-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

3

    Ο Παναγιτης ευρισκμενος στην εξοχ, να μορφο κυριακτικο πρωιν, γδρθηκε σ' να αγριγκαθο, τσο αδιρατα που οτε καν δωσε σημασα. Πρασε μαγευτικ με το κορτσι του και το διο βρδυ καναν αχαλνωτα ρωτα στο δωμτι του, πσω στη πλη.
     Την επμενη μρα κοιμθηκε ως αργ, εχε ακμα υπολεμματα δειας αρχς Σεπτμβρη. πειτα, δχως να φει τποτα, πγε στους γονες του. Λες κι ετε κτι εχε δη καταλβει, ετε ακμα ταν τσο μα τσο ευτυχς και γεμτος, επιδθηκε σ' να σωρ αυθαιρεσες (κατ τον διο) κι ασυδοσες (κατ τη μνα του). Το διο βρδυ βγκε σχεδν νηστικς κι πιε με τη παρα του ως αργ. πειτα γρισε νιθοντας χλια.
     Τη Τρτη ξπνησε μαντρα κι αν εκενη την ρα εχε μετρσει τη θερμοκρασα του θα 'χε θορυβηθε. Δεν εχε ρεξη να φει και το 'ριξε στο καφ και το τσιγρο. Η μνα του φραξε:
 -"Βρε παιδκι μου, κοτζμ μαντρχαλος, μυαλ κουκοτσι! Θα αρρωστσεις, βρεε".
     Εκενος δεν εδησε οτε να απαντσει. Τσο χλια ταν. Το πρε τηλφωνο η κοπελι του να πνε βλτα. Αναθρρησε. ξερε πως μαζ της του περνοσαν λα: κοραση, αδιαθεσα, ακεφι! Οπτε βγκε νηστικς.
     Τη πρε με τ' αυτοκνητ του και κατευθνθηκαν προς την εξοχ, μετ απ 'να σντομο φιλ. Εχε πυκν κυκλοφορα κι φτασαν μετ περπου δο ρες, πργμα που τον εξντλησε. Μλις φθασαν, πεσε αποκαμωμνος πσω στο κθισμα. Εκενη μη καταλαβανοντας ρμησε, τον αγκλιασε σφιχτ και τον φλησε παντο στο πρσωπο ανταμνοντας τα χελη του. Εκενος δεν εδε καμι βελτωση και νιωσε δυσφορα, μ' εντελς ξερ το στμα του και την απθησε μαλακ. Εκενη ττε τον κοταξε παραξενεμνη. Εδε για πρτη φορ πως το πρσωπ του ταν χλωμ, τα χελη του (που τσο της ρεσε το κκκινο χρμα τους) ταν χρωμα και τα μτια του κκκινα. Του 'πιασε το μτωπο και το 'νιωσε αρκετ ζεστ!
 -"Δεν εσαι καλ, αγορνο μου και δεν χω μαζ μου καμι ασπιρνη" του 'πε "πμε πσω"; Εκενος πεισμωμνος αντδρασε:
 -"χι! Δε θα του περσει του κολοκρυματος, ματκια μου. Δε θλω να στερηθομε αυτ το μορφο απγευμ μας. 'Αλλωστε, μου κνει τσο καλ που εμαι μαζ σου", της επε τσο πειστικ κι αφοπλιστικ, που εκενη συγκατνευσε απρθυμα.
     Μετ απ λγες μρες θα θυμταν αυτ τη στιγμ με τσο οργισμνη και βαθι θλψη. Πως τχα πρεπε να μη τον εχε ακοσει, πως τχα δεν πρεπε να το μπουκσει νηστικ με τσα αντιπυρετικ, πως τχα δεν πρεπε να 'χαν προσπαθσει να κνουν ρωτα στην ανπαυλα της αδιαθεσας εξ αιτας αυτν. Η δε μητρα του θυμταν επσης με συντριβ κι ενοχς πσο αλλοπρσαλλα εχε φερθε ο κανακρης της απ' την αρχ της εβδομδας (κανακρης κοντ στα σαρντα!) και πως τχα... πως τχα...
     Μετ να μνα περπου, ταν λαβαν το πρισμα της νεκροψας που εχε πλον ανιχνευθε ο ττανος, ττε οι ενοχς δσανε τη θση τους στην απορα και στις κατρες κατ της δικης τχης.
     Πως τχα η ζω ταν δικη καμι φορ, πως τχα ο χρος το 'χε παρακνει, πως τχα... πως τχα...
                                          ...............
     Ο Νικλας τρεξε πσω απ το κορτσι θαμπωμνος. Εκενη μσα της καμρωνε αλλ απ' ξω της το 'παιζε σοβαρ και σχετικ ενοχλημνη. Προχρησαν τσι για λγο κι ταν προσπρασαν μιαν αυλ με τριανταφυλλις, εκενος θλησε να κψει να και να της το προσφρει. Τρυπθηκε λιγκι απ τα αγκθια του αλλ τι εναι ο πνος μπρος τα κλλη. Αυτ το πρε και το πταξε. Εκενος ττε γλυψε το δχτυλ του και εστρφη σ' λλο  πιθαν ...στχο ξεχνντας τη.
     ταν γρω στα εκοσι πντε, ερωστος νεαρς και μλλον μορφος. Μετ οκτ μρες (ταν ρχισε να εκδηλνεται η αδιαθεσα του) ταν μια ξεχωριστ μρα γι αυτν. κανε λγα αλλ συνηθισμνα πργματα. Το χωρι του ταν να μορφο παραθαλσσιο μρος κοντ στη μεγλη πλη. Ξπνησε το πρω αργ μιας και ταν Κυριακ και πγε μια βλτα στην παραλα και βρκε τη παρα του και τη να του κοπλα να τον περιμνουν.
     παιξαν αρκετ ρα στον λιο και στα νερ με μια μπλα. Χαριεντστηκε με τη κοπλα του στα πατα, αρκετ ρα. ταν τλειωσαν τα παιχνδια γρισε πσω κι πως νιωθε κουρασμνος, πεσε για πνο νηστικς. ταν ξπνησε, ταν αργ απγευμα και πεινοσε πολ. Αλλ βιαζταν γιατ εχε κλεσει ραντεβο κι τσι κανε να μπνιο, ξυρστηκε, παρφουμαρστηκε και βγανοντας απ το μπνιο εδε το φρεσκοκομμνο πεπνι. κατσε αρπαχτ και το 'φαγε λο μαζ με τυρ φτα, -ολφρεσκο κι ψητο ακμα- και ψωμ.
     Η μνα του επε πως αυτ δεν ταν φαγητ για κοτζμ κορμ και να προσχει γιατ η φτα θελε ακμα λιγκι να μεστσει. Εκενος τα αγνησε λα αδιφορος. Εκενη τον φοβταν λιγκι γιατ ταν απτομος κι τσι δεν επμενε.
     ταν καλοχρτασε, ρετηκε ηχηρ, χιδεψε τη πρησμνη κοιλι του και βγκε με κπο. Το βρδυ αφο πιε να σωρ ξδια εν εχε κνει ρωτα σο ντεχε, για πρτη φορ με τη να του κοπλα γρισε πολ αργ σπτι, τσακισμνος.
     Την λλη μρα δε μποροσε να ξυπνσει να πει στη δουλει του. ταν πωλητς σ' να μαγαζ της παραλας. νιωθε χλια κι εχε πυρετ. Η μνα του τον ρτησε για τα ατια της αδιαθεσας του. Εκενος της διηγθηκε σντομα τι ακριβς γινε την προηγομενη μρα. Στην αρχ ενοχοποιθηκε ο πολς λιος. πειτα απ ριμη σκψη απερρφθη αυτ, με το σκεπτικ τι δεν ταν η πρτη φορ. πειτα το βρος πεσε στο ποτ και στη φτα και γενικς στην ποστητα φαγητο που καταναλθηκε.
     ταν η αδιαθεσα μεγλωσε χωρς να εμφανζει γαστρεντερικ συμπτματα, οι υπνοιες πεσαν στην υπερβολικ κατανλωση αλκολ. ταν μως η σχημη κατσταση επιδεινθηκε και κλεσαν γιατρ, που αφο κουσε προσεκτικ λο το στρι της Κυριακς, υπθεσε ελογα τι ο οργανισμς του νεαρο εχε εξαντληθε υπερβολικ και σε συνδυασμ με μια πιθαν αφυδτωση (απλεια υγρν, αλκοολοποσα κι υπερβολικ κνηση), εχε ολ' αυτ τ' σχημα συμπτματα. Συνστησε πολλ μικρ γεματα πλοσια σε ωφλιμες ουσες, πολλ υγρ, ξεκοραση και χαμηλ φωτισμ, του 'γραψε λατα και βιταμνες, τσμπησε το δεκαπεντρι του ικανοποιημνος κι φυγε να πει αλλο που τον εχαν (και δεν τους εχε) ανγκη.
     ταν ο διος ο γιατρς που εξδωσε κι υπγραψε μρες αργτερα το πιστοποιητικ θαντου του νεαρο, τρομερ κπληκτος. Η μνα του ταν σχεδν ανασθητη και με σκαμνο το πρσωπο απ τα δκρυα. Η ταφ γινε γργορα κι τσι λο το θμα, του φησε να πικρ δδαγμα, που χρησιμοποησε κατ κρον στη μετπειτα καριρα του ως γιατρς, χωρς να μθει ποτ για το τριαντφυλλο.
     λεγε λοιπν στους ασθενες του συνωμοτικ, λγο πριν μπει το καλοκαρι: "Μη μνετε πολλ ρα στον λιο καταπονντας το σμα σας, μη φορτνετε το στομχι σας με πεπνι και φτα ψητη κι πειτα μην επιδοθετε σε κραιπλη μ' ρωτα, με κατανλωση αλκολ. Προσοχ! Ο συνδυασμς αυτς σκοτνει".
     Τσιμποσε πειτα ικανοποιημνος το εικοσρι του κι φευγε να πει αλλο που τον εχαν -τσι δηλαδ θελε να πιστεει-, χωρς να τους χει ανγκη...
                               ......................
     Ο Μρκος εχε ερωτευτε για πρτη σως φορ στη ζω του τσο δυνατ. νιωθε να πετ και το θαυμσιο ταν πως νιωθε κι βρισκε τρομερ ανταπκριση. ταν τρα κανς μνας που η σχση του εχε, ας πομε μεστσει κπως κι λα κλαγαν τρελ. Θα 'λεγε κανες πως οι δο εραστς, 'κναν να εδος κντρας στο ποιος θα αιχμαλωτσει πιο γλυκ στα αρωματισμνα, λουλουδνια, μελνια, δχτυα του, τον λλο. να ζενθ που λο και μεταφερταν το σημεο κορυφς του προς τα πνω. Το πρσκαιρο λοιπν ζενθ αυτς της -να πομε;- βδομδας υπαγρευε μια μεγλη βλτα με το αυτοκνητο σ' λη τη παραλιακ λεωφρο, με ενδιμεσες γλυκς στσεις -μ' ,τι μπορον να συνεπγονται αυτς- και τλος εξερεσης μοναχικς ακτς για ρεμο κολμπι και ...μοναξι.
     Το καλοκαρι ακμα δεν εχε απλσει λα του τα στολδια, ωστσο γργορα κατστη σαφς και στους δυο πως θα 'πρεπε να εγκαταλειφθε η ιδα της μοναχικς παραλας. Ο κσμος εχε δη αρχσει να βγανει ανυπμονος απ' το καβοκι της νοιξης στο, προ αδειν, αυτ, μορφο τμμα του θρους. Αυτ λοιπν το μταιο δημιοργησε ναν ηλεκτρισμ ανμεσ τους, κυρως στο Μρκο, που εχε σαν αφετηρα ασυνεδητη, συν ανεβασμνη ερωτικ διθεση που μως, πως λα δειχναν, δε θα 'βρισκε σντομα διξοδο.
     Ο ηλεκτρισμς αυτς επφερε αρχικ μια σιωπ βουερ κι πειτα, δι ασμαντον αφορμν, ναψε σαν ξερ φργανο το πρτο ερωτικ καυγαδκι. πως σως χει προσξει ο καθνας, δο νθρωποι -ας πομε- ρμαια ενς δυνατο πθους, δεν χουν κντρα μνο στα ζενθ τους αλλ δεχνουν αξιολογτατο ζλο και στα ναδρ τους. τσι γργορα η τσα πολλ υποσχμενη αυτ βλτα, κατληξε σε να χοντρ φισκο. Γρισαν και χρισαν αμλητοι, χωρς φιλ, δχως και τα γλυκ λγια καληνχτας. Πρασαν τσι δο ολκληρες μρες και νχτες, κολοσσιαο διστημα χωρς να χουν καμι επαφ οι δυο τους.
     Τη Τρτη μρα ο Μρκος ξπνησε, κανε μπνιο, ξυρστηκε, ντθηκε καλ, επσημα, αποφασισμνος να μη πει στη δουλει του -βρκε μια πρφαση γι αυτ- πγε κι πιε να καφ σ' να συγκεκριμνο μαγαζκι κοντ στη δουλει της, να συνλθει και να αναλβει δυνμεις, πειτα της αγρασε να μπουκτο κκκινα τριαντφυλλα, απ να επσης συγκεκριμνο μαγαζ εκε κοντ και ακολουθντας το αγαπημνο του δρομολγιο, φτασε στη δουλει της. Εκε τον περμενε μια κπληξη. Εκενη δεν εχε πει βρσκοντας μια παρμοια με τη δικ του πρφαση.
     Βγκε απ εκε σα χαμνος κρατντας χαζ τα λουλοδια. Περπτησε λιγκι και ρχτηκε βαθι συλλογισμνος στο πρτο δειο παγκκι. 'Αρχισε να κνει χιλιδες συλλογισμος. Τελικ καν μισωρο αργτερα το πρε απφαση κι αποφασιστικ κνησε για το σπτι της. Ακολοθησε επσης να συγκεκριμνο δρομολγιο κι ταν φτασε στη τελικ μικρ ευθεα πιασε να μετρει τα σπτια που μεσολαβοσαν μχρι το νομερ της -λλη αγαπημνη του συνθεια αυτ- κι ταν φτασε στο κουδονι της νιωσε κλονισμνος.
     λη η αποφασιστικτητ του εξανεμστηκε. Δεν εχε κουργιο να σηκσει το χρι του και να πατσει εκενο το πλκτρο που 'χε το νομ της. μεινε εκε κνα πεντλεπτο. Κποια στιγμ νιωσε να μη το κρατνε τα πδια του. κατσε στο πεζολι κρατντας ακμα τα λουλοδια κι ναψε τσιγρο. Δυσκολετηκε πολ, γιατ δε λειτουργοσε το μυαλ του, θαρρες εχε σταματσει στην εικνα της κι εκτς αυτο, τρεμαν τα χρια του εντελς. ταν τελεωσε το τσιγρο του καγοντας τα δχτυλα, ακμα εχε τη μορφ της μσα στο μυαλ του. φυγε χωρς να πατσει το κουδονι. Τα λουλοδια τα πταξε στο σκουπιδοτενεκ εκε κοντ. Οτε κατλαβε πς πρασε ολκληρη η υπλοιπη μρα...
     πειτα απ πολλ χρνια, ταν πια ο Μρκος εχε φτσει κοντ στα 45 του (κοντ δκα χρνια μετ) γνρισε λλη μια φορ, να μεγλο ρωτα. Εχε περσει λα αυτ τα χρνια, με εφμερες σχσεις κι τσι ταν γνρισε τη Γωγ παλβωσε διαπιστνοντας δια και καλτερα ζενθ. Θυμθηκε ττε ξαν αυτ του τη παλι ιστορα, αναρωτθηκε φευγαλα μνο τι θα εχε συμβε αν δεν εχε δειλισει εκενη τη μρα κι πειτα διωξε βιαστικ αυτς τις σκψεις, εγκαλντας πλι τη μορφ της Γωγς.
     Ωστσο πριν ολοκληρωθε αυτ η ...μεταφορ δεδομνων, πρλαβε να σκεφτε: "αν ξανασυμβε κτι ττοιο, θα ξανακνω ακριβς τα δια πργματα κι αυτ τη φορ θα χτυπσω το κουδονι"... πειτα χαμογλασε ικανοποιημνος βλποντας την εικνα της νας του αγπης να 'ρχεται...
                
                                                             Σεπτμβρης 2002

--------------------------------------------------------------------------

     Σημ. Αυτς οι ιστορες δεν χουν να πουν πολλ ετε απ μνες, ετε και σα σνολο. Απλ με τη στοχιση τους αυτ -κι τσι πρπει να εκληφθον παρακαλ- θυμζουν τις παλις -καλς;- συνταγς των αλμπνηδων, κομπογιαννιτν, τσαρλατνων, ερασιτεχνν θεραπευτν. Εναι να σνολο λοιπν αυτοφυς και καλν εναι να σβσει απ τις μνμες, σο πιο σντομα γνεται...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers