Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Kipling Rudyard Joseph: Ιππότης Λόγιος Ταξιδευτής

 

         
                                             Ράντγιαρντ Κίπλινγκ

                                               Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στη Βομβάη στις 30 Δεκεμβρίου 1865, γιος του John Lockwood Kipling, καλλιτέχνη και καθηγητή αρχιτεκτονικού γλυπτού και της σύζυγού του Alice Macdonald. Μέχρι τα 5 ο μικρός έζησε στην Ινδία και τα πέρασε πανευτυχής, αλλά μετά εστάλη πίσω στην Αγγλία για να μείνει με μια θετή οικογένεια στο Southsea, όπου ήταν απελπισμένα δυστυχισμένος. Η εμπειρία του θα χρωμάτιζε μερικά από το πιο πρώιμα γραπτά. Όταν ήταν 12 πήγε στο κολέγιο κοντά στο Bideford, όπου ο διευθυντής Cormell φίλος του πατέρα του, κι οι θείοι του ενθάρρυναν τη λογοτεχνική τάση του.
     Παρά τη φτωχή όραση που τον εμπόδισε στα παιχνίδια, συνέχιζε να μεγαλώνει και ν' ανθίζει. Το 1882, στα 16, επέστρεψε στη Lahore, όπου εγκαταστάθηκαν οι γονείς του, για να εργαστούν στην αστική και στρατιωτική εφημερίδα κι έπειτα από λίγο, στο Allahabad. Στον λίγο ελεύθερο χρόνο του έγραψε πολλά αξιοπρόσεκτα ποιήματα κι ιστορίες που δημοσιεύθηκαν. Όταν συλλέχθηκαν και δημοσιεύθηκαν ως βιβλία, αποτέλεσαν τη βάση της πρόωρης φήμης του. Επιστρέφοντας στην Αγγλία το 1889, πετυχαίνει γρήγορα την αναγνώριση από τις μπαλάντες και τα διηγήματά του. Μετά από το θάνατο του αμερικανού φίλου και λογοτεχνικού συνεργάτη του, Balestier Wolcott, παντρεύεται την αδελφή του Carrie Wolcott, το 1892.
     Μετά από ένα ταξίδι στον κόσμο, επέστρεψε με τη Carrie στο οικογενειακό σπίτι της στο Brattleboro, Βερμόντ, ΗΠΑ. Ήταν εκεί, στη Νέα Αγγλία, που 'γραψε τα μεγάλα του έργα κι απέκτησε τα πρώτα δυο παιδιά του, Josephine & Elsie. Μια φιλονικία με το γαμπρό του τον οδήγησε πίσω στην Αγγλία το 1896 και το επόμενον έτος, εγκατασταθήκανε στο Rottingdean του Σάσεξ. Ο γιος τους John γεννήθηκεν εκεί. Ζούσαν ικανοποιητική ζωή, μέχρι τον πρόωρο θάνατο της πρωτότοκης κόρης του, Τζόζεφιν, το 1899. Ωστόσο είχεν ήδη πλέον αναγνωριστεί σαν ο δαφνοστεφής ποιητής της αυτοκρατορίας κι εκείνη την εποχή έγραψε μερικά από τα πιο γνωστά και διάσημα έργα του: "Kim", "Stalky & Co" κλπ. Στο μουσείο του Rottingdean, στο Grange, υπάρχει τώρα ένα δωμάτιο 'Kipling', μ' εκθέματα που αφιερώνονται στην εργασία του. Το Grange είναι ανοικτό καθημερινά κι η είσοδος είναι δωρεάν.

     Το ποίημά του, "Ο Αφηρημένος Ζητιάνος" συγκεντρώσε τεράστια ποσά για τα βρετανικά στρατεύματα, στον πόλεμο των Μπόερ. Υπήρξε προσωπικός φίλος του βασιλιά George V' και ταξίδεψε πολύ. Στο ξεκίνημα ενός τέτοιου ταξιδιού, τον Γενάρη του 1936, πέθανε, ακριβώς 3 ημέρες πριν από τον βασιλιά του. Είχε λάβει πολλές τιμές εν ζωή, είχε χριστεί Ιππότης και το 1907 είχε κερδίσει το Βραβείο Νόμπελ για τη Λογοτεχνία. Η φήμη κι η λογοτεχνική του αξία, χρόνο με τον χρόνο αυξάνεται καθώς γίνεται όλο και πιο διαυγές, πως η εργασία του υπήρξε μεγαλειώδης.

-------------------------------------------------------------------------------

                Βαμπίρ

Ήταν ένας βλάκας που προσευχόταν
(όπως εσύ κι εγώ)
Σ' ένα κουρέλι, σ' ένα κόκαλο και σε μια τούφα μακριά μαλλιά
(την είπαμε: Η Γυναίκα Που Δε Νοιάστηκε)
Μα το κορόϊδο τη βάφτισε Πριγκηπέσσα του
(όπως εσύ κι εγώ)

Ω χρόνια και δάκρυα που ξοδέψαμε
Σε πνευματικό και σωματικό μόχθο
Προσφορά σε μια γυναίκα που δεν ένιωσε
(και τώρα ξέρουμε πως δε μπορούσε να νιώσει)
και δε κατάλαβε

Ήταν ένα κορόϊδο που σπατάλησε τ' αγαθά του
(όπως εσύ κι εγώ)
Τιμή και Δόξα και μια σίγουρη εξασφάλιση
(μα δεν ήταν παρά το ελάχιστο των απαιτήσεών της)
Αλλά ένας βλάκας πρέπει ν' ακολουθεί τη φυσική ροπή του
(όπως εσύ κι εγώ)

Ω μόχθο που σπαταλήσαμε και τι φθορά υποστήκαμε
Κι αυτά τα υπέροχα πράγματα που σχεδιάσαμε
Για μια γυναίκα που δεν έμαθε το γιατί
(και τώρα ξέρουμε πως ποτέ δε θα μάθει)
Και δε κατάλαβε

Το κορόϊδο απεκδύθηκε τη γελοία φορεσιά του
(όπως εσύ κι εγώ)
Κι αυτή το παραπέταξε, βλέποντας ίσως ακριβώς αυτό
(μα δεν είναι καν σίγουρο πως προσπάθησε να δει)
Έτσι νέκρωσε το μεγαλύτερο κομμάτι του, μένοντας λίγος
(όπως εσύ κι εγώ)

Και δεν είναι η ντροπή μήτε το φταίξιμο
Που στιγμάτισε καφτά κι ανεξίτηλα το κορμί του
Είν' η συνειδητοποίηση πως ποτέ της δεν ένιωσε το γιατί
(του 'γιν' ορατό επιτέλους, πως δε θα μπορούσε ποτέ της να νιώσει το γιατί)
Και δε θα μπορούσε να καταλάβει ποτέ

---------------------------------------------------------------------------------------

                          Η Πύλη Των Εκατό Θλίψεων

κι αφού μπορώ με μια πεντάρα τους ουρανούς να κατακτήσω, σένα τί σε κόφτει;
                                                                       Απόφθεγμα οπιομανούς

     Βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο σοκάκι του Κόπερσμιθ και στο μαχαλά του καπνοπωλείου, καμιάν εκατοστή γυάρδες απόσταση, καταπώς πετά ο κόρακας, από το τζαμί του Γαζίρ Χαν. Δε θα δίσταζα να τ' αποκαλύψω σε κάποιον όλ' αυτά, μα πολύ αμφιβάλλω πως θα μπορέσει να βρει τη Πύλη, όσο καλά κι αν νομίζει πως ξέρει τη πόλη. Μπορεί να περάσεις ίσαμε κι εκατό φορές από το σοκάκι που βρίσκεται και πάλι να μη καταφέρεις τίποτα. "Σοκάκι Του Μαύρου Καπνού". Έτσι το φωνάζουμε μεις, στους ντόπιους βέβαια, είναι γνωστό με τελείως άλλο όνομα. Ένα ζαλωμένο γαϊδούρι αδύνατον να περάσει ανάμεσα απ' αυτούς τους τοίχους, ενώ σε κάποιο σημείο, λίγο πριν φτάσεις στη Πύλη, η πρόσοψη ενός σπιτιού που ξέχει από τα υπόλοιπα, φράζει το δρόμο, ρίχνοντάς σε αναγκαστικά στα γύρω δρομάκια.
     Στη πραγματικότητα δε πρόκειται για καμιά πύλη. Ένα σπίτι είναι. Πρώτα, πάνε πέντε χρόνια τώρα, το 'χεν ο γερο-Φουγκ Τσιγκ, υποδηματοποιός από τη Καλκούτα. Λένε πως κάποτε, πάνω στο μεθύσι του, είχε σκοτώσει τη γυναίκα του. Αυτό ήτανε λένε η αιτία, που 'παψε να πουλά ρούμι κι έμπλεξε με το εμπόριο του Μαύρου Καπνού. Αργότερα, ήρθε στα βόρεια κι άνοιξε τη Πύλη, ένα σπίτι που μπορούσες να φχαριστηθείς τον καπνό σου με την ησυχία σου. Και μη θαρρείς πως ήτανε κανέν από κείνα τα πνιγερά κι ασφυκτικά τσάντου-χάνας, που τα πετυχαίνει κανείς σε κάθε γωνιά στη πόλη. Όχι. Ήταν ένα πούκα, οπιοπωλείο πολύ καθωσπρέπει. Ο γέρος ήξερε τη δουλειά στην εντέλεια κι ήτανε πολύ καθαρός για Κινέζος. Ήταν ένας μονόφθαλμος ανθρωπάκος, θα 'τανε δε θα 'ταν ενάμιση μέτρο κι είχε χάσει και τα δυο μεσιανά του δάχτυλα. Όμως τούτο δε τον εμπόδιζε να 'ναι ο επιδεξιότερος απ' όλους στο στρίψιμο του τσιγάρου. Κι ο Καπνός έδειχνε να μη τονε πιάνει καθόλου. Μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, κάπνιζε με ρέγουλα. Είμαι κάπου πέντε χρόνια στο κουρμπέτι και στον Μαύρο Καπνό μπορώ να παραβγώ τον καθένα, μα σε κάτι τέτοια είμαι παιδάκι μπρος στον Φουγκ Τσιγκ. εντούτοις ο γέρος ήτανε παθιασμένος με τα λεφτά του, μανιώδης κι αυτό ποτέ μου δε θα μπορέσω να το καταλάβω. 'Ακουσα πως είχε κάνει μεγάλο κομπόδεμα προτού πεθάνει, μα τώρα όλ' αυτά έχουνε περάσει στον ανιψιό του και τον γέρο τονε πήγανε πίσω στη Κίνα να τονε θάψουνε.
     Το μεγάλο δωμάτιο του πάνω ορόφου, που μαζεύονταν οι καλύτεροι πελάτες, ο γέρος το κρατούσε πάντα καθαρό, σαν αστραφτερή καρφίτσα. Σε μια γωνιά υψωνότανε τ' ομοίωμα ενός Κινέζου Θεού, που συναγωνιζότανε σ' ασχήμια τον Φουγκ Τσιγκ και που κάτω από τη μύτη του σιγοκαίγανε δαδιά. Μα σα φούντωνε ο καπνός, δε μπορούσες να τα μυρίσεις. Απέναντι από τον Κινέζο Θεό, έβλεπες το φέρετρο του Φουγκ Τσιγκ. Είχε ξοδέψει μεγάλο μέρος από τις οικονομίες του για δαύτο κι όποτε τύχαινε να 'ρθει κάποιος νιόφερτος στη Πύλη, το φέρετρο ήταν από τα πρώτα πράματα που θα 'βλεπε. Ήτανε καμωμένο από μαύρη λάκα, με κόκκινα και χρυσά γράμματα, σκαλισμένα στο πάνω μέρος. Απ' ό,τι έχω ακούσει, ο Φουγκ Τσιγκ το 'χε κουβαλήσει από τη Κίνα. Δε ξέρω αν αληθεύει αυτό ή όχι. Αυτό που ξέρω πάντως, είναι πως αν τύχαινε κανά βραδάκι να φτάσω πρώτος, μ' άρεσε να στρώνω τη ψάθα μου κάτω ακριβώς από το φέρετρο. Ήτανε βλέπετε, ήσυχη γωνίτσα κι ένα ελαφρό αεράκι έφτανε που και που από το σοκάκι μες από τ' ανοιχτό παράθυρο. Εκτός από τις ψάθες, δεν υπήρχαν άλλα έπιπλα στο δωμάτιο -μόνο το φέρετρο κι ο παλιός Κινέζος Θεός, όλος πράσινος, γαλάζιος και πορφυρός, από τα χρόνια και το βερνίκι.
     Ο Φουγκ Τσιγκ δε μας είπε ποτέ γιατί είχεν ονομάσει το μαγαζί "Πύλη Των Εκατό Θλίψεων". (Ήταν ο μόνος Κινέζος που ξέρω, που μεταχειριζότανε φανταχτερά κακόηχα ονόματα. Τα περισσότερα από δαύτα είναι εξεζητημένα, όπως θα δείτε κι οι ίδιοι αν τύχει να περάσετε ποτέ από τη Καλκούτα). Εμείς τ' ανακαλύψαμε σιγά-σιγά, μονάχοι μας. Τίποτα δεν επιβάλλεται σε τέτοιο βαθμό πάνω σου, σαν είσαι λευκός, όσο ο Μαύρος Καπνός. Για τους κίτρινους είναι αλλιώς. Το όπιο δεν αφήνει σχεδόν ούτε σημάδι πάνω τους. Μα μαύροι και λευκοί υποφέρουνε στ' αλήθεια. Φυσικά υπάρχουν άνθρωποι που ο καπνός του δε τους πιάνει περισσότερο απ' όσο θα τους πείραζε, στην αρχήν ιδίως, ο ταμπάκος. Ψευτογλαρώνουνε σα κάποιονε που νυστάζει και τονε παίρνει ο ύπνος και τ' άλλο πρωί είναι ικανοί μέχρι και να πάνε για δουλειά. Όσο για μένα, κι εγώ στην αρχή κάπως έτσι ήμουνα, μα πέντε χρόνια τώρα στο κουρμπέτι, τα πράματα είναι πολύ διαφορετικά. Είχα μια γρια θεία, έμενε χαμηλά στην οδό 'Αγρας, που μου άφησε κατιτί σαν έκλεισε τα μάτια της. Καμιάν εξηνταριά ρουπίες το μήνα, σίγουρα λεφτά. Όχι πως εξήντα είναι πολλά. Θυμάμαι αχνά μιαν εποχή, μου φαίνεται σα να 'χουνε περάσει αιώνες από τότε, που 'παιρνα τα τρακόσα μου το μήνα, χώρια τα τσιμπολογήματα, τότε που δούλευα εργάτης, σε μια μεγάλη δουλειά με ξυλεία στη Καλκούτα. Δε στέριωσα σ' αυτή τη δουλειά. Ο Μαύρος Καπνός δε σ' αφήνει πολλά περιθώρια και γι' άλλα πράματα. Κι ας με πιάνει πολύ λιγότερο απ' άλλους ανθρώπους, δε μπορώ μήτε μια μέρα να δουλέψω, να βγάλω το ψωμί μου. Στο κάτω-κάτω, χρειάζομαι όλες κι όλες, εξήντα ρουπίες. Σα ζούσε ο γερο-Φουγκ Τσιγκ, τό 'χε συνήθειο να εισπράττει αυτός τα λεφτά για μένα. Μού 'δινε πάνω-κάτω, τα μισά για να ζήσω (είμαι λιτοδίαιτος εγώ) και τα υπόλοιπα τα κρατούσε η αφεντιά του. Μπορούσα να πηγαίνε στη Πύλη όποιαν ώρα ήθελα, πρωί και βράδυ, να φουμέρνω και να κοιμάμαι κιόλας εκεί πέρα, αν μου 'κανε κέφι κι έτσι δε μ' ένοιαζε. Το 'ξερα πως ο γέρος έκανε περιουσία μ' αυτό τον τρόπο, μα δε σκοτίζομαι με κάτι τέτοια. Τίποτα δε με πολυσκοτίζει. Έτσι κι αλλιώς, το παραδάκι έπεφτε ζεστό-ζεστό κάθε μήνα.
     Ήμασταν καμιά δεκαριά εμείς που συναντιόμασταν στη Πύλη, όταν πρωτάνοιξε το μαγαζί: εγώ και δυο Μπάμπου, από ένα κυβερνητικό γραφείο κάπου στο Αναρκούλι, που όμως γρήγορα χάσανε τη δουλειά τους κι έτσι δεν είχαν να πληρώσουν (κανείς απ' όσους είναι αναγκασμένοι να δουλεύουνε τη μέρα, δε μπορεί να φουμάρει τον Μαύρο Καπνό συνέχεια για πολύ καιρό): ένας Κινέζος, ο ανιψιός του Φουγκ Τσιγκ, μια εμπόρισσα που 'χε κάνει πολλά λεφτά, ένας θεός ξέρει πως, ένας Εγγλέζος χασομέρης, Μακ-κάτι θαρρώ πως τονε λέγανε, το 'χω ξεχάσει πια, που κάπνιζε με τις οκάδες, μα που, παραδόξως ουδέποτε πλήρωνε για τίποτα (ψιθυριζότανε πως είχε σώσει τη ζωή του Φουγκ Τσιγκ σε μια δίκη στη Καλκούτα, όπου είχε κάνει δικηγόρος): ακόμα, ένας Ευρασιάτης, σαν και του λόγου μου, από το Μαδράς, μια μιγάδα και καναδυό άλλοι, που λέγανε πως είχαν έρθει από τον Βορρά (θαρρώ πως ήτανε Πέρσες ή Αφγανοί ή κάτι τέτοιο). Απ' όλους αυτούς, δε θα 'μαστε πιότεροι από πέντε οι ζωντανοί, μα ερχόμαστε τακτικά. Ιδέα δεν έχω τι γίναν οι Μπάμπου. Μα όσο για την εμπόρισσα, αυτή πέθανε έξι μήνες αφότου ήρθε στη Πύλη και μου φαίνεται πως ο Φουγκ Τσιγκ κράτησε για πάρτη του τα βραχιόλια της και το σκουλαρίκι που 'χε στη μύτη. Μα δε παίρνω κι όρκο γι' αυτό. Ο Εγγλέζος που, εξόν που φουμάριζε, έπινε κιόλας ένα σωρό, έχει πια καταπέσει. Ο ένας από τους Πέρσες σκοτώθηκε μια νύχτα σ' ένα καβγά γύρω από το μεγάλο πηγάδι, δίπλα στο τζαμί, πάει πολύς καιρός από τότε κι η αστυνομία σφράγισε το πηγάδι, γιατί ήτανε γεμάτο, καθώς είπαν, μ' αναθυμιάσεις. Βρήκανε το πτώμα του στον πάτο του πηγαδιού. Κι έτσι βλέπετε, απομείναμε μόνον εγώ, ο Κινέζος, η μιγάδα που τη φωνάζουμε Μεμσαχίμπ (και που συζούσε με τον Φουγκ Τσιγκ), ο άλλος Ευρασιάτης κι ο ένας από τους Πέρσες. Η Μεμσαχίμπ έχει γεράσει πια. Θα 'τανε μικρό κορίτσι όταν άνοιξεν η Πύλη. Μα όσο γι' αυτό, όλοι τα 'χουμε τα χρονάκια μας. Δεκάδες, εκατοντάδες χρόνια στις πλάτες μας. Είναι πολύ δύσκολο να λογαριάσεις το χρόνο στη Πύλη κι άλλωστε τι με μέλλει μένανε ο χρόνος; Τραβάω τις εξήντα ρουπίες μου ζεστές-ζεστές κάθε μήνα. Κάποτε, πολύ-πολύ καιρό πριν, όταν έβγαζα ακόμα τρακόσες ρουπίες το μήνα, χώρια τα τσιμπολογήματα, από κείνη τη δουλειά με τη ξυλεία στη Καλκούτα, είχα και του λόγου μου μια γυναικούλα. Μόνο που πια μας άφησε χρόνους. Ο κόσμος είπε πως εγώ τη σκότωσα σαν έπεσα με τα μούτρα στον Μαύρο Καπνό. Μπορεί να 'ναι κι έτσι, μα έχει περάσει τόσος καιρός από τότε, που δε με νοιάζει πια. Κάποιες φορές θυμάμαι, ιδίως τις πρώτες στη Πύλη, ένιωθα άσχημα γι' αυτό. Μα όλα τούτα είναι παλιές ιστορίες κι εγώ τραβάω τις εξήντα ρουπίες μου ζεστές-ζεστές κάθε μήνα κι είμαι πολύ χαρούμενος. Καταλαβαίνεις, όχι φτιαγμένος, μα πάντοτε ήρεμος, γαλήνιος κι ευχαριστημένος.
      Πως ξεμυαλίστηκα; Όλα αρχίσανε στη Καλκούτα. Τις πρώτες φορές θυμάμαι, δοκίμαζα λίγο στο σπίτι, ίσα-ίσα για να δω πως είναι. Δε το παράκανα κείνη την εποχή, μα τότε ήταν νομίζω που πέθανε η γυναίκα μου. Όπως και να 'χει, η μοίρα μ' έφερε δω πέρα κι έτυχε να βρεθεί στο δρόμο μου ο Φουγκ Τσιγκ. Δε μπορώ να θυμηθώ πως συνέβη αυτό, μα θυμάμαι πως μου μίλησε για τη Πύλη κι άρχισα λίγο-λίγο να συχνάζω κει κι ήρθαν έτσι τα πράματα, που δεν έχω σταματήσει να πηγαίνω από τότε. Να 'χετε υπόψη σας πως τον καιρό του Φουγκ Τσιγκ, η Πύλη ήτανε μαγαζί πολύ καθωσπρέπει κι ότι μπορούσες να καθίσεις με την άνεσή σου και πως δεν έμοιαζε μήτε κατά διάνοια με τα τσάντου-χάνας, που συχνάζουν οι αραπάδες. Όχι. Ήτανε καθαρό κι ήσυχο και δεν είχε πολυκοσμία. Εκτός από μας τους δέκα και τ' αφεντικό, έρχονταν ασφαλώς κι άλλοι, μα εμείς είχαμε πάντα τη ψάθα του ο καθένας, μ' ένα φοδραρισμένο μάλλινο κεφαλάρι, καλυμμένη απ' άκρη σ' άκρη με μαύρους και κόκκινους δράκους και τα συναφή. Ακριβώς όπως και το φέρετρο στη γωνιά.
     Μετά και τον τρίτο γύρο, οι δράκοι παίρναν να ζωντανεύουν και να παλεύουν αναμετάξυ τους. Συνήθιζα, θυμάμαι, να μετρώ τον καπνό μου μ' αυτό τον τρόπο και τώρα μου παίρνει μια ντουζίνα πίπες για να κάνει τους δράκους να σαλέψουν. Εξάλλου είναι όλοι τους βρώμικοι και κουρελιασμένοι, το ίδιο κι οι ψάθες κι ο γέρο Φουγκ Τσιγκ δε ζει πια. Είναι κάμποσα χρόνια που 'χει πεθάνει. Μου άφησε τη πίπα που 'χω τώρα και δε την αλλάζω με τίποτα. Είναι ασημένια μ' αλλόκοτα τέρατα να σέρνονται πάνω-κάτω στο δοχείο του καπνού, κάτω από το λουλά. Απ' όσο μπορώ να θυμηθώ, παλιότερα είχα ένα μεγάλο καλάμι από μπαμπού, μ' ένα μπακιρένιο λουλά τοσοδά κι ένα στόμιο από νεφρίτη. Ήτανε κάπως πιο χοντρό από το μπαστούνι του βαδίσματος και το κάπνιζες γλυκά, πολύ γλυκά. Το μπαμπού σα να τον τραβούσε τον καπνό. Πράμα που δε συμβαίνει βέβαια με την ασημένια, άσε που πρέπει που και που να τη καθαρίζω μέσα-έξω κι αυτό είναι μεγάλη φασαρία, μα τη φουμάρω ακόμα για χάρη του γέρου. Θα πρέπει να 'χε κάνει πολλά λεφτά από μένα, μα πάντα του μου 'δινε καθαρές ψάθες και μαξιλάρια και το καλύτερο πράμα από τους άλλους.
     Σαν πέθανε ο γέρος, ο ανιψιός του ο Τσιν Λιγκ πήρε στα χέρια του τη Πύλη και την ονόμασε "Ο Ναός Των Τριών Κτήσεων" μα μεις οι παλιοί ακόμα τη φωνάζουμε "...Των Εκατό Θλίψεων", έτσι κι αλλιώς. Ο ανιψιός δε κάνει και πολύ παστρικές δουλειές και μου φαίνεται πως χρειάζεται τη βοήθεια της Μεμσαχίμπ. Ζει μαζί του, όπως άλλωστε και με το γέρο. Οι δυο τους επιτρέπουνε την είσοδο σ' ένα σωρόν αποβράσματα, αραπάδες και τα ρέστα κι ο Μαύρος Καπνός δεν είναι τόσο καλός όσο παλιά. Έχω βρει καμμένο πίτουρο μες στη πίπα μου κι όχι μια και δυο. Ο γέρος θα 'πεφτε ξερός αν κάτι τέτοιο γινόταν επί των ημερών του. Επιπλέον, το δωμάτιο δεν είναι ποτέ καθαρό και τα στρώματα είναι όλα σκισμένα και ξεφτισμένα στις άκρες. Το φέρετρο δεν είναι πια στη θέση του -γύρισε πίσω στη Κίνα μαζί με τον Φουγκ Τσιγκ και δυο ουγκιές καπνό στο εσωτερικό του, μη και του 'ρθει η όρεξη του γέρου στο δρόμο.
     Του Κινέζου Θεού δε του ανάβουνε πια όσα δαδιά του ανάβανε παλιά. Αυτό είναι στα σίγουρα, σημάδι κακοτυχίας, δε μου το βγάζεις εμένα από το νου. Έχει γίνει κατάμαυρος κιόλας, γιατί κανείς δε το φροντίζει. Αυτή είναι δουλειά της Μεμσαχίμπ, το ξέρω. Γιατί όταν ο Τσιν Λιγκ έκανε να κάψει λίγο χρυσόχαρτο μπροστά στο άγαλμα, αυτή του 'πε πως ήτανε πεταμένα λεφτά κι ότι ένα δαδί που σιγόκαιγε να κρατούσε, ο Κινέζος Θεός δε θα καταλάβαινε τη διαφορά. Έτσι τώρα τα δαδιά μας είναι ανακατεμένα με μπόλικη κόλλα, θέλουν μισήν ώρα περισσότερο να καούνε και βρωμάνε κι από πάνω. Κι αν λογαριάσουμε και τη βρώμα του ίδιου του δωματίου... Καμμιά επιχείρηση δε τραβάει με κάτι τέτοια. Και του Κινέζου Θεού δε τ' αρέσει. Το βλέπω γω. Καμιά φορά, αργά τη νύχτα, παίρνει ένα σωρόν αλλόκοτους χρωματισμούς -μπλε και πράσινο και κόκκινο- όπως γινότανε τότε, που ο γερο Φουγκ Τσιγκ ήτανε στη ζωή. Ακόμα γυρνά τα μάτια του πέρα-δώθε και χτυπά τα πόδια του χάμω σα διάολος.
     Ένας Θεός ξέρει γιατί δε φεύγω απ' αυτό το μέρος, να πιάσω κανά δωματιάκι στο παζάρι και να φουμέρνω κει με την ησυχία μου. Σίγουρα ο Τσιν Λιγκ θα με σκότωνε αν έκανα να φύγω -αυτός τραβάει τώρα τις εξήντα ρουπίες μου- κι εκτός αυτού, είναι τέτοια φασαρία κι άλλωστε την έχω αγαπήσει τη Πύλη. Όχι πως λέει και σπουδαία πράματα. Δεν είναι πια αυτό που 'ταν επί των ημερών του γέρου, μα δε μου κάνει καρδιά να την αφήσω. Έχω δει τόσους να 'ρχονται και να φεύγουνε κι έχω δει άλλους τόσους να πεθαίνουν εδώ, πάνω σε τούτα τ' αχυροστρώματα, που θα φοβόμουν να πεθάνω τώρα πια εκεί έξω. Είδα πράματα που τους περισσότερους ανθρώπους θα τους παραξενεύανε, μα τίποτα δε σου κάνει εντύπωση σαν είσαι στον Μαύρο Καπνό, παρεκτός ίσως από τον ίδιο τον Μαύρο Καπνό. Κι αν πάλι κάτι τύχαινε να σε κάνει να παραξενευτείς, ε, δε γινότανε και τίποτα. Ο Φουγκ Τσιγκ ήτανε πολύ σχολαστικός με τους ανθρώπους του και ποτέ δε δέχτηκε κανένα που θα δημιουργούσεν αναστάτωση μ' έναν επεισοδιακό θάνατο. Μα ο ανιψιός του δε τα προσέχει αυτά, μήτε στο τόσο. Διαλαλεί προς όλες τις κατευθύνσεις πως έχει ένα πρώτης τάξης σπίτι. Ποτέ δε κοιτά να βάλει μέσα τους ανθρώπους με τρόπο και να τους κάνει να αισθανθούν άνετα, όπως ο Φουγκ Τσιγκ. Να γιατί η Πύλη έχει γίνει κάπως πιο γνωστή τελευταία, ανάμεσα στους αραπάδες εννοείται. Ο ανιψιός δε τολμά πια να βάλει μέσα κάποιον λευκό ή ακόμα κι ένα μιγά σαν εμένα. Εμάς τους τρεις, -τη Μεμσαχίμπ, τον άλλον Ευρασιάτη κι εμένα- είναι υποχρεωμένος να μας κρατήσει. Εμείς πάμε πια με το μαγαζί, μα δε μας κάνει πίστωση για τίποτα πια, μήτε για μια ρουφηξιά.
     Ελπίζω πως δε θ' αργήσει η μέρα που θα πεθάνω κι εγώ στη Πύλη. Ο Πέρσης και κείνος ο τύπος από το Μαδράς έχουνε πια ξεχαρβαλωθεί ολότελα. Έχουνε πάρει ένα παιδί να τους ανάβει τη πίπα. Εγώ ακόμα το κάνω μοναχός μου. Το πιο φοβερό είναι πως μια μέρα θα δω να τους παίρνουνε σηκωτούς μπρος στα μάτια μου. Δε πιστεύω να ζήσω περισσότερο από τη Μεμσαχίμπ ή από τον Τσιν Λιγκ. Οι γυναίκες αντέχουνε στον Μαύρο Καπνό πιότερο από τους άντρες, όσο για τον Τσιν Λιγκ, αυτός έχει μέσα του κάμποσο από το αίμα του γέρου κι ας έχει φουμάρει τόσο φτηνόπραμα. Δυο μέρες πριν πεθάνει η εμπόρισσα το 'χε καταλάβει πως πλησίαζεν η ώρα της. Τελείωσε πάνω στο καθαρό στρώμα, μ' ένα καλοφοδραρισμένο μαξιλάρι κι ο γέρος κρέμασε τη πίπα της πάνω ακριβώς από τον Κινέζο Θεό. Πάντα του τη συμπαθούσε, λέω γω. Μα τα βραχιόλια της τα κράτησε, όπως και να 'χει.
     Θα 'θελα να πεθάνω όπως η εμπόρισσα, σε μια δροσερή, καθαρή ψάθα με μια πίπα γεμάτη καλό πράμα ανάμεσα στα χείλια. Σα καταλάβω πως φτάνει η ώρα μου, θα ζητήσω από τον Τσιν Λογκ να μου τα δώσει αυτά κι ας τραβάει τις εξήντα ρουπίες μου το μήνα, ζεστές-ζεστές, για όσο του κάνει κέφι. Ύστερα θα πλαγιάσω ήρεμα και χαλαρά και θα κοιτάζω τους μαύρους και κόκκινους δράκους να δίνουνε τη μεγάλη, την ύστατη μάχη. Κι ύστερα...
     Ε δε βαριέσαι. Τίποτα δε με νοιάζει πια... -μακάρι μόνον ο Τσιν Λιγκ να μην έριχνε πίτουρα μες στο Μαύρο Καπνό...

-----------------------------------------------------
"The Gate Of A Hundred Sorrows" (1887)
Eκδόσεις Πατάκη

Μετάφραση: 'Αγγελος Χατζόπουλος
--------------------------------------------------------------------------------


                       Ο Διάβολος Κι Η Απέραντη Βαθιά Θάλασσα

     Ήτανε βρετανικής ιδιοκτησίας μα δε θα βρεις τη σημαία της στους καταλόγους του εμπορικού μας ναυτικού. Μια σιδερένια σκούνα εννιακοσίων τόννων με προπέλα και πανιά ήτανε και στην όψη διόλου δε διέφερε από τ' άλλα φορτηγά που διασχίζουνε τις θάλασσες. Μα για τα βαπόρια ισχύει ό,τι και για τους ανθρώπους. Υπάρχουν εκείνα που για να διακριθούνε ταξιδεύουνε πάντα κόντρα στον καιρό και σ' ένα ξεπεσμένο κόσμο σα τον σημερινό, τέτοιοι άνθρωποι και τέτοια πλοία έχουνε τη χρησιμότητά τους.
     Από την ώρα που η Αγλαΐα  μπήκε στο Κλάιντ ολοκαίνουργη, απαστράπτουσα και παρθενική, μ' ένα κουάρτο φτηνής σαμπάνιας να κυλά στο μέρος της πλώρης -η μοίρα κι ο ιδιοκτήτης, που 'τανε και καπετάνιος της, αποφασίσανε πως ήτανε γραφτό της να 'χει δοσοληψίες μ' έκπτωτους μονάρχες, πρόεδρους που εγκαταλείπουνε τη χώρα τους, χρεωκοπημένους επενδυτές, κυρίες για τις οποίες η αλλαγή περιβάλλοντος ήταν επιβεβλημένη και με τις Δυνάμεις εκείνες τις λιγότερον ισχυρές, που καταπατάνε τους κανόνες της διεθνούς νομιμότητας. Κάποιες φορές η δράση της την οδήγησε στο Ναυτοδικείο, όπου οι καταθέσεις του καπετάνιου κάνανε τους συντρόφους του να σκαν από τη ζήλεια. Δε γίνεται να ορκιστεί ο ναυτικός στη θάλασσα και να βγει ψεύτης, ούτε μπορεί να κοροϊδέψει τη θύελλα. Μα όταν πατήσει στη στεριά, αναπληρώνει για τις χαμένες ευκαιρίες, κρατώντας όπως ανακάλυψαν οι δικηγόροι, από μιαν ένορκη βεβαίωση στο κάθε χέρι.
     Η Αγλαΐα  φιγουράρισε στη γνωστήν υπόθεση του ναυαγίου του Μακίνοου, όπου και διακρίθηκε. Αυτό ήτανε το πρώτο της ολίσθημα -που της έμαθε ν' αλλάζει τ' όνομά της, ποτέ όμως τη καρδιά της- και να ξεγλυστρά μ' ευκολία προς κάθε κατεύθυνση. Με το όνομα Γκάιντινγκ Λάιτ  επικηρύχθηκε έναντι μεγάλου ποσού από χώρα της Λατινικής Αμερικής, αφού, ούτε λίγο ούτε πολύ, μπαίνοντας ολοταχώς στο λιμάνι, συγκρούστηκε μ' ένα καρβουνιάρικο και το μοναδικό πολεμικό της χώρας, την ώρα του ανεφοδιασμού. Χωρίς να δώσει εξηγήσεις, βγήκε στ' ανοιχτά, ενώ τρία κανόνια τη σφυροκοπούσαν αδιάκοπα για μισήν ώρα. Ως Τζούλια ΜακΓκρέγκορ συγκέντρωσε τις προσπάθειές της στη περισυλλογή από τη σχεδία τους, μιας ομάδας κυρίων που ενώ η θέση τους ήτανε στη Νουμέα, κείνοι αποφάσισαν να καταστήσουν εαυτούς ανεπιθύμητους στις αρχές, σ' άλλη μια μεριά της υφηλίου. Τέλος με τ' όνομα Σα-ιν-Σα συνελήφθη από το καταδρομικό μιας αγανακτισμένης Δύναμης, να μεταφέρει έξω από τα χωρικά της ύδατα σκανδαλωδώς μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών, σε περίοδο διαπραγματεύσεων με γειτονικό κράτος. Κόντεψε τότε να βυθιστεί και το διάτρητο σκαρί της χάρισε στους διακεκριμένους δικηγόρους δυο χωρών μεγάλα κέρδη. Τον επόμενο χρόνο ξανάκανε την εμφάνισή της με τ' όνομα Μάρτιν Χαντ. Ήτανε βαμμένη σε χρώμα μουντό σταχτί, με βαθυκίτρινο φουγάρο και βάρκες μπλε σαν τ' αβγά του κοκκινολαίμη κι ασχολήθηκε για λίγο με τη διακίνηση εμπορευμάτων από το λιμάνι της Οδησσού, ώσπου κλήθηκε (σε μια πρόσκληση από κείνες που δε μπορείς έυκολα να παραβλέψεις) να μη ξαναδέσει σε κανέν από τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας.
     Γνώρισε πολλές φουρτούνες, πολλούς κλυδωνισμούς. Έβλεπες φορτία ολάκερα να γίνουνται καπνός. Μέλη της Ναυτικής Ομοσπονδίας πετούσανε κατσαβίδια και μπουλόνια σε διπλωματούχους εμποροπλοιάρχους, οι λιμενεργάτες κατεβαίνανε σ' απεργία και τα εμπορεύματα αφήνονταν να σαπίσουν στην αποβάθρα, μα το πλοίο με τα πολλά ονόματα πήγαινε κι ερχότανε σβέλτο, φουριόζικο, μα προσπαθώντας πάντα να περνάει απαρατήρητο. Ποτέ δε θ' άκουγες τον καπετάνιο να παραπονεθεί για τις δυσκολίες κι οι υπάλληλοι του λιμανιού βλέπανε το πλήρωμα να 'ρχεται και να υπογράφει ξανά και ξανά, σα τους λοστρόμους στα ποστάλια του Ατλαντικού. Τ' όνομά της μπορεί ν' άλλαζε ανάλογα με τη περίσταση, το καλοπληρωμένο της πλήρωμα ποτέ και μεγάλο μέρος από τα κέρδη των ταξιδιών της, ξοδεύονταν απλόχερα στο μηχανοστάσιο. Ποτέ δεν απασχόλησε τους ναυτασφαλιστές και σπανιότατα έχανε πολύτιμο χρόνο ν' απαντά στις κλήσεις του Λιμεναρχείου. Η δουλειά της βλέπετε ήταν επείγουσα κι άκρως εμπιστευτική.
     Μα ήρθε καιρός που οι συναλλαγές της πήρανε τέλος κι ήταν αυτό που σήμανε τη καταστροφή της. Αδιατάραχτη ειρήνη βασίλευε στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική, την Αμερική, την Αυστραλία και τη Πολυνησία. Λίγο-πολύ οι ισχυροί συναλλάσσονταν τίμια μεταξύ τους. Οι τράπεζες πλήρωναν τους καταθέτες στην ώρα τους, πολύτιμοι λίθοι μεγάλης αξίας έφταναν μ' ασφάλεια στα χέρια των ιδιοκτητών τους, οι δημοκρατίες ήταν ευχαριστημένες με τους δικτάτορές τους, οι διπλωμάτες δε διαμαρτύρονταν πια για κανένα, οι βασιλιάδες ζούσαν ανοιχτά με τις νόμιμες συζύγους τους. Λες κι ολάκερος ο κόσμος είχε βάλει τα καλά του. Μ' όλα τούτα, οι δουλειές δε πηγαίνανε διόλου καλά για το Μάρτιν Χαντ. Αυτή η απέραντη αταραξία το 'κανε μια χαψιά ολάκερη, με το γκρίζο σκαρί του και το κίτρινο φουγάρο, ξεβράζοντας σ' έν άλλο ημισφαίριο το φαλαινοθηρικό Αλιώτις, μαύρο και σκουριασμένο, με φουγάρο στο χρώμα της κοπριάς, κάτι λευκές βάρκες λιγδιασμένες,, σκέτη σαβούρα κι ένα πελώριο καζάνι, καμίνι μάλλον, για το βράσιμο του λίπους της φάλαινας στο μπροστινό κατάστρωμα. Κανείς δε θα πρέπει ν' αμφιβάλλει για την επιτυχία του ταξιδιού, αφού το Αλιώτις  έπιασε κάμποσα όχι και πολύ γνωστά λιμάνια κι ο καπνός από τη καύση του λίπους ρύπαινε τις ακτές. Δεν άργησε να ξανασαλπάρει, πλέοντας με τη ταχύτητα μιας κοινής άμαξας στους δρόμους του Λονδίνου, βρέθηκε σε μια κλειστή θάλασσα με ζεστά, γαλανά κι ακίνητα νερά, ίσως τη πιο αυστηρά προστατευμένη θαλάσσια ζώνη στον κόσμο. Έμεινε κάμποσο καιρό κει κι οι αστερισμοί σε κείνους τους γαλήνιους ουρανούς το χαζεύανε που πήγαινε από νησί σε νησί, σ' αυτά τα νερά που κανείς ποτέ του δεν είχε δει φάλαινα. Κι όλον εκείνο τον καιρό βρωμούσε απαίσια με μια μυρωδιά που, μολονότι ψαριού, δεν έκανε καλό στην υγεία.
     Ένα βράδυ δέχτηκεν αιφνιδιαστικήν επίθεση από τα νησιά Πιρκάγκ-Βατάι κι αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή, ενώ οι άντρες βγάζανε περιπαιχτικά τη γλώσσα σε μιαν ογκώδη κανονιοφόρο, βαμμένη μαύρη και καφέ, που ακολουθούσε. Γνωρίζανε μέχρι και τη τελευταία περιστροφή της μηχανής, τη δυναμικότητα κάθε πλοίου στα μέρη που θέλανε πάσει θυσία ν' αποφύγουν. Ένα βρετανικό βαπόρι με καθαρή συνείδηση δεν επιχειρεί ποτέ να ξεφύγει από πολεμικό άλλης Δύναμης, είναι κανόνας, όπως άλλωστε θεωρείται παραβίαση του πρωτοκόλλου, να υποβάλλεις ένα πλοίο με βρετανική σημαία, σ' έρευνα εν πλω. Αυτό βέβαια δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, αφού ο πλοίαρχος του Αλιώτις, όχι μόνο δε συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις, μα δεν έπαψε στιγμή να παρακινεί τους άντρες του να συνεχίσουνε τη πορεία τους με ταχύτητα έντεκα κόμβων, ώσπου σκοτείνιασε. Ένα πράγμα μόνο δεν υπολόγισε.
     Η χώρα τούτη που 'χε στο δυναμικό της ήδη ένα σύγχρονο περιπολικό για τη προστασία της περιοχής (είχαν αποφύγει τα δυο ταχτικά πλοία του λιμενικού με τρόπο που εύκολα θα μπορούσε να προκαλέσει φθόνο), έστειλε ακόμη ένα, δεκατεσσάρων κόμβων, ολοκαίνουργο, για την ενίσχυση της περιπολίας. Να γιατί το Αλιώτις, που πήγαινε με φουλ τις μηχανές πότε δεξά και πότε ζερβά, βρέθηκε με το πρώτο φως της ημέρας στη δυσάρεστη θέση ν' αντικρύσει ενάμισι μίλι ξοπίσω του, τέσσερις σημαίες σε διάταξη με το μήνυμα: "Κόψτε ταχύτητα, αλλιώς θα υποστείτε τις συνέπειες".
    Το Αλιώτις αποφάσισε να ρισκάρει. Το τέλος ήρθε όταν με χαμηλά τις μηχανές, επιχείρησε να διαφύγει προς βορρά μες από μια ρηχάδα. Η τορπίλη που το βρήκε στη μεριά της καμπίνας του πρώτου μηχανικού, είχε κάπου πέντε ίντσες διάμετρο και δεν έμελλε να εκραγεί προτού διαλύσει τα πάντα στο πέρασμά της. Στόχος της ήταν να κόψει στα δυο τη πλώρη. Έριξε στο πάτωμα το πορτρέτο της γυναίκας του πρώτου -κρίμα κι ήτανε πολύ όμορφη κοπέλα- θρυμμάτισε τον λαβομάνο του, διασχίζοντας τον διάδρομο έφτασε στο μηχανοστάσιο κι από κει, γκρεμίζοντας ένα καφασωτό, έπεσε κατευθείαν πάνω στη μπροστινή μηχανή, όπου και τελικά εξερράγη, κομματιάζοντας και τα δυο μπουλόνια που συγκρατούνε τον διωστήρα στον στρόφαλο. Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς τη συνέχεια:
     Η μπροστινή μηχανή ήτανε πια εντελώς εκτός λειτουργίας, με συνέπεια το βάκτρο του εμβόλου, που 'χε φύγει από τη θέση του, να τιναχτεί μ' ορμή προς τα πάνω χωρίς τίποτε να μπορεί να το σταματήσει, ξεβιδώνοντας όλα σχεδόν τα μπουλόνια του κυλινδρικού σκεπάστρου. Ύστερα κινήθηκε πάλι με βια προς τα κάτω, μ' όλη τη πίεση του ατμού κι η βάση του σπασμένου διωστήρα, άχρηστη σαν ένα πόδι με βγαλμένον αστράγαλο, εκσφενδονίστηκε προς τα δεξιά και συγκρούστηκε με τη μαντεμένια κολώνα που στήριζε τη μηχανή, κόβοντάς τη σύρριζα κάπου έξι ίντσες πάνω από τη βάση, έτσι που το πάνω μέρος της να σφηνωθεί με φόρα προς τα έξω (τρεις ίντσες απόσταση από τα πλευρά του πλοίου). Εκεί σκάλωσε ο διωστήρας. Στο μεταξύ, η εφεδρική μηχανή, που δεν είχε υποστεί ζημιά μέχρι τότε, συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά, με αποτέλεσμα να θέσει με την επόμενη περιστροφή της σε κίνηση τον στρόφαλο της μπροστινής μηχανής, ο οποίος με τη σειρά του χτύπησε τον φρακαρισμένο διωστήρα, στραβώνοντας τονε, μαζί μ' αυτόν και τη τραβέρσα, κείνο τ' ογκώδες ζύγωμα που γλυστρά πάνω-κάτω τόσον αρμονικά. Η τραβέρσα σφηνώθηκε ανάμεσα στις ευθυντηρίους και χώρια που πίεζε την ήδη σπασμένη κολώνα της δεξιάς πλευράς, έσπασε σε τρεις μεριές και την αριστερή. Στο σημείο αυτό τίποτα που να μπορέσει να κινηθεί δεν απέμενε πια κι οι μηχανές σταματήσανε με μιας και πεταχτήκανε πάνω μ' ένα τίναγμα τόσο δυνατό, που 'λεγες και το βαπόρι θα σηκωνόταν ίσα μ' ένα πόδι έξω από το νερό. Οι θερμαστές, αφού ανοίξαν όποιον αγωγό ατμού τύχαινε να βρούνε μπροστά τους, μες στη σύγχυση, ανεβήκανε στο κατάστρωμα ζεματισμένοι ελαφρώς, αλλά ψύχραιμοι. Ακούστηκε θόρυβος που μαρτυρούσε πως κάτω υπήρχεν ακόμα κινητικότητα. Ένας μεταλλικός ήχος, ένας βόμβος, κάτι μεταξύ γρυλίσματος και κροταλίσματος, που δε κράτησε παραπάνω από ένα λεπτό, έφτασε στ' αφτιά τους. Η μηχανή ήτανε, που πάλευε να προσαρμοστεί σ' εκατό διαφορετικές συνθήκες σε μια και μόνη στιγμή.
     Ο κύριος Γουόρντροπ, με το 'να πόδι στο εξωτερικό κηγκλίδωμα, αφουγκράστηκε κι αναστέναξε βαθιά. Δε μπορείς να σταματάς μηχανές που δουλεύουνε με δώδεκα κόμβους, μέσα σε τρία δευτερόλεπτα χωρίς να τις κάνεις να διαλύσουνε. Το Αλιώτις  γλυστρούσεν αργά προς τα μπρος μέσα σ' ένα σύννεφο καπνού, βογκώντας σα πληγωμένο άλογο. Δε γινότανε τίποτα πια. Η πεντάιντση τορπίλη με τη μειωμένη γόμωση, είχε κάνει καλά τη δουλειά της. Κι όταν είσαι φορτωμένος και τα τρία αμπάρια, με μαργαριτάρια, που προστατεύονται αυστηρά σαν εθνική περιουσία, όταν έχεις καθαρίσει τον Ύφαλο Σι-Χορς, τον Ύφαλο Τάννα  και τρεις-τέσσερεις άλλους ακόμα, από τη μιαν άκρη ως την άλλη, της θάλασσας της Αμανάλα, όταν έχεις ξεριζώσει τη καρδιά του πιο επικερδούς κρατικού μονοπωλίου, έτσι που μήτε πέντε χρόνια δε θα φτάνανε να καλύψουνε τις παρανομίες σου, οφείλεις να χαμογελάς και να δέχεσαι ό,τι σου επιφυλάσσει η μοίρα. Καθώς μια ατμάκατος από το πολεμικό ζύγωνε το Αλιώτις, ο καπετάνιος σκεφτότανε με την αγγλική σημαία -για την ακρίβεια, μ' ένα τσούρμο από δαύτες- να κυματίζει μεγαλόπρεπα πάνω από το κεφάλι του, πως τους είχανε τορπιλίσει στα διεθνή ύδατα και προσπαθούσε να πάρει κουράγιο από τη σκέψην αυτή.
 -"Πούν'τα;" ρώτησεν ο υποπλοίαρχος, ανέκφραστος, καθώς σκαρφάλωνε με κόπο στο κατάστρωμα. "Πού 'ναι αυτά τ' αναθεματισμένα μαργαριτάρια"; Αδύνατον να τα κρύψεις. Καμμιά ένορκη βεβαίωση δε μπορούσε να δικαιολογήσει τη φοβερή βρώμα των σαπισμένων στρειδιών, τον υποβρύχιον εξοπλισμό και τις λιγδιασμένες μπουκαπόρτες. Τα μαργαριτάρια ήταν όλα κει κι η αξία τους έφτανε τις εβδομήντα χιλιάδες λίρες πάνω-κάτω, λαθραίες μέχρι τη τελευταία.
     Το πολεμικό ήτανε κι αυτό καταπονημένο. Είχε ξοδέψει τόνους κάρβουνου κι οι σωλήνες του είχαν υπερθερμανθεί. Το χειρότερο ήτανε πως αξιωματικοί και ναύτες είχανε χάσει την υπομονή τους. Έτσι, όσοι επιβαίνανε στο Αλιώτις  συνελήφθησαν όλοι και συλλαμβάνονταν ξανά και ξανά, κάθε φορά που κι άλλος ένας αξιωματικός ανέβαινε στο βαπόρι.. Ένας δόκιμος -ή κάτι παρόμοιο, απ' όσο μπορούσαν να κρίνουν- τους ανακοίνωσε πως θα πρέπει να θεωρούν τους εαυτούς τους κρατούμενους και πως αυτή τη φορά είχανε συλληφθεί τελειωτικά κι οριστικά.
 -"Τα πράματα είναι πολύ άσχημα", είπε μειλίχια ο καπετάνιος, "πρέπει να στείλετε ρυμουλκό".
 -"Σκασμός! Έχετε συλληφθεί!" ήταν η απάντηση.
 -"Μα που στο διάβολο φαντάζεστε πως μπορούμε να πάμε; Είμαστε αβοήθητοι. Πρέπει να μας ρυμουλκήσετε κάπου και να μας εξηγήσετε γιατί μας χτυπήσατε. Έχουμε αχρηστευτεί, έτσι δεν είναι κύριε Γουόρντροπ";
 -"Ερείπιο απ' άκρη σ' άκρη" απάντησεν ο μηχανικός. "Αν κάνει έστω μιαν ακόμα περιστροφή, ο μπροστινός κύλινδρος θα πέσει, θα τρυπήσει το κύτος του καραβιού, χώρια που κι οι δυο κολώνες είναι κομμένες σύρριζα. Δεν υπάρχει τίποτα να στηρίζει τη μηχανή. Που να στηρίξει τί, δηλαδή..."
     Ο εκπρόσωπος των στρατιωτικών αρχών, πήγε να δει με τα μάτια του αν αληθεύουν αυτά τα λόγια. Ο κύριος Γουόρντροπ τους προειδοποίησε πως όποιος δοκίμαζε να μπει στο μηχανοστάσιο, θα 'παιζε τη ζωή του κορώνα-γράμματα κι έτσι περιοριστήκανε να επιθεωρούν από μακριά, μες από τον ατμό που 'χε πάρει ν' αραιώνει. Το πλατύ, βουβό κύμα, κλυδώνιζε το Αλιώτις, κάνοντας τη δεξιά κολώνα να τρίζει μιαν ιδέα, όπως τα δόντια ανθρώπου που τον απειλούν με μαχαίρι. Ο μπροστινός κύλινδρος δε στηριζότανε παρά μόνο σε κείνη την άγνωστη δύναμη, που οι άνθρωποι συνήθως αποκαλούν αντοχή των υλικών και που καμμιά φορά έρχεται σ' ισορροπία με κείνη την άλλη, εξίσου εκνευριστική δύναμη, τη στριμάδα των άψυχων πραγμάτων.
 -"Tα βλέπετε;" είπεν ο κύριος Γουόρντροπ, κοιτώντας να τους διώξει μιαν ώραν αρχύτερα. "Οι μηχανές δε κάνουνε πια μήτε για παλιοσίδερα".
 -"Θα ρυμουλκηθείτε. Αυτή είναι η απόφαση προς το παρόν. Κατόπιν θα κάνουμε κατάσχεση".
     Το πολεμικό είχεν έλλειψη πληρώματος κι οι υπεύθυνοι δε θεώρησαν αναγκαίο να εγκαταστήσουν ομάδα φρούρησης στο αιχμάλωτο σκάφος. Στείλανε μόνον έναν ανθυποπλοίαρχο, που ο καπετάνιος φρόντισε να τονε κρατά συνέχεια τύφλα στο μεθύσι, αφού δεν είχε καμμιά πρόθεση να διευκολύνει την επιχείρηση ρυμούλκησης. 'Αφησε κι ένα τριμμένο παλιόσχοινο να κρέμεται από τη πρύμνη. Η ρυμούλκηση δε, άρχισε με μέση ταχύτητα τεσσάρων κόμβων. Το Αλιώτις κινιόταν με μεγάλη δυσκολία κι ο υπεύθυνος οπλισμού, αυτός που εκτόξευσε τη πεντάιντση τορπίλη, είχεν όλο το χρόνο στη διάθεσή του για επιθεώρηση. Μα ο κύριος Γουόρντροπ δε μπορούσε να σταθεί μήτε λεπτό. Μάζεψε το πλήρωμα κι αρχίσαν όλοι μαζί τη προσπάθεια υποστύλωσης των κυλίνδρων με δοκάρια και τάβλες από το κάτω μέρος κι από τα πλάγια. Ήταν επικίνδυνη δουλειά και θα βαστούσε όλη μέρα, μα μπρος στη πιθανότητα να πνιγούνε την ώρα της ρυμούλκησης, ένιωσαν όλοι πως δεν είχαν άλλην επιλογή. Γιατί αν έπεφτεν ο μπροστινός κύλινδρος, θα πήγαινε κατευθείαν στον πάτο και θα τους έπαιρνε κι αυτούς μαζί.
 -"Πού μας πάνε; Πόσην ώρα θα κρατήσει αυτή η ιστορία;" ρώτησε τον καπετάνιο.
 -"Ποιός ξέρει! Ο ανθυποπλοίαρχος είναι μεθυσμένος. Πες μου, βλέπεις να γίνεται τίποτα";
 -"Υπάρχει μια μικρή, πολύ μικρή..." ψιθύρισεν ο κύριος Γουόρντροπ, μολονότι δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω να τους ακούσει, "...υπάρχει μια πολύ μικρή πιθανότητα να την επισκευάσουμε, μόνο να ξέραμε τον τρόπο. Τη ξεκοιλιάσανε, της βγήκανε τα σωθικά με την έκρηξη. Θα χρειαστεί χρόνος κι υπομονή, μα ίσως... ίσως λέω... μπορέσουμε να τη κάνουμε να ξαναβγάλει ατμό. Υπάρχει κάποια ελπίδα". Τα μάτια του καπετάνιου φωτιστήκανε!
 -"Εννοείς πως είναι ακόμα σε καλή κατάσταση;" ρώτησεν αμέσως.
 -"Καθόλου... όχι...", απάντησεν ο κύριος Γουόρντροπ. "Θα χρειαστεί το λιγότερο τρεις χιλιάδες λίρες επισκευή αν είναι να ξαναταξιδέψει και χωρίς να λογαριάσουμε τις ζημιές στο σκαρί. Είναι σα να 'χει πέσει άνθρωπος από καμμιά εικοσαριά σκαλοπάτια. Για μήνες κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά, πόσο σοβαρά είναι τα πράματα. Μα ξέρουμεν ότι δε θα ξαναγίνει όπως πρώτα χωρίς καινούργιο εσωτερικό. Έπρεπε να 'βλεπες τους πυκνωτές και τις επαφές του ατμού της εφεδρικής μηχανής. Ένα σου λέω: δε φοβάμαι την επισκευή, αλλά τη λεηλασία".
 -"Αυτοί μας ρίξανε, θα πρέπει να δώσουνε λόγο".
 -"Δεν έχουμε τη πολυτέλεια να ζητήσουμε εξηγήσεις. Η φήμη μας δεν το επιτρέπει! Ας υπομείνουμε ό,τι μας περιμένει κι ας είμαστε ευγνώμονες. Δε μας συμφέρει ν' ανακατευτεί κανάς πρόξενος, να κάνει πως θυμάται το Γκάιτινγκ Λάιτ και τη Σα-ιν-Σα και την Αγλαΐα, ιδίως τώρα που περνάμε τόσο δύσκολες ώρες. Δεν είμαστε άλλο από πειρατές τα τελευταία δέκα χρόνια. Ο Θεός μας φύλαξε και δεν έχουμε γίνει χειρότεροι από κλέφτες. Έχουμε πολλούς λόγους λοιπόν να 'μαστε ευχαριστημένοι -αν ποτέ γυρίσουμε στο καράβι.
 -"Τ' αφήνω σε σένα", είπεν ο καπετάνιος, "αν υπάρχει έστω και μια πιθανότητα..."
 -"Δε θα επιτρέψω να πέσει τίποτα στα χέρια τους", είπεν ο κύριος Γουόρντροπ. "Καθυστέρησε τη ρυμούλκηση όσο μπορείς, χρειαζόμαστε χρόνο".
     Ο καπετάνιος δεν είχεν αναμιχθεί ποτέ σε ζητήματα μηχανοστασίου κι ο κύριος Γουόρντροπ, καλλιτέχνης στο είδος του, ανασκουμπώθηκε και δημιούργησεν έργο τρομερό κι αποκρουστικό στην όψη. Για φόντο είχε τους μαυρισμένους τοίχους του μηχανοστασίου. Τα υλικά του, μέταλλα σκληρά κι ανθεκτικά, που τα στηρίζαν ιστοί, δοκάρια και σχοινιά. Το πολεμικό ρυμουλκούσε σκυθρωπό κι όλο μοχθηρία. Πίσω του το Αλιώτις  βούιζε σα μελίσσι λίγο πριν ξεχυθεί από τη κυψέλη. Μ' ένα σωρόν άχρηστα δοκάρια, το πλήρωμα έφραξε τον χώρο γύρω από τη μπροστινή μηχανή, κάνοντάς τη να μοιάζει άγαλμα μ' υψωμένες γύρω του τις σκαλωσιές. Τα ξύλα απ' αυτές εμπόδιζαν όποιον ήθελε να ρίξει μια δήθεν τυχαία ματιά, ενώ, για να ταρακουνήσουν όποιον που από υπερβολικόν εφησυχασμό, επιχειρούσε να περάσει από κάτω, είχανε τυλίξει τις γερά στερεωμένες υποστυλώσεις με ξεφτισμένα σχοινιά, δίνοντας την επιμελημένην εντύπωση μεγάλης επικινδυνότητας. Κατόπιν, ο κύριος Γουόρντροπ ανέλαβε το τμήμα της εφεδρικής μηχανής που 'χε μείνει ανέπαφο την ώρα της μεγάλης καταστροφής. Μ' ένα δυνατό χτύπημα ξεκόλλησε τη βαλβίδα διαφυγής. Σπάνια βρίσκεις βαλβίδες σαν αυτή, σ' απομακρυσμένα λιμάνια, εκτός κι αν έχεις κρατήσει ανταλλακτικά -όπως ο κύριος Γουόρντροπ. Συγχρόνως οι άντρες αφαιρέσανε τα παξιμάδια από τα δυο μεγάλα μπουλόνια που συγκρατούνε τις μηχανές γερά στη βάση τους. Μια μηχανή που σταματά να λειτουργεί απότομα, μπορεί κάλλιστα να χάσει ένα μπουλόνι κι αυτό ύστερα να φανεί σαν το φυσικότερον ατύχημα. Περνώντας μες από τη σήραγγα, ο μηχανικός έβγαλε μερικά μπουλόνια κουπλαρίσματος ακόμα, ενώ στο πέρασμά του σκορπούσε βίδες και παλιοσίδερα. Ακόμη, αφαίρεσε έξι μπουλόνια από τον κύλινδρο της εφεδρικής μηχανής, για να δίνει την ίδιαν εντύπωση με τη διπλανή της και γέμισε με στουπί τα τροφοδοτικά. Ύστερα μάζεψε σ' ένα σωρό όσα είχε περισώσει από τις μηχανές, -παξιμάδια, βίδες, τέτοια μικροπραγματάκια- όλα καλολαδωμένα και κατέβηκε στ' αμπάρι. Στέναξε, έτσι παχύς που 'τανε, περνώντας από καταπακτή σε καταπακτή του διπλού πάτου, ώσπου να φτάσει στο πιο στεγανό μέρος του αμπαριού, πολύ κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, όπου κι έκρυψε το θησαυρό του. Κάθε μηχανικός έχει δικαίωμα, ιδιαίτερα σ' ένα όχι και τόσο φιλικό λιμάνι, να κρύψει τις εφεδρείες του όπου θελήσει. Όσο για την είσοδο στο κεντρικόν αμπάρι, όσος τουλάχιστον χώρος απέμενε από τις ατσαλένιες σφήνες που 'τανε σκορπισμένες τριγύρω, αυτή εμποδιζότανε κι από τη βάση της σκαλωσιάς. Τέλος, ο κύριος Γουόρντροπ αποσύνδεσε την εφεδρική μηχανή, φύλαξε τον διωστήρα και το πιστόνι, καλολαδωμένα κι αυτά, σε μέρος που δε μπορούσεν εύκολα να πλησιάσει κάποιος ανύποπτος περαστικός, αφαίρεσε τρία από τα οχτώ κολάρα του κινητήρα, τα 'κρυψεν ο ίδιος στα καζάνια, σφήνωσε τις συρταρωτές πόρτες της καρβουνιέρας και κάθισε να ξεκουραστεί. Το μηχανοστάσιο έδινε την εικόνα νεκροταφείου, τόσο που κι ολάκερη τεφροδόχο ν' άδειαζε κανείς από τον φεγγίτη, δε θα 'δειχνε και πολύ χειρότερα. Όταν τέλειωσε, λοιπόν, ο κύριος Γουόρντροπ, κάλεσε τον καπετάνιο να του δείξει το δημιούργημά του.
 -"Έχεις δει ποτέ σου ναυάγιο σε τέτοιαν άθλια κατάσταση;" περηφανεύτηκε. "Μέχρι κι εγώ ο ίδιος φοβάμαι να περάσω κάτω απ' αυτές τις σκαλωσιές. Λοιπόν τί λες ν' απογίνει με μας";
 -"Θα μάθουμε όταν έρθει η ώρα", απάντησεν ο καπετάνιος. "Προτιμώ να μη το σκέφτομαι".
    Δεν είχε κι άδικο. Οι ρόδινες μέρες της ρυμούλκησης γρήγορα φτάσανε στο τέλος τους αν και το Αλιώτις ακόμα έσερνε ξοπίσω του ένα γάντζο ασήκωτο από το βάρος, σα παραγεμισμένο σακούλι. Ο κύριος Γουόρντροπ δεν ήτανε πια ο καλλιτέχνης με τη μεγάλη φαντασία, αλλά ένας από τους εικοσιεφτά φυλακισμένους σ' ένα κελί γεμάτο έντομα. Το πολεμικό τους είχε τραβήξει ως το πλησιέστερο λιμάνι κι όχι στη πρωτεύουσα της αποικίας κι όταν ο κύριος Γουόρντροπ αντίκρυσε τις θλιβερές εγκαταστάσεις, με μια σειρά κακοφτιαγμένα κινέζικα ιστιοφόρα, ένα σαραβαλιασμένο ρυμουλκό και κείνο το πλωτό παράπηγμα, που ποιός ξέρει ποιός Μαλαισιανός Θεός το 'χε βαφτίσει αποβάθρα, αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι.
 -"Ευτυχώς που 'λαβα τα μέτρα μου" μονολόγησε. "Εδώ μόνο κλέφτες και δολιοφθορείς μπορεί να μένουν. Λες να φτάσουνε τα νέα κάποτε στην Αγγλία";
 -"Απίθανο μου φαίνεται", απάντησεν ο καπετάνιος.
     Έτσι ημίγυμνοι καθώς ήταν οδηγηθήκανε στη στεριά με μεγάλη συνοδεία στρατιωτών και δικαστήκανε σύμφωνα με τους νόμους της χώρας που αν κι άμεμπτοι, ήτανε κάπως ξεπερασμένοι. Εκεί ήταν κι ο μικρόσωμος μα ευέξαπτος κυβερνήτης. Συσκέφθηκε για λίγο με τους συμβούλους του κι ύστερα όλα γίνανε με συνοπτικές διαδικασίες, αφού το λιγότερο που 'θελε ήτανε να 'χει τόσους πεινασμένους άντρες, μαζεμένους στην ακτή. Εξ άλλου το πολεμικό είχεν ήδη απομακρυνθεί. Με μια κίνηση του χεριού του -η υπογραφή ήτανε περιττή- τους παρέδωσε στη Μπλακγκανγκτάνα, τη μαύρη γη! κι έτσι το χέρι του Νόμου τους πήρε από τα μάτια του κι απ' όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Πήρανε τον δρόμο για τις φοινικιές κι η μαύρη γη τους κατάπιε -ολάκερο το πλήρωμα του Αλιώτις, μέχρις ενός. Αδιατάραχτη ειρήνη βασίλευε στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική, την Αμερική, την Αυστραλία και τη Πολυνησία.
     Ο τορπιλισμός έκανε τη ζημιά. Έπρεπε να κρατήσουνε το στόμα τους κλειστό, μα όταν κάμποσες χιλιάδες αλλοδαποί πανηγυρίζαν έξαλλα για τον εμβολισμό ενός αγγλικού πλοίου στα διεθνή ύδατα, τα νέα ταξιδεύουνε γοργά. Κι όταν μαθεύτηκε πως δεν επιτράπηκε στους λαθρεμπόρους να δούνε τον 'Αγλλο πρόξενο (δεν υπήρχε Προξενείο σ' απόσταση εκατοντάδων μιλίων από κείνο το μοναχικό λιμάνι), ακόμα κι οι φιλικά διακείμενες χώρες νομιμοποιούνταν να ζητήσουν εξηγήσεις. Η μεγάλη καρδιά της βρετανικής κοινής γνώμης χτυπούσε δυνατά για την απόδοση κάποιου αλόγου κούρσας και δε χαράμιζε μήτε χτύπο για τόσο μακρινά και δυσάρεστα συμβάντα. Μα κάπου στο βάθος του κυβερνητικού σκάφους, υπάρχει ένας μηχανισμός που αργά ή γρήγορα, αναλαμβάνει τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Αυτός ο μηχανισμός άρχισε να κινείται και... μαντέψτε ποιά χώρα φάνηκε να αιφνιδιάζεται περισσότερο και να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της; Η Δύναμη που 'χεν αιχμαλωτίσει το Αλιώτις, εξήγησε πως τα πολεμικά πλοία κι οι κυβερνήτες των απομακρυσμένων αποικιών, ήτανε λίγο ως πολύ, ανεξέλεγκτοι και δεσμεύτηκε πως τόσο το καράβι, όσο κι ο κυβερνήτης θα γίνονταν παράδειγμα προς αποφυγήν. Όσο για τα μέλη του πληρώματος, που πληροφορίες τους έφερναν να 'χουνε στρατολογηθεί σε κάποια τροπική ζώνη, οι υπεύθυνοι δεσμεύτηκαν να τους βρούνε το συντομώτερο δυνατό και προσφέρθηκαν να ζητήσουνε συγγνώμη, αν χρειαζόταν. Ε, όχι και μέχρις εκεί! δε χρειάζονταν συγγνώμες. Όταν ένα κράτος απολογείται σ' έν άλλο, εκατομμύρια αδαείς, που καμμιάν ανάμιξη έχουν με το πρόβλημα, ρίχνονται σε πόλεμο, φέρνοντας αμηχανία στον ειδικά εκπαιδευμένο. Αυτό που προείχε ήταν να βρεθεί το πλήρωμα -αν ζούσαν ακόμη, αφού η τύχης αγνοείτο για οχτώ ολάκερους μήνες- κι όλα θα εξιχνιάζονταν.
     Ο μικρόσωμος κυβερνήτης της μικροσκοπικής αποικίας ήταν ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Εικοσιεφτά λευκοί άντρες συγκροτούν μια πολύ συμπαγή δύναμη, για να τι ρίξει κανείς σ' ένα πόλεμο δίχως αρχή και τέλος, πόλεμο της ζούγκλας και των χαρακωμάτων που σιγόκαιγε για χρόνια, όλ' αυτά τα υγρά καφτά χρόνια, πέρα στους λόφους, καμμιάν εκατοστή μίλια μακρυά και που ήτανε κληρονομιά κάθε απόστρατου αξιωματικού. Πίστευε πως είχε σταθεί αντάξιος της χώρας του κι αν βρισκότανε κανείς ν' αγοράσει το Αλιώτις, που σάπιζεν εγκαταλειμμένο, η ευτυχία του θα ολοκληρωνόταν. Το βλέμμα του έπεσε στις καλογυαλισμένες λάμπες πετρελαίου από καθαρόν ασήμι που 'χε πάρει από τις καμπίνες και συλλογίστηκε πόσα ακόμα θα μπορούσαν να 'χουνε βγει στο σφυρί. Μα οι συμπατριώτες του σ' αυτά τα υγρά κλίματα δεν έχουνε στάλα ψυχή. Κοιτούσαν μόνον από κάποιαν απόσταση το ερημωμένο μηχανοστάσιο κουνώντας το κεφάλι. Ως και το πολεμικό αρνιόταν ν' ανεβάσει το Αλιώτις  λίγο πιο κοντά στην ακτή, όπου ο κυβερνήτης πίστευε πως ίσως είχανε πιθανότητες να το επισκευάσουν. Ήτανε χαμένη υπόθεση. Μα τα χαλιά στα σαλόνια ήταν ωραία, πανάθεμά τα και στη γυναίκα του αρέσανε πολύ οι καθρέφτες.
     Μόλις τρεις ώρες αργότερα, τα τηλεγραφήματα πέφτανε γύρω του σαν τορπίλες. Είχε θυσιαστεί στο βωμό της ισορροπίας των δυνάμεων κι οι υψηλά ιστάμενοι διόλου δε λογαριάσανε τα αισθήματά του. Είχεν υπερβεί κατά πολύ τις αρμοδιότητές του, λέγανε τα τηλεγραφήματα κι είχε παραλείψει να υποβάλλει έκθεση στα κεντρικά για τα γεγονότα. Τώρα λοιπόν -οι εντολές αυτές τον έκαναν να σωριαστεί στην αιώρα του- έπρεπε να βρει και να φέρει πίσω το πλήρωμα του Αλιώτις. Ας στείλει τους ανθρώπους του να τους βρούνε κι αν αυτοί δε καταφέρουνε τίποτα, να πάει να τους ξεθάψει ο ίδιος. Πού ακούστηκε να υποχρεώσει λαθρέμπορους μαργαριταριών να πάνε στον πόλεμο! Ας γνωρίζει επίσης, πως δε πρόκειται να μείνει ατιμώρητος για τις πράξεις του. Από την επόμενη κιόλας τα τηλεγραφήματα απαιτούσαν να μάθουν αν βρέθηκε το πλήρωμα. Αυτή τη φορά οι εντολές όριζαν να τους απελευθερώσει χωρίς αναβολή, να τους δώσει να φάνε -να τους ταΐσει ο ίδιος ει δυνατόν- ώσπου να τους παραλάβει το πολεμικό και να τους οδηγήσει στο πλησιέστερο βρετανικό λιμάνι. Κι όταν βομβαρδίζεις κάποιον μ' απειλές, λόγια ηχηρά που διασχίζουνε σαν αστραπή τις θάλασσες, όλο και κάτι μπορεί να συμβεί. Την άλλη στιγμή κιόλας, οι αγνοούμενοι, που 'ταν μαζί και στρατιώτες, έφτασαν από τα βάθη της ζούγκλας με την εντολή του κυβερνήτη. Ποτέ ένα σύνταγμα στρατιωτών δεν έδειξε τέτοια προθυμία να ελαττώσει τη δύναμή του. Ούτε ο ίδιος ο Χάροντας δε μπορούσε να υποχρεώσει αυτούς τους παλαβούς να φορέσουνε τη στολή της υπηρεσίας. Δε δέχονταν με κανένα τρόπο να πολεμήσουνε, παρά μόνον ίσως ο ένας με τον άλλο κι αυτός ήταν ο λόγος που το σύνταγμα δεν είχε πάει στη πρώτη γραμμή, αλλά παρέμενε καθηλωμένο στα χαρακώματα, με τους επικεφαλής να προσπαθούν να βάλουν μυαλό στους φαντάρους. Η φθινοπωρινή εκστρατεία κατέληξε σε φιάσκο και γι' αυτό φταίγαν οι Εγγλέζοι. Ένα ολόκληρο σύνταγμα έμεινε στα μετόπισθεν να τους φυλάει κι οι μαλλιαροί εχθροί, οπλισμένοι με φυσοκάλαμα, κάνανε θραύση στο δάσος.
     Πέντε από τα μέλη του πληρώματος είχανε σκοτωθεί, μα οι υπόλοιποι εικοσιδύο ήταν εκεί, παραταγμένοι στη βεράντα του κυβερνήτη κι όταν αυτός βγήκε να τους δει στο παράθυρο, κείνοι του τραγουδήσανε. Σαν έχεις χάσει μαργαριτάρια  αξίας εβδομήντα χιλιάδων και πλέον, το μερίδιό σου από τα κέρδη, το πλοίο κι όλα σου τα ρούχα, κι έχεις ζήσει στην αιχμαλωσία για οχτώ μήνες, μακρυά από κάθε προσποίηση του πολιτισμένου κόσμου, έχεις γνωρίσει τι θα πει πραγματική αυτάρκεια, γίνεσαι το πιο ευτυχισμένο πλάσμα στη γη, ο φυσικός άνθρωπος. Ο κυβερνήτης τους επιτέθηκε:
 -"Έίστε εγκληματίες", τους είπε κι εκείνοι γυρέψανε τροφή. Όταν είδε πόσο πολύ τρώγανε και θυμήθηκε πως το επόμενο πολεμικό θα περνούσε από κει το λιγότερο σε δυο μήνες, βαριαναστέναξε. Οι άντρες του Αλιώτις  ξαπλώσανε στη βεράντα ενώ κάποιοι ευχαριστήσανε με φωνές τον κυβερνήτη για τη γενναιοδωρία του. Ένας παχύς, φαλακρός άντρας με γκρίζα γένεια και μόνο του ρούχο ένα πρασινοκίτρινο πανί γύρω στη μέση, έστρεψε το βλέμμα προς το λιμάνι κι όταν αντίκρυσε το Αλιώτις  κραύγασε από χαρά, παραμερίζοντας τις πολυθρόνες από μπαμπού, ενώ το πλήρωμα στριμώχτηκε στα κάγκελα της βεράντας, δείχνοντας το καράβι, χειρονομώντας και βρίζοντας ο ένας τον άλλο χωρίς ντροπή. Οι στρατιώτες στρογγυλοκαθίσανε στον κήπο του κυβερνείου, ο κυβερνήτης αποσύρθηκε στην αιώρα του -αν είναι να πεθάνεις, όρθιος ή καθιστός τι σημασία έχει;- ενώ οι γυναίκες του ξεφωνίζανε πίσω από τα ρολά.
 -"Πουλήθηκε;" ρώτησεν ο άντρας με τα γένεια, που δεν ήταν άλλος από τον κύριο Γουόρντροπ.
 -"Είναι ερείπιο", μουρμούρισεν ο κυβερνήτης, "ποιός τρελός θα δεχτεί να τ' αγοράσει";
 -"Τις λάμπες μου όμως τις βούτηξες" πετάχτηκεν ο καπετάνιος. Φορούσε μόνο το 'να μπατζάκι κι έψαχνε τη βεράντα με το βλέμμα. Ο κυβερνήτης κοκκίνισεν από ντροπή. Τα σκαμνιά από τις καμπίνες και το τραπέζι του καπετάνιου ήτανε σε κοινή θέα.
 -"Το 'χουνε λεηλατήσει", είπεν ο κύριος Γουόρντροπ, "όχι που θα τ' άφηναν. Μόλις επιβιβαστούμε θα κάνουμε απογραφή. Για δείτε!", φώναξε δείχνοντας προς το λιμάνι. Εμείς-μείνουμε-κει-τώρα! Έτσι δεν είναι"! Ένα χαμόγελο ανακούφισης διαγράφηκε στο πρόσωπο του κυβερνήτη.
 -"Σα να του καλάρεσε τούτο", παρατήρησε κάποιος από το πλήρωμα. "Δε μου κάνει καμμιάν εντύπωση", συμπλήρωσε σκεφτικός.
     Κατεβήκαν ένα μπουλούκι στη προκυμαία, πίσω τους οι στρατιώτες ριγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο και μπήκανε σε μια βάρκα που όπως αποδείχτηκε ήταν η λέμβος του κυβερνήτη. Σε λίγα λεπτά είχανε χαθεί πίσω από τη κουπαστή του Αλιώτις  κι ο κυβερνήτης παρακαλούσε να βρούνε κάτι να κάνουνε, κάτι που θα τους κρατήσει όσο το δυνατό πιότερο κει μέσα.
     Το καθήκον οδήγησε τον κύριο Γουόρντροπ κατευθείαν στο μηχανοστάσιο, απ' όπου οι σύντροφοί του χαϊδεύοντας τα ξύλα του καταστρώματος τα τόσον οικεία σ' όλους, τον άκουγαν να δοξάζει τον Θεό που τα πάντα ήταν όπως τα 'χεν αφήσει. Οι σακατεμένες μηχανές ήταν εκεί, πάνω από το κεφάλι του. Κανέν αδέξιο χέρι δεν είχεν ανακατώσει τις σκαλωσιές του. Οι ατσάλινες σφήνες του αμπαριού ήτανε στη θέση τους, σκουριασμένες όπως πριν. Και το καλύτερο ακόμα, από τους εκατόν εξήντα τόνους του αυστραλιανού κάρβουνου πρώτης ποιότητας, στις αποθήκες, δεν είχε χαθεί μήτε γραμμάριο.
 -"Μυστήριο πράμα!", μονολόγησεν ο κύριος Γουόρντροπ. "Η χρήση του καπνού είναι γνωστή στους Μαλαισιανούς. Τους σωλήνες θα 'πρεπε να τους έχουνε κόψει. Και μ' όλα τούτα τα κινέζικα ιστιοφόρα που δένουν εδώ... Πρόκειται σίγουρα για θεϊκή παρέμβαση"!
 -"Έτσι νομίζεις!" ακούστηκε να λέει ο καπετάνιος. "Εδώ μέσα πάντως έχει μπει κλέφτης και δεν άφησε τίποτα". Σ' αυτό ο καπετάνιος δεν είπεν όλη την αλήθεια, καθώς κάτω από τις σανίδες του πατώματος της καμπίνας του, έτσι που μόνο μ' ένα γάντζο μπορούσες να τα βγάλεις στην επιφάνεια, είχε κρυμμένα νομίσματα που κανείς δε τα 'χε πάρει είδηση, -τ' αποκούμπια του στη φουρτούνα. Ήταν από καθαρό χρυσάφι, που περνούσε παντού και θα 'φταναν ίσως και να ξεπερνούσανε τις εκατό λίρες.
     Αν εξαιρέσει κανείς το μηχανοστάσιο, το Αλιώτις  είχε λεηλατηθεί μεθοδικά και με σύστημα, από τη μιαν άκρη ως την άλλη κι ο φρουρός που 'χε κατασκηνώσει για να συντονίσει το πλιάτσικο δεν ήτανε κι ο πιο καθαρός, όπως μαρτυρούσανε τα ίχνη του στον χώρο. Ποτήρια, πιάτα, κατσαρολικά, στρώματα, τα ταπέτα και τα σκαμνιά του μαγειρείου, οι βάρκες κι οι μπρούτζινοι ανεμιστήρες είχανε κάνει φτερά, τα 'χανε ξαφρίσει μαζί με τα πανιά και μεγάλο μέρος από τ' άρμενα, τέτοιο που να μη κινδυνεύουν να σωριαστούνε τα κατάρτια. Όσα εξαρτήματα γινόταν να μετακινηθούν με λοστό ή κατσαβίδι, λείπαν από τη θέση τους. Τα φώτα από τα φινιστρίνια και τους ιστούς, τα ξύλινα καφασωτά, οι συρόμενες πόρτες της γέφυρας, τα συρτάρια του καπετάνιου, το τραπέζι με τους ναυτικούς χάρτες, φωτογραφίες, απλίκες και μεγεθυντικοί φακοί, οι πόρτες από τις καμπίνες, πλαστικά τραπεζομάντιλα, οι σύρτες από τις μπουκαπόρτες, τα μισά και παραπάνω στηρίγματα του φουγάρου, μπουλόνια από φελλό, το μπαούλο κι η αμονόπετρα του μαραγκού, ελαφρόπετρες για το τρίψιμο του καταστρώματος, πατσαβούρια και σφουγγαρίστρες, οι λάμπες πετρελαίου από τις καμπίνες και το αμπάρι, όλες οι προμήθειες του μαγειρείου, το ερμάρι με τις σημαίες, ρολόγια, χρονόμετρα, η πυξίδα της πλώρης, τα καμπανάκια του πλοίου μαζί με το κωδωνοστάσι, αυτές ήτανε κάποιες από τις απώλειες.
 -"Όλ' αυτά θα τα 'χει πουλήσει" αποφάνθηκεν ο καπετάνιος. "Όσο για τ' άλλα, θα 'ναι μάλλον κρυμμένα στο σπίτι του".
     Στο σανιδένιο δάπεδο του καταστρώματος, όπου είχανε συρθεί οι φορτωτήρες, υπήρχανε βαθιές χαρακιές. Μάλιστα, ένας απ' αυτούς πρέπει να 'χεν ανατραπεί, αφού τα κιγκλιδώματα της κουπαστής, έμοιαζαν να 'χουνε λυγίσει από δυνατό χτύπημα κι οι πλαϊνές πλάκες είχανε τραυματιστεί.
 -"Ο κυβερνήτης. Αυτός φταίει", έκανε ο καπετάνιος. "Θα μας ξεπουλήσει όσο-όσο".
 -"Ν' αρπάξουμε τα κλειδιά και τα φτυάρια και να τους ξεκάνουμε όλους", φώναξε σύσσωμο το πλήρωμα. "Να πνίξουμε αυτόν και να κρατήσουμε τις γυναίκες".
 -"Ναι! κι ύστερα να μας τουφεκίσουν οι μαυριδεροί του συντάγματος, του δικού μας συντάγματος. Μα τί συμβαίνει κει έξω";
     Οι στρατιώτες είχανε παραταχτεί στη παραλία.
 -"Είμαστε αποκλεισμένοι, δε το βλέπεις; Σύρε να δεις τί ζητάνε", είπεν ο κύριος Γουόρντροπ. "Εσύ έχεις τα παντελόνια".
     Αν κι απλοϊκός ο κυβερνήτης ήξερε από στρατηγική. Αυτό που δεν ήθελε σε καμμιά περίπτωση ήταν να βγει το πλήρωμα του Αλιώτις  ξανά στην ακτή, ένας-ένας ή κατά ομάδες. Είχε τη πρόθεση να μετατρέψει το βαπόρι σε πλωτό κάτεργο. Θα περιμένουν -αυτό μήνυσεν από την αποβάθρα στον καπετάνιο που 'χε σιμώσει με τη λέμβο- και θα παραμείνουν άπραγοι ως ότου τους πλευρίσει το πολεμικό. Αν έστω κι ένας πατήσει το πόδι του στη στεριά, θα δεχτεί τα πυρά ενός ολάκερου συντάγματος. Ο ίδιος δε θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει και τα δυο πυροβόλα της πόλης. Στο μεταξύ μια βάρκα με συνοδεία ενόπλων θα τους πήγαινε καθημερινά τροφή. Ο καπετάνιος, γυμνός από τη μέση και πάνω κι αναγκασμένος κιόλας να τραβά κουπί, έτριζε τα δόντια θυμωμένα. Και σα να μην έφταναν όλα τούτα, ο κυβερνήτης έβγαλε το άχτι του για τις απειλές των τηλεγραφημάτων, μιλώντας ανοιχτά για το ήθος και τους τρόπους των μελών του πληρώματος. Η λέμβος επέστρεψεν ήσυχα κι ο καπετάνιος σκαρφάλωσε στη κουβέρτα, αναψοκοκκινισμένος από τη σύγχυση.
 -"Τα 'ξερα τούτα" είπεν ο κύριος Γουόρντροπ, "και να μας δίνανε τουλάχιστο κανά φαΐ της προκοπής. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ μπανάνες. Κανείς δε μπορεί να δουλέψει μόνο με φρούτα, αυτό είναι γνωστό".
     Ο καπετάνιος τα 'βαλε με τον κύριο Γουόρντροπ που 'θιγε ζητήματα τόσον ανούσια και δευτερεύοντα. Κι οι ναύτες τα βάζαν ο ένας με τον άλλο, τα βάζανε και με το Αλιώτις  και με το ταξίδι και μ' ό,τι βρίσκανε μπροστά τους ή ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι. Σωριαστήκανε στο άδειο κατάστρωμα, χωρίς να μιλάνε με μάτια που καίγανε μες στις κόγχες. Τα πρασινωπά νερά του λιμανιού τριγύρω τους, καγχάζανε και τους περιγελούσανε. Κοιτάξανε πρώτα τους λόφους τους γεμάτους φοινικιές στο βάθος, τα λευκά σπίτια πάνω από το δρόμο του λιμανιού, ύστερα κοιτάξανε τη μοναδική σειρά τα πλοιάρια των ιθαγενών στην αποβάθρα και τους ανέκφραστους στρατιώτες μαζεμένους γύρω από τα δυο κανόνια και τέλος το βλέμμα τους στάθηκε στην αχνογάλανη γραμμή του ορίζοντα. Ο κύριος Γουόρντροπ ήτανε βυθισμένος στις σκέψεις του, σχεδιάζοντας με τα κακοκομμένα του νύχια, νοητές γραμμές στις σανίδες του καταστρώματος.
 -"Δεν υπόσχομαι", είπε στο τέλος, "για δαύτους δε μπορώ να ξέρω τίποτα. Εμείς πάντως είμαστε δω, δω και το βαπόρι". Μ' αυτά τα λόγια οι άντρες γελάσανε κάπως περιπαιχτικά. Ο κύριος Γουόρντροπ σούφρωσε τα φρύδια του. Θυμήθηκε τις μέρες που φορούσε παντελόνια κι ήταν αρχιμηχανικός του Αλιώτις. "Χάρλαντ, Μακέσι, Νομπλ, Χέι, Νότον, Φιγκ, Ο' Χάρα, Τράμπαλ"!
 -"Παρών!" Το ένστικτο της υπακοής αφυπνίστηκεν ανταποκρινόμενο στο προσκλητήριο.
 -"Όλοι κάτω!" Σηκωθήκανε και τον ακολουθήσανε. "Καπετάνιε, θα σου ζητήσω κι άλλους αν χρειαστεί. Θα ξεθάψουμε τ' ανταλλακτικά, θα κατεβάσουμε τις σκαλωσιές κι ύστερα θα διορθώσουμε τη μηχανή. Οι άντρες μας θα νιώσουνε ξανά πως είναι ναύτες του  Αλιώτις -και θα δούνε ποιός κάνει κουμάντο". Μπήκε στο μηχανοστάσιο. Οι υπόλοιποι απόμειναν να κοιτάζουν. Ήταν μαθημένοι στα ατυχήματα της θάλασσας, μα δεν είχανε ξαναζήσει κάτι παρόμοιο. Κανείς απ' όσους είχανε ρίξει έστω και μια ματιά στο μηχανοστάσιο, δε μπορούσε να πιστέψει πως το Αλιώτις  θα ζωντάνευε χωρίς νέα μηχανή.
     Ξεθαφτήκανε τα ανταλλακτικά και το πρόσωπο του κυρίου Γουόρντροπ, κατακόκκινο από τη σκουριά της σεντίνας και την υπερπροσπάθεια, που τον είχε χτυπήσει στο στομάχι, άστραψεν από χαρά. Τα εργαλεία ευτυχώς ήταν υπεραρκετά, πέρα από κάθε προσδοκία κι έτσι οι εικοσιδύο άντρες του πληρώματος, οπλισμένοι με κατσαβίδια, καστάνιες, βίντσια και μέγγενες, ήτανε πια σε θέση να κοιτάνε κατάματα το πεπρωμένο. Πρώτη τους δουλειά ήταν ν' αντικαταστήσουνε τα μπουλόνια που στηρίζανε τον διωστήρα, τα μπουλόνια του άξονα, και να βάλουνε στη θέση τους τους δακτύλιους του κινητήρα. Σαν τελείωσαν, ο κύριος Γουόρντροπ έπιασε να τους μιλά για την επισκευή πολύπλοκων μηχανών εκτός ναυπηγείου κι εκείνοι τον άκουγαν ακουμπισμένοι στα παγωμένα σίδερα της μηχανής. Πάνω από τα κεφάλια τους, σφηνωμένη στις ευθυντηρίους, η τραβέρσα κλεφτοκοιτούσε γέρνοντας σα μεθυσμένη, μη μπορώντας να τους προσφέρει τη παραμικρή βοήθεια. Απελπισμένοι οι άντρες έψαυαν με τα δάχτυλα τις χαρακιές της δεξιάς κολώνας κι έπαιζαν αμήχανα με τα ξεφτίδια που τυλίγανε τις σκαλωσιές, ενώ η φωνή του κυρίου Γουόρντροπ πότε υψωνότανε και πότε χαμήλωνε, ενισχυμένη από την ηχώ, μέχρι που η νύχτα έπεσε πάνω από τον φεγγίτη του μηχανοστασίου.
     Το επόμενο πρωινό ξαναρχίσαν οι εργασίες. Είναι γνωστόν ήδη πως η βάση του διωστήρα χτύπησε μ' ορμή τη βάση της δεξιάς κολώνας, η οποία κόπηκε σύρριζα και σφηνώθηκε με φόρα προς τα έξω. Το θέαμα ήταν απογοητευτικό, αφού ράβδος και στύλος έμοιαζαν να 'χουνε γίνει ένα σώμα. Μα κι εδώ τους χαμογέλασεν η Θεία Πρόνοια, ίσα-ίσα για να τους εμψυχώσει για τις εβδομάδες εξαντλητικής δουλειάς που τους περίμεναν. Ο δεύτερος μηχανικός -στη τύχη πιότερο παρά από υπολογισμό- χτύπησε μ' ένα παγωμένο γάντζο το μαντεμένιο σώμα της κολώνας κι αμέσως μια λιγδιασμένη γκρίζα μεταλλική φλούδα ξεπήδησε μες από τη παγιδευμένη βάση του διωστήρα κι η ράβδος γλυστρώντας αργά, έπεσε με τρομαχτικό κρότο στα έγκατα του πλοίου. Οι πλάκες ήταν ακόμα γερά σφηνωμένες στους οδηγούς, μα το πρώτο βήμα είχε γίνει. Περάσανε την επόμενη μέρα φροντίζοντας τη βοηθητική μηχανή μπρος από τη καταπακτή του μηχανοστασίου. Ο μουσαμάς της, ασφαλώς, είχε κλαπεί κι οι οχτώ θερμοί μήνες που 'χανε μεσολαβήσει δεν ευνοήσανε τα εξαρτήματά της. Επιπλέον, ο τελευταίος σπασμός του βαποριού -ή ίσως και κείνος ο Μαλαισιανός από το πλωτό σπίτι, ποιός ξέρει;- είχε βγάλει τη μηχανή από τη θέση της και την είχε ξανατοποθετήσει στραβά, με τους αγωγούς του ατμού ανάποδα.
 -"Αν είχαμε έστω κι ένα φορτωτήρα..." αναστέναξεν ο κύριος Γουόρντροπ. "Το κυλινδρικό καπάκι μπορούμε να το βγάλουμε και με τα χέρια αν ιδρώσουμε. Μα να λευτερώσουμε το διωστήρα από τα πιστόνια χωρίς ατμό δε γίνεται. Ε λοιπόν! Το πρωί θα 'χουμεν ατμό. ακόμα κι αν δε καταφέρουμε τίποτ' άλλο, θα το κάνουμε να σφυρίξει"!
     Όταν ξημέρωσε, όσοι ήταν στην ακτή βλέπανε το Αλιώτις  σα μέσα σε σύννεφο. Καπνός έβγαινε ως κι από τα καταστρώματα. Μες από τους αγωγούς που στάζανε και τρέμανε σύγκορμοι οι άντρες, καθώς οδηγούσανε τον ατμό στη βοηθητική μηχανή, που 'ταν ήδη σε λειτουργία κι όπου το στουπί δεν έφτανε να βουλώσει τις τρύπες, βγάζανε τα πανιά που 'χανε στη μέση και βλαστημούσανε, μισοζεματισμένοι και γυμνοί έτσι όπως τους γέννησεν η μάνα τους. Η βοηθητική μηχανή δούλευε κανονικά -μ' ένα τίμημα: τους ήθελε διαρκώς από πάνω της να τη τροφοδοτούνε χωρίς σταματημό. Η δύναμη του ατμού ήταν αρκετή, ώστε να επιτρέψει σ' ένα συρματόσχοινο να φτάσει ίσαμε το μηχανοστάσιο και να δεθεί γύρω από το κυλινδρικό καπάκι της μπροστινής μηχανής να το ξεσφηνώσει και να το σύρει ως το κατάστρωμα. Ένα μάτσο χέρια ενωθήκανε για να ενισχύσουνε τον λιγοστόν ατμό. Σχηματίζοντας διελκυστίνδα, καταφέραν ύστερα να φτάσουνε στα πιστόνια και στο βάκτρο του εμβόλου. Αφαιρέσανε δυο από τα σχοινένια στηρίγματα των πιστονιών, βιδώσανε γερά δυο σιδερένια μπουλόνια που θα χρησιμεύανε σα χερούλια, διπλώσανε το συρματόσχοινο και βάλανε μισή ντουζίνα άντρες να χτυπάνε μ' έναν αυτοσχέδιο πολιορκητικό κριό το βάκτρο που ξείχε από το πιστόνι, ενώ το πιστόνι το τραβούσεν από ψηλά η βοηθητική μηχανή. Μετά τέσσερις ώρες εξαντλητικής δουλειάς, το βάκτρο γλύστρησε μεμιάς από τη θέση του και το πιστόνι τινάχτηκε μ' ορμή προς τα πάνω, ρίχνοντας δυο άντρες στο σιδερένιο δάπεδο του μηχανοστασίου. Μα όταν ο κύριος Γουόρντροπ τους είπε πως το πιστόνι δεν είχε πάθει τίποτα, εκείνοι χαρήκανε και δε λογαριάσανε τις πληγές τους. Τρέξανε γοργά να σβήσουνε τη βοηθητική μηχανή. Το καζάνι της δεν ήτανε για πολλά-πολλά.
     Μέρα παρά μέρα, η βάρκα έφερνε τις προμήθειες. Ο καπετάνιος έριξε τα μούτρα του άλλη μια φορά στον κυβερνήτη κι αυτός σα παραχώρηση, του επέτρεψε να πάρει πόσιμο νερό από τον λεμβουργό στην αποβάθρα. Το νερό δεν ήτανε καλής ποιότητας, μα ο Μαλαισιανός δε δίσταζε να ξεπουλήσει ό,τι είχε και δεν είχε, προκειμένου να τα κονομήσει.
     Τώρα που τα σαλόνια της μπροστινής μηχανής είχαν ελευθερωθεί και καθαριστεί ήρθεν η σειρά του κυλίνδρου ν' απαλλαγεί από τις σκαλωσιές. Μόνον αυτή η δουλειά τους πήρε τρεις ημέρες ζεστές, αποπνικτικές, με χέρια που γλυστρούσανε και με τον ιδρώτα να μπαίνει στα μάτια. Όταν αφαιρέθηκε κι η τελευταία σανίδα της σκαλωσιάς, ούτε γραμμάριο δε βάραινε πια τις κολώνες της μηχανής κι ο κύριος Γουόρντροπ αναστάτωσεν ολάκερο το πλοίο για λίγη λαμαρίνα με πάχος τρία τέταρτα της ίντσας. Δε βρέθηκε τίποτα σπουδαίο, μα έστω κι αυτό το λίγο του φαινότανε καλύτερο κι από χρυσάφι κατεργασμένο. Μέσα σ' ένα φοβερό, γεμάτο απόγνωση, πρωινό, οι άντρες του πληρώματος, δίχως ένα ρούχο πάνω τους, σύραν όλοι μαζί και βάλανε στη θέση της, τη κολώνα της μηχανής που είχε κοπεί από τη ρίζα. Όταν τέλειωσεν η δουλειά, ο κύριος Γουόρντροπ τους βρήκε να κοιμούνται κι είπε να τους χαρίσει μια μέρα ξεκούρασης, χαμογελώντας πάνω από τα κεφάλια τους, όπως ο πατέρας πάνω από τα κοιμισμένα παιδιά του, ενώ σημάδευε με κιμωλία τις χαρακιές στο κατάστρωμα. Η δουλειά που τους περίμενε όταν ξυπνήσαν ήταν ακόμα πιο κουραστική. Γιατί πάνω από καθεμιά, απ' αυτές τις χαρακιές, έπρεπε να λυώσει μια λαμαρίνα παχους τριών τετάρτων της ίντσας, κι οι τρύπες για τις βίδες ν' ανοιχτούν με το χέρι. Κι όλες αυτές τις ώρες η τροφή τους ήτανε φρούτα, μπανάνες κυρίως και λίγο σαλό.
     Εκείνο τον καιρό, οι άντρες λιποθυμούσαν από εξάντληση πάνω από τον τροχό και τον οξυγονοκολλητή κι έμεναν να κείτονται κει που 'χανε πέσει, εκτός κι αν τα κορμιά τους μπλέκονταν στα πόδια των συντρόφων τους. Κι έτσι, μπάλωμα το μπάλωμα κι μ' ένα μεγαλύτερο στη κορφή, η κολώνα της μηχανής στερεώθηκε. Μα πάνω που είπανε πως όλα ήταν επιτέλους εντάξει, ο κύριος Γουόρντροπ αποφάσισε πως, όσο φιλότιμη κι αν ήταν η προσπάθεια επισκευής, δεν έφτανε να συγκρατήσει ολάκερη τη μηχανή. Το πολύ-πολύ να κρατούσε στη θέση τους τους οδηγούς. Κάθετοι ορθοστάτες θα ' πρεπε να τοποθετηθούνε, για να σηκώνουνε το υπόλοιπο βάρος. Γι' αυτό τον σκοπό, μια ομάδα έπρεπε να σπεύσει στη πλώρη του βαποριού και να βγάλει με λίμες τα μεγάλα καπόνια της άγκυρας, που το καθένα τους είχε κάπου τρεις ίντσες διάμετρο. Πιάσανε τότε να πετάνε στον Γουόρντροπ αναμμένα κάρβουνα κι απειλούσανε πως θα τονε σκοτώσουν, όσοι απ' αυτούς δε κλαίγανε -κι ήταν έτοιμοι να βάλουνε τα κλάμματα με τη παραμικρήν αφορμή. Μα κείνος τους απάντησε χτυπώντας τους μ' ένα πυρακτωμένο σίδερο κι έτσι σούρθηκαν ως τη πλώρη και γυρίζοντας είχανε τα καπόνια μαζί τους. Δεκάξι ώρες κοιμόντουσαν για να συνέλθουν ύστερ' απ' αυτό, μα μέσα σε τρεις μέρες υψωθήκανε δυο ορθοστάτες, που φτάναν από τη βάση της κολώνας ίσαμε το κάτω μέρος του κυλίνδρου. Απέμενε πια η αριστερή κολώνα του πυκνωτή, που αν και δεν είχε τα ίδια χάλια με το ταίρι της, ενισχύθηκε σε τέσσερις μεριές με λυωμένη λαμαρίνα. Χρειαζότανε κι αυτή ορθοστάτες. Γι' αυτή τη δουλειά βγάλαν από τη γέφυρα τα κεντρικά υποστηρίγματα και μέσα στη φούρια τους δε προσέξαν ώσπου τα πάντα είχανε μπει στη θέση τους, πως έπρεπε να ισιώσουνε σ' όλο τους το μήκος, τις κυρτωμένες ράβδους, για να μπορέσουν ύστερα να τις καθαρίσουν με τις αεραντλίες. Το λάθος ήτανε του κύριου Γουόρντροπ κι έκλαψε πικρά γι' αυτό μπροστά στα μάτια τους, αφού υποχρεωνότανε τώρα να τους βάλει να ξανακατεβάσουνε τους ορθοστάτες και να τους ισιώσουν με το σφυρί και τον οξυγονοκολλητή. Μετά κι απ' αυτό, η σπασμένη μηχανή ήτανε πια γερά στη θέση της κι έτσι μπορούσαν να βγάλουνε τις σκαλωσιές από τους κυλίνδρους και να τις χρησιμοποιήσουνε στη λεηλατημένη γέφυρα, ευχαριστώντας τον Θεό που έστω και για μισή μέρα είχαν να δουλέψουν μ' ένα τόσο μαλακό κι ευγενές υλικό σαν το ξύλο, αντί για το σίδερο που χε φτάσει πια ίσαμε τη ψυχή τους. Οχτώ μήνες στο εσωτερικό της χώρας, μες στις βδέλλες και την υγρασία, με τη θερμοκρασία να φτάνει στους τριανταπέντε βαθμούς Κελσίου, δεν είναι ό,τι καλύτερο για τα νεύρα.
     Τη δυσκολώτερη δουλειά την αφήσανε για το τέλος, όπως οι μαθητές στα λατινικά κείμενα και, αν κι ήτανε ξεθεωμένοι, ο κύριος Γουόρντροπ δε τόλμησε να τους επιτρέψει να ξεκουραστούν. Απόμενε ακόμα να ισιώσουνε το πιστόνι και τον διωστήρα και για ένα τέτοιον εγχείρημα χρειάζονταν ολάκερο ναυπηγείο πλήρως εξοπλισμένο. Ριχτήκαν με τα μούτρα στη δουλειά, έχοντας αναθαρρήσει από ένα πρόχειρο υπολογισμό ολοκληρωμένου έργου κι ωρών εργασίας, που τ' αποτελέσματά του, ο κύριος Γουόρντροπ τα 'γραψε με κιμωλία στον μπουλμέ του μηχανοστασίου. Δεκαπέντε μέρες είχανε περάσει -δεκαπέντε μέρες εξαντλητικής δουλειάς- και νιώθανε πια πως μπορούσαν να ελπίζουν. Το παράξενο είναι πως κανείς δε ξέρει να πει πως ισιώσαν οι ράβδοι. Το πλήρωμα του Αλιώτις  θυμάται πολύ αχνά κείνη τη βδομάδα, όπως θυμάται το παραλήρημά του ο άρρωστος που ψήνεται όλη νύχτα στον πυρετό. Παντού έβλεπες φωτιές, λένε. Ολάκερο το βαπόρι ήταν ένα φλεγόμενο καμίνι και τα σφυριά δε σταματούσανε στιγμή. Εδώ που τα λέμε, το πολύ να υπήρξε μια εστία όλη κι όλη, αφού ο κύριος Γουόρντροπ θυμάται πολύ καλά πως ό,τι ίσιωμα ήτανε να γίνει, έγινε μπροστά στα μάτια του. Λεν ακόμα πως για πολλά χρόνια μετά, ακούγανε φωνές να τους διατάζουνε, να τους δίνουν εντολές που κείνοι εκτελούσαν με το σώμα, μα το πνεύμα τους ήτανε πέρα μακρυά, σκορπισμένο ως την άκρη της γης. Αν τους ρωτήσεις για κείνη τη βδομάδα, θα σου πουν ότι μένανε ξύπνιοι μέρες ολάκερες και νύχτες, πηγαινοφέρνοντας μια σιδερένια μπάρα από το 'να μέρος του πλοίου στ' άλλο, μέσα σε μια λευκή λάμψη, που 'χε τυλίξει ολάκερο το βαπόρι. Θυμούνται έναν ανυπόφορο θόρυβο στα πυρακτωμένα κεφάλια τους, που 'φτανε από τα τοιχώματα του καμινιού κι ακόμα θυμούνται να τους χτυπούν άγρια άντρες με μάτια σαν των κοιμισμένων. Κι όταν τέλειωνε η βάρδια τους, χαράζανε πάλι και πάλι ευθείες γραμμές στον αγέρα, προσέχοντας να μη στραβώσουνε και ρωτούσανε στον ύπνο τους ο ένας τον άλλο κλαίγοντας από φόβο: "Είναι ίσια;"!
     Κάποτε -ποιος θυμάται αν ήταν μέρα ή νύχτα- ο κύριος Γουόρντροπ άρχισε να χορεύει, να χοροπηδάει άτσαλα. Έκλαψε κιόλας για λίγο. Κλάψανε κι εκείνοι και χορέψανε κι ύστερα, παραπαίοντας σχεδόν έπεσαν να κοιμηθούν. Όταν ξυπνήσανε, κάποιοι είπανε πως οι ράβδοι είχαν ισιώσει κι έτσι για δυο μέρες δε δούλεψε κανείς μα είχαν όλοι τους ξαπλώσει στο κατάστρωμα και τρώγανε φρούτα. Ο κύριος Γουόρντροπ κατέβαινε που και που στο μηχανοστάσιο και χάιδευε τις βέργες που 'ταν ήδη στη θέση τους. Τον ακούγανε να ψέλνει ύμνους. Οι σκοτούρες του είχανε πια καταλαγιάσει κι όταν πέρασαν οι τρεις μέρες της ξεγνοιασιάς, έφτιαξε με κιμωλία ένα σχήμα πάνω στο κατάστρωμα, με γράμματα του αλφαβήτου σε κάθε γωνιά. Τους εξήγησε πως, παρότι το πιστόνι είχε πια σχεδόν ισιώσει, η τραβέρσα -κείνο το εξάρτημα που 'χε σφηνώσει στους οδηγούς- είχε ζοριστεί άσχημα κι είχε σπάσει το πιστόνι στο κάτω μέρος του. Γι' αυτό ο κύριος Γουόρντροπ θα 'φτιαχνε ένα κολάρο από καθαρό σίδερο, που θα το περνούσε στο λαιμό του πιστονιού, εκεί που συναντά τη τραβέρσα και στο κολάρο θα βίδωνε ένα διχαλωτό κομμάτι σίδερο, που η βάση του θ' αγκάλιαζε τη τραβέρσα. Αν χρειαζότανε μπορούσαν να χρησιμοποιήσουνε και τις λαμαρίνες που 'χανε περισσέψει.
     Έτσι ξαναφουντώσαν οι οξυγονοκολλητές και τα κορμιά καίγονταν μα τούτη τη φορά οι άντρες ούτε που νιώθανε τον πόνο. Οι τελικές ενώσεις δεν ήταν ωραίες στην όψη, μα μοιάζανε στερεές -τουλάχιστον τόσο στερεές, όσο και τα υπόλοιπα εξαρτήματα. Μετά κι απ' αυτή τη δουλειά, το έργο έφτασε στο τέλος του. Δεν απέμενε πια παρά να συνδέσουνε τη μηχανή και να εφοδιαστούν με τροφή και νερό. Ο καπετάνιος και τέσσερις άντρες αναλάβανε το πάρε-δώσε με τον Μαλαισιανό λεμβουργό, που γίνονταν μόνο τη νύχτα. Δεν είχανε καιρό να παζαρεύουνε τη τιμή του σαλού και των ψαριών. Οι υπόλοιποι μείνανε στο βαπόρι κι αλλάξανε με τη πολύτιμη συμβολή της εφεδρικής μηχανής, το πιστόνι, τη βέργα, το κυλινδρικό καπάκι, τη τραβέρσα και τα μπουλόνια. Το κυλινδρικό καπάκι, μόνον αεροστεγές δεν ήταν, όσο για τον διωστήρα, το μάτι της επιστήμης θα μπορούσε να εντοπίσει καμπυλότητα όμοια με κείνη της λαμπάδας που 'χε λυγίσει και την είχαν ισιώσει με το χέρι πάνω από τη σόμπα, μα όπως είπε κι ο κύριος Γουόρντροπ, "δε μάγκωνε πουθενά".
     Όταν μπήκε στη θέση του και το τελευταίο μπουλόνι, οι άντρες σκουντουφλάγαν ο ένας πάνω στον άλλον από τη βιασύνη τους να φτάσουνε στον μοχλό εκκίνησης, στο τιμόνι και στο σπείραμα, με το οποίον ορισμένες μηχανές μπορεί να μπούνε σε λειτουργία ακόμα και χωρίς ατμό. Το τιμόνι κόντεψε να ξεκολλήσει από το τράβηγμα, μα ήταν ολογάνερο, ακόμα και στους πιο επιφυλακτικούς, πως οι μηχανές δουλεύανε. Δε περιστρέφονταν με μεγάλον ενθουσιασμό, όπως αρμόζει σε καθώς πρέπει μηχανές. Τρίζανε κιόλας αρκετά, μα αναγνωρίζαν ακόμα το χέρι του ανθρώπου. Κατόπιν ο κύριος Γουόρντροπ έστειλε τους σκλάβους του στα πιο σκοτεινά βάθη του μηχανοστασίου και κείνος πήγε ξοπίσω τους μ' ένα δαδί. Τα καζάνια ήταν εντάξει, μα δε θα 'βλαπτε λίγο τρίψιμο και καθάρισμα. Ο κύριος Γουόρντροπ πάντως δεν άφησε τους άντρες να δείξουν υπερβάλλοντα ζήλο, από φόβο για το τι μπορούσε να φέρει η επόμενη περιστροφή της μηχανής.
 -"Θαρρώ πως όσο λιγότερα ξέρουμε γι' αυτή, για την ώρα", είπε, "τόσο το καλύτερο για όλους μας. Πρέπει να καταλάβετε πως ούτε κατά διάνοια δε μπορεί να θεωρηθεί αυτό κανονική μηχανική". Και καθώς η περιβολή του την ώρα που τους μιλούσε ήτανε μονάχα τα γκρίζα και μακριά μαλλιά του, τονε πίστεψαν. Φρόντιζαν να μη πολυρωτάνε για το κάθετί που βρίσκανε μπρος τους, μόνο τρίβανε τη μηχανή και την αλείφανε με λίπος, δίνοντάς της μια ψεύτικη γυαλάδα. "Μια στάλα χρώμα θα μου 'φτιαχνε τη διάθεση" συνέχισεν ο κύριος Γουόρντροπ. "Το ξέρω μόνον οι μισοί πυκνωτές δουλεύουνε κι η προπέλα ένας Θεός ξέρει πως γυρίζει, χρειαζόμαστε καινούριες αεραντλίες, ο κεντρικός αγωγός ατμού στάζει σα σουρωτήρι κι όπου και να κοιτάξεις, τα ίδια και χειρότερα, μα το χρώμα είναι σα τα ρούχα του ανθρώπου, και τα δικά μας είναι σχεδόν ανύπαρκτα".
     Ο καπετάνιος  ξετρύπωσε κάμποση ξεθυμασμένη μπογιά, λίγο από κείνο το απαίσιο πράσινο που χρησιμοποιούνε για τις βάρκες των ιστιοφόρων κι ο κύριος Γουόρντροπ τη σκόρπισεν αφειδώς, για να δώσει στις μηχανές μια στάλα αξιοπρέπεια. Τη δική του την ανακτούσε μέρα τη μέρα, αφού τώρα πια φορούσε συνεχώς το πανί γύρω από τη μέση, μα το πλήρωμα, έχοντας δουλέψει κάτω από τις διαταγές του, δεν αισθανόταν όπως εκείνος. Το τελικόν αποτέλεσμα ικανοποιούσε τον κύριο Γουόρντροπ. Ήταν έτοιμος να βάλει πλώρη για Σιγκαπούρη, να γυρίσει σπίτι χωρίς να πάρει εκδίκηση, μόνο και μόνο για να δείξει στους συναδέλφους του το κατόρθωμά του, μα ο καπετάνιος κι οι υπόλοιποι του το ξέκοψαν. Αυτοί δεν είχαν ανακτήσει ακόμα τη δική τους αξιοπρέπεια.
 -"Πιο ασφαλές θα 'ταν να κάνουμε πρώτα ένα δοκιμαστικό ταξίδι, όπως λέγεται, μα κάτι ζητιάνοι σαν κι εμάς δεν έχουνε το περιθώριο να 'ναι εκλεκτικοί κι αν οι μηχανές ανταποκριθούν στο μοχλό εκκίνησης, υπάρχει η πιθανότητα -η πιθανότητα, το ξαναλέω- να κρατήσουνε κι όταν θα 'χουμεν ατμό".
 -"Πόσο θα μας πάρει να βγάλουμεν ατμό;" ρώτησεν ο καπετάνιος.
 -"Ένας Θεός ξέρει, τέσσερις ώρες, μια μέρα, μισή βδομάδα. Αν μπορέσω να βγάλω εξήντα λίβρες, δε θα 'χω παράπονο".
 -"Σιγουρέψου πρώτα, δεν έχουμε το περιθώριο να κάνουμε μισό μίλι κι ύστερα να ξαναχαλάσει".
 -"Μα το Χριστό σου λέω είμαστε μια απέραντη βλάβη από τη μιαν άκρη ως την άλλη. Δεν αποκλείεται όμως να καταφέρουμε να φτάσουμε στη Σιγκαπούρη".
 -"Δε πρόκειται να χαλάσει πριν το  Πιρκάγκ-Βατάι. Εκεί όλο και κάτι θα μπορέσουμε να κάνουμε", ήταν η απάντηση κι ο τόνος της φωνής δεν άφηνε περιθώρια γι' αντιρρήσεις. "Δικό μου πλοίο είναι κι είχα οχτώ μήνες στη διάθεσή μου να τα σκεφτώ όλα".
     Κανείς δεν είδε το Αλιώτις  να σαλπάρει, αν και πολλοί τ' άκουσαν. Έβαλε πλώρη στις δυο το πρωί, αφού προηγουμένως είχεν απαλλαγεί από τα ρεμέτζα. Το πλήρωμα δε χάρηκε καθόλου ακούγοντας τις μηχανές μισομεθυσμένες να ξεσπάνε σ' ένα βροντερό τραγούδι, που αντηχούσε ως πέρα στους λόφους. Ακούγοντας αυτό το νέο τραγούδι, ο κύριος Γουόρντροπ δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
 -"Παραληρεί, παραληρεί", κλαψούρισε, "ένας μανιακός ωρύεται κει μέσα".
     Κι αν είναι αλήθεια πως οι μηχανές έχουνε ψυχή, όπως πιστεύουν αυτοί που τις διαφεντεύουν, τότε ο κύριος Γουόρντροπ είχε δίκιο. Ακουγόταν ένα σωστό πανδαιμόνιο από κρότους, ουρλιαχτά και λυγμούς, ξεσπάσματα εφιαλτικού γέλιου, σιωπές που το εξασκημένο αφτί διψούσε για τη σωστή νότα και βασανιστικές επαναλήψεις εκεί που θα 'πρεπε να επικρατεί μονοφωνία. Κάτω, οι άξονες του έλικα βογγούσανε στέλνοντας σήμα κινδύνου, ενώ ένας παλμός αδύναμος κι άρρυθμος σαν του καρδιοπαθούς, μαρτυρούσε πως η προπέλα ήθελε κούρδισμα.
 -"Πώς πάει;" ρώτησεν ο καπετάνιος.
 -"Δουλεύει... μα μου ραγίζει τη καρδιά. Όσο γρηγορότερα φτάσουμε στο Πιρκαγκ-Βατάι, τόσο το καλύτερο. Έχει υπερβεί κάθε λογική, άσε που ξυπνάμε κι όλη τη πόλη".
 -"Εμπνέει ασφάλεια, έστω και λίγο";
 -"Τι με νοιάζει μένα αν εμπνέει ασφάλεια... Έχει αποχαλινωθεί! Να! εδώ άκου! Για να 'μαστε ακριβείς δε κολλά πουθενά κι οι άξονες είναι σε υποφερτή κατάσταση, μα δεν ακούς τι γίνεται";
 -"Αρκεί να πηγαίνει, όσο πηγαίνει. Εμένα καρφί δε μου καίγεται". Πήγαινε.
     Πήγαινε, αργά σέρνοντας ξοπίσω του μιαν οργιά φύκια. Από τους δυο κόμβους κατάφερε ν' ανεβεί θριαμβευτικά στους τέσσερις. Αν δοκίμαζε να ξεπεράσει αυτό το όριο, οι ορθοστάτες αρχίζανε να τρίζουν επικίνδυνα και το μηχανοστάσιο γέμιζεν ατμό. Το ξημέρωμα βρήκε το Αλιώτις  στ' ανοιχτά, μ' έν ελαφρό κυματάκι κάτου από τη πλώρη. Στεριά δε φαινότανε πουθενά και κείνη στέναζε και βογγούσε μέχρι τα σωθικά της. Ξάφνου, ένα καΐκι φάνηκε στον ορίζοντα, λες και το 'χε τραβήξει ο θόρυβος, ένα σκοτεινό καΐκι, γρήγορο σα γεράκι κι αδιάκριτο που όμως πλεύρισε με μιας το Αλιώτις  γυρεύοντας να μάθει, αν χρειάζονταν βοήθεια. Τα πλοία, ακόμα κι εκείνα των λευκών, χαλούσανε συχνά σ' αυτά τα νερά κι οι έντιμοι Γιαπωνέζοι και Μαλαισιανοί έμποροι σταματούσανε καμμιά φορά να βοηθήσουνε κι εκείνοι όπως μπορούσαν. Μα τούτο το καράβι δεν ήτανε γεμάτο κυρίες και καλοντυμένους αξιωματικούς. 'Αντρες λευκοί, γυμνοί κι άγριοι ξεχυθήκαν από το εσωτερικό του -άλλοι με πυρακτωμένα σίδερα κι άλλοι με μεγάλα σφυριά στα χέρια- χιμήξανε πάνω στους ανυποψίαστους, γεμάτους απορία νιοφερμένους και πριν καλά-καλά προλάβει να πεις κανείς τί είχε συμβεί, είχανε καταλάβει το καΐκι κι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του χειρονομούσαν μες στο νερό.
     Μέσα σε μισήν ώρα, το φορτίο του καϊκιού από σαλό και τριπάνγκ, καθώς κι η πυξίδα, που αμφίβολο ήταν αν λειτουργούσε, είχαν μεταφερθεί στο Αλιώτις. Το φορτίο ακολουθούσε τα δυο πελώρια τριγωνικά ψάθινα πανιά, που προσαρμοστήκανε στα λεηλατημένα κατάρτια του Αλιώτις. Ξεδιπλώθηκαν, ανεβήκανε ψηλά και φουσκώσαν από τον άνεμο, δίνοντας νέαν ώθηση στο βαπόρι. Κέρδισε σχεδόν τρεις κόμβους, τι πιότερο να ζητήσει κανείς; Μα αν μέχρι τώρα η όψη του ήταν απογοητευτική, αυτό το καινούργιο απόκτημα το 'κανε σκέτη φρίκη. Φανταστείτε μιαν αξιοσέβαστη νοικοκυρά να τριγυρνά μεθυσμένη στους δρόμους φορώντας το καλσόν ενός χορευτή μπαλέτου και θ' αποκτήσετε μιαν αμυδρήν εντύπωση του θεάματος που παρουσίαζε αυτή η κάποτε πλήρως εξοπλισμένη σκούνα, εννιακοσίων τόνων, με προπέλα και πανιά, έτσι καθώς αγκομαχούσε με τη νέα της ενίσχυση, πλέοντας θριαμβευτικά προς τ' ανοιχτά. Με ατμό και πανιά, το θαυμαστό ταξίδι συνεχιζόταν. Ακουμπισμένοι στη κουπαστή, οι άντρες κοιτούσανε πέρα μακρυά, με μάτια που λάμπαν εγκαταλειμμένοι, αξύριστοι, αναμαλλιασμένοι, άσεμνα ντυμένοι, περ' από κάθε έννοια ευπρέπειας.
     Στο τέλος της τρίτης βδομάδας αντικρύσανε το νησί Πιρκάγκ-Βατάι, καταφύγιο για τα περιπολικά αυτής της πλούσιας σε μαργαριτάρια, περιοχής. Εδώ οι κανονιοφόροι δένουν για καμμιά βδομάδα, ώσπου να ξαναβρούνε τη ρότα τους. Σπίτια δεν υπάρχουν στο νησί, μόνον ένα ρυάκι, κανά-δυο φοινικιές κι ένα απάνεμο λιμάνι για να φυλαχτεί κανείς, ώσπου να κωπάσει η ορμή του μεγάλου νοτιανατολικού μουσώνα. Το Αλιώτις  σχεδίαζε ν' αράξει σε κείνη τη ρηχή κοραλλένιαν αμμουδιά, με τους σωρούς τ' ασβεστωμένα κάρβουνα, έτοιμα γι' ανεφοδιασμό, τις εγκαταλειμμένες βάρκες των ναυτικών και το κοντάρι δίχως σημαία.
     Την επόμενη μέρα το Αλιώτις  δεν υπήρχε πια -μόνον ένα μικρό καΐκι λικνιζότανε στην είσοδο του λιμανιού, κάτω από το ζεστό νερό της βροχής κι οι επιβάτες του κοιτούσαν με μάτια γεμάτα ανυπομονησία τον καπνό μιας κανονιοφόρου που μόλις διακρινότανε στον ορίζοντα.
     Μήνες αργότερα, γράφτηκε στα ψιλά μιας αγγλικής εφημερίδας η είδηση, πως μια κανονιοφόρος υπέστη ζημιές στη πρύμνη, ύστερα από σύγκρουση μ' ένα εγκαταλειμμένο σαπιοκάραβο, στην είσοδο κάποιου μακρινού λιμανιού...
--------------------------------------------------------------------------------------
"The Devil & The Deep Sea" (1894)
Μετάφραση: 'Αγγελος Χατζόπουλος
Εκδόσεις Πατάκη
____________________________________________________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers