-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

                                         Το Πεσκσι

     Ο λιος καιγε ακμα, ταν ο Δημτρης, τρχοντας ν' ανοξει πρτος τη ξλινη πρτα του σπιτιο, την εδε κι απρησε. ταν κρεμασμνη ψηλ σ' να καρφ, απ τα δοκρια της πρτας, μια πνινη ριγωτ σακολα -απ'αυτς που κουβαλοσαν τις παττες τους, απ το παζρι κθε Σββατο-. Ο λαιμς της σουφρωμνος, σφιγμνος γερ μ' να σπγκο, προφλασσε απ ανεπιθμητους επισκπτες. Στη προσπθει του να τη φτσει, τρβηξε το σπγκο κι αναποδογυρζοντας η σακολα, κλησε βαρ στα πδια του.
     μεινε εκε, μη μπορντας να κουνηθε κοιτντας το μπροστ στα πδια του. Τερστιο, σχεδν δκα κιλ, μαρο. Χοροπηδοσε, σχεδν τον γγιξε! Το πρσωπ του ανκφραστο κοταζε μ' αυστηρτητα το παιδ. Τα μτια του παγωμνα, βγλιζαν ακνητα πεταγμνα ξω απ τις κγχες τους. Το κεφλι του ψαριο παρξενα στρεβλωμνο, δειχνε τη θανσιμη αγωνα της απλειας του οξυγνου και της ζως. Το υπλοιπο σμα παλλταν απ μυστριες και αρατες δυνμεις. Τα λπια και τ' αγκθια της ρχης ορθ, τοιμα να χιμσουν, να ξεσκσουν, να χσουν τα  ββηλα μτια. Η ουρ τελεωνε σαν πρινη γλσσα που τρεμοσβνει-κρβουνο πια-, χνοντας τη μχη της με τη φωτι. Ω! πση αρμονα εγκατλειψης κι ορμς! Πση χρη κι απχθεια, πση ζω στο τελεωμα και πσος θνατος κυρευε κενο το κουφρι. Η γλσσα κκκινη και φουσκωμνη φραζε το λαλο στμα και σε μια τελευταα αναπδηση, παραμρισε κι φησε να φανον τα κτασπρα, κοφτερ δοντκια, να ξασπρζουν το πεθαμνο μαρο. Ο Δημτρης, βγαλε μια κραυγ και πισωγρισε στην κυρα-Αθην και στα παιδι που ακολουθοσαν.
     Εκενο το πρω, Ιολης του 196_, ο Δημτρης ξπνησε λουσμνος στον ιδρτα, με το χρι μουδιασμνο κτω απ το σκληρ μαξιλρι. Εδε τις ακτνες του λιου που χνονταν απ` τις τρπες της κεντητς κουρτνας. Ζαλισμνος θυμθηκε το νειρο που εδε: Δισχιζε  μιαν γνωστη, καταπρσινη θλασσα. Κματα με κτασπρες κεφαλς, χτυποσαν το μικρ κακι  που τραμπαλιζταν ελαφρ, μεταδδοντας μια κνηση αβεβαιτητας, σγχυσης στο κορμ και τα μλη του. Ξαφνικ ρχισε να ψιχαλζει αργ, βασανιστικ, αδιφορα. Μια ασθηση ευτυχας τον συνεπρε, ταν ο πατρας του που οδηγοσε το κακι, ρχισε να τραγουδ:

                                «Βρκα θε-θλω ν' αρματσω
                                  Βρκα θε-θλω ν' αρματσω
                                  Με σαρντα δυο κουπι
                                  Και το χροντα να κλψω
                                  Να τον πνξω στ` ανοιχ
τ...»

 -«Το νερ εναι τοιμο, ελτε να πλυθετε», κουσε τη φων της μνας του. Δεν απντησε και σε λγο την εδε να μπανει στο δωμτιο. Τρβηξε τις κουρτνες και κτπησε αλαφρ στον μο τα λλα δυο παιδι που κοιμντουσαν, αμριμνα στις πινακωτς. Οι πινακωτς, ταν σανδες στη σειρ, με τσσερα χερολια στις κρες για να μεταφρεται εκολα. Τον Σεπτμβρη βγαιναν απ το δωμτιο, αναποδογριζαν και φιλοξενοσαν στην αγκαλι τους τις σταφδες που τις πλωναν στον λιο να ξεραθον. Με το πρτο συννεφκι μετακινονταν εκολα στην ισκιδα -να στγαστρο ανοιχτ απ τα πλαν-, που προφυλασσντουσαν και προφλασσαν τον πολτιμο καρπ. Αυτ το διστημα οι ρως μας κοιμονταν κατχαμα, πλι στο αλνι.
     Μπροστ στα μτια του Δημτρη, φνηκαν τα μπλεγμνα μλη των αγοριν. Ο 'Αρης δεκαπεντχρονος, ψηλς, μελαχρινς κι αδνατος με  σγουρ μαλλι  που διαρκς πεφταν στα μτια του και διαρκς τα σιωνε, τα παραμριζε με μια κνηση που μγευε τον Δημτρη, αφηρημνα, μα τσο ντονα. Η μτη του σκιασμνη απ τον λιο, μεγλωνε ακμα περισστερο, δνοντας στο  πρσωπο του παιδιο μια κφραση λγο κωμικ. Ο 'Αρης χασμουρθηκε και μαχμουρλς τντωσε τα χρια του χτυπντας ασυνασθητα τον δωδεκχρονο Γιργο στο μπαταρισμνο με λιωμνα κρεμμδια, γνατο. Αυτς γκρνιαξε και μια κφραση πνου απλθηκε στο βελοδινο πρσωπ του. Το αγγελοδι της οικογνειας. Τα ματοτσνορ  του τερστια, κοριτσστικα σχεδν, στρογγλευαν κι λλο το μορφο πρσωπο.
 -«'Αντε, σηκωθετε τρα», η κυρα-Αθην επμεινε. Το νερ δροσερ, χυνταν κματα, κματα πνω τους απ` την καντα της μνας τους. Μεταφερταν με τα χρια στο πρσωπο, στο λαιμ, στα μπρτσα, στο στθος. Αυτ σαν λιονταρνα γριζε στο δωμτιο μαζεοντας απ χμω πεσμνα ροχα και σκεπσματα, ανκανη να εξηγσει την παρουσα ενς πδιλου στον νεροχτη του παντελονιο κτω απ το κρεβτι.
 -«Παλιπαιδα, με τρελνατε. Συμμαζευτετε πια!». Εδε το πονεμνο γνατο του Γιργου και πταξε μακρι τα πανι με τα κρεμμδια. Το πρσωπ της συννφιασε με το νειρο του Δημτρη. Κρατθηκε μως, και του επε πως ο πατρας του τον πρσεχε απ κει ψηλ. Κανες δεν εδε το μαντλι της που σκοπισε κποιο δκρυ.
     Μια μρα σαν τις λλες. Ροφηξαν βιαστικ το ποτρι τους με το κατσικσιο γλα. Σκοπισαν το στμα με την ανστροφη, να φγει η κρμα απ το χνοδι, τισαν τα ζα τους στο στβλο κι δεσαν την κατσκα στο χωρφι.
     Μια συνηθισμνη μρα του Ιολη. Τα τζιτζκια την σφυροκοποσαν, ο λιος την ζσταινε, τα φλλα της πορτοκαλις την πρασνιζαν, οι φωνς των παιδιν την δρσιζαν. Μια συνηθισμνη μρα. Αφο κολτσισαν φτες με Βιτμ και μλι-θυμαρσιο-, φρεσαν τα φανελκια τους-αυτ π' φηναν ελεθερους και γυμνος τους μους, στερωσαν απ να ψθινο καπλο στο κεφλι και τρβηξαν στο κατι τους. Φρτωσαν στο γιδαρο της οικογνειας το μπιτνι με το  δροσερ νερ, την πετστα με τις ντομτες, τα αγγορια και το μισ καρβλι ψωμ. Τα δυο μικρτερα ανβηκαν στο σαμρι και ο τρτος πισωκπουλα. Η κυρα-Αθην τραβντας το καπστρι, πρε το δρμο για τη  θλασσα.
     ταν μισς ρας δρμος. Περνοσε παρλληλα απ' τις χθες του ποταμο. Ο λιος ανβαινε, τα τζιτζκια οργαζαν. Σε κθε βμα τα βατρχια σπαιναν και στο επμενο ξανρχιζαν να κοζουν. Η αρα ανηφορζοντας το ποτμι, τους καλωσρισε, τους ερθισε τη μτη με το κλεσμ της. Σε λγο φτασαν στις εκβολς του ποταμο. Χοντρ, λεα, πρσινα λιθρια πολεμοσαν να βγουν στην επιφνεια. Μλις τα κατφερναν, ο λιος τα σκτωνε και τα παρατοσε θαφτα, κτρινα και λυπημνα. Τα λιγοστ νερ του ποταμο, αφο χαναν στην κατ μτωπο επθεση με την μμο, στριφογριζαν με ελιγμος τλειας στρατηγικς και χνονταν σε καταπρσινες φωλις απ καλμια κι αρμυρκια, οπο γεννοβολοσαν εκατομμρια ντομα, αμφβια κι ερπετ.
     μεναν στην θλασσα ως αργ. Τα παιδι στο νερ, η κυρα-Αθην, στην μπατανα της ξαπλωμνη. Της ρεσαν αυτς οι ρες. Δικς της. Μσα απ` τα μισκλειστα βλφαρ της, η ζω της περνοσε με ταχτητες επιλεκτικς. τρεχε με ιλιγγιδη ταχτητα σε γεγοντα σπουδαα, σταματοσε σε μικροπργματα. Αφνης θυμταν το χρμα απ το μισοφρι της, που φοροσε ταν πρωτοσυνντησε τον Θανση της: να μισοφρι φτηνιρικο, που εχε μως εδ δα, πνω στη διχλα του στθους, κεντημνο με μοβ κλωστ να γιασεμ.
     Δεκαπντε χρνια ζησαν μαζ. «Μπομπτα κι αλτι φγαμε να σας αναστσουμε», συνθιζε να λει. Πσο τον εχε αισθανθε τον Θανση της. Κορμ απ' το κορμ της. Χαρς και λαχτρες μαζ. Απ ττε που να κοπλα, κπου δεκαπντε χρνια μικρτερ του. Της τον εχαν προξενψει: «Εναι ορφανς, μα ντρας σωστς. Ανοιχτοχρης, γλεντζς», της εχαν πει. «Πρτον και θα μακαρζεις την τχη σου». Κενη δεν θελε! Δασκαλοπολα ξεπεσμνη, μα δασκαλοπολα. Με τη γαλζια ποδι, τη σκα, τα βιβλα του πατρα στη μσα κμαρη, εχε λλα νειρα.
     ταν μαθε τι του ρεσε η θλασσα κι εχε και το κακκι του για να  συμπληρνει το εισδημ του, ταν μαθε τι διαφρει απ τους λλους χωριτες, τι τραγουδ κιλας, λλαξε. Με τη ροδοζχαρη να τον τρατρει στη μεγλη σλα του σπιτιο της, επε το ΝΑΙ. Κι αυτ το ναι, δε το μετνιωσε ποτς. Η θλασσα, στθηκε η μορα της η πονη. Αυτ, απ την ορειν Αχαα, τα Καλαβρυτοχρια, τη πρωταντκρυσε οργισμνη  να κουτουλει τα βρχια στο λιμανκι του Αη-Νικλα και την αγπησε, αγαπντας για πρτη φορ, σαν ντρα, τον Θανση της. Η δναμ της, η δναμ του, τη τραβοσε. Λικνστηκε στην αγκαλι της και στην αγκαλι του. Η αρμρα της, της καψε τη καρδι και ττε και ταν τον πρε για πντα κοντ της.
 -«Δε φοβμουν τον θνατο, τον εχα συνηθσει. Η ιδα τι θα πεθνω πρτη, ταν καρφωμνη στο μυαλ μου. "Μη μου μπσεις καμι τσαπερδνα, απ το πρτο μνα", του λεγα. "χεις αγρια"! Το ζχαρο μ' εχε σακατψει, κατβαζα χοφτες τα γιατροσφια. Αυτν δε μποροσα να τον φανταστ νεκρ. Αδνατος, σα τον Δημτρη μου, οτε σπρη τρχα, ωραος ντρας, τον ζλευα. ταν το μπουρνι, του τσκισε τη βρκα και το κορμ και τον πταξε στα βρχια τρεις μρες μετ, η ζω μου χασε το νημ της. Δε μποροσα να τον φανταστ νεκρ κι μως κενη την ημρα, το κορμ του μπλβο, μιλοσε ολκληρο για θνατο. ταν αλθεια. Εγ ζοσα κι αυτς νεκρς. Τον ξπλωσα στη μση της κμαρης, του φρεσα το καλ κουστομι του και του χτνισα της φαβορτες. Εχε μεγλες φαβορτες
     Μετ την κηδεα, κλεστηκε σπτι της. Σα να θελε ν' αποφγει τη ζω, την αποδοκιμασα των ανθρπων. Μ' αυτ, η ζω,  τα παιδι, ζητοσαν τα δκια τους. «που δουλει, εγ πρτη. Δασκαλοπολα, μα τα χρια μου πιαναν Ως το Κοκνι της Κορινθας φτασα δουλεοντας. Ελις, καλαμπκι, σταφδες, συσκευαστρια».
 -«Ε! Προσχετε τον Δημτρη», βαλε φων στα μεγαλτερα που εχαν απομακρυνθε μαζεοντας πεταλδες και καβορια. ταν ο κανακρης, ο χαδεμνος. Μαρο πρβατο κι αντρτης και καλς. Πως ταν δυνατν; Παρξενο παιδ. ταν εδε πνιγμνο τον πατρα του, δεν κλαψε, δε γρισε το μτι. σκυψε κονττερα και του 'βγαλε δυο τρα φκια που 'χαν μπλεχτε στα μηλγκια του. Τον κοταζε απ τη κορφ ως τα νχια. «Τι ψχνεις εκε δα;», τον παρατρησε κποιος απ το τσορμο που 'χαν μαζευτε. «Να δω αν τον δγκωσαν τα ψρια», απντησε αυτς με σοβαρτητα περσσια, παρξενη φων που βθισε να μαχαρι σε σους τον κουσαν. Τον απομκρυναν. Απ ττε ως σμερα το πρω δεν ξαναμλησε για τον πατρα του. Δυο χρνια σιωπς.
...
 -«Γιατ τρμαξες παιδ μου, εναι να μαγιτικο, θα το 'στειλε πεσκσι ο καπετν Ηλας, φλος του συχωρεμνου», καθησχασε τον Δημτρη η κυρα-Αθην, ταν πλησασε στη πρτα της κι εδε πεσμνο το ψρι.
 -«Να το πετξεις!», απκοσμη η φων του.
 -«Θα το φτιξω σοπα, για το βρδυ. Θα γλεφετε τα δχτυλ σας. ννοια σας, ντε πλυθετε και να παξετε».
 -«Να το πετξεις», επανλαβε κι φυγε τρχοντας. Τα δυο μεγαλτερα, αφο τακτοποησαν τα πργματα, βγκαν στην αυλ αναζητντας τον. Τον βρκαν στη πορτοκαλι του. Ο καθνας εχε να δντρο "δικ" του. Η φων του ακοστηκε:

                                           -«Πετραδκι-πετραδκι
                                              για τα σνα το 'χτισα
                                             της αγπης το τσαρδκι
...»

     Οι λλοι δυο τον γιουχισαν, μ' αυτς τους γρισε τη πλτη, αφο τους πταξε δυο τρα πορτοκλια.
     Ο λιος τραβιταν πσω απ το βουν, μελαγχολντας για αυτ που δε πρλαβε να κνει ολημερς. Δεν του 'φτανε η μρα! Οι σκις μεγλωναν στη τσιμεντνια αυλ, τα τζιτζκια δε σταματοσαν να τραγουδον. Οι φλοι σκορπστηκαν στα σπτια τους.
 -«ρα για φα», φναξε η κυρα-Αθην και μαζετηκαν στο καθιστικ που ταν και τραπεζαρα. «Θα βγλω και κρασκι, να ψυχοπιαστομε».
     Η σοπα χνιζε στα πιτα τους. Προκλητικς σταγνες λπος εππλεαν, αρμνιζαν στους αχνος, αναμιγνονταν με τους κκκους απ το πιπρι κι φτιαχναν σχματα ασμμετρα κι ονειρικ. Ο Δημτρης, σκυψε προς το πιτο του κι εδε ...δυο φκια να επιπλουν. Πετντας πσω τη καρκλα του, φναξε:
 -«Τα φκια, τα φκια...»
 -«Κτσε πουλκι μου να φας, σλινο εναι, σλινο».
     Η κυρα-Αθην, γρισε απ τον νεροχτη κι βαλε στη μση του τραπεζιο την πιατλα με το ψρι. Το εχε κψει για να χωρσει στο σκεος και το εχε γαρνρει με σλινα, καρτα, παττες. Ο Δημτρης, στλωσε τα μτια του στο πτωμα, ανμεσα στα πδια του.
 -«Δε πει-... δε πεινω... δε θα φω», η φων του σιγαν μα με μια παρξενη σταθερτητα. Η μνα του επμεινε:
 -«'Αρχισε να τρως, πριν κρυσει η σοπα σου. Θα σας διαλξω και το ψρι». Ο Δημτρης ργησε:
 -«Δε πεινω...». Τ' λλα δυο αγρια, κοιτοσαν μια την οργισμνη μνα τους, μια τον Δημτρη.
 -«Οτε 'γω πεινω»,δλωσε ο 'Αρης, εν ο Γιργος:
 -«Φοσκωσα απ το καρποζι». Αυτ παραταν. Εκτς εαυτο, η μνα, στραψε να χαστοκι στον μεγλο και σφριξε αναψοκοκκινισμνη στον Δημτρη:
 -«Εδ θα τρως, τι φτιχνω. Ττοιο φα, δεν θα ξαναδομε οτε σε δυο χρνια. Τργε!» Ο Δημτρης σκωσε το πιρονι του και σκλισε να κομμτι απ την πλτη του ψαριο που ...ψωσε τ' αγκθια του, ορθνοιξε το στμα του και ...δγκωσε να κομμτι καρτο. Το παιδ, τινχτηκε και πταξε πρα το πιρονι. Το βαλε στα πδια, πριν προλβει ν' αντιδρσει κανες τους. Τ' λλα δυο, κοντοστθηκαν, μα ακολοθησαν τον Δημτρη, ντροπιασμνοι. Η κυρα-Αθην, δοκμασε να σηκωθε. Το μετνιωσε ξαφνικ, παραδομνη λες σε κτι δυναττερο. «ποιος δε φει, δε θα ρθει αριο στη θλασσα», επε στον εαυτ της περισστερο. Στθηκε στην καρκλα της φουρκισμνη, ροφηξε δυνατ τη μτη της κι ρχισε να μασουλει αφηρημνη. «Τι τα 'πιασε ξαφνικ; Ττοιο ψρι; Ττοιος μεζς
     Με τα παιδι, εχε μια σχση δυνατ. Μνα και πατρας μαζ. Τ' ακολοθησε στις αλλαγς τους, μνοντας η δια απαρλλαχτη -ριζιμι λιθρι-, λες κι ο χρνος που την εχε φιλοδωρσει με ζαρωματις γρω απ τα μτια και το λαιμ, με σακολες και ξασπρισμνα χελια, τη λυπθηκε ξαφνικ και την φησε τσι, περιμνοντας να ρθει μια και καλ για το μοιραο χτπημα. Τα παιδι μως λλαζαν. Ο 'Αρης, ντρας πια, "μλλιασε". Το χνοδι στα μγουλα, στα πδια, στο στρνο, μα πιο πολ το κοκκινδι που βαφε τα μγουλ του κθε φορ που σκυβε μπροστ του να του σαπουνσει την κοιλι και τα γνατα, ταν μρτυρες που δεν λεγαν ψματα. Παρλα αυτ, εχε μια παθολογικ αγπη για τον μικρ, τον Δημτρη. Τον κουγε, τον σεβταν. Του επιβαλλταν με τον τρπο του, με τις σιωπς του. Νικοσε σε λα.
     Το μυαλ της, ξανρχισε πλι το παιχνδι του. Σταμτησε σ' να χειμωνιτικο βρδυ του Νομβρη. «Γριζα αποκαμωμνη απ τις ελις, στου παπα-Ανδρα το λιοστσι. Βρεγμνη μχρι  το κκαλο. Ο γετονς μου, ο Γιννης ο Ψυχρμης, μ' ρχισε τα παρπονα για τα κεραμδια που του 'σπασε ο μικρς με τη μπλα. Ζλη μ' πιασε. Φουρκισμνη, τον πιασα με το να χρι και με το λλο, πρα τη ζνη του συχωρεμνου. Τον κτυποσα αλπητα. Χρια, πδια, κορμ. Ττε ο 'Αρης, πετχτηκε και μου 'πιασε το χρι. "φτνει", επε. Προσπθησα να τραβηχτ, τανλια τα χρια του. Σωριστηκα σε μια καρκλα κι ρχισα να κλαω, να κλαω. Λες και τα δκρυ μου, θα ξπλεναν τις λσπες απ τα πδια μου, τη κοραση απ το κορμ μου, μα πιο πολ τη πκρα απ τη καρδι μου».
     Την ρα αυτ, που οι νθρωποι συλλογινταν, ναβαν κι σβηναν, μλωναν αγκαλιζονταν, ο ουρανς γριζε. Τα στρα σηκθηκαν ψηλ κι ρχισαν το νυχτεριν τους ταξδι. Ξαφνικ πσω απ τη κορυφ του βουνο, πετχτηκε με τις καδνες του ψηλ και τα πανι ανοιγμνα, αφντης και βιγλτορας της νχτας, το φεγγρι. Διλυσε τ' στρα που παραπονεμνα μριασαν και στριωσε στον ουραν το κστρο του.
     Βαρι η νχτα, κουφβραση μεγλη. πεσε στους δρμους και στα σπτια, λβας ογρς και πλνταξε τους ανθρπους. Τα τρα αγρια, καθισμνα σταυροπδι κτω απ τους ευκαλπτους, κοταζαν το φεγγρι που ανακλαδιζταν στο νερ του αυλακιο. Ξχειλο αυτ, κελρυζε βιαστικ, μεταφροντας τα νερ του ποταμο στα δντρα και τα μποστνια. Ξεδψαγε φυτ και ζα και χανταν πρα στον κμπο.
 -«Δε θα πμε αριο για μπνιο, η μαμ, νευρασε», γκρνιαξε ο Γιργος. Ο Δημτρης, ανασηκθηκε, βγαλε το φανελκι. Στο μτωπο σταγνες, τρεμε η ψυχ του σαν ιδρτας. Πετντας πρα το παντελονκι του και βζοντας μπροστ τα χρια του, βοτηξε στο αυλκι.
 -«Θα σκσω, δε βαστ», επε, πριν βουτξει. Τα δυο παιδι τον ακολοθησαν.
Σε λγο τρα κορμι, λαμπριζαν στην επιφνεια του νερο. Κρατοσαν τις βργες απ τον ευκλυπτο για να μην παρασυρθον. Το φεγγρι για λγο τα φτισε κι στερα τρβηξε παραπρα, αδιαφορντας. Το ποταμσιο νερ, πρε τον ιδρτα τους κι αφο πτισε ντομτες και φασολκια, ελις και λεμονις, τον κατηφρισε στον γιαλ, που τον περμενε σαν αγαπητικι μετ απ καβγαδκι, κι αγκαλιστηκαν, ιδρς κι αρμρα κι γιναν να.
 
                                      Αννυμη Ιστορα

     Ξπνησε. Το ρολι συνεχζει να κτυπ, ασταμτητα. Το χρι της τυφλς ιππτης, το αναζητ και το σωπανει για πντα. Η ανσα του Γ... δπλα της ακαννιστη. Το σεντνι τυλγει μνο τη μση του, η πλτη του φωτζεται απ τα στορ του παραθρου. Γραμμς λευκς, γραμμς μαρες της διηγονται το νειρ του. Ακουμπει τα πδια της στα πλακκια, η δροσι τους τη ξυπν.
     Τρα βματα δεξι, τρα αριστερ. Το φως του λαμπτρα τη τυφλνει, τα μτια κλειστ. Τα στθια της βαρι ανεβοκατεβανουν ακαννιστα. Το κρο νερ τη χαστουκζει. Ανβει το πρτο τσιγρο, ο βχας μοιρζεται την απλαυσ της. Η φοστα ξηλωμνη, αναστενζει, δεν προλαβανει πια. Το τελευταο κουμπ του λευκο πουκαμσου φυλακζει το στθος της. τοιμη! Με μια βορτσα φουντνει λγο τα μαλλι της.
     Δεκαεφτ σκαλι την αποχαιρετον, η πρτα παραπονιται τρζοντας. Το πρωιν αγιζι συντροφι της, στα διακσια μτρα που απομνουν. Η σφαλτος ξηλωμνη εδ κι εκε χσκει κτω απ τα τακονια της. Η στροφ με τα καλμια, να αλχτημα σκυλιο, η μυρωδι απ λδια αυτοκιντων, Συνεργεο «Το καλ παιδ», η λεωφρος. Δετερο τσιγρο, οι οικοδμοι απ το καφενεο απναντι πνουν τον καφ τους. Στα σκαλοπτια δυο-τρεις Αλβανο τη κοιτον. Αποστρφει το βλμμα της.
     Το λεωφορεο φτνει. Δυο σκαλοπτια, νυσταγμνη καλημρα στον κυρ-Θανση τον οδηγ και κθεται στο δετερο κθισμα. Το μτωπο αγγζει το κρο τζμι, τα μτια κλειστ. 2ο λεπτ πνου, τα δικαιοται.  Η φων της Τασας τη ξυπν: «ργια πλι χτες; Κουρασμνη σε βλπω!». Χαμογελ κι απαντ με μια κοινοτυπα, πει το εικοσλεπτο. Τριμμνα απ την καθημεριντητα λγια, το γεμζουν.
     Το αυτοκνητο χνεται στο Β πρκινγκ του «Acroyialli Βeach» και ξερν στις σλες του πενντα, κουρασμνα δη, κορμι.  νας διδρομος τη χωνεει μαζ με τους λλους. Ο πγκος της, αστρφτει ανοξεδωτος,  προκλητικ δειος, απουσα χρωμτων. Τη περιμνει να τον γεμσει με μια πολυχρωμα λαχανικν. Φορει τη μπλε στολ της, μαζεει σ' να σκοφο τα  μαλλι της, αυτ αποστατον, μα παραδνονται εκολα στα νευρικ χρια της.
     7πμ-3.30μμ. Τρα ολκληρα χρνια, προετοιμζει τα λαχανικ και τα φροτα να γνουν σαλτες. Ορθοστασα, χρια απασχολημνα. Στην αρχ βασανιζταν. Με τον καιρ μαθε να κνει μηχανικ τα απαρατητα, το μυαλ της να ταξιδεει, η ρα να περν. Στις 3 βγζει τη στολ της. Το κορμ της μουδιασμνο, το δεξ της χρι δεν αντιδρ σωστ. «Πρπει να το κοιτξω», συλλογιται. Περν το στεν διδρομο. Το χρι του Μανλη απ το μπαρ χουφτνει τον κλο της. Γυρνει κι οτε να τον αγριοκοιτξει δε μπορε. «Να σε πετξω μχρι το σπτι;», το δουλικ του χαμγελο την αποδιχνει, αρνεται.
     Στο λεωφορεο, η Μαρα διηγεται το χτεσιν της ραντεβο. Η Ελνη τη καλε δπλα της. Σωριζεται στο κθισμα.
 -«Να περσω να σας πρω για μπνιο;» Αναζητ τη θλασσα, τη λιμπζεται. Μα αρνιται.
 -«'Αλλη μρα, εμαι λιμα, σως αδιαθετσω κιλας». Το μτωπο κολλει στο καυτ τζμι. Κλενει τα μτια. Τα λιβδια ανογονται μπροστ της και κλενουν τη καθρια λιμνολα. Οι ππιες φτεροκοπον ερωτευμνες. να τρνταγμα τις τρομζει και πετον μακρι. Η στση της. Η ζστη αφρητη. Αντστροφη πορεα προδιαγραμμνη: Καφενεο, συνεργεο, καλμια,  διδρομος, σκλες, η πρτα της, το μπνιο, το κρεβτι.
     Κοιμται με τη φοστα, το πουκμισο ριγμνο στο πτωμα. Η πεθερ της, φρνει τα παιδι. Ξεσαλωμνα αλωνζουν το σπτι, την τραβολογον... Φτιχνει γεμιστ, μπλικα να φτσουν και γι' αριο. 9 η ρα. Ειδσεις, η ελληνικ ταινα για λη την οικογνεια. Βζει τα παιδι για πνο. 10 η ρα. Φτνει ο Γ..., γδνεται, η πλτη του πασπαλισμνη με αλερι -πντα της ρεσε η πλτη του-, μπανει στο μπνιο. Κουβντες τυπικς: «Κτπησε ο Βαγγλης, 40 ημρες δεια και λεφτ απ την ασφλεια». Ξαπλωμνοι βλπουν τα ευτυχισμνα ζευγρια που χαριεντζονται στο γυαλ. Τους κληρονμους με τα εκατομμρια. Τη sexy starlet που χει απψεις για λα. Το χρι του Γ... χνεται ανμεσα στα πδια της. Μπανει μσα της και τελεινει πριν προλβει να ονειρευτε. Δεν σηκνεται να πλυθε... Αριο. Το κορμ της πονει. Ο Γ..., γυρν τη πλτη του. Σε λγο κοιμονται. Το χρι της ακουμπισμνο στην πλτη του.
     Το φεγγρι, σπρο γντι στον ουραν κνει τα συνηθισμνα ταχυδακτυλουργικ του για τ' αστερκια. Ο αρας κπασε. Η πλη ξω απ το δωμτι τους χωνεει τα σκουπδια της. Στο αεροδρμιο, τα αεροπλνα φτνουν το να μετ το λλο. Ουρς οι τουρστες, τρελο για λιο και για τις σαλτες της ταχτοποιονται συχα στα δωμτι τους. Τα clubs φωτισμνα μασουλνε στις ορθνοιχτες πρτες τους αγρια και κορτσια και φτνουν μεθυσμνους. να ζευγρι που κανε ρωτα σε μιαν ερημικ ακρογιαλι, αγριετηκε απ τα φτα ενς αυτοκιντου και βιαστικ φυγε για πιο απμερες γωνις.
     Ξπνησε. Το ρολι συνεχζει να κτυπ, ασταμτητα. Το χρι της τυφλς ιππτης, το αναζητ και το σωπανει για πντα...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers