Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Σιδερής Χρήστος: Οι Καλές Κιουράδες

 

                                            Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Κατάφερε να τελειώσει το λύκειο (αφού πρώτα τον έδιωξαν ή αποχώρησε από αρκετά αθηναϊκά σχολεία) και να περάσει στα Τ.Ε.Ι. Διοίκησης Επιχειρήσεων Πατρών και πολύ αργότερα στη Σχολή Κοινωνικής Πολιτικής & Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Παντείου, της οποίας, προς το παρόν, παραμένει τελειόφοιτος. Σήμερα ασχολείται με διάφορα πράγματα, εκ των οποίων κανένα δεν αφορά μια σταθερή επαγγελματική καριέρα. Το «7 Ημέρες Ψέματα» διακρίθηκε στο διαγωνισμό καλύτερου λογοτεχνικού κειμένου της εκπομπής "Να η ευκαιρία" του Mega.

----------------------------------------------------------------------------------------------

                                 Οι Καλές Κιουράδες

     Στη Νάξο η πίστη των χωρικών σε διάφορα μεταφυσικά πρόσωπα όπως οι Βρικόλακες, οι νεράιδες, τα ξωτικά και τα δαιμόνια διατηρείται μέχρι και τις ημέρες μας. Σήμερα βέβαια, οι χωρικοί φαινομενικά αποποιούνται αυτήν την πίστη αλλά βαθιά μέσα τους παραμένει ως μέρος της παράδοσης που τους μορφοποιεί ως Νάξιους. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να εξεταστεί είτε ανθρωπολογικά (με βάση μία Γκραμσιανή ανάλυση -βλέπε «The Demons and The devil» του Charles Steward) είτε ως έχει, ως μία παράδοση που εμπεριέχει ψήγματα πραγματικότητας και που συνδέεται με πραγματικά περιστατικά. Ένα τέτοιο περιστατικό περιγράφει κι η ιστορία που ακολουθεί.

     Τρεις ολόκληρους μήνες βρισκόμουν στο νησί κι η έρευνα που μου ανατέθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών βρισκόταν ακόμα στη μέση. Έφτασα στη Νάξο στις 20 Ιανουαρίου του 1985 κι εγκαταστάθηκα σ' ένα από τα μικρά χωριά της ημιορεινής Νάξου, τον Δαμαλά, όπου κατάφερα να νοικιάσω ένα μικρό δίπατο χωριάτικο σπίτι. Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού θα ερχόντουσαν για διακοπές στις αρχές Ιουλίου κι αυτό ήταν το όριο που μου είχαν δώσει από τον οργανισμό, να ολοκληρώσω τη καταγραφή των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
     Τα πράγματα δεν πήγαιναν ιδιαίτερα καλά. Όπου πήγαινα αντιμετώπιζα τη δυσπιστία λόγω της φύσης των ερωτημάτων μου αλλά πιστεύω και λόγω της εμφάνισης μου. Οι ορεινοί νησιώτες παρόλο που δέχονταν την επιστημονική μου ιδιότητα, δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι ένας σοβαρός επιστήμονας μπορεί να έχει μακριά μαλλιά και σκουλαρίκι. Δεν σκεπτόμουν πάντως να αλλάξω την εμφάνιση μου γι αυτούς. Ούτε και σκόπευα να αφήσω μουστάκι. Ευτυχώς ο Δαμαλάς είναι ένα πολύ μικρό και ήσυχο χωριό, έχει μόνο ένα καφενείο στο οποίο όλοι, αναγκαστικά συχνάζουν και σταδιακά οι ντόπιοι άρχισαν να με δέχονται όπως ήμουν και μετά από μία σεβαστή σειρά από κρασοκατανύξεις στο καφενεία κι ακόμα περισσότερες παρτίδες πρέφα, έγινα σχετικά αποδεκτός. Βέβαια, το ότι ήμουν αποδεκτός στον Δαμαλά δεν μου εξασφάλιζε σε καμία περίπτωση πρόσβαση στην κοινωνία του Φιλωτίου και των άλλων χωριών. Ευτυχώς τα πράγματα στην ορεινή περιοχή του νησιού ήταν κάπως καλύτερα.
     Με αυτά και με αυτά έφτασε ο Απρίλιος που έφερε λίγες βροχές και η γης ανάσανε λιγάκι, οι αγροί και τα λιβάδια πρασίνισαν και τα λουλούδια άνθισαν μαζί με τις ψυχές των ανθρώπων. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι εκείνη τη περίοδο, εκτός βέβαια από εμένα που είχα να δω γυναίκα χωρίς μουστάκι από τον Δεκέμβρη.
     Ήταν σε μία από τις κρασοκατανύξεις όταν άκουσα για πρώτη φορά να μιλάνε για τις Καλές Κιουράδες. Στη Κόρωνο λέγανε, δύο χωρικοί φύγανε για να πάνε στη Χώρα να διασκεδάσουν αλλά δεν έφτασαν ποτέ εκεί γιατί όπως διηγήθηκαν στον δρόμο είδαν δύο Καλές Κιουράδες. Τρόμαξαν τόσο πολύ όταν τις είδαν που έκαναν επιτόπου στροφή και γύρισαν στο χωριό. Οι συνδαιτυμόνες μου έδειξαν να διασκεδάζουν το θέμα και για αρκετή ώρα έλουζαν με διάφορα κοσμητικά, διόλου κολακευτικά, επίθετα τους κάτοικους του χωριού Κόρωνος. Γεμάτος περιέργεια ρώτησα τι ακριβώς ήταν οι Καλές Κιουράδες αλλά οι απαντήσεις που πήρα από τους μισομεθυσμένους ομοτράπεζους δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικές. Ο Μανόλης, το παλικάρι με το οποίο ως επί το πλείστον έκανα παρέα μου έδωσε να καταλάβω ότι ήταν ένα θέμα το οποίο όσο λιγότερα γνώριζα τόσο το καλύτερο. Για να μου περάσει η περιέργεια μου συνέστησε να πάω να δω τον Σάλιακα, που κατοικούσε στην άκρη του χωριού.
     Τον ήξερα τον Σάλιακα. Τον αποκαλούσαν έτσι γιατί μονίμως έτρεχαν σάλια από το στόμα του. Είχα διασταυρωθεί μαζί του μερικές φορές στα δρομάκια του χωριού. Πάντα μόνος με τον γάιδαρο του, πάντα κοιτώντας κάτω με σαστισμένα λαμπερά άγρια μάτια και με τα σάλια να τρέχουν από το στόμα. Αδιάφορος για όσα διαδραματίζονταν δίπλα του. Ήταν, αυτό που στη Νάξο λένε ο τρελός του χωριού ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα μέχρι τότε. Έμενε σε ένα σπίτι στα όρια του οικισμού, μόνος του. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ του μου είπαν. Οι συγγενείς του στο χωριό (και σχεδόν όλοι είχαν κάποια συγγένεια μεταξύ τους στον Δαμαλά) προτιμούσαν να καμώνονται πως δεν τον γνωρίζουν και όποτε αναφέρονταν σε αυτόν μιλούσαν λες και η συγγένεια τους ήταν πολύ μακρινή αν και γνωρίζω θετικά ότι είχε αρκετά πρώτα ξαδέλφια και θείους στο χωριό. Παρ ολ αυτά, το θέμα δεν με απασχολούσε τόσο ώστε να επιχειρήσω να μιλήσω του Σάλιακα. Είχα πιο επείγουσες δουλειές να διεκπεραιώσω με πρώτη από όλες την καταγραφή των ενεργοποιημένων αγροτικών εκμεταλλεύσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και την αντίστοιχη κατάσταση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων της ορεινής περιοχής. Αλλωστε, με τρόμαζε αυτός ο τύπος.
     Μια ακόμα εβδομάδα πέρασε αδιάφορα, αν και οι κρασοκατανύξεις μας που συνεχίζονταν επί καθημερινής βάσης με είχαν μετατρέψει μέλος της «παλιοπαρέας» του Δαμαλά και με έκαναν να χάνω αρκετά από τα πρωινά μου στο κρεβάτι. Οι χωρικοί παρά το συνεχές και ατελείωτο μεθύσι τους ξύπναγαν από τα χαράματα και πολλές φορές με κορόιδευάν όταν με έβλεπαν να βγαίνω από το σπίτι μου γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι, πάντα βιαστικός, πάντα με ένα χαρτοφύλακα στο χέρι.  
 -«Εεεεε, παλικαράκι, εβράδυασε» μου φώναζαν. Έτσι με αποκαλούσαν «παλικαράκι» και ήμουν μάλλον περήφανος για το παρατσούκλι αν κι ενείχε μία μεγάλη δόση ειρωνείας. Πέρα από τον Μανόλη, έναν νέο αγρότη που προσέγγιζε σχεδόν τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το πώς θα έπρεπε να είναι οι νέοι αγρότες, το άτομο που με διασκέδαζε περισσότερο και το οποίο επιδίωκα να κάνω παρέα ήταν ο Ματθαίος. Ένας απίστευτος άνθρωπος, πραγματικά καλοσυνάτος και με ένα οπλοστάσιο με πολύ σκανδαλιστικές ιστορίες γύρω από τον πόλεμο, τα κορίτσια του χωριού και πολλά άλλα θέματα. Είχα πάντως την υποψία ότι ο Ματθαίος ήταν αλκοολικός. Ξημεροβραδιαζόταν στο καφενείο του χωριού, αρχίζοντας τα ρακόμελα από τα χαράματα. Όποτε πήγαινα στο καφενείο, συνήθως μόλις άρχιζε να βραδιάζει, τον έβρισκα εκεί, στο συνηθισμένο του τραπεζάκι, να κοιτάει καλοσυνάτα την πόρτα και να με προσκαλεί με δυνατές φωνές να κάτσω και να πιω μαζί του ένα μισαδάκι. Και πάντα δεχόμουν. Και πάντα είχε κάτι να μου ψιθυρίσει στο αφτί για τις όμορφες Φιλωτίτισσες και να μου προτείνει καλόκαρδα ένα ακόμα προξενιό.
     Μια από αυτές τις νύχτες και μετά από αρκετά μισαδάκια, εγώ ο Ματθαίος και ο Μανόλης ξεκινήσαμε για τα σπίτια μας, αφήνοντας τον καφετζή να μαζέψει τα τελευταία ποτήρια από το τραπέζι. Αφήσαμε τον Μανόλη στο σπίτι του και συνόδεψα τον Ματθαίο στο δικό του. Αν και ήμασταν κι οι δύο «λιώμα» μου πρότεινε να περάσω μέσα να πιούμε κάνα ποτηράκι για το «καλό». Δεν ήθελα να τον προσβάλω και δέχτηκα, αν και είχα σκοπό να πιω ένα ποτηράκι μόνο και να φύγω. Μετά από πολλά μάταια ψαχουλέματα στον τοίχο ο Ματθαίος κατάφερε να εντοπίσει τον διακόπτη του ηλεκτρικού και η μικρή κουζίνα πλημμυρίστηκε από χλιαρό φως.
     Το δωμάτιο ήταν πολύ ακατάστατο, πολλά άπλυτα πιάτα είχαν σχεδόν παγιωθεί στον νεροχύτη και μία δυσδιάκριτη μπόχα ερχόταν από το υπνοδωμάτιο. Ο Ματθαίος μου πρότεινε μία καρέκλα και πήρε δύο βρώμικα ποτήρια από τον νεροχύτη τα οποία έπλυνε επιμελώς. Μου έδωσε το ένα. Γέμισε προσεκτικά ένα μισαδάκι από ένα κίτρινο μισογεμάτο εικοσάρι μπιτόνι και κάθισε δίπλα μου. Γέμισε τα ποτήρια, με κοίταξε με τα γαλανά του μάτια και μου είπε:
 -«Στην υγειά σου γιε μου».
     Ανταπόδωσα την πρόποση με κάποια πίκρα γιατί ήξερα πως του έλειπαν του Ματθαίου τα παιδιά κι η γυναίκα του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει ενώ τα παιδιά του που διέμεναν στην Αθήνα σχεδόν προτιμούσαν να μην τον βλέπουν έτσι όπως είχε καταντήσει. Κυριεύτηκα από μία θλίψη για τους ανθρώπους και για τη ζωή μας μα σύντομα τα ξέχασα όλα καθώς ο Ματθαίος άρχισε να μου διηγείται με πονηρό ύφος μία από τις εκατοντάδες ιστορίες του.
 -«Που να την έβλεπες την Μαριγώ» κατέληξε ο Ματθαίος και σούφρωσε τα πυκνά φρύδια του. Ένα γνώριμο πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. «Μα για στάσου, θαρρώ πως την έχω σε φωτογραφία» είπε και κίνησε τρεκλίζοντας για το υπνοδωμάτιο. Βγήκε κρατώντας στα χέρια του ένα άλμπουμ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Του έπεσε κάτω και το μάζεψα. Έφερε την καρέκλα του σιμά μου και άνοιξε το άλμπουμ ψάχνοντας για την φωτογραφία της Μαριγώς. Είδα πολλές φωτογραφίες από φαντάρους και χωριατοκόριτσα με δυνατά πόδια και μαντήλια στο κεφάλι, φωτογραφίες από γάμους, από μωρά και γέρους βρακάδες. Ο Ματθαίος επιτέλους βρήκε την Μαριγώ σε μία από τις σελίδες. Πόζαρε επιτηδευμένα με μία φίλη της και μία στάμνα στο κεφάλι. Γνώριζα ακόμα και την τοποθεσία, ήταν η παλιά βρύση στο ρεματάκι λίγο έξω από τον οικισμό. Η φωτογραφία ήταν παλιά και κιτρινισμένη αλλά ο Ματθαίος την κοίταξε με λατρεία, αναστέναξε βαθιά και γύρισε αποκαμωμένος στην θέση του, χαμένος θαρρείς σε νοσταλγικές και σίγουρα πικάντικες, σκέψεις.
     Ξεφύλλισα το άλμπουμ. Στάθηκα λίγο σε μια πιο πρόσφατη φωτογραφία που εικονίζονταν τα παιδιά του Ματθαίου, δύο ψηλόλιγνοι, ωραίοι έφηβοι που πόζαραν μπροστά στο σπίτι με την μητέρα τους. Έδειξα την φωτογραφία του Ματθαίου και το πρόσωπο του έλαμψε για μια στιγμή λίγο πριν σκοτεινιάσει και γεμίσει οδύνη από την ανάμνηση της χαμένης του αγάπης. Σε μια από τις πολύ παλιές φωτογραφίες στάθηκα σε δύο κοτσονάτους βρακάδες. Τον ένα τον αναγνώριζα, ήταν σίγουρα ο Ματθαίος και πρέπει να ήταν πολύ μικρός σε κείνη τη φωτογραφία. Υπολόγιζα ότι ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών, δηλαδή η φωτογραφία πρέπει να είχε παρθεί στη δεκαετία του 1930, λίγο πριν τον πόλεμο. Κοίταξα τον άλλο άντρα δίπλα του. Ήταν πιο ψηλός και ψωμωμένος, στεκόταν αλύγιστος δίπλα στον Ματθαίο και ήταν απίστευτα όμορφος. Ένα πραγματικό παλικάρι βγαλμένο από τα παλιά. Έδειξα την φωτογραφία του Ματθαίου κι αυτός άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε. Τον είχε σχεδόν πάρει ο ύπνος. Τα μάτια του έδειξαν ν αναγνωρίζουν την φωτογραφία. Χαμογέλασε.
 -«Βλέπεις παλικαράκι» μου είπε, «κάποτε ήμασταν κι εμείς παλικάρια».
 -«Ήσουνα πολύ ωραίος νέος» παρατήρησα «μα, για πες μου, ποιος είναι αυτός δίπλα σου» τον ρώτησα.
 -«Α, ευτός » κοίταξε την φωτογραφία. «Ευτός ήτανε το μεγαλύτερο παλικάρι του χωριού, ένα θεριό, ένα πραγματικό θεριό σου λέω» είπε μ' ενθουσιασμό. «Στα νιάτα του τον έτρεμαν όλοι, είχε μια οργιά ίσαμε ένα δακτύλι» είπε και μου έδειξε το ροζιασμένο του δάκτυλο.
 -«Τι εννοείς οργιά μπάρμπα;» τον ρώτησα.
 -«Α, παιδί μου, τα παλιά χρόνια υπήρχαν τα πραγματικά παλικάρια. Ήταν τόσο δυνατοί που μπορούσαν να σηκώσουν ολόκληρα βουνά. Και τα παλικάρια αυτά είχαν οργιά. Να εδώ» μου είπε και μου έδειξε την βάση της σπονδυλικής στήλης.
 -«Δηλαδή είχαν ουρά;» ρώτησα έκπληκτος.
 -«Ναι, είχαν ουρά, μια τόση δα μικρούλα ουρά» είπε και μου ξανάδειξε το δάκτυλο του. «Είχαμε μια πέτρα τότενες, ολόκληρο βουνό. Την χρησιμοποιούσαμε για να βγάλουμε το τελευταίο κρασί από την στροφιλιά. Εκείνη την πέτρα που μόνο μετά βίας τηνε σηκώναμε τέσσερις νιοι ετούτος εδώ που βλέπεις τηνε σήκωνε μοναχός του και μετά μας θωρούσε που τα στόματα μας χάσκανε και γελούσε δυνατά. Πραγματικό παλικάρι σου λέω» συμπλήρωσε μ' έμφαση.
 -«Ζει ακόμα μπάρμπα;» τον ρώτησα.
 -«Ζει» δίστασε ο Ματθαίος «ας το πούμε κι έτσι. Τον έκλεψαν οι ξωτικιές, τον έκαμαν σάλιακα» είπε κάνοντας με να ανασηκωθώ από τη θέση μου.
 -«Τι λες μπάρμπα; Ο Σάλιακας είναι;» ρώτησα έκπληκτος.
 -«Είδες παιδί μου πως μας καταντά η ζωή» είπε συγκαταβατικά ο Ματθαίος μιλώντας περισσότερο για τον εαυτό του. «Αλλ' αυτόν, τον έκλεψαν οι ξωτικιές, πήραν τα μυαλά του» συμπλήρωσε.
 -«Ποιες ξωτικιές μπάρμπα; Τι εννοείς; Μήπως νεράιδες;» ρώτησα ακόμα πιο περίεργος.
 -«Οι Οξαποδώ παιδάκι μου, ξωτικιές, στοιχειά των βουνών και των δασών. Γι αυτό σου έλεγα στον καφενέ να μην τριγυρνάς μονάχος σου τις νύχτες. Και άμα ποτέ τις δεις φευγαλέα να σφαλίσεις τα μάτια σου και να πέσεις στο χώμα. Ότι κι αν ακούσεις γύρω σου να μην ανοίξεις τα μάτια. Ποτέ! Μην ανοίξεις τα μάτια γιατί θα σε κλέψουν και σένα όπως έκλεψαν αυτόν, τον έρμο
 -«Μα τι λες τώρα μπάρμπα; Μιλάς σοβαρά
     Τα μάτια του κοίταξαν βαθιά μες τα δικά μου. Μπορούσα να νιώσω τον τρόμο που φώλιαζε μέσα τους να μεταφέρεται σε μένα.
 -«Κάμε όπως θες» μου είπε «μα πρόσεξε καλά αυτά που θα σου πω. Ποτέ να μην πηγαίνεις στις ερημιές όταν νυχτώνει. Αν όμως βρεθείς ποτέ μοναχός και αν ποτέ σου τύχει να ακούσεις θορύβους στην σιγαλιά, να κάμεις αυτό που σου είπα. Μη διστάσεις διόλου και μην ανοίξεις τα μάτια σου. Αν ακούσεις στο αφτί σου μία φωνή να σε προστάζει να την ονοματίσεις, εσύ να φωνάξεις με όλη σου την δύναμη "Καλές Κιουράδες, Καλές Κιουράδες" και μετά να μην πεις τίποτε άλλο και να απομείνεις εκεί μέχρι να πάψουνε οι μουσικές κι οι θορύβοι. Και έπειτα, να γυρίσεις αμέσως σπίτι χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου. Για το θεό, ποτέ μην κοιτάξεις πίσω σου. Αυτά έχω να σου πω Χρηστάκη μου κι άμα θες ακούς έναν γέροντα σαν και μένα».
     Αυτά μου είπε ο γέροντας και κάθισε αποκαμωμένος βαθιά στην καρέκλα του. Μετά από λίγο κοιμόταν ροχαλίζοντας δυνατά στην καρέκλα. Τον σήκωσα από την καρέκλα και τον μετέφερα με δυσκολία στο διπλανό δωμάτιο. Τον απόθεσα πάνω στο ανάστατο κρεβάτι, του έβγαλα τα παπούτσια, τον σκέπασα και έφυγα. Τα λόγια του με είχαν τρομάξει λίγο και έτρεξα την απόσταση που με χώριζε από το δικό μου σπίτι. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα δικά μου βήματα στο πλακόστρωτο. Το πρωί δεν θυμόμουν και πολλά από την συζήτηση της προηγούμενης νύχτας λες και είχα ασυνείδητα απωθήσει την κουβέντα μας στο βάθος του μυαλού μου. Όμως αυτό που έμελλε να συμβεί θα με ανάγκαζε να ξανασκεφτώ κείνη τη κουβέντα μας χιλιάδες φορές, μέχρι που θα θυμόμουν ακόμα και τη τελευταία συλλαβή της αφήγησης του γέροντα.
     Η καταγραφή άρχισε να πηγαίνει καλύτερα. Όσο περισσότερο με κερνούσαν τόσο περισσότερο έπινα και τόσο περισσότερο άνοιγαν οι πόρτες για εμένα και τον οργανισμό. Ήμουν πολύ ευχαριστημένος που αυτή η ανορθόδοξη μέθοδος λειτουργούσε και ακόμα περισσότερο γιατί αναγνώριζα τελικά ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν κλειστοί, απλώς και αυτοί, όπως και εγώ, ήθελαν μόνο να γίνουν αποδεκτοί και ο τρόπος για να γίνει αυτό από ένα πρωτευουσιάνο σαν και του λόγου μου, ήταν να μεθύσω μαζί τους, να δεχτώ τα κεράσματα και να μοιραστώ το φαγητό τους. Και μπορώ να πω ότι αυτό ήταν απολαυστικό και για μένα κι όχι μια υποχρέωση. Είχα αρχίσει να συνηθίζω τα ατελείωτα κεράσματα και τις προσκλήσεις για φαγητό με τις διάφορες φαμελιές. Και το ρακί του νησιού δεν έλεγε να τελειώσει.
     Ήρθε το Πάσχα κι όπως ήρθε έφυγε μαζί με τις ορδές των Αθηναίων που γύριζαν στα πατρογονικά τους να γιορτάσουν μαζί με τους ηρωικούς εναπομείναντες τις γιορτές, να επιδείξουν την δική τους πολιτισμική ανωτερότητα και να συμβουλεύσουν τους εντόπιους για το «συμφέρο» τους. Πέρασαν μερικές εβδομάδες απογοήτευσης όπου όλοι ήταν στεναχωρημένοι από τις αναχωρήσεις των «Αθηναίων» παρόλο που δεν ήθελαν να το παραδεχτούν. Έπειτα η ζωή πήρε πάλι τον ρυθμό της και οι καθημερινές μας επισκέψεις στον καφενέ έγιναν και πάλι ζωηρές και διασκεδαστικές. Ο Ματθαίος που ήταν πολύ λιγότερο πιωμένος στη διάρκεια των γιορτών, καθώς τα παιδιά είχαν έρθει να τον επισκεφτούν με τις οικογένειες τους, τώρα «ξανακυλούσε» στην παλιά του μόνιμη κατάσταση ημιμέθης.
     Ένα απόγευμα διασταυρώθηκα με τον Σάλιακα που έσερνε τον γάιδαρο του φορτωμένο με ξύλα. Θυμήθηκα της συζήτηση που είχα με τον Ματθαίο μα τον κοίταξα αμίλητος καθώς περνούσε. Μου έριξε μία στιγμιαία ανεξιχνίαστη ματιά σα να με προειδοποιούσε για αυτό που έμελλε να μου συμβεί. Τον κοίταξα κάπως τρομαγμένος όπως απομακρυνόταν καμπουριαστός στρίβοντας στη γωνία και προσπάθησα να δω το παλικάρι της φωτογραφίας μέσα από αυτή τη σκιά ανθρώπου. Κι άλλες φορές διασταυρώθηκα μαζί του και θυμήθηκα ότι στη διάρκεια των γιορτών είχε γίνει άφαντος. Σκέφτηκα ότι δεν του άρεσε η πολυκοσμία.
     Με τον Μανόλη συναντιόμασταν σπάνια. Ήταν πολύ απασχολημένος με τη γεώτρηση του που είχε ήδη φτάσει τα 250 μέτρα και αναμενόταν να ξεπεράσει το επίπεδο της θάλασσας τις επόμενες ημέρες. Είχε συνεργαστεί με γεωλόγους, άλλους επιστήμονες και πολλούς τσαρλατάνους προσπαθώντας να λύσει  το πρόβλημα νερού για τα θερμοκήπια του. Η λειψυδρία των τελευταίων ετών είχε πλήξει ακόμα και τις ημιορεινές περιοχές που παλαιότερα δεν είχαν πρόβλημα νερού. Ο Μανόλης έλπιζε να ανακαλύψει τις μεγάλες δεξαμενές νερού που τροφοδοτούνταν καθώς μου έλεγε από τις πηγές του Ολύμπου. Η θεωρία του βέβαια δεν μου ήταν άγνωστη καθώς η Νάξος όπως και τα άλλα νησιά αποτελούσαν κάποτε τμήμα της οροσειράς που ξεκινούσε από τον Όλυμπο και κατέληγε στη Μικρά Ασία. Έτσι πολλοί υποστήριζαν ότι ακόμα και σήμερα από τον Όλυμπο ξεκινάει νερό που εκβάλλει σε διάφορα σημεία του Αιγαίου. Είχα δει ο ίδιος με τα μάτια μου γλυκό νερό να βγαίνει μέσα από τη θάλασσα στην περιοχή Αγιος Δημήτριος στα ανατολικά του νησιού αλλά και σε άλλες περιοχές. Από ότι μου είπαν οι κάτοικοι της περιοχής, το νερό αυτό δεν μπορούσαν να το αντλήσουν διότι πέρναγε κάτω από το επίπεδο της θάλασσας και όταν το επιχειρούσαν ανακατευόταν με το αρμυρό. 
     Αποτέλεσμα της αγωνιώδους αναζήτησης του Μανόλη ήταν να χάσω την παρέα του. Τις λίγες φορές που ερχόταν στο καφενείο μιλούσε συνέχεια για την γεώτρηση κάνοντας όλους τους φίλους μας να βαριούνται και έτσι απογοητευμένος γύριζε σπίτι του να συσκεφτεί με τον εαυτό του. Εγώ συνέχισα να κάθομαι με τον Ματθαίο αν και πιο σπάνια, καθώς πλέον ήμουν ευπρόσδεκτος σε όλες τις συντροφιές και όλοι είχαν ένα αστείο σχόλιο να κάνουν για την δουλειά μου και για την εμφάνιση μου. Τις περισσότερες φορές βέβαια απειλούσαν να με κουρέψουνε. Όταν τους έλεγα ότι οι αρχαίοι έλληνες είχαν μακριά μαλλιά και ότι το μουστάκι είναι κατάλοιπο της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, γελούσαν φωναχτά και με κτυπούσαν συγκαταβατικά στην πλάτη εξηγώντας μου ότι το μουστάκι είναι στολίδι του άντρα. Πάντως η διάθεση τους απέναντι μου είχε αλλάξει προς το καλύτερο και αρκετοί ήταν εκείνοι που υπόσχονταν να με παντρέψουν με τις κόρες τους ή με κάποια γνωστή τους ανιψιά εάν αποφάσιζα να κόψω επιτέλους τα μαλλιά και να βγάλω το σκουλαρίκι.
     Το Μάη η έρευνα μου κόντευε να ολοκληρωθεί και πίστευα ότι θα μου περίσσευε κι ένας μήνας διακοπών τον οποίο σκόπευα να περάσω στο εξοχικό του Ματθαίου στην Αγιασό, έναν παραθαλάσσιο οικισμό που ήταν επίνειο του χωριού.  Ένα απόγευμα που δεν είχα δουλειά επισκέφτηκα τον οικισμό μαζί με τον γέροντα και μου φάνηκε καταπληκτικός. Μόλις μια ντουζίνα άνθρωποι κατοικούσαν εκεί τον χειμώνα αλλά το καλοκαίρι πλημμύριζε «Αθηναίους» όπως μου είπε ο ιδιοκτήτης ενός σχετικά μεγάλου εστιατορίου στο οποίο συνοδεύσαμε λίγα ποτήρια μπρούσκο κρασί με φρέσκο κρασάτο χταποδάκι. Καθίσαμε με τον γέροντα στο μπαλκονάκι. Ήταν μια ζεστή Μαγιάτικη μέρα και ένιωθα πολύ ευτυχισμένος. Δυστυχώς όμως έπρεπε να γυρίσω στο χωριό γιατί την επομένη είχα ένα ραντεβού με τον αντιδήμαρχο Δρυμαλίας και με την υπεύθυνη της Αναπτυξιακής Εταιρίας Νάξου.
     Περπάτησα τα δέκα χιλιόμετρα προς τον αμαξωτό σχετικά γρήγορα και κάθισα σε ένα πεζουλάκι περιμένοντας κάποιο αμάξι να με πάρει καθώς δεν υπήρχαν καθόλου λεωφορεία τα απογεύματα. Ευτυχώς ήταν θερινό ηλιοστάσιο κι έτσι είχα ακόμα κάτι περισσότερο από δυο ώρες πριν νυχτώσει. Κι όμως περίμενα μισή σχεδόν ώρα και κανένα αυτοκίνητο δεν πέρασε από τον αμαξωτό. Αποφάσισα να πάω στο χωριό με τα πόδια. Η απόσταση δεν μου φαινόταν ιδιαίτερα μεγάλη και σίγουρα ήταν μικρότερη από αυτήν που είχα ήδη διανύσει. Αλλωστε, αν έκοβα δρόμο από το μονοπάτι η απόσταση δεν πρέπει να ξεπερνούσε τα πέντε χιλιόμετρα.  Αν ξεκινούσα αμέσως υπολόγιζα ότι θα ήμουν στο χωριό σχεδόν μία ώρα πριν σουρουπώσει. Πήρα το μονοπάτι που ήταν ευδιάκριτο και κτισμένο στα άκρα του με ξερολιθιές. Αναψα ένα τσιγάρο κι απόλαυσα την ησυχία του ανοιξιάτικου απογεύματος, τους πράσινους ανοιξιάτικους αγρούς και τα ξαφνικά μουγκανίσματα των ζώων που έβοσκαν ήσυχα κάτω από τον χλιαρό ήλιο.
     Περπατούσα για μία ώρα περίπου πριν συνειδητοποιήσω ότι χάθηκα. Είχα εντελώς αποπροσανατολιστεί και δεν έβλεπα πια τον αμαξωτό. Σε κάποιο σημείο είχα πάρει λάθος στροφή, όμως σε ποιο; Δεν ήξερα. Ο ήλιος έγερνε σταδιακά προς την Πάρο παίρνοντας ένα κόκκινο, πραγματικά όμορφο χρώμα. Ένιωσα μία ανησυχία να με καταβάλει όμως δεν ήθελα να επιτρέψω στον εαυτό μου να ανησυχήσει και ήρεμα στράφηκα στον δρόμο που είχα έρθει προσπαθώντας να εντοπίσω την λάθος στροφή. Λίγη ώρα αργότερα βρήκα ένα σημείο που ο τράφος του μονοπατιού ήταν γκρεμισμένος και προς τη μεριά του χωριού φιδογύριζε ένα μικρό μονοπατάκι σπαρμένο από πολλές κουτσουλιές προβάτων και βουρβουλιές γαϊδάρων.
     Ανακουφισμένος περπάτησα προς τα εκεί αλλά μετά από κάμποση ώρα βρέθηκα μπροστά σε έναν αρκετά ψηλό τράφο ενισχυμένο με φρύγανα. Καθώς ήμουν βέβαιος ότι ήμουν στη σωστή κατεύθυνση κατάφερα να πηδήξω τον τράφο, όχι όμως χωρίς να γρατσουνιστώ και να λερώσω τα ρούχα μου. Βρέθηκα σ ένα άλλο κτήμα που ήταν περιφραγμένο με τον ίδιο τρόπο. Σε μία γωνία βόσκαν ήσυχα δύο αγελάδες. Αποφάσισα ότι αν συνέχιζα έτσι θα με έπαιρνε στα σίγουρα η νύχτα και δεν είχα καμία όρεξη να χαθώ τόσο κοντά στο χωριό. Ο αμαξωτός ήταν σίγουρα στα αριστερά μου εφόσον ήμουν βέβαιος ότι κατευθυνόμουν ανατολικά και γι αυτό ήμουν απόλυτα σίγουρος γιατί μπορούσα να βλέπω προς τα πού δύει ο ήλιος. Έτσι κινήθηκα βόρεια για να συναντήσω τον αμαξωτό. Πήδηξα τον φράκτη, όχι χωρίς κόπο και αμυχές και επιτέλους συνάντησα μια ανοιχτωσιά. Δεν έβλεπα βέβαια τον αμαξωτό αλλά υπολόγιζα ότι αν συνέχιζα να κινούμαι βόρεια αργά ή γρήγορα θα συναντούσα στον δρόμο.
     Πραγματικά, λίγο αργότερα και ενώ είχε αρχίσει να σουρουπώνει για τα καλά, αντίκρισα με μεγάλη μου ανακούφιση τον δρόμο και διαπίστωσα ότι ήμουν πολύ κοντά στην είσοδο του χωριού η οποία απείχε μόλις δύο χιλιόμετρα από τον οικισμό. Αν ήμουν τυχερός θα συναντούσα και κάποιον κάτοικο να με συνοδεύσει στο υπόλοιπο της διαδρομής. Μέχρι να φτάσω στην παράκαμψη είχε νυχτώσει για τα καλά αλλά πλέον δεν με ένοιαζε γιατί ήξερα ότι δεν υπήρχε περίπτωση πλέον να χαθώ. Το σκοτάδι έπεφτε γρήγορά πηχτό αλλά εγώ βάδιζα με σιγουριά στο στρωμένο με τσιμέντο δρομάκι. Ξαφνικά ένιωσα ότι κάποιος με παρακολουθούσε και κοίταξα πίσω μου. Σε μία γωνία και κάτω από μία ελιά ξεχώρισα μία γνώριμη σκιά.
 -«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησα με δυνατή φωνή και πλησίασα επιφυλακτικά. Τα μάτια του έλαμπαν και τα σάλια του έτρεχαν με τον γνωστό τρόπο. Πίσω του δεμένος στο δέντρο στεκόταν ακίνητος ο γάιδαρος. Αναγνώρισα τον Σάλιακα. Με κοίταξε με τα λαμπερά του μάτια και δεν είπε τίποτα. Νόμιζα ότι διέκρινα ένα ίχνος ειρωνείας σε αυτά. Έτσι κι αλλιώς, ο Σάλιακας ήταν το τελευταίο άτομο που ήθελα για συντροφιά. Παρόλα αυτά τον ρώτησα αν ήθελε να έρθει μαζί μου στο χωριό. Δεν είπε τίποτα και έτσι τον χαιρέτησα ανόρεχτα και ξαναπήρα τον δρόμο προς το χωριό σχεδόν ψηλαφώντας το πηκτό σκοτάδι.
     Είχα σχεδόν φτάσει όταν μπροστά μου και σε είκοσι μέτρα περίπου απόσταση είδα μία σκιά να κινείται προς το μέρος μου. Αν γνώριζα τότε ότι δεν ήταν παρά ένας χωριανός καβάλα στον γάιδαρο του ίσως να μην είχα αλλάξει διεύθυνση αλλά δεν το ήξερα κι έτσι κατατρομαγμένος έτρεξα προς τον ελαιώνα στα αριστερά μου. Ο χωρικός με φώναξε αλλά μέσα στην σύγχυση μου άρχισα να τρέχω με μεγαλύτερη ταχύτητα αποφεύγοντας παρά τρίχα τις αρχαίες ελιές. Σε λίγο σταμάτησα ξέπνοος και ακούμπησα σε μία ελιά να ξαποστάσω. Γύρω μου επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Σκέφτηκα ότι αν προχωρούσα λίγο ευθεία και έπειτα έστριβα αριστερά θα έφτανα στο χωριό πολύ γρήγορα.
     Αφουγκράστηκα για μια στιγμή την ησυχία και προχώρησα προς το χωριό. Εκείνη τη στιγμή άκουσα μία απόκοσμη μουσική και ένιωσα κοντά μου παρουσίες, συναισθάνθηκα την αύρα κάποιων πλασμάτων που θαρρεί κανείς γεννήθηκαν μέσα από τη νύχτα. Ένιωσα τις τρίχες μου να ορθώνονται. Ένιωσα ότι θα πεθάνω από την τρομάρα μου. Ένα αδιόρατο φως έσπαζε την σκοτεινιά κάπου πίσω μου. Δεν τόλμησα να κοιτάζω. Από την ίδια κατεύθυνση ξεχώρισα ομιλίες σα να ερχόταν προς το μέρος μου μία συντροφιά νεαρών κοριτσιών. Συζητούσαν ήρεμα με μελωδικές ψιθυριστές φωνές που έμοιαζαν με μουσική μα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τι έλεγαν και δεν τολμούσα να κοιτάξω προς το μέρος τους. Συνειδητοποίησα πως είχα κοκαλώσει από την τρομάρα μου. Η συντροφιά συνέχιζε να πλησιάζει προς την θέση που στεκόμουν. Μάζεψα όσο κουράγιο μου είχε απομείνει και γύρισα προς το μέρος τους ελπίζοντας να είναι κοπέλες από το χωριό και ξεχνώντας εκείνη τη στιγμή ότι το χωριό δεν είχε παρά μόνο μία νεαρή κοπέλα. Τότε Την είδα.
     Ήταν τρία νεαρά κορίτσια απίστευτα όμορφα αλλά εγώ είδα μόνο Εκείνη. Φωσφόριζαν ελαφρά σαν τρυφερές οπτασίες κι όμως φαίνονταν πιο αληθινές απ όλα όσα βρίσκονταν γύρω τους. Πιο αληθινές από τον ελαιώνα, πιο αληθινές από το σκοτάδι, πιο αληθινές από την σιωπή, πιο αληθινές από εμένα που Την κοιτούσα έκθαμβος να με πλησιάζει. Πιστεύω ότι αν δεν είχα πνίξει ένα ήχο θαυμασμού δεν θα με είχαν προσέξει όμως δεν μπόρεσα να σιωπήσω κι Εκείνη γύρισε προς το μέρος μου. Δεν ήξερα αν είναι ντυμένη ή γυμνή. Τα ρούχα Της ήταν καμωμένα από νύχτα και μέσα τους φεγγοβολούσε το γυμνό, κατάλευκο δέρμα Της. Μαύρα μακριά μαλλιά έπεφταν ευγενικά στους γυμνούς ώμους Της. Ορκίζομαι ότι στα μάτια Της μπορούσα να ξεχωρίσω το μαρμαρωμένο είδωλο μου. Με πλησίασε, στάθηκε μπροστά μου και ψηλάφισε τη ψυχή μου. Όταν κατάλαβε ότι Της άνηκα μου χάρισε ένα εκτυφλωτικά λευκό χαμόγελο. Απλωσα ασυναίσθητα τα χέρια μου να Την αγκαλιάσω κι οι συνοδοί Της έκαναν να με σταματήσουν. Μ ένα νεύμα, τις εμπόδισε και Την κράτησα στην αγκαλιά μου νιώθοντας την καρδιά μου να βροντάει πάνω στα θεϊκά στήθη Της. Ένιωσα τα νύχια Της στη σπονδυλική μου στήλη σα να μην φορούσα ρούχα, σα να με διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Ένα κύμα αγάπης με πλήρωσε. Κρατούσα στην αγκαλιά μου ότι Ομορφότερο, ότι Τελειότερο είχε φτιάξει η φύση. Αν υπάρχει μία λέξη που να περιγράφει αυτό που ένιωθα δεν την γνωρίζω.
     Ποιά ήταν; Δεν ήξερα. Ήξερα όμως ότι της άνηκα, ότι ήμουν σκλάβος της για πάντα, ότι ποτέ πια δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν. Ένιωσα τους μυς μου να παραλύουν κι έπεσα στα γόνατα. Αγκάλιασα τους μηρούς Της. Μπορούσα να μυρίσω την ήβη Της. Η μυρωδιά Της με μεθούσε. Μου χάιδεψε τα μαλλιά. 'Αρχισα να κλαίω με σπασμούς μουσκεύοντας με τα δάκρυα μου τα γυμνά Της πόδια.
     Το επόμενο πρωί ξύπνησα τρέμοντας. Ο χρόνος είχε χαθεί για μένα, οι άνθρωποι δεν ήταν παρά σκιές που με τρόμαζαν. Απομακρυνόμουν από αυτούς. Με αηδίαζαν. Τα βράδια έψαχνα για Εκείνη. Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε έτσι, μάταια. Συνέχιζα να την αναζητώ, κάθε νύχτα. Οι άνθρωποι που με συναντούσαν φευγαλέα με έδειχναν και γελούσαν. Τα παιδιά μου πετούσαν πέτρες. Τις ημέρες κούρνιαζα σε σπηλιές, τους χειμώνες έτρεμα από το κρύο. Τρεφόμουν με ότι έβρισκα, ακρίδες, πικρελιές και χόρτα.
     Αδυνατώ να υπολογίσω πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που Την είδα για πρώτη και τελευταία φορά. Σταδιακά άρχισα να ανέχομαι τους ανθρώπους, παρόλο που ακόμα με αηδιάζουν. Εγκαταστάθηκα στην καλύβα του Σάλιακα που πέθανε πριν λίγο καιρό, χωρίς να καταφέρει να Την ξαναδεί. Όμως εγώ δεν χάνω τις ελπίδες μου. Αν και δεν ζω πια στις σπηλιές, κάθε βράδυ τριγυρίζω στις ερημιές περιμένοντας, ελπίζοντας ότι θα Την συναντήσω. Οι χωρικοί με κοροϊδεύουν όπως κορόιδευαν παλαιότερα τον Σάλιακα. Δεν είμαι τρελός, γνωρίζω τι αισθήματα προκαλώ στους ανθρώπους. Όμως, τί ξέρουν αυτοί; Τί μπορεί να ξέρουν αυτοί;

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers