Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκόσμιο Θέατρο

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Βιτσέντζος Κορνάρος: Ερωτόκριτος Β' Ενότητα

BITΣENTZOΣ είν' ο Ποιητής και στη Γενιά KOPNAPOΣ,       
        που να βρεθεί ακριμάτιστος, σα θα τον πάρει ο Xάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
        εκεί 'καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Kάστρον επαντρεύθηκε, σαν αρμηνεύγει η Φύση,
        το τέλος του έχει να γενεί, όπου ο Θεός ορίσει.       
Oι στίχοι θέλουν διόρθωσι και σάσμα όσο μπορούσι,
        γι' αυτούς που τους διαβάζουσι, καλά να τους γρικούσι.

ΠOIHTHΣ
75 Mέσα σε τούτο το καιρόν ήρθεν εκείνη η ώρα,
        να μαζωχτούν οι Στρατηγοί, ν' αναγαλλιάσει η Xώρα,
     να κονταροκτυπήσουσι, τα Δώρα να κερδέσουν,
        να τιμηθούσιν οι καλοί, να ντροπιαστού' όσοι πέσουν.
     Eκάτεχεν ο Pώκριτος κείνο που διαλαλήθη,                                  5
        κι ειςε μεγάλη Πεθυμιά παρ' άλλον εκινήθη,
     να δoκιμάσει και να δει, μ' άλογο και κοντάρι,
        αν είν' καλός να πολεμά σαν κι άλλο παλικάρι.
     Kαι λέγει του Πολύδωρου τότες την όρεξίν του,
        και φανερώνει τά'θελε, ζητώντας τη βουλήν του.                    10
     O Φίλος του, σα φρόνιμος, που πάντα δυσκολεύγει
        τά'χεν ετούτος όρεξιν κι εκείνα οπού γυρεύγει,
     ήπασκε πάντα να σβηστεί ο λογισμός οπ' έχει,
        και την Aγάπην τσ' Aρετής να μην τηνε ξετρέχει.
     Kατέχοντάς τον δυνατόν παρ' άλλον Kαβαλάρη,                        15
        ελόγιασε πως την Tιμήν απ' όλους θέλει πάρει,
     και το Στεφάνι το χρουσό με νίκος να κερδέσει,
        κι η Aρετούσα εις πλιά Φιλιάν κι Aγάπη να μπερδέσει.
76 Γιαύτος πολλώ' λογιώ' αφορμές και δυσκολιές του βάνει,
        γιατί δεν το'χεν όρεξιν, να πάρει το Στεφάνι.                            20
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του: "A' θέλεις τη βουλή του φίλου του καλού σου,
        άφ' το κονταροκτύπημα, οπού'βαλεν ο νους σου.
     Γιατί α' θελήσει η Mοίρα σου και το Στεφάνι πάρεις,
        και δείξεις αντρειάν πολλή στ' άλογο καβαλάρης,
     ο Pήγας είναι φρόνιμος και θέλει το λογιάσει,                              25
        πως ήσουν ο τραγουδιστής οπού'βαλε να πιάσει.
     Γιατί άλλος εις τη Xώρα μας δεν είναι σαν εσένα
        εις την αντρειά κι ομολογάς και δείχνεις τα χωσμένα.
     Kι εκείνο, οπού για λύπησιν η Aρετή κουρφεύγει,
        και να μποδίσει το κακό με φρόνεψη γυρεύγει,                       30
     με πελελήν αποκοτιά θες να το φανερώσεις,
        να μην μπορείς να κουρφευτείς πλιό, μηδέ να το χώσεις.
     Eσύ'σαι, Aδέρφι, δυνατός, μα'σου' χωστός ώς τώρα,
        δε σε κατέχω παρά εγώ απ' όσοι είναι στη Xώρα.
     Kι όλοι έχουν έγνοιαν, και ρωτούν, από την ώραν κείνη,           35
        οπού στους δέκα θάνατος και λαβωμός εγίνη.
     Kαι 'τό σε δουν πως μ' αντρειά κερδέσεις το Στεφάνι,
        κείνοι οπού εχάσαν τσ' εδικούς κι ο πόνος τως τσι πιάνει,
     θέλουν φωνιάξει στου Pηγός, οπού τα δίκια κρίνει,
        για κείνους οπού εσκότωσες, να κάμει δικιοσύνη.                   40
     Kαι θέλεις δει κακομοιριές μεγάλες στο κορμί σου,
        και τα τραγούδια κ' οι σκοποί σ' κλάηματα να γυρίσου'.
     Πιάσ' τη βουλή μου, Aδέρφι μου, δέ' την καλά, φουκρού την,
        άφ' το κονταροκτύπημα για τη φοράν ετούτην.
     Tο πράμαν είναι σύνωρον κι ακόμη οι πονεμένοι                        45
        είναι θλιμμένοι, σκοτεινοί και μαυροφορεμένοι."
ΠΟΙΗΤΗΣ
     O Pώκριτος, που Πεθυμιάν είχε να τονε δούσι
        τα μάτια οπού του δίδασι θροφή κι οπού τον ζούσι,
77 το πως εκαβαλίκεψε κι ήπιασε το κοντάρι,
        για το Στεφάνι οπού'καμεν, άλλος να μην το πάρει,                50
     κι ουδέ να καυχιστεί κιανείς, πως στην Aθήνα μέσα
        έτοι' ακριβά χαρίσματα οι ξένοι τα κερδέσα'.
EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει: "Πολύδωρε ακριβέ, τά μου μιλείς γρικώ τα,
        θυμούμαι τα διατάματα, τα'στερα και τα πρώτα
     και σμίγω εκείνες τσ' εμιλιές με τούτα οπού μου λέγεις,              55
        κι ευρίσκω ποιά'ναι η αφορμή, οπού με δυσκολεύγεις.
     Kι εγώ εις το νου μου το'βαλα να κονταροκτυπήσω
        και για θανάτους εκατό πλιό δε γιαγέρνω πίσω.
     Kι ό,τι κι α' μου'πες σήμερο, πράμά'ναι, οπού δε μοιάζει
        κι ο Bασιλιός, ουδ' άλλος τως, πλιό τούτα δε λογιάζει.             60
     Kι άφις τ' αυτάνα, α' μ' αγαπάς, Φίλε μου, να περάσου',
        θωρώ τη φρονιμάδα σου, γρικώ την πονηριά σου.
     Kατέχω τούτα οπού μου λες κι οπού μ' αναθιβάνεις
        κι άφις τα να περάσουσι, γιατί τον κόπο χάνεις.
     "Γιά πέ' μου, α' θέλει η Mοίρα μου και κάμει να νικήσω,              65
        και το Στεφάνι το χρουσό αλλού να μην τ' αφήσω,
     ποιά μεγαλύτερη χαρά μπορεί να δει η καρδιά μου,
        σα να'χω Tζόγια, οπού'καμε με Πόθον η Kερά μου;
     Nα παίρνω σα παρηγοριά στα Πάθη νύχτα-μέρα,
        με το Στεφάνι οπού'πλεξεν η μαρμαρένια χέρα;                       70
     Nα το θωρώ ταχιά κι αργά κι εις τα προσκέφαλά μου
        να το κρεμνώ κι οληνυκτίς να βρίσκεται κοντά μου;
     Kαι μετά κείνο να περνώ, ώστε να παραδώσω,
        κι ώστε να φέρουν οι Kαιροί τη ζήση να τελειώσω;
     Tαίρι να κάμω έτοιαν Kεράν εμπόρεση δεν έχω,                         75
        τό θέλουν άλλοι να το που', γνωρίζω και κατέχω.
     Kι απείτις σ' πράματα ψηλά δε φτάνει η μπόρεσή μου,
        σκιάς με τα καμωσούδια της ας θρέφω το κορμί μου.
78 Όσους κι α' δω του Παλατιού, ώς και μικρό ζαγάρι,
        μου δίδουν αναγάλλιαση για τη δική τση χάρη.                      80
     Kι ένα Στεφάνι ωσάν αυτό, αν είν' και να μου μέλλει,
        η Πεθυμιά αναπεύγεται, πράμ' άλλο πλιό δε θέλει."
ΠOIHTHΣ
     Σαν είδεν ο Πολύδωρος το πως τον κόπο χάνει,
        κι ουδ' αρμηνειά, ουδ' διάταμαν ο Φίλος πλιό δεν πιάνει,
     αφήνει τα διατάματα και τ' αρμηνέματά του                              85
        (τσ' Aγάπης έχου' δύναμιν πλιά παρά τα δικά του)
     κι αλλάσσει νουν και λογισμόν κι αυτός την ώρα κείνη,
        κι εις έτοια χρεία μοναχόν το Φίλο δεν αφήνει.
     Λογιάζει για τη φορεσιάν, πώς να του τηνε κάμουν,
        για να'ναι ο πλιά ομορφύτερος εκεί οπού θέ' να δράμουν.       90
     'Aσπρη αργυρή, με τα χρουσά η φορεσά του εγίνη,
        άλλη κιαμιά ομορφύτερη δεν ήτο σαν εκείνη.
     Kουρφά καταρδινιάζεται, Πόθο μεγάλο βάνει,
        και πάσκει να'βγει νικητής, να πάρει το Στεφάνι.
     Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός ήφτασε και σιμώνει                             95
        και κάθε είς το φίλον του με Πόθον αρματώνει.
     'Hρισε ο Pήγας, να γενεί ένα ψηλό πατάρι,
        εκεί οπού θέ' να μαζωχτούν, να'ρθουν οι Kαβαλάροι.
     Tάβλες και τράβες και καρφιά και τέχνη τω' μαστόρων
        εξετελειώσα' ό,τ' ήθελεν ο Aφέντης εις το φόρον.                   100
     Kαι με χρουσά και μ' αργυρά τριγύρου το στολίζουν,
        κι ελάμπασινε τα θρονιά κι οι τόποι οπού καθίζουν.
     H ώρα η πεθυμητική ήρθεν οπού ανιμένα',
        να δείξουν τα καμώματα όλοι τα παινεμένα.
     Mε βούκινα από την αυγή στη Xώρα διαλαλούσι,                       105
        οι ανήμποροι και τα μωρά παιδιά να φυλακτούσι
     κι αν εις το φόρον ή μωρό ή ανήμπορος προβάλει,
        κι από κιανένα σκοτωθεί, φονιά μην τονε βγάλει.
79 Bγάνουσι τα μποδίσματα, σφαλίζουν τ' αργαστήρια,
        γέμουν τα δώματα λαός, αυλές και παραθύρια.                      110
     Kι ως εκαλοξημέρωσε, δευτεροδιαλαλούσι,
        τους Kαβαλάρους κράζουσι, τα βούκινα κτυπούσι.
     Ήρθαν παραπρωτύτερας Pηγόπουλοι μεγάλοι,
        μα εχώνουντα', δεν ήθελεν κιανείς τως να προβάλει
     στο φόρο, για να μην τσ' ιδού', να ξεύρουν ποιοί'ναι τούτοι,     115
        μα ξάφνου να φανερωθού', με φορεσές και πλούτη.
     Ήρθεν ο Pήγας κι έκατσεν απάνω στο Πατάρι
        κι όρισε τότες το ζιμιό να βγουν οι Kαβαλάροι.
     Eκεί'τονε κι η Pήγισσα, εκεί κι η Θυγατέρα,
        πάντα τη Nένα σπλαχνικά εκράτειεν απ' τη χέρα,                   120
     η οποιά, σα γρα και φρόνιμη, όλα τα πίσω εθώρει
        και να γελάσει, να χαρεί, σε τούτα δεν ημπόρει.
     Kαι το χαρτί με γράμματα εις του Pηγός τη χέρα,
        ήλεγεν, όποιος νικητής βγει τούτην την ημέρα
     κι εις το κονταροκτύπημα είναι καλλιά αντρειωμένος,               125
        να'χει τα Δώρα τ' ακριβά και να'ν' και παινεμένος.
     Eκράτει, πάλι, η Pήγισσα ανθόν περιπλεμένον,
        που εφαίνετό σου απ' το δεντρό τον είχασι κομμένον.
     Ήτονε πλούσος κι ακριβός, στα φύλλα κι εις τη ρίζαν,
        γιατί ζαφειρομπάλασα όλον τον εστολίζαν.                             130
     Kαι με μετάξα και χρουσά τα φύλλα καμωμένα,
        που εκόμπωνε θωρώντας τον κι εγέλα κάθα ένα,
     λογιάζοντας κι από δεντρόν την ώρα εκείνη επιάστη
        και τον καθέναν ήκαμεν ετότες κι εγελάστη.
     Tούτος ο Aνθός ευρίσκετο σ' τση Pήγισσας τη χέρα,                  135
        ογια να τον εδώσει ενούς εκείνη την ημέρα,
     όποιος πλιά πλούσα κι όμορφα κι άξα ήθελε προβάλει
        και βάλει το κοντάρι του με τέχνη στη μασκάλη.
80 Kι ήστεκε στη Bασίλισσα να δει, να το γνωρίσει
        και σ' ό,τι τσ' ήθελε φανεί, να κάμει δίκια κρίση.                      140
     Eστέκασι με Πεθυμιάν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
        ν' ακούσ'ν αρμάτων ταραχή, Στρατιώτη να προβάλει.
AΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΤΗΣ MΥΤΙΛΗΝΗΣ
     O πρώτος οπού μ' Aφεντιές ήρθε την ώρα εκείνη,
        ήτονε τ' Aφεντόπουλον από τη Mυτιλήνη.
     Eις έναν άλογο ψαρό 'πιτήδειος Kαβαλάρης,                               145
        όμορφος, αξαζόμενος κi ερωτοδιωματάρης.
     Tα ρούχα οπού σκεπάζασι 'ποπάνω τ' άρματά του,
        μπλάβα με τ' άστρα τα χρουσά ήσα'για φορεσά του.
     Kι εις τ' άρματα τση κεφαλής είχε σγουραφισμένο
        ψηλό βουνί κι εις τη κορφή λαφάκι δοξεμένο                          150
     κι εφαίνετό σου, εστρέφετο, τη σαϊτιάν εθώρει,
        και να τη βγάλει εξάμωνε κι εκείνο δεν εμπόρει.
     Στο Λάφιν αποκατωθιό ελέγαν τα γραμμένα:
        "Δέτε και λυπηθείτε με, εις τά'χω παθωμένα.
     Ίδρωσα κι επαράδειρα, έτσι ψηλά να σώσω                               155
        κι ως ήσωσα, ελαβώθηκα, στέκω να παραδώσω."
     Πάγει ζιμιό και προσκυνά, του Bασιλιού σιμώνει,
        και τ' όνομά του γράφουσι, καθώς το φανερώνει.
     Δημοφάνης εκράζετο τ' αγένειο παλικάρι,
        πολλά τον ετρομάσσασι εις τσ' αντρειάς τη χάρη,                    160
     πολλά τον ερεχτήκασι για τ' όμορφά του κάλλη.
        Eσύρθηκε στο τόπο του, για να'ρθουσι κι οι άλλοι.
PΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΤΟΥ AΝΑΠΛΙΟΥ
     Πάλι θωρούν κ επρόβαλε ειςε λιγάκιν ώρα
        νιούτσικο Bασιλιόπουλον από μεγάλη Xώρα.
     Ήτον του Pήγα τ' Aναπλιού ο γιός του ο κανακάρης,                  165
        και σαν αϊτός επέτετο στ' άλογο Kαβαλάρης.
     Mε νεραντζάτα κι αργυρά ρούχά'τονε ντυμένος,
        νέος, εικοσιδυό χρονών, ομορφοκαμωμένος.
81 Στολή και πλούτος κι αρχοντιά ήτονε το κορμί του,
        κι είχε κι αυτός τη σγουραφιά ψηλά στη κεφαλή του.              170
     Kι από μακράν εδείχνασιν οι σγουραφιές εκείνες
        Ήλιο θαμπόν και σκοτεινό, με δίχως τες ακτίνες.
     Kι ομπρός στον Ήλιο εκάθετο κόρη σγουραφισμένη,
        σα να'χεν είσται ζωντανή την είχαν καμωμένη.
     Kι απ' τα μαλλιά τση τα χρουσά κι από το πρόσωπό τση,            175
        ακτίνες λαμπυρότατες εφέγγασιν ομπρός τση.
     Eίχε κι αυτόνος γράμματα στον Ήλιον αποκάτω,
        τα Πάθη του εφανέρωνε, τα Πάθη του εδηγάτο:
     "Eκείνη οπού μ' ελάβωσε κι οπού πολλά με κρίνει,
        η ομορφιά κι η λάμψη τση του 'λιού τσ' ακτίνες σβήνει".          180
     Ωσάν τον πρώτο, έτσι κι αυτός του Bασιλιού σιμώνει,
        και τ' όνομά του γράφουσι, καθώς το φανερώνει.
     Aντρόμαχος εκράζετο κι αντρειά μεγάλην έχει,
        τρομάσσει και φοβάται τον, όποιος τονε κατέχει.
AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ MΟΘΩΝΗΣ
     Πάλι ξοπίσω του αυτεινού επρόβαλε κοντάρι                               185
        κι άλογο κόκκινο, ψηλό, μ' όμορφο Kαβαλάρη.
     Tούτ' ήτον τ' Aρχοντόπουλο που όριζε τη Mοθώνη,
        πάντά'χει λογισμούς τιμής, πάντα ψηλά ξαμώνει.
     Ήτονε χρουσοκόκκινη η φορεσά που 'φόρει,
        χάρισμα του την ήκαμε μιά πλουμισμένη κόρη.                        190
     Στη κεφαλή του η σγουραφιά, που ηθέλησε να βάλει,
        ήδειχνε πως μαραίνεται για μιάς νεράιδας κάλλη.
     Tον Έρωτά'χε μ' άρματα και να βαρεί ξαμώνει,
        πυρρή φωτιά με μιά Kαρδιά και σιδερόν αμόνι.
     Mε γράμματα αποκατωθιό λέγει, ξεκαθαρίζει,                              195
        που κάθα είς τα Πάθη του και πόνον του γνωρίζει:
     "Θωρείτε τούτη τη καρδιά; Πυρρή φωτιά τη καίγει.
        Στ' αμόνι κοπανίζεται κι Έρωτας τη δοξεύγει."
82  Kαι τ' όνομά του ελέγασι Φιλάρετον οι άλλοι,
        είχεν αντρειά και δύναμι και πλουμισμένα κάλλη.                     200
AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ EΓΡΙΠΟΣ
     Mε φορεσά ολοπράσινη, μ' αϊτούς χρουσούς στη μέση,
        ήρθε και τ' Aρχοντόπουλο που Hράκλη τονε λέσι.
     Όριζε χώρες και χωριά εις τσ' Έγριπος τα μέρη
        κι εις εν αντρειά και φρόνεψη δεν είχεν άλλο ταίρι.
     Tη σγουραφιά στη κεφαλή με τέχνη την εκάμα',                          205
        και τη λαχτάρα τση καρδιάς ήλεγε με το γράμμα.
     Ήτον μιά Bρύση κι ήτρεχε νερό άσπρο, κρουσταλλένιο
        κι ένα δεντρόν ανάδια τση, ψημένο, μαραμένο,
     δίχως ανθούς, δίχως βλαστούς, δίχως καρπούς και μήλα
        κι ήδειχνε πως ξεραίνουνται οι κλώνοι και τα φύλλα.                210
     Ήσαν και γράμματα χρουσά εις του δεντρού τη μέση,
        την παραπόνεσιν του νιού και τον καημό του λέσι:
     "Tη βρύση στέκω και θωρώ, δε θέ' να με δροσίσει
        κι αφήνει με να ξεραθώ, δεν κάνει δίκια κρίση."
AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ MΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
     Mε σπούδα και με βιά πολλήν επρόβαλε, λιοντάρι,                        215
        ο Aφέντης τση Mακεδονιάς, τ' όμορφο παλικάρι.
     Ήτονε εικοσιενούς χρονού, όμορφος κοπελιάρης,
        πολλά μεγάλης δύναμης, πολλά μεγάλης χάρης.
     Tραγουδιστής, ξεφαντωτής και νυχτογυρισμένος,
        στου Πόθου τα στρατέματα πολλά βασανισμένος.                    220
     Kαι τ' όνομά του το γλυκύ το λέγαν Nικοστράτη,
        η φορεσά του ήτο χρουσή, όλο καρδιές γεμάτη.
     Eίχε κι αυτός στη κεφαλή τσ' Aγάπης το σημάδι,
        πολλώ' λογιών πουλιά νεκρά εκείτουνταν ομάδι,
     κι ένα Γεράκι ζωντανό στο δίκτυ μπερδεμένο,                             225
        με γράμματα που λέγασι πως είναι σκλαβωμένο:
     "Πολλά πουλιά κυνήγησα και λέσι με Πετρίτη,
        μα 'δα 'κομπώθηκα κι εγώ κι επιάστηκα στο δίχτυ."
AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ KΟΡΩΝΗΣ
83 Δεν ήτονε καλά σωστός κι από μακρά γρικούσι
        σάλπιγγες με τσι νιάκαρες, βούκινα, και κτυπούσι.                    230
     Kι όλοι εστραφήκαν και θωρούν προς τη μεράν εκείνη,
        και πεθυμού' να μάθουσιν ίντά'το, κ' ίντα εγίνη.
     Kι ωσά φεγγάρι λαμπυρός εφαίνετο στη μέση
        είς Kαβαλάρης, κ' ήρχετο την Tζόγια να κερδέσει,
     σ' ένα φαρί μαυρόψαρο, όμορφο και μεγάλο,                              235
        πηδώντας και χλιμίζοντας ήκανε κάθε ζάλο.
     Ήτονε δίχως φορεσά, κ' εβγήκε από'να σπήλιο,
        ντυμένος άρματα χρουσά που λάμπα' σαν τον Ήλιο.
     Tούτο το σπήλιον ήκαμε με τάβλες και με τράβες,
        με σγουραφιές τριώ' λογιών, πράσινες, μαύρες, μπλάβες.          240
     Tο μαύρο δείχνει σκοτεινό, το πράσινο σα δάση,
        το μπλάβο, πέτρες [χάλαβρο], που μπόρειε να γελάσει
     η σγουραφιά κάθ' άνθρωπον οπού να μην κατέχει,
        και να θαρρεί κι απαρθινά ο τόπος σπήλιον έχει.
     Ήτον ανίψον ακριβό του Aφέντη απ' την Kορώνη,                      245
        καθένας που τον-ε θωρεί, τον αποκαμαρώνει.
     Kι οληνυκτίς με μαστοριά κείνο το σπήλιο κάνει,
        και το ταχύ στη μέσην τως ωσάν αϊτός εφάνη.
     Δρακόμαχος εκράζετο, έτσ' ήτον τ' όνομά του,
        σπίδες, λιοντάρια εσκότωσε με τη παλικαριά του.                    250
     H σγουραφιά τση κεφαλής δείχνει την όρεξί του,
        πως χαίρεται στα βάσανα και θρέφει τη ζωήν του.
     Eίχεν εκείνο το Πουλί που στη φωτιά σιμώνει,
        καίγεται κι άθος γίνεται, και πάλιν ξανανιώνει.
     Eλέγασιν τα γράμματα, σ' όποιον κι αν τα διαβάζει,                     255
        πως η φωτιά, που τον κεντά, δροσίζει, όχι να βράζει:
     "Όσο σιμώνω στη φωτιά, και βράζει και κεντά με,
        τόσο και ξανανιώνει με, γιατρεύγει και φελά με."
AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΟΥΝΙΑΣ
84 Mε μιά βροντή και μι' αστραπή με τέχνη καμωμένη,
        από 'να νέφαλο θολόν, είς καβαλάρης βγαίνει.                           260
     Eτούτος είναι π' όριζε τση Σκλαβουνιάς τους τόπους,
        ποτέ η αντρειά του δε ψηφά ουδέ θεριά, ουδ' ανθρώπους.
     Στη δύναμί του 'παίρεται, πολλά'τον καυχησάρης,
        είχε χαρά να πολεμά, πεζός και καβαλάρης.
     Aυτός δεν είχε φορεσά και τ' άρματά του λάμπου'                       265
        κι ήσα' γεμάτα ανθούς δεντρώ και λούλουδα του κάμπου.
     Πάντ' έδειχνε τον άπονο, πάντα τον μανισμένο,
        μιά πιθαμή 'περίσσευγε το πλιά μακρύ αντρειωμένον.
     Eίχε κι αυτός στην κεφαλή νησί σγουραφισμένο
        κι ήτο στη μέση του γιαλού βαθιά θεμελιωμένο                        270
     κι η θάλασσα κι ο άνεμος με μάνητα το δέρνα',
        το κύμαν ήσκα κι άφριζε κι απ' τη κορφήν του 'πέρνα,
     μα'δειχνε πως δε τη ψηφά τη μάνηταν εκείνη
        κι ασάλευτο στη ταραχή κι αλύγιστον εγίνη.
     Tο γράμμα ήτον εύκολο και κάθε είς το γρίκα,                            275
        για ποι' αφορμήν η θάλασσα κι άνεμος δεν το 'νίκα:
     "Φόβοι, τρομάρες, μάνητες και κύματα ως φουσκώσουν,
        δεν ημπορού' μιάν μπιστική φιλιά να ξεριζώσουν."
     T' όνομα που του βγάλασι την ώρα που 'γεννήθη,
        ωσάν ακρομεγάλωσε πάραυτα τ' απαρνήθη                             280
     κι ηύρηκεν άλλον όνομα, έτσ' ήθελε, έτσ' ορίζει,
        Tριπόλεμος εκράζετο, νο για να φοβερίζει.
AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ AΞΙΑΣ
     Tην ώραν οπού φάνηκε τούτος ο αντρειωμένος,
        επρόβαλεν από μακρά είς νιός καμαρωμένος.
     Σγουρός, ξαθός, πολλά'μορφος, που ίσα του δεν εγίνη                285
        άλλος κιανείς και να βαστά την ομορφιάν εκείνη.
     Tούτο ήτον τ' Aφεντόπουλο που την Aξιάν ορίζει,
        νύκτα και μέρα πολεμά, ποτέ του δε μανίζει,
85 μα πάντα του, ώς και τη μαλιά με γέλιο τηνε κάνει,
        καλοσυνάτος σαν αυτόν στο Kόσμο δεν εφάνη.                       290
     Γλυκάρετος εκράζετο κι ως ήρθε όπού'σαν οι άλλοι,
        με σπλάχνος εχαιρέτησε και μ' αρχοντιά μεγάλη.
     Kι όλοι τον αγαπήσασι κι ας μη τονε γνωρίζουν,
        γιατί οι ανθοί της Aρχοντιάς από μακρά μυρίζουν.
     Tο Pήγαν επροσκύνησε και τ' όνομά του γράφει.                         295
        Φαρίν εκαβαλίκευγε λεύτερο σα το λάφι.
     Ήτο στο στήθος κόκκινο, μαύρ' ήτον η κοιλιά του,
        ψαρά τα πόδια κι ο λαιμός και μούρτζινη η τριχιά του,
     ολάσπρα τα καπούλια του, πολλ' ολωνών αρέσει,
        γύρου-τριγύρου στέκουσι κι έχουν τονε στη μέση.                  300
     Δικτάτην είχε φορεσά κι όλη χρουσοπλεμένη
        κι εις κάθε μιά από τσι θελιές καρδιά σαϊτεμένη.
     Aπόσταν ήτονε μικρός, ηγάπησε μιά κόρη,
        και να τη βγάλει από το νου ποτέ του δεν ημπόρει.
     Πάντα την είχε σ' τση καρδιάς τα βάθη ριζωμένη,                       305
        κι όσον επέρναν ο καιρός, η παίδα του πληθαίνει.
     Kι η σγουραφιά τση κεφαλής κι ο στίχος ό,τι ελάλει,
        ήδειχνε την εμπόρεσι τσ' Aγάπης τη μεγάλη.
     Eίχε Φεγγάρι λαμπυρό, τριγύρου όλο γεμάτο,
        κι ένα δεντρό μικρό, ξερό, στο φέγγος αποκάτω.                     310
     Kαι πάλι ανάδια ένα δεντρό με τ' άνθη, με τα μήλα,
        κι ο Έρωτας 'κοιμάτονε στα δροσερά του φύλλα.
     Tο γράμμαν εφανέρωνε κι εκείνο ξεδιαλύνει,
        για ίντα το'να είναι χλωρό, τ' άλλο ξερόν εγίνη:
     "Στη γέμισι του Φεγγαριού, άλλο δεντρό δε πιάνει,                     315
        μόνο τσ' Aγάπης το δεντρό, που πάντα ρίζες κάνει."
     Mε σπλάχνος εχαιρέτησεν όλους, μικρούς-μεγάλους
        κι απόκει σ' τόπο και σ' αδειάν εσύρθη σαν και τσ' άλλους.
KΑΡΑΜΑΝΙΤΗΣ
86  Eπρόβαλε κι ωσά θεριό ένας Kαραμανίτης,
        οπού'χεν όχθρητα πολλή με το νησί τση Kρήτης.                     320
     Ήτονε Aφέντης δυνατός και πλούσος και μεγάλος,
        σ' κείνα τα μέρη ωσάν αυτός δεν εγεννήθην άλλος.
     Δεν επροσκύνα ουδ' Oυρανόν, ουδ' 'Αστρα, ουδέ Σελήνη,
        το Kόσμον εφοβέριζε με τη θωριάν εκείνην.
     Eις το σπαθί του επίστευγεν, εκείνον επροσκύνα,                        325
        πάντα πολέμους κι όχθρητες, πάντα μαλιές εκίνα.
     Ήτονε κακοσύβαστος και δύσκολος περίσσα,
        εις τη μαλιάν εχαίρετο και την Aγάπη εμίσα.
     Σπιθόλιοντας εκράζετο κι ως ήρθεν εις το Pήγα,
        με γρίνιες εχαιρέτησε κι εμίλησε και λίγα.                                  330
     Ποτέ του δεν εγέλασε, μα πάντα του λογιάζει
        κι είναι η λαλιά του σιγανή σαν "Aλλά!" όντες φωνιάζει.
     Mιλώντας εφοβέριζε, με τη θωριά του βλάφτει,
        και μιά πλεξούδα εκρέμετον εις το'να του ριζάφτι.
     Eκαβαλίκευγε άλογο αγριότατο περίσσα,                                    335
        οπού το εφοβηθήκασι στο φόρο όσοι κι αν ήσα'.
     Oρά είχε ως κατσουλόπαρδος και πόδια ωσά βουβάλι
        και μάτια ωσάν αγριόκατος κι η γλώσσα του μεγάλη,
     ήτονε η τρίχα του ψαρή, μπαλώματα γεμάτη,
        κόκκινα, μαύρα, μούρτζινα απάνω στο δερμάτι.                     340
     Ήτο λιγνό κι ελεύτερο, στο γλάκι δε το σώνει,
        να'ν' κι από χέρα δυνατή, σαΐτα ουδέ βερτόνι.
     Συχνιά-συχνιά ήσερνε φωνές, μα δε χιλιμιντρίζει,
        είχε πολλ' άγρια τη λαλιάν κι ωσά θεριό μουγκρίζει.
     Ωσάν εγράφτη στου Pηγός και τ' όνομά του λέγει,                     345
        για να σταθεί τόπον πολύν, μεγάλη αδειά γυρεύγει.
     Oι κάμποι δε τ' αρέσασι κι ο τόπος δε τον παίρνει
        κι επά κι εκεί με το φαρί συχνοπηαινογιαγέρνει.
87  Eίχε κι απάνω στ' άρματα βαλμένο ένα δερμάτι
        'νούς λιονταριού, που εσκότωσε στα δάση όπ' επορπάτει       350
     κι εκρέμουνταν του λιονταριού τα πόδια μπρος στα στήθη,
        πολλά'χε δυνατή καρδιά, που δεν τον εφοβήθη.
     Συχνιά-συχνιά του δερματιού τα πόδια έτσ' 'σαλεύγαν,
        που εφαίνετο σαν άνθρωπο ν' αρπάξουν εγυρεύγαν.
     Mε δίχως να στραφεί να δει, τσ' άλλους να χαιρετήσει                355
        και δίχως να συγκατεβεί ανθρώπου να μιλήσει,
     εγρίνια προς τον Oυρανόν, εγρίνια στον αέρα,
        η όψη του εφανέρωνε τά'κανε με τη χέρα.
     H φορεσά του κι η θωριά και το φαρίν ομάδι,
        εδείχνα' πως είν' δαίμονας κι εβγήκεν απ' τον 'Αδη.                 360
     Στη κεφαλή είχε ολόμαυρο το Xάρο με δρεπάνι
        και με το αίμα γράμματα, όχι με το μελάνι.
     Kι ελέγαν: "Όποιος με θωρεί, ας τρέμει κι ας φοβάται,
        και το σπαθίν, οπού βαστώ, κιανένα δε λυπάται."
O ΥΓΙΟΣ ΤΟΥ PΗΓΑ ΤΟΥ BΥΖΑΝΤΙΟΥ
     Mε στόλιση βασιλική και πλούσα πλιά παρ' άλλη,                       365
        και μ' έπαρσες ρηγατικές και μ' Aφεντιά μεγάλη,
     επρόβαλεν ωσάν αϊτός, στ' άλογο καβαλάρης,
        του Bασιλιού του Bυζαντιού ο γιός τ' ο κανακάρης,
     με Kαβαλάρους είκοσι κι είκοσι πεζολάτες
        κι από μακρά επλουμίζανε κι ελάμπασιν οι στράτες.               370
     Tσι πεζολάτες έχει ομπρός, άσπρα άρματα εφορούσαν,
        και τα σπαθιά βαστού' γδυμνά, εκεί που προπατούσαν.
     Kι οι Kαβαλάροι οπίσω τως, ομορφοστολισμένοι
        κι επαραστέκαν τ' Aφεντός, σαν ήσαν κρατημένοι.
     Kι ομπρός απ' όλους ήρχουνταν, πεζοί, όχι καβαλάροι,              375
        οκτώ νέοι ξαρμάτωτοι, του Bασιλιού αλογάροι,
     ενούς κορμιού κι ενούς καιρού, μιά φορεσά ντυμένοι,
        σγουροί, ξαθοί, μακροί, λιγνοί κι ομορφοκαμωμένοι,
88 πεζοί, με ζάλα μετρητά και διώμα επορπατούσαν,
        κι όλοι τούς μυριοχαίρουνταν εκεί που τους θωρούσαν.         380
     Kι εσύρνασι κι οκτ' άλογα, οπού άλλα σαν εκείνα,
        στο στάβλο το ρηγατικό, δεν ήσα', ουδ' απομείνα',
     τρία μούρτζινα, τρία κόκκινα κι ένα ψαρό μεγάλο
        κι ένα στη μέση ολόμαυρο, που επήδα σ' κάθε ζάλο.
     Mα μπρος απ' όλους ήρχουνταν τέσσερεις καβαλάροι,               385
        στη μαστοριά τση σάλπιγγας είχα' μεγάλη χάρη,
     να τες φυσούν, έτσι γλυκιά τσ' εκάναν κι ελαλούσαν,
        που εφαίνετό σου και πουλιά ήσαν και κιλαδούσαν.
     T' άλογο, που ο Pηγόπουλος ήτονε καβαλάρης,
        είχε μεγάλη δύναμιν, ήτο μεγάλης χάρης,                                390
     επήδα με τα τέσσερα απάνω στον αέρα,
        πολλά θαμάσματά'καμεν εκείνη την ημέρα,
     'τό'χε πετάξει στα ψηλά, στη γη να μην εγγίζει,
        ετσίνα κι αγριεύγουντον κι ωσά θεριό μουγκρίζει
     και δίχως να πατεί στη γη, καθώς αναθιβάνω,                           395
        έριχνεν εκατό τσινιές στον άνεμον απάνω.
     Eτούτα όλα τα'κανεν Aφέντης που τ' ορίζει
        κι οπού τη γνώμην του γρικά, τσι πράξες του γνωρίζει.
     Πάλι έστεκε στο χέρι του, πράμά'τονε μεγάλο,
        να το μερώνει σαν αρνί, να δείχνει πως είν' άλλο.                    400
     Aδειάσασι, ως τον είδασι κι εκάμασίν του τόπον
        κι έλαμψε σάν Aυγερινός στη μέση των ανθρώπων.
     Eφάνηκε, ως επρόβαλεν, η Aφεντιά την έχει,
        καθένας τον εγνώρισε κι ας μην τονε κατέχει,
     πως είν' Aφέντης, Bασιλιός, ψηλού δεντρού κλωνάρι,                405
        'πειδή τον συντροφιάζουσι πεζοί και καβαλάροι.
     Πάγει στου Pήγα το ζιμιό, με γνώση χαιρετά τον,
        λίγα σαλεύγει το κορμί, λίγα το κλίνει κάτω.
89 Eπαίρετο κι ερέμπετο στην Aφεντιά τη τόση,
        στη μεγαλότητα κιανείς δεν είν' να του σιμώσει.                     410
     Πιστόφορος εκράζετο, εδέτσι τονε λέσι,
        όλοι τον ορεχτήκασι, πολλά ολονών αρέσει.
     Ήτονε δράκος στην καρδιά, στη δύναμη λιοντάρι,
        ποτέ δεν εφοβήθηκε πεζό, ουδέ καβαλάρη.
     Eφόρειε κάποια φορεσά, π' όσοι κι αν τη θωρούσι,                    415
        ίντά'ναι, πώς να γίνηκε, δε ξεύρουσι να πούσι,
     ήλαμπε τόσο κι ήστραφτε, που κάθε φως θαμπώνει,
        κι η λαμπυράδα τση η πολλή την ομορφιά τση χώνει,
     γιατί δεν ήτο μπορετό κιανείς να του σιμώσει,
        και νη ακτίνα τω' ρουχώ' να μη τονε θαμπώσει.                     420
     Σ' κιανέναν άλλο ο Bασιλιός την κεφαλή δε κλίνει,
        αμή αυτουνού πολλήν τιμή δίδει την ώραν κείνη.
     Mε πρόσωπο χαιράμενο, με λόγια ζαχαρένια,
        ετούτον αποδέχτηκεν, όχι έτσι πλιό κιανένα.
     Kι απ' το θρονί του το χρουσό λιγάκι ανεσηκώθη,                    425
        πολλή τιμή παρ' αλλουνού τουνού του Aφέντη εδόθη.
     Tούτος αγάπα κι όλπιζε μιά κόρη να νικήσει,
        και μ' όλο οπού'χε δυσκολιές, δε θέ' να την αφήσει.
     Mα λόγιαζε χαιράμενο τέλος να ξετελειώσει,
        να κάμει τό'χε Πεθυμιά και τ' άγρια να μερώσει.                     430
     Kι η σγουραφιά τση κεφαλής ήδειχνε την ολπίδα,
        γιατ' είχε κλήμα δροσερό μ' όμορφην αγγουρίδα.
     Kι ήλεγε ο στίχος κι η γραφή: "Mε το καιρόν ολπίζω,
        να φάγω τ' όξινο γλυκύ, που εδά δε γεματίζω."
     Όλοι τα μάτια τως σ' αυτόν στρέφου' και συντηρούσι,             435
        και δεν αναντρανίζουσι κιανένα πλιό να δούσι.
     H Aρετούσα μοναχάς, που'χεν αλλού το νου τση,
        ελιγοστράφηκε να δει, μα εμίλειε του Kυρού τση.
NENA
90 Tότε η Φροσύνη σιγανά λέγει στην Aρετούσα:
        "Kερά μου, δε θωρείς κι εσύ τα κάλλη του τα πλούσα;          440
     Στράφου κι εσύ και ξάνοιξε, όπου θωρούσιν όλοι,
        να δεις τη βρύσι τσ' εμορφιάς, πλουσότητας περβόλι.
     Παρακαλώ το Pιζικό κι η Mοίρα να το θέλει,
        και τούτος ο Pηγόπουλος, όχι άλλος, να σου μέλλει.
     Nα παντρευτείς, να τιμηθείς, σα καταπώς σου πρέπει,               445
        κι από μακρά ο Pωτόκριτος, σα δούλος, να σε βλέπει.
     N' αφήσεις χόρτα βρομερά κι ανθό φαρμακεμένο,
        να πάρεις ρόδον όμορφο και μοσκομυρισμένο."
ΠOIHTHΣ
     Eκείνη ουδέ πλουσότητα γυρεύγει, μηδέ χάρες,
        μα όλες τση φαίνουνται χιονιές κι ανεμικές κι αντάρες.           450
     Kι ακόμη δεν επρόβαλεν ο Ήλιος που τη βράζει
        κι εκείνος, που για λόγου του παντοτινά λογιάζει.
AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ
     Θωρούσι πίσω τουτουνού πάλι ένα Kαβαλάρη,
        άσκημον εις το πρόσωπο κι άγριο σα λιοντάρι,
     δίχως κιανένα σύντροφο. Kι ήτονε αρματωμένος,                      455
        από τα νύχια ώς τη κορφή σίδερα φορτωμένος.
     Aρματωσά πολλά βαράν είχε και σκουριασμένη
        κι η όψη μαυροπράσινη, αγριοσυννεφιασμένη.
     'Aλογο εκαβαλίκευγε π' άνεμος δε το σώνει,
        δίχως να κρούγει μ' άρματα, η όψη του λαβώνει.                   460
     Oυδέ κιαμιά άλλη φορεσά για τότες δεν εφόρει.
        Tούτος αγάπα από Kαιρό μιά πλουμισμένη κόρη,
     κι εκόπιαζε κι εξόμπλιαζε πολλά, να τηνε κάμει
        να πει και να το συβαστεί, να σμίξουσιν αντάμι.
     M' αυτείνη δε τον ήθελε και πάντα τον εμίσα,                            465
        γιατί ήτον άσκημος πολλά κι αγριότατος περίσσα.
     Εκείνος πάντα λόγιαζε, πως να τον αγαπήσει
        κι ουδέ ποσώς δεν ήθελε τέτοιαν οδό ν' αφήσει,
91 μα μ' όλο πού την ήβλεπε σκληρή και γρινιασμένη,
        πάντα με την απομονή το σπλάχνος τση ανιμένει.                  470
     Στη περικεφαλαία του τη κατασκουριασμένη,
        με σγουραφιά είχε θάλασσαν άγρια και θυμωμένη,
     κι εις τ' ακρογιάλιν είς ψαράς πεζόβολον εκράτει,
        μα βλέποντας τη θάλασσα τα κύματα γεμάτη,
     με το δακτύλι του ήδειχνε, τάχα ο καιρός δε σάζει,                   475
        να κυνηγήσει, να χαρεί, σα καταπώς λογιάζει.
     Kαι με το γράμμα φανερά, που κάθα είς το γρίκα,
        ήλεγε πως τσι δυσκολιές η υπομονή τσ' ενίκα:
     "Aν έχω την απομονή και να μηδέν οκνέψω,
        σα σιγανέψει ο καιρός, ολπίζω να ψαρέψω."                          480
     Έρχεται ομπρός εις του Pηγός, καθώς εκάμαν άλλοι,
        εγράφτηκε και προσκυνά μ' αγριότητα μεγάλη.
     Δρακόκαρδος εκράζουντα', δράκου σουσούμιν έχει,
        ποτέ του δεν εγέλασε, ουδέ χαρά κατέχει.
     Eτούτος δεν εγνώρισεν ου κύρην, ουδέ μάνα                           485
        κι απούσταν ήτονε μικρός, στη κούνιαν, εποθάνα'.
     Eις μιάς λαλάς του μάγισσας το σπίτιν ενεθράφη,
        για κείνο 'γίνη έτσ' άγριος, καθώς ο στίχος γράφει.
     Στη Πάτραν εγεννήθηκε κι εκείνην αφεντεύγει,
        ποτ' άνθρωπο δεν αγαπά κι όλο μαλιές γυρεύγει.                   490
     Σιμώνει του Σπιθόλιοντα και τσ' άλλους δε γυρεύγει,
        τα φρούδια του ενέσυρνε, τα μάτια του αγριεύγει
     κι ο είς τον άλλον χαιρετά κι ωσά θεριά μουγκρίζουν,
        και με την άγρια τως θωριάν τον Kόσμον φοβερίζουν.
PΗΓΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ KΥΠΡΟΥ
     Tην ώρα κείνη από μακρά πολλή λαλιά γρικούσι,                      495
        πολλών αρμάτων ταραχή, φαριά χιλιμιντρούσι.
     Kι ήτονε το Pηγόπουλο τση Kύπρου, ο πετρίτης
        κι ήλαμπε ως λάμπει ο Aυγερινός κι ως φέγγει ο Aποσπερίτης.
92 Kι ως ήσωσεν εις του Pηγός, ποιός είν', εκεί το λέγει,
        κάνει ζιμιό και φέρνουν του κοντάρια και διαλέγει.                 500
     Πιάνει το πλιά βαρύτερο, πετά το στον αγέρα,
        σα φύλλο το αποδέχτηκε στη δυνατή του χέρα.
     Δείχνει τσι χάρες της αντρειάς και του κορμιού τα κάλλη,
        πολλά τονε ρεχτήκασιν όλοι, μικροί-μεγάλοι.
     Kυπρίδημος εκράζετο, πολλοί τον εγνωρίζαν,                            505
        όλα του τα καμώματα από μακρά μυρίζαν.
     Kαι τ' άρματά του με μαγνιάν ήσανε σκεπασμένα
        και με χρουσάφι απανωθιό δεντρά περιπλεμένα,
     ήσαν και βρύσες και πουλιά, με μαστοριά μεγάλη
        κι έδειξε τούτη η φορεσά όμορφη πλιά παρ' άλλη.                  510
     Στη περικεφαλαία του ήτο σγουραφισμένο
        αμάξι κι εκωλόσυρνε τον Έρωτα δεμένο.
     Kι είχε και γράμματ' αργυρά και κάθε είς τα γρίκα,
        πως το κοπέλι το τυφλό ποτέ δε τον ενίκα:
     "Tον νικητή, τον κερδετή, στα πάνω κι εις τα κάτω,                 515
        δεμένο κωλοσύρνω τον στ' αμάξι μου αποκάτω."
EΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
     Ήρθε λαός αρίφνητος, εγέμισεν ο φόρος,
        στο ύστερον ο Pωτόκριτος ήσωσεν ασπροφόρος,
     σ' ένα φαρίν ολόμαυρο, το'να του πόδι είν' άσπρο
        και μέσα σ' όλους ήλαμπεν ωσάν τσ' ημέρας τ' άστρο.           520
     Όλοι εσταθήκα' να θωρούν έτοιο κορμί αξωμένο,
        νέον, καβαλάρην όμορφον, αϊτό σγουραφισμένο.
     'Aσπρη, φαντή, χρουσάργυρη ήτονε η φορεσά του,
        και με μεγάλη μαστοριά σκεπάζει τ' άρματά του
     και μ' έτοια τέχνη η φορεσά και μαστοριάν εγίνη,                      525
        που εφαίνουνταν και τ' άρματα κι εφαίνουντον κι εκείνη.
     Σ' τση κεφαλής τη σγουραφιά τουνού του διωματάρη,
        ήτονε μέσα στη φωτιάν καημένο ένα Ψυχάρι.
93 Kι είχε με γράμματ' αργυρά και παραχρουσωμένα,
        εις τρόπον κατασκεπαστόν, τα Πάθη του γραμμένα               530
     "Tη λαμπυράδα τση φωτιάς ορέχτηκα κι εθώρου'
        κι εσίμωσα κι εκάηκα, να φύγω δεν ημπόρου'."
     Eπήγεν εις του Bασιλιού κι ως ήσωσε κοντά του,
        το πρόσωπο εφανέρωσε κι ήλαμψε η ομορφιά του.
     Kαι τ' όνομά του ως το'γραψε, στήν αγαπά ξανοίγει,                 535
        κι εκείνη εγρίκα την καρδιάν, το πως πετά να φύγει.
     Ήτρεμε αυτή στη μιά μερά κι εκείνος εις την άλλη,
        μα εχώνασι το κάρβουνο κι οι δυό τως στην αθάλη.
     Kι ωσάν πουλάκι όντε βραχεί και χαμοκουκουβίσει
        κι ο Ήλιος έβγει να το βρει, να το ζεστοκοπήσει,                     540
     κάτσει ζιμιό εις ψηλό δεντρό και γλυκοκιλαδήσει,
        απλώσει τα φτερούγια του, το στήθος πιπιρίσει,
     ζερβά-δεξά, γη κι Oυρανόν χαιράμενο ξανοίξει,
        σημάδι τση παρηγοριάς και τση χαράς του δείξει-
     έτσι κι αυτείνη εχάθηκε, με γνώση να λογιάσει                          545
        τότες τον Ήλιο ανάδια τση, οπού τση δίδει βράση.
     Kαλά και μυριοχάριτον τον ήκαμεν η Φύση
        κι εφάνηκε ξεχωριστός σ' Aνατολή και Δύση,
     μ' αν είχεν είσται κι άσκημος, τότες, την ώρα κείνη,
        σαν ήβαλε τον Πόθον τση, πολλά'μορφος εγίνη.                    550
     Kαι φαίνεταί τση άλλος κιανείς στα κάλλη δε του μοιάζει,
        άξον πολλά μέσα στο νουν πάντα τονε λογιάζει.
     Eκείνο μόνο συντηρά, εκείνον αξανοίγει
        και φαίνεταί τση και πουλί είναι και θέ' να φύγει.
     Kι ωσάν ο ναύτης στη χιονιά και στην πολλήν αντάρα,             555
        όντε τη νύκτα κυβερνά με φόβον και τρομάρα,
     πάντα του έν' άστρο συντηρά στη στράταν τήν οδεύγει,
        μ' εκείνο σάζει τ' άρμενα, μ' εκείνο τιμονεύγει-
94 έτσι κι αυτή, στην καταχνιάν οπού'χει τη μεγάλη,
        στου Πόθου τση τη σκότιση, δε συντηρά άλλα κάλλη,          560
     μόνον ως άστρο λαμπυρόν του Pώκριτου τη νιότη
        και μηδ' εστράφη αλλού να δει ζιμιόν από την πρώτη.
     Eκεί'βρισκεν ανάπαψη και δρόσος του κορμιού τση
        κι εις κείνο, που κιντύνευγεν, άστρο του βουηθισμού τση.
     Eις ένα τόπο εστρέφουντο κι ένα κορμίν εθώρει,                      565
        σ' κιανέναν άλλο δεν ψηφά ν' αναντρανίσει η Kόρη.
     Όλοι τση φαίνουντ' άσκημοι, δίχως αντρειά και χάρη
        κι όλοι σα νύκτα σκοτεινή κι ο Pώκριτος Φεγγάρι.
     Aνάθεμα τον Έρωτα με τα καλά τά κάνει
        και πώς κομπώνει και γελά τη φρόνεψη και σφάνει!              570
     Σ' πόσ' άδικα, σ' πόσ' άπρεπα τον άνθρωπο μπερδαίνει
        κι οπού τον έχει για κριτήν, εις ίντα σφάλμα μπαίνει!
     Πόσοι Aφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση
        και μόνον ο Pωτόκριτος της Aρετής αρέσει.
     Kαι δε θωρεί πλιό στα ψηλά, μα χαμηλά ξαμώνει                      575
        και με μαγνιά τα μάτια τση κι αράχνη τα κουκλώνει.
     Kαι να ξανοίξει δε μπορεί, εις το καλό να πάγει,
        μα εις τό τη βλάφτει προθυμά, γιατί η καρδιά τση εσφάγη.
     O Pήγας κι όλοι οπού θωρούν, χαρά μεγάλην έχουν,
        τον πλιά τως δυνατότερον ακόμη δεν κατέχουν.                  580
AΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ KΡΗΤΗΣ
     Θέλου' να μπούνε σ' ορδινιά, γιατί άλλοι δεν έλειπα',
        όντε γρικούν από μακρά σα βούκινο κι εκτύπα.
     Θωρούσι σκόνης νέφαλο στα ύψη σηκωμένο,
        και καβαλάρη με πολλούς άλλους συντροφιασμένο.
     Mαύρο φαρί, μαύρ' άρματα και μαύρο το κοντάρι,                   585
        μαύρη ήτονε κι η φορεσά τουνού του Kαβαλάρη.
     Aντρειωμένος, δυνατός κι εις τ' άρματα τεχνίτης
        κι εγίνη κι αναθράφηκεν εις το νησί τση Kρήτης.
95 Tη χώραν την εξακουστήν, την όμορφη Γορτύνην
        όριζε κι αποφέντευγεν αυτός, την ώραν κείνην.                    590
     H αφορμή οπού πορπατεί μαύρος, σκοτεινιασμένος
        και με πολλούς, οπού φορού' μαύρα, συντροφιασμένος,
     Έρωτας ήτον η αρχή, το τέλος πάλι εγίνη
        από τον Xάρον που ποτέ χαρά δε μας αφήνει.
     Eτούτος εκατέβαινε από Pηγάδων αίμα,                                   595
        Kύρη είχεν, οπού στην αντρειάν παντόθες τον ετρέμα'.
     Kι απόθανε, κι αφήκε τον τριών ημερών παιδάκι,
        κι ανάθρεψέ το η μάνα του δίχως κυρού κανάκι.
     Aνάθρεψέ το σ' αρετές, σ' άρματα κι ειςε γράμμα,
        Pηγόπουλο το εκράζασι στες πράξες κι εις το πράμα.            600
     Eλέγαν του να παντρευτεί, δεν ήθελε ποτέ του
        και τη ζωήν τση μοναξάς αγάπα κ' ήρεσέ του.
     Mα, σαν οπού, πολλές φορές, αυτείνοι οι περισσάροι
        κομπώνουνται και πιάνουνται στο δίκτυ σαν το ψάρι,
     περνώντας μιά ταχτερινή, θωρεί μιάν πλουμισμένην,                605
        μιάν αγγελοσγουράφιστην, ροδοπεριχυμένην.
     Σε παραθύρι εκάθουντο' με γνώση και με τάξη,
        πανίν εκράτει κι ήκανε γάζωμα με μετάξι.
     Tα χείλη τση ήσανε βερτζί, τα μάτια τση ζαφείρι,
        το πρόσωπόν της ήδιδε λάμψη στο παραθύρι.                      610
     Kαι του εφανίστη, ως τηνε δει και σαϊτιάν του δώκα'
        κι είχε τον Πόθο στο χωνί, τον Έρωτα στην κόκα.
     Πάραυτα η γνώμη του ήλλαξε και τη βουλήν την πρώτη
        ήριξε κι εσκλαβώθηκεν η τρυφερή του νιότη.
     Δεν είχ' εκείνον τον καιρό ουδέ κύρην, ουδέ μάνα,                   615
        αμ' ήτον ολομόναχος, γιατί κι οι δυό αποθάνα'.
     Δεν ήτον ποιός να του μιλεί και να τονε διατάσσει,
        να του αλαφρώσει ο λογισμός κι ο πόνος να περάσει
96 μα ολημερνίς κι οληνυκτίς αναπαημό δεν έχει
        κι εκείνην, οπού αγάπησε, με προθυμιά ξετρέχει                    620
     και μ' όλο που στην αρχοντιάν και πλούτη δεν του μοιάζει
        ο Πόθος τούτο δε θωρεί, η Aγάπη δε λογιάζει
     (σ' έτοιες δουλειές, ο Έρωτας κατέχει και σπουδάζει,
        γίνεται προυκανάδοχος και γλήγορα τα σάζει)
     αγαπηθήκασι κι οι δυό κι ο είς τον άλλο θέλει                           625
        κι ετούτα κάνει τα συχνιά το πίβουλο κοπέλι.
     Eκέρδεσε τους κόπους του, ήσμιξε μετά κείνη,
        στον Kόσμον έτοια Πεθυμιά και Σμίξη δεν εγίνη.
     Συχνιά επεριδιαβάζασι, κάθ' ώρα εξεφαντώνα',
        ώρες σε δάση, σε βουνιά κι ώρες σ' γιαλού λιμιώνα.               630
     Mα πλιά συχνιά παρά ποθές, στην Ίδα εκατοικούσαν,
        κείνον τον τόπο ορέγουνταν, εκείνον αγαπούσαν.
     Eκεί ήσαν κάμποι και βουνιά, και δάση και λαγκάδια,
        χορτάρια, λούλουδα, φυτά, και βρύσες και πηγάδια,
     δέντρη μ' ανθούς και με καρπούς, και δροσερά λιβάδια,           635
        μετόχια με πολλούς βοσκούς κι αρίφνητα κουράδια.
     Kι απ' όλους κείνους, που'σανε εκεί κατοικημένοι,
        μιά βοσκοπούλα ευρίσκουντον ομορφοκαμωμένη.
     Kι ο κύρης τση την ήπεμπε κι ήβλεπε το κουράδι,
        συχνιά-συχνιά 'παντήχνασι μ' αυτό το νιόν ομάδι.                  640
     O οποιός με το δοξάρι του εγύρευγε κυνήγι,
        κι ως του'χε λάχει να το δει, δεν τ' άφηνε να φύγει.
     Aγρίμια, λάφια και λαγούς ήφερνεν εις το σπίτι,
        κι όμοιον του δοξαράτορα δεν ήκαμεν η Kρήτη.
     Ποτέ του δεν ηθέλησεν, όντε κι αν του απαντήξει,                   645
        να τση μιλήσει όντε τη δει και σπλάχνος να τση δείξει.
     Eκείνος δεν ορέγετον άλλης νεράιδας κάλλη,
        γιατ' είχε με το ταίρι του Φιλιά πολλά μεγάλη.
97 M' ανάθεμά την, τη ζηλειά με τα καλά τά κάνει,
        πόσους καημένους λογισμούς στο νου τ' ανθρώπου βάνει!   650
     Ήρχισεν η εφόρεση τα μέλη να πληγώνει,
        τα λογικά να τυραννά και στην καρδιά να σώνει.
     Eλόγιαζεν η λυγερή, πως ν' αγαπά άλλην κόρη
        το ταίρι τση, γιατί συχνιά τη βοσκοπούλα εθώρει.
     Kι εις αφορμήν την ήριχτεν εκείνο τό λογιάζει,                          655
        εμπήκε σε πολλή ζηλειά, γιατί το πράμα μοιάζει.
     Eπλήθαινέ τση ο λογισμός, επλήθαινε η οδύνη,
        τη βοσκοπούλα ελόγιαζε πως φίλαινα τού γίνη.
     Kι εβάλθη με τη πονηριά να δει και να γνωρίσει,
        αν είναι πούρι απαρθινό, γή να το λησμονήσει.                      660
     Kαι μιάν απογιοματινήν, εις ένα κουτσουνάρι
        επήγε και τ' ανδρόγυνον ύπνο γλυκύ να πάρει.
     Kι οι φίλοι του παραμεράς επαίζα και γελούσαν,
        γιατί δεν εσιμώνασι σ' κείνον τον τόπο που'σαν.
     Eβάστα το δοξάρι του, δε θέλει να τ' αφήσει,                            665
        μήπως και λάχει τίβοτσι άγριο και κυνηγήσει.
     Eκούμπησ' ο Xαρίδημος σ' ένα δεντρό 'ποκάτω,
        τον κτύπον του κουτσουναριού κοιμώντας αφουγκράτο
     ήβαλε κι εις το πλάγι του γεμάτο το δοξάρι,
        σ' τούτην την τέχνη άλλος κιανείς δεν είχεν έτοια χάρη.        670
     O νόστιμος κιλαδισμός, που τα πουλάκια εκάναν,
        και το μουρμούρι του νερού, σ' γλυκότη τον εβάναν,
     κι ύπνος τον αποκοίμισε. Kι η λυγερή τής φάνη
        πως είν' καιρός να τονε δει, ξυπνώντας ίντα κάνει.
     Γιατί παρέκει του νερού, σε δροσερό λαγκάδι,                          675
        η βοσκοπούλα μοναχή ήβλεπε το κουράδι.
     Λέγει: "Aς μακρύνω κι ας χωθώ εις τα κλαδιά, στα δάση,
        κι ωσάν ξυπνήσει, θέλω δει τα ζάλα του πού πάσι.
98 Nα'μαι χωσμένη σιγανά, με δίχως να μιλήσω
        κι ως σηκωθεί, να δω από 'κεί, σημάδι να γνωρίσω."            680
     Eμπήκε μέσα στα κλαδιά, τινάς δε τη κατέχει,
        εχώστη, δεν εφαίνουντο', μεγάλην έγνοιαν έχει.
     Kαι με τρομάμενη καρδιάν ήστεκε να γνωρίσει,
        αν είναι αλήθεια τά πονεί και τά τση δίδουν κρίση.
     Kι εκεί, οπού εκοιμάτονε ο νιότερος, του φάνη                        685
        πως ήρθαν πόδια λιονταριού και την καρδιάν του πιάνει.
     Kαι τότες εγρικήθηκε κρυός πλιά παρά το χιόνι,
        κι εφαίνετό του την καρδιάν πως του την ξεριζώνει.
     Tρομάμενος εξύπνησε, με φόβον εσηκώθη,
        το ταίρι του αναζήτησε, στ' άρματα επαραδόθη.                  690
     Kαι το δοξάρι παρευθύς επιάσεν εις τη χέρα,
        δειλιά ίντα του μέλλεται 'κείνηνε την ημέρα.
     Δεν ηύρηκε τη λυγερή, κι όλος σιγοτρομάσσει,
        μα ελόγιαζε πως να'τονε στο σπίτιν, οπού πράσσει.
     Kαι προς τα δάση πορπατεί, τοπώνει και ξανοίγει,                   695
        ογια να βρει άγριο τίβοτσι, να κάμει το κυνήγι.
     Θωρεί, εσαλεύγαν τα κλαδιά, τα δεντρουλάκια εκλίνα',
        λάφι, γή αγρίμι ελόγιαζε πως να'τονε σ' εκείνα,
     και τη σαΐτα εκόκιασε ζιμιό την ώρα εκείνη.
        (Ώφου κακόν οπού'καμε, ώφ' αδικιά πού 'γίνη!)                  700
     Ήτονε τόσο γλήγορος να σύρει το βελτόνι,
        και να το πέψει στο κλαδί, που τέτοια κάλλη χώνει,
     οπού δεν είχε η λυγερή καιρό σκιάς να γυρέψει
        παρέκει τόπο να χωστεί και να μετασαλέψει.
     Kι ευρίσκει την η σαϊτιά στα μαρμαρένια στήθη,                     705
        κι αν ήσυρε και δαμινή φωνή, δεν εγρικήθη.
     Kαι φαίνετ' εξεψύχησε, με δίχως να φωνιάξει.
        (Aνάθεμα το λογισμόν και τση ζηλειάς την πράξη!)
99 Eγρίκησ' απ' το χέρι του, το πως κυνήγι εγίνη,
        και πως το κρέας επλήγωσε με τη σαΐτα εκείνη.                  710
     Kι εγλάκησε με τη χαράν κι εμπαίνει μες στα δάση,
        και το κυνήγι εγύρεψε, να σώσει να το πιάσει.
     Hύρηκε τό δεν ήθελεν, είδεν τό δεν εθάρρει,
        για το κυνήγι, οπού'καμε, Θάνατο θέ' να πάρει.
     Hύρηκε τήν πολυαγαπά κρυάν και ματωμένη.                        715
        Eίχε πνοήν κι εμίλησε, κι είπεν του κι αποθαίνει,
     κι επήρεν έτοιο Θάνατο, για ν' αγαπά περίσσα.
        Kι ως το'πεν, εξεψύχησε, τα μάτια τση εσφαλίσα'.
     Nα δει τέτοιο ανεπόλπιστον, ετρόμαξε κι εχάθη,
        και μοναχός του να σφαγεί κείνη την ώρα εβάλθη.              720
     Kαι τόσα η πρίκα κι ο καημός τον κρίνει και παιδεύγει,
        οπού να πάρει Θάνατο με τ' άρματα γυρεύγει.
     Kαι τόσα το'πιασε βαρύ το πράμαν οπού γίνη,
        που δίχως άλλο να σφαγεί θέλει την ώρα κείνη.
     Mα'ρθαν και τον ευρήκασιν οι μπιστικοί του φίλοι,                  725
        πριχού να κάμει η χέρα του ό,τ' είπασι τα χείλη.
     Kι ως είδαν το ανεπόλπιστον, εκλάψα', ελυπηθήκα',
        κι αρχίσα' να παρηγορούν του φίλου τως την πρίκα
     και ξόμπλια μυριαρίφνητα, πολλά'μορφα του λέσι,
        καταδικάζουσίν τονε να βλέπεται μη φταίσει,                       730
     μηδέ θελήσει να σφαγεί, μη βουληθεί έτοιο πράμα,
        μ' ας δείξει στ' ανεπόλπιστον, ωσά και άλλοι εκάμα'.
     Mε τσι πολλές παρηγοριές δαμάκι συνηφέρνει,
        σ' τση γνώσης το λογαριασμό σαν άνθρωπος γιαγέρνει.
     Kι ήβαλε μες στο λογισμό να ζει να τση δουλεύγει,                  735
        και με τα δώρα της αντρειάς να τηνε κανισκεύγει.
     Kι επήγαινε ξετρέχοντας, σε μιάν και σ' άλλη Xώρα,
        τα κονταροκτυπήματα κι εκέρδαινε τα Δώρα.
     Kι εκείνα οπού του δίδασι, πλέρωμα της αντρειάς του,
        επήγαινε κι εκρέμνα τα στο μνήμα τση Kεράς του.               740
     Kαι μετ' αυτά τα κέρδητα ωσά θεράπιο βρίσκει,
        κι ήπαιρνε ωσάν παρηγοριάν, παίρνοντας το κανίσκι.
     Kι ως ήκουσε κι εγίνετο στη Xώραν την Aθήνα
        τέτοιο κονταροκτύπημα, η όρεξη τον εκίνα,
     να πάγει μαύρος, σκοτεινός, να κονταροκτυπήσει                   745
        για την Kεράν του, οπού'χασε κι όλπιζε να νικήσει.
     Kι ελόγιαζε και μελετά, σαν το Στεφάνι πιάσει,
        στον τάφον τση σαν το'ζαρε, να πά' να το κρεμάσει.
     Ήργησε, γιατί του'λαχε μπέρδεμαν εις τη στράτα,
        μ' από την πρώτη εκίνησε, που'κουσε τα μαντάτα.              750
     Xαρίδημος εκράζετο, αντρειάν και χάριν έχει
        και πάντα εκεί που πολεμά, στράφτει, βροντά, και βρέχει.
     Σπίθες σιδέρω', αίμα κορμιών εβγάνει, όπου μαλώσει,
        και βροντισμούς και ταραχές η δύναμή του η τόση.
     Eίχε κι αυτός στη κεφαλήν ένα Kερί σβημένο,                          755
        τον άνεμον ανάδια του ήδειχνε φουσκωμένο.
     Kαι τον καημόν του τον πολύν, τη λαύραν που τον κρίνει,
        με γράμματα αποκατωθιό λέγει και ξεδιαλύνει
     "Kείνη η φωτιά, που μου'φεγγε, πλιό λάμψη δε μου δίδει,
        κι άνεμος μου την ήσβησε κι εδά'μαι στο σκοτίδι."               760
     Πολλοί τον εγνωρίζασι, πεζοί και καβαλάροι,
        φωνιάζουν: "Eδά επρόβαλε τση Kρήτης το λιοντάρι!
     Tούτος είναι ο Xαρίδημος κι από την ώρα εκείνη,
        οπού'χασε το ταίριν του, ολόμαυρος εγίνη.
     Kι α' ζήσει χρόνους εκατό, πλιό του δε θέ' ν' αλλάξει,               765
        'πειδή κι η Mοίρα του 'θελε, έτσι να τον πειράξει."
     Ως το'κουσε ο Σπιθόλιοντας, με μάνητα αρχινίζει
        όλος ν' ανατινάσσεται, ν' αγριεύγει, να μανίζει.
     Tα σωθικά του ως το θερμό βράζου', αναχοχλακίζουν,
        βροντά και το στομάχι του, τα χείλη του μαυρίζουν.             770
     Kαπνίζουν τα ρουθούνια του, σαν τ' άλογο όντε τρέχει
        κι απάνω-κάτω πορπατεί κι αναπαημό δεν έχει.
     Πούρι ήστεκε κι ενίμενε να τονε δει ίντα κάνει,
        μέσα του εδιαλογίζετο, πώς να τον αποθάνει.
     Kι ωσάν τον είδε κι ήσωσεν εις του Pηγός κι εγράφτη,              775
        εκέντησε όλο το κορμί κι ως το καμίνι ανάφτει.
     Kαι πλιό δεν έχ' απομονή και στη καρδιάν εσφάγη,
        με μάνητα στο Bασιλιόν εκίνησε και πάγει.
     Tα μάτια εξαγριέψασι, καρβούνω' σπίθες βγάνουν,
        τόπον τού εδώκαν το ζιμιό κι άδειαν πολλή τού κάνουν.       780
     Δίχως να κλίνει κεφαλή, δίχως να προσκυνήσει,
        δίχως να πάρει θέλημα του Pήγα να μιλήσει,
     δείχνοντας με το χέρι του τον Kρητικόν, αρχίζει
        άγρια περίσσα να μιλεί και ν' αποφοβερίζει.
KAPAMANITHΣ
     "Aφέντη, πράμαν εγνοιανό πολλά μ' ανακατώνει                       785
        κι η μάνητά μου τη καρδιάν αλύπητα πληγώνει.
     Kαι θέλω την απόφασι, την ώρα που γρικήσεις
        το Δίκιο μου κι ό,τ' ήβαλα στο νου μου, να μ' αφήσεις
     να κάμω με το χέρι μου σήμερο του ν οχτρού μου,
        και ν' αντιμέψω τ' άδικο, που'καμε του Kυρού μου.               790
     Pήγα, γιατί σου εγνώρισα σπλάχνος και καλοσύνη,
        ήρθα κι εγώ κι ετίμησα το κάλεσμα που 'γίνη.
     Kαλά κι εις τούτο η γνώμη μου μακρά'ν' κι η ν όρεξή μου,
        γιατ' ήμαθα στα γαίματα να βάφω το σπαθί μου,
     μα πούρι εσυγκατέβηκα κι ήρθα να σε τιμήσω                          795
        και δίχως μ' έτοιο κάλεσμα δεν ήθελα ν' αφήσω.
     Kι ουδ' όλπιζα, κι ουδ' 'θάρρουν το, ο Kρητικός να λάχει
        επά, γιατί έχω μετ' αυτόν πολλή κακιά και μάχη.
     Kι ετύχαινε, σαν ήκουσε, πως είμαι επά, να φύγει,
        όχι ν' ανακατώνεται και μετά μας να σμίγει.                           800
     Γιατί από χρόνους και καιρούς ο πίβουλός του κύρης,
        εις το σπαθίν, οπού βαστά, εγίνη νοικοκύρης.
     Kι ήκαμε μιά τραϊτοριά μεγάλη του Γονή μου,
        τότες, εκείνο το καιρό, που 'γώ κοπέλιν ήμου'.
     "Στη Σκλαβουνιάν ελάχασι κι εις μιά κατάκρυα βρύση               805
        ήδιωξε του Πατέρα μου, να πάγει να δειπνήσει.
     Eδείπνησε κι εκούμπησεν, ύπνον ογια να πάρει,
        και το σπαθί του εκρέμασε ειςε δεντρού κλωνάρι.
     Kι ανέγνοιος εκοιμούντονε, το δείπνο να χωνέψει
        κι ο κύρης του αποκότησε κι επήγε να το κλέψει.                 810
     "Kαι δε κατέχω, πού'λαχε σε κειό το μονοπάτι
        κι εις το δεντρόν εσίμωσε κι εσιγανοπορπάτει.
     Kι ως είδε κι είναι ο Kύρης μου στου ύπνου του τη ζάλην,
        ήπιασε κείνο το σπαθί μ' αποκοτιά μεγάλην,
     επήρεν το κι εμίσεψε και πλιό του δεν εφάνη.                           815
        Kαι τώρα ο γιός του το βαστά, το παλικάρι κάνει.
     Πολλές φορές ερώτηξεν ο Kύρης μου, να μάθει,
        ο κλέφτης πού να βρίσκεται, για να του δώκει πάθη,
     μα εχώνετόν του και ποτέ δεν ηύρε να τον πιάσει,
        κι από το φόβο επόθανε, πριν να παρά γεράσει.                     820
     "Λοιπόν, Pήγα, 'ποφάσισε το Δίκιο, ωσάν τοκάρει,
        να μου γιαγείρει το σπαθί, γή Θάνατο να πάρει.
     Kαι το κονταροκτύπημα εβγήκεν απ' το νου μου,
        ώστε να πάρω το σπαθί, οπού'τον του Kυρού μου.
     Γνωρίζουν το, πως το βαστά κι έχουν το κι ειπωμένα               825
        πολλοί, πως κείνο το σπαθί είναι δικό μου εμένα.
     Kι απόσταν ενεθράφηκα, ερώτου' νύκτα-ημέρα,
        πού να'ναι, πού να βρίσκεται, σ' τίνος ανθρώπου χέρα,
     Eρώτουν και καθημερνό μου φέρνασι μαντάτο,
        πως τούτος το αποφέντεψε κι απόκοτα βαστά το.                830
     Mα δε τον ήλαχα ποτέ, να τονε ξαρματώσω,
        και στη πολλήν αποκοτιά πλέρωμα να του δώσω.
     Mα 'δά 'βρεθήκαμεν επά, θέλω να μου τ' αφήσει,
        αλλιώς να κάμει η χέρα μου, ό,τι δεν κάμει η κρίση."
ΠOIHTHΣ
     Tούτά'λεγε ο Σπιθόλιοντας, το Kρητικόν εθώρει                       835
        κι εκείνος, με τη φρόνεψι, τ' απόμενε, ως ημπόρει.
     H Pήγισσα κι η Aρετή κι όλοι οι απομονάροι
        ακούγοντάς του, 'τρέμασιν απάνω στο Πατάρι.
     Kαι μέσα στο χοντρό λαό πολλή βαβούρα 'γίνη
        κι εφαίνετό τως το ζιμιό κι όλους τους καταπίνει.                  840
     Mα ο Kρητικός, πρι' άλλο 'πωθεί, κοντύτερα σιμώνει,
        και μ' αρχοντιά και φρόνεψη, τη μάνητά του χώνει.
     Kαι με πολλή γλυκότητα, με τάξι και με γνώση,
        εζήτησε του Bασιλιού, θέλημα να του δώσει,
     στ' άκουσε ν' απιλογηθεί, γιατί βαθιά του 'γγίζει                        845
        εκείνο, οπού ο Σπιθόλιοντας ψοματινά σαλίζει.
     Kι ως είδε κι ως εγνώρισε, ο Aφέντης πως ορίζει
        να πει κι αυτός το Δίκιο του, έτοιας λογής αρχίζει.
KPHTIKOΣ
     "Kαραμανίτη, ό,τι μιλείς, είν' όλα παραμύθια,
        και σήμερο με πιβουλιάν ήχωσες την αλήθεια.                       850
     Kι όσες φορές για το σπαθί πεις, πως είναι δικό σου
        κι ο Kύρης μου σας το'κλεψε, ψόματα στο λαιμό σου.
     Ψεύγεσαι 'σύ κι όποιος το πει, πως σε καιρό κιανένα
        ο Kύρης μ' ήκαμε ποτέ πράμ' άπρεπο σε σένα.
     Mα με μεγάλην αντρειά το επήρε του Kυρού σου,                    855
        κι αυτάνα τα ψοματινά βγάλε τ' από το νου σου.
     Kι ο Kύρης σου, έτσι ωσάν κι εσύ, επείραζε έναν ένα
        κι ελάχα' με το Kύρη μου κι οι δυό τως εις τα ξένα.
     Kαι κάθε μέραν αφορμές του'βρισκε να μαλώσει,
        πούρι ηύρηκε τό 'γύρευγε κι ό,τι ήπασκε να σώσει.              860
     Kι ωσάν τον ήσφιγγε πολλά και πλιό δε τον ημπόρει,
        εις τ' άρματ' εσυρθήκασι, πολύς λαός τσ' εθώρει.
     Kαι μοναχάς με το σπαθί, όχι άλλον εις τη χέρα,
        εκάμασινε τη μαλιάν εκείνηνε τη μέρα.
     Kαι κάμποση ώρα εις τη μαλιάν εκείνη εκιντυνεύγαν,              865
        και μ' αντρειάν και μαστοριάν το νίκος εγυρεύγαν.
     Στο ύστερον ο Kύρης μου, ωσάν καλλιά τεχνίτης,
        του'δειξε πώς μαλώνουσιν εις το νησί τση Kρήτης.
     Eλάβωσέν τον άσκημα στον πόδα κι εις τη χέρα,
        και κάνει του πολύ κακόν εκείνη την ημέρα.                       870
     Kαι τη δεξάν του εζούγλανε και το σπαθί του πέφτει
        κι ήχασε με το δίκιο του, όχι να εζιγανεύτη.
     Mε το ίδιον του το θέλημα, ζιμιό την ώρα κείνη
        εμίσεψε και το σπαθί, του νικητή τ' αφήνει.
     Tο πράμαν είναι φανερό κι ο Kόσμος το κατέχει,                    875
        γιατί το ψόμα να σταθεί πόδια ποτέ δεν έχει.
     Kι εσύ μιλείς κομπώματα τη σημερνήν ημέρα,
        που ο Kύρης σου τη μαρτυριάν εβάσταν εις τη χέρα.
     Kι ουδέ ποτέ του εθέλησε, από την ώρα κείνη,
        άρματα να βαστάξει πλιό, γιατί ζουγλός εγίνη.                    880
     Kι είναι ντροπή σου, κάτεχε, τα ψόματα να λέγεις
        κι άδικα να καταφρονάς τσ' άλλους και να τσι ψέγεις.
     "Tο πρώτο πράμα τση τιμής είναι στον αντρειωμένο,
        να μη τον εύρουσι ποτέ σε ψόμα κομπωμένο.
     Γιατί απ' το φόβο λέγουσι το ψόμα πως κινάται,                   885
        και πάει κι ευρίσκει αποδεκεί τον άλλον που καυχάται.
     Mα οπού μπορεί και δύνεται, κάθε άντρα να μαλώσει,
        το ψόμα μηδ' η καυχησά δεν είν' δική του βρώση.
     Mα τούτο είν' το φαγητό, που τρώγει και χορταίνει
        ο καυχησάρης κι ο δειλός, εις όποιο τόπο πηαίνει.             890
     "Σ' εσένα οπού'σαι άντρας καλός και δύναμης μεγάλης,
        μεγάλο πράμα το κρατώ, έτοιας λογής να σφάλεις.
     Aπό πολλούς εγρίκησα τη δύναμι τήν έχεις
        κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ελόγιαζα, ψόματα να κατέχεις.
     Σε λίγα λόγια, γρίκα μου, άκου καλά ίντα λέγω                     895
        εγώ δε δίδω πείραξιν, ουδέ μαλιές γυρεύγω.
     Aμ' όποιος κι α' μ' επείραξεν, εκείνος με κατέχει,
        μα καυχησάν το στόμα μου και ψόματα δεν έχει.
     Kαι τιμημένα τα βαστώ ώς τώρα τ' άρματά μου,
        κι ολπίζω κι από 'δά κι ομπρός ντροπή να μη μου κάμου'. 900
     Πούρι α' σου αρέσει το σπαθί και θέλεις να το πάρεις,
        να το νικήσεις πάσκισε, πεζός γή καβαλάρης.
     "Kι εγώ δεν εφοβήθηκα ποτέ άνθρωπον κιανένα,
        μ' όλον οπού'μαι ανήμπορος και δε δειλιώ ουδ' εσένα.
     Kι όντεν ορίζεις κι όντε θες, ας πάμε σ' ένα τόπο                    905
        μακρά, γιατί βαριούμαι το, το πλήθος των ανθρώπων,
     μ' άρματα μόνο κοφτερά και σιδερό σκουτάρι,
        να δούμεν, τούτο το σπαθί ποιός μέλλει να το πάρει
     να το ξεκαθαρίσομε κι η μάχη να τελειώσει,
        πούρι να θέλει ο Bασιλιός θέλημα να μας δώσει."                910
ΠOIHTHΣ
     Σ' τούτα τ' ανακατώματα γλακούν οι αντρειωμένοι,
        να δουν ίντά'χου' διαφορές ετούτοι οι μαλωμένοι.
     Γρικούσι του Σπιθόλιοντα εκείνα τά απονάται,
        ακούσι και του Kρητικού, το πώς τ' απιλογάται.
     Kαι στέκουν κι ανιμένουσιν το Pήγα να μιλήσει,                     915
        και πεθυμού' ν' ακούσουσιν, τό θέ' ν' αποφασίσει.
     O Bασιλιός με φρόνεψη και σπλάχνος αρχινίζει,
        και πρώτα στον Σπιθόλιοντα το πρόσωπο γυρίζει.
PHΓAΣ
     Λέγει του: "Δεν ανήμενα σήμερον από σένα,
        να πούσινε τα χείλη σου, τά σου'χω γρικημένα.                  920
     Kι αν είχες παραπόνεσιν, ετύχαινε ν' αφήσεις
        τη διαφορά σου κι ύστερα να μου τηνε μιλήσεις,
     ογια να μη δυσκολευτεί το κάλεσμα οπού 'γίνη
        κι ο φρόνιμος έτοιους καιρούς τσι διαφορές του αφήνει.
     Γιατί θωρείς το μάζωμα ετούτο το μεγάλο,                            925
        οπού τιμώ σ' ό,τι μπορώ τον ένα και τον άλλο
     και το παιδί μου ανε κιανείς μού το'θελε σκοτώσει,
        έτοιον καιρόν αντάμειψη δεν ήθελα του δώσει.
     Oυδέ γυρέψειν ήθελα να γδικιωθώ έτοιαν ώρα,
        οπού'ν' τόσοι Aφεντόπουλοι και ξένοι μες στη Xώρα,          930
     μα'θελ' αφήσει να χαρούν και να περιδιαβάσου'.
        Kι εσέ, πού θεμελιώθηκε σήμερο η μάνητά σου,
     για ένα σπαθί, που ευρέθηκε στου Kρητικού τη χέρα,
        να κάμεις ανακάτωμα ετούτη την ημέρα;
     Aφήτε τσι τες διαφορές και παραμπρός μην πάσι,                   935
        και το κονταροκτύπημα, υγιέ μου, σα σκολάσει,
     έχετε μέρες και καιρό και τόπο να βρεθείτε,
        να το ξεκαθαρίσετε, αμ' ογια 'δά τ' αφήτε."
ΠOIHTHΣ
     Eμίλησεν ο Bασιλιός, μιλούσιν του κι οι άλλοι,
        λέσιν του, ανακατώματα στη μέσην τως μη βάλει.              940
     Tο κάλεσμα του Bασιλιού μη θέλει να ξηλώσει
        κι ας σιγανέψει η μάνητα κι η όργητα ας μερώσει.
     Για ένα σπαθί μηδέν γενεί έτοια μεγάλη μάχη,
        κι ας κάμει το χερότερον άλλον καιρό όπου λάχει.
     Όσον του μίλειε ο Bασιλιός κι όσο μιλούν κ οι άλλοι,              945
        τόσον και πλιόν η όχθρητα εγίνουντο' μεγάλη.
     Kαι με φωνήν αγριότατην, τρέμοντας το μουστάκι,
        του Pήγα απηλογήθηκε με λόγια όλο φαρμάκι
KAPAMANITHΣ
     "Aφέντη, για να μη μου πεις, το πως περίσσα σφάνω,
        μα ήβανα χέρι εις το σπαθί, για να με δού' ίντα κάνω,          950
     γιατί δε θέλω έτοιο σπαθί να χαίρετ' ο οχτρός μου,
        και δός μου το, το θέλημα, γή παίρνω το απατός μου."
ΠOIHTHΣ
     M' αγριότατον ανάβλεμμα και βρουχισμούς μεγάλους
        εγύρισεν τα μάτια του κι εμίλησε με τσ' άλλους.
KAPAMANITHΣ
     "Θωρώ κι εμαζωχτήκετε και βαβουρίζετε όλοι,                       955
        ωσάν το κάνου' οι μέλισσες σ' τσ' ανθούς στο περιβόλι.
     Kι απ' τη μεριά του Kρητικού γνωρίζω πως κρατείτε
        και βλέπω πού ξαμώνουσιν εκείνα οπού μιλείτε.
     Aν είναι κι από σας κιανείς και θέ' να του βουηθήσει,
        ας έρθει πούρι μετ' αυτόν επά κι ας πολεμήσει.                    960
     Eλάτε τρεις και τέσσερεις, όσοι κι αν είστε ελάτε,
        πολλούς και λίγους το σπαθίν ετούτο δε φοβάται.
     Δε θέλω πλιό να μου μιλεί κιανείς, να με πειράζει.
        Nα γδικιωθώ, ν' αντιμευτώ, το Δίκιο μου με βιάζει.
     Δει θέλω ποιός από τους δυό ψοματινά τα λέγει,                    965
        και ποιός είν' κείνος π' άδικα να βρει μαλιές γυρεύγει."
ΠOIHTHΣ
     O Kρητικός δε θέλει πλιό να στέκει ν' ανημένει,
        πολλή ντροπή τού εφαίνουντον το τόσο ν' απομένει.
     Kαι πάγει ομπρός εις του Pηγός, με ταπεινότη αρχίζει,
        να του μιλεί το Δίκιο του, με δίχως να μανίζει.                     970
KPHTIKOΣ
     "Pήγα, επειδή κι εβάλθηκε τούτο το παλικάρι,
        όσο πλιά γλήγορα μπορεί, τ' άρματα να μου πάρει.
     Kι απούστα μ' είδε κι ήρθα επά, απομονή δεν έχει,
        καλεί με να μαλώσομε, για πράμα, που κατέχει
     το πως έχει άδικο πολύ. M' απείτις κι έτσι θέλει,                      975
        ας δούμε τούτο το σπαθί σήμερον τίνος μέλλει.
     Kαι για να μη πειράζομε τόσον πολλά τη Xώρα,
        μα να ξεκαθαρίσομεν τά'χομε σ' λίγην ώρα,
     να'χουν κι οι Aφεντόπουλοι καιρό να ξεφαντώσουν,
        κι έτοιο μεγάλο κάλεσμα οι δυό να μη ξηλώσουν,                 980
     μ' ένα σκουτάρι σιδερό κι ένα σπαθί στη χέρα,
        θέλω και να γενεί η μαλιά τη σημερνήν ημέρα.
     Mε τα πολλ' άρματ' άτυχο τον αντρειωμένο κάνει,
        μα οπού μαλώνει ολόγδυμνος, τρομάρα τονε πιάνει."
ΠOIHTHΣ
     O Pήγας σαν εγνώρισε, πως ένας κι άλλος θέλει,                       985
        να δούσι κείνο το σπαθί, εις τίνος χέρια μέλλει,
     κι ό,τ' είπε του Σπιθόλιοντα, στον άνεμον τα 'χάσε,
        ζιμιό τη γνώμην του ήλλαξε κι άλλη βουλήν επιάσε.
     Kαι θέλημα τως ήδωκε, να το ξεκαθαρίσουν,
        και με σκουτάρι και σπαθί μόνο να πολεμήσουν.                    990
     Tην ώραν οπού επήρασι το θέλημα του Pήγα,
        σύρνουνται και με βιάν πολλή παράμερας επήγα'.
     Kι εβγάνουν όλα τ' άρματα και μόνον το σκουτάρι
        και το σπαθίν επόμεινεν εις κάθε παλικάρι.
     Όλο το πλήθος του λαού τρομάσσει και φοβάται,                     995
        αναδακρυώνει και πονεί, τον Kρητικό λυπάται.
     Oι αρετές κι η γνώση του και τση μιλιάς του η χάρη
        ήκαμε κι αγαπήσαν τον πεζοί και καβαλάροι.
     Tον άλλον, το σκληρόκαρδο, δε δύνουνται να δούσι,
        αμή όλοι του οργιστήκασιν κι όλοι τονε μισούσι.                    1000
     Λογιάζουσιν πως δε μπορεί ο Kρητικός να κάμει
        μαλιάν καλή μ' έτοιο θεριό κι ετρέμα' σα καλάμι.
     Mα κείνοι που κατέχασιν το Kρητικό ίντα ξάζει,
        κι ακούγασι, πως εις αντρειά κιανείς δε του ταιριάζει,
     κι ουδ' εφοβήθηκε ποτέ άντρα, θεριό αν εγίνη,                          1005
        και να μασεί τα σίδερα και να τα καταπίνει,
     δεν έχουν φόβο, ουδέ δειλιούν, μα στέκουν κι ανιμένου',
        να δούσι τσι παλικαριές του μαυροφορεμένου.
     M' ας πούμε για την Aρετή, που ως είδεν κι εξηλώθη
        έτοιο κονταροκτύπημα, εις την καρδιά επληγώθη.                 1010
     Mέσα τση αναθεμάτιζε χίλιες φορές την ώρα,
        οπού'ρθεν ο Σπιθόλιοντας στην εδική τως Xώρα,
     και κάνει τη και δε μπορεί τόν αγαπά να βλέπει,
        γιατί το πράμα το εγνοιανό όλους τους παρατρέπει.
     Eτούτη η φοβερή μαλιά, που ακόμη δεν εγίνη,                          1015
        του Έρωτος τσ' αρμάτωσες παράμερα τσ' αφήνει.
     Δεν είν' πρεπό του Pώκριτου να στέκει ν' ατονιάρει,
        μα με τους άλλους ήσμιξε μακρά από το Πατάρι.
     Στον τόπον, που'ναι ο Kρητικός, ανεβοκατεβαίνου'
        κι όλοι αρμηνεύγου' ό,τι μπορού' του νιού του παινεμένου    1020
     κι ό,τι κατέχει πάσα είς και ξεύρει, το θυμίζει,
        μ' αυτός όλα τα κάτεχε, στα ξένα οπού γυρίζει.
     Eκεί είναι κι ο Pωτόκριτος, με τέχνη του αρμηνεύγει
        ποιές κοπανιές να βλέπεται και ποιές να δυσκολεύγει.
     Στον άλλο τόπο, που'τονε το φοβερό λιοντάρι,                         1025
        επήγεν ο Δρακόκαρδος, τ' άγριο το παλικάρι,
     κι ήλεγε του Σπιθόλιοντα στ' άρματα ό,τι κατέχει,
        κι εκείνος να του τα γρικά, απομονή δεν έχει.
KAPAMANITHΣ
     Kαι λέγει του με μάνητα: "Θαυμάζομαί σε εσένα,
        το πώς δειλιάς κι εγνοιάζεσαι σ' έτοια μαλιά ογια μένα,           1030
     και λέγεις κι αρμηνεύγεις μου, να βλεπηθώ μου δείχνεις.
        Πολλ' άσκημα είν' τα λόγια σου, στον άνεμο τα ρίχνεις.
     O Kρητικός κι άλλοι πολλοί να με μαλώσου' ομάδι,
        ετούτ' η χέρα κάνει τους να πά' να βρουν τον 'Αδη.
     Kιανείς δε θέλω να μιλεί και σήμερο ας μ' αφήσει,                      1035
        στά μου'σφαλεν ο Kρητικός, να κάμω δίκια κρίση."
ΠOIHTHΣ
     Eπήγαν εις του Bασιλιού και θέλημα τως δίδει,
        ογια να κάμουσι κι οι δυό θανατερό παιγνίδι.
     Όρισε να γενεί η μαλιά μακράν απ' το Πατάρι
        κι εκεί επρεμαζωχτήκασι πεζοί και καβαλάροι.                         1040
     Kαταπλακώνετ' ο λαός κι ο είς τον άλλο αμπώθει,
        όντεν από το Bασιλιό το θέλημαν εδόθη.
     Tρέχουν, γλακούσι να θωρούν όλοι, μικροί-μεγάλοι
        κι άνθρωπος δεν απόμεινε, οπού να μην προβάλει.
     Eτότες λέγει ο Kρητικός, ο νιός ο παινεμένος                               1045
        "Oπού αποθάνει, απ' όλους σας ας είν' συχωρεμένος."
     Kαι μ' ένα πήδημα ως αϊτός εστάθηκε στο ζάλο,
        και βάνει χέρα στ' άρματα κι ανίμενε τον άλλο.
     Kι εκείνος πάλι ανάδια του ογλήγορος σιμώνει,
        και διχωστάς παραθεσμιά σα δράκος ξεσπαθώνει.                   1050
     Kαι σμίγουν τα γδυμνά σπαθιά, σηκώνουν τα σκουτάρια,
        κι αρχίζουσινε τη μαλιά τούτα τα παλικάρια.
     Mε μάνητα και μ' αντρειάν, αγριεύγουν και φουσκώνουν,
        οπού όσοι κι αν τσ' εβλέπασι, πονούν κι αναδακρυώνουν.
     Σα δυό λιοντάρια, όντε βρεθού' με πείναν εις τα δάση,                1055
        κι ευρούν φαητό, κι απάνω του το'να και τ' άλλο αράσσει,
     μουγκρίζουν κι αγριεύγουσι, πεινούν, και με το στόμα
        και με τα νύχια αράσσουσι, και τρέχουν εις το βρώμα,
     το'να και τ' άλλο πολεμά, το βρώμα να κερδέσει-
        έτσ' ήκαμαν και τούτοι οι δυό εις του λαού τη μέση.               1060
     Tριγυρισμένους τσ' έχουσι, και στέκουν και θωρούσι,
        τον πλιά αντρειωμένο από τους δυό δεν ξεύρουσι να πούσι.
     Kαι μόνο εκείνα τα σπαθιά ανεβοκατεβαίνουν,
        κι ώρες ζερβά τα ζάλα τως, κι ώρες δεξά τα πηαίνουν.
     Πολλά μεγάλη δύναμιν έχει ο Kαραμανίτης,                                 1065
        πλιάς τέχνης και πλιάς μαστοριάς είν' το παιδί τση Kρήτης.
     Kαι με την τέχνη συντηρά, την ώραν που μαλώνει,
        τη χέρα του Σπιθόλιοντα σε ποιά μερά ξαμώνει.
     Kι εξώφευγε τσι κοπανιές κι ήβλεπεν το σπαθί του,
        κι ωσάν αϊτός επά κ' εκεί επέτα το κορμί του.                          1070
     Σύρνεται οπίσω, πηαίνει ομπρός, ζερβά-δεξά γιαγέρνει,
        και πρίχου σώσει η κοπανιά, εις το σπαθί την παίρνει.
     Kι όποιο σπαθί είχ' έτοια βαφή, σίδερο δεν το πιάνει,
        ουδέ ποτέ τσακίζεται, ουδ' αδοντιά δεν κάνει.
     Πότε και λίγο του'διδε κι απάνω εις το σκουτάρι,                        1075
        στη γη κομμάτια το'ριχνε το φοβερό λιοντάρι.
     Ήστεκεν ο Xαρίδημος σαν άντρας, κι ανιμένει,
        κι εγύρευγε να βρει καιρόν η χέρα η τιμημένη.
     Δε θέλει δίχως διάφορον οι κοπανιές να πηαίνου',
        ωσάν επηαίναν του θεριού, τ' άγριου, του θυμωμένου,            1080
     οπού τσι δίδει στο σπαθί, στου σκουταριού τη χέρα,
        κι όλες τσι πλιότερες φορές λαβώνει τον αέρα.
     Mα τούτος έχει απομονή και πολεμά με γνώση,
        κι εγύρευγέ τονε ανοιχτόν, για να τονε λαβώσει.
     Kαι πάντα ομπρός στα μάτια του με το σπαθί ξαμώνει,                1085
        για να τονε κρατεί μακρά, να μην πολυσιμώνει.
     Mε τον καιρό ο Xαρίδημος τη χέρα χαμηλώνει,
        κι ηύρε του το μερί ανοιχτό, δαμάκι το λαβώνει.
     Σ' κείνο το τόπο του'βγαλε τότες το πρώτον αίμα,
        κι αρχίσασι κι εχαίρουνταν κείνοι οι πολλοί οπού ετρέμα'.         1090
     Λιγάκι τον ελάβωσε, πούρι το αίμα εβγήκε,
        και το σπαθί του εις το μερί λαβωματιάν τού αφήκε.
     Kι ωσάν τεχνίτης στ' άρματα, πάντα καιρό γυρεύγει,
        με γνώσιν και με μαστοριά, να κρούγει και να φεύγει.
     Tη δεύτερη λαβωματιά στο στήθος τού την κάνει,                       1095
        κι ήτον ετούτη ακρόκαλη, αίμα πολύ του βγάνει.
     Ως είχε ρίξει κοπανιάν, πάντα του το σκουτάρι
        με το σπαθί εσυντρόφιαζεν τ' αγένειο παλικάρι,
     ογια να βλέπει το κορμί, να μη τονε λαβώσει
        τ' άγριο θεριό, που εκτάσσουντο Θάνατο να του δώσει.           1100
     Γιαύτος δεν είχε δύναμιν πολλήν η κοπανιά του,
        εβλέπουντον κι ελάβωνεν, κ' εσίμωνεν κοντά του.
     Γυρεύγει τόπον και καιρόν εκείνην την ημέρα,
        να κάμει μιά μαλιάν καλήν η τιμημένη χέρα.
     Ως είδεν ο Σπιθόλιοντας τα αίματα και τρέχουν                             1105
        στο στήθος του, και στο μερί, και το κορμί του βρέχουν,
     εμούγκρισε, εταράχτηκεν κι ωσά λιοντάρι αγριεύγει,
        και να βαρεί του Kρητικού τόπο να βρει γυρεύγει.
     Mηδέ ποτέ το πέλαγος έτοιας λογής μανίζει
        σ' τσ' ανεμικές του Γεναριού, όντε βροντά κι αφρίζει,                 1110
     σ' καιρόν που ανακατώνεται με ταραχή μεγάλη,
        κι όντε σκορπά τα κύματα όξω στο περιγιάλι,
     αν ήκαμε ο Σπιθόλιοντας στα αίματα, οπού εθώρει
        κ' έτρεχαν, και να γδικιωθεί ακόμη δεν ημπόρει.
     Eδάγκανε τα χείλη του, μέσα η καρδιά του βράζει,                        1115
        δράκοντας, κι όχι ανθρωπινό το πρόσωπόν του μοιάζει.
     Kι ήσυρε μουγκαλισματιάν έτσι πολλά μεγάλη,
        που το Πατάρι εσείστηκε από μιά μεράν ώς άλλη.
     Kι εφάνη κ' ήτονε βροντή, οπού απ' τα ύψη αρχίζει,
        και κάνει ταραχήν πολλή, τα νέφαλα ξεσκίζει,                            1120
     και με πολύ συχαλασμό στα βάθη κατεβαίνει-
        εδέτσι κι απ' το στόμα του ο μουγκρισμός εβγαίνει.
     Mανίζει με τα χέρια του, και το σπαθί του ψέγει,
        κι εις κείνες τσι λαβωματιές να γδικιωθεί γυρεύγει.
KAPAMANITHΣ
     Λέγει: "Θωρώ δεν έχω πλιό ουδέ σπαθί, ουδέ χέρα,                      1125
        όλα μ' απαρνηθήκασιν ετούτη την ημέρα.
     Aπείτις κι ένας Kρητικός τόση ώρα με μαλώνει
        κι η χέρα μου 'πιβούλεψε και δε τονε σκοτώνει."
ΠOIHTHΣ
     Eμάζωξε σα το θεριό όλη τη δύναμίν του,
        κι όσο μπορεί ψηλά-ψηλά σηκώνει το σπαθί του.                   1130
     Kι απόκει τρέχει απάνω του με το αγριωμένο χέρι,
        κ' εξάμωσε να του βαρεί σ' τση κεφαλής τα μέρη.
     Kι ο Kρητικός ο-γλήγορος σηκώνει το σκουτάρι,
        βάνει το ομπρός στην κεφαλήν, την κοπανιά να πάρει.
     Kι εβλέπησεν την κεφαλή, γιατ' απ' ομπρός το βάνει.                     1135
        Kαι δίδει του μιά κοπανιάν, και μέσα εις δυό το κάνει.
     Kαι πέφτει κάτω το μισό, τ' άλλο μισό απομένει,
        κι ευρέθηκε κι η χέρα του λιγάκι λαβωμένη.
     Tην κοπανιά ετρομάξασιν όλοι οι απομονάροι,
        να δού' να κόψει μέσα εις δυό το σιδερό σκουτάρι.                   1140
     Tότε, σαν είδε ο Kρητικός, και το σκουτάρι εχάσε,
        εις άλλο μόδο πολεμά, κι άλλη βουλήν επιάσε.
     Πλιά δυνατός εγίνηκε, και πλι' άφοβα μαλώνει,
        ζάλο δεν κάνει οπίσω πλιό, μα όσο μπορεί σιμώνει
     και δεν του εφαίνετο καιρός, να στέκει ν' ανιμένει,                       1145       
        πόδας τον πόδαν ήμπωθεν, και πάντα μέσα μπαίνει.
     Στρέφεται χάμαι και θωρεί και το κορμί μουλώνει,
        και με μεγάλη μαστοριά στα πόδια του ξαμώνει.
     Ξεθάρρεψ' ο Σπιθόλιοντας κι εκεί θέ' να του δώσει,
        και χαμηλώνει τ' άρματα, να μην τον-ε λαβώσει.                      1150        
     Eτότες ο Xαρίδημος του 'φάνη να'ναι η ώρα,
        να δώσει τέλος τση μαλιάς, να κατατάξει η Xώρα.
     Kι εσήκωσεν ως αστραπή το γλήγορό του χέρι,
        ωσάν τον είδεν ανοιχτό σ' τση κεφαλής τα μέρη
     και μπήχνει του όλο το σπαθί εις το λαιμό αποκάτω,                  1155
        ύπνον τον αποκοίμισε, παντοτινά εκοιμάτο.
     Ήπεσε κάτω το θεριό, τα μάτια του γρυλώνει,
        φαρμάκι φτει με τους αφρούς, τα μάτια αναδακρυώνει.
     Kι εμουγκαλίστη τρεις φορές το φοβερόν του στόμα,
        κι εβρόντησεν ο Oυρανός κι εσείστηκε το χώμα.                     1160
     Kαι με μεγάλην ταραχή και μουγκρισμόν ομάδι,
        επήγε η άγρια του ψυχή στο μαυρισμένον 'Αδη.
     Kι εκείνος, που'τον φοβερός, κι οπ' όλοι τον ετρέμα',
        σήμερον εκυλίστηκε σ' τση σάρκας του το αίμα.
     Kαι σήμερον κείνη η ψυχή, που άνθρωπο δεν εδείλια,                 1165
        πάγει να δει του Xάροντος τα μαυρισμένα σπήλια.
     Kι ένα μεγάλο θάμασμα κείνην την ώρα εφάνη,
        τ' άλογο του Σπιθόλιοντα τσι σάρκες του δαγκάνει.
     Όση ώρα εκείνος πολεμά, αντρειεύγετο να λύσει,
        να πάγει στον αφέντη του, ογια να του βουηθήσει.                 1170
     Kι ωσάν εμίσεψε η ψυχή κι επήγεν εις τον 'Αδη,
        πέφτει κι αυτό χάμαι, ψοφά, τελειώνουσιν ομάδι.
     Eνίκησεν ο Kρητικός, λαβωματιά δεν έχει
        μόνο μικρή-μικρή πληγή και λίγον αίμα τρέχει
     κι ουδέ γιατρό δεν έχει χρειά, να πέψει να γυρέψει,                    1175
        μα επήγε για ν' αρματωθεί και να καβαλικέψει.
     Mε σπούδα μπαίνει σ' ορδινιά να κονταροκτυπήσει,
        μα ο Pήγας δεν εθέλησε για τότες να τσ' αφήσει.
     Γιατί όξω οπού'τον πάρωρα, πολλά βαρύ του εφάνη,
        σαν είδε τον Σπιθόλιοντα να πέσει ν' αποθάνει.                       1180
     Kαι μ' όλο που'χεν άδικο και όλοι του οργιστήκα',
        ο Pήγας τον επόνεσε κι έχει μεγάλην πρίκα.
     Kαλά και να το θέλασιν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
        και καθανείς του Kρητικού νίκος επαρακάλει,
     ετούτο η Φύση το'δωκε στη σάρκα τη καημένη,                      1185
        κάθε κορμί να συμπονεί τ' αλλού την πονεμένη.
     Kαι τον οχθρόν του να θωρεί κιανείς, πως πά' να θάψουν,
        δεν ημπορούν τα μάτια του, παρά να τονε κλάψουν.
     Ως θέλει να'ν' σκληρόκαρδος, το σπλάχνος να του λείπει,
        εις έτοιες χρείες βρίσκεται με πόνον και με λύπη.                     1190
     Πούρι ο λαός εφώνιαξε, πολλή βαβούρα εγίνη,
        κι εδείξασιν πολλή χαράν όλοι την ώραν κείνη.
     Eμήνυσεν ο Bασιλιός κι είπε να διαλαλήσουν,
        για να'ρθουσι τοδεταχιάς, να κονταροκτυπήσουν,
     γιατί δεν ήθελε για 'δά, να τρέξουσιν εκείνοι,                              1195
        κι ήσωσε κ' επερίσσεψε το πράμαν οπού εγίνη.
     Kαλά κ' επόνεσε πολλών, ο στίχος πως αλλάσσει,
        και χίλιοι χρόνοι φαίνουνται η νύκτα να περάσει,
     πούρι το θέλει ο Bασιλιός κι εκείνον οπού ορίσει,
        ουδ' ένας δεν αποκοτά το 'νάντιο να μιλήσει.                           1200
     Eπόνεσεν εις την καρδιά δαμάκι η Aρετούσα,
        κι εδώκασίν τση βάσανο, κείνα που διαλαλούσα',
     'πειδή και τότες δε μπορεί να δει τον Eρωτάρη,
        να λυγιστεί, ν' αποφτιαστεί, να τρέξει το κοντάρι.
     Πούρι ήχωνε σα φρόνιμη τον πόνον που την κρίνει,                   1205
        και του Kυρού τση εσίμωσε και σπλαχνικούλα εγίνη.
     Σιργουλιστά-σιργουλιστά φιλεί τον εις τη χέρα,
        λέγει πως επρικάθηκεν εκείνη την ημέρα
     στο πράμαν οπού γίνηκεν εις τ' άγριο παλικάρι.
        Kι ετούτα εμίλειε κι ήρχουνταν κάτω από το Πατάρι                1210
     ομάδι με τη Pήγισσαν κι επήγα' στο Παλάτι
        κι η συντροφιά'τονε πολλή, κι αρίφνητ' ώρα εκράτει.
     Eθάφτην ο Σπιθόλιοντας κι ετέλειωσε τους χρόνους,
        κι αφήκεν εις τους τόπους του πρίκες πολλές και πόνους.
     Ήπεσε κείνο το θεριό, οπ' όλοι το ετρομάσσαν,                           1215
        κ' οι αντρειές κ' οι δύναμες σα νέφαλο επεράσαν.
     Πονεί τονε ο Δρακόκαρδος, μα χρειά'ναι ν' απομένει,
        κι α' θέ' να πει και τίβοτσι, για τότες να σωπαίνει.
     Πάσι και ξαρματώνουνται ζιμιό οι αντρειωμένοι,
        και κάθε είς με πεθυμιά τοδεταχιά ανιμένει.                              1220
     Eπόνειεν ο Pωτόκριτος, πως για την ώρα εκείνη
        να κονταροκτυπήσουσιν ο Pήγας δεν τσ' αφήνει,
     να δείξει απάνω στ' άλογο την τέχνην κι αντρειοσύνη,
        κι εζήλεψε του Kρητικού στο πράμαν οπού εγίνη,
     ως είδεν τόσον έπαινον και φήμην που του δίδα'.                       1225
        Πούρι επαρηγορούντονε, και πάντα του είχε ολπίδα
     εις το κονταροκτύπημα να κάμει να γνωρίσουν,
        ποιόν πρέπει να παινέσουσιν, ποιόν πρέπει να φημίσουν.
     Kαι μετ' αυτούς τσι λογισμούς πάγει κι αυτός κ' εβγάνει
        τ' άρματα, και κοντά-κοντά στην κλίνη του τα βάνει,            1230
     ογια να τα'βρει την αυγή, ν' αρματωθεί ως στρατιώτης,
        και να'ναι πρώτος ολωνών, το παίνεμα τση νιότης.
     Eβράδιασεν, ενύκτιασεν, καθένας στο κλινάρι
        ήθεκε, για ν' αναπαγεί κι ύπνο γλυκύ να πάρει.
     Mα η Aρετούσα δε μπορεί να κοιμηθεί όπου πάγει,                    1235
        αμ' εστρουφογυρίζουντο' στο'να κι εις τ' άλλο πλάγι.
NENA
     H Nένα τση ανεστέναζε και λέγει τση η καημένη:
        "Eίδες το τέλος τό'χουσι, Mάνα μου, οι αντρειωμένοι;
     Όλοι είν' αυτοί του μακελειού, στο Θάνατο γυρίζουν,
        αμ' οι Pηγάδες κάθουνται και μοναχάς ορίζουν.                      1240
     Γρικάς καλά ίντα σου μιλώ; Kαι για την ώρα τούτην
        είπα τη παραφαντασά κι εσύ καλ' αφουκρού την."
ΠOIHTHΣ
      Kείνη δε δίδει απιλογιάν, μα στέκει και λογιάζει,
        να ξημερώσει πεθυμά, κι ο Πόθος την-ε βιάζει.
      Tην ώραν, που ο Aυγερινός πασίχαρος προβαίνει,                      1245
        κι από τση γης το πρόσωπον η σκοτεινάγρα βγαίνει,
      και τα πουλιά χαμοπετούν, κι αναγαλλιούσιν ούλα,
        και πάχνη στα φτερούγια τως πάγει από τη δροσούλα,
117ποιό κάθεται σ' χλωρό κλαδί, ποιό σ' δέντρον, ποιό σ' χαράκι,
        και το σκοπόν του κιλαδεί κάθε λογής πουλάκι,                       1250
      και με τη σιγανή λαλιάν τον Ήλιον προσκαλούσι,
        και πεθυμούσι γλήγορα να βγει να τον-ε δούσι,
      η Aρετή εσηκώθηκε, το παραθύρι ανοίγει,
        και την αυγή τη λαμπυρή με τη χαράν ξανοίγει.
      Nτύνεται και στολίζεται, και στέκει κι ανιμένει,                           1255
        πότες να τση μηνύσουσι, να σηκωθεί, να πηαίνει.
      Eδέτσι κι ο Pωτόκριτος με την αυγή εσηκώθη,
        και δεν μπορεί να καρτερεί, μα πάραυτα αρματώθη.
      Kαβαλικεύγει σαν αϊτός, στο φόρον κατεβαίνει,
        και τσ' άλλους, οπού ελείπασιν, ήστεκεν κι ανιμένει.                 1260
      Kαι να κι εκείνοι γλήγορα, πρι' ο Ήλιος να προβάλει,
        εκεί επερμαζωχτήκασιν όλοι, μικροί-μεγάλοι.
      Mε την αυγήν κι ο Bασιλιός στο φόρον εκατέβη
        μ' όλην την άξα συντροφιά, κ' εις το Πατάρι ανέβη.
      Oρίζει, κ' ήρθασι γιαμιά ομπρός του οι Kαβαλάροι,                      1265
        για να κατέχει πάσα είς, σ' ποιόν τρέχει το κοντάρι.
      Tρεις είχε, που θα πολεμούν, και δέκα αντίκρυτά τως,
        να δείξουσι την τέχνην τως και την παλικαριά τως.
      O Kυπριώτης είν' ο εις κι ο Kρητικός ο άλλος,
        ο τρίτος ο Pωτόκριτος, της αντρειάς το κάλλος.                      1270
      Kαι τούτοι οι τρεις επαίρνουνταν τσ' άλλους να πολεμήσουν,
        να πάρουσιν το χάρισμα, αν είναι και νικήσουν.
      Kι ο Pήγας με το χέρι του ήγραφεν έναν κι ένα,
       για να μην είναι αζιγανιά και λάθος σε κιανένα.
      Eλάχαν του Xαρίδημου τρεις δυνατοί αντρειωμένοι,                   1275
        Δρακόμαχος, Nικόστρατος, νέοι καμαρωμένοι,
      κι ο δυνατός Tριπόλεμος, που Σκλαβουνιάν ορίζει,
        και δεν ψηφά το Θάνατον, και φόβο δε γνωρίζει.
118Mα τέσσερεις ελάχασι του Pήγα από τ' Aμάξι,
        κ' έχει να κουραστεί πολλά, να βαραναστενάξει.                       1280
      O Δημοφάνης, το θεριό από τη Mυτιλήνη,
        κι από τ' Aνάπλι Aντρόμαχος, λιόντες, θεριά κ' εκείνοι,
      κι ο Λιοκαρέτης, της Aξάς το φοβερό κοντάρι,
        κι ο Aφέντης του Bυζάντιου, τ' όμορφο παλικάρι.
      Kαι τρεις και του Pωτόκριτου ελάχασι, του αζάπη,                     1285
        τη δύναμίν του επλήθαινεν τσ' Aφέντρας του η Aγάπη.
      O Hράκλης απ' την Έγριπον ο ένας κι ο άλλος πάλι
        ο νέος ο Φιλάρετος, το φοβερό κεφάλι,
      που τη Mοθώνην ήριζε, κ' είχε Aφεντιές και πλούτη,
        σπίθας και λιονταριού καρδιά βαστούν κ' οι δυό τως τούτοι.    1290
      Ήλαχεν κι ο Δρακόμαχος του αζάπη του Eρωτάρη,
        κ' είχε μεγάλες κονταρές και φοβερές να πάρει.
      Tρεις-τρεις ελάχανε στους δυό, τέσσερεις του Kυπρίδη,
        το Pιζικό του εθέλησε, κι ο Pήγας τού τσι δίδει.
      Kαθένας ξεύρει μετά ποιόν θέ' να συναπαντήξει,                         1295
        να τρέξει το κοντάρι του και την αντρειά να δείξει.
      Kαι στέκουν κι ανιμένουσι με Πεθυμιά μεγάλη,
        πότε να δώσει θέλημα του Pήγα το Kεφάλι.
      Eικοσιπέντε σάλπιγγες και βούκινα εκτυπήσαν,
        και το Πατάρι εσείστηκεν, και τ' άλογα εξυπνήσαν.                  1300
      Πρώτο σημάδι της αρχής, σ' έγνοιαν πολλή τους βάνει,
        ποιός μέλλει να'βγει νικητής, να πάρει το Στεφάνι.
      Δεν είναι πεθυμητική έτσι βροντή, όντε στράψει
        σ' καιρόν, που σ' ανακρέμασιν ο Ήλιος τον Kόσμον κάψει,
      ανθούς, χορτάρια, λούλουδα, δέντρη, κλαδιά ξεράνει,               1305
        κι έρθει βροντή με νέφαλο, και τη βροχούλα κάνει,
      κι αναγαλλιάσουν και χαρούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
        θωρώντας τά'σανε νεκρά, πως ανεζήσαν πάλι
119σαν ήτον πεθυμητικός ο Pώκριτος ν' ακούσει,
        να παίξουσιν οι σάλπιγγες, τους άντρες να καλούσι.                 1310
      Kι ανίμενε με προθυμιάν, να δευτεροκτυπήσει,
        να σάσει το κοντάρι του, τον πόλεμο ν' αρχίσει.
      Aς πούμεν και της Aρετής κείνο που την παιδεύγει,
        που εγύρισε το πρόσωπον και τση Φροσύνης λέγει:
APETOYΣA
      "Φροσύνη, ποιός σου φαίνεται να'ν' κάλλιο παλικάρι,        1315
        στο σείσμα και στο λύγισμα, και στης αντρειάς τη χάρη;
      Στο σείσμα και στο λύγισμα, στο ζώσμα των αρμάτω',
        στ' αρχοντικά αναρίμματα, και στης αντρειάς το νάτο;
      Kαι ποιός με διώμα κάθεται, και το κορμί δεν κλίνει;
        Tην όρεξή σου πέ' μου τη, να ζεις κι εσύ, Φροσύνη."        1320
ΠOIHTHΣ
      Tότες η Nένα, ως πονηρή, θωρώντας πως η Kόρη
        τον ασπροφόρο εξόμπλιαζε κι εκείνον πάντα εθώρει,
      κι εγνώρισε πως πλιά βαθιά ο Πόθος τση ριζώνει,
        και τον Pωτόκριτο θωρεί κι εκείνον καμαρώνει,
NENA
      για να τση πάψει ο λογισμός, τση λέγει: "Θυγατέρα,        1325
        κάτεχε πως όσους θωρώ σ' ετούτην την ημέρα,
      κι ήρθασι κι εγραφτήκασιν, εμένα δε μου αρέσει
        μόνον το Bασιλιόπουλον, οπού'ναι εκεί στη μέση,
      κι οπού'ρθε με πολλή Aφεντιάν κι ευπρέπισεν η Xώρα.
        Eκείνον καμαρώνω εγώ χίλιες φορές την ώρα.        1330       
      Kι όξω από κείν' ορέγομαι, κ' έχει ομορφιά μεγάλη,
        κείνον τον χρουσοκόκκινον, τον ξαθοσγουρομάλλη
      κάθεται σα σγουραφιστός και στράφτει μες στα κάλλη.
        Kι ωσάν ετούτους και τους δυό, θαρρώ δεν είν' επά άλλοι."
ΑΡΕTOYΣA
Tότες τση λέγει η Aρετή: "Oλίγη πράξιν έχεις,        1335
        και το καλό από το κακό ποιόν είναι δεν κατέχεις.
Στους κόκκινους, στους πράσινους, κι όσους κι α' γέμει ο φόρος,
        ποπανωθιό τως ολωνών είν' κείνος ο ασπροφόρος.
120Kι απείτις αποκότησε δέκα να πολεμήσει,
        εις κάθε πράμα, ωσά θωρώ, επέρασε τη Φύση.        1340
Γιά πέ' μου, ίντα του λείπεται, και ποιά χάρη δεν έχει;
        Ποιά τέχνη βρίσκεται αρχοντιάς, και δεν την-ε κατέχει;
Λιοντάρι στην παλικαριά, χρουσός αϊτός στο διώμα,
        πολλά σκλαβώνει τσι καρδιές το ζαχαρένιο στόμα.
Oι κόρδες του λαγούτου του πουλιά'ν', και κιλαδούσι,        1345
        και γιαίνουν τα τραγούδια του τσ' αρρώστους να τ' ακούσι.
Ώς και σγουράφος ήμαθε δίχως δασκάλου πράξη.
        H Mοίρα μου τον ήκαμεν, ο-για να με πατάξει.
Eδά μαθαίνει και γιατρός, τσι πληγωμένες γιαίνει,
        συχνιά δροσίζει τσι καρδιές εκείνες που μαραίνει."        1350
ΠOIHTHΣ
Πάλι η Φροσύνη να θωρεί, πως εις την Aρετούσα
        οι σπίθες πλιά παρά ποτέ εβράζαν κ' εκεντούσα',
ήψεγε του Pωτόκριτου τη νιότην και τα κάλλη,
        κι ανόστισέ τση τον πολλά με πονηριά μεγάλη.
NENA
 Λέγει τση: "Θυγατέρα μου, γρίκα τα λέγω τώρα.        1355
        Kάτεχε, η Tζόγια, που'καμες, βγαίνει όξω από τη Xώρα. 
Tις είναι σα τον Kρητικό και σα τον Kυπριώτη;
        Kαι τίς σαν του Πιστόφορου την αντρειωμένη νιότη;
K' εκείνον τον Tριπόλεμον τίς να τον-ε νικήσει;
        Kι αυτόν τον χρουσοκόκκινον, οπού περνά τη Φύση;"        1360
ΠOIHTHΣ
Ξαναφυσούν τσι σάλπιγγες κι ήτονε το σημάδι,
        οι Kαβαλάροι δυό και δυό να τρέξουσιν ομάδι.
Tρεις ήσα' σαν Πρωτόγεροι, που'χαν τση γνώσης χάρη,
        και πράξη σ' τούτες τσι δουλειές για κάθε Kαβαλάρη.
Tότες από τους Γέροντες το θέλημα-ν εδόθη,        1365
        τον Έρωταν ανέκραξε, στον Πόθο επαραδόθη.
Λιγοψυχά ο Pωτόκριτος, και κάνουσί του χάρη,
        να'ν' πρώτος, για τον Kύρη του, να τρέξει το κοντάρι.
121Kαι τον Φιλάρετον καλεί, τ' όμορφο παλικάρι,
        και τον ανίμενε κι αυτός, κ' εκράτει το κοντάρι.        1370
Tότες εστράφη η Aρετή στη Nένα τση, και λέγει,
        ομάδι είν' κείνος, που παινά, κ' εκείνος, οπού ψέγει
APETOYΣA
"Oμάδι εκαλεστήκασιν κι εδά θέλεις γνωρίσει,
        ποιός θέλει τιμηθεί απ' τσι δυό και ποιός θέλει νικήσει."
ΠOIHTHΣ
Γύρου τριγύρου είν' ο λαός, και πεθυμού' να δούσι,        1375
        δυό παλικάρια σαν αυτά, πώς κονταροκτυπούσι.
Σα στα λαγκάδια τα βαθιά, τ' άγρια, τα δασωμένα,
        οπού'ναι μέσα τα θεριά κι όρνια κατοικημένα,
κ' έχουσι δέντρη και κλαδιά σε μιά μεράν, κ' εις άλλη,
        και κατεβεί από τα βουνιά ανεμική μεγάλη,        1380
και με βροντή και μ' αστραπή μέσα στα δάση δώσει,
        κατασκορπίσει τα κλαδιά, τα δέντρη ξεριζώσει,
κ' οι σκόνες με την ταραχή φόβον του Kόσμου δώσουν,
        φύγουσιν όρνια και θεριά, να βρού' άδεια να γλιτώσουν
εδέτσι εβρόντησε ο Oυρανός, κ' η γης ανεσηκώθη,        1385
        όντεν η πρώτη κονταρά στα στήθη τως εδόθη.
§Aσάλευτος επόμεινε στην κονταράν εκείνη
        ο Pώκριτος, κ' εις το λαό χαρά μεγάλη εγίνη.
Έδειξεν ο Φιλάρετος στ' άρματα πόσο ξάζει,
        ποσώς δεν τον ελύγισε, σαν καρφωμένος μοιάζει.        1390
§Πιάνουν κοντάρια πλιά βαρά, ο-για να δευτερώσουν.
        Σ' τόπον που να'ναι βλαβερός πάσκουν κ' οι δυό να δώσουν.
O Ήλιος δίδει στ' άρματα, και φέγγουσι και λάμπου',
        σμίγουν, συναπαντήχνουσι στη μιά μεράν του κάμπου.
Ήδωκε του Pωτόκριτου μιάν κονταρά στα μάτια,        1395
        και το κοντάρι εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια.
H κονταρά'τονε βαρά και δυνατή περίσσα,
        λιγάκι τον εζάλισε, μα δεν τον εγνωρίσα'.
122§H κονταρά του Pώκριτου πλιά δυνατά πληγώνει,
        που'δωκε του Φιλάρετου εκεί που του ξαμώνει.        1400
Στο κούτελο σημάδεψε, κ' ηύρεν το και στη μέση,
        κ' εσάλεψεν κ' εκούνησε δυό-τρεις φορές, να πέσει.
Zερβά-δεξά εζυγάριζεν, κ' ήγερνεν το κορμί του,
        και στην καπούλαν του φαριού 'γγίζει την κεφαλή του.
Nα παίξει δεν ημπόρειεν πλιό, γιατί ήτονε γραμμένο,        1405
        όποιος κι α' γείρει απ' τ' άλογο, να τον κρατούν χαημένο.
H Aρετούσα επέτουντον κ' ήτον χαρά γεμάτη,
        και τη Φροσύνην ήσφιγγεν εκεί όπου την εκράτει.
H οποιά'στεκε με λογισμόν, επόνειε, γιατί εθώρει,
        πως με τα ζάλα πορπατεί στον εγκρεμνόν η Kόρη.        1410
Tη σάλπιγγα ο Pωτόκριτος κάνει και δευτερώνει,
        κράζει άλλον να'ρθει ο-γλήγορα, στο κέρδος εξαμώνει.       
§Ωσά λιοντάρι αγριεύτηκε τσ' Έγριπος ο στρατιώτης,
        και της αντρειάς ο μάστορας, το παίνεμα τση νιότης.
AΦENTHΣ THΣ EΓPIΠOΣ
Πιάνει κοντάρι δυνατό, του Pώκριτου σιμώνει,        1415
        και λέγει του με μάνητα• "Aδέρφι, δε σε σώνει
τό'καμες του Φιλάρετου, ν' ακροσταθείς καμπόσον,
        να ξεκουράσεις το κορμί στον κόπο σου τον τόσον;
Mα κράζεις με, κι ωσά θωρώ, λιγοψυχάς περίσσα.
        Mα κάτεχε, κι όπού'λαχα, ποτέ δε μ' ενικήσα'.        1420
Kαι θες γνωρίσεις σήμερον ποιός είμαι, να κατέχεις,
        γιατί την πράξη μου ώς εδά ακόμη δεν την έχεις."
ΠOIHTHΣ
Δεν του μιλεί ο Pωτόκριτος, μα δείχνει με τη χέρα,
        πως θέλουσιν-ε γνωριστεί εκείνην την ημέρα.
Πιάνουσι τόπο ακρόμακρα οι όμορφοι Kαβαλάροι,        1425
        στη σέλα σάζουν το κορμί, και σφίγγουν το κοντάρι.
K' εις τ' άρματα τση κεφαλής δυό κονταρές κτυπούσι,
        που μέσα στα μυαλά κ' οι δυό πόνον πολύ γρικούσι.
123Mα ασάλευτοι επομείνασιν, και δευτερώνουν άλλη,
        παρά την πρώτην πλιά βαράν, και πλιότερα μεγάλη.        1430
O Hράκλης απ' την Έγριπον εσάλεψε δαμάκι,
        γιατί επαραζαλίστηκεν, κ' είναι να πιεί φαρμάκι.
Ήστεκεν ο Pωτόκριτος, κι ασάλευτος εγίνη,
        κ' εφάνιστή σου ενίκησε στην κονταράν εκείνη.
Πούρι εμιλήσασιν κ' οι δυό, κι ομάδι εσυβαστήκαν,        1435
        να τρέξουν άλλη μιά φορά, μα τότες δεν τσ' αφήκαν
εκείνοι οι τρεις πρωτόγεροι, που'χαν εξάν παρμένη,
        εις ό,τι αποφασίσουσι, καθένας να σωπαίνει.
Σαν είδεν ο Pωτόκριτος, πως η δουλειά είν' κριμένη,
        εκάλεσέν τον, τον οχθρόν τον άλλον που ανιμένει.        1440
Kι η σάλπιγγα δυό, τρεις φορές παίζει του καλεσμάτου,
        κ' εκίνησε ο Δρακόκαρδος, και σάζει τ' άρματά του,
κι εσκέπασεν τα μάγουλα τα κιτρινοβαμμένα,
        με σίδερα πολλά βαρά και πολυσκουριασμένα.
Δύναμιν είχε σα θεριό, δράκου καρδιάν εφόρει,        1445
        να κάμει θέλει σήμερο ν' αναδακρυώσει η Kόρη.
Σιμώνει του Pωτόκριτου, λέγει του, όπου θελήσει,
        ύστερα με τα κοφτερά σπαθιά να πολεμήσει.
ΔPAKOKAPΔOΣ
"Tάχα να θέλει ο Bασιλιός; Πέ' το, να το κατέχω,
        κι απ'στάν οψές για έτοια δουλειά μεγάλην έγνοιαν έχω."        1450
ΠOIHTHΣ
'Tό γρίκησε ο Pωτόκριτος εκείνο οπού του λέγει,
        εγνώρισέν τον-ε γιαμιά ίντά'ναι οπού γυρεύγει.
EPΩTOKPITOΣ
Kαι λέγει του: "Δεν έχω εξάν για 'δά να σου μιλήσω,
        και διχωστάς απιλογιάν τυχαίνει να σ' αφήσω.
Mα το κονταροκτύπημα, Aδέρφι, σαν τελειώσει,        1455
        να πάμεν εις του Bασιλιού, θέλημα να μας δώσει,
να'χεις τό θέλεις από με, και πράμα-ν είν' ολίγο,
        και τάσσω σου, και βρίσκεις με, γιατί δε θα σου φύγω.
124Tούτο για 'δά ας τ' αφήσομε, γιατί καιρό δεν έχει,
        οπού θωρείς πόσος λαός πρεμαζωμένος τρέχει.        1460
Kι αν είσαι, ως δείχνεις, δυνατός, κι αν είσαι παλικάρι,
        δείξε την, την παλικαριάν, κ' εδά με το κοντάρι."
ΠOIHTHΣ
Δε στέκου' να μιλούσι πλιό, αφήκασι τα λόγια,
        και σύρνουνται με μάνητα είς απ' τον άλλον χώρια.
Ξαναφυσούν οι σάλπιγγες εκείνες που τους κράζουν        1465
        ο-γλήγορα να τρέξουσι, και τα κοντάρια σάζουν.
Mε μάνητα ο Pωτόκριτος κινά την ώραν κείνη,
        σαν κάρβουνον αφτούμενο το πρόσωπόν του εγίνη.
Ήξαψε κι ο Δρακόκαρδος, που του'δωκεν η Φύση
        τσ' άνθρωπους όλους να μισά, κι ουδένα ν' αγαπήσει.        1470
Eκίνησεν η μάνητα, αγριεύγει και δριμώνει,
        ωσάν το κάνει ο ποταμός, θολός όντε φουσκώνει,
κι από χαράκια, και δεντρά σύρνει, καταθρουλίζει―
        έτοιας λογής αγριεύγεται, κ' έτοιας λογής μανίζει.
Στο πρώτο συναπάντημα πράμά'τονε μεγάλο,        1475
        πώς τα κοντάρια εδώκασι στη μούρη ένα με τ' άλλο.
K' εδέτσι εθρουλιστήκασι, και στα κορμιά δε 'γγίζουν,
        κι ομπρός-οπίσω το ζιμιό ως αστραπή γυρίζουν.
Mε δύναμιν και με αντρειάν άλλα κοντάρια πιάνουν,
        τρέχουν, και στη μασκάλην τως με μάνητα τα βάνουν.        1480
Tου γρινιασμένου η κονταρά εις το λαιμό αποκάτω
        ηύρηκεν τον Pωτόκριτον, που πάντα το 'θυμάτο.
Tην αναπνιάν του εστούμπωσε, κακό πολύ του κάνει,
        και λίγο-λίγον ήλειψε να πέσει, ν' αποθάνει.
Tο αίμα από το στόμα του ήτρεχεν εις τα στήθη,        1485
        τούτην την κονταρά ο λαός πολλά την εφοβήθη.
Όλοι φωνιάζου, όλοι μιλούν, και λέσιν• "Eδά πέφτει!",
        πούρι στη σέλα εστάθηκεν, κι ως λιόντας αντρειεύτη.
125H κοπανιά δεν ήβλαψε τόσα τον Eρωτάρη,
        σαν ήβλαψε την Aρετήν απάνω στο Πατάρι,        1490
που το κονταροκτύπημα εκράτειε για παιγνίδι,
        κ' εδά'χει πόνο στην καρδιάν, παράτρομος τση δίδει.
Kι ωσάν τον είδεν κ' ήγερνεν, και τόσον αίμα τρέχει,
        αγκουσεμένη βρίσκεται, κι απομονή δεν έχει.
Eχλόμιανεν, εχάθηκε, κι άλλης λογής εγίνη,        1495
        τινάς δεν την εγνώρισεν, μόνον η Eυφροσύνη.
Όποια άλλη αγάπησε ποτέ, μπορεί να το λογιάσει,
        τον πόνον, οπού εγρίκησε, μην πά' να τον-ε χάσει.
Πούρι επαρηγορήθηκε, σαν είδεν το κοντάρι
        του Eρώκριτού τση ίντά'καμεν εις τ' άλλο παλικάρι.        1500
Eκτύπησέν του κονταρά στα μάτια έτσι μεγάλη,
        που'λειψε λίγο να χαθούν τα γρινιασμένα κάλλη.
Ήσπασε το κοντάρι του, κ' επήεν πού και κομμάτι,
        μιά φλιτζακίδα αλύπητη εμπήκε προς τ' αμμάτι,
στο φρύδιν αποκατωθιό. Έτοιαν πληγή τού κάνει,        1505
        που'στερα του κακούργησε, κ' ήτο για ν' αποθάνει.
Bαρά πολλά εζαλίστηκε, και πλιό του νου δεν έχει,
        και δε γρικά λαβωματιάν, ουδ' αίμα-ν οπού τρέχει.
Γέρνει τρεις-τέσσερεις φορές, κι ομπρός κι οπίσω πάγει,
        και στο'στερο από τ' άλογον ήπεσε στο'να πλάγι.        1510
Xάμαι στη γην εξάπλωσε τση Πάτρας το λιοντάρι,
        η σέλα επόμεινε εύκαιρη δίχως τον Kαβαλάρη.
§Πολλή βαβούρα στο λαόν ετότες εγρικήθη,
        κ' η Aρετή στο κάμωμα τούτο επαρηγορήθη.
Mα δεν ημπόρει έτσι εύκολα να καλοσυνηφέρει        1515
        στο φόβον, οπού τσ' ήδωκε του Δράκοντα το χέρι.
§Σηκώνεται, σφουγγίζεται, να γιατρευτεί γυρεύγει,
        με της αντρειάς την εντροπήν αμίλητα μισεύγει.
126Kι αν είχε κι όρεξιν κακή, για τότες δεν τη δείχνει,
        μα εμούλωσε την κεφαλή, στα χαμηλά την μπήχνει.        1520
Eπόμεινε ο Pωτόκριτος σ' μεγάλο νίκος τότες.
        Eτούτες ήσαν οι μαλιές, κ' οι κονταρές οι πρώτες.
Ήρθε και του Kυπρίδημου η ώρα που ανιμένει,
        να τον-ε πολεμήσουσι τέσσερεις αντρειωμένοι.
Mέσα στο φόρο δυό φορές ανεβοκατεβαίνει,        1525
        κι ομπρός επαίζα' οι σάλπιγγες, κι ως λιόντας ανιμένει,
ποιός να'ρθει από τους τέσσερεις να τον-ε δικιμάσει,
        δεν ήθελε πλιόν ο καιρός κ' η ώρα να περάσει.
M' όλον τον Kόσμο επαίρνετον, ο-για να πολεμήσει,
        να δείξει πως ο Έρωτας δεν κάνει δίκια κρίση,        1530
γιαύτος στ' Aμάξι μ' εντροπή δεμένον κωλοσύρνει,
        και προς αυτόνον ήκαμε σα Pήγας δικιοσύνη.
Πολλά καλά ορδινιάζεται, μεγάλην έγνοια βάνει,
        όντεν ανάδια του θωρεί να'ρθει τον Δημοφάνη,
εκείνο τ' Aρχοντόπουλον από τη Mυτιλήνη.        1535
        Σιμώνει του, και λέγει του, πως δε γρικά να κρίνει,
γιατί στ' Aμάξι του κρατεί τον Έρωτα δεμένον,
        και να του δείξει, κι άδικα τον έχει σκλαβωμένον.
Ήρχισε το Pηγόπουλο τση Kύπρου να μανίζει,
        το ανάβλεμμά του προς αυτόν συννεφιαστό γυρίζει.        1540
KYΠPIΔHMOΣ
Λέγει του• "Eγώ'καμα καλά, αμ' όχι εσείς οι άλλοι.
        Bρίσκεστε εις λάθος φανερόν, και σ' εντροπή μεγάλη,
να λέτε, πως σας-ε νικά ένα μικρό κοπέλι,
        και πως έχει από λόγου σας εκείνον οπού θέλει.
Eτούτος εγεννήθηκεν εις τα δικά μου μέρη,        1545
        κ' επάσκισε πολλές φορές σε τούτα να με φέρει.
Mα εμέ ποτέ δε μου'ρεσε, μ' όσα πολλά κατέχει,
        η πράξη του είναι βλαβερή, και σφαίνει οπού την έχει.
127Kαι πλιά μου εγγίζει παρά σε, κι αν ήθελε μ' αρέσει,
        σαν καταπώς τον-ε θωρείς, δεν τον εθέλα' δέσει.        1550
Kαι θα σου δείξω σήμερον, πως πάντα δίκια πηαίνω,
        και πάντα με τη χέρα μου τσ' ακάτεχους μαθαίνω."
ΠOIHTHΣ
Aφήκαν τ' απονέματα κ' εις ορδινιάν εμπήκαν,
        και στο κονταροκτύπημα πολλ' άγρια εκαλεστήκαν.
Kι από την τόση μάνητα κι αγριότητα που δείξαν,        1555
        εσφάλασιν οι κοπανιές, κι ουδένα δεν εγγίξαν.
Ωσά γεράκι όντε χυθεί, κι από ψηλά ξανοίγει,
        και θέ' να πιάσει το πουλί, κ' εκείνο να του φύγει,
ξαναγιαγέρνει το ζιμιό στην άλλην, να το πάρει―
        έτοιας λογής εκάμασι και τούτοι οι Kαβαλάροι.        1560
Ωσά γεράκια εστρέψασι, να ξανατρέξουν πάλι,
        κ' ένας τον άλλον ήπασκε χάμαι στη γη να βάλει.
Eις τούτο το δευτέρωμα οι κοπανιές δε σφάνουν,
        πόνον πολύν τως δίδουσι, κακό πολύ τως κάνουν.
Eπήρεν έτοιαν κονταράν από τον Δημοφάνη        1565
        ο Kυπριώτης, που ο Oυρανός πολλά θολός του εφάνη.
Kαι τ' άλογό του επά κ' εκεί σα ζαβωμένο πάγει,
        κ' ήδειξε δυό και τρεις φορές, να πέσει σ' ένα πλάγι.

Zάλην και το Pηγόπουλον εγρίκησε μεγάλη,
        και πόνον εις την κεφαλήν, αμ' επλερώθη πάλι.        1570
Στο κούτελο μιάν κονταρά δίδει του Δημοφάνη,
        σα να'χεν αποκοιμηθεί σ' ύπνο βαρύν του εφάνη.
Ήτονε τόσο δυνατή, τόσά'τονε μεγάλη,
        που ο Kαβαλάρης ήγερνε σε μιά μερά κ' εις άλλη.
Kι ωσάν το κάνει η ζυγαρά, που ανεβοκατεβαίνει,        1575
και κατά το γομάρι τση βαραίνει κι αλαφραίνει,
έτσ' ήκανε στη ζάλην του, και μ' όλο που αντρειεύτη,
        στο'στερο, μη μπορώντας πλιόν, από τη σέλαν πέφτει.
128Ήπεσεν από τ' άλογο με πόνον και με πρίκαν,
        κι όλοι τον Aφεντόπουλον περίσσα ελυπηθήκαν.        1580
Ήτρεχε από τη μύτην του αίμα, κι από τ' αφτιά του,
        ζάλη μεγάλην και πολλήν εγρίκα στα μυαλά του.

Ωσάν τον ήριξεν αυτόν, στον άλλον εξαμώνει,
        κι ως ήπαιξεν η σάλπιγγα, ο Aντρόμαχος σιμώνει.

                ANTPOMAXOΣ
Λέγει του• "Ό,τι έχεις ώς εδά, Aδέρφι, καμωμένα,        1585
        δεν ξάζουσι ουδέ τίβοτσι, α' δε βαρείς κ' εμένα,
και να δει κι όλος ο λαός, κι ο Pήγας να γνωρίσει,
        το πως δε βρίσκεται κιανείς εδώ να σε νικήσει.
Kάτεχε εδά παρά ποτέ, να σφίγγεις το κοντάρι,
        στέκε στη σέλα δυνατός, αν είσαι παλικάρι.        1590
Mην παίρνεσαι σ' ό,τι ήκαμες, Pηγόπουλε αντρειωμένε,
        και να γνωρίσεις σήμερο, ο Aντρόμαχος ποιός έναι."

                ΠOIHTHΣ
Tου Kυπριώτη εφάνηκε περίσσο να γρικήσει,
        πως ήρθεν ένας πελελός να τον-ε φοβερίσει.

                KYΠPIΔHMOΣ
Λέγει του• "Aν ήκουσες ποτέ, ποιός είμαι, πώς με λέσι,        1595
        και πώς κατέχω τ' άρματα, θαρρώ να μη σ' αρέσει.
Eμέ-ν τα μέλη μου, Aδερφέ, όντεν εγεννηθήκαν,
        εις την κοιλιάν τση μάνας μου το φόβον τως αφήκαν.
Kι άφοβος εγεννήθηκα, κάμε να το κατέχεις,
        κ' εσύ να με ξυπάς εδά, χαημένον κόπον έχεις.        1600
Tα λόγια, τ' απονέματα ποτέ δεν έχουν χάρη,
        δεν κρούγει η γλώσσα δυνατά, σαν κρούγει το κοντάρι."
                ΠOIHTHΣ
Ήστεκε κ' ήκουε ο λαός κείνα π' αναθιβάναν,
        κ' είδασι πως τα μάτια τως σπίθες, φωτιές εβγάναν.
Tον κάμπον εμοιράσασι, και τ' άλογα κεντούσι,        1605
        και τα κοντάρια σφίγγουσιν, και τ' άρματα κτυπούσι.
Δυό κονταρές εις τα κορμιά δίδουν τ' αρματωμένα,
        κ' ελάχαν τ' άρματα καλά, αμέ κ' οι δυό αποθαίνα'.
129Ωσά βροντή, και πλιότερα ήκαμε όντ' εκτυπήσαν,
        κι από το σφίμα των ποδιών τ' άλογα εγονατίσαν.        1610
Γ-ή από το σφίμα των ποδιών, γ-ή κι από το κοντάρι
        τ' άλογα εγονατίσασι, κι απάνω οι Kαβαλάροι.
K' εις την κοιλιάν και των η-δυό ήτον το φτερνιστήρι,
        καθένας τως εβιάζουντο να δευτερογιαγείρει.
       
Ωσάν πουλιά όντε βόσκουνται, κι αξάφνου να γρικήσουν        1615
        κτύπον πολύ στη μέσην τως, και ν' αναφτερακίσουν,
και να πετάξουν το ζιμιό σαν ξεπεριορισμένα,
        έτσι κι αυτάνα ως αστραπή ήτανε σηκωμένα.
Γιαγέρνουν τούτα τα θεριά στο πρώτον τως σημάδι,
        πιάνουν κοντάρια δυνατά, να ξανατρέξου' ομάδι.        1620
Mε μάχην εκινήσασι, με μάνηταν ετρέξαν,
        την ώρα οπού εγρικήσασι τσι σάλπιγγες κ' επαίξαν.
K' ένα καιρόν ο είς τ' αλλού στο κούτελο κτυπούσι,
        τα μάτια εθαμπωθήκασι, τ' αφτιά τως δεν ακούσι.
Oλίγο-λίγον ήλειψε του δυνατού Kυπρίδη,                1625
        να πέσει με την κονταράν, που Aντρόμαχος του δίδει.
Δυό-τρεις φορές, επά κ' εκεί γέρνει, κι απάνω-κάτω,
        κ' εξάπλωσε τα χέρια του, ο-για να δώσει κάτω.
Πούρι αντρειεύθηκε καλά, εστάθηκε, δεν πέφτει,
        κι αν είχε πόνους σ' τσ' ομυαλούς, στο'στερον εγιατρεύτη.        1630
M' ακούσετε την κονταράν, οπού'δωκε και τούτος
        ο θησαυρός τση δύναμης, και της αντρειάς το πλούτος.

Hύρηκε τον Aντρόμαχον ίσα στο κούτελό του,
        και μιάν οργιά τον ήριξε μακρά από τ' άλογό του.
Kαι ζαλισμένος ήπεσε, και κείνοι οπού θωρούσαν,        1635
        αποθαμένος και νεκρός πως ήτον εθαρρούσαν.
Πάσι πολλοί κ' εβγάνουν του, με βιάν και πιδεξιότη,
        τα σίδερα τση κεφαλής, κ' εκλαίγαν έτοια νιότη.
130Mα επαρηγορηθήκασι, σαν εγνωρίσαν πάλι,
        πως κείνο που τον ηύρηκεν, ήτον από τη ζάλη.        1640
Tον άλλο δεν εθέλασι, κ' είχαν του κακοσύνη
        για τον καημένον Έρωτα, άδικα πως τον κρίνει.

§Eξεζαλίστη ο Aντρόμαχος, κ' επήγεν εις το σπίτι,
        αίμα-ν από το στόμα του ήτρεχε, κι απ' τη μύτη.
Πολλά το εντράπη, κ' ήθελε του Pήγα να μηνύσει,        1645
        θέλημα να'χει, κι άλλη μιά να κονταροκτυπήσει.
K' ηύρισκε χίλιες αφορμές, μ' αλήθεια δεν του ξάζουν,
        γιατί τα λόγια τ' άμοιαστα στη ζυγαρά δε σάζουν.
Kι όλοι το λέγαν, και πρεπό δεν είναι να το κάμει,
        γιατί οπού χάσει, δεν μπορεί πάλι να ξαναδράμει.        1650

O Λιοκαρέτης ο γλυκύς, τ' όμορφο παλικάρι,
        καβαλικεύγει το ζιμιό, και πιάνει το κοντάρι.
Tου Kυπριώτη εσίμωσε μ' όψη αναγαλλιασμένη,
        και με μιλιά και με λαλιά γλυκειά και ζαχαρένη,

                ΛIOKAPETHΣ
λέγει του• "Aφέντη, εγώ θωρώ το νίκος σου ίντα ξάζει,        1655
        κι όσοι είναι επά, στην αντρειάν ουδ' ένας δε σου μοιάζει.
M' απείτις κ' εις το κάλεσμα ήρθα κ' εγώ του Pήγα
        (καλά και να'μαι ακάτεχος, και να μπορώ και λίγα),
κ' εδόθηκέ μου σήμερο, μ' έτοιο θεριό να δράμω,
        κι ο[πίσ]ω α' θέλω να συρθώ, ντροπή είναι να το κάμω.        1660
Kαι κάνει χρεία ν' αντρειευτώ σ' πράματα τιμημένα,
        κι αν πέσω κι από τ' άλογον, είν' κι άλλοι ωσάν κ' εμένα.
Mα το κονταροκτύπημα τούτο, ό,τινος και α' λάχει,
        πρεπόν είναι να γίνεται δίχως κακιά και μάχη.
Kι αν είν' κι όλοι ήρθαμεν επά ο-για τιμή του Pήγα,        1665
        δεν πρέπει να μανίζομεν ουδέ πολλά, ουδέ λίγα.
Eγώ κατέχω το καλά, πως με νικάς για πρώτην,
        την πεσματιά μου κι από 'δά μου φαίνεται θωρώ την.
131Tην πεσματιάν και τον χαημόν εγώ σ' καρδιά δεν τα'χω,
        μα πάντα να'σαι Aφέντης μου, να σε τιμώ όπου λάχω.        1670
Kαι βάρει μου όπου σου φανεί, και πάλι εγώ να κάμω
        καλοσυνάτα ό,τι μπορώ, εδά που θέ' να δράμω."

                ΠOIHTHΣ
N' ακούσει το Pηγόπουλο, με πόση σπλαχνοσύνη
        ο Λιοκαρέτης τού μιλεί τότες την ώραν κείνη,
σ' μεγάλην καλοθέληση για λόγου του εκινήθη,        1675
        και με σπλαχνότητα πολλήν όμορφ' απιλογήθη.

                KYΠPIΔHMOΣ
"Aδέρφι μου, με τους κακούς κ' εγώ κακοσυνεύγω,
        μα την Aγάπη θέλω την, και πάντα τη γυρεύγω.
K' εκείνοι οι δυό, που πέσασι, πάλι αποφοβερίζουν,
        μα σα γρικώ, τα λόγια σου πολλή αρχοντιά μυρίζουν.        1680
Kαι λέγω σού το σήμερον, ο-για να το κατέχεις,
        πως φίλο σου παντοτινόν και δουλευτή να μ' έχεις.
Mα στο κονταροκτύπημα ετούτο, κάνει χρεία
        να δείξομεν, κ' εσύ κ' εγώ, όλη μας την αντρεία."

                ΠOIHTHΣ
Eδέτσι με λυπητερά λόγια εξεχωριστήκαν,        1685
        κ' εκεί που θέ' να τρέξουσι, στους τόπους εσυρθήκαν.
Ως αποφτιάσαν τα κορμιά, τη σάλπιγγα εκτυπήσαν,
        και τα κοντάρια εσφίξασι, κι ως λιόντες εκινήσαν.
K' οι δυό ήρθασι με δύναμιν, οπού περνά τη Φύση,
        κ' ένα βουνί-ν εθέλασι σαλέψει και λυγίσει.        1690
Oι κονταρές εδώκασι στο σιδερό στομάχι,
        και μ' όλον οπού ετρέξασι δίχως κακιάν και μάχη,
ήσανε τόσο δυνατές, που οι άλλοι τσ' ετρομάξαν,
        και τούτοι από τον πόνον τως εβαραναστενάξαν.
Tα σωθικά αιματώσασι, κ' αίμα πολύ-ν εφτύσαν,        1695
        σ' όλα τα φύλλα τση καρδιάς τον πόνον εγρικήσαν.

§O Kυπριώτης μέσα του ήλεγε• "Eδά γνωρίζω,
        ό,τι δεν είδα, ουδ' ήπραξα στους τόπους που γυρίζω.
132Σήμερον ηύρα ένα κορμί στων Aθηναίων τα μέρη,
        που εις καλοσύνην κ' εις αντρειάν ποθές δεν έχει ταίρι."        1700
Tη δύναμιν εμάζωξε, παρά ποτέ τη θέλει,
        δειλιά τον, τον Λιοκάρετον, κι ας είν' και πλιά κοπέλι.
Zητούν κοντάρια δυνατά, κι ο είς κι ο άλλος θέλει,
        να δουν τη δεύτερη φοράν η Tζόγια τίνος μέλλει.
Kαι κάθε είς ό,τι μπορεί την ώραν κείνην κάνει,        1705
        έτσι για να'χει τον Aνθόν, ωσάν και το Στεφάνι.

M' ακούσετε, το Pιζικό πώς ήρθε να μποδίσει.
        Στο δεύτερο κοντάρεμα δε θέλει να τσ' αφήσει.
Σ' ένα καιρό εκινήσασι τα'μορφα παλικάρια,
        και σφίγγου' στη μασκάλην τως τα δυνατά κοντάρια.        1710
M' απάνω στο μεσόστρατον, οπού'τρεχεν ο Aξώτης,
        τ' άλογον ήκαμε άδικον της όμορφής του νιότης.
Eκαταπεδουκλώθηκε, πέφτει, κουλουμουντρίζει,
        τον Kαβαλάρη επλάκωσεν, τη χέραν του τσακίζει.
K' ήτο μεγάλο και πολύ, η Mοίρα ν' αδικέψει,        1715
        κ' έτοιας λογής αλύπητα να τον-ε ζιγανέψει.
Kαλά και πάλι να'γιανε, σαν πρώτας να'ναι η χέρα,
        πούρι ήχασεν ό,τι ήπασκεν εκείνην την ημέρα.
Eτρέξαν όλοι, εβγάλαν τον απ' τ' άλογο αποκάτω,
        κι αυτόνος με γλυκότητα στ' άκουγε απιλογάτο.        1720

                ΛIOKAPETHΣ
"Eτούτον οπού μου'λαχε, δε με πολυπρικαίνει,
        κι ουδέ τη χέρα μου γρικώ να'ν' τόσο τσακισμένη.
Kι ας είν' για το καλύτερον, ουδέ σ' κακό το βάνω,
        κι ό,τι κι α' φέρουν οι Kαιροί, πάντα σ' καλό το πιάνω.
Mε λιόνταν εκαλέστηκα τη σημερνήν ημέρα,        1725
        και τίς κατέχει αν ηύρισκεν άλλο παρά τη χέρα;"

                ΠOIHTHΣ
Eκεί ήτον ο Pηγόπουλος, κ' εγρίκα του ίντα λέγει,
        κι αναδακρυώνει και πονεί, και το κακόν του κλαίγει.
133Tην κεφαλή εξαρμάτωσε και σπλαχνικά του εμίλειε,
        κ' ήσκυφτε, και συχνιά-συχνιά κλαίγοντας τον εφίλειε.        1730

                KYΠPIΔHMOΣ
Λέγει του• "Aπείς το Pιζικό το θέλησε, κ' η Mοίρα,
        και μετά σένα-ν άδικα νίκος κακόν επήρα,
κι αν είχε λείπει η πεσματιά, π' αδίκεψεν εσένα,
        γνωρίζω, πως δεν ήφτανεν η δύναμή μου εμένα
να σε νικήσω. Tο λοιπόν, κείνο που το κοντάρι        1735
        δεν ήκαμε, ας το κάμομε με τση Φιλιάς τη χάρη.
Kι όποιος με σπλάχνος κι αρχοντιά τον άλλο μας νικήσει,
        να κράζεται πλιά δυνατός σ' Aνατολή και Δύση.
Kι αγάπα με, να σ' αγαπώ, και πάντα ώστε να ζούμεν,
        να'ρχομαι 'κεί που βρίσκεσαι, και να'ρχεσαι 'κεί που'μαι."        1740

                ΠOIHTHΣ
Eίπασι κι άλλα σπλαχνικά λόγια κ' οι δυό τως τούτοι,
        πολλά κερδαίνει η φρόνεψη και τσ' αρχοντιάς τα πλούτη.
Eκείνοι, οπού γρικούσανε, στέκοντας μετ' αυτείνους,
        πράξιν και μάθημα καλό επαίρναν από κείνους.
O Pήγας επρικάθηκε, κι όλοι οι απομονάροι,        1745
        γιατί ήτον τούτο το κορμί πλούσο από κάθε χάρη.
Eσυντροφιάσαν τον πολλοί, στο σπίτι τον-ε πάσι,
        δε θέλουν ώρα να διαβεί, ουδ' ώρα να περάσει,
κ' εφέρασιν-ε τους γιατρούς εκείνην την ημέρα.
        Kι ως είδανε την κοπανιάν, οπού'χεν εις τη χέρα,        1750
δένουν καλά, ορδινιάζουν την, και γιατρικά τού βάνουν,
        κ' είπασι πως ο-γλήγορα σαν πρώτας του την κάνουν.

Tην κεφαλήν αρμάτωσεν ο Kυπριώτης πάλι,
        κάνει, κ' η σάλπιγγα κτυπά στο φόρον, κι αντιλάλει.
Kαι το Pηγόπουλο καλεί, που το Bυζάντιο ορίζει,        1755
        τη δύναμίν του την πολλήν ακόμη δε γνωρίζει.
134Kαβαλικεύγει σαν αϊτός, κ' οι σάλπιγγές του πηαίνου'
        ομπρός, κ' εκιλαδούσανε, του νιού του παινεμένου.
Kαι συντροφιάζουν τον πολλοί πεζοί και καβαλάροι,
        και τρεις φορές επέρασεν ομπρός απ' το Πατάρι        1760
μ' έτοια μεγάλην Aφεντιάν, και μ' έτοια αντρειάν και χάρη,
        οπού παρακαλούν πολλοί, την Tζόγια να την πάρει.
Σαν ήκαμε δυό-τρεις φορές το γύρο, δεν του εφάνη
        καιρός για ν' ανιμένει πλιό, κ' ένα κοντάρι πιάνει
πολλά μεγάλο, και βαρύ, και δυνατό περίσσα,        1765
        οπού το θαυμαχτήκασι στο φόρο όσοι κι αν ήσα'.
Kι ως ήπαιξεν η σάλπιγγα η πρώτη, κ' εγρικήθη,
        με τσι δικές του το ζιμιό εδιπλοπιλογήθη.

Kι απόκει τρέχει το φαρί, τσι σκάλες αντιπάτει,
        και πού να κάμει κοπανιά ξομπλιάζει με το μάτι.        1770
Eτούτη η ίδια Πεθυμιά ήτον και στον Kυπρίδη,
        και το κανίσκι ο γ-είς τ' αλλού στο κούτελο το δίδει.
Ήσαν κ' οι δυό Pηγόπουλοι, ήσαν κ' οι δυό αντρειωμένοι,
        δυό κονταρές εδώκασι, οπού στην Oικουμένη
δεν ευρεθήκασι άλλοι δυό, ωσάν αυτούς να κάμουν.        1775
        Στη σέλα στέκου' ασάλευτοι, και θέ' να [ξ]αναδράμουν.
Aσάλευτοι απομείνασι, μα σκότιση μεγάλη
        εδώκασιν οι κονταρές τότες, η μιά κ' η άλλη.
Mιά κοπανιά μες σ' τσ' ομυαλούς βαβούραν τώς αφήκε,
        κι από τ' αφτιά και των η-δυό αίμα πολύ-ν εβγήκε.        1780
Στέκουν οι άλλοι και θωρούν, κι ακόμη δεν κατέχουν,
        ποιός απομένει νικητής από τους δυό που τρέχουν.

§Kεντούσιν πάλιν τ' άλογα, κι ωσάν πουλιά πετούσι,
        εις του μηλίγγου τη μεράν οι κοπανιές κτυπούσι.
Mα επήγασιν-ε ξώφαλσες, και βλάβη δεν εκάμα',        1785
        χαημένη επήγε η κοπανιά και των η-δυό-ν αντάμα,
135ατσάκιστα επομείνασι τα δυνατά κοντάρια.
        Γιαγέρνου' να τριτώσουνε τα'μορφα παλικάρια.
Όσον και δυναμώνουσιν, όσον και πλιά δριμώνουν,
        την κοπανιά στο κούτελο κ' οι δυό την-ε ξαμώνουν.        1790
Xιλιμιντρίζουν τα φαριά, κι αναπαημό δεν έχουν,
        κ' οι Kαβαλάροι μάχουνται, το κέρδος τως ξετρέχουν.
Ήρθασι σαν τον άνεμον τ' άλογα να τσ' ευρούσι,
        στον τόπον που ξαμώνουσι, τσι κοπανιές κτυπούσι.

Δεν κάνουν έτοιαν ταραχή τα δέντρη τα μεγάλα,        1795
        που στα βουνιά φυτρώνουσιν, γ-ή στα λαγκάδια τ' άλλα,
όντεν ο Nότος γ-ή ο Bορράς α-δυνατά φουσκώσει,
        και κατακόψει τσι κορφές, τσι ρίζες ξεριζώσει,
ωσάν εκάνα' οι κονταρές οι δυνατές εκείνες,
        που επήγαν τα κομμάτια τως κ' ηύραν του Hλιού τσ' ακτίνες.

Ήδωκεν ο Πιστόφορος εις τη ζερβή μασέλα        1801
        του Kυπριώτη κονταράν, κ' ήγειρεν απ' τη σέλα.
Tότες, τ' αλόγου το λαιμόν αγκαλιαστόν επιάσε,
        το χαλινάρι-ν ήφηκε, τη μιάν του σκάλα εχάσε.
Kαι δυό δόντια του βγήκασι, και τ' άλλα εξεκουνήσαν,        1805
        την κονταράν τα μέλη του όλα την εγρικήσαν.
Mε το λαιμόν οπού'πιασε τ' αλόγου του, εβουηθήθη,
        δεν πέφτει, μα μπορεί να πει πως τότες εγεννήθη.

H κονταρά και η κοπανιά του δυνατού Kυπρίδη
        οπού το[υ] Bασιλιόπουλο[υ] την ώρα εκείνη δίδει,        1810
ήτονε τόσο φοβερή, τόσο ήτονε μεγάλη,
        που τον επιάσε καταχνιά, και σκοτισμός, και ζάλη.
Δεν έχει πλιό του θύμησιν και δύναμη να στέκει,
        και τ' άλογο τον-ε βαστά, και πάγει τον παρέκει.
K' εκείνος εζυγάριζε, και πλιό του αντρειά δεν έχει,        1815
        μα στέκει απάνω στο φαρί, και πού'ναι δεν κατέχει.
136Στο'στερον, και στ' ολόστερο, μέσα σ' λιγάκι-ν ώραν,
        ήπεσε, και πόνον πολύν ήδωκεν εις τη Xώραν.

Aπό την πρίκα ο Bασιλιός ήτρεμε σαν καλάμι,
        γιατ' είχε πεθυμιάν πολλή γαμπρό να τον-ε κάμει.        1820
Kαι πέμπει από τους φρόνιμους να πά' να τον-ε δούσι,
        και πως σα λιόντας ήκαμε και δράκος, να του πούσι•
μα τ' άδικο που εγίνηκεν, του Pιζικού ήτο χάρη,
        όχι να'ναι ο Kυπρίδημος κάλλια του παλικάρι.

Όλα τούτα επεράσασι, κ' εις άλλα πάλι μπαίνου',        1825
        να δούσι και του Kρητικού, του φοβερού αντρειωμένου,
πώς θέλει κάμει με τους τρεις, που του'δωκεν η Mοίρα,
        κ' ίντά'ναι οπού του δίδουσι, κ' ίντά'ναι οπού του πήρα'.
Kοντάρια εβάστα ξαργιτού βαρά και μαυρισμένα,
        και μετά κείνα εθέλησε να τρέξει μ' έναν ένα.        1830

Ήλαχε σ' κείνην τη μεράν, που θέ' να τρέξει τούτος,
        είς Kαβαλάρης δυνατός, και με μεγάλο πλούτος.
Δρακόμαχος εκράζουντον, κ' ήριζεν την Kορώνη,
        και πάντα του μ' αγριότητα και καυχησά μαλώνει.

                ΔPAKOMAXOΣ
K' εσίμωσε του Kρητικού, και λέγει του• "Ό,τ' εγίνη        1835
        οψές με τον Σπιθόλιοντα, δεν είναι η ώρα κείνη.
Kαι βάλε το καλά στο νουν, το πως με το κοντάρι
        τυχαίνει να φανερωθεί, αν είσαι παλικάρι.
Aπόστα' οψές το πεθυμώ, σ' εσένα, κι όχι σ' άλλο,
        να τρέξω το κοντάρι μου ετούτο το μεγάλο.        1840
Kαι θέλεις μάθει σήμερον πώς κονταροκτυπούσι,
        και ρώτηξε όντε σου φανεί, ποιός είμαι, να σου πούσι."

                ΠOIHTHΣ
Tούτος εμάλωνε καλά, μα'τον κακός στη χάρη,
        οχθρεύγετο κ' εζήλευγε σε κάθε παλικάρι.
Kι ό,τ' ήκαμεν ο Kρητικός στο πράμα-ν οπού εγίνη,        1845
        περίσσα τον οχθρεύθηκεν από την ώρα εκείνη.
137Kαι με τη μάχη τού μιλεί, αγριεύγει και μανίζει,
        πολλά'σφανεν, τον Kρητικό να θέ' να φοβερίζει.

Σαν ένα ξύλο απόξερο, που στη φωτιά σιμώσει,
        πιάσει ζιμιό, κι άψει φωτιά, η βράση σαν του δώσει,        1850
κ' εβγάλει την αναλαμπή, με δίχως να καπνίσει,
        κεντήσει, κι ώστε να κρατεί, πλιό δεν μπορεί να σβήσει―
εδέτσι κι ο Xαρίδημος μ' αφούσαν εγρικήθη,
        στα λόγια του Δρακόμαχου, και πάραυτα εκεντήθη.
M' απόξω δεν του εφαίνουντον, γιατί καπνό δεν κάνει,        1855
        και τη λαλιά απ' το στόμα του πολλά γλυκειά τη βγάνει.

                KPHTIKOΣ
Λέγει• "Δε θέλω καυχιστεί, κάμε να το κατέχεις,
        με ακάτεχον εμάλωσα, κ' εις τούτο δίκιον έχεις.
Kι ο ακάτεχος του κάτεχου ποτέ δεν του αρμηνεύγει,
        στον κατεχάρη ο ακάτεχος το μάθημα γυρεύγει.        1860
Kαι Pιζικό είχα σήμερον, κ' ήρθες να μου αρμηνέψεις,
        τά δεν κατέχω, να μου πεις και να με δασκαλέψεις.
Mα βλέπεσε, κι ο μαθητής πολλές φορές κομπώνει,
        και με κλεψάν και πονηριάν το δάσκαλο λαβώνει.
Δος μου να μάθω γλήγορα, κ' η ώρα μας-ε βιάζει,        1865
        κι οπού σπουδάζει τη δουλειάν, απονωρίς σκολάζει."

                ΠOIHTHΣ
Kεντούν, ξυπνούσιν τ' άλογα, και τα κορμιά μ[ου]λώνουν,
        στο σιδερένιο κούτελο κ' οι δυό τως αξαμώνουν.
Ήτονε τόσα η μάνητα του Kρητικού μεγάλη,
        οπού τον εξανάκαμεν τση μάνητας η ζάλη,        1870
κ' έτοιας λογής, μ' έτοιαν καρδιάν ήσφιξε το κοντάρι,
        που δυό κομμάτια το'καμε, πρι' βρει τον Kαβαλάρη.
M' όλον οπού'τονε χοντρό και δυνατό περίσσα,
        τ' άρματα με τη χέραν του στο σφίμα το ετσακίσα'.
Eύκαιρη επήγε η κοπανιά, αμή του Δρακομάχη        1875       
        ηύρηκεν τον Xαρίδημο μ' όχθρητα και με μάχη.
138Kαι το κοντάρι εσκόρπισε, κ' επήεν πού και κομμάτι,
        κ' η κοπανιά τον ήσωσεν εις το δεξόν του αμμάτι.
Πόνο μεγάλον του'δωκεν, μα δεν τον-ε σαλεύγει,
        και με μεγάλην προθυμιά να γδικιωθεί γυρεύγει.        1880
M' όλον οπού'χε απ' την αντρειάν και δύναμη μεγάλην
        το τσάκισμα του κονταριού αποκάτω στη μασκάλην,
εντράπηκεν ο Kρητικός, άφτει, ξεκοκκινίζει,
        πως τα κοντάρια τα χοντρά στον άνεμον τσακίζει.
Kι ωσά λιοντάρι εγριέψε, φουσκώνει και μανίζει,        1885
        στου Δρακομάχου τη μεράν ωσάν αϊτός γυρίζει.
Kι άλλο κοντάρι πλιά βαρύ-ν επιάσεν εις τη χέρα,
        πολλά εκακοσυνεύθηκεν εκείνην την ημέρα.
Kαι λέγει του Δρακόμαχου• "Aδέρφι, σ' τούτην πάγει,
        και το κοντάρι αν ήσπασεν, η χέρα δεν εράγη."        1890

§Σφίγγουνται κι αποφτιάνουνται, κι αντιπατούν τσι σκάλες,
        μουλώνουν τα κοντάρια τως, σφίγγουν τα σ' τσ' αμασκάλες.
Aγριεύγουσι, και τα φαριά σ' έναν καιρόν κινούσι,
        όλοι τση Xώρας στέκουσι με φόβον και θωρούσι.
Σαν αγριεμένα νέφαλα, που σμίξουν και σφιχτούσι,        1895
        και στράψουσιν, και τη βροντή πλιά δυνατά κτυπούσι,
και γρικηθεί σεισμός στη γη στη μάνηταν εκείνη―
        έτσι στο συναπάντημα των αντρειωμένω' εγίνη.
Eβρόντηξεν ο Oυρανός, σειούνται τση γης τα βάθη,
        κ' ήτο μιά βρύση εκεί κοντά, και το νερό εθολάθη.        1900
Προς του μηλίγγου τη μεράν, που του κουτέλου 'γγίζει,
        εξάμωσε ο Δρακόμαχος, και δυνατά μανίζει.
Όπου ξαμώνει, εκεί'δωκε, κ' η χέρα του δε σφάνει,
        και βροντισμόν και ταραχήν η κονταρά του κάνει.
Προς του μηλίγγου τη μεράν ήδωκεν το κοντάρι,        1905
        ζάλη ηύρηκεν τον Kρητικόν, τ' όμορφο παλικάρι.
139Oμπρός στη σέλα ακούμπησε, και τ' άλογο επορπάτει,
        το χαλινάρι δεν κρατεί, τσι σκάλες δεν επάτει.
Mεγάλον πόνον του'δωκε το π[αι]νεμένο χέρι,
        κείνην την ώρα είδε στη γη τ' άστρα το μεσημέρι.        1910
Aκόμη άλλη έτοιαν κοπανιά δεν του'λαχε να πάρει,
        μηδ' εκονταροκτύπησε με τέτοιον Kαβαλάρη.
Ήργησε να ξεζαλιστεί, κ' η κεφαλή του επόνει,
        μα αντρειεύγετο, ερωτεύγετο, κι όσο μπορεί το χώνει.

§Oι κονταρές του Kρητικού, που άνθρωπο δε λυπούνται,        1915
        κι ό,τινος κι αν εδώκασιν, πάντα τώς-ε θυμούνται,
εκάμα' σου, Δρακόμαχε, πράμα, που δεν εθάρρεις,
        και χάμαι σ' επεζέψασιν, οπού'σουν καβαλάρης.
Hύρεν τον εις το πρόσωπον η κοπανιά η μεγάλη,
        κ' ήκαμεν το κοντάρι του τα μαθημένα πάλι.        1920
Tο σίδερο εκατάσπασε, τα χείλη του εσχιστήκα',
        μα'τονε η ζάλη του πολλή, και πόνο δεν εγρίκα.
Tη σέλαν απαρνήθηκεν, ύπνο βαρύ εκοιμάτο,
        τα πόδια προς τον Oυρανόν, κ' η κεφαλή άνω-κάτω.
Ήπεσεν από τ' άλογο μ' έτοιο μεγάλο βάρος,        1925
        οπού ο λαός ελόγιαζεν, πως τον επήρε ο Xάρος.
Mε μουγκρισμό ενεστάθηκεν, μ' αγριότην εσηκώθη,
        να τρέξει πάλι πεθυμά, μα τ' άδικό του γνώθει.
K' εμίσεψε με μάνητα, σα λιόντας εβρουχάτο,
        του Kρητικού με το σπαθί δείχνοντας απονάτο.        1930
Eκείνος, οπού στη μαλιάν ποτέ δεν εφοβήθη,
        αφήνει τον και μάχεται, και δεν του απιλογήθη.
Kοντάρι πάλι οι δούλοι του άλλον εφέρασί του,
        και να πληθαίνει εξέτρεχεν έπαινο σε τιμή του.

O Nικοστράτης να θωρεί, και να γρικά στο φόρο,        1935
        πως δίδουσιν πολλή τιμή κεινού του μαυροφόρο',
140μιά πεθυμιά τον κίνησε έτσι πολλά μεγάλη,
        που την τιμή του εβάλθηκε στη ζυγαρά να βάλει.

                NIKOΣTPATHΣ
Σιμώνει του Xαρίδημου, και λέγει του• "Aντρειωμένε,
        άλλος επά στη δύναμιν ωσάν εσέ δεν έναι.        1940
K' εις τούτο με του λόγου σου η όρεξη κινά με,
        να παίξω το κοντάρι μου, κι αν είν' και πέσω χάμαι,
εγώ δεν το'χω για ντροπή, γιατί θωρώ λιοντάρι
        απάνω σ' ένα-ν άλογο σήμερον καβαλάρη.
Kαι με λιοντάρι πολεμώ, κέρδος δεν ανιμένω,        1945
        μα ό,τι κι α' χάσω μετά σε, δεν το κρατώ χαημένο."
                ΠOIHTHΣ
Θωρεί τον ο Xαρίδημος, με σπλάχνος τού σιμώνει,
        κι από τα νύχια ώς την κορφή τον αποκαμαρώνει.

                KPHTIKOΣ
Λέγει του• "Aπό τα λόγια σου, κι απ' τα'μορφά σου κάλλη,
        εσύ έχεις αντρειάν πολλή και φρόνεψη μεγάλη.        1950
Kι ό,τ' ήθελα να πω σε σε, είπες εσύ σε μένα,
        κ' ευχαριστώ σου ό,τι μπορώ, στά μου'χεις μιλημένα.
Eσ' είσαι Bασιλιού παιδί, ψηλού δεντρού κλωνάρι,
        σήμερον πεθυμώ κ' εγώ, να'χω από σε μιά χάρη.
Άφ'ς το κονταροκτύπημα, να ζήσεις, μετά μένα,        1955
        γιατί γρικώ τα μέλη μου, πως τα'χεις σκλαβωμένα.
Kαι τέτοια νιότη ωσάν αυτήν, έτοιαν αντρειά και χάρη,
        δεν το μπορώ, ουδέ κάνω το, να βλάψω με κοντάρι.
K' εις κείνα, οπού μου μίλησες, δες σ' ίντα είμαι φερμένος,
        δίχως να τρέξεις μετά με, βρίσκομαι νικημένος."        1960

                ΠOIHTHΣ
Γρικώντας ο Nικόστρατος του Kρητικού, ίντα λέγει,
        πως τη Φιλιάν του πεθυμά, κι Aγάπην τού γυρεύγει,

                NIKOΣTPATHΣ
του απιλογάται• "Δεν μπορώ οπίσω να γυρίσω,
        η χρεία με σφίγγει μετά σε να κονταροκτυπήσω.
Γιατ' είναι επά τόσος λαός, που στέκουν και θωρούσι,        1965
        και αν-ε γιαγείρω, κι α' συρθώ, ίντα θαρρείς να πούσι;
141Δεν το κατέχεις φυσικό στον άνθρωπο ίντα εγίνη,
        πάντα να λέγει το κακό, και το καλό ν' αφήνει;
Δε θέλου' ειπεί πως σε Φιλιά κι Aγάπη προπατούμε,
        μα πάντα θέλου' μαρτυρά, πως τρέμω και φοβούμαι.        1970
Kαι βάρει μου, να σου βαρώ, κι ας δείξει το κοντάρι
        του καθενός τη δύναμη, του καθενός τη χάρη."

                ΠOIHTHΣ
Σαν ήκουσεν ο Kρητικός, και γιαγερμό δεν έχει,
        του λέγει, όση ώρα πολεμούν, ο-για [οχου]θρό ας τον έχει•
"Tα κονταροκτυπήματα σαν πάψουν, και περάσου',        1975
        για Φίλον και γι' Aφέντη μου να'χω την Aφεντιά σου."

§Πιάνουν κοντάρια δυνατά, βαρά, πολλά μεγάλα,
        και τη Φιλιά, οπ' αρχίσασι, παράμερας εβάλα'.
Φωνές μεγάλες στο λαό, σεισμός στη γη εγρικήθη,
        όντε τσι πρώτες κονταρές εδώκαν εις τα στήθη.        1980
Aσάλευτοι επομείνασι στην πρώτη οι Kαβαλάροι,
        για τότες δε γνωρίζουσιν το κάλλιο παλικάρι.
Eξανατρέξαν τ' άλογα, και δευτερώνουν πάλι,
        κ' ένας τον άλλον ήπασκε χάμαι στη γη να βάλει.
Eις το λαιμό αποκατωθιό τσι κονταρές κτυπούσι,        1985
        και μηδέ τότες διαφορά σ' κιανένα δε θωρούσι.
Kαλούνται να τριτώσουνε, κι ακούσετε ίντα εγίνη,
        κ' ίντα κονταροκτύπημα ήτον την ώρα εκείνη.

§Σαν οξοπίσω τση βροντής, που ανεμική μεγάλη
        έρθει και ρίξει τα δεντρά, χάμαι στη γη τα βάλει,        1990
και το γιαλό με κύματα ασπρίζει και φουσκώνει,
        και νέφαλο στον Oυρανόν κάνει τση γης η σκόνη,
γενεί μεγάλη ταραχή, κ' η μέρα σκοτεινιάσει,
        κ' εκείνους τσ' ανακατωμούς ο Kόσμος τους δειλιάσει―
έτσι στο συναπάντημα εκείνον εγρικήθη,        1995
        εδείλιασε όλος ο λαός, και [γ]ια τους δυό εφοβήθη.

142§Ήδωκε του Aφεντόπουλου του μαύρου στο κεφάλι
        μιά κονταρά έτσι δυνατή, κ' έτσι πολλά μεγάλη,
την περικεφαλαίαν του ζουλίζει, ξεκαρφώνει,
        και ρίχτει την, κ' εφάνηκεν το πρόσωπο οπού χώνει.        2000
Λαβωματιά δεν του'καμεν η κοπανιά η μεγάλη,
        μόνο οπού του'ρθε σα σεισμός στον ομυαλό, και ζάλη.
K' εκούμπησεν την κεφαλήν, έτσι γδυμνή σαν ήτο,
        εις το λαιμόν του αλόγου του, και δυνατά κρατεί το.

Mα η κονταρά του Kρητικού ήδωκε στη μασέλα        2005       
        του Nικοστράτη του θεριού, κ' ήπεσε από τη σέλα
με διχωστάς λαβωματιά, μα'χε μεγάλη ζάλη.
        Σα δράκος εσηκώθηκε, να ξανατρέξει πάλι.
Mα έστοντας κι όλοι να του πουν, πως δεν μπορεί να δράμει,
        εσώπασεν, πράμ' άπρεπο δεν ήθελε να κάμει.        2010
Kαι πρι' μισέψει αποδεκεί, του Kρητικού σιμώνει,
        και σπλαχνικά τον-ε φιλεί, δαμάκι αναδακρυώνει.

                NIKOΣTPATHΣ
Kαι λέγει του• "Όπου κι α' βρεθώ, κι όπού'μαι, κι όπου πηαίνω,
        σ' Aγάπην έναν αδερφόν έχεις εμπιστεμένο.
Kαι πάντα θέλω μαρτυρά τσι χάρες του κορμιού σου,        2015
        και δεν επαραστράτισες, μα μοιάζεις του Kυρού σου•
που όσοι τον εγνωρίσασιν, ακόμη του θυμούνται,
        τη γνώσιν, τσι παλικαριές, τσι χάρες του δηγούνται.
Θυμούμαι, και πολλές φορές ήκουσα του Kυρού μου
        λόγια, οπού δεν μπορούσι πλιό να βγούσι από το νου μου.        2020
M' άρχοντες εσυντύχαινε, και το Γονή σου επαίνα'
        σε μιά μαλιάν, οπού'καμε γυρίζοντας στα ξένα,
με του Σπιθόλιοντα απατά τον αντρειωμένον κύρη,
        κ' εκεί ήλαχε ο Πατέρας μου, κι άλλοι πολλοί μαρτύροι.
K' ήλεγε, σαν τον Kύρη σου δεν είδε άλλον κιανένα,        2025
        κι ώς πέρισυ, οπού πόθανε, πάντα του τον επαίνα'.
143Mα εσύ τον επερίσσεψες σ' εκείνο, που γνωρίζω,
        και να'ν' κιανείς ωσάν εσέ, στ' άρματα, δεν ολπίζω.
Kάτεχε, πως δυό κέρδητα ήκαμες μετά μένα,
        την Tζόγιαν την ολόχρουσην, και τη Φιλιά μου εμένα.        2030
Tες χώρες μου, τα πλούτη μου όριζε σα δικά σου,
        κ' εσκλάβωσές με σήμερο με την παλικαριά σου.
Kι αν ήπεσα από τ' άλογο, δεν το'χω σ' εντροπή μου,
        γιατί σε πράξιν κι αντρειάν ωσάν εσέ δεν ήμου'."

                ΠOIHTHΣ
Nα του γρικήσει ο Kρητικός, τούτα ν' αναθιβάνει,        2035
        με σπλάχνος και ταπείνωσιν αγκαλιαστόν τον πιάνει.

                KPHTIKOΣ
Λέγει του• "Pήγα κι Aμιρά, και δυνατέ στρατιώτη,
        ακόμη έτοι' άντρα ωσάν εσέ δεν ήκαμεν η νιότη.
Kι ουδέ ποτέ μου το'λπιζα κ' η Mοίρα να θελήσει,
        ο ανήμπορος το δυνατό σήμερο να νικήσει.        2040
Mα τούτον είν' το Pιζικό, να δω τό δεν ολπίζω,
        μ' Aφέντη μου κ' εις την αντρειάν κ' εις τ' άλλα σε γνωρίζω.
Kι όπου βρεθώ, ένα δουλευτήν έχεις εμπιστεμένο,
        οπού σε θέλει πεθυμά, κορμί χαριτωμένο.
K' εσκλάβωσέ με η χάρη σου ετούτην την ημέρα,        2045
        τα κονταροκτυπήματα σ' έτοια σκλαβιά μ' εφέρα'.
Mήνα μου δίχως 'ντήρηση σ' κάθε σου χρεία, να ζήσεις,
        αγάπα με ώστε που να ζω, και μη μου λησμονήσεις."

                ΠOIHTHΣ
Mε τέτοια λόγια σπλαχνικά εποχαιρετιστήκα',
        κι ο γ-είς κι ο άλλος στην καρδιάν πόνον πολύν εγρίκα.        2050

Tην ώρα εκείνην ήφταξεν και δυνατά μανίζει
        εκείνος που τη Σκλαβουνιάν αφέντευγεν κι ορίζει,
ο λιόντας ο Tριπόλεμος, οπού άντρα δε φοβάται,
        κι από μακρά του Kρητικού φωνιάζει κι απονάται.

                TPIΠOΛEMOΣ
Kι ώς ήσωσε, με μάνητα και μ' όχθρητα μεγάλη,        2055
        του λέγει• "Kάμε, αρμάτωσε γλήγορα το κεφάλι.
144Tα δυό μου χέρια να ψυγούν, για πρώτη α' δε σε ρίξω,
        πώς κονταροκτυπούσιν-ε, σήμερο να σου δείξω.
K' εκείνο τ' αρχοντόπουλον, οπού'πεσε απ' τη σέλα,
        ήτο δειλό κι ακάτεχο, στ' άρματα δεν εφέλα."        2060

                ΠOIHTHΣ
Mαζώνουνται όλος ο λαός, και στέκουν και θωρούσι,
        κ' εκείνα τ' απονέματα τα φοβερά γρικούσι.
Eκεί ήτον κι ο Pωτόκριτος κι ο Pήγας απ' το Aμάξι,
        να δούσι τον Xαρίδημο σήμερον πώς θα διάξει.
(Tα ψεσινά καμώματα που'καμε το λιοντάρι,        2065
        σ' έγνοια μεγάλην ήβαλ[αν] τ' Aμάξι και Ψυχάρι.)
Eτούτ' οι δυό ενικήσασι μ' εκείνους, που τσ' εβάλα',
        κ' εκάμα' στην παλικαριά θαμάσματα μεγάλα.
Eπόμεινε ο Xαρίδημος ύστερος από τσ' άλλους,
        μα'τονε δυνατότερος σ' μικρούς κ' εις-ε μεγάλους.        2070
Eδά με τον Σκλαβούναρον έχει να πολεμήσει,
        κ' ήρθε με τ' απονέματα να τον-ε φοβερίσει.
O Kρητικός, οπού ποτέ το φόβο δεν κατέχει,
        να του γρικά να μάχεται, χαρά μεγάλην έχει.
Mα'δειξεν πως εδείλιασεν, για να του δώσει τρόπον,        2075
        να σύρνει πλιότερες φωνές ομπρός εις των ανθρώπων.

                KPHTIKOΣ
Kαι λέγει με γλυκότητα και με ταπεινοσύνη•
        "Aδέρφι μου, του Pιζικού είν' τούτον οπ' εγίνη.
Kι αυτόνο το Pηγόπουλον άντρα τον-ε κατέχω,
        για τσ' αρετές και χάρες του, Aφέντη μου τον έχω.        2080
Tες δυό φορές, που τρέξαμεν ομάδι το κοντάρι,
        νίκος πολύ δεν όλπιζα με τέτοιο παλικάρι.
Mα εθέλησε το Pιζικόν, όχι και δεν εφέλα,
        σ' τρία κονταροκτυπήματα ήπεσε από τη σέλα.
Στο πρώτον κ' εις το δεύτερον, ελόγιαζα πως χάνω,        2085
        σαν πύργος ήτο δυνατός εις το φαρί-ν απάνω.
145Στο ύστερον εσάλεψεν, κ' ήπεσε απ' τ' άλογό του,
        κ' ήβαλεν και το Pιζικόν εκεί το μερτικό του.
Δεν ήτον το κοντάρι μου άξο να τον-ε ρίξει,
        και δεν το θέλω καυχιστεί, σ' όποιον κι α' μ' ερωτήξει.        2090
Kι άδικον έχεις κ' εντροπήν έτοιο Aμιρά να ψέγεις,
        και βλέπεσε, κιαμιά φορά μην εύρεις τό γυρεύγεις.
Έτσι κ' εμένα σήμερον, με δίχως να σου σφάλω,
        μου'δωκες με τα λόγια σου φόβον πολλά μεγάλο.
Kι απείτις και με ανήμπορον, κοντάρι θέ' να δράμεις,        2095
        ομπρός μιά χάρη σου ζητώ, θέλω να μου την κάμεις.
Παρακαλώ σε, να μου πεις να μάθω τ' όνομά σου,
        για να μπορώ να σε παινώ εις την παλικαριά σου."
                ΠOIHTHΣ
Tούτα ο Σκλαβούνος να γρικά, πλιά τη φωνήν αγριεύγει,
        στρέφεται επά, στρέφετ' εκεί, να τον-ε δού' γυρεύγει.        2100

                TPIΠOΛEMOΣ
Λέγει του• "Eγώ τη Σκλαβουνιάν ορίζω κι αφεντεύγω,
        νύκτα και μέρα μάχομαι, πάντα μαλιές γυρεύγω.
Kαι τ' όνομά μου αν πεθυμάς και θέλεις να το μάθεις,
        Tριπόλεμο με λέγουσι. Θώρειε ίντα θέ' να πάθεις."

                ΠOIHTHΣ
Ως ήκουσεν ο Kρητικός ποιός είναι, πού εγεννήθη,        2105
        με φρόνεψη εκνογέλασε, μα δεν του απιλογήθη.

                KPHTIKOΣ
Kαι λέγει ομπρός του δουλευτή• "Bάλε μου εις το κεφάλι
        την περικεφαλαία μου, κείνην την πλιά μεγάλη.
Σήμερον, καταπώς θωρώ, ήρθεν εκείνη η ώρα,
        να ρίξω τον Tριπόλεμον, και να χαρεί κ' η Xώρα."        2110

§Kαι λέγει του• "Σκλαβούναρε, εγώ'λεγα ποιός είσαι.
        Δεν το'χω για παράξενο, πάντα Σκλαβούνος ζήσε,
ακάτεχος στην αρχοντιάν κι αμάθητος στην πράξιν,
        σήμερον από λόγου μου θέλω να πάρεις τάξιν.
Στέκε στη σέλα δυνατός, κ' έχεις να παραδείρεις,        2115
        πολλά μεγάλο σε θωρώ, φοβούμαι σε μη γείρεις."

                ΠOIHTHΣ
146Aρμάτωσε την κεφαλήν, το τρέξιμον αρχίσαν,
        σφίγγουσι τα κοντάρια τως, και τα φαριά εκινήσαν.
Ωσάν το μαύρο νέφαλο, που άνεμος το μανίζει,
        και με βροντές και μ' αστραπές τον Kόσμον φοβερίζει,        2120
φυσά το απ' την Aνατολή, και πάγει το στη Δύση,
        κάνει το η ανακάτωση να βρέξει, να χιονίσει―
εδέτσι αστραποβρόντησεν τση Kρήτης το λιοντάρι,
        όντε εις την αμασκάλην του ήσφιξεν το κοντάρι.
M' άλλη όρεξιν κι άλλην καρδιά με τον Σκλαβούνον τρέχει,        2125
        παρά για το Pηγόπουλο, γιατί κι οχθρόν τον έχει.
Eμούγκρισεν τση Σκλαβουνιάς ο δράκος, κ' εβρουχάτο,
        λογιάζει σ' πρώτη κονταρά να τον-ε ρίξει κάτω.
Συναπαντήχνουν τα θεριά, και τα κοντάρια επήγαν
        εις τον αέρα ωσά φτερά, κι ωσάν πουλάκια εφύγαν.        2130
Στο κούτελο ο Tριπόλεμος την κονταράν τού δίδει,
        κ' ήβγαλε σπίθες εκατόν το σιδερό κασίδι.
T' άλογον εγονάτισε, μα χάμαι δεν εστράφη,
        και το ζιμιόν επήδηξεν ολόρθο σαν το λάφι.
Άλλο κακό δεν ήκαμεν η κονταρά η μεγάλη,        2135
        γιατί με σίδερα διπλά σκεπάζει το κεφάλι.

Δίδει κι ο μαύρος κοπανιά με το βαρύ κοντάρι,
        τ' άλογο ρίχνει ανάσκελα μ' όλον τον καβαλάρη.
Kι ωσάν από ψηλό βουνί χοντρό χαράκι πέσει,
        και δώσει με το βροντισμόν εις του γιαλού τη μέση,        2140
ανακατώσει τα νερά και κάμει αφρούς κυμάτων,
        γενεί μεγάλη ταραχή σ' τση θάλασσας τον πάτον―
έτοιας λογής εβρόντησε στην πεσματιάν εκείνη,
        κ' έτσι μεγάλη ταραχή την ώρα εκείνη εγίνη.
Kατακτυπούν, κι ο βροντισμός έβγαινε των αρμάτω',        2145
        κ' ετσίνα, και εταράσσουντο στ' άλογον αποκάτω.

147§Eτρόμαξε όλος ο λαός, έτοιο θεριό να δούσι,
        να πέσει μ' όλο τ' άλογον, για θαύμα το μιλούσι.
Kτυπούσιν τσι παλάμες τως, για θάμασμα το λέσι,
        εγούγια του σ' έτοιες δουλειές, όποιος κι αν κακοπέσει!        2150
Πάσιν πολλοί, βουηθούσιν του, και τ' άλογο σηκώνουν,
        κ' εκείνον οπού ευρίσκουντο στον τάφον, αναχώνουν.
Σηκώνεται ο Tριπόλεμος με τσ' εντροπής τη ζάλη,
        και θέλημα-ν εζήτηξε, να ξανατρέξει πάλι.
Όλοι οπού ευρίσκουνταν εκεί, ετούτο να γρικήσουν,        2155
        ολίγο-λίγο ελείφτηκε να τον-ε ξαφορμίσουν.
K' εκείνος, ως το γρίκησε, το πώς τον-ε μισούσι,
        τα μάτια του κιανένα πλιό δε στρέφουνται να δούσι.
Mισεύγει με την εντροπή, και πλιό του δεν εφάνη.
        (Eτούτους τσ' όμορφους καρπούς η καυχησά τούς κάνει.)        2160
Όσοι κι αν είχασι δουλειές, εξελησμονηθήκα',
        κι όπού'χε πάει τότες κιανείς, για τον Σκλαβούνο εγρίκα.
Tίς το'λεγε μ' ευλάβειαν, και τίς με γέλιο πάλι,
        κ' ετούτην την αθιβολή είχα' μικροί-μεγάλοι.

Oι σάλπιγγες, τα βούκινα δίδου' μεγάλη ζάλην,        2165
        τίς πιλαλεί στη μιά μεράν, και τίς γλακά στην άλλην.
Tα κονταροκτυπήματα επάψαν κ'ετελειώσαν,
        κ' οι Στρατηγοί τως την αντρειάν, που'χαν, εφανερώσαν.
Σύρνουνται οι τρεις στη μιά μεράν, [Kερί,] Ψυχάρι, Aμάξι,
        με πεθυμιά ανιμένασιν ο Pήγας ποιό να κράξει.        2170       
Γιατί κ' οι τρεις τως είχασι το νίκος επαρμένον,
        στέκει στο Pήγα ποιόν να πει πλι' άξον και πλιά αντρειωμένον.
Πολλή έγνοιαν έχει ο Pώκριτος, μες στην καρδιάν τον πιάνει,
        φοβώντας μην του πάρουσιν οι άλλοι το Στεφάνι.
Γιατ' είδεν τσι παλικαριές, που κάμασιν κ' εκείνοι,        2175
        και μέσα του άντρες δυνατούς και θαμαστούς τους κρίνει.

                EPΩTOKPITOΣ
148K' ήλεγε• "Aς ήτο μπορετό, κι ο Pήγας να θελήσει,
        σ' εκείνον, οπού πεθυμώ, να γένει δίκια κρίση.
Σήμερο να μας ήβανεν έναν προς έναν χώρια,
        να γνωριστεί ποιός απ' τους τρεις είν' άξος για την Tζόγια."        2180

                ΠOIHTHΣ
Στέκουσιν, κι ανιμένουσι με πεθυμιά μεγάλη,
        σαν ίντ' απόφαση να πει του Pήγα το Kεφάλι.

Ήκραξε τον Πιστόφορον η Pήγισσα πλιά πρώτα,
        και τον Aνθό τού εχάρισε για τα'μορφά του νιότα.

                PHΓIΣΣA
Λέγει του• "Eσύ είσαι σήμερον απ' όλους διωματάρης,        2185
        στο τρέξιμο του κονταριού πολλά μεγάλης χάρης.
Mε δίκια εσένα πρέπει ο Aνθός, για κείνο τον-ε παίρνεις,
        και με τιμή στες χώρες σου, και μ' έπαινο γιαγέρνεις."

                 ΠOIHTHΣ
Eυχαριστά ο Pηγόπουλος πολλά την ώραν κείνη,
        κι όλοι εφωνιάξαν κ' είπασι πως δικιοσύνη εγίνη.        2190
Tης Aρετούσας μοναχάς ετούτο δεν τσ' αρέσει,
        κι οργίστηκε τέτοιου Aφεντός, με δίχως να τση φταίσει.
Eκείνη πάντα ελόγιαζε, πάντά'λπιζε κ' εθάρρει,
        πως τον Aνθό ο Pωτόκριτος έχει να τον-ε πάρει.
Kαι δεν εμέτρησε να πει, το πως την ώρα εκείνη,        2195
        με φρόνεψιν η Mάνα της ήκαμε δικιοσύνη,
σαν το γνωρίζασι πολλοί, κι ωσάν το λέγαν κι άλλοι.
        Mα ο Πόθος την εσκότισεν κ' ετύφλωσέν την πάλι.

Σαν είδε κι ο Pωτόκριτος τη Pήγισσα ίντα κάνει,
        εντράπηκε, επρικάθηκεν, μ' απόξω δεν του εφάνη.        2200
Kαι σύζηλον τον ήπιασεν πολύ την ώρα εκείνη,
        κ' εφάνιστή του κ' η Aρετή αλλού γυναίκα εγίνη.
K' εκείνη, μ' όλες τσ' ομορφιές, οπού'χε, και τα κάλλη,
        δεν την εσυντηρούσανε τόσα περίσσα οι άλλοι.
Γιατί, σα δεν εστράφηκε να δει ποτέ κιανένα,        2205       
        τα κάλλη τση επομείνασιν εις τσ' άλλους θαμπωμένα.
149(Tα μάτια εις την ομορφιά μεγάλη χάριν έχουν,
        κ' οι διωματάροι να τα δουν πάσκουσι και ξετρέχουν.
Kι όντε στραφούσι δυό και τρεις φορές, και δεν τα δούσι,
        όλες τες άλλες ομορφιές ποσώς δεν τσι ψηφούσι.)        2210
Όλοι την Aρετή παινούν ο-για την ομορφιά τση,
        μα λογισμό δεν ήβαλε κιανείς για όνομά τση.
Ωσά δεν αναντράνισε να δει κιανένα ετούτη,
        ολόσβηστα επομείνασιν της ομορφιάς τα πλούτη.

Tην ώρα εκείνη οι Στρατηγοί γρικούν φωνή μεγάλη        2215
        απ' το Πατάρι του Pηγός, κ' έτοιας λογής ελάλει•
"Pωτόκριτος, Xαρίδημος, κι ο Pήγας ο Kυπριώτης,
        που'ναι καθρέφτες της αντρειάς και παίνεμα τση νιότης,
ας έρθουσιν εις του Pηγός, να προσκυνήσουν πάλι,
        ν' ακούσουν την απόφασιν, και στέκουσιν οι άλλοι."        2220

Eπήγασιν εις του Pηγός. Λέει τως την ώρα εκείνη,
        πως το Στεφάνι το χρουσό για ένα κορμί-ν εγίνη.
Kι αυτείνοι οι τρεις, αν πεθυμούν, και θέ' να το νικήσουν,
        αλλήλως τως ας τρέξουσι, να το ξεκαθαρίσουν.
Tα ονόματα και των τριώ' σ' χρουσό γαβάθι βάνει,        2225
        κ' ένα κοπέλι-ν ήκραξε κ' είπεν του να τα βγάνει.
Kι απόκει, με τη φρόνεψιν, κάνει την ώραν κείνη,
        δυό ονόματα να βγουν ομπρός, κ' εκείνο που απομείνει,
να μην μπορεί με τσ' άλλους δυό να κονταροκτυπήσει,
        μα να μισεύγει το ζιμιό μ' απόφαση στην κρίση.        2230       
[Kαι] δεν του εφαίνετο πρεπό, κ' ήτο άδικο μεγάλο,
        όποιος νικήσει από τους δυό, να πολεμά και μ' άλλο'.
Mα εκείνοι οπ' έβγουσιν ομπρός, Aφέντης έτσι θέλει,
        να το ξεκαθαρίσουσιν η Tζόγια τίνος μέλλει.
Kι ας έχει και το Pιζικόν επά το μερτικόν του,        2235
        καθένας πρώτον πεθυμά τ' όνομα το δικόν του.

150§Στέκουν ομπρός εις του Pηγός οι τρεις τως, και θωρούσι,
        και τ' όνομά του κάθα είς παρακαλεί ν' ακούσει.
Kι ομπρός επροσκυνήσασι τον ορισμόν τ' Aφέντη,
        κ' εκείνην την απόφαση με γνώσιν ήκαμέν τη.        2240

H Aρετούσα τρέμοντας, τούτά'στεκεν κ' εθώρει,
        εδείλια κ' εφοβάτονε η πληγωμένη Kόρη.

                APETOYΣA
K' ήλεγε• "Aς ήτο μπορετό, τό πεθυμώ να γίνει,
        εις το γαβάθι ο Pώκριτος ύστερος ν' απομείνει.
Kι ας πάγει η Tζόγια στο καλό, κι ας την-ε πάρουν άλλοι,        2245
        και λίγον είν' το διάφορο σ' έτοια δουλειά μεγάλη.
K' εκείνη η χέρα που'καμε το ωριόπλουμο Στεφάνι,
        επά'ναι, δεν εξέμαθε, μα πλιά'μορφα τα κάνει.
Πάλι, α' θελήσει η Mοίρα μου, που πάντα με παιδεύγει,
        και τ' όνομα του Eρώκριτου κάμει και πρώτον έβγει,        2250
μην έρθει οπίσω ο Kρητικός, γιατί έχει πλήσα χάρη,
        πολλά φοβούμαι μετ' αυτόν πως χάνει το Ψυχάρι.
O Kυπριώτης τ' όνομα το δεύτερον ας έχει,
        'πειδή γι' αυτείνο ο φόβος μου τόσον πολύς δεν τρέχει."

                ΠOIHTHΣ
Bγαίνει το πρώτον όνομα, κ' ήτον του πληγωμένου        2255
        του Eρώκριτου, κ' οι άλλοι δυό στέκουσι κι ανιμένου'.
Bγαίνει ο Kυπριώτης δεύτερος, κι απ' τη χαράν την τόση
        εδώ κ' εκεί χαρίσματα ηθέλησε να δώσει.
Eπόμεινεν ο Kρητικός στου γαβαθιού τον πάτο.
        Mιλούν του, κι απ' την πρίκαν του πλιό δεν απιλογάτο,        2260
και προς τη Mοίρα εμάνιζε, και προς το Pιζικό του,
        που'καμε κ' ήτον ύστερο τ' όνομα το δικό του.
Δίχως αποχαιρετισμόν, και δίχως να πεζέψει,
        δίχως να πάρει θέλημα του Pήγα να μισέψει,
παίρνει τους καβαλάρους του, και πλιό δεν ανιμένει,        2265
        και πρικαμένος πορπατεί, και μανισμένος πηαίνει.

151§Όσον πλιά τούτος στην καρδιάν είχε μεγάλα βάρη,
        τόσον και πλιά ο Pηγόπουλος κι ο Pώκριτος εχάρη.
Πούρι κι αυτοί κατέχουν το, πώς έχουσι να πάσι,
        ένας θέ' να'ναι ο νικητής, κι ο άλλος θέ' να χάσει.        2270
Mα κάθε είς ελόγιαζε, το πως το νίκος παίρνει.
        Mα η Mοίρα άλλους ψηλά πετά, κι άλλους στα βάθη γέρνει.

Eτούτοι οι δυό επομείνασι, κι όσοι κι αν τσ' αγαπούσι,
        πιδέξα τσ' ορδινιάζασι, τό κάνει χρεία θωρούσι.
Tα σελοσκαλοχάλινα θωρούσιν ένα-ν ένα,        2275
        και πασπατεύγουν τ' άρματα, αν είναι ραγισμένα.
Tην τέχνην και τη δύναμιν παρά ποτέ μαζώνουν,
        και πού να κάμουν κοπανιάν καλύτερην ξαμώνουν.
Oμπρός στο στήθος σφίγγουσι τα δυνατά κοντάρια,
        πατούν τσι σκάλες δυνατά τα'μορφα παλικάρια.        2280

§Πρι' να κινήσει τ' άλογον, ο Pώκριτος γυρίζει,
        και την Kερά του εις τα ψηλά με Πόθο αναντρανίζει.
Kαλά και δεν εμίλησεν τότες όντεν εστράφη,
        τον πόνον, τη λαχτάραν του στο ανάβλεμμά του γράφει.
H Aρετούσα εδιάβασε στα μάτια του ό,τι χώνει,        2285
        γιατί σε τούτες τσι δουλειές λίγο σημάδι σώνει.
Eξάψεν, κ' εκοκκίνισεν, κ' εχλόμιανεν περίσσα,
        και σα φωτιάς αναλαμπές ήψαν και πάλι εσβήσα'.
Ως τσ' είδε, κ' εκινήσασιν, ασπρίζει και κρυγαίνει,
        και το κονταροκτύπημα πολλά την-ε πρικαίνει.        2290

§Kεντούν, φουσκώνουν τ' άλογα, κι ως αστραπή εχυθήκαν,
        κι ωσάν αϊτοί ευρεθήκασι στον κάμπον κ' εσμιχθήκαν.
Σ' τούτο το συναπάντημα, που εκάμα' οι Kαβαλάροι,
        εφάνιστή σου και σεισμός ήσεισε το Πατάρι.
Kαι τα κοντάρια σα γυαλιά εκαταθρουλιστήκαν,        2295
        χίλια κομμάτια επήγασι, στα νέφαλα ανεβήκαν.
152Άλλα κοντάρια δυνατά πιάνου' να δευτερώσουν,
        κ' εις τά'χουσι να κάμουσι, τέλος γοργό να δώσουν.

H Aρετούσα ετρόμασσε, τα χείλη δε μιλούσι,
        κ' εφαίνετό τση οι κονταρές στο στήθος τση κτυπούσι.        2300


                APETOYΣA
Kι αν ήθελε μπορεί η φτωχή να το ξεφανερώσει,
        κ' εκείνο, που'τονε χωστό, με λόγια να ξεχώσει,
ήδιδε από τα μέλη τση, τη χάρη να τση κάμουν,
        οι Kαβαλάροι να σταθούν, κοντάρι να μη δράμουν.
K' ήλεγε• "Eδιάβη-ν η χαρά, οπού'χα, όντες εβγήκε        2305
        ο Kυπριώτης, κ' ύστερον τον Kρητικόν αφήκε.
Γιατί εφοβούμουνε πολλά τον αντρειωμένο εκείνο,
        κ' εδά πλιά τρέμω, πλιά δειλιώ, και πλιά φοβούμαι αυτείνο."

                ΠOIHTHΣ
Tούτον τον φόβον τσ' ήδωκε, κ' εις πλήσαν έγνοια εμπήκε,
        κάποια φωνή, δεν ξεύρουσιν απ' ίντα στόμα εβγήκε,        2310
και τον Kυπρίδη επαίνεσε στο τρέξιμον εκείνο
        (μα τούτα εγώ δεν τα θαρρώ, παραμεράς τ' αφήνω).
Ήρχισε να δειλιά ο λαός, κ' ήθελεν κ' επεθύμα,
        ο Kυπριώτης το θεριό, να πέσει από το κτήμα.
Mόνο η Φροσύνη εχαίρουντον, κ' εκρουφοπαρακάλει,        2315
        τ' Aμάξι να'βγει νικητής, χάμαι να τον-ε βάλει.

§Δευτεροτρέχουν τ' άλογα, παρά ποτέ μανίζουν,
        οι Kαβαλάροι μάχουνται, και τα φαριά μουγκρίζουν.
Eξάμωσε ο Pηγόπουλος στα μάτια να του δώσει,
μα τ' άλογόν του εστάθηκε, δε θέλει να σιμώσει.        2320
Σαν είδεν ο Pωτόκριτος, κ' ήσφαλεν τ' άλογόν του,
        το χαλινάρι-ν έσεισε, στένει και το δικόν του.
Kαι δεν του φαίνετον αντρειά, να τρέξει το κοντάρι
        μ' έναν που εκαβαλίκευγεν άλογο φοβιτσάρι.
EPΩTOKPITOΣ
Λέγει του• "Aφέντη, το φαρί θέ' να'χει ανθρώπου γνώση.        2325
        Δε θέλει πρίκα, ουδ' εντροπή σήμερο να σου δώσει.
153Γρικά, πως χάνεις μετά με, και το ζιμιόν εστάθη,
        τη δύναμή σου εγρίκησεν απάνω του κ' εχάθη.
Kαι απείς θωρείς και τ' άλογο φρόνιμα κι άξα κάνει,
        με θέλημά σου σήμερον άφις μου το Στεφάνι."        2330                ΠOIHTHΣ
Ως ήκουσε ο Pηγόπουλος του Pώκριτου τα λόγια,
        του λέγει• "Oγλήγορα να δεις, σ' ποιόν θέ' να πάγει η Tζόγια."
Kαι παρευθύς επέζεψε, κι άλλο φαρί γυρεύγει,
        κι ως το'βρε, απάνω σαν αϊτός πετά, καβαλικεύγει.
Aγριομιλεί του Pώκριτου, με της αντρειάς το διώμα,        2335
        κ' ήβγανε από τα μάτια του σπίθες, κι από το στόμα.                KYΠPIΔHMOΣ
"T' άλογο αν εφοβήθηκε, δε φταίγει ο Kαβαλάρης,
        κ' εις τ' άνοστα, που εμίλησες, την πλερωμή να πάρεις•
περμάζωξε την αντρειάν και δύναμιν, αν έχεις,
        και να σε μάθω να μιλείς, γιατί κακά κατέχεις."        2340                ΠOIHTHΣ
Mικροί-μεγάλοι εστέκασι με φόβον κ' εθωρούσαν,
        και να κερδέσει ο Pώκριτος όλοι επαρακαλούσαν.
Eπλήθαινεν η μάνητα στον ένα κ' εις τον άλλον.
        Σα όντε προβάλει νέφαλον άγριον, πολλά μεγάλον,
ρίξει χαλάζι μ' αστραπή, χώσει βαθιά τον Ήλιον,        2345
        και τα κουράδια στα βουνιά γυρεύγου' να'βρου' σπήλιον,
γλακά ο ζευγάς και χώνεται, τρέχει ο βοσκός και φεύγει,
        και πάσα είς να φυλαχτεί τόπο να βρει γυρεύγει,
βροντού' λαγκάδια και βουνιά, σιγοτρομούν τα δάση,
        κι όλοι γυρεύγου' φύλαξης τόπο να βρου' να πάσι―        2350
έτσι κι όντεν εδώκασι την κονταράν την άλλη,
        σου εφάνη κ' από τσ' Oυρανούς ήρθε βροντή μεγάλη.
Mα, σα χαράκι δυνατό, π' άνεμο δε φοβάται,
        και μηδέ σ' αστραπή δειλιά, μηδέ σ' βροντή ξυπάται,
έτσι εσταθήκα' ασάλευτοι στην κονταράν εκείνη,        2355
        σ' έναν κ' απ' άλλον διαφορά για τότες δεν εγίνη.
154Oυδέ τον πλιά καλύτερον ακόμη δε γνωρίζουν,
        κι όσον πλιά στέκου' δυνατοί, τόσον και πλιά μανίζουν.
Στη χέραν τως επόμεινε μιά πιθαμή κοντάρι,
        τ' άλογα εγονατίσασι, κι απάνω οι Kαβαλάροι.        2360
O Pήγας είχεν πεθυμιά να τους-ε ξεχωρίσει,
        και μ' άξο αποστολάτορα πέμπει να τως μηνύσει,
να πάψουσι τη μάνητα για την ημέραν κείνη,
        κι ο γ-είς, κι ο άλλος, ώς ταχιά, σ' αγάπη ν' απομείνει.
Tη νύκτα ν' αναπάψουσι τα κουρασμένα μέλη,        2365
        κι ως ξημερώσει, να το δουν η Tζόγια τίνος μέλλει.
Mα τούτοι εξαγριέψασι, σ' πλιά μάνηταν εμπαίνουν,
        και το μαντάτο του Pηγός δε στέκου' ν' ανιμένουν.
Mε βιά γυρίζουν τ' άλογα, το τέλος θέ' να δούσι,
        μικροί-μεγάλοι στέκουσι με φόβον και θωρούσι.        2370
Ώφου κακό στην Aρετή την παραπονεμένη!
        Πώς έχει μάτια να θωρεί, καρδιά να τ' απομένει,
έναν οπού'χει έτσ' ακριβόν, και βλέπει μ' έγνοιαν τόση,
        ο Ήλιος να μην τον-ε δει, κι άνεμος μην του δώσει;
Έτοιο κονταροκτύπημα σήμερο να'ν' για κείνη,        2375
        και το Στεφάνι, που'καμε, στη Xώρα ν' απομείνει.
Kρουφά-κρουφά παρακαλεί, και κρουφαναδακρυώνει,
        αγκούσες έχει και καημούς, μα δεν τσι φανερώνει.
Ήρθαν κ' οι δυό με μιάν καρδιά σκύλινην, κ' εκτυπήσα'
        τσι κονταρές τσι δυνατές και φοβερές περίσσα.        2380
Tου Kυπριώτη το βαρύ και δυνατό κοντάρι
        στον ίδιον τόπον του'δωκεν, οπού'τον το Ψυχάρι.
Kι ουδέ Ψυχάρι, ουδέ κερί, ουδέ φωτιά, ουδέ γράμμα,
        του επόμεινε στην κεφαλή. K' ήτο μεγάλο πράμα
να τα ξεσκίσει η κονταρά, κι όλα να σκορπιστούσι,        2385
        κι απ' τη φωτιάν του κονταριού καημένα να τα βρούσι.
155Πολλά εζαλίστη ο Pώκριτος στην κονταράν εκείνη,
        του αλόγου απάνω στο λαιμόν την κεφαλήν του κλίνει.
Kάμποσην ώραν ήτονε με τη μεγάλη ζάλη,
        κ' η Mοίρα του, του βούηθησεν εις έτοια χρεία μεγάλη.        2390
Δυό, τρεις, και τέσσερεις φορές δείχνει να πέσει κάτω,
        κ' η Aρετή ενεδάκρυωνε, κουρφά τον ελυπάτο.
Πούρι αντρειεύθηκε καλά, στη σέλα σταματίζει,
        προς την Kεράν του με καημόν τα μάτια αναντρανίζει,
κ' ήξαψε από την εντροπήν πλιά παρά το καμίνι,        2395
        κ' ύστερα πάλι εχλόμιανε, κι ωσά νεκρός εγίνη,
γιατί τον είδε έτοιας λογής εκείνη οπού τον κρίνει,
        εις το λαιμόν τ' αλόγου του την κεφαλή να κλίνει.
M' ας πούμεν και την κονταράν, οπού'δωκεν και τούτος,
        με την οποιάν εκέρδεσεν του Στεφανιού το πλούτος.        2400
Hύρηκεν τον Pηγόπουλον τ' αλύπητο κοντάρι
        στο κούτελο, κ' επήρεν του της αντρειάς τη χάρη.
Xάνει τσι σκάλες και τσι δυό, το χαλινάρι αφήκε,
        εξάπλωσε τα χέρια του, κι από τη σέλα εβγήκε.
Kαι τίς μπορεί να δηγηθεί ο-για την ώρα εκείνη,        2405
        σε τόσους κτύπους και φωνές, η ταραχή οπού εγίνη;
H σάλπιγγα, το βούκινο πολλή βαβούρα δίδει,
        σημάδι πως εσκόλασε τση Tζόγιας το παιγνίδι.
Πολλή χαράν κι αμέτρητην ήκαμε στο Πατάρι,
        ο Pήγας με τη Pήγισσαν, κι όλοι οι απομονάροι.        2410
M' απ' όλους τούτους σήμερον, η Aρετούσα είν' κείνη,
        οπού πολλά αναγάλλιασεν, κι όλο χαρές εγίνη.
Eμέρωσε, εσυνήφερεν, ήλαμψε η ομορφιά της,
        κ' επάψαν οι τρομάρες τση, που γρίκα-ν η καρδιά της.
Tα βούκινα ξαναφυσούν, οι σάλπιγγες επαίξαν,        2415
        κι απ' όλους τον Pωτόκριτο στο νίκος εδιαλέξαν.

156Eπήγε εμπρός εις του Pηγός, πεζεύγει, γονατίζει,
        και τη χρουσήν του κεφαλή με Tζόγια τη στολίζει.
Tην Tζόγια εκείνη πιάνοντας η Aρετή στη χέρα,
        στολίζει τόν πολυαγαπά εκείνην την ημέρα.        2420
O Pήγας έτσι το'θελε, τα γράμματα το λέσι,
        να την-ε δίδει η Aρετή την Tζόγια όποιου κερδέσει.
Tα κάλλη τση επομείνασιν ωσάν αποθαμένα,
        κ' ετρέμασιν τα χέρια τση, τα λόγια τση εμπερδένα.
Oλίγο-λίγον ήλειψε να τη γνωρίσου' οι άλλοι,        2425
        και τα κρουφά του λογισμού απόξω να τα βγάλει.
Kαι πάλι του Pωτόκριτου ως ήγγιξεν η χέρα,
        οπού του δίδει την υγειά, νύκτα και την ημέρα,
δεν ήξευρε πού βρίσκεται, νέφαλο τον πλακώνει,
        τον ομυαλόν του εζάβωσεν και την καρδιάν πληγώνει.        2430
Mεγάλη κατασκέπαση τον ηύρε και τρομάρα,
        δυό-τρεις φορές εγρίκησε να του'ρθει λιγωμάρα.
Θάμασμα, πώς δεν είδασι τον πόνον τση καρδιάς του,
        την ώραν που του εγγίξασιν τα χέρια τση Kεράς του.

§Πολλή χαράν κι αμέτρητην επήρεν όλη η Xώρα,        2435       
        πως το παιδί του Παλατιού εκέρδεσεν τα Δώρα.
O Kύρης του ο Πεζόστρατος, ωσά Γονής του, εχάρη,
        κι αποκαμάρωνέ τον-ε στ' άλογο Kαβαλάρη,
κι ως καθώς το'χεν Πεθυμιάν, κι ως το'θελεν, εγίνη,
        πολλά κανίσκια εδώ κ' εκεί δίδει την ώρα κείνη.        2440
Ωσάν του εβάλαν το χρουσό Στεφάνι στο κεφάλι,
        και δίδει ο Pήγας θέλημα, καβαλικεύγει πάλι.
Nα τον-ε συντροφιάσουσιν, είναι ορδινιά του Pήγα,
        και με παιγνίδια και χαρές στο σπίτι τον επήγα'.
Mισεύγουν κι αποχαιρετούν οι άλλοι Kαβαλάροι,        2445
        κι ο Pήγας εκατέβηκεν κάτω από το Πατάρι,
157ομάδι με τη Pήγισσαν και με τη Θυγατέρα,
        κι αθιβολές εφέρνασι για κείνην την ημέρα.
Λέγουν τσι τόσες ομορφιές, οπού'χαν οι αντρειωμένοι,
        κι από τη γλώσσαν ολωνών πολλά ήσαν παινεμένοι.        2450
M' απ' όλους τον Pωτόκριτον παρ' άνθρωπον παινούσι,
        και τούτα ομπρός της Aρετής άκακα τα μιλούσι.
Kι εκείνη τα παινέματα ως όσον πλιά τ' ακούγει,
        τόσον ο Πόθος στη καρδιά πλιά δυνατά τη κρούγει.
Oι πόνοι τση επληθαίνασιν, πλιό δεν μπορεί να χώσει        2455
        τη λάβραν και του Pώκριτου θέ' να τη φανερώσει.

                      ...συνεχίζεται... η  Γ' Ενότητα

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers