Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Στρουθία

 

     Ο Μιχαλιός βγήκε από το πορτάκι του κοιμητηρίου και σα χαμένος πήγε κι έκατσε μηχανικά, στη πεζούλα κάτω από το μεγάλο κυπαρίσσι που 'ταν ακριβώς απέξω. Με το βλέμμα απλανές, κρατώντας ένα πλαστικό κύπελλο καφέ, άναψε τσιγάρο. Ακριβώς τότε ορμήξανε σκέψεις στο νου, που μέχρι κείνη τη στιγμή το κρατούσεν αδειανό κι ο ίδιος ήταν ουσιαστικά, σαν έξω από το ίδιο του το σώμα.
     Είχανε περάσει κιόλας τρεις βδομάδες που κηδέψανε τον καλύτερό του φίλο, το Δημητρό κι απόσο ήξερε, το ερχόμενο ΣαββατοΚύριακο θα του κάνανε τα σαράντα. Ο ίδιος δε θα πήγαινε, έτσι κι αλλιώς. Ούτε στη κηδεία είχε πατήσει. Αντ' αυτού, είχε κοπανήσει κάτι τσιπουράκια σχεδόν ξεροσφύρι, σε κάποιο ταβερνάκι, μακρυά από τα μέρη τους. Είχε πετύχει να γίνει ντίρλα κι απλά σύρθηκε στο παλιό σαραβαλάκι του και το 'ριξε στον ύπνο μέχρι αργά την άλλη μέρα.
     Μήτε στο κοιμητήρι είχε πατήσει μέχρι σήμερα. Μπήκε δειλά-δειλά και μηχανικά. Τα βήματά του, τον οδηγήσαν άσφαλτα στο φρεσκοσκαμμένο μνήμα που μόλις είχανε βάλει τη μαρμάρινη πλάκα. Μηχανικά πρόσεξε τη φτηνοδουλειά. "Δε βαριέσαι" σκέφτηκε και βάλθηκε, χωρίς να ξέρει ακριβώς το γιατί, να σκουπίζει το μνήμα και να ξεπλένει τη πλάκα. 'Αναψε και το σβησμένο καντηλάκι κι έκατσε σιωπηλός με σκυφτό κεφάλι, χωρίς να σκέφτεται, για κάμποσην ώρα. Λουλούδια δεν είχε φέρει και δε τον ένοιαζε διόλου. Πόσην ώρα έκατσε; Κανείς δε μέτρησε. Τώρα έξω, κει στη πεζούλα, οι σκέψεις κι οι μνήμες ήρθαν όλες μαζί σα κύμα δακρύων που δε κατάφερε να φτάσει στα μάτια και χύθηκε στο μυαλό.
     Με το Δημητρό ήτανε φίλοι απόσο μπορούε να θυμηθεί τον εαυτό του, πάνω σε τούτη τη γη. Ήτανε σχεδόν γειτονόπουλα, ήτανε και τα δυο γυριστράκια και μοιραία λοιπόν δέσανε και ρημάξανε τις γειτονιές με τα τρεχαλητά, τα θορυβώδικα παιγνίδια και τις σκανταλιές. Λέγεται μάλιστα πως το γεροντάκι στη γωνιά, τους είχεν επικηρύξει και ζητούσε τη... κεφαλή τους στο πρωινό του πιάτο. Φαίνεται πως τόσο του 'χανε πρήξει τα σκώτια του καημένου.
     Ύστερα, μαζί στο σχολείο και πρώτοι στις κουτσουκέλες. Σχεδόν μαζί το παρατήσανε, με πρώτο το Δημητρό, λίγο μετά που μπήκανε στο γυμνάσιο. Μπήκανε τζόβενα σε μικροδουλειές και λίγο-λίγο πιάσανε στάχτη. Ο ένας έμαθε μπογιατζής κι ο άλλος υδραυλικός. Μαστοράκια λοιπόν βγάζανε το μεροδούλι και κάνανε το κουμάντο τους σε τούτη τη ζήση καλούτσικα.
     Στο στρατό, ήτανε το μόνο διάστημα που χωρίσαν οι δυο τους. Ο ένας υπηρέτησε στο Πολύκαστρο στις διαβιβάσεις κι ο άλλος στη Τρίπολη, στις μεταφορές. Τότε η θητεία ήταν εικοσιδύο μήνες  κι αυτοί κάνανε κι ένα περίπου τετράμηνο παραπάνω, λόγω... ανεπιλήπτου διαγωγής. Ευτυχώς που 'χανε τη τέχνη και τον τρόπο τους, γιατί αλλιώς θα παίρνανε τη σύνταξη από το στράτευμα.
     Όταν απολυθήκανε με δυο μούτζες έκαστος, ξαναγυρίσανε στη παλιά ζωή, μα τώρα όμως τα πράματα ήτανε διαφορετικά. Πιο σιωπηλά, πιο σκληρά, πιο αντρίκεια και δεν είχανε πλέον το άλλοθι της... παιδωμής. Ζοριστήκανε λιγάκι, μα τελικά βρήκανε τη χρυσή κείνη φόρμουλα που ικανοποιούσε κάπως όλες τις πλευρές και πορευτήκανε με δαύτη. Πάντα όμως αχώριστοι.
     Ήτανε κι οι δυο απ' αυτούς που εύκολα μπορεί να τους χαρακτηρίσει κανείς, γυναικάδες. Εκτός από μια φορά, όλη κι όλη, που κόντεψε μια γυναίκα να τινάξει στον αέρα τη φιλία τους, ποτέ δεν είχανε προβλήματα στα γούστα και τις επιλογές των εκάστοτε ερωτικών τους συντρόφων. Εκείνην όμως τη φορά ψυχραθήκανε πολύ κι ευτυχώς δηλαδή που κείνη δεν ήτανε δα κι από σόι, γιατί αλλιώς... Τους κορόιδευε ψιλό γαζί, το πήρανε χαμπάρι σχετικά γρήγορα και τα υπόλοιπα τα επούλωσε η μεγάλη τους φιλία συναρτήσει του χρόνου. Αυτό το συμβάν όμως, ίσως έκανε τη ζημιά, γιατί κλόνισε το ήδη σαθρό φρόνημα και των δυο στα μεγάλα θέματα της ζωής: γάμος κι οικογένεια. Δε θελήσανε να παντρευτούνε ποτέ.
     Δουλειά, λίγη ξεκούραση, ταβερνάκι με τσιπουράκι και μεζέδες και φυσικά κανά γκομενιλίκι. Ο,τι λάχαινε. Καλή παρέα, ήτανε το 'να σύνθημα και τ' άλλο: όσα πάνε κι όσα έρθουν. Τα Σαββατα δούλευαν αλλά τις Κυριακάδες... αχ οι Κυριακάδες... Το πρωί καφενείο με καφέ και ταβλάκι, -ατέλειωτες ομηρικές μονομαχίες στη διαπασών-, το απόγευμα γήπεδο ή ραδιοφωνάκι για μπάλλα -υποστηρίζανε την ίδια ομάδα- και το βραδάκι χαλάρωση και σεξ, αναλόγως τη περίοδο. Έτσι, σιγά-σιγά, περνούσε καιρός, διαβήκανε κι οι δυο τους τον Ρουβίκωνα των Σαράντα, γιατί βλέπεις ήτανε και σχεδόν συνομίληκοι. Λίγους μήνες μεγαλύτερος ο Μιχαλιός, που τώρα καθισμένος έξω από τη πόρτα του κοιμητηρίου, πάνω στη πεζούλα, κάτω από το μεγάλο κυπαρίσσι, τα σκεφτόταν όλα τούτα, μιαν άλλη Κυριακή πρωί, μια Κυριακή ακόμα, που το φιλαράκι του, το καλύτερό του φιλαράκι, δε θα 'ρχότανε για το καθιερωμένο ταβλάκι. Για την ακριβεία, δε θα 'ρχότανε ποτέ ξανά.
    Κείνη τη καταραμένη Κυριακή, τονε περίμενε στο καφενείο κι αφού του άφησε κάμποσο διάστημα για να ξεκουραστεί, -είχεν υποθέσει πως θα τον είχε πάρει ο ύπνος-, τον άρχισε στο μπαράζ τηλεφωνημάτων. Τι κινητά, τι σταθερά, τίποτε δε σήκωνε ο Δημητρός. Τελικά, βαριοκαρδισμένος κατηφόρισε κατά το σπίτι του φίλου για να τονε ξυπνήσει και να τονε κατσαδιάσει. Απέξω είδε και το σαραβαλομηχανάκι του, -σημάδι πως ήτανε μέσα στα σίγουρα- και χτύπησε τη πόρτα με δύναμη. Χτύπησεν αρκετά μα του κάκου. Στο τέλος έσπασε τη πόρτα, ανήσυχος και μπήκε. Είδε με φρίκη πως ο φίλος ήτανε κρύος, άσπρος και κοκαλομένος. Οι γιατροί είπανε καρδιά. Καταπώς φαίνεται, το φιλαράκι του είχε ραντεβού για καφέ και ταβλάκι, κείνη τη Κυριακή με το Χάροντα.
     Μηχανικά ειδοποίησε αυτούς που έπρεπε κι εξαφανίστηκε σα χαμένος. Δεν ανακατεύτηκε σε τίποτα κι όχι από κακία ή απρέπεια, -παρακαλώ να γίνει αντιληπτό αυτό-, αλλά απλά από ανημπόρια. Όλα γίνανε κατά πως έπρεπε, μα ο Μιχαλιός απόντας. Μόλις σήμερα, τρίτη βδομάδα μετά, τρίτη Κυριακή μετά, κατάφερε να πλησιάσει το κοιμητήρι. Όταν είδε τη φωτογραφία, διάβασε τ' όνομα και την ημερομηνία στη πλάκα:
                              ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ
                               27/11/1958 - 4/3/2003
τότε μόνο κατάφερε να το χωνέψει.
     Η τελευταία σκέψη που 'ρθε σαν αστεία αντίδραση στη βαθιά θλίψη που του 'πνιγε τα σωθικά, ήταν εκείνο το Σαββατόβραδο που 'χαν έρθει στο τσακίρ κέφι κι αρχίσαν να λένε, πόσο καλά φιλαράκια ήτανε και πόσο καλή παρεούλα κάνανε. Μετά η κουβέντα ξεστράτισε, όπως η διάθεση λόγω του ανεβάσματος των επιπέδων οινοπνεύματος στη σκέψη, και πιάσανε τα πιο μακάβρια. Δε θυμόταν όλους αυτούς τους δαιδάλους της κουβέντας, μα θυμότανε καθαρά πως στο τέλος είχανε δώσει αμοιβαία μεθυσμένην υπόσχεση, πως τάχα όποιος πεθάνει πρώτος θα κάνει τα αδύνατα δυνατά να εμφανιστεί με κάποιο τρόπο στο φίλο του και να του πει τι τρέχει από την άλλη μεριά. Ω! πόσο είχανε γελάσει με τούτο, τότε. Στο τέλος όμως, μετά τα γέλια, το 'χαν υποσχεθεί σοβαρά. Τί σκέψη κι αυτή!

     Ο Δημητρός στην αρχή, θυμότανε πως έπρεπε να σηκωθεί να πάει στο καφενείο που τονε περίμενε το φιλαράκι του για το ταβλάκι. Όμως ειδικά κείνο το χάραμα, ένιωθε βαρύς... πολύ βαρύς. Τί περίεργη αίσθηση αλήθεια! Ένιωθε ξύπνιος αλλά παράλληλα, εντελώς ανίκανος να κινηθεί, σα κοιμισμένος. Ένα ξεκίνημα κρύου ιδρώτα με λαχάνιασμα και στη στιγμή βρέθηκε να τρέχει σ' ένα καταπράσινο λιβάδι. Απέραντα πράσινο, απέραντο, όσο το 'πιανε το μάτι του, λιβάδι. Ήταν ολομόναχος, αλλά έτρεχε με αγωνία. Αγωνία;  Γιατί τάχα; Έπρεπε να φτάσει ως την άκρη γιατί αλλιώς... αλλιώς τί; Α ναι! Το απέραντο αυτό πράσινο θα τονε συμπίεζε... θα τον έπνιγε... Τί όνειρα κι αυτά Θεέ μου!
     Πράγματι, σιγά-σιγά, το πράσινο -ας πούμε- έδαφος κάτω από τα πόδια του άρχισε να βουλιάζει. Με κόπο πολύ πλέον κατάφερνε να σηκώνει το κάθε πόδι για να συνεχίσει να τρέχει. Τί τρέξιμο δηλαδή; Σε λίγο το τρέξιμο είχε γίνει ένα περπάτημα σε πράσινο βουρκάδι κι η άκρη -η επιθυμητή(;) άκρη- του λιβαδιού-βούρκου έδειχνεν ακόμα πολύ μακρινή... πάρα πολύ μακρινή... Ένιωθε να βουλιάζει όλο και πιο βαθιά κι όταν πια είχε φτάσει μέχρι το στέρνο προσπάθησε να κινηθεί ακόμα πιο έντονα, πανικόβλητος. Για λίγο, για πολύ λίγο, ξαναβρέθηκε πίσω στη κάμαρή του. Στην ίδια κατάσταση του μισοΰπνου-μισοξύπνιου, ένιωθε μεγάλο και δυνατό μούδιασμα σ' όλο του το κορμί. Αυτό το μούδιασμα πάσχιζε να τονε κατακλύσει ολάκερο. Προσπάθησε να σφίξει το κορμί του, να το κινήσει έστω λιγάκι, μα στάθηκεν αδύνατο. Το μόνο που κατάφερε ήτανε να βγάλει ένα πνιχτό μουγκρητό, στη προσπάθειά του να φωνάξει. Λίγο πριν τονε κερδίσει παντελώς τούτο το μούδιασμα, ξαναβρέθηκε στο λιβάδι-βούρκο. Το χαρωπό κι απέραντο πράσινο του 'χε φτάσει μέχρι το σαγόνι και γοργά ανέβαινε. Πάλεψε λίγο ακόμα, ανεπιτυχώς κι όταν του κάλυψε ολάκερο το σώμα, ένιωσε για λίγο μόνο να πνίγεται και γούρλωσε τα μάτια. Τότε είδε, γεύτηκε, μύρισε κι αφέθηκε. Αμέσως μετά γαλήνεψε το κορμί του κι άρχισε να κολυμπά. 'Αλλη εναγώνια διαδικασία το να προσαρμόσει το κορμί του στις νέες συνθήκες. Σε λίγο, διαπίστωσε πως μπορούσε να κολυμπήσει θαυμάσια σε τούτο το ... απέραντο γαλάζιο πηχτό ζελέ και μάλιστα πως μπορούσε να κάνει και κολπάκια και παιγνιδίσματα. Ένιωθε πλέον αλαφρύς σα πούπουλο και ξανανιωμένος. Κολύμπησε με χάρη προς εκείνο το αχνό λευκό που διέκρινε πέρα.
     Έφτασε ως εκεί και βγήκε στην επιφάνεια. Το θαμπό πηχτό κι απόλυτο λευκό τονε κέρδισεν αμέσως. Τώρα πια, ήσυχος, κατάλαβε πως δε χρειαζότανε πια να τρέξει, ούτε να κολυμπήσει. Τώρα έπρεπε μόνο να μάθει να πετά. Ω! να πετά! Όταν άρχισε να δοκιμάζει και να πετυχαίνει τότε σκέφτηκε και το φιλαράκι του. Ω! πόσα θα 'χε να του εξιστορήσει... Απόδιωξεν αμέσως αυτή τη σκέψη και πέταξε όσο πιο ψηλά μπορούσε. Για την ακρίβεια μπορούσε ... πολύ. Δεν υπήρχε κανένα τέλος, καμμιά άκρη πουθενά σε τούτο το λευκό.
     Το επόμενο πράμα που 'δε, σα να παρακολουθούσε μια ταινία στη τηλεόρασή του, ήτανε τον Μιχαλιό να σπάζει τη πόρτα του σπιτιού του! "Το κάθαρμα", σκέφτηκε, μα το σκέφτηκε γλυκά και χαμογελαστά. Μετά είδε παραξενεμένος τα όσα διαδραματιστήκανε κι απόρησε, γιατί εκείνος ήταν εδώ και κοίταζε και το κορμί του ήταν εκεί, τόσον ακίνητο... Την άλλη μέρα όταν είδε τη κηδεία συνειδητοποίησε πως αν δεν ονειρευόταν ακόμα, -και πως ήτανε δυνατό να ονειρευότανε;-, τότε... Σαν ταινία περάσαν όλα από το νού του. Όλη του η ζωή. Η τελευταία σκέψη του ήτανε πως τώρα πια πως έπρεπε να τηρήσει τη συμφωνία και να το κάνει με κάθε τρόπο.
     Και νάσου η ευκαιρία. Ο Μιχαλιός είχεν έρθει στο κοιμητήρι επιτέλους. Προσπάθησε να ζυγώσει μα δε μπορούσε. Ο Μιχαλιός τώρα βγήκε και κάθισε στη πεζούλα. Τώρα λοιπόν... Ω! Πόσα είχε να του πει!
     'Αρχισε λοιπόν, δειλά στην αρχή κι έπειτα επειδή ένιωσε πως ίσως δε πρόφταινε, επιτάχυνε τον ρυθμό. Του 'πε για το απέραντο πράσινο λιβάδι, για το καταγάλανο χυμό που μέσα του μπορούσες να κολυμπήσεις περίφημα, για το λευκό που βασιλεύει πάνω και πέρα. Του 'πε για το πέταγμα και πως ήτανε θαυμάσια αίσθηση αλλά επειδή ένιωσε πως ίσως δε καταλαβαίνει το φιλαράκι του, μίλησε για το πως περνά και τι κάνει, του 'πε πως τον αγαπούσε πάρα πολύ, πως ήταν ο μόνος, ο ένας, ο καλύτερος φίλος του, το μόνον άτομο που του 'χεν εμπιστοσύνη σε τούτο τον κόσμο, του 'πε πόσο καλή παρεούλα κάνανε μαζί και του γύρεψε συγγνώμη για κείνη τη παστρικιά που κόντεψε να τινάξει στους πέντε ανέμους τούτη τη φιλία τους. Μετά του μίλησε για το μέλλον του και τι να προσέχει, αγνοώντας πως κατείχε αυτές τις πληροφορίες, του γύρεψε να τονε θυμάται με καλές σκέψεις. Τέλος του 'πε πως τήρησε την υπόσχεση κι ευτυχώς γιατί σε λίγες μέρες δε θα μπορούσε να το κάνει.
     Όσο του έλεγε όλα τούτα, παρατηρούσε πως ο Μιχαλιός τον άκουγε προσεχτικά. Λίγο μηχανικά, είναι αλήθεια, μα τον άκουγε. Του 'χεν αρέσει πάρα πολύ που τονε ξανάδε και το μόνο που του παραπονέθηκε χαμογελαστά, ήτανε που δεν είχε σκεφτεί να φέρει το ταβλάκι μαζί για να παίξουνε καμμιά παρτίδα στα γρήγορα. Τότε τον είδε να δακρύζει και σταμάτησε να μιλά. Όταν τον είδε να σηκώνεται του υπενθύμισεν επιγραμματικά τί να προσέχει και τονε χαιρέτισε, γεμάτος ευτυχία.

     Ο Μιχαλιός τέλειωσε το τσιγάρο, βυθισμένος στις σκέψεις του, κοιτάζοντας αφηρημένα προς τα πέρα. Πέταξε το τσιγάρο και τότε συνήλθε από τις βαθιές σκέψεις. Κοίταξε τριγύρω. Ήτανε μια πολύ όμορφη μέρα. Πανέμορφο ανοιξιάτικο, κυριακάτικο πρωινό. Όλα τριγύρω ήταν ήσυχα... Ήσυχα; Ε όχι ακριβώς, γιατί τότε μόνο συνειδητοποίησε πως ένα τρυποκάρυδο πάνω στο κυπαρίσσι δεν είχε βάλει ...γλώσσα μέσα. Αμέσως η σκέψη του ξαναπήγε στο φιλαράκι του και πως δε θα παίζανε ποτέ το ταβλάκι τους τα πρωινά της Κυριακής και δάκρυσε. Ένα έντονο μα βουβό, αντρίκειο κλάμα τονε συνεπήρε. Το τρυποκάρυδο σταμάτησε για λίγο και μετά άλλαξε τροπάρι, στο πιο σιγανό και στο πιο διακεκομμένο. Παράξενο, μα το κλάμα του σταμάτησε.
     Ο Μιχαλιός σηκώθηκε με παγωμένο πισινό από το μάρμαρο κι έκανε να φύγει...
     Το τρυποκάρυδο πέταξε κι αυτό μακριά αφήνοντας μικρές τρίλιες...

                                                                                Απρίλης '07

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers