-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Kipling Rudyard Joseph:

         
                                             Ρντγιαρντ Κπλινγκ

                                            Βιογραφικ

     Γεννθηκε στη Βομβη στις 30 Δεκεμβρου 1865, γιος του John Lockwood Kipling, καλλιτχνη και καθηγητ αρχιτεκτονικο γλυπτο και της σζυγο του Alice Macdonald. Μχρι τα 5 ο μικρς ζησε στην Ινδα και τα πρασε πανευτυχς, αλλ μετ εστλη πσω στην Αγγλα για να μενει με μια θετ οικογνεια στο Southsea, που ταν απελπισμνα δυστυχισμνος. Η εμπειρα του θα χρωμτιζε μερικ απ το πιο πριμα γραπτ. ταν ταν 12 πγε στο κολγιο κοντ στο Bideford, που ο διευθυντς Cormell φλος του πατρα του, κι οι θεοι του ενθρρυναν τη λογοτεχνικ τση του.
     Παρ τη φτωχ ραση που τον εμπδισε στα παιχνδια, συνχιζε να μεγαλνει και ν' ανθζει. Το 1882, στα 16, επστρεψε στη Lahore, που εγκαταστθηκαν οι γονες του, για να εργαστον στην αστικ και στρατιωτικ εφημερδα κι πειτα απ λγο, στο Allahabad. Στον λγο ελεθερο χρνο του γραψε πολλ αξιοπρσεκτα ποιματα κι ιστορες που δημοσιεθηκαν. ταν συλλχθηκαν και δημοσιεθηκαν ως βιβλα, αποτλεσαν τη βση της πρωρης φμης του. Επιστρφοντας στην Αγγλα το 1889, πετυχανει γργορα την αναγνριση απ τις μπαλντες και τα διηγματ του. Μετ απ το θνατο του αμερικανο φλου και λογοτεχνικο συνεργτη του, Balestier Wolcott, παντρεεται την αδελφ του Carrie Wolcott, το 1892.
     Μετ απ να ταξδι στον κσμο, επστρεψε με τη Carrie στο οικογενειακ σπτι της στο Brattleboro, Βερμντ, ΗΠΑ. ταν εκε, στη Να Αγγλα, που 'γραψε τα μεγλα του ργα κι απκτησε τα πρτα δυο παιδι του, Josephine & Elsie. Μια φιλονικα με το γαμπρ του τον οδγησε πσω στην Αγγλα το 1896 και το επμενον τος, εγκατασταθκανε στο Rottingdean του Σσεξ. Ο γιος τους John γεννθηκεν εκε. Ζοσαν ικανοποιητικ ζω, μχρι τον πρωρο θνατο της πρωττοκης κρης του, Τζζεφιν, το 1899. Ωστσο εχεν δη πλον αναγνωριστε σαν ο δαφνοστεφς ποιητς της αυτοκρατορας κι εκενη την εποχ γραψε μερικ απ τα πιο γνωστ και δισημα ργα του: "Kim", "Stalky & Co" κλπ. Στο μουσεο του Rottingdean, στο Grange, υπρχει τρα να δωμτιο 'Kipling', μ' εκθματα που αφιερνονται στην εργασα του. Το Grange εναι ανοικτ καθημεριν κι η εσοδος εναι δωρεν.

     Το ποημ του, "Ο Αφηρημνος Ζητινος" συγκεντρσε τερστια ποσ για τα βρετανικ στρατεματα, στον πλεμο των Μπερ. Υπρξε προσωπικς φλος του βασιλι George V' και ταξδεψε πολ. Στο ξεκνημα ενς ττοιου ταξιδιο, τον Γενρη του 1936, πθανε, ακριβς 3 ημρες πριν απ τον βασιλι του. Εχε λβει πολλς τιμς εν ζω, εχε χριστε Ιππτης και το 1907 εχε κερδσει το Βραβεο Νμπελ για τη Λογοτεχνα. Η φμη κι η λογοτεχνικ του αξα, χρνο με τον χρνο αυξνεται καθς γνεται λο και πιο διαυγς, πως η εργασα του υπρξε μεγαλειδης.

=================

                Βαμπρ

ταν νας βλκας που προσευχταν
(πως εσ κι εγ)
Σ' να κουρλι, σ' να κκαλο και σε μια τοφα μακρι μαλλι
(την επαμε: Η Γυνακα Που Δε Νοιστηκε)
Μα το κορδο τη βφτισε Πριγκηπσσα του
(πως εσ κι εγ)

Ω χρνια και δκρυα που ξοδψαμε
Σε πνευματικ και σωματικ μχθο
Προσφορ σε μια γυνακα που δεν νιωσε
(και τρα ξρουμε πως δε μποροσε να νισει)
και δε κατλαβε

ταν να κορδο που σπατλησε τ' αγαθ του
(πως εσ κι εγ)
Τιμ και Δξα και μια σγουρη εξασφλιση
(μα δεν ταν παρ το ελχιστο των απαιτσεν της)
Αλλ νας βλκας πρπει ν' ακολουθε τη φυσικ ροπ του
(πως εσ κι εγ)

Ω μχθο που σπαταλσαμε και τι φθορ υποστκαμε
Κι αυτ τα υπροχα πργματα που σχεδισαμε
Για μια γυνακα που δεν μαθε το γιατ
(και τρα ξρουμε πως ποτ δε θα μθει)
Και δε κατλαβε

Το κορδο απεκδθηκε τη γελοα φορεσι του
(πως εσ κι εγ)
Κι αυτ το παραπταξε, βλποντας σως ακριβς αυτ
(μα δεν εναι καν σγουρο πως προσπθησε να δει)
τσι νκρωσε το μεγαλτερο κομμτι του, μνοντας λγος
(πως εσ κι εγ)

Και δεν εναι η ντροπ μτε το φταξιμο
Που στιγμτισε καφτ κι ανεξτηλα το κορμ του
Εν' η συνειδητοποηση πως ποτ της δεν νιωσε το γιατ
(του 'γιν' ορατ επιτλους, πως δε θα μποροσε ποτ της να νισει το γιατ)
Και δε θα μποροσε να καταλβει ποτ...

(μτφρ.: Πτροκλος)

---------------------------------------------------------------------------------------

                       Η Πλη Των Εκατ Θλψεων

...αφο μπορ με μια πεντρα τους ουρανος να κατακτσω,
εσνα τ σε κφτει
;           Απφθεγμα οπιομανος

     Βρσκεται κπου ανμεσα στο σοκκι του Κπερσμιθ και στο μαχαλ του καπνοπωλεου, καμιν εκατοστ γυρδες απσταση, καταπς πετ ο κρακας, απ το τζαμ του Γαζρ Χαν. Δε θα δσταζα να τ' αποκαλψω σε κποιον λ' αυτ, μα πολ αμφιβλλω πως θα μπορσει να βρει τη Πλη, σο καλ κι αν νομζει πως ξρει τη πλη. Μπορε να περσεις σαμε κι εκατ φορς απ το σοκκι που βρσκεται και πλι να μη καταφρεις τποτα. "Σοκκι Του Μαρου Καπνο". τσι το φωνζουμε μεις, στους ντπιους ββαια, εναι γνωστ με τελεως λλο νομα. να ζαλωμνο γαδορι αδνατον να περσει ανμεσα απ' αυτος τους τοχους, εν σε κποιο σημεο, λγο πριν φτσεις στη Πλη, η πρσοψη ενς σπιτιο που ξχει απ τα υπλοιπα, φρζει το δρμο, ρχνοντς σε αναγκαστικ στα γρω δρομκια.
     Στη πραγματικτητα δε πρκειται για καμι πλη. να σπτι εναι. Πρτα, πνε πντε χρνια τρα, το 'χεν ο γερο-Φουγκ Τσιγκ, υποδηματοποις απ τη Καλκοτα. Λνε πως κποτε, πνω στο μεθσι του, εχε σκοτσει τη γυνακα του. Αυτ τανε λνε η αιτα, που 'παψε να πουλ ρομι κι μπλεξε με το εμπριο του Μαρου Καπνο. Αργτερα, ρθε στα βρεια κι νοιξε τη Πλη, να σπτι που μποροσες να φχαριστηθες τον καπν σου με την ησυχα σου. Και μη θαρρες πως τανε κανν απ κενα τα πνιγερ κι ασφυκτικ τσντου-χνας, που τα πετυχανει κανες σε κθε γωνι στη πλη. χι. ταν να ποκα, οπιοπωλεο πολ καθωσπρπει. Ο γρος ξερε τη δουλει στην εντλεια κι τανε πολ καθαρς για Κινζος. ταν νας μονφθαλμος ανθρωπκος, θα 'τανε δε θα 'ταν ενμιση μτρο κι εχε χσει και τα δυο μεσιαν του δχτυλα. μως τοτο δε τον εμπδιζε να 'ναι ο επιδεξιτερος απ' λους στο στρψιμο του τσιγρου. Κι ο Καπνς δειχνε να μη τονε πινει καθλου. Μρα και νχτα, νχτα και μρα, κπνιζε με ργουλα. Εμαι κπου πντε χρνια στο κουρμπτι και στον Μαρο Καπν μπορ να παραβγ τον καθνα, μα σε κτι ττοια εμαι παιδκι μπρος στον Φουγκ Τσιγκ. εντοτοις ο γρος τανε παθιασμνος με τα λεφτ του, μανιδης κι αυτ ποτ μου δε θα μπορσω να το καταλβω. 'Ακουσα πως εχε κνει μεγλο κομπδεμα προτο πεθνει, μα τρα λ' αυτ χουνε περσει στον ανιψι του και τον γρο τονε πγανε πσω στη Κνα να τονε θψουνε.
     Το μεγλο δωμτιο του πνω ορφου, που μαζεονταν οι καλτεροι πελτες, ο γρος το κρατοσε πντα καθαρ, σαν αστραφτερ καρφτσα. Σε μια γωνι υψωντανε τ' ομοωμα ενς Κινζου Θεο, που συναγωνιζτανε σ' ασχμια τον Φουγκ Τσιγκ και που κτω απ τη μτη του σιγοκαγανε δαδι. Μα σα φοντωνε ο καπνς, δε μποροσες να τα μυρσεις. Απναντι απ τον Κινζο Θε, βλεπες το φρετρο του Φουγκ Τσιγκ. Εχε ξοδψει μεγλο μρος απ τις οικονομες του για δατο κι ποτε τχαινε να 'ρθει κποιος νιφερτος στη Πλη, το φρετρο ταν απ τα πρτα πρματα που θα 'βλεπε. τανε καμωμνο απ μαρη λκα, με κκκινα και χρυσ γρμματα, σκαλισμνα στο πνω μρος. Απ' ,τι χω ακοσει, ο Φουγκ Τσιγκ το 'χε κουβαλσει απ τη Κνα. Δε ξρω αν αληθεει αυτ χι. Αυτ που ξρω πντως, εναι πως αν τχαινε καν βραδκι να φτσω πρτος, μ' ρεσε να στρνω τη ψθα μου κτω ακριβς απ το φρετρο. τανε βλπετε, συχη γωντσα κι να ελαφρ αερκι φτανε που και που απ το σοκκι μες απ τ' ανοιχτ παρθυρο. Εκτς απ τις ψθες, δεν υπρχαν λλα πιπλα στο δωμτιο -μνο το φρετρο κι ο παλις Κινζος Θες, λος πρσινος, γαλζιος και πορφυρς, απ τα χρνια και το βερνκι.
     Ο Φουγκ Τσιγκ δε μας επε ποτ γιατ εχεν ονομσει το μαγαζ "Πλη Των Εκατ Θλψεων". (ταν ο μνος Κινζος που ξρω, που μεταχειριζτανε φανταχτερ κακηχα ονματα. Τα περισστερα απ δατα εναι εξεζητημνα, πως θα δετε κι οι διοι αν τχει να περσετε ποτ απ τη Καλκοτα). Εμες τ' ανακαλψαμε σιγ-σιγ, μονχοι μας. Τποτα δεν επιβλλεται σε ττοιο βαθμ πνω σου, σαν εσαι λευκς, σο ο Μαρος Καπνς. Για τους κτρινους εναι αλλις. Το πιο δεν αφνει σχεδν οτε σημδι πνω τους. Μα μαροι και λευκο υποφρουνε στ' αλθεια. Φυσικ υπρχουν νθρωποι που ο καπνς του δε τους πινει περισστερο απ' σο θα τους περαζε, στην αρχν ιδως, ο ταμπκος. Ψευτογλαρνουνε σα κποιονε που νυστζει και τονε παρνει ο πνος και τ' λλο πρω εναι ικανο μχρι και να πνε για δουλει. σο για μνα, κι εγ στην αρχ κπως τσι μουνα, μα πντε χρνια τρα στο κουρμπτι, τα πρματα εναι πολ διαφορετικ. Εχα μια γρια θεα, μενε χαμηλ στην οδ 'Αγρας, που μου φησε κατιτ σαν κλεισε τα μτια της. Καμιν εξηνταρι ρουπες το μνα, σγουρα λεφτ. χι πως εξντα εναι πολλ. Θυμμαι αχν μιαν εποχ, μου φανεται σα να 'χουνε περσει αινες απ ττε, που 'παιρνα τα τρακσα μου το μνα, χρια τα τσιμπολογματα, ττε που δολευα εργτης, σε μια μεγλη δουλει με ξυλεα στη Καλκοτα. Δε στριωσα σ' αυτ τη δουλει. Ο Μαρος Καπνς δε σ' αφνει πολλ περιθρια και γι' λλα πρματα. Κι ας με πινει πολ λιγτερο απ' λλους ανθρπους, δε μπορ μτε μια μρα να δουλψω, να βγλω το ψωμ μου. Στο κτω-κτω, χρειζομαι λες κι λες, εξντα ρουπες. Σα ζοσε ο γερο-Φουγκ Τσιγκ, τ 'χε συνθειο να εισπρττει αυτς τα λεφτ για μνα. Μο 'δινε πνω-κτω, τα μισ για να ζσω (εμαι λιτοδαιτος εγ) και τα υπλοιπα τα κρατοσε η αφεντι του. Μποροσα να πηγανε στη Πλη ποιαν ρα θελα, πρω και βρδυ, να φουμρνω και να κοιμμαι κιλας εκε πρα, αν μου 'κανε κφι κι τσι δε μ' νοιαζε. Το 'ξερα πως ο γρος κανε περιουσα μ' αυτ τον τρπο, μα δε σκοτζομαι με κτι ττοια. Τποτα δε με πολυσκοτζει. τσι κι αλλις, το παραδκι πεφτε ζεστ-ζεστ κθε μνα.
     μασταν καμι δεκαρι εμες που συναντιμασταν στη Πλη, ταν πρωτνοιξε το μαγαζ: εγ και δυο Μπμπου, απ να κυβερνητικ γραφεο κπου στο Αναρκολι, που μως γργορα χσανε τη δουλει τους κι τσι δεν εχαν να πληρσουν (κανες απ' σους εναι αναγκασμνοι να δουλεουνε τη μρα, δε μπορε να φουμρει τον Μαρο Καπν συνχεια για πολ καιρ): νας Κινζος, ο ανιψις του Φουγκ Τσιγκ, μια εμπρισσα που 'χε κνει πολλ λεφτ, νας θες ξρει πως, νας Εγγλζος χασομρης, Μακ-κτι θαρρ πως τονε λγανε, το 'χω ξεχσει πια, που κπνιζε με τις οκδες, μα που, παραδξως ουδποτε πλρωνε για τποτα (ψιθυριζτανε πως εχε σσει τη ζω του Φουγκ Τσιγκ σε μια δκη στη Καλκοτα, που εχε κνει δικηγρος): ακμα, νας Ευρασιτης, σαν και του λγου μου, απ το Μαδρς, μια μιγδα και καναδυ λλοι, που λγανε πως εχαν ρθει απ τον Βορρ (θαρρ πως τανε Πρσες Αφγανο κτι ττοιο). Απ' λους αυτος, δε θα 'μαστε πιτεροι απ πντε οι ζωντανο, μα ερχμαστε τακτικ. Ιδα δεν χω τι γναν οι Μπμπου. Μα σο για την εμπρισσα, αυτ πθανε ξι μνες αφτου ρθε στη Πλη και μου φανεται πως ο Φουγκ Τσιγκ κρτησε για πρτη του τα βραχιλια της και το σκουλαρκι που 'χε στη μτη. Μα δε παρνω κι ρκο γι' αυτ. Ο Εγγλζος που, εξν που φουμριζε, πινε κιλας να σωρ, χει πια καταπσει. Ο νας απ τους Πρσες σκοτθηκε μια νχτα σ' να καβγ γρω απ το μεγλο πηγδι, δπλα στο τζαμ, πει πολς καιρς απ ττε κι η αστυνομα σφργισε το πηγδι, γιατ τανε γεμτο, καθς επαν, μ' αναθυμισεις. Βρκανε το πτμα του στον πτο του πηγαδιο. Κι τσι βλπετε, απομεναμε μνον εγ, ο Κινζος, η μιγδα που τη φωνζουμε Μεμσαχμπ (και που συζοσε με τον Φουγκ Τσιγκ), ο λλος Ευρασιτης κι ο νας απ τους Πρσες. Η Μεμσαχμπ χει γερσει πια. Θα 'τανε μικρ κορτσι ταν νοιξεν η Πλη. Μα σο γι' αυτ, λοι τα 'χουμε τα χρονκια μας. Δεκδες, εκατοντδες χρνια στις πλτες μας. Εναι πολ δσκολο να λογαρισεις το χρνο στη Πλη κι λλωστε τι με μλλει μνανε ο χρνος; Τραβω τις εξντα ρουπες μου ζεστς-ζεστς κθε μνα. Κποτε, πολ-πολ καιρ πριν, ταν βγαζα ακμα τρακσες ρουπες το μνα, χρια τα τσιμπολογματα, απ κενη τη δουλει με τη ξυλεα στη Καλκοτα, εχα και του λγου μου μια γυναικολα. Μνο που πια μας φησε χρνους. Ο κσμος επε πως εγ τη σκτωσα σαν πεσα με τα μοτρα στον Μαρο Καπν. Μπορε να 'ναι κι τσι, μα χει περσει τσος καιρς απ ττε, που δε με νοιζει πια. Κποιες φορς θυμμαι, ιδως τις πρτες στη Πλη, νιωθα σχημα γι' αυτ. Μα λα τοτα εναι παλις ιστορες κι εγ τραβω τις εξντα ρουπες μου ζεστς-ζεστς κθε μνα κι εμαι πολ χαρομενος. Καταλαβανεις, χι φτιαγμνος, μα πντοτε ρεμος, γαλνιος κι ευχαριστημνος.
      Πως ξεμυαλστηκα; λα αρχσανε στη Καλκοτα. Τις πρτες φορς θυμμαι, δοκμαζα λγο στο σπτι, σα-σα για να δω πως εναι. Δε το παρκανα κενη την εποχ, μα ττε ταν νομζω που πθανε η γυνακα μου. πως και να 'χει, η μορα μ' φερε δω πρα κι τυχε να βρεθε στο δρμο μου ο Φουγκ Τσιγκ. Δε μπορ να θυμηθ πως συνβη αυτ, μα θυμμαι πως μου μλησε για τη Πλη κι ρχισα λγο-λγο να συχνζω κει κι ρθαν τσι τα πρματα, που δεν χω σταματσει να πηγανω απ ττε. Να 'χετε υπψη σας πως τον καιρ του Φουγκ Τσιγκ, η Πλη τανε μαγαζ πολ καθωσπρπει κι τι μποροσες να καθσεις με την νεσ σου και πως δεν μοιαζε μτε κατ δινοια με τα τσντου-χνας, που συχνζουν οι αραπδες. χι. τανε καθαρ κι συχο και δεν εχε πολυκοσμα. Εκτς απ μας τους δκα και τ' αφεντικ, ρχονταν ασφαλς κι λλοι, μα εμες εχαμε πντα τη ψθα του ο καθνας, μ' να φοδραρισμνο μλλινο κεφαλρι, καλυμμνη απ' κρη σ' κρη με μαρους και κκκινους δρκους και τα συναφ. Ακριβς πως και το φρετρο στη γωνι.
     Μετ και τον τρτο γρο, οι δρκοι παρναν να ζωντανεουν και να παλεουν αναμετξυ τους. Συνθιζα, θυμμαι, να μετρ τον καπν μου μ' αυτ τον τρπο και τρα μου παρνει μια ντουζνα ππες για να κνει τους δρκους να σαλψουν. Εξλλου εναι λοι τους βρμικοι και κουρελιασμνοι, το διο κι οι ψθες κι ο γρο Φουγκ Τσιγκ δε ζει πια. Εναι κμποσα χρνια που 'χει πεθνει. Μου φησε τη ππα που 'χω τρα και δε την αλλζω με τποτα. Εναι ασημνια μ' αλλκοτα τρατα να σρνονται πνω-κτω στο δοχεο του καπνο, κτω απ το λουλ. Απ' σο μπορ να θυμηθ, παλιτερα εχα να μεγλο καλμι απ μπαμπο, μ' να μπακιρνιο λουλ τοσοδ κι να στμιο απ νεφρτη. τανε κπως πιο χοντρ απ το μπαστονι του βαδσματος και το κπνιζες γλυκ, πολ γλυκ. Το μπαμπο σα να τον τραβοσε τον καπν. Πρμα που δε συμβανει ββαια με την ασημνια, σε που πρπει που και που να τη καθαρζω μσα-ξω κι αυτ εναι μεγλη φασαρα, μα τη φουμρω ακμα για χρη του γρου. Θα πρπει να 'χε κνει πολλ λεφτ απ μνα, μα πντα του μου 'δινε καθαρς ψθες και μαξιλρια και το καλτερο πρμα απ τους λλους.
     Σαν πθανε ο γρος, ο ανιψις του ο Τσιν Λιγκ πρε στα χρια του τη Πλη και την ονμασε "Ο Νας Των Τριν Κτσεων" μα μεις οι παλιο ακμα τη φωνζουμε "...Των Εκατ Θλψεων", τσι κι αλλις. Ο ανιψις δε κνει και πολ παστρικς δουλεις και μου φανεται πως χρειζεται τη βοθεια της Μεμσαχμπ. Ζει μαζ του, πως λλωστε και με το γρο. Οι δυο τους επιτρπουνε την εσοδο σ' να σωρν αποβρσματα, αραπδες και τα ρστα κι ο Μαρος Καπνς δεν εναι τσο καλς σο παλι. χω βρει καμμνο πτουρο μες στη ππα μου κι χι μια και δυο. Ο γρος θα 'πεφτε ξερς αν κτι ττοιο γινταν επ των ημερν του. Επιπλον, το δωμτιο δεν εναι ποτ καθαρ και τα στρματα εναι λα σκισμνα και ξεφτισμνα στις κρες. Το φρετρο δεν εναι πια στη θση του -γρισε πσω στη Κνα μαζ με τον Φουγκ Τσιγκ και δυο ουγκις καπν στο εσωτερικ του, μη και του 'ρθει η ρεξη του γρου στο δρμο.
     Του Κινζου Θεο δε του ανβουνε πια σα δαδι του ανβανε παλι. Αυτ εναι στα σγουρα, σημδι κακοτυχας, δε μου το βγζεις εμνα απ το νου. χει γνει κατμαυρος κιλας, γιατ κανες δε το φροντζει. Αυτ εναι δουλει της Μεμσαχμπ, το ξρω. Γιατ ταν ο Τσιν Λιγκ κανε να κψει λγο χρυσχαρτο μπροστ στο γαλμα, αυτ του 'πε πως τανε πεταμνα λεφτ κι τι να δαδ που σιγκαιγε να κρατοσε, ο Κινζος Θες δε θα καταλβαινε τη διαφορ. τσι τρα τα δαδι μας εναι ανακατεμνα με μπλικη κλλα, θλουν μισν ρα περισστερο να καονε και βρωμνε κι απ πνω. Κι αν λογαρισουμε και τη βρμα του διου του δωματου... Καμμι επιχερηση δε τραβει με κτι ττοια. Και του Κινζου Θεο δε τ' αρσει. Το βλπω γω. Καμι φορ, αργ τη νχτα, παρνει να σωρν αλλκοτους χρωματισμος -μπλε και πρσινο και κκκινο- πως γιντανε ττε, που ο γερο Φουγκ Τσιγκ τανε στη ζω. Ακμα γυρν τα μτια του πρα-δθε και χτυπ τα πδια του χμω σα διολος.
     νας Θες ξρει γιατ δε φεγω απ' αυτ το μρος, να πισω καν δωματικι στο παζρι και να φουμρνω κει με την ησυχα μου. Σγουρα ο Τσιν Λιγκ θα με σκτωνε αν κανα να φγω -αυτς τραβει τρα τις εξντα ρουπες μου- κι εκτς αυτο, εναι ττοια φασαρα κι λλωστε την χω αγαπσει τη Πλη. χι πως λει και σπουδαα πρματα. Δεν εναι πια αυτ που 'ταν επ των ημερν του γρου, μα δε μου κνει καρδι να την αφσω. χω δει τσους να 'ρχονται και να φεγουνε κι χω δει λλους τσους να πεθανουν εδ, πνω σε τοτα τ' αχυροστρματα, που θα φοβμουν να πεθνω τρα πια εκε ξω. Εδα πρματα που τους περισστερους ανθρπους θα τους παραξενεανε, μα τποτα δε σου κνει εντπωση σαν εσαι στον Μαρο Καπν, παρεκτς σως απ τον διο τον Μαρο Καπν. Κι αν πλι κτι τχαινε να σε κνει να παραξενευτες, ε, δε γιντανε και τποτα. Ο Φουγκ Τσιγκ τανε πολ σχολαστικς με τους ανθρπους του και ποτ δε δχτηκε καννα που θα δημιουργοσεν ανασττωση μ' ναν επεισοδιακ θνατο. Μα ο ανιψις του δε τα προσχει αυτ, μτε στο τσο. Διαλαλε προς λες τις κατευθνσεις πως χει να πρτης τξης σπτι. Ποτ δε κοιτ να βλει μσα τους ανθρπους με τρπο και να τους κνει να αισθανθον νετα, πως ο Φουγκ Τσιγκ. Να γιατ η Πλη χει γνει κπως πιο γνωστ τελευταα, ανμεσα στους αραπδες εννοεται. Ο ανιψις δε τολμ πια να βλει μσα κποιον λευκ ακμα κι να μιγ σαν εμνα. Εμς τους τρεις, -τη Μεμσαχμπ, τον λλον Ευρασιτη κι εμνα- εναι υποχρεωμνος να μας κρατσει. Εμες πμε πια με το μαγαζ, μα δε μας κνει πστωση για τποτα πια, μτε για μια ρουφηξι.
     Ελπζω πως δε θ' αργσει η μρα που θα πεθνω κι εγ στη Πλη. Ο Πρσης και κενος ο τπος απ το Μαδρς χουνε πια ξεχαρβαλωθε ολτελα. χουνε πρει να παιδ να τους ανβει τη ππα. Εγ ακμα το κνω μοναχς μου. Το πιο φοβερ εναι πως μια μρα θα δω να τους παρνουνε σηκωτος μπρος στα μτια μου. Δε πιστεω να ζσω περισστερο απ τη Μεμσαχμπ απ τον Τσιν Λιγκ. Οι γυνακες αντχουνε στον Μαρο Καπν πιτερο απ τους ντρες, σο για τον Τσιν Λιγκ, αυτς χει μσα του κμποσο απ το αμα του γρου κι ας χει φουμρει τσο φτηνπραμα. Δυο μρες πριν πεθνει η εμπρισσα το 'χε καταλβει πως πλησαζεν η ρα της. Τελεωσε πνω στο καθαρ στρμα, μ' να καλοφοδραρισμνο μαξιλρι κι ο γρος κρμασε τη ππα της πνω ακριβς απ τον Κινζο Θε. Πντα του τη συμπαθοσε, λω γω. Μα τα βραχιλια της τα κρτησε, πως και να 'χει.
     Θα 'θελα να πεθνω πως η εμπρισσα, σε μια δροσερ, καθαρ ψθα με μια ππα γεμτη καλ πρμα ανμεσα στα χελια. Σα καταλβω πως φτνει η ρα μου, θα ζητσω απ τον Τσιν Λογκ να μου τα δσει αυτ κι ας τραβει τις εξντα ρουπες μου το μνα, ζεστς-ζεστς, για σο του κνει κφι. στερα θα πλαγισω ρεμα και χαλαρ και θα κοιτζω τους μαρους και κκκινους δρκους να δνουνε τη μεγλη, την στατη μχη. Κι στερα...
     Ε δε βαρισαι. Τποτα δε με νοιζει πια... -μακρι μνον ο Τσιν Λιγκ να μην ριχνε πτουρα μες στο Μαρο Καπν...

-----------------------------------------------------
"The Gate Of A Hundred Sorrows" (1887)
Eκδσεις Πατκη

Μετφραση: 'Αγγελος Χατζπουλος
--------------------------------------------------------------------------------


                Ο Διβολος Κι Η Απραντη Βαθει Θλασσα

     τανε βρετανικς ιδιοκτησας μα δε θα βρεις τη σημαα της στους καταλγους του εμπορικο μας ναυτικο. Μια σιδερνια σκονα εννιακοσων τννων με προπλα και πανι τανε και στην ψη διλου δε διφερε απ τ' λλα φορτηγ που διασχζουνε τις θλασσες. Μα για τα βαπρια ισχει ,τι και για τους ανθρπους. Υπρχουν εκενα που για να διακριθονε ταξιδεουνε πντα κντρα στον καιρ και σ' να ξεπεσμνο κσμο σα τον σημεριν, ττοιοι νθρωποι και ττοια πλοα χουνε τη χρησιμτητ τους.
     Απ την ρα που η Αγλαα  μπκε στο Κλιντ ολοκανουργη, απαστρπτουσα και παρθενικ, μ' να κουρτο φτηνς σαμπνιας να κυλ στο μρος της πλρης -η μορα κι ο ιδιοκττης, που 'τανε και καπετνιος της, αποφασσανε πως τανε γραφτ της να 'χει δοσοληψες μ' κπτωτους μονρχες, πρεδρους που εγκαταλεπουνε τη χρα τους, χρεωκοπημνους επενδυτς, κυρες για τις οποες η αλλαγ περιβλλοντος ταν επιβεβλημνη και με τις Δυνμεις εκενες τις λιγτερον ισχυρς, που καταπατνε τους καννες της διεθνος νομιμτητας. Κποιες φορς η δρση της την οδγησε στο Ναυτοδικεο, που οι καταθσεις του καπετνιου κνανε τους συντρφους του να σκαν απ τη ζλεια. Δε γνεται να ορκιστε ο ναυτικς στη θλασσα και να βγει ψετης, οτε μπορε να κοροδψει τη θελλα. Μα ταν πατσει στη στερι, αναπληρνει για τις χαμνες ευκαιρες, κρατντας πως ανακλυψαν οι δικηγροι, απ μιαν νορκη βεβαωση στο κθε χρι.
     Η Αγλαα  φιγουρρισε στη γνωστν υπθεση του ναυαγου του Μακνοου, που και διακρθηκε. Αυτ τανε το πρτο της ολσθημα -που της μαθε ν' αλλζει τ' νομ της, ποτ μως τη καρδι της- και να ξεγλυστρ μ' ευκολα προς κθε κατεθυνση. Με το νομα Γκιντινγκ Λιτ  επικηρχθηκε ναντι μεγλου ποσο απ χρα της Λατινικς Αμερικς, αφο, οτε λγο οτε πολ, μπανοντας ολοταχς στο λιμνι, συγκροστηκε μ' να καρβουνιρικο και το μοναδικ πολεμικ της χρας, την ρα του ανεφοδιασμο. Χωρς να δσει εξηγσεις, βγκε στ' ανοιχτ, εν τρα καννια τη σφυροκοποσαν αδικοπα για μισν ρα. Ως Τζολια ΜακΓκργκορ συγκντρωσε τις προσπθεις της στη περισυλλογ απ τη σχεδα τους, μιας ομδας κυρων που εν η θση τους τανε στη Νουμα, κενοι αποφσισαν να καταστσουν εαυτος ανεπιθμητους στις αρχς, σ' λλη μια μερι της υφηλου. Τλος με τ' νομα Σα-ιν-Σα συνελφθη απ το καταδρομικ μιας αγανακτισμνης Δναμης, να μεταφρει ξω απ τα χωρικ της δατα σκανδαλωδς μεγλη ποστητα πυρομαχικν, σε περοδο διαπραγματεσεων με γειτονικ κρτος. Κντεψε ττε να βυθιστε και το διτρητο σκαρ της χρισε στους διακεκριμνους δικηγρους δυο χωρν μεγλα κρδη. Τον επμενο χρνο ξανκανε την εμφνισ της με τ' νομα Μρτιν Χαντ. τανε βαμμνη σε χρμα μουντ σταχτ, με βαθυκτρινο φουγρο και βρκες μπλε σαν τ' αβγ του κοκκινολαμη κι ασχολθηκε για λγο με τη διακνηση εμπορευμτων απ το λιμνι της Οδησσο, σπου κλθηκε (σε μια πρσκληση απ κενες που δε μπορες υκολα να παραβλψεις) να μη ξαναδσει σε κανν απ τα λιμνια της Μαρης Θλασσας.
     Γνρισε πολλς φουρτονες, πολλος κλυδωνισμος. βλεπες φορτα ολκερα να γνουνται καπνς. Μλη της Ναυτικς Ομοσπονδας πετοσανε κατσαβδια και μπουλνια σε διπλωματοχους εμποροπλοιρχους, οι λιμενεργτες κατεβανανε σ' απεργα και τα εμπορεματα αφνονταν να σαπσουν στην αποβθρα, μα το πλοο με τα πολλ ονματα πγαινε κι ερχτανε σβλτο, φουριζικο, μα προσπαθντας πντα να περνει απαρατρητο. Ποτ δε θ' κουγες τον καπετνιο να παραπονεθε για τις δυσκολες κι οι υπλληλοι του λιμανιο βλπανε το πλρωμα να 'ρχεται και να υπογρφει ξαν και ξαν, σα τους λοστρμους στα ποστλια του Ατλαντικο. Τ' νομ της μπορε ν' λλαζε ανλογα με τη περσταση, το καλοπληρωμνο της πλρωμα ποτ και μεγλο μρος απ τα κρδη των ταξιδιν της, ξοδεονταν απλχερα στο μηχανοστσιο. Ποτ δεν απασχλησε τους ναυτασφαλιστς και σπανιτατα χανε πολτιμο χρνο ν' απαντ στις κλσεις του Λιμεναρχεου. Η δουλει της βλπετε ταν επεγουσα κι κρως εμπιστευτικ.
     Μα ρθε καιρς που οι συναλλαγς της πρανε τλος κι ταν αυτ που σμανε τη καταστροφ της. Αδιατραχτη ειρνη βασλευε στην Ευρπη, την Ασα, την Αφρικ, την Αμερικ, την Αυστραλα και τη Πολυνησα. Λγο-πολ οι ισχυρο συναλλσσονταν τμια μεταξ τους. Οι τρπεζες πλρωναν τους καταθτες στην ρα τους, πολτιμοι λθοι μεγλης αξας φταναν μ' ασφλεια στα χρια των ιδιοκτητν τους, οι δημοκρατες ταν ευχαριστημνες με τους δικττορς τους, οι διπλωμτες δε διαμαρτρονταν πια για καννα, οι βασιλιδες ζοσαν ανοιχτ με τις νμιμες συζγους τους. Λες κι ολκερος ο κσμος εχε βλει τα καλ του. Μ' λα τοτα, οι δουλεις δε πηγανανε διλου καλ για το Μρτιν Χαντ. Αυτ η απραντη αταραξα το 'κανε μια χαψι ολκερη, με το γκρζο σκαρ του και το κτρινο φουγρο, ξεβρζοντας σ' ν λλο ημισφαριο το φαλαινοθηρικ Αλιτις, μαρο και σκουριασμνο, με φουγρο στο χρμα της κοπρις, κτι λευκς βρκες λιγδιασμνες,, σκτη σαβορα κι να πελριο καζνι, καμνι μλλον, για το βρσιμο του λπους της φλαινας στο μπροστιν κατστρωμα. Κανες δε θα πρπει ν' αμφιβλλει για την επιτυχα του ταξιδιο, αφο το Αλιτις  πιασε κμποσα χι και πολ γνωστ λιμνια κι ο καπνς απ τη καση του λπους ρπαινε τις ακτς. Δεν ργησε να ξανασαλπρει, πλοντας με τη ταχτητα μιας κοινς μαξας στους δρμους του Λονδνου, βρθηκε σε μια κλειστ θλασσα με ζεστ, γαλαν κι ακνητα νερ, σως τη πιο αυστηρ προστατευμνη θαλσσια ζνη στον κσμο. μεινε κμποσο καιρ κει κι οι αστερισμο σε κενους τους γαλνιους ουρανος το χαζεανε που πγαινε απ νησ σε νησ, σ' αυτ τα νερ που κανες ποτ του δεν εχε δει φλαινα. Κι λον εκενο τον καιρ βρωμοσε απασια με μια μυρωδι που, μολοντι ψαριο, δεν κανε καλ στην υγεα.
     να βρδυ δχτηκεν αιφνιδιαστικν επθεση απ τα νησι Πιρκγκ-Βατι κι αναγκστηκε να τραπε σε φυγ, εν οι ντρες βγζανε περιπαιχτικ τη γλσσα σε μιαν ογκδη κανονιοφρο, βαμμνη μαρη και καφ, που ακολουθοσε. Γνωρζανε μχρι και τη τελευταα περιστροφ της μηχανς, τη δυναμικτητα κθε πλοου στα μρη που θλανε πσει θυσα ν' αποφγουν. να βρετανικ βαπρι με καθαρ συνεδηση δεν επιχειρε ποτ να ξεφγει απ πολεμικ λλης Δναμης, εναι καννας, πως λλωστε θεωρεται παραβαση του πρωτοκλλου, να υποβλλεις να πλοο με βρετανικ σημαα, σ' ρευνα εν πλω. Αυτ ββαια δεν επιβεβαιθηκε ποτ, αφο ο πλοαρχος του Αλιτις, χι μνο δε συμμορφθηκε με τις υποδεξεις, μα δεν παψε στιγμ να παρακινε τους ντρες του να συνεχσουνε τη πορεα τους με ταχτητα ντεκα κμβων, σπου σκοτενιασε. να πργμα μνο δεν υπολγισε.
     Η χρα τοτη που 'χε στο δυναμικ της δη να σγχρονο περιπολικ για τη προστασα της περιοχς (εχαν αποφγει τα δυο ταχτικ πλοα του λιμενικο με τρπο που εκολα θα μποροσε να προκαλσει φθνο), στειλε ακμη να, δεκατεσσρων κμβων, ολοκανουργο, για την ενσχυση της περιπολας. Να γιατ το Αλιτις, που πγαινε με φουλ τις μηχανς πτε δεξ και πτε ζερβ, βρθηκε με το πρτο φως της ημρας στη δυσρεστη θση ν' αντικρσει ενμισι μλι ξοπσω του, τσσερις σημαες σε διταξη με το μνυμα: "Κψτε ταχτητα, αλλις θα υποστετε τις συνπειες".
    Το Αλιτις αποφσισε να ρισκρει. Το τλος ρθε ταν με χαμηλ τις μηχανς, επιχερησε να διαφγει προς βορρ μες απ μια ρηχδα. Η τορπλη που το βρκε στη μερι της καμπνας του πρτου μηχανικο, εχε κπου πντε ντσες διμετρο και δεν μελλε να εκραγε προτο διαλσει τα πντα στο πρασμ της. Στχος της ταν να κψει στα δυο τη πλρη. ριξε στο πτωμα το πορτρτο της γυνακας του πρτου -κρμα κι τανε πολ μορφη κοπλα- θρυμμτισε τον λαβομνο του, διασχζοντας τον διδρομο φτασε στο μηχανοστσιο κι απ κει, γκρεμζοντας να καφασωτ, πεσε κατευθεαν πνω στη μπροστιν μηχαν, που και τελικ εξερργη, κομματιζοντας και τα δυο μπουλνια που συγκρατονε τον διωστρα στον στρφαλο. Αξζει να παρακολουθσει κανες τη συνχεια:
     Η μπροστιν μηχαν τανε πια εντελς εκτς λειτουργας, με συνπεια το βκτρο του εμβλου, που 'χε φγει απ τη θση του, να τιναχτε μ' ορμ προς τα πνω χωρς τποτε να μπορε να το σταματσει, ξεβιδνοντας λα σχεδν τα μπουλνια του κυλινδρικο σκεπστρου. στερα κινθηκε πλι με βια προς τα κτω, μ' λη τη πεση του ατμο κι η βση του σπασμνου διωστρα, χρηστη σαν να πδι με βγαλμνον αστργαλο, εκσφενδονστηκε προς τα δεξι και συγκροστηκε με τη μαντεμνια κολνα που στριζε τη μηχαν, κβοντς τη σρριζα κπου ξι ντσες πνω απ τη βση, τσι που το πνω μρος της να σφηνωθε με φρα προς τα ξω (τρεις ντσες απσταση απ τα πλευρ του πλοου). Εκε σκλωσε ο διωστρας. Στο μεταξ, η εφεδρικ μηχαν, που δεν εχε υποστε ζημι μχρι ττε, συνχιζε να λειτουργε κανονικ, με αποτλεσμα να θσει με την επμενη περιστροφ της σε κνηση τον στρφαλο της μπροστινς μηχανς, ο οποος με τη σειρ του χτπησε τον φρακαρισμνο διωστρα, στραβνοντας τονε, μαζ μ' αυτν και τη τραβρσα, κενο τ' ογκδες ζγωμα που γλυστρ πνω-κτω τσον αρμονικ. Η τραβρσα σφηνθηκε ανμεσα στις ευθυντηρους και χρια που πεζε την δη σπασμνη κολνα της δεξις πλευρς, σπασε σε τρεις μερις και την αριστερ. Στο σημεο αυτ τποτα που να μπορσει να κινηθε δεν απμενε πια κι οι μηχανς σταματσανε με μιας και πεταχτκανε πνω μ' να τναγμα τσο δυνατ, που 'λεγες και το βαπρι θα σηκωνταν σα μ' να πδι ξω απ το νερ. Οι θερμαστς, αφο ανοξαν ποιον αγωγ ατμο τχαινε να βρονε μπροστ τους, μες στη σγχυση, ανεβκανε στο κατστρωμα ζεματισμνοι ελαφρς, αλλ ψχραιμοι. Ακοστηκε θρυβος που μαρτυροσε πως κτω υπρχεν ακμα κινητικτητα. νας μεταλλικς χος, νας βμβος, κτι μεταξ γρυλσματος και κροταλσματος, που δε κρτησε παραπνω απ να λεπτ, φτασε στ' αφτι τους. Η μηχαν τανε, που πλευε να προσαρμοστε σ' εκατ διαφορετικς συνθκες σε μια και μνη στιγμ.
     Ο κριος Γουρντροπ, με το 'να πδι στο εξωτερικ κηγκλδωμα, αφουγκρστηκε κι αναστναξε βαθι. Δε μπορες να σταματς μηχανς που δουλεουνε με δδεκα κμβους, μσα σε τρα δευτερλεπτα χωρς να τις κνεις να διαλσουνε. Το Αλιτις  γλυστροσεν αργ προς τα μπρος μσα σ' να σννεφο καπνο, βογκντας σα πληγωμνο λογο. Δε γιντανε τποτα πια. Η πεντιντση τορπλη με τη μειωμνη γμωση, εχε κνει καλ τη δουλει της. Κι ταν εσαι φορτωμνος και τα τρα αμπρια, με μαργαριτρια, που προστατεονται αυστηρ σαν εθνικ περιουσα, ταν χεις καθαρσει τον φαλο Σι-Χορς, τον φαλο Τννα  και τρεις-τσσερεις λλους ακμα, απ τη μιαν κρη ως την λλη, της θλασσας της Αμανλα, ταν χεις ξεριζσει τη καρδι του πιο επικερδος κρατικο μονοπωλου, τσι που μτε πντε χρνια δε θα φτνανε να καλψουνε τις παρανομες σου, οφελεις να χαμογελς και να δχεσαι ,τι σου επιφυλσσει η μορα. Καθς μια ατμκατος απ το πολεμικ ζγωνε το Αλιτις, ο καπετνιος σκεφττανε με την αγγλικ σημαα -για την ακρβεια, μ' να τσορμο απ δατες- να κυματζει μεγαλπρεπα πνω απ το κεφλι του, πως τους εχανε τορπιλσει στα διεθν δατα και προσπαθοσε να πρει κουργιο απ τη σκψην αυτ.
 -"Πον'τα;" ρτησεν ο υποπλοαρχος, ανκφραστος, καθς σκαρφλωνε με κπο στο κατστρωμα. "Πο 'ναι αυτ τ' αναθεματισμνα μαργαριτρια"; Αδνατον να τα κρψεις. Καμμι νορκη βεβαωση δε μποροσε να δικαιολογσει τη φοβερ βρμα των σαπισμνων στρειδιν, τον υποβρχιον εξοπλισμ και τις λιγδιασμνες μπουκαπρτες. Τα μαργαριτρια ταν λα κει κι η αξα τους φτανε τις εβδομντα χιλιδες λρες πνω-κτω, λαθραες μχρι τη τελευταα.
     Το πολεμικ τανε κι αυτ καταπονημνο. Εχε ξοδψει τνους κρβουνου κι οι σωλνες του εχαν υπερθερμανθε. Το χειρτερο τανε πως αξιωματικο και νατες εχανε χσει την υπομον τους. τσι, σοι επιβανανε στο Αλιτις  συνελφθησαν λοι και συλλαμβνονταν ξαν και ξαν, κθε φορ που κι λλος νας αξιωματικς ανβαινε στο βαπρι.. νας δκιμος - κτι παρμοιο, απ' σο μποροσαν να κρνουν- τους ανακονωσε πως θα πρπει να θεωρον τους εαυτος τους κρατομενους και πως αυτ τη φορ εχανε συλληφθε τελειωτικ κι οριστικ.
 -"Τα πρματα εναι πολ σχημα", επε μειλχια ο καπετνιος, "πρπει να στελετε ρυμουλκ".
 -"Σκασμς! χετε συλληφθε!" ταν η απντηση.
 -"Μα που στο διβολο φαντζεστε πως μπορομε να πμε; Εμαστε αβοθητοι. Πρπει να μας ρυμουλκσετε κπου και να μας εξηγσετε γιατ μας χτυπσατε. χουμε αχρηστευτε, τσι δεν εναι κριε Γουρντροπ";
 -"Ερεπιο απ' κρη σ' κρη" απντησεν ο μηχανικς. "Αν κνει στω μιαν ακμα περιστροφ, ο μπροστινς κλινδρος θα πσει, θα τρυπσει το κτος του καραβιο, χρια που κι οι δυο κολνες εναι κομμνες σρριζα. Δεν υπρχει τποτα να στηρζει τη μηχαν. Που να στηρξει τ, δηλαδ..."
     Ο εκπρσωπος των στρατιωτικν αρχν, πγε να δει με τα μτια του αν αληθεουν αυτ τα λγια. Ο κριος Γουρντροπ τους προειδοποησε πως ποιος δοκμαζε να μπει στο μηχανοστσιο, θα 'παιζε τη ζω του κορνα-γρμματα κι τσι περιοριστκανε να επιθεωρον απ μακρι, μες απ τον ατμ που 'χε πρει ν' αραινει. Το πλατ, βουβ κμα, κλυδνιζε το Αλιτις, κνοντας τη δεξι κολνα να τρζει μιαν ιδα, πως τα δντια ανθρπου που τον απειλον με μαχαρι. Ο μπροστινς κλινδρος δε στηριζτανε παρ μνο σε κενη την γνωστη δναμη, που οι νθρωποι συνθως αποκαλον αντοχ των υλικν και που καμμι φορ ρχεται σ' ισορροπα με κενη την λλη, εξσου εκνευριστικ δναμη, τη στριμδα των ψυχων πραγμτων.
 -"Tα βλπετε;" επεν ο κριος Γουρντροπ, κοιτντας να τους διξει μιαν ραν αρχτερα. "Οι μηχανς δε κνουνε πια μτε για παλιοσδερα".
 -"Θα ρυμουλκηθετε. Αυτ εναι η απφαση προς το παρν. Κατπιν θα κνουμε κατσχεση".
     Το πολεμικ εχεν λλειψη πληρματος κι οι υπεθυνοι δε θερησαν αναγκαο να εγκαταστσουν ομδα φρορησης στο αιχμλωτο σκφος. Στελανε μνον ναν ανθυποπλοαρχο, που ο καπετνιος φρντισε να τονε κρατ συνχεια τφλα στο μεθσι, αφο δεν εχε καμμι πρθεση να διευκολνει την επιχερηση ρυμολκησης. 'Αφησε κι να τριμμνο παλισχοινο να κρμεται απ τη πρμνη. Η ρυμολκηση δε, ρχισε με μση ταχτητα τεσσρων κμβων. Το Αλιτις κινιταν με μεγλη δυσκολα κι ο υπεθυνος οπλισμο, αυτς που εκτξευσε τη πεντιντση τορπλη, εχεν λο το χρνο στη διθεσ του για επιθερηση. Μα ο κριος Γουρντροπ δε μποροσε να σταθε μτε λεπτ. Μζεψε το πλρωμα κι αρχσαν λοι μαζ τη προσπθεια υποστλωσης των κυλνδρων με δοκρια και τβλες απ το κτω μρος κι απ τα πλγια. ταν επικνδυνη δουλει και θα βαστοσε λη μρα, μα μπρος στη πιθαντητα να πνιγονε την ρα της ρυμολκησης, νιωσαν λοι πως δεν εχαν λλην επιλογ. Γιατ αν πεφτεν ο μπροστινς κλινδρος, θα πγαινε κατευθεαν στον πτο και θα τους παιρνε κι αυτος μαζ.
 -"Πο μας πνε; Πσην ρα θα κρατσει αυτ η ιστορα;" ρτησε τον καπετνιο.
 -"Ποις ξρει! Ο ανθυποπλοαρχος εναι μεθυσμνος. Πες μου, βλπεις να γνεται τποτα";
 -"Υπρχει μια μικρ, πολ μικρ..." ψιθρισεν ο κριος Γουρντροπ, μολοντι δεν υπρχε κανες εκε γρω να τους ακοσει, "...υπρχει μια πολ μικρ πιθαντητα να την επισκευσουμε, μνο να ξραμε τον τρπο. Τη ξεκοιλισανε, της βγκανε τα σωθικ με την κρηξη. Θα χρειαστε χρνος κι υπομον, μα σως... σως λω... μπορσουμε να τη κνουμε να ξαναβγλει ατμ. Υπρχει κποια ελπδα". Τα μτια του καπετνιου φωτιστκανε!
 -"Εννοες πως εναι ακμα σε καλ κατσταση;" ρτησεν αμσως.
 -"Καθλου... χι...", απντησεν ο κριος Γουρντροπ. "Θα χρειαστε το λιγτερο τρεις χιλιδες λρες επισκευ αν εναι να ξαναταξιδψει και χωρς να λογαρισουμε τις ζημις στο σκαρ. Εναι σα να 'χει πσει νθρωπος απ καμμι εικοσαρι σκαλοπτια. Για μνες κανες δε μπορε να πει με σιγουρι, πσο σοβαρ εναι τα πρματα. Μα ξρουμεν τι δε θα ξαναγνει πως πρτα χωρς καινοργιο εσωτερικ. πρεπε να 'βλεπες τους πυκνωτς και τις επαφς του ατμο της εφεδρικς μηχανς. να σου λω: δε φοβμαι την επισκευ, αλλ τη λεηλασα".
 -"Αυτο μας ρξανε, θα πρπει να δσουνε λγο".
 -"Δεν χουμε τη πολυτλεια να ζητσουμε εξηγσεις. Η φμη μας δεν το επιτρπει! Ας υπομενουμε ,τι μας περιμνει κι ας εμαστε ευγνμονες. Δε μας συμφρει ν' ανακατευτε κανς πρξενος, να κνει πως θυμται το Γκιτινγκ Λιτ και τη Σα-ιν-Σα και την Αγλαα, ιδως τρα που περνμε τσο δσκολες ρες. Δεν εμαστε λλο απ πειρατς τα τελευταα δκα χρνια. Ο Θες μας φλαξε και δεν χουμε γνει χειρτεροι απ κλφτες. χουμε πολλος λγους λοιπν να 'μαστε ευχαριστημνοι -αν ποτ γυρσουμε στο καρβι.
 -"Τ' αφνω σε σνα", επεν ο καπετνιος, "αν υπρχει στω και μια πιθαντητα..."
 -"Δε θα επιτρψω να πσει τποτα στα χρια τους", επεν ο κριος Γουρντροπ. "Καθυστρησε τη ρυμολκηση σο μπορες, χρειαζμαστε χρνο".
     Ο καπετνιος δεν εχεν αναμιχθε ποτ σε ζητματα μηχανοστασου κι ο κριος Γουρντροπ, καλλιτχνης στο εδος του, ανασκουμπθηκε και δημιοργησεν ργο τρομερ κι αποκρουστικ στην ψη. Για φντο εχε τους μαυρισμνους τοχους του μηχανοστασου. Τα υλικ του, μταλλα σκληρ κι ανθεκτικ, που τα στηρζαν ιστο, δοκρια και σχοινι. Το πολεμικ ρυμουλκοσε σκυθρωπ κι λο μοχθηρα. Πσω του το Αλιτις  βοιζε σα μελσσι λγο πριν ξεχυθε απ τη κυψλη. Μ' να σωρν χρηστα δοκρια, το πλρωμα φραξε τον χρο γρω απ τη μπροστιν μηχαν, κνοντς τη να μοιζει γαλμα μ' υψωμνες γρω του τις σκαλωσις. Τα ξλα απ' αυτς εμπδιζαν ποιον θελε να ρξει μια δθεν τυχαα ματι, εν, για να ταρακουνσουν ποιον που απ υπερβολικν εφησυχασμ, επιχειροσε να περσει απ κτω, εχανε τυλξει τις γερ στερεωμνες υποστυλσεις με ξεφτισμνα σχοινι, δνοντας την επιμελημνην εντπωση μεγλης επικινδυντητας. Κατπιν, ο κριος Γουρντροπ ανλαβε το τμμα της εφεδρικς μηχανς που 'χε μενει ανπαφο την ρα της μεγλης καταστροφς. Μ' να δυνατ χτπημα ξεκλλησε τη βαλβδα διαφυγς. Σπνια βρσκεις βαλβδες σαν αυτ, σ' απομακρυσμνα λιμνια, εκτς κι αν χεις κρατσει ανταλλακτικ -πως ο κριος Γουρντροπ. Συγχρνως οι ντρες αφαιρσανε τα παξιμδια απ τα δυο μεγλα μπουλνια που συγκρατονε τις μηχανς γερ στη βση τους. Μια μηχαν που σταματ να λειτουργε απτομα, μπορε κλλιστα να χσει να μπουλνι κι αυτ στερα να φανε σαν το φυσικτερον ατχημα. Περνντας μες απ τη σραγγα, ο μηχανικς βγαλε μερικ μπουλνια κουπλαρσματος ακμα, εν στο πρασμ του σκορποσε βδες και παλιοσδερα. Ακμη, αφαρεσε ξι μπουλνια απ τον κλινδρο της εφεδρικς μηχανς, για να δνει την διαν εντπωση με τη διπλαν της και γμισε με στουπ τα τροφοδοτικ. στερα μζεψε σ' να σωρ σα εχε περισσει απ τις μηχανς, -παξιμδια, βδες, ττοια μικροπραγματκια- λα καλολαδωμνα και κατβηκε στ' αμπρι. Στναξε, τσι παχς που 'τανε, περνντας απ καταπακτ σε καταπακτ του διπλο πτου, σπου να φτσει στο πιο στεγαν μρος του αμπαριο, πολ κτω απ την επιφνεια της θλασσας, που κι κρυψε το θησαυρ του. Κθε μηχανικς χει δικαωμα, ιδιατερα σ' να χι και τσο φιλικ λιμνι, να κρψει τις εφεδρεες του που θελσει. σο για την εσοδο στο κεντρικν αμπρι, σος τουλχιστον χρος απμενε απ τις ατσαλνιες σφνες που 'τανε σκορπισμνες τριγρω, αυτ εμποδιζτανε κι απ τη βση της σκαλωσις. Τλος, ο κριος Γουρντροπ αποσνδεσε την εφεδρικ μηχαν, φλαξε τον διωστρα και το πιστνι, καλολαδωμνα κι αυτ, σε μρος που δε μποροσεν εκολα να πλησισει κποιος ανποπτος περαστικς, αφαρεσε τρα απ τα οχτ κολρα του κινητρα, τα 'κρυψεν ο διος στα καζνια, σφνωσε τις συρταρωτς πρτες της καρβουνιρας και κθισε να ξεκουραστε. Το μηχανοστσιο δινε την εικνα νεκροταφεου, τσο που κι ολκερη τεφροδχο ν' δειαζε κανες απ τον φεγγτη, δε θα 'δειχνε και πολ χειρτερα. ταν τλειωσε, λοιπν, ο κριος Γουρντροπ, κλεσε τον καπετνιο να του δεξει το δημιοργημ του.
 -"χεις δει ποτ σου ναυγιο σε ττοιαν θλια κατσταση;" περηφανετηκε. "Μχρι κι εγ ο διος φοβμαι να περσω κτω απ' αυτς τις σκαλωσις. Λοιπν τ λες ν' απογνει με μας";
 -"Θα μθουμε ταν ρθει η ρα", απντησεν ο καπετνιος. "Προτιμ να μη το σκφτομαι".
    Δεν εχε κι δικο. Οι ρδινες μρες της ρυμολκησης γργορα φτσανε στο τλος τους αν και το Αλιτις ακμα σερνε ξοπσω του να γντζο ασκωτο απ το βρος, σα παραγεμισμνο σακολι. Ο κριος Γουρντροπ δεν τανε πια ο καλλιτχνης με τη μεγλη φαντασα, αλλ νας απ τους εικοσιεφτ φυλακισμνους σ' να κελ γεμτο ντομα. Το πολεμικ τους εχε τραβξει ως το πλησιστερο λιμνι κι χι στη πρωτεουσα της αποικας κι ταν ο κριος Γουρντροπ αντκρυσε τις θλιβερς εγκαταστσεις, με μια σειρ κακοφτιαγμνα κινζικα ιστιοφρα, να σαραβαλιασμνο ρυμουλκ και κενο το πλωτ παρπηγμα, που ποις ξρει ποις Μαλαισιανς Θες το 'χε βαφτσει αποβθρα, αναστναξε και κονησε το κεφλι.
 -"Ευτυχς που 'λαβα τα μτρα μου" μονολγησε. "Εδ μνο κλφτες και δολιοφθορες μπορε να μνουν. Λες να φτσουνε τα να κποτε στην Αγγλα";
 -"Απθανο μου φανεται", απντησεν ο καπετνιος.
     τσι ημγυμνοι καθς ταν οδηγηθκανε στη στερι με μεγλη συνοδεα στρατιωτν και δικαστκανε σμφωνα με τους νμους της χρας που αν κι μεμπτοι, τανε κπως ξεπερασμνοι. Εκε ταν κι ο μικρσωμος μα ευξαπτος κυβερντης. Συσκφθηκε για λγο με τους συμβολους του κι στερα λα γνανε με συνοπτικς διαδικασες, αφο το λιγτερο που 'θελε τανε να 'χει τσους πεινασμνους ντρες, μαζεμνους στην ακτ. Εξ λλου το πολεμικ εχεν δη απομακρυνθε. Με μια κνηση του χεριο του -η υπογραφ τανε περιττ- τους παρδωσε στη Μπλακγκανγκτνα, τη μαρη γη! κι τσι το χρι του Νμου τους πρε απ τα μτια του κι απ' λο τον υπλοιπο κσμο. Πρανε τον δρμο για τις φοινικις κι η μαρη γη τους κατπιε -ολκερο το πλρωμα του Αλιτις, μχρις ενς. Αδιατραχτη ειρνη βασλευε στην Ευρπη, την Ασα, την Αφρικ, την Αμερικ, την Αυστραλα και τη Πολυνησα.
     Ο τορπιλισμς κανε τη ζημι. πρεπε να κρατσουνε το στμα τους κλειστ, μα ταν κμποσες χιλιδες αλλοδαπο πανηγυρζαν ξαλλα για τον εμβολισμ ενς αγγλικο πλοου στα διεθν δατα, τα να ταξιδεουνε γοργ. Κι ταν μαθετηκε πως δεν επιτρπηκε στους λαθρεμπρους να δονε τον 'Αγλλο πρξενο (δεν υπρχε Προξενεο σ' απσταση εκατοντδων μιλων απ κενο το μοναχικ λιμνι), ακμα κι οι φιλικ διακεμενες χρες νομιμοποιονταν να ζητσουν εξηγσεις. Η μεγλη καρδι της βρετανικς κοινς γνμης χτυποσε δυνατ για την απδοση κποιου αλγου κορσας και δε χαρμιζε μτε χτπο για τσο μακριν και δυσρεστα συμβντα. Μα κπου στο βθος του κυβερνητικο σκφους, υπρχει νας μηχανισμς που αργ γργορα, αναλαμβνει τα ζητματα εξωτερικς πολιτικς. Αυτς ο μηχανισμς ρχισε να κινεται και... μαντψτε ποι χρα φνηκε να αιφνιδιζεται περισστερο και να διαρρηγνει τα ιμτι της; Η Δναμη που 'χεν αιχμαλωτσει το Αλιτις, εξγησε πως τα πολεμικ πλοα κι οι κυβερντες των απομακρυσμνων αποικιν, τανε λγο ως πολ, ανεξλεγκτοι και δεσμετηκε πως τσο το καρβι, σο κι ο κυβερντης θα γνονταν παρδειγμα προς αποφυγν. σο για τα μλη του πληρματος, που πληροφορες τους φερναν να 'χουνε στρατολογηθε σε κποια τροπικ ζνη, οι υπεθυνοι δεσμετηκαν να τους βρονε το συντομτερο δυνατ και προσφρθηκαν να ζητσουνε συγγνμη, αν χρειαζταν. Ε, χι και μχρις εκε! δε χρειζονταν συγγνμες. ταν να κρτος απολογεται σ' ν λλο, εκατομμρια αδαες, που καμμιν ανμιξη χουν με το πρβλημα, ρχνονται σε πλεμο, φρνοντας αμηχανα στον ειδικ εκπαιδευμνο. Αυτ που προεχε ταν να βρεθε το πλρωμα -αν ζοσαν ακμη, αφο η τχης αγνοετο για οχτ ολκερους μνες- κι λα θα εξιχνιζονταν.
     Ο μικρσωμος κυβερντης της μικροσκοπικς αποικας ταν ικανοποιημνος με τον εαυτ του. Εικοσιεφτ λευκο ντρες συγκροτον μια πολ συμπαγ δναμη, για να τι ρξει κανες σ' να πλεμο δχως αρχ και τλος, πλεμο της ζογκλας και των χαρακωμτων που σιγκαιγε για χρνια, λ' αυτ τα υγρ καφτ χρνια, πρα στους λφους, καμμιν εκατοστ μλια μακρυ και που τανε κληρονομι κθε απστρατου αξιωματικο. Πστευε πως εχε σταθε αντξιος της χρας του κι αν βρισκτανε κανες ν' αγορσει το Αλιτις, που σπιζεν εγκαταλειμμνο, η ευτυχα του θα ολοκληρωνταν. Το βλμμα του πεσε στις καλογυαλισμνες λμπες πετρελαου απ καθαρν ασμι που 'χε πρει απ τις καμπνες και συλλογστηκε πσα ακμα θα μποροσαν να 'χουνε βγει στο σφυρ. Μα οι συμπατριτες του σ' αυτ τα υγρ κλματα δεν χουνε στλα ψυχ. Κοιτοσαν μνον απ κποιαν απσταση το ερημωμνο μηχανοστσιο κουνντας το κεφλι. Ως και το πολεμικ αρνιταν ν' ανεβσει το Αλιτις  λγο πιο κοντ στην ακτ, που ο κυβερντης πστευε πως σως εχανε πιθαντητες να το επισκευσουν. τανε χαμνη υπθεση. Μα τα χαλι στα σαλνια ταν ωραα, πανθεμ τα και στη γυνακα του αρσανε πολ οι καθρφτες.
     Μλις τρεις ρες αργτερα, τα τηλεγραφματα πφτανε γρω του σαν τορπλες. Εχε θυσιαστε στο βωμ της ισορροπας των δυνμεων κι οι υψηλ ιστμενοι διλου δε λογαρισανε τα αισθματ του. Εχεν υπερβε κατ πολ τις αρμοδιτητς του, λγανε τα τηλεγραφματα κι εχε παραλεψει να υποβλλει κθεση στα κεντρικ για τα γεγοντα. Τρα λοιπν -οι εντολς αυτς τον καναν να σωριαστε στην αιρα του- πρεπε να βρει και να φρει πσω το πλρωμα του Αλιτις. Ας στελει τους ανθρπους του να τους βρονε κι αν αυτο δε καταφρουνε τποτα, να πει να τους ξεθψει ο διος. Πο ακοστηκε να υποχρεσει λαθρμπορους μαργαριταριν να πνε στον πλεμο! Ας γνωρζει επσης, πως δε πρκειται να μενει ατιμρητος για τις πρξεις του. Απ την επμενη κιλας τα τηλεγραφματα απαιτοσαν να μθουν αν βρθηκε το πλρωμα. Αυτ τη φορ οι εντολς ριζαν να τους απελευθερσει χωρς αναβολ, να τους δσει να φνε -να τους τασει ο διος ει δυνατν- σπου να τους παραλβει το πολεμικ και να τους οδηγσει στο πλησιστερο βρετανικ λιμνι. Κι ταν βομβαρδζεις κποιον μ' απειλς, λγια ηχηρ που διασχζουνε σαν αστραπ τις θλασσες, λο και κτι μπορε να συμβε. Την λλη στιγμ κιλας, οι αγνοομενοι, που 'ταν μαζ και στρατιτες, φτασαν απ τα βθη της ζογκλας με την εντολ του κυβερντη. Ποτ να σνταγμα στρατιωτν δεν δειξε ττοια προθυμα να ελαττσει τη δναμ του. Οτε ο διος ο Χροντας δε μποροσε να υποχρεσει αυτος τους παλαβος να φορσουνε τη στολ της υπηρεσας. Δε δχονταν με καννα τρπο να πολεμσουνε, παρ μνον σως ο νας με τον λλο κι αυτς ταν ο λγος που το σνταγμα δεν εχε πει στη πρτη γραμμ, αλλ παρμενε καθηλωμνο στα χαρακματα, με τους επικεφαλς να προσπαθον να βλουν μυαλ στους φαντρους. Η φθινοπωριν εκστρατεα κατληξε σε φισκο και γι' αυτ φταγαν οι Εγγλζοι. να ολκληρο σνταγμα μεινε στα μετπισθεν να τους φυλει κι οι μαλλιαρο εχθρο, οπλισμνοι με φυσοκλαμα, κνανε θραση στο δσος.
     Πντε απ τα μλη του πληρματος εχανε σκοτωθε, μα οι υπλοιποι εικοσιδο ταν εκε, παραταγμνοι στη βερντα του κυβερντη κι ταν αυτς βγκε να τους δει στο παρθυρο, κενοι του τραγουδσανε. Σαν χεις χσει μαργαριτρια  αξας εβδομντα χιλιδων και πλον, το μερδι σου απ τα κρδη, το πλοο κι λα σου τα ροχα, κι χεις ζσει στην αιχμαλωσα για οχτ μνες, μακρυ απ κθε προσποηση του πολιτισμνου κσμου, χεις γνωρσει τι θα πει πραγματικ αυτρκεια, γνεσαι το πιο ευτυχισμνο πλσμα στη γη, ο φυσικς νθρωπος. Ο κυβερντης τους επιτθηκε:
 -"στε εγκληματες", τους επε κι εκενοι γυρψανε τροφ. ταν εδε πσο πολ τργανε και θυμθηκε πως το επμενο πολεμικ θα περνοσε απ κει το λιγτερο σε δυο μνες, βαριαναστναξε. Οι ντρες του Αλιτις  ξαπλσανε στη βερντα εν κποιοι ευχαριστσανε με φωνς τον κυβερντη για τη γενναιοδωρα του. νας παχς, φαλακρς ντρας με γκρζα γνεια και μνο του ροχο να πρασινοκτρινο παν γρω στη μση, στρεψε το βλμμα προς το λιμνι κι ταν αντκρυσε το Αλιτις  κραγασε απ χαρ, παραμερζοντας τις πολυθρνες απ μπαμπο, εν το πλρωμα στριμχτηκε στα κγκελα της βερντας, δεχνοντας το καρβι, χειρονομντας και βρζοντας ο νας τον λλο χωρς ντροπ. Οι στρατιτες στρογγυλοκαθσανε στον κπο του κυβερνεου, ο κυβερντης αποσρθηκε στην αιρα του -αν εναι να πεθνεις, ρθιος  καθιστς τι σημασα χει;- εν οι γυνακες του ξεφωνζανε πσω απ τα ρολ.
 -"Πουλθηκε;" ρτησεν ο ντρας με τα γνεια, που δεν ταν λλος απ τον κριο Γουρντροπ.
 -"Εναι ερεπιο", μουρμορισεν ο κυβερντης, "ποις τρελς θα δεχτε να τ' αγορσει";
 -"Τις λμπες μου μως τις βοτηξες" πετχτηκεν ο καπετνιος. Φοροσε μνο το 'να μπατζκι κι ψαχνε τη βερντα με το βλμμα. Ο κυβερντης κοκκνισεν απ ντροπ. Τα σκαμνι απ τις καμπνες και το τραπζι του καπετνιου τανε σε κοιν θα.
 -"Το 'χουνε λεηλατσει", επεν ο κριος Γουρντροπ, "χι που θα τ' φηναν. Μλις επιβιβαστομε θα κνουμε απογραφ. Για δετε!", φναξε δεχνοντας προς το λιμνι. Εμες-μενουμε-κει-τρα! τσι δεν εναι"! να χαμγελο ανακοφισης διαγρφηκε στο πρσωπο του κυβερντη.
 -"Σα να του καλρεσε τοτο", παρατρησε κποιος απ το πλρωμα. "Δε μου κνει καμμιν εντπωση", συμπλρωσε σκεφτικς.
     Κατεβκαν να μπουλοκι στη προκυμαα, πσω τους οι στρατιτες ριγμνοι ο νας πνω στον λλο και μπκανε σε μια βρκα που πως αποδεχτηκε ταν η λμβος του κυβερντη. Σε λγα λεπτ εχανε χαθε πσω απ τη κουπαστ του Αλιτις  κι ο κυβερντης παρακαλοσε να βρονε κτι να κνουνε, κτι που θα τους κρατσει σο το δυνατ πιτερο κει μσα.
     Το καθκον οδγησε τον κριο Γουρντροπ κατευθεαν στο μηχανοστσιο, απ' που οι σντροφο του χαδεοντας τα ξλα του καταστρματος τα τσον οικεα σ' λους, τον κουγαν να δοξζει τον Θε που τα πντα ταν πως τα 'χεν αφσει. Οι σακατεμνες μηχανς ταν εκε, πνω απ το κεφλι του. Κανν αδξιο χρι δεν εχεν ανακατσει τις σκαλωσις του. Οι ατσλινες σφνες του αμπαριο τανε στη θση τους, σκουριασμνες πως πριν. Και το καλτερο ακμα, απ τους εκατν εξντα τνους του αυστραλιανο κρβουνου πρτης ποιτητας, στις αποθκες, δεν εχε χαθε μτε γραμμριο.
 -"Μυστριο πρμα!", μονολγησεν ο κριος Γουρντροπ. "Η χρση του καπνο εναι γνωστ στους Μαλαισιανος. Τους σωλνες θα 'πρεπε να τους χουνε κψει. Και μ' λα τοτα τα κινζικα ιστιοφρα που δνουν εδ... Πρκειται σγουρα για θεκ παρμβαση"!
 -"τσι νομζεις!" ακοστηκε να λει ο καπετνιος. "Εδ μσα πντως χει μπει κλφτης και δεν φησε τποτα". Σ' αυτ ο καπετνιος δεν επεν λη την αλθεια, καθς κτω απ τις σανδες του πατματος της καμπνας του, τσι που μνο μ' να γντζο μποροσες να τα βγλεις στην επιφνεια, εχε κρυμμνα νομσματα που κανες δε τα 'χε πρει εδηση, -τ' αποκομπια του στη φουρτονα. ταν απ καθαρ χρυσφι, που περνοσε παντο και θα 'φταναν σως και να ξεπερνοσανε τις εκατ λρες.
     Αν εξαιρσει κανες το μηχανοστσιο, το Αλιτις  εχε λεηλατηθε μεθοδικ και με σστημα, απ τη μιαν κρη ως την λλη κι ο φρουρς που 'χε κατασκηνσει για να συντονσει το πλιτσικο δεν τανε κι ο πιο καθαρς, πως μαρτυροσανε τα χνη του στον χρο. Ποτρια, πιτα, κατσαρολικ, στρματα, τα ταπτα και τα σκαμνι του μαγειρεου, οι βρκες κι οι μπροτζινοι ανεμιστρες εχανε κνει φτερ, τα 'χανε ξαφρσει μαζ με τα πανι και μεγλο μρος απ τ' ρμενα, ττοιο που να μη κινδυνεουν να σωριαστονε τα κατρτια. σα εξαρτματα γινταν να μετακινηθον με λοστ κατσαβδι, λεπαν απ τη θση τους. Τα φτα απ τα φινιστρνια και τους ιστος, τα ξλινα καφασωτ, οι συρμενες πρτες της γφυρας, τα συρτρια του καπετνιου, το τραπζι με τους ναυτικος χρτες, φωτογραφες, απλκες και μεγεθυντικο φακο, οι πρτες απ τις καμπνες, πλαστικ τραπεζομντιλα, οι σρτες απ τις μπουκαπρτες, τα μισ και παραπνω στηργματα του φουγρου, μπουλνια απ φελλ, το μπαολο κι η αμονπετρα του μαραγκο, ελαφρπετρες για το τρψιμο του καταστρματος, πατσαβορια και σφουγγαρστρες, οι λμπες πετρελαου απ τις καμπνες και το αμπρι, λες οι προμθειες του μαγειρεου, το ερμρι με τις σημαες, ρολγια, χρονμετρα, η πυξδα της πλρης, τα καμπανκια του πλοου μαζ με το κωδωνοστσι, αυτς τανε κποιες απ τις απλειες.
 -"λ' αυτ θα τα 'χει πουλσει" αποφνθηκεν ο καπετνιος. "σο για τ' λλα, θα 'ναι μλλον κρυμμνα στο σπτι του".
     Στο σανιδνιο δπεδο του καταστρματος, που εχανε συρθε οι φορτωτρες, υπρχανε βαθις χαρακις. Μλιστα, νας απ' αυτος πρπει να 'χεν ανατραπε, αφο τα κιγκλιδματα της κουπαστς, μοιαζαν να 'χουνε λυγσει απ δυνατ χτπημα κι οι πλανς πλκες εχανε τραυματιστε.
 -"Ο κυβερντης. Αυτς φταει", κανε ο καπετνιος. "Θα μας ξεπουλσει σο-σο".
 -"Ν' αρπξουμε τα κλειδι και τα φτυρια και να τους ξεκνουμε λους", φναξε σσσωμο το πλρωμα. "Να πνξουμε αυτν και να κρατσουμε τις γυνακες".
 -"Ναι! κι στερα να μας τουφεκσουν οι μαυριδερο του συντγματος, του δικο μας συντγματος. Μα τ συμβανει κει ξω";
     Οι στρατιτες εχανε παραταχτε στη παραλα.
 -"Εμαστε αποκλεισμνοι, δε το βλπεις; Σρε να δεις τ ζητνε", επεν ο κριος Γουρντροπ. "Εσ χεις τα παντελνια".
     Αν κι απλοκς ο κυβερντης ξερε απ στρατηγικ. Αυτ που δεν θελε σε καμμι περπτωση ταν να βγει το πλρωμα του Αλιτις  ξαν στην ακτ, νας-νας κατ ομδες. Εχε τη πρθεση να μετατρψει το βαπρι σε πλωτ κτεργο. Θα περιμνουν -αυτ μνυσεν απ την αποβθρα στον καπετνιο που 'χε σιμσει με τη λμβο- και θα παραμενουν πραγοι ως του τους πλευρσει το πολεμικ. Αν στω κι νας πατσει το πδι του στη στερι, θα δεχτε τα πυρ ενς ολκερου συντγματος. Ο διος δε θα δσταζε να χρησιμοποισει και τα δυο πυροβλα της πλης. Στο μεταξ μια βρκα με συνοδεα ενπλων θα τους πγαινε καθημεριν τροφ. Ο καπετνιος, γυμνς απ τη μση και πνω κι αναγκασμνος κιλας να τραβ κουπ, τριζε τα δντια θυμωμνα. Και σα να μην φταναν λα τοτα, ο κυβερντης βγαλε το χτι του για τις απειλς των τηλεγραφημτων, μιλντας ανοιχτ για το θος και τους τρπους των μελν του πληρματος. Η λμβος επστρεψεν συχα κι ο καπετνιος σκαρφλωσε στη κουβρτα, αναψοκοκκινισμνος απ τη σγχυση.
 -"Τα 'ξερα τοτα" επεν ο κριος Γουρντροπ, "και να μας δνανε τουλχιστο καν φα της προκοπς. Πρω, μεσημρι, βρδυ μπαννες. Κανες δε μπορε να δουλψει μνο με φροτα, αυτ εναι γνωστ".
     Ο καπετνιος τα 'βαλε με τον κριο Γουρντροπ που 'θιγε ζητματα τσον ανοσια και δευτερεοντα. Κι οι νατες τα βζαν ο νας με τον λλο, τα βζανε και με το Αλιτις  και με το ταξδι και μ' ,τι βρσκανε μπροστ τους ,τι τους κατβαινε στο κεφλι. Σωριαστκανε στο δειο κατστρωμα, χωρς να μιλνε με μτια που καγανε μες στις κγχες. Τα πρασινωπ νερ του λιμανιο τριγρω τους, καγχζανε και τους περιγελοσανε. Κοιτξανε πρτα τους λφους τους γεμτους φοινικις στο βθος, τα λευκ σπτια πνω απ το δρμο του λιμανιο, στερα κοιτξανε τη μοναδικ σειρ τα πλοιρια των ιθαγενν στην αποβθρα και τους ανκφραστους στρατιτες μαζεμνους γρω απ τα δυο καννια και τλος το βλμμα τους στθηκε στην αχνογλανη γραμμ του ορζοντα. Ο κριος Γουρντροπ τανε βυθισμνος στις σκψεις του, σχεδιζοντας με τα κακοκομμνα του νχια, νοητς γραμμς στις σανδες του καταστρματος.
 -"Δεν υπσχομαι", επε στο τλος, "για δατους δε μπορ να ξρω τποτα. Εμες πντως εμαστε δω, δω και το βαπρι". Μ' αυτ τα λγια οι ντρες γελσανε κπως περιπαιχτικ. Ο κριος Γουρντροπ σοφρωσε τα φρδια του. Θυμθηκε τις μρες που φοροσε παντελνια κι ταν αρχιμηχανικς του Αλιτις. "Χρλαντ, Μακσι, Νομπλ, Χι, Ντον, Φιγκ, Ο' Χρα, Τρμπαλ"!
 -"Παρν!" Το νστικτο της υπακος αφυπνστηκεν ανταποκρινμενο στο προσκλητριο.
 -"λοι κτω!" Σηκωθκανε και τον ακολουθσανε. "Καπετνιε, θα σου ζητσω κι λλους αν χρειαστε. Θα ξεθψουμε τ' ανταλλακτικ, θα κατεβσουμε τις σκαλωσις κι στερα θα διορθσουμε τη μηχαν. Οι ντρες μας θα νισουνε ξαν πως εναι νατες του  Αλιτις -και θα δονε ποις κνει κουμντο". Μπκε στο μηχανοστσιο. Οι υπλοιποι απμειναν να κοιτζουν. ταν μαθημνοι στα ατυχματα της θλασσας, μα δεν εχανε ξαναζσει κτι παρμοιο. Κανες απ' σους εχανε ρξει στω και μια ματι στο μηχανοστσιο, δε μποροσε να πιστψει πως το Αλιτις  θα ζωντνευε χωρς να μηχαν.
     Ξεθαφτκανε τα ανταλλακτικ και το πρσωπο του κυρου Γουρντροπ, κατακκκινο απ τη σκουρι της σεντνας και την υπερπροσπθεια, που τον εχε χτυπσει στο στομχι, στραψεν απ χαρ. Τα εργαλεα ευτυχς ταν υπεραρκετ, πρα απ κθε προσδοκα κι τσι οι εικοσιδο ντρες του πληρματος, οπλισμνοι με κατσαβδια, καστνιες, βντσια και μγγενες, τανε πια σε θση να κοιτνε κατματα το πεπρωμνο. Πρτη τους δουλει ταν ν' αντικαταστσουνε τα μπουλνια που στηρζανε τον διωστρα, τα μπουλνια του ξονα, και να βλουνε στη θση τους τους δακτλιους του κινητρα. Σαν τελεωσαν, ο κριος Γουρντροπ πιασε να τους μιλ για την επισκευ πολπλοκων μηχανν εκτς ναυπηγεου κι εκενοι τον κουγαν ακουμπισμνοι στα παγωμνα σδερα της μηχανς. Πνω απ τα κεφλια τους, σφηνωμνη στις ευθυντηρους, η τραβρσα κλεφτοκοιτοσε γρνοντας σα μεθυσμνη, μη μπορντας να τους προσφρει τη παραμικρ βοθεια. Απελπισμνοι οι ντρες ψαυαν με τα δχτυλα τις χαρακις της δεξις κολνας κι παιζαν αμχανα με τα ξεφτδια που τυλγανε τις σκαλωσις, εν η φων του κυρου Γουρντροπ πτε υψωντανε και πτε χαμλωνε, ενισχυμνη απ την ηχ, μχρι που η νχτα πεσε πνω απ τον φεγγτη του μηχανοστασου.
     Το επμενο πρωιν ξαναρχσαν οι εργασες. Εναι γνωστν δη πως η βση του διωστρα χτπησε μ' ορμ τη βση της δεξις κολνας, η οποα κπηκε σρριζα και σφηνθηκε με φρα προς τα ξω. Το θαμα ταν απογοητευτικ, αφο ρβδος και στλος μοιαζαν να 'χουνε γνει να σμα. Μα κι εδ τους χαμογλασεν η Θεα Πρνοια, σα-σα για να τους εμψυχσει για τις εβδομδες εξαντλητικς δουλεις που τους περμεναν. Ο δετερος μηχανικς -στη τχη πιτερο παρ απ υπολογισμ- χτπησε μ' να παγωμνο γντζο το μαντεμνιο σμα της κολνας κι αμσως μια λιγδιασμνη γκρζα μεταλλικ φλοδα ξεπδησε μες απ τη παγιδευμνη βση του διωστρα κι η ρβδος γλυστρντας αργ, πεσε με τρομαχτικ κρτο στα γκατα του πλοου. Οι πλκες ταν ακμα γερ σφηνωμνες στους οδηγος, μα το πρτο βμα εχε γνει. Περσανε την επμενη μρα φροντζοντας τη βοηθητικ μηχαν μπρος απ τη καταπακτ του μηχανοστασου. Ο μουσαμς της, ασφαλς, εχε κλαπε κι οι οχτ θερμο μνες που 'χανε μεσολαβσει δεν ευνοσανε τα εξαρτματ της. Επιπλον, ο τελευταος σπασμς του βαποριο - σως και κενος ο Μαλαισιανς απ το πλωτ σπτι, ποις ξρει;- εχε βγλει τη μηχαν απ τη θση της και την εχε ξανατοποθετσει στραβ, με τους αγωγος του ατμο ανποδα.
 -"Αν εχαμε στω κι να φορτωτρα..." αναστναξεν ο κριος Γουρντροπ. "Το κυλινδρικ καπκι μπορομε να το βγλουμε και με τα χρια αν ιδρσουμε. Μα να λευτερσουμε το διωστρα απ τα πιστνια χωρς ατμ δε γνεται. Ε λοιπν! Το πρω θα 'χουμεν ατμ. ακμα κι αν δε καταφρουμε τποτ' λλο, θα το κνουμε να σφυρξει"!
     ταν ξημρωσε, σοι ταν στην ακτ βλπανε το Αλιτις  σα μσα σε σννεφο. Καπνς βγαινε ως κι απ τα καταστρματα. Μες απ τους αγωγος που στζανε και τρμανε σγκορμοι οι ντρες, καθς οδηγοσανε τον ατμ στη βοηθητικ μηχαν, που 'ταν δη σε λειτουργα κι που το στουπ δεν φτανε να βουλσει τις τρπες, βγζανε τα πανι που 'χανε στη μση και βλαστημοσανε, μισοζεματισμνοι και γυμνο τσι πως τους γννησεν η μνα τους. Η βοηθητικ μηχαν δολευε κανονικ -μ' να τμημα: τους θελε διαρκς απ πνω της να τη τροφοδοτονε χωρς σταματημ. Η δναμη του ατμο ταν αρκετ, στε να επιτρψει σ' να συρματσχοινο να φτσει σαμε το μηχανοστσιο και να δεθε γρω απ το κυλινδρικ καπκι της μπροστινς μηχανς να το ξεσφηνσει και να το σρει ως το κατστρωμα. να μτσο χρια ενωθκανε για να ενισχσουνε τον λιγοστν ατμ. Σχηματζοντας διελκυστνδα, καταφραν στερα να φτσουνε στα πιστνια και στο βκτρο του εμβλου. Αφαιρσανε δυο απ τα σχοιννια στηργματα των πιστονιν, βιδσανε γερ δυο σιδερνια μπουλνια που θα χρησιμεανε σα χερολια, διπλσανε το συρματσχοινο και βλανε μισ ντουζνα ντρες να χτυπνε μ' ναν αυτοσχδιο πολιορκητικ κρι το βκτρο που ξεχε απ το πιστνι, εν το πιστνι το τραβοσεν απ ψηλ η βοηθητικ μηχαν. Μετ τσσερις ρες εξαντλητικς δουλεις, το βκτρο γλστρησε μεμις απ τη θση του και το πιστνι τινχτηκε μ' ορμ προς τα πνω, ρχνοντας δυο ντρες στο σιδερνιο δπεδο του μηχανοστασου. Μα ταν ο κριος Γουρντροπ τους επε πως το πιστνι δεν εχε πθει τποτα, εκενοι χαρκανε και δε λογαρισανε τις πληγς τους. Τρξανε γοργ να σβσουνε τη βοηθητικ μηχαν. Το καζνι της δεν τανε για πολλ-πολλ.
     Μρα παρ μρα, η βρκα φερνε τις προμθειες. Ο καπετνιος ριξε τα μοτρα του λλη μια φορ στον κυβερντη κι αυτς σα παραχρηση, του επτρεψε να πρει πσιμο νερ απ τον λεμβουργ στην αποβθρα. Το νερ δεν τανε καλς ποιτητας, μα ο Μαλαισιανς δε δσταζε να ξεπουλσει ,τι εχε και δεν εχε, προκειμνου να τα κονομσει.
     Τρα που τα σαλνια της μπροστινς μηχανς εχαν ελευθερωθε και καθαριστε ρθεν η σειρ του κυλνδρου ν' απαλλαγε απ τις σκαλωσις. Μνον αυτ η δουλει τους πρε τρεις ημρες ζεστς, αποπνικτικς, με χρια που γλυστροσανε και με τον ιδρτα να μπανει στα μτια. ταν αφαιρθηκε κι η τελευταα σανδα της σκαλωσις, οτε γραμμριο δε βραινε πια τις κολνες της μηχανς κι ο κριος Γουρντροπ ανασττωσεν ολκερο το πλοο για λγη λαμαρνα με πχος τρα τταρτα της ντσας. Δε βρθηκε τποτα σπουδαο, μα στω κι αυτ το λγο του φαιντανε καλτερο κι απ χρυσφι κατεργασμνο. Μσα σ' να φοβερ, γεμτο απγνωση, πρωιν, οι ντρες του πληρματος, δχως να ροχο πνω τους, σραν λοι μαζ και βλανε στη θση της, τη κολνα της μηχανς που εχε κοπε απ τη ρζα. ταν τλειωσεν η δουλει, ο κριος Γουρντροπ τους βρκε να κοιμονται κι επε να τους χαρσει μια μρα ξεκορασης, χαμογελντας πνω απ τα κεφλια τους, πως ο πατρας πνω απ τα κοιμισμνα παιδι του, εν σημδευε με κιμωλα τις χαρακις στο κατστρωμα. Η δουλει που τους περμενε ταν ξυπνσαν ταν ακμα πιο κουραστικ. Γιατ πνω απ καθεμι, απ' αυτς τις χαρακις, πρεπε να λυσει μια λαμαρνα παχους τριν τετρτων της ντσας, κι οι τρπες για τις βδες ν' ανοιχτον με το χρι. Κι λες αυτς τις ρες η τροφ τους τανε φροτα, μπαννες κυρως και λγο σαλ.
     Εκενο τον καιρ, οι ντρες λιποθυμοσαν απ εξντληση πνω απ τον τροχ και τον οξυγονοκολλητ κι μεναν να κετονται κει που 'χανε πσει, εκτς κι αν τα κορμι τους μπλκονταν στα πδια των συντρφων τους. Κι τσι, μπλωμα το μπλωμα κι μ' να μεγαλτερο στη κορφ, η κολνα της μηχανς στερεθηκε. Μα πνω που επανε πως λα ταν επιτλους εντξει, ο κριος Γουρντροπ αποφσισε πως, σο φιλτιμη κι αν ταν η προσπθεια επισκευς, δεν φτανε να συγκρατσει ολκερη τη μηχαν. Το πολ-πολ να κρατοσε στη θση τους τους οδηγος. Κθετοι ορθοσττες θα ' πρεπε να τοποθετηθονε, για να σηκνουνε το υπλοιπο βρος. Γι' αυτ τον σκοπ, μια ομδα πρεπε να σπεσει στη πλρη του βαποριο και να βγλει με λμες τα μεγλα καπνια της γκυρας, που το καθνα τους εχε κπου τρεις ντσες διμετρο. Πισανε ττε να πετνε στον Γουρντροπ αναμμνα κρβουνα κι απειλοσανε πως θα τονε σκοτσουν, σοι απ' αυτος δε κλαγανε -κι ταν τοιμοι να βλουνε τα κλμματα με τη παραμικρν αφορμ. Μα κενος τους απντησε χτυπντας τους μ' να πυρακτωμνο σδερο κι τσι σορθηκαν ως τη πλρη και γυρζοντας εχανε τα καπνια μαζ τους. Δεκξι ρες κοιμντουσαν για να συνλθουν στερ' απ' αυτ, μα μσα σε τρεις μρες υψωθκανε δυο ορθοσττες, που φτναν απ τη βση της κολνας σαμε το κτω μρος του κυλνδρου. Απμενε πια η αριστερ κολνα του πυκνωτ, που αν και δεν εχε τα δια χλια με το ταρι της, ενισχθηκε σε τσσερις μερις με λυωμνη λαμαρνα. Χρειαζτανε κι αυτ ορθοσττες. Γι' αυτ τη δουλει βγλαν απ τη γφυρα τα κεντρικ υποστηργματα και μσα στη φορια τους δε προσξαν σπου τα πντα εχανε μπει στη θση τους, πως πρεπε να ισισουνε σ' λο τους το μκος, τις κυρτωμνες ρβδους, για να μπορσουν στερα να τις καθαρσουν με τις αεραντλες. Το λθος τανε του κριου Γουρντροπ κι κλαψε πικρ γι' αυτ μπροστ στα μτια τους, αφο υποχρεωντανε τρα να τους βλει να ξανακατεβσουνε τους ορθοσττες και να τους ισισουν με το σφυρ και τον οξυγονοκολλητ. Μετ κι απ' αυτ, η σπασμνη μηχαν τανε πια γερ στη θση της κι τσι μποροσαν να βγλουνε τις σκαλωσις απ τους κυλνδρους και να τις χρησιμοποισουνε στη λεηλατημνη γφυρα, ευχαριστντας τον Θε που στω και για μισ μρα εχαν να δουλψουν μ' να τσο μαλακ κι ευγενς υλικ σαν το ξλο, αντ για το σδερο που χε φτσει πια σαμε τη ψυχ τους. Οχτ μνες στο εσωτερικ της χρας, μες στις βδλλες και την υγρασα, με τη θερμοκρασα να φτνει στους τριανταπντε βαθμος Κελσου, δεν εναι ,τι καλτερο για τα νερα.
     Τη δυσκολτερη δουλει την αφσανε για το τλος, πως οι μαθητς στα λατινικ κεμενα και, αν κι τανε ξεθεωμνοι, ο κριος Γουρντροπ δε τλμησε να τους επιτρψει να ξεκουραστον. Απμενε ακμα να ισισουνε το πιστνι και τον διωστρα και για να ττοιον εγχερημα χρειζονταν ολκερο ναυπηγεο πλρως εξοπλισμνο. Ριχτκαν με τα μοτρα στη δουλει, χοντας αναθαρρσει απ να πρχειρο υπολογισμ ολοκληρωμνου ργου κι ωρν εργασας, που τ' αποτελσματ του, ο κριος Γουρντροπ τα 'γραψε με κιμωλα στον μπουλμ του μηχανοστασου. Δεκαπντε μρες εχανε περσει -δεκαπντε μρες εξαντλητικς δουλεις- και νιθανε πια πως μποροσαν να ελπζουν. Το παρξενο εναι πως κανες δε ξρει να πει πως ισισαν οι ρβδοι. Το πλρωμα του Αλιτις  θυμται πολ αχν κενη τη βδομδα, πως θυμται το παραλρημ του ο ρρωστος που ψνεται λη νχτα στον πυρετ. Παντο βλεπες φωτις, λνε. Ολκερο το βαπρι ταν να φλεγμενο καμνι και τα σφυρι δε σταματοσανε στιγμ. Εδ που τα λμε, το πολ να υπρξε μια εστα λη κι λη, αφο ο κριος Γουρντροπ θυμται πολ καλ πως ,τι σιωμα τανε να γνει, γινε μπροστ στα μτια του. Λεν ακμα πως για πολλ χρνια μετ, ακογανε φωνς να τους διατζουνε, να τους δνουν εντολς που κενοι εκτελοσαν με το σμα, μα το πνεμα τους τανε πρα μακρυ, σκορπισμνο ως την κρη της γης. Αν τους ρωτσεις για κενη τη βδομδα, θα σου πουν τι μνανε ξπνιοι μρες ολκερες και νχτες, πηγαινοφρνοντας μια σιδερνια μπρα απ το 'να μρος του πλοου στ' λλο, μσα σε μια λευκ λμψη, που 'χε τυλξει ολκερο το βαπρι. Θυμονται ναν ανυπφορο θρυβο στα πυρακτωμνα κεφλια τους, που 'φτανε απ τα τοιχματα του καμινιο κι ακμα θυμονται να τους χτυπον γρια ντρες με μτια σαν των κοιμισμνων. Κι ταν τλειωνε η βρδια τους, χαρζανε πλι και πλι ευθεες γραμμς στον αγρα, προσχοντας να μη στραβσουνε και ρωτοσανε στον πνο τους ο νας τον λλο κλαγοντας απ φβο: "Εναι σια;"!
     Κποτε -ποιος θυμται αν ταν μρα  νχτα- ο κριος Γουρντροπ ρχισε να χορεει, να χοροπηδει τσαλα. κλαψε κιλας για λγο. Κλψανε κι εκενοι και χορψανε κι στερα, παραπαοντας σχεδν πεσαν να κοιμηθον. ταν ξυπνσανε, κποιοι επανε πως οι ρβδοι εχαν ισισει κι τσι για δυο μρες δε δολεψε κανες μα εχαν λοι τους ξαπλσει στο κατστρωμα και τργανε φροτα. Ο κριος Γουρντροπ κατβαινε που και που στο μηχανοστσιο και χιδευε τις βργες που 'ταν δη στη θση τους. Τον ακογανε να ψλνει μνους. Οι σκοτορες του εχανε πια καταλαγισει κι ταν πρασαν οι τρεις μρες της ξεγνοιασις, φτιαξε με κιμωλα να σχμα πνω στο κατστρωμα, με γρμματα του αλφαβτου σε κθε γωνι. Τους εξγησε πως, παρτι το πιστνι εχε πια σχεδν ισισει, η τραβρσα -κενο το εξρτημα που 'χε σφηνσει στους οδηγος- εχε ζοριστε σχημα κι εχε σπσει το πιστνι στο κτω μρος του. Γι' αυτ ο κριος Γουρντροπ θα 'φτιαχνε να κολρο απ καθαρ σδερο, που θα το περνοσε στο λαιμ του πιστονιο, εκε που συναντ τη τραβρσα και στο κολρο θα βδωνε να διχαλωτ κομμτι σδερο, που η βση του θ' αγκλιαζε τη τραβρσα. Αν χρειαζτανε μποροσαν να χρησιμοποισουνε και τις λαμαρνες που 'χανε περισσψει.
     τσι ξαναφουντσαν οι οξυγονοκολλητς και τα κορμι καγονταν μα τοτη τη φορ οι ντρες οτε που νιθανε τον πνο. Οι τελικς ενσεις δεν ταν ωραες στην ψη, μα μοιζανε στερες -τουλχιστον τσο στερες, σο και τα υπλοιπα εξαρτματα. Μετ κι απ' αυτ τη δουλει, το ργο φτασε στο τλος του. Δεν απμενε πια παρ να συνδσουνε τη μηχαν και να εφοδιαστον με τροφ και νερ. Ο καπετνιος και τσσερις ντρες αναλβανε το πρε-δσε με τον Μαλαισιαν λεμβουργ, που γνονταν μνο τη νχτα. Δεν εχανε καιρ να παζαρεουνε τη τιμ του σαλο και των ψαριν. Οι υπλοιποι μενανε στο βαπρι κι αλλξανε με τη πολτιμη συμβολ της εφεδρικς μηχανς, το πιστνι, τη βργα, το κυλινδρικ καπκι, τη τραβρσα και τα μπουλνια. Το κυλινδρικ καπκι, μνον αεροστεγς δεν ταν, σο για τον διωστρα, το μτι της επιστμης θα μποροσε να εντοπσει καμπυλτητα μοια με κενη της λαμπδας που 'χε λυγσει και την εχαν ισισει με το χρι πνω απ τη σμπα, μα πως επε κι ο κριος Γουρντροπ, "δε μγκωνε πουθεν".
     ταν μπκε στη θση του και το τελευταο μπουλνι, οι ντρες σκουντουφλγαν ο νας πνω στον λλον απ τη βιασνη τους να φτσουνε στον μοχλ εκκνησης, στο τιμνι και στο σπεραμα, με το οποον ορισμνες μηχανς μπορε να μπονε σε λειτουργα ακμα και χωρς ατμ. Το τιμνι κντεψε να ξεκολλσει απ το τρβηγμα, μα ταν ολογνερο, ακμα και στους πιο επιφυλακτικος, πως οι μηχανς δουλεανε. Δε περιστρφονταν με μεγλον ενθουσιασμ, πως αρμζει σε καθς πρπει μηχανς. Τρζανε κιλας αρκετ, μα αναγνωρζαν ακμα το χρι του ανθρπου. Κατπιν ο κριος Γουρντροπ στειλε τους σκλβους του στα πιο σκοτειν βθη του μηχανοστασου και κενος πγε ξοπσω τους μ' να δαδ. Τα καζνια ταν εντξει, μα δε θα 'βλαπτε λγο τρψιμο και καθρισμα. Ο κριος Γουρντροπ πντως δεν φησε τους ντρες να δεξουν υπερβλλοντα ζλο, απ φβο για το τι μποροσε να φρει η επμενη περιστροφ της μηχανς.
 -"Θαρρ πως σο λιγτερα ξρουμε γι' αυτ, για την ρα", επε, "τσο το καλτερο για λους μας. Πρπει να καταλβετε πως οτε κατ δινοια δε μπορε να θεωρηθε αυτ κανονικ μηχανικ". Και καθς η περιβολ του την ρα που τους μιλοσε τανε μονχα τα γκρζα και μακρι μαλλι του, τονε πστεψαν. Φρντιζαν να μη πολυρωτνε για το κθετ που βρσκανε μπρος τους, μνο τρβανε τη μηχαν και την αλεφανε με λπος, δνοντς της μια ψετικη γυαλδα. "Μια στλα χρμα θα μου 'φτιαχνε τη διθεση" συνχισεν ο κριος Γουρντροπ. "Το ξρω μνον οι μισο πυκνωτς δουλεουνε κι η προπλα νας Θες ξρει πως γυρζει, χρειαζμαστε καινοριες αεραντλες, ο κεντρικς αγωγς ατμο στζει σα σουρωτρι κι που και να κοιτξεις, τα δια και χειρτερα, μα το χρμα εναι σα τα ροχα του ανθρπου, και τα δικ μας εναι σχεδν ανπαρκτα".
     Ο καπετνιος  ξετρπωσε κμποση ξεθυμασμνη μπογι, λγο απ κενο το απασιο πρσινο που χρησιμοποιονε για τις βρκες των ιστιοφρων κι ο κριος Γουρντροπ τη σκρπισεν αφειδς, για να δσει στις μηχανς μια στλα αξιοπρπεια. Τη δικ του την ανακτοσε μρα τη μρα, αφο τρα πια φοροσε συνεχς το παν γρω απ τη μση, μα το πλρωμα, χοντας δουλψει κτω απ τις διαταγς του, δεν αισθανταν πως εκενος. Το τελικν αποτλεσμα ικανοποιοσε τον κριο Γουρντροπ. ταν τοιμος να βλει πλρη για Σιγκαπορη, να γυρσει σπτι χωρς να πρει εκδκηση, μνο και μνο για να δεξει στους συναδλφους του το κατρθωμ του, μα ο καπετνιος κι οι υπλοιποι του το ξκοψαν. Αυτο δεν εχαν ανακτσει ακμα τη δικ τους αξιοπρπεια.
 -"Πιο ασφαλς θα 'ταν να κνουμε πρτα να δοκιμαστικ ταξδι, πως λγεται, μα κτι ζητινοι σαν κι εμς δεν χουνε το περιθριο να 'ναι εκλεκτικο κι αν οι μηχανς ανταποκριθον στο μοχλ εκκνησης, υπρχει η πιθαντητα -η πιθαντητα, το ξαναλω- να κρατσουνε κι ταν θα 'χουμεν ατμ".
 -"Πσο θα μας πρει να βγλουμεν ατμ;" ρτησεν ο καπετνιος.
 -"νας Θες ξρει, τσσερις ρες, μια μρα, μισ βδομδα. Αν μπορσω να βγλω εξντα λβρες, δε θα 'χω παρπονο".
 -"Σιγουρψου πρτα, δεν χουμε το περιθριο να κνουμε μισ μλι κι στερα να ξαναχαλσει".
 -"Μα το Χριστ σου λω εμαστε μια απραντη βλβη απ τη μιαν κρη ως την λλη. Δεν αποκλεεται μως να καταφρουμε να φτσουμε στη Σιγκαπορη".
 -"Δε πρκειται να χαλσει πριν το  Πιρκγκ-Βατι. Εκε λο και κτι θα μπορσουμε να κνουμε", ταν η απντηση κι ο τνος της φωνς δεν φηνε περιθρια γι' αντιρρσεις. "Δικ μου πλοο εναι κι εχα οχτ μνες στη διθεσ μου να τα σκεφτ λα".
     Κανες δεν εδε το Αλιτις  να σαλπρει, αν και πολλο τ' κουσαν. βαλε πλρη στις δυο το πρω, αφο προηγουμνως εχεν απαλλαγε απ τα ρεμτζα. Το πλρωμα δε χρηκε καθλου ακογοντας τις μηχανς μισομεθυσμνες να ξεσπνε σ' να βροντερ τραγοδι, που αντηχοσε ως πρα στους λφους. Ακογοντας αυτ το νο τραγοδι, ο κριος Γουρντροπ δε μπρεσε να συγκρατσει τα δκρυ του.
 -"Παραληρε, παραληρε", κλαψορισε, "νας μανιακς ωρεται κει μσα".
     Κι αν εναι αλθεια πως οι μηχανς χουνε ψυχ, πως πιστεουν αυτο που τις διαφεντεουν, ττε ο κριος Γουρντροπ εχε δκιο. Ακουγταν να σωστ πανδαιμνιο απ κρτους, ουρλιαχτ και λυγμος, ξεσπσματα εφιαλτικο γλιου, σιωπς που το εξασκημνο αφτ διψοσε για τη σωστ ντα και βασανιστικς επαναλψεις εκε που θα 'πρεπε να επικρατε μονοφωνα. Κτω, οι ξονες του λικα βογγοσανε στλνοντας σμα κινδνου, εν νας παλμς αδναμος κι ρρυθμος σαν του καρδιοπαθος, μαρτυροσε πως η προπλα θελε κορδισμα.
 -"Πς πει;" ρτησεν ο καπετνιος.
 -"Δουλεει... μα μου ραγζει τη καρδι. σο γρηγορτερα φτσουμε στο Πιρκαγκ-Βατι, τσο το καλτερο. χει υπερβε κθε λογικ, σε που ξυπνμε κι λη τη πλη".
 -"Εμπνει ασφλεια, στω και λγο";
 -"Τι με νοιζει μνα αν εμπνει ασφλεια... χει αποχαλινωθε! Να! εδ κου! Για να 'μαστε ακριβες δε κολλ πουθεν κι οι ξονες εναι σε υποφερτ κατσταση, μα δεν ακος τι γνεται";
 -"Αρκε να πηγανει, σο πηγανει. Εμνα καρφ δε μου καγεται". Πγαινε.
     Πγαινε, αργ σρνοντας ξοπσω του μιαν οργι φκια. Απ τους δυο κμβους κατφερε ν' ανεβε θριαμβευτικ στους τσσερις. Αν δοκμαζε να ξεπερσει αυτ το ριο, οι ορθοσττες αρχζανε να τρζουν επικνδυνα και το μηχανοστσιο γμιζεν ατμ. Το ξημρωμα βρκε το Αλιτις  στ' ανοιχτ, μ' ν ελαφρ κυματκι κτου απ τη πλρη. Στερι δε φαιντανε πουθεν και κενη στναζε και βογγοσε μχρι τα σωθικ της. Ξφνου, να κακι φνηκε στον ορζοντα, λες και το 'χε τραβξει ο θρυβος, να σκοτειν κακι, γργορο σα γερκι κι αδικριτο που μως πλερισε με μιας το Αλιτις  γυρεοντας να μθει, αν χρειζονταν βοθεια. Τα πλοα, ακμα κι εκενα των λευκν, χαλοσανε συχν σ' αυτ τα νερ κι οι ντιμοι Γιαπωνζοι και Μαλαισιανο μποροι σταματοσανε καμμι φορ να βοηθσουνε κι εκενοι πως μποροσαν. Μα τοτο το καρβι δεν τανε γεμτο κυρες και καλοντυμνους αξιωματικος. 'Αντρες λευκο, γυμνο κι γριοι ξεχυθκαν απ το εσωτερικ του -λλοι με πυρακτωμνα σδερα κι λλοι με μεγλα σφυρι στα χρια- χιμξανε πνω στους ανυποψαστους, γεμτους απορα νιοφερμνους και πριν καλ-καλ προλβει να πεις κανες τ εχε συμβε, εχανε καταλβει το κακι κι οι νμιμοι ιδιοκττες του χειρονομοσαν μες στο νερ.
     Μσα σε μισν ρα, το φορτο του κακιο απ σαλ και τριπνγκ, καθς κι η πυξδα, που αμφβολο ταν αν λειτουργοσε, εχαν μεταφερθε στο Αλιτις. Το φορτο ακολουθοσε τα δυο πελρια τριγωνικ ψθινα πανι, που προσαρμοστκανε στα λεηλατημνα κατρτια του Αλιτις. Ξεδιπλθηκαν, ανεβκανε ψηλ και φουσκσαν απ τον νεμο, δνοντας ναν θηση στο βαπρι. Κρδισε σχεδν τρεις κμβους, τι πιτερο να ζητσει κανες; Μα αν μχρι τρα η ψη του ταν απογοητευτικ, αυτ το καινοργιο απκτημα το 'κανε σκτη φρκη. Φανταστετε μιαν αξιοσβαστη νοικοκυρ να τριγυρν μεθυσμνη στους δρμους φορντας το καλσν ενς χορευτ μπαλτου και θ' αποκτσετε μιαν αμυδρν εντπωση του θεματος που παρουσαζε αυτ η κποτε πλρως εξοπλισμνη σκονα, εννιακοσων τνων, με προπλα και πανι, τσι καθς αγκομαχοσε με τη να της ενσχυση, πλοντας θριαμβευτικ προς τ' ανοιχτ. Με ατμ και πανι, το θαυμαστ ταξδι συνεχιζταν. Ακουμπισμνοι στη κουπαστ, οι ντρες κοιτοσανε πρα μακρυ, με μτια που λμπαν εγκαταλειμμνοι, αξριστοι, αναμαλλιασμνοι, σεμνα ντυμνοι, περ' απ κθε ννοια ευπρπειας.
     Στο τλος της τρτης βδομδας αντικρσανε το νησ Πιρκγκ-Βατι, καταφγιο για τα περιπολικ αυτς της πλοσιας σε μαργαριτρια, περιοχς. Εδ οι κανονιοφροι δνουν για καμμι βδομδα, σπου να ξαναβρονε τη ρτα τους. Σπτια δεν υπρχουν στο νησ, μνον να ρυκι, καν-δυο φοινικις κι να απνεμο λιμνι για να φυλαχτε κανες, σπου να κωπσει η ορμ του μεγλου νοτιανατολικο μουσνα. Το Αλιτις  σχεδαζε ν' αρξει σε κενη τη ρηχ κοραλλνιαν αμμουδι, με τους σωρος τ' ασβεστωμνα κρβουνα, τοιμα γι' ανεφοδιασμ, τις εγκαταλειμμνες βρκες των ναυτικν και το κοντρι δχως σημαα.
     Την επμενη μρα το Αλιτις  δεν υπρχε πια -μνον να μικρ κακι λικνιζτανε στην εσοδο του λιμανιο, κτω απ το ζεστ νερ της βροχς κι οι επιβτες του κοιτοσαν με μτια γεμτα ανυπομονησα τον καπν μιας κανονιοφρου που μλις διακριντανε στον ορζοντα.
     Μνες αργτερα, γρφτηκε στα ψιλ μιας αγγλικς εφημερδας η εδηση, πως μια κανονιοφρος υπστη ζημις στη πρμνη, στερα απ σγκρουση μ' να εγκαταλειμμνο σαπιοκραβο, στην εσοδο κποιου μακρινο λιμανιο...
--------------------------------------------------------------------------------------
"The Devil & The Deep Sea" (1894)
Μετφραση: 'Αγγελος Χατζπουλος
Εκδσεις Πατκη
____________________________________________________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers