-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: ...

ρθες.

Σαν ανοιξιτικο πρωιν

σ' ανοιχτ παραθυρφυλλα.

ρθες.

Μ' να φιλ δειλ

στρωσα χαλ να διαβες

το δσβατο δρμο της ζως μου.

ρθες.

Και δε ξρω πως,

δε ξρω γιατ,

φλιασες εκε που ο λιος

χει πψει να επισκπτεται.

ρθες.

Κι ο τρμος μου μεγλος

στη σκψη και μνο να σε χσω.

Να φγεις, μακρι,

σ' λλο παρθυρο να λμψεις.

Μνο και μνο,

γιατ εγ δελιασα,

να σου ανοξω την πρτα.
........................................

Το παγωμνο ξλο
σκβει τη μαλακ σρκα.
Στο κεν το βλμμα φτιχνει
εικνες γλυκοφλητες.
Το λευκ δρμα που καει
δοξζει τον να θε
τσο, σο μπορε.
Μπλκεται στους βοστρχους της λατρεας
αμφβολη ακμη πστη
και μετωρη.
Η Ποηση κι ο ρωτας
ο ρωτας κι ο Θνατος
προποθτουν σκηση κι ασκητικ.
Οι εραστς κι οι ποιητς
δε μπορον να 'ναι λγοι, οτε λγο.
Ο ντρας, η γυνακα,
εργτες της πστης τους,
χνουν ιδρτα και δκρυ ξεχασμνο
στο ιερ του Θεο τους, καθες μονχος.
Σ' να λευκ χαρτ κι να κρεβτι
δειπνον με δαμονες.
να ποτρι κρασ για σα ταν
κι σα θα 'ρθουν.
Πεζοπορα σ' απκρημνες πλαγις
για μια νχτα αγιοσνης.
Φως εναι ο ρωτας κι αγρας...
πνος και κπος
ορισμς και καννας
του ποτ και του τποτε...
.....................................

Μην κλαις αυτος, φλε
Που πταξαν μακρι.
Κλαγε αυτος, φλε
Που ξμειναν απ φτερ.
Αυτος που πατσαν τα νειρ τους
Και τα καναν μισολιωμνες σλες,
Φαγωμνα πλον απ τον χρνο και τον κπο
Και κλεισμνα σε ντουλπι παλι κι υγρ.
Αυτος που μαθαν,
Στεγνο πια,
Να κοιτζουν μνο σια μπροστ.
Οτε αριστερ οτε δεξι.
Οτε τ' αστρια, οτε το χμα.
Τα πηγδια τους, στερεμνα απ φρεσκδα,
Φαρμκι βγζουν και λσπη.
Τα ποτμια τους, κτρινα απ την μμο
Της ξηρασας τους.
Το δκρυ τους, χντρα που στολζει
Σ' λλων περιστσεις.
Η κγχη της μοναξις τους
Γκρζα χει γνει,
Σαν το μολβι που κουβαλον
Και γρφουν πτασματα κι εγκλματα,
Των λλων πντα και ποτ
Τα δικ τους.
Τα σννεφα, κγκελα τα κνουν.
Και τον αναστεναγμ, φωτι.
Τη λβα της καρδις, πτρα.
Κι τι δουν να ανθζει,
Το πατον μ' οργ,
Να μη θυμζει πως
Ο κσμος εναι μορφος.
Αυτος κλψε, φλε.
Που ταν η ζω χτπησε το κουδονι,
Φοβθηκαν μην εναι κλφτης.
Αυτος φλε,
Που παντρεονται το κορμ τους το αποσυντιθμενο.
Αυτος φλε.
Τους πεθαμνους πριν το τφο.
Κλψε τους.
                    Αγουστος 2004
.........................


Σκοτδι μου.

Σε τεμαχζω με τις φλγες των κεριν.

Σ' αρωματζω με καπνος και μαγειρικς.

Σε σπουδζω με διαβσματα νομα.

Νχτα μου...

Το παιχνδι σου διαλγω,

βζοντας στχους-θματα,

μσα απ γυλινα ποτρια.

Με ταλαιπωρες, σε ταλαιπωρ,

μου τραγουδς, σου γελ.

Βραδι μου,

οι μουσικς σου δυνατς κι διες,

οι δικς μας ρουτνες σαν γραφοι νμοι

κι οι γλυκς μας συμμορες,

σχεδιζουν τον κσμο απ’ την αρχ.

ρες μου μικρς...
Ττε που μνο εγ μαζ μου εμαι,

κι ξω απ' την πρτα χω αφσει τα λα,

καλ φαντσματα που θλω,

για να μου βασανσουν τον χρνο πριν τον πνο.

Τον ουραν σας που κοιτζω κατματα,

ονειρεομαι να αγγξω.

Τα στγματ σας, αστρια μου χαμογελον

απ' το ψηλ παρθυρο,

ψιθυρζοντας στ' αφτ μου

λγους τρυφερος και μεγλους.

Αφο ξρουν,

τι τα λγια αυτ κι οι υποσχσεις,

διαρκον μα και μνη νχτα.

τσι πως θα πρεπε.

λες οι ομορφις κι λοι οι ρωτες

εναι μεγλα

ταν χουν ημερομηνα λξης στη συσκευασα.


                                             15/10/04
.........................


Το υπλευκο δκρυ που κυλ κι ανακατεεται με τον ιδρτα των λαγνων σου, χαρζει τον δρμο στις νχτες να ξνουν πληγς παλις κι οι κραυγς λυτρνουν τα κτνη που κοιμονται αθρυβα, μσα σε κορμι, αφρτα απ την ανγκη.
Η παρδοση σε φοβζει στο μετ.
Τα χρια δειλιζουν ν' αγγζουν αυτ που για λγες στιγμς αγπησαν.
Γιατ;
Γιατ ο πθος γενν πθος και το δειασμα οικειτητα.
Τη λαγνεα μπορες να τη καταλβεις...
Τη σιωπ χι.
Η διαφορ της τρπας και του λου, γνεται ορατ μετ, ταν τα πντα δεν εναι πλον βιαστικ.
Ττε τρχεις να φγεις.
Δε σηκνεις το να που εναι τα πολλ.
Το χσμα των φλων.
Το δελιασμα στην γυνακα εναι πριν.
Που ψηλαφε το πθο με τ' ακροδχτυλα και το πνο με τα φιλι.
Στο χι της νυχτις, σου απαντ με τα μτια και τους αναστεναγμος...
Το τρμουλο της προσμονς...
Τη συστολ της επιθυμας...
Η ικεσα για να φιλ, σηματοδοτε την αρχ του τλους της.
Μετ... σερβρεται στο δσκο σου σαν ζεστ κυρως πιτο...

Εν' τοιμη για το μικρ της θνατο.
.........................

Δανη

Κρο...

Το φιλ ζητιανεεται μετ απ πνο

κι ανγκη.

Η επιθυμα εφβων, σχεδν χαζολγημα.

Ο καιρς, εχθρς της οικειτητας.

Σ' να χοτλ, με αγοραους (;) στεναγμος

πνω σε παγωμνα σεντνια

σμγουν μλη, σμγουν παρελθντα και μλλοντα

τα ναι και τα σως υπερβσεων που πλθονται με τον χρνο.

Τα βλμματα χαμηλ απ την συστολ

απελευθερνονται στην κραυγ και στρφονται πνω

σε Αυτν

την γυνακα που λουσε η χρυσ βροχ.

Η ζωοδτρα μτρα μιας γενις, ενς γνους

κοιμται τον πνο της ελευθερας, ορζοντας την ομορφι

εκ νου.

Δανη...

Η ζω μσα απ συμπληγδες απκτησε το νομ σου.

Οι φρχτες δανεζονται ονματα απ μθους.

Οι πρτες του στβλου χουν πρσωπο κι επνυμο.

Επιστρφεις στο χδι που αγαπς και φοβσαι.

Κλενεις τα μτια και κορφολογες αισθσεις

ν' αφεθες σε χρια μπειρα στο πνο.

Νιθεις το μταιο των αναζητσεων και της αποκοτις.

Οι απαντσεις λες ταν μπροστ σου, πνω σου.

Αντχεις.

«Θλεις να γνεις το κορτσι μου»;
 
                                     Νομβρης 2004

.............................................

                                            Γυνακες

Γυνακες μνες.

Γυνακες φιλες.

Γυνακες σιες, σα σανδες.

Που πηγανουν μνο μπρος πσω

Γυνακες που φοβονται να κοιτξουν αλλις.

Γυνακες που φοβονται να κοιταχτον στον καθρφτη.

Γυνακες τρομαγμνες απ τις επιθυμες τους.

Γυνακες θλιμμνες απ την απραξα τους.

Γυνακες που κοιτον πσω και δε βλπουν τποτα.

Κοιτον δπλα στο κρεβτι και... τι εναι αυτς;

Γυνακες που βλπουν το χρνο να χαρζει το κορμ.

να κορμ στερημνο απ τον πθο.

Γυνακες που ψχνουν τη χαρ σ' να χπι

κι να ποτρι... να;

Γυνακες που ζονε για να σριαλ.

Γυνακες του καναπ.

Γυνακες σκαντζχοιροι

Γυνακες εξασιες.

Γυνακες αισθησιακς.

Γυνακες μνες

Γυνακες στα τριντα.
---------------------------------------------------------------------------

                                Γυνακα 1η: Ελπδα

     Οι γρλιες δεν αφνουν το φως να εισβλλει στο μικρ δωματικι, παρ τις περασμνες δδεκα το μεσημρι. Το μνο νοιγμα προς τον ξω κσμο που διθετε αυτ η φωλι, λειτουργε τρα σα διαχωριστικ της αλθειας της απ τον υπλοιπο κσμο. Το κορμ της, κοιμισμνο, εναι ξαπλωμνο, γυμν, πνω στα χρησιμοποιημνα σεντνια. Μνη κι αμριμνη, βρσκεται στην αγκαλι ενς πνου χωρς νειρα.
     Η Ελπδα Λιακοπολου μπορε να περηφανευτε πως στην αυγ των τριντα της χρνων, βρκε, στω και λγο αργ, αυτ που πντα ψαχνε: το χαμ της. Τον συνντησε τυχαα σ' να μπαρ που μαζεονται ξεπεσμνοι καλλιτχνες. Τι σχση χει η Ελπδα μ' αυτος; Καμα απολτως. θελε να λογζεται, απλ, για καλλιτχνης, στω και ξεπεσμνη. Αφο λοιπν δοκμασε και δε της κατσε, αποφσισε πως το μνο που μπορε να κνει, εναι τουλχιστον να βρσκεται στον διο χρο μ' αυτος. Απ' το ολτελα...
     Τη πρτη φορ που πγε, μνο καπλο που δεν εχε φορσει, προκειμνου να μενει απαρατρητη και να κψει κνηση. που κι αν στρεφε το βλμμα της βλεπε περπου ενδιαφρουσες φτσες, περπου ενδιαφερντων ανθρπων. Την επμενη που αποφσισε να πει, βαλε τα ππλα της. Αυτ της αθωτητας και του φλου της. Ττε τον εδε... Μια σκοτειν φυσιογνωμα παρμνη απ τα φιλμ-νουρ χαμηλν προδιαγραφν. Καθλου μορφος, καθλου ψηλς, καθλου εκολος. Μα ταν η πρτη φορ που η Ελπδα γνρισε ναν ντρα, που αν ταν μυρωδι, θα 'ταν αυτ του σανταλξυλου και του πιπεριο μαζ. ταν ρχισαν να μιλον πρτη φορ, δεν τον εχε δει καλ-καλ μσα στο μισοσκταδο. Το μνο που της μεινε σαν εντπωση, ταν το υπεροπτικ φος του: "Σε θλω; Σε παρνω! Σε βαριμαι; Σε πετω". Ποος εσαι ρε φλε; Αναρωτθηκε, αρκετ εκνευρισμνη.
     Τη δετερη φορ που μιλσανε, κατρθωσε να του θυμσει. νας ντρας που φρνει αντρρηση στα πντα μπορε να 'ναι δο πργματα, σκφτηκε. βολεμνος συναισθηματικ ανριμος. Αυτς, κατληξε, πρπει να 'ναι και τα δο, εφσον δεν εχε ξανασυναντσει, τση αμφισβτηση. Καλ με λους τα 'βαζε αυτς! Μ' λους τους λλους δηλαδ. Ο διος θεωροσε πως την αυτοκριτικ του την χει κνει, συνεπς, τα 'χει λσει, ρα δε θα συζητ πργματα δεδομνα. (Μεταξ μας, δεν εχε και τσο δικο). Την κανε πντως νω-κτω. Η Ελπδα Λιακοπολου, της γνωστης οικογνειας αλλ των υψηλν προδιαγραφν, φτασε να υπεραμνεται αδναμων πεποιθσεν της, σ' ναν γνωστο. Τον κατηγρησε γι αυτ. Ακος κει! Ποιος εσαι εσ, κριε, που αμφισβητες αξες που 'χουν εδραιωθε μες στο χρνο; Ττε ρχισε ββαια να ψιθυρζει, χαμηλφωνα, στον διο της τον εαυτ, πως μπορε η συζυγα, η απολυττητα κι ο κρατος συναισθηματισμς να ισχουν για πολλος, η δια μως τα επλεξε γιατ δελιασε να δσει τις μχες της. Αυτ μως δεν χρειαζταν να το ξρει ΑΥΤΟΣ!
     Χωμνη ως το λαιμ μσα στα κμπλεξ και τις ανασφλειες, συνχισε να συναντ -δθεν τυχαα- αυτ τον ντρα και να δοκιμζει, κθε φορ, τις αντοχς και τα ονειρικ της πιστεω. Κθε φορ προσπαθοσε να του αποδεξει κτι. χι στον διο δηλαδ, αλλ στον εαυτ της. Μα, μταια, εφσον κατληγε στο διο συμπρασμα: τι εχε ξεχσει να ζει! Της το τνιζε με κθε ευκαιρα, μα η Ελπδα δεν εχε καμα διθεση να το παραδεχτε μπροστ του. Αυτ μας λειπε. Δεν εχε γεννηθε ακμη ο ντρας που θα μποροσε ευγενικ να διαχειριστε την ανυπαρξα της. Αυτν που 'χε δπλα της, τον βλευε να την θεωρε αποσα γιατ δε τον απασχολοσαν τσι, τα υπαρξιακ προβλματα μιας γυνακας.
     Ττε ρχισε το παιχνδι τους. Αυτς, αφντης γαρ και παντογνστης, κατρθωσε να της επισημνει την υποτακτικ της φση. Με πονματα ντεχνα πονηρ, ρχισε να εκμαιεει φαντασισεις της που ποτ δεν παραδχτηκε η δια. Σα μαστρος σε φανταστικ ορχστρα, χωρς να την χει αγγξει ποτ, διηθυνε τους αυτχειρες οργασμος της με να πλο: τον πνο. Μα χι πνο οξ οξθυμο. ναν πνο απλ κι απαλ. Γλυκ σο κι η αμαρτα που κουβαλοσε στο μυαλ της. Οι εντολς δνονταν εκ του μακρθεν. Οι οδηγες χρσεως της αυτνομης λμπιντο, βασανιστικ απλς. Μονολεκτικς. Τα σκηνικ που 'πλαθε στο μυαλ της, ταν αυτ που θα διαφντευαν για πντα τα νειρ της: Δωμτια χωρς θα, με διφορους ανθρπους, αλλ συγκεκριμνους πρωταγωνιστς. Τη γεση και την ηδον.
     Η Ελπδα Λιακοπολου, γινε για πρτη φορ στη ζω της, ρμαιο των εντολν ενς ντρα και της ρεσε. χι μνο της ρεσε, το ζητοσε ο οργανισμς της. Συνειδητοποησε πσο της ρεσε αυτ που της μαθε ΑΥΤΟΣ: Να κνει ρωτα στον εαυτ της. Ν' αγαπ πρτα η δια το κορμ της, την κθε πτχωση, τον κθε προ, την δια την ασθηση των χεριν της πνω στο δρμα της. μαθε να προκαλε το πνο, μνο τσο στε να 'ναι απολαυστικς. Μνο τσο, στε να της ανογει λλους διαδρμους και μονοπτια στη προσωπικ της ηδον. μαθε να δνει σχμα και μορφ στις φαντασισεις της υποταγς της. Να δνει χρμα στο σχοιν, γεση στο δεσμα, βλμμα στο φανταστικ ως ττε, Αφντη της.
     ΑΥΤΟΣ, ταν πντα -και ποτ- 'κε. Μετ απ κθε μοναχικ της οργασμ, σκεφτταν αν τελικ εχε ανγκη τη φυσικ του παρουσα... Ττε την εχε. ξερε μως πως πρεπε να περιμνει το πλρωμα του χρνου της. Ττε που θα μποροσε ν' αφεθε στα μπειρα χρια του και το κολασμνα διορατικ νου ενς ανθρπου, που πολλς φορς στο μυαλ της, φνταζε σα Μεφιστοφελς, που περν απ διφορα σματα και ψυχς αν τους αινες, για να επιτελσει το ργο του. ξερε πως ταν θα 'ταν τοιμη, θα παραδδονταν στο Θε και Δαμον της: τον Αφντη της. ΑΥΤΟΣ, Πυγμαλωνας σωστς, τρεφε εν τω μεταξ, το πεινασμνο της μυαλ με πληροφορες. Δικς του, μονπλευρες, αμφσημες, εικνες. Της προωθοσε εναλλακτικς, ενδεχομνως για να τη τεστρει, ενδεχομνως για να τη καθοδηγσει. Δεν εχε σημασα και δε την νοιαζε λλωστε, εφσον οτιδποτε της πρτεινε με γλκα κι εφηβικ ορμ, το ρουφοσε και το επεξεργαζταν, πως κανε πντα σ' τι την ενδιφερε.
     ταν δωσε τις προσωπικς της μχες που καθλου δε τον αφοροσαν, -βλπε αλλαγ εργασας, διαζγιο, οικονομικ δυσπραγα-, του κκιωσε. Γιατ ο Αφντης και Μντορς της, δεν ερχταν να τη σσει; Φυσικ και δεν θελε να παραδεχτε, πως κανες λλος δε μποροσε να ζσει τη ζω της γι αυτν. λ' αυτ μως κποια στιγμ πρασαν. Τις ευθνες της τις πλρωσε με τκο. Ζωγρφιζε αρχικ τον πνο της, μελαν, μα τελικ ακμα κι αυτς, γινε κομμτι ενς μεγλου ουρνιου τξου που ονμασε η δια: Ο ΑΓΩΝ ΜΟΥ -βλπε κποιον περινυμο νδρα-...
     Πολλς φορς κατ την διρκεια της πορεας αυτς, της εχε πει να μθει να περιμνει. Αρχικ δε μποροσε να περιμνει, οτε να καταλβει. Η ορμ της ανωριμτητς της δε της δινε το περιθριο να μθει, πως ο χρνος, σε σα χουν να κνουν με τους ανθρπους, πντα ανογει πρτες, πντα παρουσιζει λσεις. Ακμα και τα συμπερσματα βγανουν, σαν απ μνα τους, λες, σοφτερα κι ουσιαστικτερα.
     'Ανοιξε λοιπν, η Ελπδα Λιακοπολου, το προσωπικ της δρμο, περπτησε προς το γνωστο και συνχισε με μα τρομερ εσωτερικ ικανοποηση, πως τρα πλον ταν τοιμη κι εχε λσει τα μικρ καθημεριν, που δε της επτρεπαν να γνει μια "αξιοπρεπς" δολα. Εκενος, δε την περμενε μ' ανοιχτς αγκλες, πως θελε η δια να πιστεει. ταν ο διος το τρπαιο, χι η επιβρβευση. Κλθηκε λοιπν να μπει στο πετσ του ρλου της και να συρθε στα πδια του. χι αδιαμαρτρητα. Γιατ, ρε φλε, εδ κατρθωσα κι κανα τσο χαμ γρω μου κι ταν σε παρνω τηλφωνο να βρεθομε μου απαντς «σως»; Ποιος εσαι; τσι λοιπν κι εντελς ξαφνικ, η Ελπδα συνειδητοποησε πως ΑΥΤΟΣ, ταν αυτς που 'ταν πντα. Η δια εχε αλλξει στη διαδρομ. Απελευθερωμνη λοιπν απ τις απαιτσεις της, κνησε προς τους ντρες που ονειρευταν κι χι τον να.
     Η Ελπδα Λιακοπολου για πρτη φορ στη ζω της, κατλαβε πως η μοναξι της εναι τιμημνη και πολτιμη. Κανες δε μποροσε να τη διαχειριστε καλτερα απ την δια. Οτε καν ο πολυπθητος Αφντης που του τη παραχωροσε που και κπου, στε να εμπλουτσει το ερωτικ της παιχνδι. Ο διος, χαλαρωμνος πλον απ το βρος της ανατροφς της δολας του, το μνο που 'κανε ταν να δρπει τους καρπος των προσωπικν της ταξιδιν: τη μαγειρικ της, τη τρομερ της κουτσομπολστικη φλυαρα, τον εθισμ της μ' να μικρ, απειροελχιστο κομμτι του λαιμο του, την ακατσχετη λογοδιρροι της για τα πιο ηλθια πργματα, που χαλρωνε και τους δο. Και στον ρωτα, αχ... σ' αυτ τον ρωτα... Ελεθεροι νθρωποι κι οι δο, στω και περιστασιακ, δνανε τις μχες τους με κθε στλα ιδρτα, τους θαντους τους, με κθε βαθι ανσα σ' ν' απρσμενο χδι. Επανεξετζανε τη ζω τους, σε κθε μικρ μεγλο οργασμ, που τους χριζε το παιχνδι στη προσωπικ τους πατρδα, τυλιγμνοι σ' να ζευγρι μπλε σεντνια, που χαιδεανε περιστασιακ, τ' αγαπημνα και πονεμνα κορμι.
     ΑΥΤΟΣ, δεν ταν αυτς πια. ταν απλ νας. νας που ποτ δεν θελε να γνει ΑΥΤΟΣ, γιατ δε μπορε να σηκνει την ευθνη, του να εναι κτι ττοιο. Απ το διαχωριστικ του υπλοιπου κσμου και του κσμου της, περνοσαν κμποσοι "νας", καθνας με το δικ του ζευγρι σεντνια και τις δικς του πατρδες πνω στο κορμ και την καρδι της. Ο Γιργος, παραδεγματος χριν, κθε τσο διεκδικοσε τη κοιλδα ανμεσα στα στθη, που τη στλιζε με διφορα επθετα και κρεμδη εδσματα. Ο Κστας εχε κατοχυρσει μα φορ το μνα, τους παχουλος μηρος της και χραζε αργς διαδρομς με την γλσσα του, σαν αυτς που κνουν τα σαλιγκρια ταν βρξει και βγουν απ τις κρυψνες τους. Ο Μιχλης, εχε υπογρψει συμβολαιογραφικ πρξη χρσης κι εκμετλλευσης της περιοχς των κυμτων, που προκαλοσε το λπος της κοιλις, που λα καταλγανε σε μα μαγικ κνηση, ταν τη φιλοσε, στο κομψ αφαλ της. Ο Μριος εχε βλει τα συρματοπλγματα γρω απ τη περιοχ του εφηβαου της και το διαχειριζτανε κατ βοληση, ταν το επτρεπε η περσταση και βρισκταν μαζ της. Και τσοι λλοι... Πσοι αλθεια;
     Η Ελπδα Λιακοπολου, εκενο το πρωιν στις δδεκα, δεν θελε να σηκωθε απ το κρεβτι. Δεν υπρχε λλωστε λγος. Δεν πρεπε ν' αλλξει σεντνια, οτε να ετοιμσει το κορμ για τον επμενο ανστιο, που θα της χτυποσε τη πρτα. Η προηγομενη βραδι, πως κι η επμενη θα στγαζε το μεγαλτερο ρωτα κι εραστ της: τον Εαυτ της...!

                              Γυνακα 2η: Ανδρονκη

     Τι εχε πλον να επιφυλξει η ζω στην Ανδρονκη Λεμεδκη το γνος Τοπαζκη, στα 85 της χρνια; Με λα την προκισε. Μσα στον κλινικ νεκρ εγκφαλ της, δεν υπρχε χρος οτε για λλο πνο, οτε για λλες συγκινσεις. Στο σχεδν νεκρικ κρεβτι της, ο χρνος αλλ και οι εικνες της ζως της μοιαζαν σαν να νειρο, τσο θολ και λευκ σο και τα ελχιστα μακρι μαλλι της που απλνονταν στο μαξιλρι. Γρω της, ση απ την φαμελι της απμεινε στην ζω και σχεδν στον κσμο τον πραγματικ. Σχεδν; Θα εξηγσω σε λγο.
     Η Ανδρονκη Τοπαζκη, λγο πριν την λξη του πολμου, ακολουθοσε την καθημεριν της ρουτνα στο ορειν χωρι της Κρτης που της επιφλαξε ο Θες σαν πατρδα. Νωρς το πρω, προκειμνου να εξασφαλσει το λδι που θα αντλλασσε στον λαδμπορα για να δημιουργσει την προκα της, πγαινε να κνει δουλεις σε ξνα χωρφια, λλων χωριανν, μια και η δικ της οικογνεια δεν μποροσε να φροντσει για τα μελλομενα των θηλυκν της. τσι κι εκενη την μρα του Ιουλου κνησε για το διπλαν χωρι, με τα πδια, που θα μζευαν, μια ντουζνα κοπλες, τις παττες που θα αναδονταν απ το φρεσκοσκαμμνο απ το υν χμα του τερστιου χωραφιο.
     Στο μικρ μυαλ της αλλ και στο μικρ κορμ των 19 της χρνων, δεν υπρχαν σκψεις και εκρξεις που επτρεπε μνο η πολυτλεια μιας αστικς ζως. Μα να, που στον πηγαιμ της, της προκυψε ο παιδικς φλος που γρισε μλις απ τον στρατ, και παραμονεοντας πσω απ τον μεγλο πλτανο, θλησε να της κνει το χειρτερο δρο που δεν του ζτησε ποτ. Κλδεψε το μνο πργμα αξας που κουβαλοσε πνω της και το μνο που θα μποροσε να ανταλλξει με να φερλπιδα γαμπρ: την τιμ της. Ποτ της δεν ομολγησε τι ταν πιο οδυνηρ. Ο ξνος επισκπτης του κορμιο της η απλεια της τιμς; Πονεμνη και ντροπιασμνη, ξροντας κλασσικ τι στω κι αν δεν προκλεσε, αυτ θα πλρωνε το τμημα της ντροπς κι χι ο θτης, προσπθησε να κρυφτε σε ναν ερειπωμνο στβλο στε να σωθε απ το οργισμνο πλο του αδελφο της που την κυνηγοσε, στε με το αμα της να ξεπλνει τα λασπνερα που πιτσλισαν το καθαρ κοτελο της οικογνειας Τοπαζκη.
     Με την αιμορραγα της ψυχς αλλ και του διερρηγμνου υμεναου ακμα παροσα, τρεξε στην γειτονικ μεγαλοπολη, να μαζψει σα κομμτια της απμεναν, συνειδητοποιντας πως χι μνο ταν πλον μνη της, αλλ κουβαλοσε κι να παιδ στην κοιλι της, καρπ των βεβιασμνων ενεργειν του παιδικο της φλου. πιασε λοιπν δουλει στο τοπικ βρεφοκομεο, γννησε μνη σε ναν θλαμο, με μνη παρα μια συνδελφο μαγερισσα που κποτε εχε ξεγεννσει και μια γαδορα, και παρδωσε την απδειξη της αμαρτας προς υιοθτηση. Στην δεκαετα του 40 οι διαδικασες παρδοσης και υιοθτησης ταν ενοχλητικ απλς. τσι εξαφανστηκε το κοριτσκι απ μπροστ της, αν κι η δια επλεξε να συνεχσει να δουλεει στο βρεφοκομεο, βλποντας κθε μρα την απουσα του παιδιο που φτιαξε η δια, ανμπορη να επιδιξει λλες αλλαγς.
     χοντας το μυστικ της καθλου καλ κρυμμνο, αλλ τις πληγς της σκουπισμνες σαν την σκνη κτω απ το εντυπωσιακ χαλ, χρηκε ταν ο μετρων ικανοττων Βαγγλης Λεμεδκης δχτηκε το προξενι που καννισε η μαγερισσα-μαα. Τι λλο θα μποροσε να ζητσει απ την ζω της; Ο γμος γινε και σαν κυρα πλον δχτηκε την συγχρεση απ τον υποψφιο δολοφνο μεγλο της αδελφ, αλλ στο πατρικ χωρι δεν πτησε ποτ γιατ δεν το επτρεπε η ντροπ της. Γννησε δο παιδι, με διαφορ 2 χρνων, εν αυτς ταν και οι μνες αποδεξεις στην ζω της, πως ταν γυνακα, εφσον ο Βαγγλης θεωροσε πως κανε και χρη στην «χρησιμοποιημνη» σζυγ του και τον οινοπνευματιασμνο ποτσο του, τον χριζε μχρι και πριν το πρτο καρδιακ επεισδιο, σε ποια μαζ με τον αντρισμ του, δεχταν και τα λεφτ που στεροσε απ το σπτι του.
     Η Ανδρονκη λοιπν, πλι μνη της αλλ παντρεμνη αυτ τη φορ, μεγλωσε σε να σπιτικ δο παιδι, μια κρη που ταν τσο σχημη σο και ο πατρας της κι να γιο που ξερε πως εχε ημερομηνα λξης. Η κρη που πρε τον ρλο της δυνατς στην οικογνεια, ταξιδεοντας απ δουλει σε δουλει κι απ ντροπ για το σπτι της σε ντροπ για τον εαυτ της, κατληξε να παντρευτε ναν Αλβαν μετανστη που ερωτετηκε την υπηκοτητ της και να κνει να παιδ, που οτε στα νειρ της δεν θα φανταζταν τι θα γινταν τσο μορφο.
     Ο γιος απ την λλη, αφο πρασε τα πρτα 25 χρνια της ζως του ψχνοντας ποιος απ το σπιτικ του εχε το μεγαλτερο φταξιμο για την κατντια τους, τα υπλοιπα μχρι τρα 25 χρνια του, τα χει περσει παζοντας μπουζοκι σε να δωμτιο που στγαζε ανκαθεν το ρημαγμνο απ τις αυτοχαρακις του κορμ, περιμνοντας απ την σκλα την αδελφ του να τον συντηρε. Οι γυνακες που πρασαν απ πνω του, το μνο που του φησαν ταν κποιες σπασμνες χορδς στο ερασιτεχνικ μπουζοκι, σπου τον βαρθηκαν αυτς, τις βαρθηκε κι αυτς. Εντξει, ρε παιδι, μπορε η μαλακα να μη συνεχζει αυτ το εδος πνω στην γη αλλ, μα λχει, πντα η καλτερη φλη ενς νδρα αποδεικνεται η παλμη του.
     Φυσικ, πργματα πως οι τρεις αππειρες δολοφονας κατ του πατρα (που στο κτω-κτω της γραφς, το ξιζε) με σκουριασμνο σουγι, οι δο κατ της Ανδρονκης με το μαξιλρι στον πνο της, οι λλες δο κατ της αδελφς με βραστ νερ στους μαστος της, αλλ και η μα κατ του παιδιο της με το μπουζοκι, δεν συζητιονται παραξω, αλλ και δεν αφορον καννα γιατρ κοινωνικ υπηρεσα, εφσον κι οι γετονες που κουγαν τα ουρλιαχτ, δεν εχαν καμα υποχρωση να αντιδρσουν. Σιγ λλωστε, που αυτο οι αξιοπρεπες νθρωποι, θα ασχολονταν τσο φανερ με τις εσωτερικς υποθσεις ενς σπιτικο που πντα τους ρεσε να χρησιμοποιον σαν κακ παρδειγμα στις απογευματινς συνευρσεις τους. Το θαμα εναι ββαια πως καννας δεν πθανε ττε, ρα και κανες δεν θα πεθνει σε επμενη αππειρα, οπτε, με αυτ τη σιγουρι, ο γιος εξακολουθε να ζει χωρς ιατρικ παρακολοθηση φαρμακολογα, σχεδν τρελς, σχεδν λογικς, σχεδν εδ, σχεδν στον κσμο του. Το σχεδν που λγαμε;
     Η τχη κι η ζω λοιπν, δεν εχε να δσει τποτε λλο στην Ανδρονκη, που τρα, ακμα και στο νεκροκρβατο, της διαφεγουν κποια πργματα που ενδεχομνως να σκτωναν την μαραμνη της καρδι απ την υπερβολικ χαρ. Την ημρα που θαβε τον ξενογαμκουλα ντρα της και βωσε την τελευταα αππειρα δολοφονας της απ τον γιο της, στην γειτονικ πλη, την πρωτεουσα του νομο που κποτε την γννησε, κατβηκε μια σεβσμια κυρα και μσα απ την σουτα του πολυτελος ξενοδοχεου της, κανε τυφλς εφορμσεις για να βρει τι; Την μνα της. Πφτει, τυχαα, πνω σε μα πρτη της εξαδλφη που δεν ξερε ποτ την παρξ της, λες και ο χρνος μα και το ταγμνο, χουν να μαγικ τρπο να κνουν ανθρπους να συναντνται ττε, που ο νας χρειζεται πιο πολ τον λλο.
     Χαμνες και οι δο προσπαθον, η μα να καλψει τις απορες της κρης που ποτ δεν υπρξε αλλ και ποτ δεν την ψαξαν, εν η λλη να την ενημερνει για περιστατικ που θα μποροσαν νετα να συνθσουν λλη μια κινηματογραφικ επιτυχα του Ξανθπουλου και της Ζλια. Ττε φτιαξαν και το επιτελικ σχδιο: η εξαδλφη θα κανε τις πρτες κινσεις προς την κρη της Ανδρονκης και θα καννιζε να ραντεβο στε να γνωριστον οι δο αδελφς αλλ και να σχεδισουν την συνντηση με την μνα. Για τον πατρα, οτε λγος. Η κρη δεν θελε να τον δει μπροστ της. Εδ και την μνα της, ακμα δεν της εχε συγχωρσει που δεν εχε ψξει να την βρει.
     Το ραντεβο κανονστηκε, γινε και το μνο που απμεινε απ τις δο αδελφς εναι μια τυπικ συμπθεια και επιφλαξη απ την πλευρ της νμιμης, τι, τι να δεξω τρα στην νεοεμφανισθεσα και πλοσια, απ την κατντια του σπιτικο μας. Την τρλα την δικ μου που παραμνω σ' αυτ και πληρνω την δειλα μου, την τρλα του αδελφο μου που ταν και παραμνει δημσιος κνδυνος αλλ κι ο απολτως ιδιωτικς μας; Η χαμνη αδελφ απ την λλη, εν πγε με την χαρ πως θα συναντσει την χαμνη της οικογνεια που ταν τοιμη να την αγκαλισει, ανακλυψε πως χι μνο δεν την βρκε, χι μνο δεν θελε να την αγκαλισει, αλλ και πως κατ πσα πιθαντητα δεν θα τους βλεπε ποτ και την πολυπθητη αδελφ ποτ ξαν. Η μνα; Πς εναι η μνα; Της μοιζω; Πς ταν να; Δεν θα προλβαινε να την ρωτσει ποτ. Η επσημη δικαιολογα ταν πως η καρδι της Ανδρονκης δεν θα ντεχε τση και ττοια συγκνηση. Τελεα.
     Κανες δεν μπκε στον κπο να ρωτσει την δια την Ανδρονκη για το αν θελε να την δει χι. Κανες δεν εχε μπει στον κπο να ενδιαφερθε αν αυτ η γυνακα κοιμταν και ξυπνοσε κθε μρα της μζερης αυτς ζως της, με την μνη επιθυμα να σφξει στην αγκαλι της το χαμνο της παιδ. Γιατ το παιδ αυτ μπορε να μην ταν καρπς ενς μεγλου ρωτα του γμου της, αλλ ταν δικ της. Κανες δεν την εχε ρωτσει ποτ πσο βαρις ταν οι τψεις της λα αυτ τα χρνια αλλ και η κρυμμνη γνοια της για την τχη του κοριτσιο της. Κανες. Οτε ο Θες. Μλλον αυτς ξερε. Τα μαθε τελευταα.
     Η Ανδρονκη ρχισε την ψιλοκουβεντολα μαζ του ταν πρωτοπεσε σε λθαργους κι οι γιατρο ανακονωσαν στην οικογνει της, πως εκτς λων των λλων πσχει απ γεροντικ νοια. Του τα επε λα κι ρχισε απ την αρχ, ττε στο χωρι, και τις πρτες της αναμνσεις. ξερε, μσα στην νοι της, πως την κουγε προσεκτικ. 'Αλλωστε, δεν τον εχε πολυαπασχολσει ποτ πριν, ρα εχε κθε δικαωμα. Την μρα που οι δο κρες συναντθηκαν, ως απ σμπτωση, η Ανδρονκη εχε πισει την ιστορα απ εκενη την μρα που ο Μανωλκης την βασε. Τα επε του Θεο, απ τη καλ και την ανποδη. Να ξρει κι εκενος, πς ανακλυψε τον ρωτα μια κοπελοδα, πς πνεσε, που πνεσε, γιατ πιο πολ πνεσε... 
     Την μρα που συναντθηκαν οι δο αδελφς, η Ανδρονκη περιγραφε στον Θε της το πς δημιουργθηκε ο μνος κι ανεξτηλος καημς της ζως της: 
     Η χαμνη κρη της.

                           Γυνακα 3η: Χρυσολα

      Η μαμ της, της το λεγε πντα: «Τους ρωτες, μια γυνακα τους πληρνει τοις μετρητος». Δεν την κουσε μως. Πς θα μποροσε λλωστε να σταματσει την πλημμρα, (κι χι μνο συναισθημτων) που της προκλεσε στα ευερθιστα 16 της χρνια ο Σπρος; Στα εκοσ του ττε ο διος, ντρας φτασμνος στα μτια της, ταν και Θες της. Ο Θες του μεταμεσονχτιου πυρετο της, ο θες της ραφς του παντελονιο της, ο Θες των κακογραμμνων λευκωμτων της, που πντα ταν ανορθγραφα, μια και το παιδ, δεν παιρνε απ γρμματα. Η μνα της, μως, εχε βρει την λση. Θα την κανε κομμτρια για λγο καιρ, μχρι να βρει ναν καλ γαμπρ, να ανταλλξει τα σκορα κλη της με την ανυπαρξα της προκας της.
      Αν δεν γινε κατανοητ ως τρα, μιλμε για την Χρυσολα, ετν τριαντατριν, μητρα τριν παιδιν, το μεγαλτερο απ τα οποα, ο Δημτρης, εναι στα 16 του. ρθε λοιπν ο Σπρος, κανε νω-κτω το σπιτικ της κυρα-Ανθολας, κανε νω-κτω και την λμπιντο της κρης της, μα ανακτεψε και λγο πιο δυνατ απ' σο πρεπε τις τριχολες του εφηβαου της Χρυσολας, με αποτλεσμα, στην αυγ των 17 της χρνων να βρσκεται εγκυμονοσα στον κτο μνα, με τον Σπρο της στα σκαλι της εκκλησας και τον παπα-Δημοσθνη, σε λειτουργικ οστρο, να ψλει δυνατ για να δικαιολογσει τα μαρα χιλιαρικκια που θα παιρνε απ τον κουμπρο.
     Με την κοιλι στο στμα και τον Σπρο χαμνο λγο στο διστημα, ρχισαν να φτιχνουν το σπιτικ τους, που περιελμβανε, να τραπζι, ξι καρκλες, να διπλ κρεβτι και τα ηλεκτρικ. Ευτυχισμνη η Χρυσολα, εφσον ο θες της γινε κι ντρας της και τρα ταν μα Κυρα. Ξημρωσε ο μεγαλοδναμος την μρα που γεννθηκε ο μικρς Δημτρης, γλια και χαρς, ξεμαλλιασμνη απ τον τοκετ η Χρυσολα, μοραζε πεντοχλιαρα ο πατρας του Σπρου, Δημτρης γαρ, απ αυτ, ξρετε, που δεν εχε κι ταν η πρτη φορ που η νεαρ μαμ, πρσεξε το βλμμα του ντρα της που εχε το κεν που μπορε να χει μνο να μυαλ ταξιδεμνο. Δεν δωσε φυσικ σημασα, μιας και η χαρ, μα και η γνοια της μητρτητας, δεν της φηναν περιθρια για λλες σκψεις.
     Φυσικ, κανες δεν ανφερε πως ο πεθερς παιρνε ψυχοφρμακα ανκαθεν, οτε τι η πεθερ εχε εκπνεσει απ τον γμο της μετ απ τις πειρες επιθσεις τρλας του ντρα της. ταν ψιλ γρμματα αυτ για την νιπαντρη, νιγεννη κι ερωτευμνη Χρυσολα. ταν μως, κποιους μνες μετ, ο Σπρος ρχισε να βυθζεται σε να λθαργο χωρς τελειωμ κι αφο μετ απ πολ καιρ ρχισε η δια να σκφτεται πως υπρχει μα πιθαντητα να μην εναι δικ της σφλμα αυτ, μλησε για πρτη φορ στην μητρα της. Η κυρ-Ανθολα, στα μσα και τα ξω των νοσοκομεων τσα χρνια, ρτησε, μαθε, κανε και μια συζτηση στην συμπεθρα και εδε απ νωρς τι τους περιμνει.
     Η πρτη επσκεψη του ψυχατρου στο σπτι, εν αγνοα του Σπρου, δεν πγε καλ. Ο ενδιαφερμενος, μπειρος σε ττοιου εδους ανακρσεις απ' τον πατρα του, δεν την χαψε, δινε τις απαντσεις που νμιζε πως τσι θα τον ξεφορτωνταν μια και καλ, τον ξαπστειλε τον γιατρ με ευγνεια και με το που κλεισε η πρτα πσω του, ρχισε να πετ στην Χρυσολα λα τα εθραυστα αντικεμενα του σπιτικο τους. ταν τελεωσαν αυτ, ταν λιγοστ λλωστε και με μουσικ υπκρουση το σπαραξικρδιο κλμα του μωρο που απ πολ νωρς στην ζω του νιωθε ανμπορο να διαχειριστε μια ττοια κατσταση, ο Σπρος, αποτελεωσε την πρτη ττοιου εδους εμπειρα της Χρυσολας, σπζοντας με το ξλο της σκοπας της δο πλευρ και μετατοπζοντς της, να σπνδυλο.
      Φεγοντας εκενο το βρδυ απ το σπτι για να «ηρεμσει», η Χρυσολα τηλεφνησε στην μνα της να την πει στο νοσοκομεο αφο αφσουν το παιδ στην αδελφ της, χρησιμοποησαν και τις γνωριμες της κυρ-Ανθολας στε να μην κληθε η αστυνομα απ τους εφημερεοντες και παρ' λες τις συμβουλς των γιατρν, δεν δχτηκαν κι οι δυο τους να παραμενει η Χρυσ στο νοσοκομεο γιατ πρεπε μεν να φροντζει το παιδ της, στω και με δυο πλευρ λιγτερα, αλλ και να περιθλψει και τον ανμπορο ρωτ της που το πρτο που θεωροσε τι χρειαζταν (ακος μνα;) ταν αγπη και τρυφερτητα.
     Περνντας τα χρνια, αλλ κι οι κρσεις του Σπρου, περνντας κι οι διφοροι ψυχατροι απ το σπιτικ τους, ο καθνας αφνοντας μια συνταγογραφα και μια παρανεση στην ερωτευμνη Χρυσολα πως ο σζυγς της χρειαζταν να μενει λγο καιρ γκλειστος σε κποια κλινικ, η γυνακα, γννησε εν τω μεταξ λλα δο παιδι, λλαζε κθε τσο δουλεις για να θρψει το σπιτικ της, λλαζε κθε τσο δικαιολογες στα αφεντικ του συζγου αλλ και τον γρω κσμο σε απορες παρπονα για την αλλοπρσαλλη συμπεριφορ του.
     ταν το κνεις μια φορ, μετ μαθανεις και σου βγανει αβαστα. Η δια εχε πατσει πλον τα εικοσιεφτ, ριμη και με λγες λευκς τριχολες στα μαλλι αλλ χι και στο εφηβαο που ρεσαν τσο πολ στον Σπρο της. Τα στραβ της, της τα βγαζε κι η τχνη της κομμωτικς που εχε μθει για λγο, μα οι πελτες λιγστεψαν εφσον δεν μποροσε με τρα παιδι να πηγανει στα σπτια τους, αλλ και δεν μποροσε να ρισκρει να ρχονται οι καρακαλτκες κουτσομπλες σπτι της και να σχολιζουν τον ντρα και αφντη της.
     Ο Σπρος πλον, εχε αφσει την δουλει του, εχε ξεπουλσει τα χωραφκια που του εχαν μενει, προκειμνου να αποδεξει πως εναι ντρας και μπορε κι αυτς να φρνει λεφτ στο σπτι και να ζσουν 5 στματα. Τις βραδις που τα παιδι πεφταν για πνο και ο Σπρος εχε αρξει αιωνως μπροστ στην τηλεραση, η απ νωρς γυνακα Χρυσολα, σιδερνοντας τα πλυμνα, σε κθε πτημα του σιδερο τα βαζε με τον Θε που δεν φλαξε πως θα πρεπε τον Σπρο της, που δεν του φτανε του τιμου ο πεθερς της, ο οποος συντηροσε την τρλα του μσω των παιδιν του, αλλ θελε και τον αντρολη της.
     σπου ξημρωσε η μρα, που ο Σπρος, σε μια κρηξη οργς, κντεψε να σκοτσει τον εντεκχρονο Δημτρη, επειδ του αντιμλησε. Το παιδ πγε με σοβαρτατα τραματα στο κεφλι και το σμα απ σιδηρολοστ στο νοσοκομεο, η κυρ-Ανθολα μζεψε τ' λλα δυο παιδι και τ' ανλαβαν η αδελφ του Σπρου με τον ντρα της, μαζ με το δικ τους κι ο Σπρος πρασε την αυτφωρη διαδικασα στο τοπικ κρατητριο μιας και πρλαβαν μεν τον θνατο του παιδιο, αλλ δεν κατρθωσαν να προλβουν τους γετονες που τηλεφνησαν στην αστυνομα μπας και κατρθωναν να σσουν εκενοι τα ασυμμζευτα. Το μνο ββαια που συμμζεψαν, τσσερις ντρες (απ' αυτος τους γνωστος, τους χοντρος με το μουστκι και δεκτη νοημοσνης θαμμνο στο καβλο των στολν τους εδ και χρνια), δεν ταν οτε τα αματα του παιδιο, οτε το αμα της καρδις της Χρυσολας, παρ μνο τον αγριεμνο ντρα, που η δναμη της τρλας του, τους δυσκλεψε ανησυχητικ πολ.
     Εφσον την διαβεβαωσαν τι το παιδ δεν εχε υποστε ανκεστο βλβη, η Χρυσολα πρε αποφσεις. Τα παιδι θα τα κρατοσε η κουνιδα της και αυτ θα εγγυταν, με τα απαρατητα μσα, στε να χει υπ' ευθνη της τον Σπρο στο σπτι, συχο, για να ηρεμσει, χωρς τις φωνς και τα κλματα των καρπν του ρωτ της. Το ενδεχμενο εγκλεισμο του Σπρου, το θεωροσε προσωπικ της ττα. ταν υπεθυνη γι αυτν. ταν η δουλει της να τον γιατρψει, γιατ ταν η δουλει της να τον αγαπ. Με την σταυροφορα της λοιπν αν χερας, και τον Σπρο με βλμμα θολ απ τη φαρμακολογα, πγαν εκδρομ στο σπτι τους. Ελλεψει πρτου, θερησε τι δεν τρχει και τποτα, εναι καλ ευκαιρα να περσουν το μνα του μλιτς τους.
     Ο μνας πρασε, το μλι κι αυτ ανεπιστρεπτ. Η χολ που κρατοσε στην διαγει του ο Σπρος για τον υπλοιπο κσμο, αλλ και τη βλαμμνη γυνακα του, κοιμταν στον καναπ μαζ του. Τα παιδι γρισαν στο σπτι, μιας και η κουνιδα της, μην αντχοντας τσσερα παιδι σε να σπιτικ, συν τον ρρωστο πατρα της, χρισε. Η ζω επστρεψε στους συνθεις ρυθμος;
     χι. μλλον, ναι. Η ζω επστρεψε. Η Χρυσολα λλαξε. Πτσωσε η ζω της, πτσωσε κι η δια. σο σιδρωνε, σκεφτταν πως πρεπε λλη μια φορ να πρει αποφσεις. Ακμη δεν εχε ξεκαθαρσει στο μυαλ της αν ταν δικ της αποτυχα η πορεα της ασθνειας του ντρα της. Θα μποροσε ραγε να το κνει ποτ; Δεν ξερε. Το μνο απ' τα λγα που ξερε, ταν πως πρεπε να περιμνει. Κθε γυνακα υπεθυνη, ετε ξρει να περιμνει να λυθον κποια πργματα, ετε πρπει να περιμνει ως του ενηλικιωθον τα παιδι της για να διαχωρσει τη ζω της, νομζοντας πως τσι θα αποφγουν τα τραματα.
     σως αυτ που φοβτανε τελικ η κθε Χρυσολα, ταν τι δεν θα εχε να Σπρο σαν δικαιολογα τι τα πργματα της ζως της γιναν σκατ. σως αυτ που φοβται η κθε Χρυσολα, εναι τι δεν μπορε να υπρξει ζω χωρς τον νθρωπ της, γιατ δεν εχε ζω πριν απ' αυτν. Στην κθε τσκιση των πουκαμσων που σιδρωνε, αυτ την ιερ ρα που κθε γυνακα εκμεταλλεεται και προσπαθε να τακτοποισει το μυαλ της, μτωνε. Μια πληγ και μια σταγνα για κθε τσκιση, για κθε χρνο που πρασε και για κθε χρνο που θα ρθει. Πολ αμα, πολ ψμα, πολλ θλψη και πολλ απγνωση.
     ταν καψε το χρι της επτηδες με το σδερο, ψαχνε απλ γι' λλη μι καλ δικαιολογα να ουρλιξει...

                              Γυνακα 4η: Αμρ

     Η Αμρ χει αφσει το βλμμα της να χαθε στο γλυκ ηλιοβασλεμα του μεσογειακο θρετρου. Μαζ με τη μρα, ταξιδεουν κι οι αναμνσεις της. Απαρατητα, εφσον γι' αυτ το λγο επλεξε για πρτη φορ να κνει δρο στον εαυτ της να 15μερο σ' να οικογενειακ μρος, μνη, χωρς συντρφους κι εραστς, χωρς καθορισμνα ραντεβο και role-plays. Εναι η τρτη της μρα εδ και το μνο που χρειζεται εναι διξοδος. Αν ταν συνειδητ μουσουλμνα θα μιλοσε, αν και γυνακα, στον μουφτ. Αν ταν χριστιαν, στον ιερα της. Αν αρκετ απελευθερωμνη, σ' να ψυχολγο. Αν χι μνη, σ' ναν μπιστο φλο. Αν απελπισμνη, σε κποιον γνωστο. ταν  απ' λα και τποτε απ' αυτ. 'Αρα δε μποροσε να μιλσει σε καννα. Τι θα μποροσε να πει κιλας; Κι απ' αυτ, πσα θ' ντεχε ν' ακοσει ο ακροατς της;
      Μζεψε τα υπρχοντ της απ' την σεζ-λονγκ της πισνας κι οδηγθηκε στην καμπνα της. Εκε, μ' να dry martini (shaken not stirred) αν χερας και χαλαρωτικ τσιγρο απ ντπιο (του θρετρου) χορταρικ, σκηνοθτησε τον εαυτ της, στε να προχωρσει, ξαπλωμνη, απναντι στο καθρφτη, τις εξομολογσεις. Το μνο που κλυπτε το ντονο κορμ της ταν μια διφανη τουρκουζ τουνκ που κοντραριζταν με την σκορα επιδερμδα της.
     Παρατρησε το σμα της πιο προσεκτικ, αγγζοντς το. Τα 35ετ στθια της, ταν γεμτα και στητ ακμη, χρις στις κρμες της. Τα πδια κοντ και γυμνασμνα, με τους μηρος της να θυμζουν δρομα των 200 μτρων. Οι γλουτο της ρθιοι και στρογγυλο, το πιο δυνατ της σημεο, αλλ και το πιο πολτιμο εργαλεο. Τα κασταν της μαλλι πλαισωναν τ' αμυγδαλωτ πρσινα μτια της και τα σκορα χαρακτηριστικ ενς προσπου που συνδυζει τη σκληρτητα της ηλικας αλλ και τον αισθησιασμ του φλου της.
     Η Αμρ, αρχικ εγκαταστθηκε στο Παρσι, κυνηγημνη απ τη μνη της οικογνεις της στην Ιορδανα. Την στειλαν παραδξως, να σπουδσει εκε κι αυτ, αντ να γυρσει πσω θικτη, ερωτετηκε. Χρησιμοποιθηκε. Ανκουστο! Το φοβερτερο απ’ λα εναι τι της ρεσε κιλας. Της επαν να μη ξαναγυρσει γιατ την αποτσσουν απ κρη τους. τσι για να ζσει αλλ και να τελεισει τις σπουδς της, κανε αυτ που ξερε καλτερα: ερωτευταν. χι μως σε φτην πεζοδρμια. Δεν θα χαρμιζε ποτ τον αισθησιασμ της στον κθε περαστικ. 'Αφηνε να την ψαρψουν σε lobbies ξενοδοχεων κι επνυμα μπαρ, ποτε θελε, πως θελε, χωρς να εναι υπλογη σε κανναν, οτε εραστ οτε νταβατζ.
     Μεγαλνοντας αποφσισε να γνει πιο επαγγελματας. Στα 25 της λοιπν, δωσε το μανατζρισμα των υπηρεσιν της σ' να εξειδικευμνο γραφεο που καννιζε τα ραντεβο με τους επιφανες πελτες διακριτικ και με κθε λεπτομρεια. Ανλαβε να ειδικ κομμτι της δουλεις, που κτεχε και της λειτουργοσε καλ: την υποτακτικτητα. Σε ντρες και γυνακες. Εχε μθει απ νωρς τι για το κορμ της, ρωτας και πνος ανταμνουν γλυκ σε μια συνουσα. Εχε μθει απ νωρς, πως τα εξουσιαστικ απωθημνα των εραστν της ταν και τα πιο πολτιμα. Γι αυτ εχε και σταθερος πελτες. ταν καλ σ' αυτ, εφσον τσο το παιχνδι του πνου σο και αυτ του πθου, το λεγχε καλ. Μπορε να υπρξαν περιστσεις που πληγθηκε, αλλ χι τσο ανεπανρθωτα. τι κι αν ταν το αντιμετπιζε.
      Απειλ και κνδυνο νιωσε ταν μετακμισε, πλι για επαγγελματικος λγους στο Μιλνο. Εκε, στο διαμερισματκι της, αρκετς φορς χρειστηκε να βλει πγο στους μλωπες και κρασ στις πληγς. Οι νθρωποι, οι εραστς ταν πιο επιθετικο εκε. πρεπε να τους καθοδηγσει καλτερα στε η επιβολ του πνου να εναι ερωτικ κι χι βναυση. ξερε πως μποροσε να το κνει. Εχε αρκετ νσημα κολλσει τσα χρνια και στον ρωτα και στους ανθρπους. Πολλς φορς αναρωτιταν τι κι ο Νουζ, κμποσα χρνια πριν απ' την δια: «Ο ρωτας κι ο πνος: 'Αραγε γιατ ο ρωτας προκαλε πνο και γιατ επιζητε να τον προκαλσει; Γιατ ο ρωτας υφσταται τον πνο και γιατ επιζητε να τον υποστε
     Σαφ απντηση δε μποροσε να χει η Αμρ, σκεφτταν μως το πσο πιο γλυκ απελευθερνονταν τα νστικτα των ομοκρβατν της ταν της προκαλοσαν πνο, το πσο μσα στην πρξη της αφομοιωνταν ταν την στιγμ του οργασμο της (γιατ εχε πντα οργασμος) ο σντροφς της γινταν πιο βαιος. σως ταν κι αυτ σαν τους εθισμνους στην κνναβη που, ταν ζητον μεγαλτερες συγκινσεις προχωρον σε πιο βαρι ναρκωτικ.
      Μπορε και κατ βθος να μην θελε να μθει. Τα ωραιτερα στην ζω αρχζουν με να "σως" κι να "μπορε". Τα χειρτερα με το "ναι" και το "χι", γιατ αυτ τελεινουν πριν καν αρχσουν. Γι αυτ ακολοθησε αυτ την πορεα. Τα ναι και τα χι δεν της ταριαζαν. Εχε κληθε απ πολ νωρς να πει ναι σε σους καννιζαν την ζω της κι ακμη πιο νωρς γι αυτν, να πει χι στο γεγονς τι την καθριζαν. Στην δουλει της επσης, λεγε λο "μλιστα". Μλιστα Κριε. Μλιστα Κυρα. Θυμθηκε ξαφνικ τον πρτο διακορευτ της στα 18 και κτι, στο Παρσι. να Σλβο συμφοιτητ της. Αυτς την μησε στις χρες και τις χαρς. Αυτς της μαθε την ασλληπτη απλαυση και αχρειτητα των τροφαντν της οπισθων. Αυτς της μαθε πως η γυνακα στις χρες του, ταν ταγμνη για το "μλιστα" στο κρεβτι, αφο τις καθεττητες της κθε ημρας τις διαφντευε μνο αυτ.
     Ο Γκραν της αφιρωσε ξι μνες απ τον χρνο του και καθρισε τον υπλοιπο δικ της. σο ταν μαζ του, αλλ και στην συνχεια μετ, ο δρμος της ταν εξαιρετικ πιο σαφς. Η δημιουργικτητα αλλ και οι επιδσεις της, κθε μρα, φταναν σε καινορια ζενθ. Πρτη φορ αισθανταν πως ρχιζε συνειδητ μια ανοδικ πορεα προς το γνωστο, χωρς τα πισωγυρσματα των αναστολν και των απωθημνων της. Την κανε να ισοπεδωθε, να νισει την κθαρση και να ξαναρχσει το δικ της αλφβητο αυτ την φορ. ταν αρκετ ξυπνη, ττε και τρα, για να συνειδητοποισει εγκαρως πως δεν ξερε που θα την βγαζε η πορεα αυτ. Εναι αρκετ συνειδητοποιημνη για να καταλβει πως στην παροσα φση δεν την νοιαζε, τουλχιστον σο ταν ακμη στα φρτε της. μπως την νοιαζε;
      Πολλς φορς τον τελευταο καιρ πιασε τον εαυτ της να σκφτεται πως, χει τα πντα: τα σπτια της, τους επιφανες γνωστος της, την οικονομικ νεση να κνει στην υπλοιπη ζω της τι θλει, το σπορ αμαξκι της, την μοναχικτητα και την αυτονομα της ταν την θελε. Κτι ρχισε μως να της λεπει και να αποζητ. Η συνχεια της γενις της, που την εχε αρχσει η δια: να παιδ. Το βιολογικ της ρολι, δλωνε παρουσα κθε φορ που κοιταζταν γυμν στον καθρφτη και χιδευε την στητ κοιλι της, μα και κθε φορ που οι εραστς της βζαιναν τα στθη της, φανταζταν πς θα ταν να βγαζε απ τις θηλς της γλα, μητρικ, την θρεπτικτερη τροφ και να την ρουφοσε το μωρ της.
     Πολλς φορς, πως τρα, καθταν στην πολυθρνα της μπροστ στον καθρφτη, νοιγε τα πδια της σπου τα πλματα να ακουμπσουν στα πλγια του καθσματος και παρατηροσε για ρα πολλ το νοιγμα που παρουσαζε ο κλπος της μσα απ τη πληγ του ανοιχτο της αιδοου. Σκεφτταν πσο λγες λξεις υπρχουν για να χαρακτηρσουν και να κατονομσουν αυτ το θαμα της φσης που εκτς απ εξαιρετικς απολασεις, χαρζει την δια την ζω. 'Ανοιγε με τα δχτυλ της, τα εσωτερικ της χελη και φανταζταν πς θα ταν ταν θα εχε διαστολ και το κεφαλκι του παιδιο της θα προσπαθοσε ν' αντικρσει πρτη φορ τον κσμο, βγανοντας απ εκε μσα. Μια φορ εχε χρησιμοποισει ναν τερστιο φαλλ, μνο και μνο να κατορθσει να καταλβει πς θα μποροσε να νισει. Μα ο φαλλς μπαινε με κπο, δεν βγαινε. Κι ο οποιοσδποτε πελτης μπαινε και χι μνο στον κλπο της.
     Ποιος θα γινταν πατρας; Αρχικ, εχε σχεδισει να βρει ναν απ τους μνιμος της πελτες, τον Πιερ, ναν πενηντχρονο, πλοσιο, επιτυχημνο, οξυδερκ, πολγλωσσο και πολυμαθ, με κλση στις τχνες σο και στο εργασιακ του πεδο που ταν απολτως θετικ. Θα βγαζε το σπιρλ, θα του λεγε πως απ ττε κι πειτα δεν θα χρησιμοποιοσαν προφυλακτικ, τσι για κπληξη αλλ και για δρο, αυτς πως πντα θα τελεωνε μσα της κι η δια θα μενε γκυος και θα γεννοσε το παιδ χωρς να του πει τποτα. Δεν θελε λλωστε πατρα. Αμσως μετ απ' αυτ την σκψη απρριψε την ιδα καθς, θα φτανε που ξερε αυτ ποιος θα ταν ο πατρας και σε κποια  στιγμ απγνωσης μπορε και να το απεκλυπτε, ετε στον διο ετε στο παιδ.
     Αποφσισε πως θα κνει τεχνητ γονιμοποηση και θα απευθυνθε για δτη σε μια τρπεζα σπρματος. Μποροσε ραγε να το κνει αυτ; Και που, Μιλνο Παρσι; αλλο; Θα πρεπε να ρωτσει τον δικηγρο της. Μετ τον προσεκτικ σχεδιασμ, ρχισαν οι τψεις κι οι ενοχς. Κοιτζοντας την ανοιχτ της πληγ και με το μυαλ συννεφιασμνο κμποσο απ τις ευεργετικς επιδρσεις του αλκολ και του «εθυμου» χορταρικο, προσπαθοσε να μετρσει πσοι ντρες και πσα αντικεμενα εχαν μπει μσα της. 'Αρχισαν να κυλον δκρυα στα μτια απ τις τψεις, μιας και συνειδητοποιοσε πως το πρτο σπτι που θα φιλοξενοσε το παιδ της, εχε εισπρξει τσο σπρμα μσα του που αν το μζευε λα αυτ τα χρνια, θα κανε μπνιο μσα σ' αυτ σαν την Κλεοπτρα, αλλ σε ολκληρη την Νεκρ Θλασσα. Δεν ταν καθαρ. πρεπε να εξαγνιστε.
     Παραπατντας, φτασε στο μπνιο της καμπνας, γμισε την μπανιρα με χλιαρ νερ κι ολκληρο το μπουκλι με το αφρλουτρο και τα λατα και βυθστηκε μσα. Κλαγοντας, ρχισε να τρβει με τον αλφι, μανιασμνα, κθε εκατοστ του κορμιο της, προσπαθντας να βγλει λα τα υπολεμματα ιδρτα και σπρματος λων των ανθρπων που εχαν περσει απ πνω της, λες κι λ' αυτ τα σωματικ υγρ, εχαν παραμενει σε στρσεις, δημιουργντας να δετερο δρμα. ταν τα χρια της φτασαν στην ηβικ της χρα, σταμτησε απτομα. Μσα στα μαστουρωμνα της δκρυα, κατλαβε ξαφνικ πως δεν μποροσε να καθαρσει τον πολυχρησιμοποιημνο της κλπο με σαπονι και σφουγγρι. Απελπστηκε. Δεν θα μποροσε ποτ να εναι αρκετ καθαρ για το παιδ της. Δεν θα αποδεικνονταν ποτ ικαν για να το φρει υγις στην ζω, πσο μλλον να το μεγαλσει.
     Ο πνος, ρθε στο κουρασμνο της μυαλ σα βλσαμο που θ' απλυνε την μαρη αρα που εχε ζωγραφσει στην ψυχ της. ταν την παιρνε ο Μορφας στην τρυφερ του αγκαλι, το πρσωπ της ταν παραμορφωμνο απ τον πνο. Δεν ταν ο πνος, που τσο αγαποσε λλωστε. ταν αυτς ο βαθς, που σους οργασμος κι αν εχε κατ την διρκει του, δεν θα εξωραζονταν ποτ, οτε τελικ η δια θα λυτρωνταν απ' αυτν.
     Η Αμρ Τ., βρθηκε την επομνη στις 12 απ την καμαριρα του θρετρου, πνιγμνη στην μπανιρα με τα χαρακτηριστικ του προσπου της ακμα παραμορφωμνα. Ο ιατροδικαστς που κλθηκε απ την αστυνομα, ταν διταξε να μεταφρουν το νεκρ κορμ της στο νοσοκομεο, δεν παρλειψε να προσξει τα σημδια που φανονταν στα τροφαντ αλλ ξυλιασμνα οπσθια της νεκρς.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers