της θρησκευτικς αρχς.
     Mετ τη δημοσευση των "Μυστηρων Της Κεφαλονις" το 1856, που ειρωνεεται και καυτηριζει την αμθεια και την υποκρισα του κλρου, η ανοχ εξαντλθηκε. Ο μητροπολτης Κεφαλληνας Σπυρδωνας Κοντομχαλος, στην αγγλοκρατομενη ττε Κεφαλονι, προβανει σε αφορισμ του συγγραφα –και φυσικ και το βιβλο- με την υποστριξη του φανατισμνου χλου. Ο αφορισμς εχε προαποφασιστε και συνταχτε νωρτερα (φρει την ημερομηνα 16 Φεβρουαρου 1856).  Δεν εναι δσκολο να καταλβουμε τον λγο της ενχλησης των δεσποτδων ταν η γραφ του ξεσκεπζει τους βολεμνους κληρικος και τους τσιγκλ σαν αγκθι στο πλευρ:

   «Μπορονε να ειπωθονε οπαδο του Χριστο, επειδ πιστεουνε πως η θετητα εναι τρισυπστατη, εν η πραγματικ τους θετητα εναι το νιτερσο τους;» αναρωτιται. Θλησε να πρει τον αφορισμ στ' αστεα.
 -"Και τ θα πθω τρα που με αφρισαν;" ρτησε.
 -"Να, το κορμ σου δε θα λισει ποτ".
 -"Τουλχιστον αφρισαν και τα παποτσια μου να μη λινουν οι σλες";

     Μωρο, υπρμαχοι της στασιμτητος, φονεσετε αν θλετε τον καινοτμον. Αλλ να ξερετε τι ο φνος του καινοτμου εναι η εγκαιναση των αρχν του. Πειστικ δι σας απδειξη ο φνος του καινοτμου Ιησο. (Ιδο Ο νθρωπος).

     Η 2 Μαρτου 1856 -μρα του πρτου αφορισμο του- εναι μια ημερομηνα εφιαλτικ για τον Λασκαρτο. Απ’ το πρω χτυπνε νεκρικ οι καμπνες λων των εκκλησιν του νησιο. Κατ το μεσημρι ο δεσπτης Σπυρδων Κοντομχαλος διαβζει τον αφορισμ για το «βδλυγμα της ερημσεως» μες στη καθιερωμνη θρησκευτικ παρταξη και πομπ, με τα μαρα πισωμνα κερι και μαρα μφια των παπδων.
     Η εντπωση εναι τρομακτικ. Ο θρησκληπτος κι αμρφωτος λας εναι αγριεμνος σε ττοιο σημεο εναντον του «αφορεσμνου» στε κινδυνεει κι η δια η ζω του. δη νας απ’ τους παπαδανθρπους τον χει φτσει μες στην αγορ. Η Αστυνομα του συνιστ να κλειστε στο σπτι του, τουλχιστον 40 μρες, σπου να κατευναστον τα πνεματα. Αλλ κι τσι προφυλαγμνος κινδυνεει να πεθνει της πενας μαζ με ολκληρη την οικογνει του γιατ κανες δεν του δνει τρφιμα, οτε ψωμ.
     Μετ δυο εβδομδες η Αστυνομα του συνιστ να εγκαταλεψει την Κεφαλλονι για να γλυτσει τη ζω του. Ο Λασκαρτος καταφεγει κυνηγημνος στη Ζκυνθο, που μως τον αναγνωρζουν δυο βαστζοι συμπατριτες του και τον φτνουν. Κι εν μισοπεθαμνος εγκαθσταται σ’ να σπτι φιλικ του, ο δεσπτης Ζακνθου, Νικλαος Κοκκνης του διαβζει 2ον αφορισμ. Ωστσο εναι τσο το μεγαλεο του ανθρπου αυτο στε… «σε τοτη την περσταση», -πως γρφει στην περφημη απκρισ του στον Αφορισμ- «εγνρισα δι περας εκενο που εχα ακουστ ως ττες… εγνρισα την φση τη Θεκ της Συνεδησης και την πειρη δναμ της… Η συνεδησ μου με σκωνε ψηλ και ψηλθε μου δειχνε ναν νθρωπο ασχημισμνον απ τους λλους ανθρπους, επειδ λαβε την γενναιτητα να τους ειπ την ΑΛΗΘΕΙΑ».

Ο Δημτρης Ψαθς γρφει για τον αφορισμ του Λασκαρτου:

     ψωσε την ψυχ σου και την φαντασαν σου εις τα απειρριθμα ηλιακ συστματα του απερου Παντς. Ιδς εις αυτ λα ενωμνα να μριον της Μεγαλειτητος του Θεο, και στοχσου ενταυτ τι τα χριστιανικ μπαγνια πιστεουνε, πως τον θεν εκενον τνε γνοιζει τι μαγερεουμε και τι τρμε, δι να μας ανταμοψη να μας παιδψη!… Οποα μπαιγνιοσνη…

απσπασμα απ ρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ στο περιοδικ ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 821, 15/9/1961 1η δημοσευση: εφημερδα ΤΑ ΝΕΑ, 4/9/1961

     Στις 2 Μαρτου 1856, ο μητροπολτης Κεφαλλονις Σπυρδωνας Κοντομχαλος, στην αγγλοκρατομενη ττε Κεφαλονι, αφορζει τον Ανδρα Λασκαρτο λγω του βιβλου «Μυστρια Της Κεφαλονις» και φυσικ το βιβλο. Ο αφορισμς εχε προαποφασιστε και συνταχτε νωρτερα (φρει ημερομηνα 16 Φλεβρη 1856). Ο Λασκαρτος καταφεγει κυνηγημνος στη Ζκυνθο, αλλ στις 16 Μρτη 1856 αφορζεται κι εκε, απ τον μητροπολτη της, Νικλαο Κοκκνη.
     Οι απψεις του Λασκαρτου για την ορθοδοξα, αλλ και για την ννοια του θεο γενικτερα, δεν ταν δυνατ να γνουν ανεκτς απ το ττε κατεστημνο στην Εκκλησα της Κεφαλονις, γιατ τραζαν τα λιμνασμνα νερ της, που στηρζονταν στην αμθεια και στα παργωγ της. Τη θρησκοληψα, τη θαυματολογα, το εμπριο των προλψεων, τη φτχεια και εξαθλωση του λαο. Γενικ, στην αγυρτα και στην απτη.
     Ενας ιδιτυπος δυσμς κυριαρχε στη σκψη του Λασκαρτου. Στο κεφλαιο 12, «Θρησκα» (γραφ Λασκαρτου), των «Μ.τ.Κ», γρφει: «Η ψυχ μας λοιπν εναι συνθεμνη απ δναμες ανθρπινης φσεως και δναμες μιας λλης αντερης φσης. Η πρτες μας συγγενβουνε με τον κσμο. Η δετερες με τη Θετητα». Και «υπρχει τω ντι μια ηθικ τξη πραγμτων, νας Οικουμενικς Αινιος Κδικας, ο οποος εμπεριχει λες εκενες τις ηθικς αρετς οπο ολκληρο το ανθρπινο γνος ομολγησε πντα και θλει ομολογσει». («Απαντα», τμος 1ος, σελδες 94-95).
     Αυτ τη θετητα ο Λασκαρτος τη θεωρε κτι πολ μεγλο και υψηλ και νομζει πως η τρχουσα ττε χριστιανικ εκδοχ της τη μεινει και την ευτελζει. Π.χ., πως αναφρω και στο βιβλο μου για τους Λασκαρτο και Αβλιχο, στο διγημ του «Ταξδι στον πλαντη Δα», ο Λασκαρτος «καβαλει» σε μια ηλιαχτδα που περνει απ το χτμα του στο Ληξορι και βρσκεται στο Δα, που τα πντα, μψυχα και ψυχα, εναι χλιες φορς μεγαλτερα απ αυτ της Γης. Οι νθρωποι του Δα τον παρνουνε για ανθρωπμορφο ντομο, για ζωφιο, τον πινουνε με μια τσιμπδα, τον βζουνε στη χοφτα τους και τον εξετζουνε με περιργεια.
     Μετ τον βζουνε πνω σ' να τραπζι της «Αυτοκρατορικς Ακαδημας Επιστημν του Δα», τον σκεπζουνε με μια γυλα, κι επειδ τον εχαν βρει μες στα λχανα του κπου, νομζουνε τι τα τρει ωμ και γι' αυτ του βζουνε και μια ρζα λχανου κτω απ τη γυλα, για να μην ψοφσει απ την πενα. Συγκαλεται, στη συνχεια, η Σγκλητος της Ακαδημας για να εξετσουν τα μλη της το περεργο ον. Αυτς σκφτεται να τους μιλσει «δι την Ηπειροθεσσαλα και πως ελπζουμε εντς ολγου να προυμε τα Γιννινα», σατιρζοντας τις ανθρωποκεντρικς ιδες και τις θρησκευτικς αντιλψεις των Χριστιανν περ Θεο.
     Οταν οι κτοικοι του Δα ακονε για την «τριδα ομοοσιον και αχριστον», προβλλουνε την νσταση του «αριθμητικς ακατανητου» και συμπερανουνε με επιεκεια: «Μην τα ξεσυνεριζομσθε τα καημνα, ντομα εναι... πλθουν εις τον εαυτν τους ναν Θε, οποον η διανοητικς τους δναμες τους τον επιτρπουν» («Απαντα», τμος Β, σελδες 210-216).
     Αλλ και στους «Στοχασμος» (τμος 2ος, σελδα 146) γρφει: «Υψωσε την ψυχ σου και την φαντασαν σου εις τα απειρριθμα ηλιακ συστματα του απερου Παντς. Ιδς εις αυτ λα ενωμνα να μριον της Μεγαλειτητος του Θεο, και στοχσου ενταυτ τι τα χριστιανικ μπαγνια πιστεουνε, πως τον θεν εκενον τνε γνοιζει τι μαγερεουμε και τι τρμε, δι να μας ανταμοψη να μας παιδψη!.. Οποα 'μπαιγνιοσνη...».
     Τα «Μ.τ.Κ» οδηγσανε στον αφορισμ του Λασκαρτου, του βιβλου του, αλλ και των αναγνωστν του.
     Οι παπδες της Κεφαλονις, με ελχιστες εξαιρσεις, «με λη την πομπ και παρταξη», εδιβασαν απ τον μβωνα τον αφορισμ «κατ του πασγνωστου απονενοημνου και εκ της ευθεας οδο της ορθοδξου ημν πστεως δυστυχς αποπλανησθντος Ανδρα Γ. Λασκαρτου». Ο αφορισμς που τπωσαν και τον εκυκλοφρησαν καταλγει ως εξς:

     «Εν μως παρακοσει ταις εκκλησιαστικας ταταις παραινσεις και μη εις το πυρ δσει τα παρ' αυτ σωζμενα ανττυπα της παρ' αυτο εκδοθεσης Ββλου, χομεν αυτν αφωρισμνον παρ Πατρς, Υιο και Αγου Πνεματος, παρ της Μας Αγας Καθολικς και Αποστολικς του Χριστο Εκκλησας, παρ των τριακοσων δκα και οκτ θεοφρων πατρων, στω τρμων και στνων επ της γης ως ο Κιν, κληρονομηστω τη λπραν του Γιεζ και την αγχνην του Ιοδα. Τατα μεν, η δε του Θεο χρις και το πειρον λεος, και η ευχ και η ευλογα της ημν ταπειντητος εη μετ πντων ημν».
     Αλλος αννυμος κληρικς γραφε:  «Το βδλυγμα της ερημσεως εν Κεφαλληνα ο ασεβς Ανδρας Λασκαρτος», βρζοντας, επσης, τον ποιητ με το συνηθισμνο ιερατικ τρπο.
     Ο Λασκαρτος στην «Απκριση Εις Τον Αφορεσμ», γρφει πως «ταν νας θε εναι αφορεσμνος απ την Αγα Τριδα, θελ' χει αρκετ» και λοι οι λλοι «ενοχληθκανε αχρεαστα». Ιδιατερο ενδιαφρον παρουσιζει το «καταρολγιο» αυτν των κειμνων.
     Στη συζτηση που γινε, στο συμπσιο και σε «στρογγυλ τρπεζα», ο Γ. Μεταλληνς υποστριξε πως ο Λασκαρτος επιδωξε τον αφορισμ του απ την Ι. Σ. «για λγους διαφμισης» και πως «αν δεν εχε αφοριστε δε θα εχε γνει ευρτερα γνωστς».
     Ο Γ. Αλισανδρτος τνισε το θετικ ρλο του Λασκαρτου, ιδως μετ την Ενωση, χτυπντας σκληρ τη διαφθορ, προπαντς στο πρσωπο του Δελιγιαννισμο.
     Ο Σ. Λουκτος υποστριξε πως ο Λασκαρτος, ως αριστοκρτης και αντιδραστικς, χτπησε το λακ κλρο που ταν πντα κοντ στο λα και τον ενωτικ αγνα των Επτανησων, εν με τον αντερο κλρο τα εχε καλ. Αναφρθηκε στο καθεστς των «κομεστδων» (απ το ιταλικ come sta), που σημανει «πως χει», «πως εναι»), που υποστριζε ο Λασκαρτος.
     Ο Λασκαρτος, παρ τη σγκρουσ του με την Εκκλησα και τη συμβολ του στο φωτισμ του λαο με την καταγγελα της εκμετλλευσης της θρησκοληψας και των προλψεων, υπρξε κοινωνικ και πολιτικ αντιδραστικς, χοντας τοποθετηθε σταθερ κατ του ριζοσπαστισμο, κατ της Ενωσης, κατ του εκλογικο δικαιματος και της ελευθεροτυπας.
     τανε ξνος απ την εποχ του, πσω κι χι μπροστ απ την εποχ του. Ο ρλος του υπρξε ανασταλτικς. Αλλ σμφωνα και με την ποψη του Κ. Πορφρη, σαν δυνατς σατιρικς ποιητς που ταν «μπρεσε να βρει τα τρωτ σημεα της επερχμενης αστικς πραγματικτητας. Κι δωσε τη γελοιογραφικ εικνα ενς κσμου, που κρυβε κιλας μσα του την αποσνθεσ του».
          Φεγει στο Λονδνο για να λξει η νταση. Τον επμενο χρνο επιστρφει στο νησ αλλ οι περιπτεις του δεν τελεινουν εδ αφο περν 4 μνες φυλακισμνος στο Σωφρονιστριο της Κεφαλονις μετ απ ερμην καταδκη του, εξαιτας της καυστικς εφημερδας ΛΥΧΝΟΣ.
     Το 1859 εξδωσε το σατιρικ περιοδικ "Λχνος" και κθε τσο τονε τραβοσανε στα δικαστρια και στη φυλακ ενοτε, για τη καυστικ του πννα και την ελευθεροστομα του προς τους πολιτικντηδες και τους εκμεταλλευτς της θρησκεας. Για να υποστηρξει καλτερα τις πολιτικοκοινωνικς του πεποιθσεις, ανακατετηκε με τη πολιτικ κι βαλε υποψηφιτητα μλιστα, για βουλευτς. Η αποτυχα του φυσικ, τανε προδιαγεγραμμνη, γιατ εχε αδυσπητο κατατρεγμ, απ' λους εκενους, μικρος μεγλους, που 'χε θξει στα συμφροντ τους, κατ καιρος, μσω του περιοδικο και του λγου του. Απογοητευμνος, φεγει για την Αγγλα, μα κι εκε δεν μεινε για πολ.
     Το 1867 εκδδει την "Απκριση Εις Τον Αφορεσμν Του Κλρου Της Κεφαλονις Τω 1856" και μπανει σε νους μπελδες και να δικαστικ διαμχη, αυτ τη φορ μως το σμα των ενρκων τον αθωνει. Πολ χαρακτηριστικ εναι το διγημα του "νειρο" που εμπαζει ολκληρο τον κλρο και μαζ λα τα ιερ και τα σια.
     Στο διγημα αυτ ονειρεεται, λει, πως πθανε και πγε, εξαιτας του αφορισμο του, στη κλαση που συνντησε να σωρ Ιερες, Αρχιερες και Πατριρχες να απολαμβνουν περιποισεις ως φιλοξενομενοι του Εωσφρου στη κλαση! Απευθυνμενος μλιστα σε γνωστ του Δεσπτη λει τα εξς χαριτωμνα: «Μα βλπω που αφορεσμνοι κι αφορεστδες εις την δια τρπα του Διαλου καταντμε!» . Στα 1899 ο ιερας Γερσιμος Δορζας, φλος και θαυμαστς του συγγραφα, ζτησε και πτυχε, μσα απ περπλοκες διαδικασες και με το Λασκαρτο ν' αρνεται κατηγορηματικ ν' απολογηθε, την ρση του αφορισμο.
     Εκτς απ τα ποιητικ του ργα δημοσιεσε, το 1886, το "Ιδο Ο νθρωπος", με τπους και χαρακτρες ανθρπων, που θεωρονται εφμιλλοι του Θεφραστου και του Λαμπρυγιρ, σε ψυχογραφικ, ψυχολογικ κι ηθογραφικ αρτιτητα, πληρτητα κι ελευθερα, κατ το ξεδπλωμα της περιγραφς τους. πως αναφρει ο διος στο ποημ του "Η γννησ μου" -που δνει να δυνατ χτπημα στις λακς προλψεις:

     "Το μνο ιστορικ του στιχουργματος τοτου εναι η μρα της γεννσες μου. Πραγματικς, εγ εξημερθηκα, γεννημνος την 1ην Μαου 1811. Απ βραδς η μννα μου εχε συμφωνσει με φιλονδες της, να πνε στο Μη. τσι την ακλουθην αυγ, ευρθηκε πολ δυσαρεστημνη, να μη μπορση να χαρ το ξεφντωμα κενο. Οι φιλονδες της μως, εις την επιστροφ τους απ το Μη, εφρανε και μου ερρξανε απνω μου λα τα νθια, σα εχανε απ το κμπο."

…και για να ..."προβοδσει" μιαν κδοση ποιημτων του γραψε:

     "Αγαπητ μου Ποιματα. Σας λω ποιματα, επειδ ετοιμζοντας να σας παρουσισω στην κοινωνα, επιθυμ να σας προβιβσω. Οι ττλοι αρσουνε μσα-μσα, ως και στους πλον κκκινους δημοκρτες.
     Πολλ μικρ δκηα βαλμνα αντμα μ' επαρακινσανε να σας ανακαλσω απ την εξορα σας, να σας ζητσω δανεικ απ το φλο μου το Βαλαορτη, να σας αντιγρψω χτενζοντς σας και να σας χειραφετσω, επιτρποντας να δημοσιευθτε δια του τπου. Ανμεσα μως εις τα μικρ δκηα, εναι και να χι αδιφορο, φβος τι μαν ημρα θελε τυπωθετε εις την αρχικσας κατσταση και θελε φανετε πολ περισστερο αξιοκατκριτα απ' τι σμερα τσι δαμασμνα σας παρρησιζω. Η δε σημεριν σας δημοσεψη θα εμποδση ββαια κθε λλην υστεριντερη μη εξουσιοδοτημνη απ εμ.
     Σε τοτην μως τη φοβερ στιγμ στην οποα δνοντας εσς ξω, βνω τον εαυτ μου στο μγγανο της δημσιας γνμης, επιθυμ να σας ειπ πρτα δυ λγια.
     Και απνου σ' λα, μην βγετε με την οηση πως εσθε ποησες, επειδ ττοιες δεν εσθε. Η ποιητικσας αξα εναι λγη, πολλ ολγη και εναι σχετικ στες περστασες. Το πνεμα σμερα της Ελλδος κοιμται πνο βαθ και ονειρεεται να τρη κολοκθια ωμ, επειδ ο λογιωτατισμς, αντιττου, σβγε και νεκρνει τα πνεματα, και σεις εσθε απ τα λγα που δε λογιοτατζουνε. ταν το πνεμα της Ελλδος, το ελληνικ πνεμα ξυπνσει, χι πλον λογιοτατστικο, αλλ ελληνικ πνεμα, κι ελεεινολογση και το καιρ το χαμνονε, και το χαρτ το χαλασμνο το τσο, δε θα ερη παρ κποια λγα γραμμνα στη γλσσα του, μεταξ των οποων και σας. Και τοτη εναι και θλει εναι η μνη φιλολογικσας αξα...
     ...Σρ'τε λοιπν, σρ'τε στχοιμου. Μπορε να μην εσθε ποησες, αλλ θλ' εσθ' ελπζω κτι τ καλτερο απ ποησες. θλ' εσθε, σμερα, κεντιστρι για το κοιμμενο ελληνικ πνεμα, και αριο-μεθαριο, μαρτυρες του σμερα.
    Σρ'τε στχοιμου, Σας προβοδνω με θρρος και κατ δετερην ποψην. Οι θρησκευτικο μου διχτες, εκενοι που με αφορζανε επειδ εξεσκπαζα τες κατχρησςτους, καθς κι εκενοι οπο μ' εφτιοτανε γιατ επσχιζα να τους ανοξω τα μτια στες κατχρησες των απαταινωντους, δεν αφορζουνε πλον, δεν φτιονε πλον. Οι δετεροι τοτοι ανοξανε τλος-πντων τα μτιατους, και οι πρτοι ελουφισανε
.

                     Σρ'τε στχοιμου, σρ'τε τυπωθετε.
                     Δεν εν' πουλι στον κσμο αφορεστδες.
                     Βουβο, σβυσμνοι, παν' οι υποκριτδες,
                     Και σες 'μπορετε τρα να φαντε.

                     Λεθεροι στχοι, 'λεθερα 'μιλετε.
                     Στηλητψετε ολοθε τσ ασχημδες
                     Παρμοια σε λακος σε παπδες.
                     Εμπαξεττες που τες ειδετε.

                     Στην Αγυφτσας ως και σες κρυμμνοι,
                     γγελος και σ' εσς φρνει την εδηση:
                     "Ελτε", σας φωνζει, "εν' απεθαμνοι,
                      Οι ζητοντες να πνξουν' τη συνεδηση".                          

                     Σρ'τε στχοι μου, εβγτε παρησα
                     και φωνξετε: "Ζτω η Ελευθερα".

     Απ ττε χουν μενει πολλ ανκδοτα στη μνμη των Κεφαλονιτν και τα οποα πιστοποιον το πσο ξυπνος και ετοιμλογος ταν. Δο απ αυτ τα ανκδοτα εναι τα εξς:

     Στη γιορτ του, νας γετονς του για να τον ειρωνευτε του στειλε με την υπηρτρι του το δρο του, να καλθι γεμτο κρατα κριαριο και πνω εχε μια επιγραφ "Στη γιορτ σου". Βλποντας αυτ ο Λασκαρτος βγανει ξω στον κπο του και κβει τα ωραιτερα νθη και τα βζει μσα στο διο καλθι με την επιγραφ "Απ' ,τι χει ο καθνας δωρζει" και τα δνει στην υπηρτρια και της λει: "Δσε αυτ κρη μου στον κρι σου".

     Οταν ο επσκοπος τον αφρισε, κποιος πγε να τον επισκεφθε για να του το αναγγελει και μλιστα ειρωνικ "Τα μαθες σιρ-Ανδρα, ο επσκοπος σε αφρισε" και ττε ο Λασκαρτος του απαντ: "Ευχαριστ τον επσκοπο για τον αφορισμ, αλλ θα τον παρακαλοσα πολ να μου αφορσει και τα παποτσια των παιδιν μου για να μη λισουνε ποτ" (πστευε τι ποιος αφορισθε και πεθνει δε θα λισει ποτ).

-------------------------------------------
     Απσπασμα απ το ργο του «νειρο»:

     τανε να ξημερσει Μεγλο Σββατο, που εδα στον πνο μου πως απθανα. Επθανα, και ως στρψη ματιο ευρθηκα εις τον λλον κσμο. Εκε ως απ ενστγματος, τρεξα ευθς για τον Παρδεισο κι λαβα την τσον καλν τχη να φθσω εις την στιγμ που ο Θες βγαινε να πη περπατο.
     Μιλιονιοι γιοι τον επεριστοιχοσανε βαστνες αγγελοδια λτινα, σαν εκενα των εκκλησιν, κι εγ εστοχσθηκα να ωφεληθ απ εκενην την ανασττωση, απ εκενη την σκοτορα, δια να μβω λαθρεμπορικς πως εις τον Παρδεισο, αποφεγοντας τελωνειακς ρευνας, σαν που κι εγ εχα κτι να κρψω.
     νατρεχα λοιπν τον χεμαρρον των Αγων, ανογοντας το δρμο μου με τα δυο μου χρια, ταν ο η Πτρος, ο ακομητος εκενος θυρωρς των Ουρανων Αναχτρων, με αρπζει απ το λαιμοδτη, και «Στσου, λει, ανξια κολασμνη ψυχ!»
 -«γιε, του επα εγ, γιατ με πινεις απ το κολτο, σαν να μουνα κλφτης;»
 -«Σπα, λει, μπερδ-μα δεν το τελεωσε- φεγα εδθε και πγαινε στο πυρ το εξτερον, το ητοιμασμνον δια σους ξεσκεπζετε τα& τα& τα& των ευσωβν ιερων μας.»
     Εγ, για μα στιγμ ετρμαξα επειδ τα μτια του Αγου ερρχνανε φωτις απ το θυμ του, και τα γνεια του ετρμανε κι επτα σπθες σλια απ το στμα του! Μα πειτα κνοντας δναμη στον εαυτ μου, τρεξα κι εσταμτησα τον Θεν, κι πεσα στα πδια του, και γονυπετς του επα- «Θε Πατρα, λβε ευσπλαχνα δι εμ, και διρισε του αγου θυρωρο σου να με αφση να μβω εις την αινιαν χαρν και αγαλλασην».
     Μα ττε και ο η-Πτρος -«Παναγιτατε, του λει, τοτος εναι καταδικασμνος απ τους αντιπροσπους σου πληρεξοσιους παπδες εις το πυρ το εξτερον.»
 -«Α! λει ο Θες, ττε, παιδ μου, δεν μπορ να σου κμω τποτα!»
 -«Μα! επα πλι εγ, Θε Πατρα, κμε λεος!» Και ο καλς Θες, στρεφμενος ττε προς τον μονογεν του υιν- «Εσ, λει, που στθηκες εκε κτου και γνωρζεις τοτα καλτερ μου, ιδς περ τνος πρκειται». Με τοτο τρβηξε το δρμο του. τσι ο Χριστς εμεινε με εμ, και, με τη συνηθισμνη του καλοσνη, μ' εχδεψε.
     Μα ττες ο η-Πτρος βγαλε μσ' απ' τα ρσα του το αφοροχρτι των 1856, και «Διβασε, λει του Χριστο, διβασε, Υπερνδοξε Διδοχε. Και πες αν ετοτος ο νθρωπος ημπορ να μπη στον Παρδεισ μας».
     Ο Χριστς επρε το αφοροχρτι, το εφυλολησε, και στραφες προς εμ- «Μα τι τους καμες, μου επε, που σε αφορσανε;»
 -«Ω γλυκτατ μου Ιησο! του επα εγ, με αφορσανε, επειδ του λεγξα τις ανοσιουργες τους. Πρπει να ξρης , Ιησο μου, τι η θρησκεα την οποαν εδδαξες εις τον Κσμο, δεν υπρχει πλον εκι κτου. Επειδ απ καιρ σε καιρ, και απ λγο σε λγο, την λλαξαν λην, στε τρα δεν μεινε παρ το νομ σου απνου σε μια σωρεα θρησκευτικν εθμων, που τα λνε θρησκεα σου. Μια ττοια θρησκοκιβδλωση, φυσικ τω λγω, μακρν απ του να φρνη την ηθικοποησην του ατμου, σκοπς τοτος της θρησκεας σου, διαφθερει εξεναντας, και αποχτηννει τα πλθη. Οι δε παπδες, αδιαφορντες εις το εξαγμενον τοτο, μετρχονται την παπαδοσνη τους ως ργον για να ζσουνε και φυσικ τω λγω εξαγρινονται εναντον εις ποιον προσπαθση να ανοξη τα μτια των οπαδν τους. τσι, η εξλειψη της θρησκεας σου απ τον Κσμο μας εναι, Ιησο μου, τρα πλον fait accompli».
 -«Μου το παν κι λλοι, λει, μου το παν κι λλοι!» «τσι, εγ επανλαβα, κποιες απ τις καταχρησς τους τες εστηλτεψα σ' να μου βιβλον, που για τοτο το ονμασα Μυστρια της Κεφαλονις. Αλλ εκενου σαν ειδθηκαν ξεφαυλισμνοι εμπρς εις το πομνιν τους, ελυσσιξανε, Χριστ μου, επαραφρονσανε, και με αφορσανε με λην την πομπν και παρταξην απ την Εκκλησα τους».
     Ο Χριστς δεν ηθλησε να ακοση περισστερο. Εκονησε λυπημνος του κεφλι του, και, ξαναλγοντας πντα: «Μου το παν κι λλοι, μου το παν κι λλοι» στρεψε προς τον η-Πτρο και «σ' τονε, λει, να εμπ και βλ' τονε σε μια αγκων να μην φανεται.»
 -«Αδνατο, Χριστ μου, αδνατο!- επεν ο γριος εκενος Κρβερος. Κλονζεται η πστη, αν τοτο γνη. Ενθυμσου τι συ αυτς δωσες εις τους παπδες την εξουσα να λυον και να δνουνε, και υποσχθηκες να εχτελς εις τον Ουρανν ,τι και πως εκενοι διορσουνε στη Γη.»
 -«Corpo di Bacco! επε ττες ο Χριστς φργκικα. Ας εναι. Στελε τονε λοιπν εις την Κλαση. Μα δσε του και δυο γραμμς να συστατικ στον Εωσφρο, για να μη σκληραγωγση απνου του».
     Επε κι φυγε. Εγ μεινα με τον η-Πτρο, στις βγαλε κομμτι χαρτ, και ακουμπντας απνου στο γνα του, γραψε συστατικ, μου το εγχερισε, και ττε μια ακαταμχητη βα με σπρωξε στην Κλαση.
     Το εσωτερικν της Κολσεως τον φοβερν και επιβλητικ. Ο Μγας Εωοσφρος , καθισμνος εις να ξγναντο με τους αξιωματικος του Αρχιδιαλους δεξι-ζερβιθε, υψωντουνε ανμεσ τους σα βρχος. Εμπρς σε τοτους εκυλιντανε πλθος Διαολκια τοιμα για θλημα. Η αρατη βα που με σπρωξε εκε μσα εξακολοθησε να με σπρχνη, και με φερε στους πδας του Μεγλου εκενου Κυριρχου της Κολσεως.
     ταν με εδε κοντ του, αναγλφτηκε, καθς θελε να κμει λκος, για να αρπξη αρνκι! Αλλ' ταν του επαρουσασα το συστατικ του η-Πτρου, τριξε τα δντια του απ τη λσσα του! Εσεστηκε η Κλαση σ' εκενο το τρξιμο, και ο η-Πτρος καμε το σταυρ του.
     Μου δωσε μια φρικδη στραβοματι, και«εχθρ, λει, του Διαβλου και της Κολσεως! Εγ επντεχα να σε γδρω με πυροβολπετρα. Καθς ο Νικολκης θελε να γδρη το φλο μου τον παπ Μαντσαβνο. Και μως υποχρεομαι να σε ξενσω κι εσ, καθς κνω και εις τους φλους μου. επειδ τσι θλει ο Αφντης μου».
     νευσ' πειτα σ' να Διαολκι κι εκενο κυλισμνο, μ' συρε ενεργντας απνου μου μαν λξη σαν εκενη του μαγντη, επιβλητικ και φευχτη.
     τσι δεν αργσαμε να φθσωμε σε μα μεγλη πρτα, η οποα μας ανοχθηκε αυτομτως ευθς εις το φθσιμ μας. Αλλ οποα ττε η κπληξ μου, ταν ευρθηκα μεταξ των Ιερων, Αρχιερων και Πατριαρχν.


-------------------------

     Η κατσχεση του "Λχνου" θα γνει θα γνει μετ απ την παρουσαση του σατιρικο του ποιματος το "Νανρισμα" το οποο αναφερταν στην κονια του διαδχου Κωνσταντνου.Επσης εκδδει "Ιδο Ο νθρωπος" το 1886, "Οι στοχασμο συλλογ σοφν γνωμν εις ελληνικν και ιταλικν γλσσαν", "Αυτοβιογραφα", "θη, θιμα και δοξασαι της Κεφαλονις" κ.. γραψε ποιματα, πεζογραφματα, πολεμικ βιβλα και φυλλδια (λιβλους), τεχνολογικ δοκμια για τον πεζ και ποιητικ λγο, και πολλ γρμματα σε τοπικς εφημερδας. Το ηθικ ργο του Λασκαρτου ταυτστηκε απλυτα με την γεμτη ηθικ ζω του κι μεινε για πντα στην μνμη μας και στην Λογοτεχνα ως νας απ τους πιο ακραιους πνευματικος ανθρπους.
     Μετ την επιστροφ του απ την Αγγλα, που δεν εχε μενει πολ, ξαναγρισε στη Κεφαλονι, στο Αργοστλι, που κι εγκαταστθηκε μχρι τον θνατ του, πλρης ημερν, σε ηλικα 90 ετν. Τη νχτα της 23 προς 24 Ιουλου 1901, ρθε γαλνια το τλος. τσι, ο πρην απβλητος της Εκκλησας θα κηδευτε με λες τις τιμς και με πανελλνια αναγνριση. Εναι θαμμνος στο νεκροταφεο τ' Αργοστολιο, στο Δρπανο, του οποου την Παναγα τη Δραπανιτισσα επικαλεται ο θες στη στιρ του «Γιατ τα τλαρα τα λνε τλαρα», απευθυνμενος στους «πρωτπλαστους», ταν τους διχνει απ τον παρδεισο:

«Μα, μα τη Δραπανιτισσα, μωρς,
Θε να σας διξω εδθε. Ας ναι, φτνει».

     Ο μγιστος της επτανησιακς και «βαρ πυροβολικ» της νεοελληνικς στιρας ζησε πολλ χρνια με διωγμος, κατατρεγμος, εξορες, φυλακς και αγνα, υπερασπζοντας ανυποχρητα ,τι ενμιζε σωστ.

     Μωρο, υπρμαχοι της στασιμτητος, φονεσετε αν θλετε τον καινοτμον. Αλλ να ξερετε τι ο φνος του καινοτμου εναι η εγκαιναση των αρχν του. Πειστικ δι σας απδειξη ο φνος του καινοτμου Ιησο.

     Η φση, πλθουσα τον νθρωπον, φανεται να δειξε λη της φειδωλα σε τοτο το μρος, εις τη συνεδηση!

     Τποτα φρονιμτερο απ το να θλης να ζσης. Μα θλε να ζσης με αξιοπρπεια.

    
Εν εις τον νθρωπον εδθη η ψωσ του ως εις τα υπερφυ ντα, του αφθη και η καταββασ του ως εις τα κτνη και συχν και παρακτου ακμη.

     Ο Χριστιανισμς σε μας τοποθετεται ανμεσα στα πργματα πολυτελεας. Δεν τον χρησιμοποιομε παρ για κομπασμ και για να κνουμε επδειξη, χι μως για την καθημεριν χρση στις σχσεις μας με τους ανθρπους. (Στοχασμο)

     Οι χριστιανο σμερα χουν στην πουσνρα (=σακολα) τους τρι λογινε θρησκεες: Μα που τνε λνε και δεν τνε κνουνε. Μα που τνε κνουνε και δεν τνε λνε. Και μα που, και τνε λνε, και τνε κνουνε. Η πρτη εναι η θρησκεα του Χριστο, η δετερη του Διαλου, η τρτη τση Κοιλις. (Μυστρια Κεφαλονις)

---------------------------------------------------------------

Το Ληξορι
                                    1936          αφιρωση

ντις 'μπορ νας σ' λους να χαρζη
Και στον διο καιρ να μην τους δνη,
θελ' εναι κακα να ξεχωρζη
νανε, και τους λλους ναν τσ' αφνη.

τσι και τη Λαμπρ  ο παπςμας στνει
Τη λαμπδατου σ' ποιον την ορζει
Γιατ, σο κι αν ανβουνε απ 'κενη,
Τποτα του παπ δεν του στοιχζει.

Που αν τανε να χνη οχ τη λαμπδα
Τρες τσσαρες σταξολες, δο, μα,
Ττε νασκε θελ' εναι φρονημδα
Να βαλθ κι ο παπς σε οικονομα.

Και πλον οχ τη λαμπδα του παπ
Να μην ανβη πρι η παπαδι.
τσι κι εγ μ' αυτ το ποιηματκι
Οπο τρα τυπνω,

Μικρ, χαροποι κι αλαφρουλκι,
Σ' λουςσας τ' αφιερνω.
Και δνω το δικαωμα στον καθνα,
Εις σε λιγολογα,

Να'π: "Τοτο αφιερθηκε σ' εμνα."
Κι ας το χαρ με υγεα.
Ξεκαθαρζω ακμη,
Και τοτο με την δεια του Δεσπτη,

Και με στρεμου γνμη,
Πως ακοω, διορζω και θλω, τι,
Καλγηροι, παπδες,
'Παντρεμνες, ανπαντρες κοπλες,

Καλγρηες, ασκητδες,
Νης μορφες, και γρης με σοτανλες,
λοι, για 'πινομ μου,
Νχουνε μρος στην αφιρωσμου. 

          Η νοιξη

Εδναι, εδναι, επλκωσε.
Γυνακες μαζωχτετε.
Ομπρς, συναπαντσ'τετη
Ομπρς ναν τη δεχτετε.

Να, νρχεται η γλυκι νοιξη
Λουλουδοστολισμνη,
Απνου σ' να γδαρο
Αντρκια καθισμνη.

Κι οπσωθτης τρχουνε
Κοπδια γκαριστδες,
λοι ζουρλο απ το ασθημα,
λοι ζεστο εραστδες.

Κλοτσον' τετραποδζοντες
Και κλαν' οχ τη χαρτους,
Και ζωνταν στα μτιτους
Θωρες τη βουρλισιτους.

Και ολθερμα γκαρζοντες
Τση χρεςτης πολλη-ρα,
Τη φρνουνε αλοτργυρα
Ναν τνε ιδ λ' η χρα.

Και αυτ στο δρμο ερχμενη,
Φυσντας αρα χλινε
Γιομζει ζστα απντεχα
Τση πρτες του σπητινε.

στε καψινει η νηνυφη
Στο χλιοτσικο αγερκι,
Κι ενδνεται αλαφρτερο
Λιν φορεματκι.

Και 'βγανει και δροσζεται,
Και βλπεις το ασθημτης,
Που ακοει ναν της εδρσισε
Ο αγρας την καρδιτης.

Αχ! νοιξη, γλυκι νοιξη!
Συντρφισα του νηνε,
στρε κοιν αξεχριστα
Σερνικοθλικνε!

Αν εσ τρα εγριζες
Κι αλλο τα βματσου,
Πσους στον κμπο ακλουθους
θελε ειδες κοντσου!

Ναι, κι θε' ειδες που οι γροντες
'Σα δε 'μπορον' να ελθονε,
Μνουν' ξοπσω, κι δικα
Τους νηος κατηγορονε.

Και δε 'θυμντ' σα καναν
Κι εκενοι στον καιρτους,
ντις ακοανε δναμες
Ζεστς εις τον εαυττους.

Μα τσεν... τρ ας τ' αφσωμε.
Να, ιδτε τι κακ
Χωριατοπολες μορφες
Που κνουνε χωρ.

Αχ νοιξη, ας γυρσωμε
Σ' εκενες το ποδρι,
Μα βστα του γαδρουσου
Σφιχτ το χαλινρι.

Να, ιδτες που αγκαλιζουνται
η πουλι νητερςτους,
Κι αμπνουνται, και πφτουνε
Και φανουντ' οι ωμορφιςτους.

Αχ νοιξη, βαστησουνε
Απνου στο σαμρι,
Και τρβαε του γαδρουσου
Σφιχτ το χαλινρι.

νοιξη, γλυκιμου νοιξη,
Συντρφισα του νηνε,
στρε κοιν αξεχριστα
Σερνικοθλικνε!...

Συχαρισματα Εις Γενθλια Γαδρου

Καλορζικος. Να ζση
Ο νης γδαρος, ν' αξνη.
Να σου ζση, να σου γνη
Ωςκαθς επιθυμς.

Να σου αξνουνε τ' αυτιτου,
Και ναν' τα συχνοτσουλνη.
Να χοντρνη, να 'ψηλνη,
Ωςκαθς επιθυμς.

Να σου ζση. Ο Θεις να κμη
Να σου ζση ο γδαρςσου.
Ναν τον χης πντα ομπρςσου
Ωςκαθς επιθυμς.

Να σου ζση ο γδαρςσου
Και να ζσης κι η αφεντισου,
Ναν τον χης στη δουλεισου
Ωςκαθς επιθυμς. 

Σοβαρ Κποια
                                                 1851     Λονδνο 

Εικνα αγαπητ της γυναικςμου,
Τρα λα καν εσ στη συντροφιμου.
Κατοκα πντα μσα στην καρδιμου,
Και φλαμε οχ τση πλνεσες του κσμου.

Εσ γι 'μ Προσττης 'Αγγελςμου,
μεμπτα φλαε τα πατματμου
Και πρωτο σκοτισθον' τα λογικμου,
Πρλαβε, τρξε σ και λμψε εμπρςμου.

Ναι, το φςσου 'ξυπνει την αρετμου,
Και πιστνε σ' εσνα με βαστνει.
Γιατ τσο σ' αισθνομαι 'δικμου,

Τσο με τη ψυχμου ζημομνη,
Που δεν ηξρω πλον στη διαλογμου
Πς να σε 'πω: γυνακαμου ψυχμου.

Στην Υποκρισα

Σεπτ μου Υποκρισα, Δσποιν μου,
με συντριβ μου σου φιλ το χρι,
και σου προσφρω τα σεβσματ μου.
Ποι’ λλη αρετ καλτερ σου ξρει

να κερδζει τς ανθρπους εδ χμου;
Ο κσμος σε λατρεει, σε γεραρει,
κι εγ κλνω σ’ εσ τα γνατ μου
και σε γυρεω για οδηγ μου αστρι.

Φτισε μου σοβαρ το πρσωπ μου,
δσ’ μου φος πειστικ και ψη οσα,
για να μπορ κι εγ σε πομνι μου

να εξασκ την τση σου μαγεα.
Κι τσι να ’ν’ και για μ τον φτωχν γροντα,
του κσμου τα καλ και τα συμφροντα. 

Απ τους "Στοχασμος" του

ποιος με πραχαιρετ
και με πραχαδεει,
κτι απ μνα, ββαια,
να καρπιστε γυρεει. 

Γιατ Τὰ Τλαρα Τὰ Λνε Τλαρα

Α´
Ὅντις ἔπλασε ὁ Θειὸς τὴν Οἰκουμνη,
τὸ Ληξορι, καὶ τσους ἄλλους τπους,
εἶπε στὸ νοῦ του: Ἄ! τρα δὲ μοῦ μνει
πρι νὰ πλσω, γ μου, καὶ τσ᾽ ἀθρπους».
Κ᾽ ἐκεῖ ποὺ κρταε τὸν Ἀδὰμ στερννε,
τοὖπε: «Σὺ νἆσαι, Ἀδμ, τὸ ζῶ᾽ τῶ ζῶνε!

«Ἤγουν, νἆσαι καλτερος ἀπ᾽ ὅλα,
νἄχῃς τὸ γδαρο ἀπὸ κτουθ σου,
νὰ θρφεσαι μπαρμπονι και τριλα,
νἆνε ᾑ λαγκδες ὅλες ἐδικς σου·
Οἱ σκλοι ταπεινοὶ νὰ σὲ ὑπακοῦνε,
καὶ γιὰ σνανε ᾑ κττες νὰ γεννοῦνε».

«Βνω στὴν ἐξουσα σου τὰ σπανκια,
ἄν θλῃς νὰ τὰ κνῃς τσιγαρδι·
γιὰ σνανε φυτεω ῥαπανκια,
ἐσὺ νὰ τρῶς τὸ μῆλο καὶ τὸ ἀπδι.
Ὅλα νὰν τἄχῃς χωρὶς νὰ κοπιζῃς,
καὶ σ᾽ ἀγαπω πολ, γιατὶ μοῦ μοιζεις».

«Σοῦ χτιῶ στὸ περιβλι μου παλτι
μ᾽ ὅσα καλὰ ἡ θεα μου Πρνοια δνει·
καὶ νὰ τρῶς τὸ καλτερο κομμτι
χωρὶς νὰ σοῦ στοιχζῃ ἕνα φαρδνι.
Μὰ ἔτσι κηλα ζητῶ σου, κὺρ Ἀδμ μου,
νὰ μὴ ῾γγξῃς ποτὲ τὰ τλαρ μου!».

«Εἶν᾽ τὸ ξλο τῆς γνσεως τὰ χρματα,
κι᾽ ὅποιος τἄχει, ἔχει γνῶσι, εἶν᾽ προκομμνος,
ὤμορφος, ἔχει χλια προτερματα,
εἶνε ἀπ᾽ ὅλον τὸν κσμο ῾παινεμνος,
παντοῦ ἐπιθυμητς... μὰ εἶν᾽ καὶ φαρμκι
ποὺ κνουν τὴν ψυχὴ πηλὸ ὀχ τ᾽ αὐλκι».

«Μὴν τὰ ῾γγξτε, γιατὶ θὲ νὰ γνωρσετε
τὸ βουλιασμὸ τῆς ἀθωτητς σας,
καὶ πλον δὲ θὰ μπορσετε νὰ ζσετε
εὐτυχισμνοι στὸν παρδεισ σας.
Τἄφτειασ᾽ ὁ Διολος, κ᾽ εἶνε διαολεμνα.
Ἄστε τα ἐκεῖ. Τοῦ τἄχω ἀμαχεμνα».

Β´
Ἕνα ὤμορφο καὶ πλοσιο περιβλι
εἶχε ττες ὁ Θειὸς εἰς τὴν Ἀσα,
καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐμπανουνε οἱ διαλοι
νὰ κνουνε στὰ λχανα ζημα,
μσ᾽ ᾽ς τσὴ φρχτες ἐκεῖ τσὴ καλαμνιες
εἶχε στημνες τσκες σιδερνιες.

Μ, καθὼς ὡς καὶ τρα συνεβανει,
ἐκεῖ ποὺ στηοῦμε τσκες γιὰ ποντκια,
ποὺ πινεται ἕνα, κι᾽ ἄλλο πλε ῾μπανει,
γιατὶ ῾μποδιται ἡ τσκα στὰ χαλκια
ἔτσι καὶ ττε, ἐμπανανε οἱ διαλοι
κι᾽ ἀφανζανε τὸ μαῦρο περιβλι.

Μιὰ ῾μρα ποὺ ὁ Ἀδὰμ κ᾽ ἡ ἀρχντισσ του
ἐμετρηντανε ποιὸς εἶνε ο ψηλτερος,
στὰ πδια ὀρθο, σὲ μιὰ μηλιὰ ἀποκτου,
καὶ καθνας τους ἤτανε εὐθυμτερος
εἰς τὴν εὐτυχισμνη μοναξι τους
ν! κ᾽ ἕνας Διαολκης ὀμπροστ τους!

-«Ἀδλφια, λει, καλῶς τὰ κουβεντιζετε!
ὤ, εὐτυχισμνοι ποὺ εἴστεν᾽ ἐδῶ - πρα
σὲ τσες ἡδονς! Μὰ δὲ δουλιζετε... (...)

Ἐκκιωσε τ᾽ ἀντρνο κ᾽ ἐσκληρθηκε
γιὰ τοῦ Διαλου τὴν ἄταχτη πρξη·
κι᾽ ὅλη κκκινη ἡ Εὔα τοῦ ἀπεκρθηκε:
—«Γαδαρτσε, ποις σὤδειξε τὴ τξη
νὰ μπανεις δχως ἄδεια κοῦτρα-κοῦτρα;
Μ᾽ ἕνα παποτσι σὤπρεπε στὰ μοῦτρα!»

-«Συμπθειο, λει ὁ Διολος, Κυρ μου,
γιατὶ δὲν ἦλθα μὲ κακὸ σκοπ...
Διαβτης εἶμαι· πηανω στὴ δουλει μου
καὶ βαστω πραμματεῖες καὶ πουλῶ».
Μνε σὰν ἄκουσ᾽ ἡ Εὔα πραμματεῖες,
τὤκαμε μιὰ χιλιδα εὐχαριστες.

Εἶνε ἁλαφρ, λιγμυαλη ἡ γυναῖκα,
καὶ πολὺ τῆς ἀρσουν τὰ στολδια,
καὶ μλις ἀπὸ χλιες ῾βρσκεις δκα
νὰ μὴν ἔχουν τοῦ ἀντρς τους ἀντικλεδια,
νὰ παρνουν ὤμορφμορφα παρᾶδες,
νὰ τσὴ ᾽ξοδεουνε ᾽ς τσὴ πραμματευτᾶδες.

Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ παρνω στὴν ψυχ μου
πὼς ἡ Εὔα εἶχε ἀντικλεδι κ᾽ ἐτρυπολευε.
Τὸ λν᾽ οἱ ἱστορικο μας, ἀκροατ μου,
καὶ λνε πὼς ὁ Διολος τὴ συβολευε,
καὶ πὼς μετατρεμμνος εἰς σὲ φεδι
τῆς ἐπῆγε μιὰ ῾μρα τὸ ἀντικλεδι.

Ββαια ποὺ ἔπειτ᾽ ἀπὸ τσους αἰῶνες
ὁποὺ ἐφτειστηκε ὁ Κσμος, δὲ μπορεῖ
νὰ γνωρζουμε ἂν εἶνε ἀπατεῶνες
ἢ ἂν λνε τὴν ἀλθεια οἱ Ἱστορικο.
Μ᾽ ἀπὸ τὴς τωρινὲς γυναῖκες κρνει
κανες, ὀμπρὸς - ὀπσω καὶ γιὰ κενη.

Ὡς τσο ὁ Διολος ἄνοιξε τσὴ κφφες
κ᾽ ἔβγαινε ὅσα στολζουν τσὴ Κυρδες
μεταξωτ, μπατστες, κρεπ, στφφες,
βελτες, μπλντες, ὀμπρελτες, μποδες...
Κ᾽ ἡ Εὔα ποὺ τἄβλεπε, ἔτρεμε ἡ καρδι της,
καὶ ῾σα Χριστ της νἆνε ὅλα ῾δικ της!

Σὲ μι᾽ ἄλλη κφφα εἶχε ὤμορφα διαμντια,
πουλιὸ ὤμορφα, δεμνα στο Παρσι,
καὶ χωριστὰ σ᾽ ἄλλο κουτ μπριλλντια
κυματερὰ σὰν τὸ νερὸ στὴ βρση.
Κ᾽ ἡ Εὔα, ὅντις τἄειδε, σκοζει: «Ὤ, γε! τὰ θλω!
τὰ θλω, μνε πλρωνε, Ἀδαμιλο!»

Ὁ Διολος, ὡς κ᾽ ἐκειὸς τὸν ῾παρακνα·
κι᾽ ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶχε, κ᾽ ἔσφιγγε τσὴ πλτες.
Μὰ ἡ Εὔα κλαοντας τὤλεγε: «Μ᾽ εὐκεῖνα
μὲ περνᾷς πντα! Πρφασες μοντες.
Πρε τα, Ἀδμ μου... πρε τα μπιστιο...
Τὸν Ἄγουστο πλερνεις ... μιο... μιο... μιο...

Τὰ δκρυα ἐκειὰ τῆς Εὔας ἐσουρνανε
μσ᾽ στὴν καρδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὸν ἀνογανε·
πο, ζαχαροφτιασμνος, τὸν ἐλυνανε,
τὸν ἐστενοχωροσανε, τὸν ῾πνγανε.
Καὶ λει: «Κακὸ ποὺ μοὖρτε τοῦ φτωχοῦ!
Ἂς γνῃ, γ μου, ἐτοῦτο τὸ ᾽μπιστιο».

Τὸ ῾μπιστιοὺ ἔγινε κῃλες, κ᾽ ἐμετρθηκε
καὶ τοῦτο μεταξὺ στὰ ἑφτὰ μυστρια,
γιατὶ ἀπὸ τὴν ἡμρα ποὺ τὸ ἐντθηκε,
ἄκουε ῾πσω θ᾽ ὁ Ἀδὰμ κλαμπανιστρια,
σὰν τοῦ σκλου, ὅντις τὤχουν τὰ παιδιὰ
λτινο ἀγγειὸ δεμνο στὴν ὀρ.

Γ´
Μὰ ἦλθε κι᾽ ὁ Ἄγουστος, ποὔταν᾽ ἡ διορα,
κ᾽ ἦλθε κι᾽ ὁ Διολος στὸν Ἀδὰμ μαζ του.
Μὰ ὁ Ἄγουστος σὲ μεγλη δυστυχα,
κι᾽ ὁ Διολος ζητει τὴν πληρωμ του.
Γιὰ πρτη φορὰ ττε ἐκειὸς ὁ Διολος
ἐφνηκε τοῦ Ἀδὰμ αἰσθητὸς Διολος.

Κρζει τὴν Εὔα κι᾽ ἀρχινει τὴ γκρνα·
κ᾽ ἐγκρνιαζε τ᾽ ἀντρνο ἀνμεσ του
κ᾽ ἐτρωγτουν᾽ πουλιὸ πρι ἕνα μῆνα
ὅντις διαλει καιρὸ γιὰ τὸ σκοπ του
ὁ Διολος, κι᾽ ἀλλζοντας μορφ,
ἦλθε κ᾽ ηὗρε τὴν Εὔα μοναχ.

-«Εὔα μου, λει, σὲ βλπω πικραμνη,
καὶ μὲ λυπει πολ, ποὺ ὁ Θεὸς τὸ ξρει,
γιατὶ ὡς κ᾽ ἐσ ᾽σαι καλομαθημνη
κ᾽ ἤθελες πντα τλαρα στὸ χρι.
Μὰ ὑπομον, Κυρ μου, καὶ ῾θυμσου
πὼς εἰς τὴ χρεα δὲν εἶσαι μοναχ σου».

«Εἶν᾽ τσοι ποὺ περσστερο ἀπὸ σὲ
ἔχουνε χρεα στὸν κσμο γι ᾽να - γι᾽ ἄλλο,
καὶ ποὺ οὔτε σ᾽ ὄνειρο εἴδανε ποτὲ
τὸ πλοτι τὸ δικ σας τὸ μεγλο.
Μὰ ὁ ἄντρας σου δὲ θλει νὰ ῾ξοδεῃ...
Κνει καλ... εἶνε φρνιμος... σωρεει...

-«Πλοτι! λ᾽ ἡ Εὔα· ὄξω κι᾽ ἂ μοῦ λὲς
γιὰ ῾κειὰ ποὺ ὁ Θειὸς βαστανει κλειδωμνα,
Μὰ ἐκεῖνα εἶνε ῾δικ του». — «Μπ! ᾽ντροπς!
ὁ Διολος λει, «ἐκεῖνα εἶνε γιὰ σνα·
οὔτε ὁ Θειὸς εἶπε διαφορετικ,
μνε τὸν καταλβετε κακ».

«Ὁ Θειὸς δὲν ἔχει χρειὰ γιὰ παρᾶδες,
κ᾽ εἴστενε σ᾽ ἕνα σφλμα μεγαλτατο,
μνε ἂ θλῃς νὰ ἐβγῇς ὀχ τσοὺ μπελλιᾶδες,
εἶνε τὸ μσος, Εὔα μου, εὐκολτατο.
Ν! τὸ κλειδ! Τρχα, ἔπαρε ὅλα ῾κεῖνα
ποὺ σοῦ χρειζουνται, νὰ πψῃ ἡ γκρνα».

Δ´
Κ᾽ τσι ἐκλεφτκαν᾽ τοῦ Θεοῦ οἱ παρᾶδες,
κ᾽ ἡ Εὔα κνει τὴν πρτη ἁμαρτα,
δὲ θυμῶμαι σὲ πσες ῾κατοστδες.
Καὶ τὸ δχτηκι᾽ ὁ Ἀδμ, γιατ᾽ εἶχε χρεα.
Μὰ ἕνα ἔργο τσο ἀχρεῖο καὶ κακποιο
ὁ Θειὸς τὸ ἐκττα μὲ τὸ τελεσκπιο.

Σημανει μὲ θυμὸ τὸ καμπανλι,
κ᾽ ἔρχουνται εὐθὺς ἐμπρὸς ξεσκουφωμνοι
Μικλης καὶ Γαβρλης, δυὸ Ἀγγλοι,
ποὖνε στὸν Οὐρανὸ συνειθισμνοι
νὰ κνουνε μὲ τσσερα πηδματα
τὰ πουλιὸ μακρυντερα θελματα.

-«Φρτε, λει, τὸ Διολο, Ἄγγελο μου...
Μὰ ὄχι, ὄχι· ἀφσετε καὶ παανω ἐγὼ
ἔπειτα, νὰ τοῦ δεξω τὴν ὀργ μου!
Κι᾽ ὡς τσο, μιὰ φορὰ κ᾽ εἴστεν᾽ ἐδῶ,
προβατεῖτε νὰ ἰδῆτε μιὰ δουλει,
γιὰ νὰ σᾶς βλω καταμαρτυρι».

Τοὺς φρνει καὶ τοὺς δυὸ στὸ περιβλι,
καὶ φθνοντας ὀμπρὸς στοῦ Ἀδὰμ τὸ σπτι,
φωνζει δυνατὰ καὶ βγανουν ὅλοι.
Καὶ πινει τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὴ μτη:
-«Ἐδῶθε, λει, σὲ σρνει τὸ βελσι·
Γδαρε! Μασκαρᾶ! Ἔτσι σ᾽ ἀρσει!»

«Καὶ σ, Εὔα, εἶν᾽ τοῦτες ὤμορφες δουλεις;
Ἔτσι ἡ γυναῖκες κνουνε  Ἅη Γιννη;
Μ, μὰ τὴ Δραπανιτισσα, μωρς,
θὲ νὰ σᾶς διξω ᾽δῶθε. Ἂς εἶνε... -φτνει».
Τἄχασε ἡ Εὔα, ἐσβστηκε, ἐσκοτστηκε,
κι᾽ ὂχ τὴ πολλὴ τρομρα ἐκατουρστηκε.

Ὡς τσο, ὁ Διολος ἤτανε φευγᾶτος,
κ᾽ ἐπαινε τραγουδῶντας τ - λα - ρα.
κι᾽ ὁ Ἅδης ἀνβλυαζε, χαρὰ γιομᾶτος,
κ᾽ ἐτραγοδα ὅλη μρα: τ- λα- ρα!
Κι᾽ ἀπὸ ᾽κειὸ τὸ τραγοῦδι τ, λα, ρα,
εἶπαν τοῦ ἐγκλματος τὸ σῶμα: Τλαρα!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers