-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: , ,

                                    Βιογραφικ 

     Ο Βσιλης Γεωργλης (Κορυδαλλς, 1970) εναι απφοιτος του τμματος Ιστορας & Αρχαιολογας και τελειφοιτος του τμματος Κοινωνικς Εργασας. Δραστηριοποιεται εργασιακ ως Φιλλογος και Διευθυντικ στλεχος στην Ιδιωτικ Εκπαδευση απ το 1996. χει να επιδεξει σημαντικ συγγραφικ δραστηριτητα στο αντικεμεν του, τσο υπ μορφ βιβλων (χουν εκδοθε δη δο), σο κι ρθρων εκπαιδευτικο περιεχομνου στον ημερσιο τπο.


-----------------------------------------------------------------

                                         Λθη

     Σουροπωσε στη μεγλη πλη... Οι δρμοι γμισαν φτα και χρματα... συνδυασμο πολχρωμης αρας, θολο κι ευκρινες, κινομενοι, ακνητοι, χθηκαν μαζ στην τερστια παλτα ενς αρατου ζωγρφου, για να αναμειχθον σε απροσδιριστους εκ των προτρων ρυθμος με φντο το σκορο μπλε του Φλεβαριτικου ουρανο. ταν Τετρτη, μεσοβδμαδα, μζερη μρα κι οι νθρωποι στους δρμους και τα μαγαζι, πσω απ τις βιτρνες τα φωτειν παρθυρα των σπιτιν, κουσαν το εσωτερικ κλεσμα της ζως κι νιωσαν το ρυθμ της, που τους ωθοσε να ασχοληθον με σα εχαν κατ νου να πρξουν συνχιζαν δη να πρττουν. Το πολβουο πλθος χθηκε για να παραταχθε στα πεδα της καθημεριντητας, στη θση που ο καθνας ταν ορισμνος, ακολουθντας πιστ (και για σο θα διαρκοσε αυτς ο αγνας - μπως θα τελεωνε και ποτ;) τις διαταγς της αρατης μηχανς, μρος της οποας εμαστε τελικ λοι.
     Στη στση του λεωφορεου περμενε ο συνηθισμνος κσμος, στη συνηθισμνη ρα, για τη συνηθισμνη διαδρομ ενς συνηθισμνου οχματος με ασυνθιστα εκνευρισμνο οδηγ, που, πως συνηθιζταν, καθυστεροσε σχεδν πντα να βρσκεται εκε που πρπει, στο χρνο που πρεπε (οι πνακες ανακοινσεων με τα δρομολγια λνε πντα ψμματα κι αυτ εναι μια αλθεια αναμφισβτητη...). Αυτ πνω-κτω σκεφτταν κι εκενος την ρα που, ακολουθντας την αγλη των επιβατν, διβαινε την πρτα του μηχανικο τρατος που θα τον μετφερε στον προορισμ του...
     Ποιος εναι εκενος; Μα χει καμι σημασα αυτ; Θα μποροσε να εναι ο οποιοσδποτε, εγ, εσες, ο γνωστος ντρας γυνακα της διπλανς θσης, λοι αυτο που κινονται παρλληλα, δπλα μας, οι σντροφοι της καθημεριντητας, πρσωπα οικεα αλλ και τσο ασμαντα, ταυττητες χωρς ταυττητα... Ββαια, και για το σκοπ της ιστορας μας, ο γνωστος εκενος ντρας πρπει να χει να νομα ττοιο στε να εναι μεσα προσδιορσιμος. Επειδ μως το νομα αυτ δεν μας χει αποκαλυφτε, θα πρπει προφανς να του δσουμε να εμες. Θα τον αποκαλομε λοιπν “ο κριος Χ.” και νομζω τι αυτ η πρταση θα μας αφσει τελικ λους ικανοποιημνους. 
     Ας περιγρψουμε μως την εικνα αυτο του ανθρπου: Ο κριος Χ. πλησιζει την ηλικα των σαρντα, εναι μσου αναστματος, με περιττ κιλ να συσσωρεονται γρω απ τη μση του, στρογγυλοπρσωπος με αραι μαλλι, συμπαθητικς στην ψη, ρεμος, γαλνιος, χαμογελαστς. Η ενδυματολογα του φανερνει εκπρσωπο της μσης τξης, να φυσιολογικ, εκολα αναγνωρσιμο μικροαστ περιορισμνης οικονομικς δυναττητας. Η βρα που στενεει το δχτυλ του δηλνει πως εναι παντρεμνος, και μλιστα εδ και χρνια, παρλο που ο καημνος δεν κατφερε ακμη να κνει παιδι (αν και το θλει πολ). Κρατ να χαρτοφλακα δερμτινο, πολυχρησιμοποιημνο πως φανεται, που σγουρα κποια στιγμ θα πρπει να τον αλλξει, αν δεν επιθυμε να βρεθε στη δυσρεστη θση να δει το πολτιμο (και βαρ) υλικ του να σκορπζεται τακτα προς κθε κατεθυνση. Τι δουλει να κνει; Νομζω εκολα αναγνωρζεται. Εναι καθηγητς, Φιλλογος μλιστα, και διδσκει, εδ και χρνια, σε να Φροντιστριο Μσης Εκπαδευσης κοντ στο σπτι του. Θεωρεται καλς στη δουλει του. Οι μαθητς του τον σβονται, οι συνδελφο του τον εκτιμον (εναι βλπετε και ο παλαιτερος εργαζμενος στην επιχερηση, και ποτ δεν δωσε αφορμ στω και για το ελχιστο παρπονο, πντα υπρξε τυπικς κι ευσυνεδητος). Το μερκι του ββαια ταν να πισει μια καλ θση στο Δημσιο, να διοριστε μνιμος σε Σχολεο. Οι καιρο μως ταν χαλεπο. Ο παρδεισος της μονιμτητας απαιτοσε κι λλα πργματα (κυρως λλα πργματα!), πραν της προσωπικς αξας του καθενς κι εκενος ββαια ξερε πως δεν τα διθετε. Κι τσι, τι να κνει, αποδχτηκε την αδυναμα του και προσπθησε να ανταποκριθε σε ,τι εχε μπροστ του. Και τα κατφερε καλ κατ γενικ ομολογα... 
     Ο κριος Χ. μλις τρα κρατθηκε, καταβλλοντας μεγλη προσπθεια να μη χσει την ισορροπα του, απ μια χειρολαβ καθς ο οδηγς του λεωφορεου φρναρε απτομα, εξαιτας κποιου λλου οδηγο (προφανς ταξιτζς...) που κοψε απτομα ταχτητα, εν προπορευταν. Ανμεσα στο ακατσχετο υβρεολγιο του οδηγο, που ακολοθησε χρονικ το γεγονς, ο κριος Χ. φνηκε να χαμογελ.
 “Γιατ οι νθρωποι δεν θα μποροσαν να  εναι πιο υπομονετικο στις απλς, στιγμιαες περιστσεις;” σκφτηκε μνος του και σα να συμφωνοσε με τη φων μσα του, κονησε το κεφλι του επιδοκιμαστικ. “λα γνονται, φτνει να μην υπρχει βιασνη...” συμπλρωσε η φων.
     Ναι, τσι εναι, το ξερε, το διβαζε παντο, το δδασκε μλιστα και στα παιδι. νιωθε σγουρος για τον εαυτ του, γιατ πστευε πως εχε συλλβει σωστ το νημα και το σκοπ της ανθρπινης παρξης, κι αυτ τον κανε να αισθνεται ασφαλς, και η ασφλεια εναι το καλτερο αγχολυτικ στην κοινωνα που ζομε, μπως χι; Ββαια, το πρβλημα δημιουργεται αλλο, στην περπτωση δηλαδ που, εν εσ ο διος βρσκεσαι σε αρμονα με τον κσμο που ζεις μιας κι χεις διαμορφσει συγκροτημνη αντληψη γι’ αυτν, κποιοι λλοι δεν το κνουν, δεν το χουν φιλοσοφσει αρκετ, πρα και πσω απ την επιφανειακ ουδτερη αντληψη που χουν για τους διους και το περιβλλον τους. Κι αυτ δημιουργε νταση, ειδικ ταν δο ττοιοι τποι συμβινουν απ κοινο, πσο μλιστα ταν πρκειται για να ζευγρι παντρεμνων.
     Εντξει, τη γυνακα του την αγαπει, αυτ εναι δεδομνο. Και καταλαβανει πς εναι να προσπαθε κανες να αντεπεξλθει στα προβλματα που συνεχς ανακπτουν, νας Γολγοθς απ υποχρεσεις που πρπει να ρυθμιστον μεσα: κστος ζως, λογαριασμο, γραμμτια, πλρωσε αυτ, πλρωσε τ’λλο, τα χρματα εναι λγα, αλλις τα εχαμε υπολογσει, δεν χουμε χρνο (οτε χρμα) να βγομε, δε διασκεδζουμε, βσανα, λο βσανα... Λογικ, λα λογικ. Μα, και τι να γνει; “C’ est la vie” αγαπητ μου, υπομον, λα θα γνουν στον καιρ τους, εμες να εμαστε καλ. 
     Τ δηλαδ, της εχε πει τποτα κακ; Μπως της εχε συμπεριφερθε σχημα, της κακομλησε, την βρισε, τη χτπησε, την... την... χι. Αντιθτως προσπαθε να εναι πντα σωστς απναντ της, να ικανοποιε (στο μτρο που μπορε) τις ανγκες της, να τη βλπει πντα χαρομενη κι ευτυχισμνη. Κι εκενη, εν το καταλαβανει, ρες - ρες εκνευρζεται, αντιδρ, ξεσπ πνω του και καυγαδζουν. πως, λγου χρη πρν απ λγο... Τι φταει δηλαδ εκενος; Μπως δεν προσπαθε;
     Ο κριος Χ δυσφρησε.
 “Ω, δεν εναι ρα για ττοιες σκψεις” επε μσα του “φτνει ,τι προηγθηκε. Χρειζεται να ηρεμσω, να διξω το σννεφο που με θολνει, να αφσω στην κρη τα προσωπικ προβλματα. Πηγανω στη δουλει, δεν πρπει να τα κουβαλ μαζ μου. Τλος, τλος για σμερα. ταν γυρσω βλπουμε”.
     δη νιωθε καλτερα.
 “Καλς, πολ καλς. Τα κατφερα λιγκι. Μα μπορ να τα καταφρω περισστερο. Δεν χω μως τσο χρνο. Να, μλις περσαμε τα φανρια με τα Σχολεα στη γωνα. ρα να χτυπσω το κουδονι. Πρπει να κατβω.” επε και κοταξε το ρολι του.
     Και κατβηκε, στην τσο γνωστ του στση, αυτ πνω στη λεωφρο με το μαγαζ ψιλικν πσω της (ωραο μαγαζ, πολλς φορς αγραζε απ τον κριο που το εχε τσιγρα, χι πακτο αλλ καπν. Ο καπνς, λεγε, ταν πιο ”υγιεινς”, μα -μεταξ μας- αυτ αποτελοσε απλ μια φτην δικαιολογα. Η αλθεια εναι τι αγραζε καπν γιατ τσι και πιο λγα τσιγρα κπνιζε και πιο οικονομικ του ερχταν). Τρα πρεπε να περσει στην απναντι πλευρ. Αυτ θα το κανε στο φανρι, λγα μτρα πιο κτω. Η κθετη στη λεωφρο οδς, κβοντας αριστερ, οδηγοσε στο Φροντιστριο που δολευε. Εκε βρισκταν ο προορισμς του.
     ρχισε να διανει αργ τα μτρα, βαδζοντας στο δεξι πεζοδρμιο της καθδου, βλποντας καθαρ -κι αυτ χει μεγλη σημασα για τη συνχεια- τους τρχρωμους διπλος λαμπτρες να εναι αναμμνοι στο πρσινο. Ο ουρανς μπροστ του (σο δηλαδ φηναν οι πολυκατοικες να φανε) εχε πρει να χρμα γκρζο μπλε. Η ατμσφαιρα εχε καθαρσει. Τα σχματα των σπιτιν διαγρφονταν με κθε λεπτομρεια. Πραγματικ μποροσε κανες να δει τα πντα σε εντλεια, τσο ορατ καθαρ, που του φνηκε -περεργο- πως η αντθεση του ουρανο με το μπετν δημιουργοσε, στο σημεο που εννονταν, να στρμα απ λευκ σννεφο, σαν να αμυδρ φως να καλπτει το περγραμμα των κτιρων λμποντας αχν πνω απ τις στγες, να φως σπρου καπνο που σχημτιζε νματα με κατεθυνση τον ουραν, στριφογυριστς, φιδσιες γραμμς. Και...   
     Και τρα βρθηκε να περπατ κοιτντας μπροστ. O δρμος σκοτενιαζε σε σημεα ρα θα πρεπε να προσχει ιδιατερα τις λακκοβες στο πεζοδρμιο αν δεν θελε να βρεθε σε θση δυσρεστη. Κοταξε κτω και μετ αριστερ. Εδε τη θολ του φιγορα να διαγρφεται στη βιτρνα ενς μαγαζιο που πουλοσε τροφς για κατοικδια. Εκε σταμτησε. Γιατ εκε ταν που μεινε αποσβολωμνος, που ο κσμος του φνηκε να χνει την πραγματικ του υπσταση, σαν κποιο κεν μνμης να κανε το μυαλ του να μη μπορε να οργανσει σωστ τις παραστσεις που τα μτια του μετδιδαν στον εγκφαλο. Κτι δεν πγαινε καλ εδ, κτι εχε αλλξει ξαφνικ, δεν ταν φυσιολογικ αυτ που συνβαινε. Μα, επιτλους, τι εχε συμβε;
     ρχισε να σκφτεται, φωναχτ αυτ τη φορ... “Αριστερ, αρισ.. δεξι, χι αριστερ, δεξι, βρισκμουν...” Μα ναι, ββαια, περπατοσε τρα στο αριστερ πεζοδρμιο της λεωφρου, παρλο που αποβιβστηκε απ το λεωφορεο στη δεξι πλευρ της. Δεδομνο πρτο: Εχε περσει λοιπν απναντι. Ναι, αλλ γιατ δεν το θυμταν; Και πς μπρεσε να διαβε μια κεντρικ λεωφρο, απορροφημνος και χαμνος στους ρεμβασμος του, χωρς καθλου να προσξει τα απειλητικ διερχμενα αυτοκνητα (τα οποα οτε καν εχε ακοσει να περνον); Πς πρασε λοιπν με τση ευκολα;
 “Εναι γιατ πρασα απ το φανρι...”. Ανατρχιασε και το ργος διτρεξε τη ραχοκοκαλι του. Δεδομνο δετερο: το φανρι ταν αναμμνο πρσινο, δεν θα ταν ποτ δυνατ (εκτς κι αν εχε αυτοκτονικς τσεις) να εχε διασχσει κθετα το δρμο. Ττε; “Ττε ας προχωρσω και στο Φροντιστριο θα τα σκεφτ καλτερα”.
     Ναι, σωστ, αλλ ΠΟΥ εναι ο δρμος για το Φροντιστριο;    
     νιωσε τι θα κατρρεε μεσα. Τον κατλαβε μια τση που θλωσε τα μτια του -σγουρα θα κανε εμετ θα λιποθυμοσε (και τποτε απ τα δο δεν του ταν ευχριστο). Κρατθηκε απ την πρτη κολνα που βρκε μπροστ του ( μπως ταν κγκελα;) και βγκηξε. Για κποιο χρονικ διστημα που του φνηκε απροσδιριστο μεινε σ’ αυτ τη θση. πειτα, ρχισε να ανακτ τις αισθσεις του και γεμτος απ να συνασθημα πλρους αμηχανας, τλμησε να σηκσει το κεφλι του μπροστ...
     Δεν το πστευε, δεν ταν δυνατ, τα μτια του παραλογζονταν. Ποι εναι αυτ η περιοχ, πο βρσκεται, χι, κποιο λθος χει γνει. σο μως κι αν προσπθησε να αποδιξει την εικνα, αυτ αρνιταν πεισματικ να φγει, μενε εκε, αυστηρ, απαρλλαχτη, να του λει το διο και το διο πργμα σε επανληψη:
 “Εσαι κπου αλλο!”.
     Με μια αξιολπητη κνηση, σαν μεθυσμνος, γρισε πσω του, μπως και κατφερνε να βρει μια λση. Εδε τη λεωφρο να χνεται στο βθος και τα τροχοφρα να αγκομαχον διασχζοντας την, εδε τα φτα να παιχνιδζουν κοροδευτικ, εδε τα σπτια, τους ανθρπους. Μα κυρως εδε, πντε-ξι τετργωνα πιο κτω τα φανρια, τα γνωστ φανρια, που σα που διακρνονταν, εκε που θα πρεπε λογικ να βρσκεται αλλ για να ανεξγητο λγο δε βρισκταν. Και ταν το συνειδητοποησε, και το νιωσε σαν πραγματικ, απκτησε ξαν την ασθηση του προσανατολισμο του. Και αναγκστηκε τελικ να το δεχτε: ποιος ξρει πς, χωρς ο διος να το συνειδητοποισει τη στιγμ που συνβη, στεκταν δο περπου στσεις μακρτερα απ το σημεο που εχε κατεβε, στην αντθετη πλευρ του δρμου! Αυτ ταν το τελικ δεδομνο.
 “Μα πς εναι δυνατν” σκφτηκε “πς δεν το κατλαβα, αφαιρθηκα;”
     Αυτ εναι μια ερμηνεα κριε Χ. που μπορε να ευσταθε. Για δες μως και το ρολι σου να σιγουρευτες. Απ την ρα που κατβηκες στη στση ως τρα πρασαν ακριβς δυο λεπτ παρ κτι, και σε δο λεπτ δεν μπορε (εκτς κι αν εσαι αθλητς του στβου -και το ξρεις καλ τι δεν εσαι) να δινυσες τσο μεγλη απσταση ακμη κι αν τρεχες με την ψυχ στο στμα. Σιγουρετηκες λοιπν; Μλιστα. Τρα γρνα πσω να πας στη δουλει σου, περπατντας σο πιο γργορα μπορες και χρονομτρησε την απσταση. Το κανες; Τι χρνο γραψες; Επτ λεπτ; Τσο πολ; Α, μα νομζω τι χρειζεσαι γυμναστικ καλ μου κριε...
     Εκενο το βρδυ ο ρως μας νιωσε τι κτι λλαξε μσα του, και επιδρσεις αυτο του «κτι» υπρξαν μεσες. Γιατ, εκενο το βρδυ, δδαξε τις τξεις του με ττοιο τρπο που τα παιδι μειναν να τον κοιτον αποσβολωμνα. Αυτ που λεγε του φανονταν τσο καθαρ, τσο μεστ, τσο ουσιδη, σως για πρτη φορ απ ττε που ταν φοιτητς νιωσε την ιδιατερη μαγεα της γνσης να χρωματζει τους χους και τα νοματα, κι αυτ ταν που τον ενθουσασε. Δεν πρσεξε μως, δεν εννησε, τι οι μαθητς του δεν κατλαβαν λξη απ’σα επε, τι -πως παραπονθηκαν στις μεταξ τους συζητσεις στα διαλεμματα- δεν κουσαν τποτε λλο παρ ασυναρτησες και πργματα ασνδετα, και πως για πρτη φορ στον καιρ που τους δδασκε, ο κριος Χ. ταν εκτς τπου και χρνου... Πσο αλθεια ραγε περιεχε αυτ η φρση!
     Γρισε σπτι χοντας ανμεικτα συναισθματα, το κυριτερο των ποων ταν ο ντονος προβληματισμς, τσο σε σχση με την πρωτγνωρη εμπερα που εχε πριν λγες ρες ζσει, σο και για τις συνπεις της, πως αυτς φνηκαν μσα στην τἀξη, την ρα του μαθματος. Προσπθησε να βλει σε τξη τις σκψεις του, αλλ αυτ δεν φερε καννα αποτλεσμα, αντθετα εχε επιτενει τη σγχυση μσα του. Κι ταν η γυνακα του διαπστωσε, χρη στην αλλκοτη, «χαμνη», συμπεριφορ του, τι κτι τον απασχολοσε και τον ρτησε να μθει, αυτς αποφσισε να της διηγηθε το περιστατικ. Κι τσι κανε. Το ψαξε λγο να βρει τη σωστ διατπωση, και αφο πρε βαθι ανσα, ξεκνησε λγοντς της:
 -“Ξρεις αγπη μου συνβη κτι περεργο σμερα. Τηλεμεταφρθηκα δο στσεις παρακτω...” Τι το θελε...
     Γιατ αυτ που εισπραξε δεν ταν η κατανηση (πως περμενε) αλλ ο χλευασμς κι η αποδοκιμασα. Η γυνακα του, σ' να παροξυσμ νερων,  τον κατηγρησε πως η αφηρημδα του εχε πια ξεπερσει κθε ριο, τι ρες-ρες φερτανε χειρτερα κι απ παιδ, τι η φαντασιοπληξα του εχε γνει πια επικνδυνη. Αφο τα πργματα ταν λογικ (τι ωραα λξη για να αποστομνει κανες!), δεν πρσεχε, εχε χαθε στις σκψεις του, πετοσε στα σννεφα, ζοσε στο δικ του κσμο ως συνθως, και τα λοιπ, και τα λοιπ, με αποτλεσμα να μην καταλβει τι, απορροφημνος καθς ταν στη μακαριτητ του, εχε περσει απναντι και προχωροσε χωρς να κοιτζει γρω του, με αποτλεσμα να χσει το δρμο του. Απλ πργματα, τσι δεν εναι;
     Μα, αφο η ασθηση αυτ ταν τελεως πρωτγνωρη, δεν του εχε ξανατχει ττοιο πργμα, δεν μπορε να γιναν λα τσο εκολα, εξλλου το ρολι... Τποτε, τποτε, δεν κουγε κουβντα. Μοτρωσε, κονησε το κεφλι της, σοφρωσε τα χελη της και τον κοταξε με οκτο.
 -“Τελεωνε το φαγητ σου και πμε για πνο” επε ξερ, “Αρκετ χω περσει λες αυτς τις μρες, δε θλω κι λλα!”, κι η γνμη της τελικ υπερσχυσε.
     Στις μρες που πρασαν τα πργματα φνηκαν να επανρχονται σε ρυθμος φυσιολογικος. Το γεγονς ξεθριασε στο μυαλ του (αν και κτι -εκε βαθι- μενε, να ενοχλητικ στγμα θμησης που τον φβιζε), οι ρυθμο του ακολοθησαν την πεπατημνη, η γυνακα του (τι ανακοφιση Θε!) δεν γκρνιαζε, οι μαθητς του δε δυσανασχτησαν. Θα μποροσαμε να πομε κι λλα σχετικ με τη χρονικ αυτ περοδο, μως πολ φοβμαι τι θα γεμζαμε σελδες με ανιαρ επαναλαμβανμενες αναφορς, και κτι ττοιο δεν εναι μσα στις προθσεις μας. Γι’ αυτ και θα κνουμε την υπρβαση, να λμα μσα στο χρνο και θα οδηγηθομε εκε ακριβς που θλουμε, στα ενδιαφροντα. Γιατ το θμα εναι πως, ταν κτι συμβανει μοναδικ, μια φορ, μπορε κλλιστα να κατηγοριοποιηθε ως “σμπτωση”, τυχαο δηλαδ (αν υφσταται η ννοια “τυχαο”) κι ανεπανληπτο γεγονς. Αλλ αν κτι συμβε ξαν; Ττε τι χουμε; Μια ομδα συμπτσεων -πως το θεσε ο δισημος εκενος φυσικς- να νμο; Δσκολη η απντηση και γνεται δυσκολτερη γι’ αυτος που δεν τους απασχολον ττοια ζητματα.
     Σαν το κριο Χ. δηλαδ. Γιατ, ξρετε, και μη τρομξετε μ’ αυτ που θα ακοσετε και μη με παρεξηγσετε, δε το λω με χαιρεκακα καθς το σκφτομαι και μειδι, του συνβη... πλι! Δετερη φορ, και τρα, μρα μεσημρι, εχε μλις τελεισει τα ψνια του (προμθειες Σαββατοκριακου) στο εμπορικ κντρο και στεκταν ξω ψχνοντας για ταξ. Η δια λμψη εμφανστηκε πνω απ τα σπτια και τους δρμους (μνο το χρμα λλαζε, τρα η λεπτ γραμμ ποκιλλε απ το γκρζο ως το ανοιχτ μαρο), η δια ασθηση απλειας, η συνειδητοποηση τι ΚΑΤΙ χει συμβε, ο αποπροσανατολισμς και τελικ το συμπρασμα τι μεταφρθηκε κπου αλλο. Εδ δεν μπαινε θμα, εχε βγει στο δρμο με τις σακολες, σταμτησε στο πεζοδρμιο να σκουπσει τον ιδρτα του και... βρθηκε τελικ σε να πρκο, αρκετ μτρα πιο κτω, χωρς να κρατ τποτε στα χρια του! Ο ιδρτας τον λουσε ξαν -κι ταν παγωμνος- στη να, γενναα πραγματικτητα που αντκρυζε. Δχως να χσει καιρ, τρεξε ασθμανοντας πσω στο εμπορικ κντρο. Πς θα γριζε σπτι χωρς ψνια; Το πορτοφλι του εχε αδεισει εντελς. Τι θα λεγε στη γυνακα του;
     Μα, εδ τουλχιστον, στθηκε τυχερς. Οι σακολες βρθηκαν στη θση τους. Κανες δεν εχε προλβει να επωφεληθε απ την ολιγλεπτη απουσα του. Εκενος ττε αναστναξε -ο καημνος- με ανακοφιση. “Το μ χερον βλτιστον” επε αγκομαχντας, “κτι ταν κι αυτ” και πρε το δρμο για το σπτι, κρατντας σφιχτ τα προντα της καταναλωτικς ανταπδοσης του μχθου του. σο για το γεγονς αυτ καθαυτ... οτε θμα!
     χι πως δεν το σκφτηκε... Απλ αυτ γινε πολ αργτερα, μετ το μεσημεριαν φαγητ, ταν εκενη πγε να ξαπλσει, και μνος του αυτς κατσε στη βερντα για να σκεφτε. σο μως και να το κανε, λση δε βρκε, κι αυτ τον απογοτευσε. Του φνηκε οτι απ την αρχ κιλας της προσπθεις του αντιμετπιζε να τερστιο, αχανς διστημα κενο χρου. Εκε δεν υπρχε τποτε απολτως, κι αν ξεκιν κανες απ το τποτε μπορε ραγε να φτσει κπου; ‘Ισως... πως μως και να ’χει, απογοητετηκε. Και ττε ταν που, σαν μια σπθα φωτς να ανβλυσε μσα του, μια πιεστικ επιθυμα τον κατλαβε: θελε να διαβσει! Λογικ αυτ θα πετε για να καθηγητ. μως αυτς δεν ξερε τ ακριβς θελε να διαβσει, απλ κτι, ο,τιδποτε θα ταν αρκετ για να τον ανακουφσει. ‘Ετσι τρεξε στη βιβλιοθκη του και πρε τυχαα να βιβλο: “Αισχλου, Προμηθες Δεσμτης”.
     Πσα χρνια εχε να το ανοξει... Μια γλυκι νοσταλγα τον κυρεψε καθς ξεφλλισε τις κιτρινισμνες, τσαλακωμνες σελδες. στριψε λοιπν τσιγρο κι κατσε αναπαυτικ στη φτην πολυθρνα του. Τις επμενες ρες χθηκε μες στο αρχαο κεμενο, γινε να μ’ αυτ, εμποτστηκε με τη σοφα του και προπντων νιωσε μια περεργη ασθηση να τον καλπτει, καθς ο τραγικς ποιητς παρουσαζε τον κοσμικ αγνα των δυνμεων του Χους και του Νμου να συγκροονται σε μια τιτνια αναμτρηση. Στο τλος, οι εκπρσωπο τους, Προμηθας και Δας, συμφιλιθηκαν κι τσι επλθε η κοσμικ ισορροπα κι η δικαιοσνη δεσε αρμονικ το σμπαν μσα απ το βασλειο της βας.
     Ισορροπα, αρμονα... τι μεγλη δναμη κατχουν πργματι αυτς οι μικρς λξεις. Και πσο τον τραξαν, εν θα πρεπε να τον ηρεμον... Η αλθεια εναι πως ποτ πριν δεν εχε αισθανθε τσι, ταν σαν μσα του να κρυμμνο μυστικ να πσχιζε να αποκαλυφτε, διχνοντας την ομχλη απ τα μτια και το μυαλ του. Κτι συνβαινε εδ, κτι ΤΟΥ συνβαινε, αλλ τι; Δεν ξερε να απαντσει. Αν μως εκενη τη στιγμ, ακριβς εκενη τη στιγμ, σκωνε τα μτια του προς τον ουραν, θα 'μενε κθαμβος απ το θαμα των αμτρητων χρωματιστν ακτνων που χρευαν γρω απ τα ψυχα κι μψυχα αντικεμενα, ακτνες βαμμνου φωτς που στριφογριζαν σε ακαννιστους ρυθμος, αλλοινοντας εντελς την εικνα αυτο που ονομζουμε “κσμος των αισθητν πραγμτων”...
     Αλλαγ χρνου: λγες εβδομδες αργτερα. νας περεργος νθρωπος στκεται σε μια γφυρα πνω απ τις γραμμς του τρνου και παρατηρε σε μι κεντητα συναισθημτων τις ργες να χνονται στο γνωστο. Εναι πια στην κρσιμη στιγμ, στην αρχ της επγνωσης, με τρπο ολονα και πι επιταχυνμενο, της διατπωσης μιας γενικς αλθειας: ο χρνος, αυτ η αριστη, ανθρωππλαστη, συμβατικ δισταση, δεν χει καμι αξα. σα φανονταν κποτε σταθερ, καμπτα και αναλλοωτα, χουν αρχσει να αλλζουν, να αλλοινονται, να λινουν σαν ακατργαστο μταλο μσα σε δυνατ φωτι αποκαλπτοντας το εσωτερικ τους πσω απ μια απατηλ επιφνεια. Ο νθρωπς μας κονησε το κεφλι του, σα να συμφωνοσε.
     Κατβηκε στο δρμο κι ρχισε να περπατ σφυρζοντας εθυμα τη μελωδα απ να μορφο τραγοδι. Δεν ξερε που πγαινε, οτε ββαια και τον ενδιφερε. Το να κρατ το ρυθμ ταν πιο σημαντικ, τα πδια πρεπε να υπακοουν στους χους του στματος, οι κινσεις να γνονται με αρμονα και νερο. Γιατ σε λα υπρχει νας τελικς σκοπς μπως χι;
     Οι πολλο δεν το καταλαβανουν ββαια. Υποταγμνοι στα γχη μιας απθανα νοστης ζως, βαδζουν στο ρυθμ που οι λλοι τους δνουν, δεν προσπαθον, δεν αντιστκονται, δε σκφτονται. Η πορεα εναι αυτοσκοπς, η μεγλη πορεα του κσμου προς το πουθεν... Γιατ μη μου πετε πως τελικ αυτ η ζω, τσι πως κανες μαθανει να τη βινει, χει καμι αξα κατ βθος... Ανιαρ και προβλψιμη ως το μικρτερ της χιλιοστ, δημιουργε την ψευδασθηση πως τενει κπου, χει να προορισμ. Μα αυτς ο διαρκς αγνας εναι ανοσιος, γιατ τα πντα υπακοουν σε να σκοπ εν αυτ που ζομε, το διαρκς τρεχαλητ της παρνοιας, δεν χει κανναν απολτως. Γιατ, αν εχε, θα τον ξεραν λοι, ποιος μως θα μας το πει; χετε ακοσει ποτ κποιον να σας πεθει για το τι κρδισε ουσιαστικ απ αυτ την επιβεβλημνη βλακωδα; Μα ακμα και να κρδισε κτι, αυτ δε θα το μθουμε ποτ... Η ησυχα του νεκροταφεου εναι ο απλυτος δυνστης τελικ....
     Συμπρασμα: γιατ ζομε; Ζητεται επειγντως νας πειστικς ψετης για να δσει απντηση προσαρμοσμνη στα υπρχοντα δεδομνα. Γιατ -μεταξ μας- απντηση υπρχει, οι νθρωποι μως εναι αρκετ αφελες για να την αναζητσουν. Τι να γνει μως... πως επαμε ο ρυθμς εναι αυτ που μετρει, να, σα το τραγοδι του κυρου Χ. ...
     Ο φλος μας τρα νιθει ανλαφρος κι ευδιθετος. πως προεπαμε, δεν ενδιαφρεται που πηγανει και που βρσκεται, γιατ πολ απλ ΔΕΝ ξρει που βρσκεται! Τις τελευταες εβδομδες, οι μυστηριδεις εξαφανσεις κι επανεμφανσεις γιναν συχνς, πολ συχνς. Στο δρμο, στο λεωφορεο, κοντ σε πλατεες, σε πολυσχναστους δρμους, λες τις ρες της ημρας (μα αυτ θα πει τελικ ποικιλα!), συνβαιναν παντο και κθε στιγμ, και -τι αστεο- ακμη και στη βιβλιοθκη, την οποα εχε επισκεπτε πρσφατα. Τι να θελε εκε;
     Λοιπν, εκε πγε για να λσει το μεγλο στοχημα που θεσε στη λογικ του. “Για λα υπρχει μια εξγηση;”. Ας συμβουλευτομε τη σοφα των ανθρπων. Το κανε. ψαξε πολ, διβασε περισστερο, προβληματστηκε τα μλα. Κποιες ενδεξεις του δωσαν να καταλβει σε γενικς γραμμς πργματα που λλοτε του φαινταν ακατανητα. Αυτ που αποκμισε σα συμπρασμα το θερησε σημαντικ: ο κσμος μας, η φση, το σμπαν εναι μια τερστια πηγ ενργειας, τσο δυνατς που διπει και διαπερν τα πντα. Βρσκεται παντο και σε λα, σε ψυχα και μψυχα κι εναι εκολη για τον καθνα να τη διαισθανθε και προσιτ για τον καθνα να αντλσει απ’ αυτ. Μνο που ο νθρωπος φαλκιδεει το μνο μσο προσγγισς της, τη φαντασα, σε μια απστευτη ανουσιτητα, παγιδεεται στα γνα και σκβει το βλμμα κτω. Θα φτανε απλ να κοιτξει “πνω”, να γνει δηλαδ “νθρωπος” και ττε οι αλυσδες που τον δεσμεουν θα πεφταν σαν αποκριτικο κομφετ... Μα δεν το κνει, χι τουλχιστον οι πολλο. Προτιμ να φτιξει γρω του να κλυφος και να κλειστε μσα, να αυτοφυλακιστε στη σπηλι της γνοις του και να νισει κπως περφανος γιατ αυτ το ργο το φτιαξε ο διος... Τ ανοησα! Η αλθεια βρσκεται στην ουτοπα κι η ουτοπα στη φαντασα... Εναι λοιπν αργ για να μθουμε μπως ακμα νωρς για να ξεκινσουμε;
     Και το βασικτερο: Τι κινε τα νματα αυτς της υπερκοσμικς πανδαισας; Ποια δναμη βρσκεται απ πσω και πς επηρεζει την πορεα μας; Και τλος πντων τι νημα εχε να συμβον λα αυτ τρα; Ποιος ο απτερος στχος; Γιατ αυτν;
     Δεν υπρχε προς το παρν απντηση, ταν σγουρος μως τι πλησαζε ο καιρς να του αποκαλυφθε. Προς το παρν χαιρταν ,τι του αποκλυπτε η καινοργια του ζω, ακμη κι αν αυτ σμαινε τη ρξη με τη συνθεια... Ναι, τα πργματα εχαν αλλξει, μλλον αυτς εχε αλλξει. Απορρφθηκε ανεπιστρεπτ απ τον κοινωνικ του περγυρο, στη δουλει τον αντιμετπιζαν με επιφλαξη και προβληματισμ (τελικ του δωσαν και “δεια”, αλλ χωρς επιστροφ, ο “καλς” συνδελφος, ο εργατικς, ο συνεπς, δεν ταν χρσιμος πια για το σστημα, κι πρεπε πλον να απαγκιστρωθε απ’ αυτ). Ακμη κι η “αγαπημνη” του σζυγος δεν του φαινταν τρα και τσο “αγαπημνη”... Μλιστα θα πρεπε να προσθσουμε στον παραπνω προσδιορισμ και τη λξη “πρην”. ταν λογικ οτι κτι ττοιο θα συνβαινε κποια στιγμ κι γινε με τρπο απρβλεπτο...
     να απγευμα δηλαδ που επστρεφαν με το αυτοκνητ της (γιατ βλπετε εκενη εχε αυτοκνητο), εν ο κριος Χ. καθταν στη θση του συνοδηγο σιωπηλς κι εκενη, εκνευρισμνη, σως και λγο ανσυχη προσπαθοσε να βρε μια εξγηση για τη “μη φυσιολογικ στση του τον τελευταο καιρ”, συνβη ξαν. Πρτα ρχισαν να εμφανζονται τα χρματα απ το πουθεν, πειτα τα αντικεμενα θλωσαν, τα περιγρμματ τους φωτστηκαν ντονα, οι μορφς τους αλλοιθηκαν, τα χρματα περιδινστηκαν στο φιδσιο, μυστηριδη τους χορ κι... ο κριος Χ. βρθηκε να στκεται σε να προστιο της πλης, δπλα σε να υπροχο και νοτερ πευκοδσος! ταν γρισε σπτι τη βρκε να τρμει. Βιστηκε να φγει χωρς να του μιλσει... Την επμενη μρα να σημεωμα στο ψυγεο:
 “Πηγανω στη μαμ. Θα γυρσω κποια στιγμ”. Κατλαβε... Ο κριος Χ. νιωσε μεγλη χαρ.
     Επιστροφ ξαν στο “τρα” (τι να σημανει ραγε αυτ η λξη;). Ο ρως μας διαβζει το σμπαν που τον περιβλλει, λοζεται μσα στο φως του, βλπει την ορατ δισταση της πραγματικτητας, που τποτε πια το ψετικο δεν χει μσα της. Χορεει στα διαφορετικ εππεδα της γνσης, διδσκεται τη μνη αληθιν επιστμη, χει καταργσει ,τι τον κρατοσε δσμιο τσο καιρ. Δεν θυμται, δεν ελπζει, μνο ζει το νειρο. Και περιμνει, περιμνει να δει που θα τον βγλει, κι οι περπατο του γνονται λο και πιο μακρινο, λο και πιο κοντινο στην εκπλρωση του προορισμο του. Βρσκεται εδ κι εκε, νας μοναδικς ταξιδευτς, πτε στο παγκκι ενς σιδηροδρομικο σταθμο, πτε στον πολυσχναστο νυχτεριν δρμο ενς λιμανιο, πτε κτω απ το ωραο αρχοντικ στον πλακστρωτο δρμο του μικρο χωριο, πτε στο μεγλο κστρο που υπερφανο ατενζει την πεδιδα. Μα πντοτε μακρι, λο και πιο μακρι, λο και πιο κοντ...
     Κι τσι, μια απ αυτς τις καθημερινς, μζερες, συμβατικς ημρες, διες κι απαρλλαχτες με λες τις υπλοιπες, καθς η ανθρωπτητα συνχιζε να αγκομαχ, ξαπλωμνη στην επιθαντιο κλνη που η δια ρισε για τον εαυτ της, ο κριος Χ., που πια δεν ταν οτε κριος, αλλ -οτε φυσικ- και γνωστος Χ, ξεκνησε να συναντσει το πεπρωμνο του, στο μεγλο, το μεγαλτερο ταξδι στα μονοπτια της ψυχς του κσμου. Κι πως φανεται, κρνοντας ββαια απ το διστημα της απουσας του, μλλον εναι απθανο να ξανακοσουμε να του...
                                          
                                                   Μρτιος - Νομβριος 2002

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers