Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Εφταλιώτης Αργύρης: Απλός Νησιώτης Του Κόσμου

                      Βιογραφικό

     Γεννήθηκε το 1849 στον Μόλυβο της Λέσβου και πέθανε το 1923 στη Κυανή Ακτή, στη Γαλλία. Το πραγματικό του όνομα: Κλεάνθης Μιχαηλίδης, ήταν έμπορος κι ευσυνείδητος υπέρμαχος της δημοτικής γλώσσας, όπως κι οι Ψυχάρης, Πάλλης, Λασκαράτος κλπ.
     Τα πρώτα του γράμματα, τα 'μαθε από τον πατέρα του που 'τανε δάσκαλος κι ασχολήθηκε με το εμπόριο σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας και της Ινδίας. Γνωρίστηκε με τον Αλέξανδρο Πάλλη και γίνανε κι οι δυο θερμοί οπαδοί και φίλοι με τον Ψυχάρη. Υπήρξε από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού και στα έργα του χρησιμοποίησε απλή γλώσσα, ζωντανή και διαφορετική από τη τυποποιημένη και κωδικοποιημένη, που έχει το δικό της χαρακτηριστικό, φθογγολογικό ιδίωμα.
     Έργα που 'γραψε: "Νησιώτικες Ιστορίες", "Η Μαζώχτρα", "Βουρκόλακας"  (δράμα), "Ιστορία Της Ρωμιοσύνης" (ιστορικό), "Φυλλάδες Του Γεροδήμου", έχει μεταφράσει επίσης και την "Οδύσσεια" (μια πάρα πολύ καλή μετάφραση, από πολλές απόψεις) κι έχει γράψει πάρα πολλά ποιήματα!
     Εκφράστηκε στη δημοτική, όπως αυτός συνέλαβε κι ένιωσε, με το δικό του μοναδικό γλωσσικό αισθητήριο κι αξίζει να ρίξουμε μιά ματιά στο δικό του αυτοβιογραφικό σημειώμα, για να μπορέσουμε να τον κατάλαβουμε καλύτερα.

     "Γεννήθηκα στο Μόλυβο της Μυτιλήνης στα 1849. Σπούδαξα στο Λύκειο του πατέρα μου, γερού πατριώτη και μαθήτη του Γ. Σερούϊου. Ξενιτεύτηκα 17 χρονών και πήγα πρώτα στην Πόλη, κατόπι στο Μάντσεστερ της Αγγλίας. Έπραξα 'κεί εμπορικός υπάλληλος 12 χρόνια και μόλις τις προάλλες παράδωσα στη φωτιά όσα αναγνώσματα έκαμα στον Ελληνικό Σύλλογο, "Ο Λόγιος Ερμής", φιλολογικά και πατριωτικά. Απ' εκεί πέρασα στη Λιβερπούλη κι έμεινα ως τα 1887. Από 'κει κατέβηκα στη Βομπάη. Ξαναντάμωσα τον Πάλλη, παλιό μου φίλο και συνεργάτη στο Σύλλογο του Μάντσεστερ. Τον βρήκα να μεταφράζει από τότε, την 'Ιλιάδα' του, στη δημοτική. Είχε το γούστο της δημοτικής από τότες και συχνά γύρευε να με πείσει κι εμένα να γράφω ρωμαίϊκα.
     Εγώ όμως, όξω από κάτι στίχους που έγραφα από καιρού σε καιρό στη γλώσσα των τραγουδιώ μας, δεν αποκοτούσα να πετάξω τόσα και τόσα χαδεμένα μου δοκιμάσματα στη καθαρεύουσα και να κηρυχτώ δημοτικιστής. Δεν περνά πολύς καιρός και βγαίνει το
'Ταξίδι'. Θυμούμαι την πρωϊνή που το 'λαβε ο Πάλλης (στο σπίτι του κατοικούσα) και σαν τρελλός μου φώναζε: -'Να τα, αυτά που σου 'λεγα! Διάβασε και να δεις'. Το διαβάσαμε μονορούφι το έργο. Η αλλαγή ήρθε αμέσως μονάχη της. Ανακάλυψα άξαφνα πως μπορούσα να γράψω ό,τι θέλω στη μητρική τη γλώσσα δίχως μήτε τη μισή τη δυσκολία που έβρισκα γράφοντας καθαρεύουσα.
     Είχα τότες περίπου στείλει μερικά μου ποιήματα στην
'Εστία', αφορμή από ένα Διαγωνισμό που βγήκανε δεύτερα. Μου ζήτησε κατόπι ο Δροσίνης και πεζά. Ρίχτηκα λοιπό στα πεζά, διηγήματα, περιγραφές, λογής άρθρα κι έτσι έβαλα κι εγώ μερικά φρύγανα στη φωτιά που άρχιζε από τότες να κορώνει και που σήμερα όλοι οι πυροσβέστες του δασκαλισμού δεν προφταίνουνε να τη σβήσουνε.
     Μερικα χρόνια κατόπι, στα 1894, μου τύπωσε η
'Εστία' σε ξέχωρο βιβλίο τις 'Νησιώτικες Ιστορίες' μου. Τρία χρόνια κατόπι έβγαλα τις 'Φυλλάδες Του Γεροδήμου'. Σώθηκαν και τα δυο αυτά. Στα 1900 βγήκε 'Η Μαζώχτρα' κι ο 'Βουρκόλακας' και στα 1901 η 'Ιστορία Της Ρωμιοσύνης' που μονάχα ο τίτλος της, θαρρώ, δικάστηκε, γιατί αυτός μόνο κρίθηκε, τουλάχιστο στην Ελλάδα. Το περασμένο καλοκαίρι έβγαλα μια μικρή Συλλογή από παλιά μου Τραγούδια. Έχω και μια Συλλογή από 'Διάφορα Πεζά', μα πότε θα βγει αυτή ο Θεός ξέρει.
     Γυρίζοντας από τη Βομπάη στα
1891 αντάμωσα τον Ψυχάρη πρώτη φορά στο Παρίσι. Η φιλία μας άρχισε από τότες και στάθηκε τόσο πολύτιμη στην Ιδέα, όσο και του Πάλλη, που ξανανταμωθήκαμε και μ' αυτόνα σα γύρισα και καταστάλαξα στην Αγγλία".

----------------------------------------------------------------------------------------------

                    αποσπάσματα από το έργο του...

               Τραγούδι Της Ταβέρνας

Πάρε μαχαίρι κόψε με και ρίξε τα κομμάτια μου,
                                                   -μάτια μου-
         και ρίξ' τα μέσα στο γιαλό.

Απ' τη στιγμή που μ' άφησες, το κόσμο αυτό σιχάθηκα
                                                                 -χάθηκα-
         και δεν ελπίζω πια καλό.

Αν βάζεις τώρα τ' άσπρα σου και τα μαλαματένια σου,
                                                             -έννοια σου-
         θα 'ρθει καιρός που θα θρηνής,

που θα σταθείς στο μνήμα μου να πεις ένα παράπονο
                                                              -κι άπονο-
         θα μ' εύρης όσο κι αν πονής.

Πάρε φωτιά και κάψε με κι αντάμα με τη στάχτη μου
                                                         -τ' άχτι μου-
         μες τα πελάγη να σκορπάς,

να μη σε 'βρη το κρίμα μου, μαριόλα μου Ηπειρώτισσα,
                                                               -ρώτησα-
        και μου 'παν άλλον αγαπάς.

                           Πατινάδα

Τώρα που η νύχτα πύκνωσε και γέρνει το φεγγάρι,
που ένα αγόρι ξαγρυπνάει για το χατήρι σου,
που το σκοτάδι η γης φορεί κι ο ουρανός τη χάρη,
έβγα φεγγαροπρόσωπη στο παραθύρι σου.

Έβγα και γλυκοπότισε λουλούδια μαραμένα
κι αν έχεις στάλα πονεσιά μες την καρδούλα σου,
λυπήσου με και δόστηνε σε χείλη διψασμένα,
ν' αναστηθώ σα λούλουδο με τη δροσούλα σου.

Η θάλασσα τη γης φυλάει και τις ιτιές τ' αγέρι
κι εγώ μονάζα δε φιλώ τα δυό χειλάκια σου.
Με χίλια αστέρια ο ουρανός κι εγώ χωρίς αστέρι!
Σκοτάδι η γης κι εγώ χωρίς τα δυό ματάκια σου.

Κατέβα και περπάτηξε, Νεράϊδα, μες τα σκότη
και μίλησέ μου, να θαρρώ πως αναστήθηκα.
Πες μου τα λόγια τα γλυκά που πρωτολέει η Νιότη
κι ας αποθάνω ακούγοντας πως αγαπήθηκα.

             Τραγούδι Της Ζωής

Σε βλέπω ταξιδιώτισσα ξενιτεμένη
καθώς που σ' είδα μια φορά σ' ένα ακρογιάλι,
κοπέλλα βεργολυγερή και χαϊδεμένη,
με μια πλεξούδα καστανή, μ' αφράτα κάλλη.

Ρωτώ τα μαύρα μάτια σου και λέω πως ξέρεις
να κλεις της νιότης τον καημό στα σωθικά σου.
Ρωτώ τα χείλη σου και λες πως θε να φέρεις
χρόνια καλότυχα στο νιό της αρεσκειάς σου.

Λαμπρό φεγγάρι να το πω το πρόσωπό σου,
δε κατεβαίνει τέτοιο φως απ' το φεγγάρι.
Να σου το πω βασιλικό το στάσιμό σου,

δε στάθηκε βασίλισσα με τόση χάρη.
Η όψη σου μιά αγγελική χαρά σκορπάει,
που γίνετ' άγγελος κι αυτός που σε θωράει.

            Τραγούδι Βαρκάδικο

Αγάλια τα κουπιά σας, αγάλια βρε παιδιά,
τραβάτε τη βαρκούλα κοντά στην αμμουδιά!
          (Πρόβαλε, χρυσή κοπέλα,
           πάρ
τα νυφικά σου κι έλα.)

Βασίλεψε φεγγάρι, ας φέξει Αυγερινός.
Μαγιάτικη δροσούλα ας βρέξει ο ουρανός.
Κατέβα στ' ακρογιάλι, κατέβα λυγερή,
γιατί γλυκοχαράζει κι η βάρκα καρτερεί.
          (Έλα και γλυκοχαράζει,
           έλα και μη κάνεις νάζι.)

Λαφρό το πάτημά της κι ο στεναγμός βαρύς,
αχ μάνα, που σε λίγο τα μαύρα θα φορής.
           (Μη τη κλαις καλή μανούλα,
            πάλι θα τη δεις νυφούλα.)

Με σκέπη στα μαλλιά της, με σκέπη στο λαιμό,
κι εγώ να τη φιλήσω, του κάκου πολεμώ.
           (Μπαρμπουνάκι μες στο δίχτυ,
            μια ψυχή φιλιά σου ρίχτει.)

                                           Πρώτη Αγάπη

     Πρέπει να ήμουν ως δώδεκα χρονών και πρέπει να ήταν εκείνη ως έντεκα. Δε την έβλεπα μήτε στην εκκλησιά, μήτε στον κλήδωνα, μήτε στη βρύση, μήτε στο παράθυρι. Η μάνα της κι η μάνα μου δεν είχανε πολλές φιλίες.
     Εκεί που την έβλεπα δεν είμαστε οι δυό μοναχοί. Είμαστε οχτώ-δέκα αγόρια της προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει παρέμφατο και να φέρουμε τον πολιτισμό στο χωριό. Και πέντ-έξι κορίτσια, που ερχόντανε δυό ώρες τη μέρα και κάθιζαν από το άλλο πλάγι του γέρου δάσκαλου και τεχνολογούσανε με μια χάρη, που σ' έκαναν, ήθελες δεν ήθελες, να την αγαπάς τη γραμματική.
     Tη χάρη φυσικά την είχανε, γιατί ήταν όλες μικρούλες, όχι πως ήτανε κι όμορφες όλες. Για το δικό μου το γούστο, όμορφη ήτανε μια μοναχή κι αυτή ήταν η ...αγαπητικιά μου!
     Τι λόγο ξεστόμισα! Από που κι ως που αγαπητικιά! Μήτε λέξη δεν της είπα ποτές. Μήτε με το δαχτυλάκι μου δεν τ' άγγιξα τ' αφράτο το χέρι της. Μήτ' η αναπνοή μου δεν μπορούσε να πάει κοντά της και να τη χαϊδέψει. Το μόνο που πηδούσε κάποτες από τα χείλη μου στα χειλάκια της ήτανε το ρήμα 'λείπω', σαν το κλίναμε ο καθένας απ' ένα χρόνο με τη σειρά και ταίριαζε να είμαι εγώ στερνός στη δική μας τη σειρά κι εκείνη πρώτη στων κοριτσιών. 'Ελελείμεθα, ελέλειφθε' πήγαινε να πει και σκόνταβε και χαμογελούσε και τότες πια εγώ, που περίμενα μέρες και μέρες αφορμή να της δώσω ένα, ας είναι και συμμαζεμένο, χαμόγελο, έλαμπα ολοπρόσωπος καθώς την κοίταζα, χωρίς φόβο να μη το νιώσει ο δάσκαλος το τρομερό μυστικό μας. Έπεφταν τότες τα μάτια της στο βιβλίο απάνω, κοκκινίζανε τα δυό μάγουλά της κι άρχιζε το πλαγινό κορίτσι τον άλλο χρόνο.
     Μάτια και πάλι μάτια! Δίχως εσάς, μήτε πρώτη, μήτε στερνή αγάπη δε θα είχαμε! Οι ματιές μου σαν έμπαινε στην παράδοση, οι ματιές της σαν έβγαινε να πάει σπίτι, αυτές ήταν οι όρκοι μας, τα τραγούδια μας, τα φιλιά μας, αυτές ήτανε και τα ραβασάκια μας. Με το καιρό και χωρίς ν' αλλάξουμε αναμεταξύ μας μιά λέξη, την κάμαμ' επιστήμη τη τέχνη αυτή των ματιών. Ήτανε λογής-λογής οι ματιές της. Η ματιά της αδιαφορίας, που μου την έσκιζε τη καρδιά, του θυμού, που μ' έκαιγε σαν τ' άστροπελέκι. Η άπιστη η ματιά σε κανέναν άλλο, που μ' έλιωνε σαν το κερί και μ' αφάνιζε. Ύστερα πάλι η ήρεμη και γλυκιά ματιά της αγάπης, που ξανάβαζε τη ψυχή μου στο τόπο της και σύχαζα. Οι δικιές μου οι ματιές, όσο πολυσήμαντες κι αν ήτανε κι αυτές, δεν είχαν όμως τέτοιες τρομερές αλλαγές. Η ίδια η αφοσίωση, ο ίδιος ο καημός, το ίδιο βάσανο, πάντα.
     Τρεις μήνες πρέπει να πέρασαν έτσι. Ξυπνούσ' από το πρώτο το λάλημα και την ώρα δεν έβλεπα να πάω σκολειό. Η μάνα μου με καμάρωνε και μ' έβλεπε από τώρα Δεσπότη.
     Ήμουνε πρώτος-πρώτος στο σκολειό πάντα κι ωστόσο δε το κατάφερα να τη βρω μοναχή μια φορά, μήτε πηγαινάμενη, μήτε φτασμένη. Αυτό ήταν η λαχτάρα μου τώρα, αυτό ήτανε τ' όνειρό μου. Να τη δω μοναχή, ας είναι και μια στιγμή. Να της πω μιά και καλή πως πεθαίνω, πως έσβησα, άλλη σωτεριά δεν έχ' η ζωή μου παρά τη παντοτινή της αγάπη. Τα 'λεγα ολ' αυτά με τις φλογερές τις ματιές μου, μα η αχόρταγη η καρδιά γύρευε λόγια. Αυτή δεν ήξερε τι θα πει μέτρο και γνώση, αυτή όλο μου φώναζε: "Μπρος! Έχει κι άλλες απόλαψες η αγάπη!"
     Μα πως να της δώσω να καταλάβει, πως θέλω να της μιλήσω! Εδώ οι ματιές δε σώνουν. Εδώ χρειάζεται ραβασάκι. Χίλιες φορές το 'γραψα και το ξανάγραψα. Το 'παιρνα μαζί μου αποφασισμένος να μη ντραπώ, να μη φοβηθώ μήτε δάσκαλο, μήτε πρωτόσκολο, μόνο να της δώσω κρυφά το χαρτάκι σ' ένα βιβλίο, καλαμάρι, ό,τι τύχει. Ήρχουνταν η ώρα και κόβουνταν η καρδιά μου! Δεν αποκοτούσα! Κι έπαιρνα μαζί μου το χαρτί βγαίνοντας και το 'κανα κομμάτια και καταριόμουνε την ώρα που γεννήθηκα τέτοιος ανωφέλητος φοβητσιάρης.
     Ήταν ότι άρχιζε καλοκαίρι σα σηκώθηκα ένα πρωΐ και πήγα μπροστά στη Παναγιά και το 'καμα όρκο, πως υα της δώσω εκείνη τη μέρα το ραβασάκι κι α δε της το δώσω, να πέσει φωτιά να με κάψει.
     Πήγα σκολειό πρώτος πάλι. Έρχουνται όλα τ' αγόρια, όλα τα κορίτσια. Μαυρίζουνε τα μάτια μου να κοιτάζω τη πόρτα, του κάκου! Η μικρή μου δε φαίνεται! Διαβάζει ο δάσκαλος τον κατάλογο, έρχεται στην Αργυρώ... σιωπή.
 -"Που είναι η Αργυρώ;" ρωτά ο δάσκαλος μια συντρόφισσά της.
     Η μάνα της αρρώστησε κι έμεινε σπίτι. Βαριά καρδιά που την έπαιρνα μαζί μου γυρίζοντας σπίτι το μεσημέρι εκείνο! Τι να κάμω, που να πάω, να βραδιάσει γλήγορα και να ξημερώσει!
     Ξημερώνει, ξαναπηγαίνω σκολειό... τα ίδια! Περνά μιά βδομάδα, δυό βδομάδες... ένας μήνας ήτανε περασμένος σαν είπε μια μέρα ένα κορίτσι του δασκάλου, πως πέθανε η μάνα της Αργυρώς και πως δε θα ξανάρθει πιά σκολειό η μικρή.
     Πρέπει να 'μουν ως εικοσιπέντε χρονών τότε που πρωτογύρισα από τη ξενιτιά να δω τους δικούς μου. Ήρθαν όλοι οι παλιοί οι φίλοι κι όλες οι παλιές οι φιλενάδες να με δουν. Ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού κι η Αργυρώ, παντρεμένη κοπέλα με δυό παιδιά. Της μίλησα και μου μίλησε πρώτη φορά. Της είπα και μου 'πε χίλια πράματα, για τα παιδιά της, την ομορφιά και ξυπνάδα τους, τη χαρά μου που βρίσκω τη γριά μου τόσο καλά. Για όλ' αυτά χύθηκ' ένας ποταμός λόγια και για τη πρώτη μας την αγάπη, την αξέχαστη εκείνη την αγάπη, καθώς τότες, έτσι και τώρα, δεν είπαμε μήτε λέξη!
         (το διηγηματάκι τούτο ανήκει στη συλλογή 'Νησιώτικες Ιστορίες')

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers