Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Κοντογιάννη Στέλλα: Μια ...'Αλλη Φωνή...

 

     Κάτι Ασυνήθιστο...

Ήχοι σπασμένοι, σπαράγματα
στ' αφτιά μου φτάνουν
λόγια μισά, θραύσματα προτάσεων
Νόημα δε βγάζει η ζωή μου πια
Κόβεται κομμάτια η ενότητα
και διαρκώς εννοείται κάτι αόριστο
Κι όταν η σιωπή είναι συνεχής
τουλάχιστον αφήνει μια ενότητα ηρεμίας

Η διακεκομμένη σιωπή μοιάζει πιο ανήσυχη
από τον συνεχή θόρυβο.


                      Στη Χώρα Των Παιδικών Μου Ονείρων

     Χρόνια τώρα προσπαθώ να ερμηνεύσω μια παραδοξότητα της ζωής μου. Μεγάλωνα στην Αθήνα, χωρίς καμιά άλλη εικόνα εκτός από αυτή του Εθνικού Κήπου και των πολυκατοικιών του Παγκρατίου. Οι εξορμήσεις μας στην εξοχή δεν εκτείνονταν πιο πέρα από τις ακτές της Αττικής προς τον Ευβοϊκό. Μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης μπορούσα να βλέπω τότε σαπουνόπερες, γυρισμένες σε κλειστούς χώρους, γύρω από έναν καναπέ και με μια σκάλα που ανέβαινε σε άγνωστους επάνω χώρους. Πάντα αναρωτιόμουν, πώς ήταν αυτοί οι επάνω χώροι που οι σκηνοθέτες δεν έδειχναν ποτέ. Δεν ακολουθούσαν ποτέ τον χαρακτήρα του έργου τους στον προσωπικό του χώρο αλλά όχι από διακριτικότητα, από οικονομία στα σκηνικά.
     Όμως κάθε βράδυ που έπεφτα για ύπνο, σα να μεταφερόμουν σε μιαν άλλη πολιτεία, πολύ αλλιώτικη από αυτή που ζούσα τη μέρα. Ήταν φωτεινή και
λαμπερή, χτισμένη ψηλά σα να κρεμότανε στον αέρα. Έβλεπε τον ορίζοντα χωρίς εμπόδιο. Σε κείνη την πόλη ένιωθα υπέροχα. Έπαιζα, έβλεπα παιδάκια να
κυκλοφορούν ανάμεσα στα σπίτια, παιδικές μορφές που συναντούσα στο νηπιαγωγείο. Περπατούσα στα δρομάκια, ανάμεσα στα τοιχάκια τα χτισμένα σαν
από καραμέλα και φυστίκια και προχωρούσαν ελικωτά ανάμεσα σε σπιτάκια. Αυτά τα σπιτάκια είχανε χρώματα ροζ, απαλό κροκί, γαλάζιο κι έμοιαζαν με γουρουνάκια. Το δικό μου το γουρουνάκι ήταν ροζ απαλό κι η μουσουδίτσα του ήταν φεγγίτης. Δεν θυμάμαι καθόλου πως ήταν μέσα αλλά θυμάμαι πολύ ότι στην αυλή του είχε μια λιμνούλα που γύρω-γύρω είχε καγκελάκια φτιαγμένα από γύψο και σχημάτιζαν λαιμούς κύκνων.
     Σ' αυτή την πολιτεία χωρίς όνομα περιπλανιόμουν τόσο συνειδητά που πίστευα ότι θα μπορούσα να μείνω εκεί. Ήθελα να έρθει το βράδυ για να τη δω, ήταν το
καταφύγιο της ψυχής μου. Χρόνια ολόκληρα την έψαχνε η ψυχή μου, έψαχνε κάπου να βρει την Ουτοπία των παιδικών μου χρόνων. Πού να βρισκόταν άραγε κρυμένη
αυτή η Παραμυθοχώρα, να βρισκόταν άραγε κάπου ή ζωντάνευε μόνο στα όνειρά μου; Ήταν η πολιτεία που καταργούσε την ευθεία γραμμή και κυριαρχούσε η καμπύλη κι η απαλότητα των κύκλων.
     Και το πιο καίριο ερώτημα απ' όλα ήταν: γιατί ήθελα ένα καταφύγιο ψυχής που να έχει αυτή τη μορφή;
     Καθώς μεγάλωνα ξέχασα σιγά-σιγά την χώρα των παιδικών μου ονείρων. Με απασχολούσε η καθημερινότητα. Το παρόν με κέρδισε κι η φαντασία εξασθένισε, όπως τα φυτά στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών. Πού καιρός πια για όνειρα.
     Θυμάμαι μια βραδιά με βροχή, που διάβαζα για τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Θα ήταν Γενάρης μήνας. Μπροστά μου είχα ένα ημερολόγιο απ' αυτά με τις
φωτογραφίες από διάφορα μέρη και κάθε τόπος αντιστοιχεί σ' ένα μήνα. Τράβηξε το μάτι μου μια πολιτεία χτισμένη σε υπερυψωμένους βράχους, φωτεινή, λαμπερή
στο φως του δύοντος ήλιου. Πήρα στα χέρια το ημερολόγιο και διάβασα το όνομα της πολιτείας. Όπως ήμουν ζαλισμένη και κουρασμένη από το διάβασμα, δάκρυσα. Δεν ξέρω αν ήταν από τις πολλές ώρες που κοιτούσα το βιβλίο ή από τη συγκίνηση που επιτέλους είχα δει κάτι που έμοιαζε στο καταφύγιο των παιδικών μου χρόνων.
     Συνέχισα να διαβάζω με πιο ανάλαφρη διάθεση, λες κι είχε φύγει από τα μάτια η σκοτεινιά της κούρασης και πετούσε το βλέμμα στις σελίδες. Νόμιζα ξαφνικά
πως οι σελίδες έγιναν φτερά και μπορούσα να πετάξω μ' αυτές μακρυά. Δε γνωρίζει σύνορα η φαντασία, ούτε εμπόδια, ούτε κάγκελα, ούτε κανόνες. Δε φυλακίζεται τ' όνειρο.
     Η ψυχή μου λες κι είχε στοιχειώσει σ' αυτή την πολιτεία. 'Αρχισα να διαβάζω ό,τι περισσότερο μπορούσα να βρω γι' αυτή. 'Αρχισα να γράφω ιστορίες που ζωντάνευαν από την εποχή της παιδικής δημιουργικής φαντασίας και φυσικά υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως, πριν τελειώσω το Πανεπιστήμιο, θα την επισκεφθώ.
     Όταν επιθυμεί η ψυχή τόσο πολύ κάτι, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο που να μπορεί να την αποτρέψει από τη μοιραία συνάντηση. Είναι μοιραία κάθε συνάντηση με κάτι που δεν μπορείς να ερμηνεύσεις και να εξηγήσεις. Πολλές φορές δεν υπάρχει καμιά απάντηση σε αυτό το επίμονο "γιατί" που υποβάλει το "εγώ" στο υποσυνείδητο. Τί έχει γραφεί σε κείνο το απρόσιτο κομμάτι της ψυχής που οι ψυχαναλυτές ονομάζουν "υποσυνείδητο" κι έπαιρνε αυτή τη μορφή;
     Ο πόθος γι' αυτή τη συνάντηση μπορεί να φτάσει μέχρι τη σύγκρουση και την τραυματική τελική εντύπωση από το αντικείμενο του πόθου. Κι αν το αντικείμενο του πόθου είναι ένας τόπος, ένας προορισμός, μπορεί η απομυθοποίηση να είναι τόσο έντονη που να επισκιάσει την αρχική ένταση της επιθυμίας. Εδώ όμως δε συνέβη αυτό. Η άφιξη σ' αυτό τον προορισμό ενίσχυσε δραματικά τον αρχικό νόστο. Η συγκίνηση της επαφής με την υλική υπόσταση του ονείρου είναι φορτισμένη. Κείνη τη μέρα, ενδεχομένως, δε θα τη ξεχάσω ποτέ. Ήταν σαν να γυρνούσα στ' όνειρο των παιδικών μου χρόνων, σαν να μη ζούσα πια την πραγματικότητα. Είχα φύγει από το τετριμμένο κι είχα μπει στον κόσμο των υλοποιήσιμων φαντασιώσεων. "Ναι, μπορούν να ζωντανέψουν όλα", είπα μέσα μου καθώς αντίκρυζα μπροστά μου την πολιτεία με τα σπίτια-γουρουνάκια. Εισέπνεα τον αέρα της, οσφραινόμουν τη μυρωδιά της, πατούσα πάνω στα δρομάκια από καραμέλωμένα φιστίκια. Έκτοτε για δώδεκα χρόνια την επισκεπτόμουν συνεχώς και κάθε που τέλειωνε ένα ταξίδι αναρωτιόμουν πότε θα κατάφερνα να προγραμματίσω το επόμενο.
     Ποιός ξέρει πώς είχε εντυπωθεί βαθιά αυτή η εικόνα στην παιδική μου φαντασία, ποιός ξέρει σε ποια άγνωστη λευκή σελίδα του μυαλού κάποιος ή μάλλον κάποια που με είχε αγκαλιά ως μωρό, την περιέγραψε και μέσα στη σκέψη μου, που δεν είχε ακόμα πάρει γλωσσική ταυτότητα, ζωγραφίστηκε σε εικόνα και σχήμα με τον ίδιο παλμό, την ίδια ένταση της περιγραφής. Είχα αρχίσει να υποψιάζομαι πώς έγινε αυτό αλλά ακόμη εκκρεμούσε η τελική επιβεβαίωση. Αυτό που μοιάζει προφανές μπορεί τελικά να χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια για ν' αποκαλυφθεί. Σαν ένα περίεργο λαγωνικό άρχισα από τη μια να αναδυφώ πληροφορίες για την πολιτεία αυτή κι από την άλλη να αναζητώ την εξήγηση του παιδικού ονείρου. Πόσο μεγάλη είναι η απόσταση ανάμεσα στην αγάπη προς την έρευνα και στην εμμονή; Μπορεί κάτι να εμποδίζει τη ψυχή να δει αυτό που είναι μπροστά στα μάτια της, έναν ομφάλιο λώρο που τη συνδέει με αυτό που εράται.
     Κάθε άνθρωπος νοσταλγεί την πατρίδα των παιδικών του ονείρων, άσχετα αν αυτή είναι υπαρκτή ή όχι. Αν καταφέρει να τη βρει στην πραγματική ζωή, μπορεί να
είναι ευτυχής, μπορεί και δυστυχής.
     Μπορεί να του γίνει εμμονή η επιστροφή σ' αυτή τη δική του "Ιθάκη" και να περιπλανιέται σαν τον Οδυσσέα σε πελάγη και σε βάσανα, αγόγγυστα, μέχρι να
την αντικρύσει. Θα μπορούσα να ελπίζω μια ζωή να δω καπνό από εκεί για να αγαλλιάσει η καρδιά μου, θα μπορούσα να κάνω και κάτι καλύτερο: να τη χτίσω. Ίσως ο πιο ικανός άνθρωπος να 'ναι αυτός που μπορεί να χτίσει την Παραμυθοχώρα του και να την κατοικήσει.
     Την ίδια στιγμή που ψάχνω βαθιά την αιτία αυτής της νοσταλγίας, αφήνομαι να ζήσω αυτή την επιστροφή. Αφήνομαι να ζήσω εκεί αφού αυτό ζητά η ψυχή. Ζω την
επαφή με την Παραμυθοχώρα μου και ταυτόχρονα νιώθω ενοχές γι' αυτό. Νομίζω πως λέω στον εαυτό μου ένα ψέμμα. Είμαι ή δεν είμαι πολίτης της Παραμυθοχώρας μου; Η απάντηση είναι καταφατική: Ναι, είμαι πολίτης της Παραμυθοχώρας μου. Την περπάτησα, τη γύρισα, ασχολήθηκα και διάβασα γι' αυτή. Μακάρι να μπορούσα
κι άλλα τόσα να κάνω γι' αυτό που τόση γαλήνη που πρόσφερε. Όμως γιατί καταβάθος αρνιέμαι την ταυτότητά μου; Γιατί φοβάμαι να την παραδεχτώ και να
την αποδεχτώ; Μήπως γιατί νιώθω πως κανείς άλλος από τους ανθρώπους που με περιβάλλουν δεν την ανέφερε ποτέ; Μήπως γιατί έπρεπε να την κατοικήσω μόνη
μου, χωρίς να προσδοκώ να βρεθώ παρέα με κάποιον άλλο.
     Πόσον απέχει η Παραμυθοχώρα μου από την καθημερινότητά μου; Τόσον, όσον απείχε πάντα. Εξακολουθεί να είναι το φωτεινό διάλειμμα μέσα στη γκρίζα μου
πραγματικότητα. Παραμένει το καταφύγιο της ψυχής μου, ένας χώρος στον οποίο βυθίζομαι στα ενδόμυχα κι είμαι ο εαυτός μου. Όσοι μ' έχουνε συναντήσει καθώς περπατώ στους δρόμους της, λένε πως είμαι άλλος άνθρωπος.
     'Αλλος; Αλλοτρίωση λοιπόν; Αυτό είναι, η αλλοτρίωση; Όταν περπατώ μέσα στο ίδιο σώμα αλλά σ' άλλο περιβάλλον είμαι πάλι ο ίδιος; Είναι τάχα αλήθεια πως όπου πάμε, "η πόλη μας ακολουθεί" ή μήπως τελικά αυτή η πόλη είναι πάντα μακριά
μας; Όταν βρίσκομαι εκεί είμαι όντως εκεί ή μήπως τελικά δε φεύγω ποτέ πραγματικά;
     Έτσι καθώς το σκέφτομαι τώρα που γράφω αυτές τις σκέψεις νομίζω πως είμαι συνεχώς εκεί. Ακόμη και τότε που νομίζω ότι περπατώ στο εδώ, ακόμα κι αν
βρεθώ σε άλλο πλανήτη. Μοιάζει σα να συμπληρώνεται ένα παζλ και λίγο-λίγο σχηματίζει μιαν εικόνα. Μπορεί να είναι όμορφη κι άσχημη μαζί, ευχάριστη και δυσάρεστη. Τα καμπυλωτά γουρουνάκια με τις μουσουδίτσες μπορεί να είναι χαριτωμένα στα μάτια ενός παιδιού, είναι όμως μικρά και στενόχωρα για έναν ενήλικα. Ο απέραντος ορίζοντας μπορεί ν' αφήνει τη φαντασία να καλπάζει αλλά στην πραγματικότητα είναι καθορισμένος. Τα δρομάκια από φιστίκια και καραμέλα, σπάνε, θρυμματίζεται η ευαίσθητη ομορφιά τους και μια μέρα μπορεί να μην υπάρχουν. Ακόμα κι αν δεν υπάρχουν όμως η Παραμυθοχώρα θα παραμένει ιδανική γιατί έτσι πλάσθηκε από την παιδική φαντασία.
     Κάποια φορά περπατώντας σ' ένα δρομάκι της, μια φίλη θαύμασε την εικόνα που έβλεπε. Γύρισα τότε και την κοίταξα με απορία: "Ναι; Είναι όντως τόσο
ωραία
;" της είπα. Είναι αλήθεια πως η μαγεία αυτή με κάνει να γίνομαι λίγο εγωκεντρική, νομίζω πως τη βλέπω μόνο εγώ. Είναι όντως πολύ οδυνηρή η στιγμή
που συνειδητοποιεί κανείς πόσο εύκολα μπορεί να ολισθήσει στο ναρκισσισμό. Να κοιτάζει στον καθρέφτη και ν' αυτοθαυμάζεται για κάτι που δεν του ανήκει.
     Η ομορφιά δεν ανήκει σε κανέναν, δεν κόβεται κομματάκια κι ούτε αγοράζεται. Πόσο δική μου είναι η ομορφιά που μπορώ να δω μόνο σε ένα όνειρο; Πόσον ακριβά αγοράζεται η ταυτότητα;

                              
Η Καστρόπολη Της Καταστροφής

            (Κάρτα ταρό «Πύργος»)

     Μια καταστροφή ποτέ δεν μπορεί να εκληφθεί ως κάτι διαφορετικό απ' αυτό που είναι. 'Αγνωστη είναι κάθε φορά η προέλευση μιας καταστροφής, σαν έναν πολύ μεγάλο σεισμό που ισοπεδώνει τη ζωή σε μια πόλη, όπως μια θύελλα που σαρώνει τα πάντα.

     Πάντα διασταυρώνονταν οι δρόμοι μπροστά μου κι έστεκα δίβουλη πριν ακολουθήσω κάποιον. Σκεπτόμουν πολύ, σκαρφάλωνα σε ψηλά δέντρα για να δω που έβγαιναν μα πάντα κάτι μου έκρυβε τη θέα. Ακολουθούσα από διαίσθηση το λάθος δρόμο χωρίς να ξέρω το γιατί. Περπατούσα διστακτικά προς το άγνωστο, οι συμβουλές που έλαβα ήταν παραπλανητικές, οι οδηγίες ασαφείς κι ο δρόμος άλλαζε μορφή καθώς πορευόμουν. Αυτό που αρχικά έμοιαζε θετικό γινόταν αρνητικό και το φως γινόταν σκοτάδι.

     Σ' αυτό το θολό τοπίο που ανοιγόταν μπροστά μου προσέγγιζα θετικά τα πάντα γιατί διψούσα για γνώση. Ήθελα να μάθω τον κόσμο και μέσα από τα χτυπήματα που έλαβα. Κάποιος λόγος θα έπρεπε να υπάρχει σίγουρα που έγιναν όλα αυτά. Να πάρω αυτό το στενό, να συναντήσω τα συγκεκριμένα πρόσωπα και να με πληγώσουν. Πίστευα πως δεν βάδιζα τον εύκολο δρόμο κι ωστόσο δεν είχα υπόψη μου ποιος μπορεί να ήταν ο εύκολος δρόμος. Δεν μπορούσα να ξέρω τι θα είχε συμβεί αν δεν έκανα καμία κίνηση, πιθανόν θα είχαν συμβεί άλλα πράγματα, πιθανόν να είχαν συμβεί τα ίδια με άλλη ροή.

     Στη ζωή μας γνωρίζουμε πολλές φορές τον κίνδυνο, συναντιόμαστε μαζί του σε μια στιγμή που μας καθιστά ανόητους ή ήρωες. Ο ήρωας πρέπει να είναι και λίγο ανόητος, να μην έχει επίγνωση του κινδύνου για να δράσει χωρίς σκέψη. Μπορεί να υπάρξουν χειρότερα πράγματα από ένα θάνατο, μια άδικη κατηγορία ίσως, μια απώλεια που δεν είναι κατανοητή παρά μόνο μέσα από το γυαλί του παραλογισμού μιας κοινωνίας ακατανόητης.

     Η ζωή δεν μπορεί να είναι όμορφη όταν τελεί υπό περιορισμόν, όταν οι απλές καθημερινές συναντήσεις και συζητήσεις γίνονται αντικείμενο παραβίασης και όταν δεν υπάρχει ελευθερία. Ξέρω πως πια δεν υπάρχει ελευθερία, ξέρω πως ζω έναν εφιάλτη σε μια γκρίζα πόλη που δεν έχω πια δικαίωμα να έχω προτιμήσεις. Ο θάνατος της ψυχής μου είναι οδυνηρότερος από αυτόν του σώματος, γιατί πού μπορεί να εδράζεται η ελευθερία αν όχι στην ψυχή, στο νου, στην ελευθερία του σχετίζεσθαι. Είναι αρετή η σιωπή αλλά όταν εκπορεύεται από την πρόθεση κι όχι από τον εξαναγκασμό σ' αυτήν. Η διάχυτη αίσθηση πως δεν υπάρχει πια ιδιωτικότητα σε αυτό τον κόσμο είναι πραγματικά τραγική.

     Η ζωή είναι μια διάσπαρτη σπατάλη υλικών κι εγώ είμαι μια φλόγα που κατανάλωνε ότι ερχόταν κοντά της. Όποιος ανατρέχει στο διχασμό της σκέψεις του συναντά ένα άστρο, έναν αγγελιαφόρο, όποιος επιστρέφει ν' ανασκαλέψει ένα χωρισμό νιώθει το μεμβρανώδες φτερό του αγγέλου στο μάγουλό του. Ομφάλιοι λώροι και σχοινιά δένουν τους περιπλανώμενους πραματευτές στα λιμάνια που κατά καιρούς πιάνουν.

     Προχωρώ απορρίπτοντας κι απορριπτόμενη κι ο δρόμος διαρκώς στενεύει. Η κατεύθυνση που παίρνω κόβεται απότομα και στρέφομαι να αναζητήσω μια άλλη άκρη που επίσης οδηγεί σε γκρεμό. Περπατώ σε ένα λαβύρινθο που με οδηγεί ξανά σ' αδιέξοδα, γωνίες και δυσάρεστες εκπλήξεις. Η τύχη πάντα κρατά τον καλλιτέχνη από το χέρι κι εκείνος χαμογελά πλατιά, εγκάρδια. Έχει επαναλάβει άπειρες φορές την αφοσίωσή του σ' αυτή κι εκείνη τον λατρεύει και τον ακολουθεί πιστά σε κάθε τρελό σχέδιό του.

     Ποια μπορεί να είναι η επιλογή ενός ανθρώπου που δεν επιλέγει; Κρεμασμένος απ' τα πόδια μπορεί να βουλιάξει πια στη θάλασσα να τον αγκαλιάσουν τα πλοκάμια της, να τον χαϊδέψουν τα φύκια της και να κοιμηθεί περήφανα στον αμμώδη πυθμένα της. Εκεί που καταλήγουν οι λάβες αρχαίων ηφαιστείων και τα ναυάγια και ποιος ξέρει τι άλλο.

     Δεν μπορώ να ξέρω τι θα είχε συμβεί αν είχα πάρει τον άλλο δρόμο. Μέσα από τα μυστικά μονοπάτια της σκέψης άλλων ανθρώπων αναζητούσα ύπαρξη, προσπαθούσα να βρω θέση εκεί που άφηναν οι άλλοι τόπο. Ξεγλιστρούσα ανάμεσά τους γιατί πίστευα πως έτσι θα γινόμουν πρωτότυπη. Οι σκιές στο δρόμο θάμπωναν και στις συναντήσεις με τους ανθρώπους είχα όλο και λιγότερα να πω, τα ερεθίσματα είχαν πια εξαντλήσει τις δυνατότητες επεξεργασίας τους.

     Όλα πλέον πήραν αυτό το μονοπάτι, το μοναχικό. Αυτό το μοναχικό μονοπάτι ζητούσα μέσα μου, αυτό δημιούργησα βαδίζοντας και καταστρέφοντας τις διασυνδέσεις μου. Το σπαθί του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται ήδη μετέωρο στον αέρα για να με απαλλάξει από τον δράκο. Στέκονται όλοι με κομμένη την ανάσα, έτοιμοι να κατανοήσουν πως ο δράκος δεν είναι μόνο ο εχθρός, ο διαφορετικός, ο άλλος, αλλά είμαι εγώ, ένα μέρος του εαυτού μου που πρέπει να θανατωθεί.

     Το σύμβολο στο μπράτσο μου είναι ένα λιοντάρι, το λιοντάρι αφορά τη μοναξιά. Γεννήθηκα για να αντέχω αυτή τη μοναξιά που ζω. Για να αντέχω την αναγκαστική φυγή από κάθε τι που αγαπάω. Φύλακας και οικιακό δαιμόνιο αλλά και με θηριώδη δύναμη ταυτόχρονα. Μια γατούλα που ξαπλώνει νωχελικά στα χαλιά μ' ένα κρυμμένο ένστικτο καταστροφής. Έζησα τις θαυμαστές στιγμές της έξαρσης της θηριώδους φύσης μου. Έζησα μια μη συμβατική ζωή πλάι στον θάνατο και στην καταστροφή. Διακινδύνευσα να χάσω τα πάντα και τα έχασα. Μπορώ να ζήσω χωρίς τίποτα, κοιτάζοντας μόνο του δρόμου την άκρη και να μαντεύω το τέλος του.

     Σ' αυτό το παράξενο ταξίδι συνάντησα κάποιο συνοδοιπόρο κάποια στιγμή. Ήταν παράξενος, είχε δυο γυάλινα μάτια και με αντικατόπτριζε. Το βήμα του σαν να 'μοιαζε με το δικό μου, ένιωσα πως σ' αυτό το μοναχικό μονοπάτι υπήρχαν κι άλλοι που έψαχναν το τέλος τους. Πλανεύτηκα, αφέθηκα ν' ακούω τις ιστορίες του, στροβιλίστηκα μαζί του σ' ένα χορό μαγικό, κυκλικό κι ονειρικό. Με πήρε αγκαλιά ένα πλοκάμι που νόμιζα πως ήταν χέρι, με φίλησε μια βεντούζα χταποδιού που νόμιζα πως ήταν χείλι, με χόρεψε ένα αρπακτικό που νόμιζα πως ήταν άνθρωπος. Ψεύτικος ήταν ο ουρανός που στα σύννεφά του ταξίδευα, ψεύτικη ήταν η θάλασσα που κολυμπούσα. Νεκρό ήταν ό,τι νόμιζα ζωντανό. Το πλούσιο δάσος με τα βαθυπράσινα φυλλώματα δεν ήταν παρά μια απανθρακωμένη κοιλάδα. Βάδιζα σε μια κόλαση που είχε μορφή παραδείσου. Ο συνοδοιπόρος με τα γυάλινα μάτια έψαχνε ένα σφάγιο για θυσία.
    
Πλάι σ' ένα τεράστιο καθρέφτη που έμοιαζε με νερό θάλασσας κολύμπησα για να φτάσω κοντά του ως γοργόνα και τα κρύσταλλα έσπασαν και χώθηκαν βαθιά στην καρδιά μου, στο κορμί μου. Ζητούσε να κάνει μια αιματηρή θυσία για να σώσει το στρατό του. Με θυσίασε στην 'Αρτεμη κι η νύχτα τον βρήκε να θρηνεί. Όμως η Θεά που αναγνώρισε την αγνότητα των αισθημάτων μου με άρπαξε απ' το βωμό και με πήρε μακριά, σε μια πολιτεία που δεν βλέπει πια ανθρώπους, που δεν υπάρχει πια σκοτάδι. Εκείνος πλανιέται ακόμα στα δάση με σαλεμένο νου, ρωτά τους Δρυίδες αν μ' είδανε κάπου κι αυτοί τον διώχνουν θυμωμένοι, ξαφνιάζει τις μικρές Νύμφες και ψάχνει στα φυλλώματα των δέντρων το πέπλο μου.

     Τίποτα δεν υπάρχει πια. Ο δρόμος πίσω μου γέμισε με χώμα, τα ίχνη χάθηκαν. Πλανιέμαι τώρα σ' έναν άλλο χώρο, γνωρίζω ξανά από την αρχή τον κόσμο απ' άλλη οπτική. Φεύγοντας από την επανάληψη της καθημερινής ακύρωσης. Φόρεσα πανοπλία, όπως η Ντάμα Σπαθί. Δεν θέλω πια κανείς να αγγίξει τις πληγές μου, το ματωμένο μου κορμί δεν θ' αφήσω σε κοινή θέα. Κανείς δεν θα καταλάβει γιατί το ραβδί του οδοιπόρου έγινε ξίφος, ο λόγος βλέμμα ψυχρό και το χαμόγελο σιωπηλή απόσυρση.

     Σ' αυτή την Καστρόπολη δεν υπάρχει πια ζωή. Εδώ δεν θα κατοικήσει άνθρωπος πλέον. Μόνο στριγκές φωνές νεκρών που θυσιάστηκαν θα ενώνονται το βράδυ στο χαμήλωμα του φωτός. Κεριά οι ελπίδες τους ανεβαίνουν προς τον ουρανό και θα εύχονται να βρει γαλήνη η ψυχή του κάθε θύτη. Να είναι αγιασμένα τα χέρια που τους άγγιξαν. Σ' αυτή την Καστρόπολη μπαίνει μια μυρωδιά αγνή λουλουδιών από τα λιβάδια και υγροποιείται στα τζάμια των κελιών και τρελαίνει τις απονεκρωμένες υπάρξεις.

     Όλοι οι ίσκιοι φώναζαν να φύγω απ' αυτή την αιχμαλωσία. «Γράψε το μυστικό σου σ' ένα ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα και βάλε το σ' ένα μπουκάλι. Κάπου εκεί στην άλλη ακτή θα βρει έναν παραλήπτη για να ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή. Σβήσε το λύχνο κι άσε το σκοτάδι να δείξει τον επόμενο δρόμο».

     Δεν είναι σώφρον να προσπαθώ να διαισθανθώ τι θα συναντήσω στον επόμενο σταθμό όμως και πάλι δίβουλη στέκω μπροστά στους διασταυρούμενους δρόμους, πάλι πλεγμένο μονοπάτι απλώνεται μπροστά μου. Το μόνο που ξέρω πια είναι πως δεν θα γυρίσω να κοιτάξω τον δρόμο πίσω μου. Τις γνώσεις μου τις παίρνω μαζί μου στην αποσκευή που όσο πάει βαραίνει και με κυρτώνει.

     Μα δεν πηγαίνει παραπέρα η σκέψη, δεν θα συναντήσει κανένα γλαφυρό αφηγητή να τη διηγηθεί, δεν θα ξεφύγει από τα κιγκλιδώματα αυτής της Καστρόπολης. Για ποιο δρόμο μου μιλάτε; Εδώ δεν υπάρχει κανένας αληθινός δρόμος γιατί δεν υπάρχει αλήθεια. Ας απορροφήσει το χθες τα γεγονότα του, ας τα πάρει μαζί του κι ας τα θάψει βαθιά στη γη, όπως πάντα ο Κρόνος-Χρόνος θάβει τα παιδιά του. Το ψεύδος είναι πάντα όμορφο και με προκαλεί να το αγγίξω, με θέλγει η χρυσαφένια λάμψη του που τυλίγεται σε πλοκάμια και στροβιλίζεται στους λαιμούς και τα χέρια αγαπημένων υπάρξεων. Ο χρυσός πλόκαμος του ψεύδους αγκαλιάζει και φυλά με πάθος το λαιμό των θυμάτων που πηγαίνουν για θυσία. Γίνεται γλυκό κρασί που μεθά και απαλύνει τον πόνο του μαχαιριού που θα καταλήξει στην καρδιά του θύματος.

     Η σκοτεινή πλευρά κρύβεται πάντα από το φως, το πρόσωπο του ψεύδους είναι καλυμμένο με λαμπερά υφάσματα. Στη σκοτεινή πλευρά της Καστρόπολης βρέχει πάντα, σταλάζουν οι πέτρινες επάλξεις κι η γκρίζα σκιά τους στέκει εκεί ασάλευτη. Δεν υπάρχει εξώστης να βλέπει γύρω, δεν έχει άλλωστε τίποτα να δεις. Το ψεύδος μεταλλάχθηκε σε πολλά πρόσωπα, άλλαξε ταυτότητες γιατί δεν είχε καμία πραγματική ταυτότητα.  'Ανοιξε την πόρτα να περάσω, μου έδειξε ένα κόσμο που μπορούσα να κατακτήσω, περιπλανήθηκα και πλανήθηκα.

     Τι ομορφιά που υπάρχει σ' αυτή την ηρεμία, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πόσο καλά είναι τα πράγματα έξω από την τύρβη, μακριά από τη νόθα αγάπη. Μαθαίνω να ζω όπως οι μαργαρίτες που τις φυσά ο άνεμος στα λιβάδια. Δεν ζητούν τίποτα παρά μόνο να καθρεφτιστεί στους δίσκους τους ο ήλιος. Σαν να άνοιξε ξαφνικά η πόρτα του κλουβιού κι είμαι πάλι ελεύθερη να πετάξω, τι ανοιχτός που είναι ο ορίζοντας έξω από την Καστρόπολη της Καταστροφής. Τι λαμπρός ήλιος φωτάει τους λόφους, τι δροσερός ο άνεμος που φυσάει στα μαλλιά μου. Πόσο όμορφο είναι που μπορώ να χαρώ αυτή τη φύση.
    
Μη μου ζητάτε ίσκιοι να γυρίσω σ' αυτό το σκοτεινό Κάστρο σας, μη με καλέσει κανείς πίσω. Δεν γυρνάω πίσω πια. Η 'Αρτεμη με πήρε από το χέρι γιατί κατάλαβε πόσο άδικα με θυσίασαν.

                         Forum Ενημέρωσης Για Την Απασχόληση


     Ήταν ελεύθερη η είσοδος και μπήκα. Προχώρησα στην αίθουσα με προσοχή κι έμφυτη συστολή. Κοιτούσα γύρω μου σαν παιδί που έχει μεγαλώσει χωρίς να προλάβει να περάσει από την εφηβεία επιτυχώς. Βλέπεις κι η εφηβεία είναι ένα στάδιο εξέλιξης που αν δεν το περάσει κάποιος επιτυχώς του μένουν ελαττώματα. Είχα λοιπόν την τσάντα μου στον ώμο κρεμασμένη με όλα τα ελαττώματα μέσα, με μια σακούλα στο χέρι με βιβλία και τετράδια -κατάλοιπο της ιδιότητάς μου ως φοιτήτριας που κάποτε ήμουν. Έψαχνα ιδιότητα τώρα πια. Τι ωραία να πλησίαζα κάποιους εδώ μέσα στην αίθουσα και να τους έλεγα: «Για σας, είμαι συνάδελφος» Τώρα όμως με περιφρονούσαν όλοι. Ένιωθα πως με κοιτούσαν παράξενα. Είχα πρησμένα μάτια από το χθεσινό κλάμα. Στους φίλους μου είπα πως ξενύχτησα γλεντώντας, όμως εγώ ήξερα την αλήθεια. Θρηνούσα. Θρηνούσα τα χρόνια που έχασα κλεισμένη σε μια ιδιότητα που δεν είχα πια.
     Περπατούσα με στυλ ανάμεσα στους πάγκους της έκθεσης. Απλωμένα στα τραπέζια φυλλάδια μ' ενημερωτικό υλικό. Περνούσα κι έπαιρνα φυλλάδια, τα ξεφύλλιζα με σύννουν βλέμμα κι ύστερα τα εξαφάνιζα μέσα στη σακούλα που κρατούσα. Δυσκίνητη είχα γίνει από το τόσο βάρος. Βάραιναν οι ευθύνες μου, η πίκρα μου, η μοναξιά του ανθρώπου που τα έχει μπερδέψει όλα. Στάθηκα μπροστά σ' ένα πάγκο που από πάνω του είχε ένα σχέδιο δρόμων. Με πλεξιγκλάς ήταν φτιαγμένο ένα σταυροδρόμι. Κόλλησα το βλέμμα πάνω του και το κοιτούσα αποσβολωμένη. Πού έπρεπε να με οδηγεί αυτό το σχήμα. Πού μπορώ να πάω έτσι φορτωμένη, τι να τα κάνω όλα αυτά που κουβαλάω -σκέφτηκα- πού πάω με όλες αυτές τις περιττές ευθύνες.
     Προχώρησα γιατί ο κόσμος πίσω μου ήθελε να περάσει. Δεν με πείραζε που ήμουν μόνη, αντιθέτως η μοναξιά ήταν ό,τι χρειαζόμουν τώρα. Γιατί εστίαζα το βλέμμα πάντα στα πράγματα που με στενοχωρούσαν; Πλησίασα το χώρο της καντίνας και παρήγγειλα ένα καφέ. Τον πήρα στα χέρια και προχώρησα προς τα καθίσματα. Επιτέλους μετά από δυο ώρες καθόμουν. Τώρα συνειδητοποίησα πως τα πόδια μου με πονούσαν από την ορθοστασία. 'Αφησα πάνω στο τραπέζι τα φυλλάδια που πήρα. Τα περιεργαζόμουν, τα ξεφύλλιζα καθώς έπινα τον καφέ μου. Πλήθος οι υποσχέσεις εντός τους. Κάτι πληροφορίες για δάνεια επαγγελματικής στέγης, κάτι αόριστες πληροφορίες για θέσεις εργασίας με υψηλές προοπτικές αλλά και προϋποθέσεις που δεν πληρούσα. Ήμουν πάνω από εικοσιοχτώ χρόνων, δεν είχα MBA και δεν είχα γνώσεις Autocad. Δεν ήμουν γραφίστρια, διαφημίστρια ή χρηματο-οικονομολόγος. Ήμουν απλά ένας άνθρωπος με θεωρητική κατάρτιση που δεν κολλούσε πια πουθενά.
     «Βρες ένα πλούσιο να παντρευτείς» συμβούλευαν οι γνωστοί χαριτολογώντας κι ανασήκωναν τους ώμους. «Εσύ φταις, που δεν είσαι δραστήρια.» φώναζαν οι δικοί μου. «Έχεις βολευτεί να σε ταΐζουν οι άλλοι» συμπλήρωναν. Έβαλα τα χέρια κι έκλεισα τα αυτιά μου, λες και ξεφώνιζαν γύρω μου εκείνοι που με δίκαζαν και με καταδίκαζαν γιατί δεν ήμουν ...κάτι. Μα η αλήθεια ήταν κρυμμένη καλά. Δεν είχα εαυτό. Μια ζωή μ' έκριναν και με κατέκριναν, έτρεχα να γλιτώσω από εμένα. Ήθελα να μείνω ήσυχη λίγο, να σκεφτώ ποια είμαι, τι θέλω από τον κόσμο και δεν είχα πια αντοχή να κοιτάξω τον ήλιο που έλαμπε.
     Βγήκα στο δρόμο και περπατούσα αργά, ένιωθα ένα κενό. «Φταίω» το ήξερα πως ο μόνος υπεύθυνος για την κατάσταση ήμουν εγώ. «Γιατί γυρεύεις ευθύνες στους άλλους» μου έλεγαν πάντα. Το πρόβλημα μέσα μου μεγαλώνει, η μαύρη τρύπα με καταπίνει ασύστολα και με οδηγεί στον πυθμένα. «Δεν με νιώθει κανείς.» σκέφτηκα. «Ίσως το μόνο φως στην άκρη του τούνελ είναι το τρένο που έρχεται να με ισοπεδώσει». «Δεν θέλω πια να κοιτάζω τον ήλιο. Δεν μ' αγαπά κανείς γιατί δεν αξίζω, έχουν δίκιο να με περιφρονούν γιατί δεν έχω κοινωνικές δεξιότητες.» Ξάφνου ένιωσα τα πάντα να χάνονται, έγιναν όλα μια γκρίζα μάζα και δεν κατάλαβα που βρέθηκα.
     Όταν συνήλθα ήμουν γεμάτη εκδορές, είχα λιποθυμήσει σ' ένα πλακόστρωτο δρόμο. Κάποιοι περαστικοί με σήκωσαν και με κάθισαν σ' ένα παγκάκι. Μου έδωσαν νερό κι ήθελαν να τηλεφωνήσουν στο ΕΚΑΒ αλλά δεν τους άφησα. Τους έπεισα πως δεν υπήρχε λόγος να ανησυχούν κι έφυγαν. Έμεινα στο παγκάκι να κοιτάζω λίγο γύρω. Πονούσα αριστερά στο μέρος της καρδιάς. Δεν δοκίμασα να σηκωθώ, δεν θα το αποτολμούσα σε αυτή τη φάση. Ανάπνευσα όσο μπορούσα πιο χαλαρά, πέταξα τα φυλλάδια στο διπλανό κάδο κι ένιωσα πιο ανάλαφρη. Αυτή τη μοναξιά έπρεπε να την αντιμετωπίσω. Δεν ήθελα να ενοχλήσω πια κανέναν. Αυτός ο δρόμος εμπρός μου ήταν χωρίς πρόσβαση. Δεν είχα αρκετές δυνάμεις να σπρώξω αυτό το εμπόδιο από μπροστά μου.
     Τώρα πια δεν ήταν μόνο η έλλειψη δεξιοτήτων που με κρατούσε εδώ, ήταν πρώτιστα εκείνη η τσιμεντόπλακα που είχε θρονιαστεί στο στήθος μου. Ήταν η αίσθηση πως «δεν προλαβαίνω πια να κερδίσω το χαμένο έδαφος». Ήθελα να κρυφτώ σε μια γωνιά να μην με βλέπουν και να βρω ξανά σιγά-σιγά τις ισορροπίες μου. Θυμάμαι τα λόγια ενός καλού φίλου που, όταν βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση αποσυρόταν στο διαμέρισμά του και μάζευε δυνάμεις. «Είμαι σαν το άρρωστο ζώο που μένει μαζεμένο σε μια γωνιά» μου έλεγε. «Δεν επικοινωνώ με κανέναν για να μην δει κανείς πόσο χάλια είμαι». Τον είχα δει κι αυτόν κάποια στιγμή να καταρρέει από την ίδια αιτία. Μετά, ασκήθηκε στο τεχνητό χαμόγελο για να μη δείχνει τι νιώθει και κρύφτηκε κι αυτός στο μικρό δώμα του για να μη βλέπουν οι άλλοι πως είναι.
     Μοιάζουμε με στρουθοκαμήλους που με το κεφάλι στο χώμα νομίζουμε πως φεύγει ο εχθρός. Ο δρόμος βρίσκεται όταν χάνεται διαρκώς. Κάποιο τίμημα πληρώνουμε όλοι σε αυτό τον κόσμο για τις επιλογές μας.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers