Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Μουκριώτη Τζίνα: Μεταμορφώσεις

 

I
Εσύ
ζωγράφιζες ουράνια τόξα
και τα 'κοβα, τα καβαλούσα
απ' τη βροχή σου να ξεφύγω,
Εγώ

ΙΙ
Κι ήταν τα σύννεφα
διάφανα μες στα μαλλιά
μπλεγμένα.
Κι εσύ δε μ' έβλεπες
ούτε και άκουγες
εκείνο το σφύριγμα
που έκοβε το μπλε
ακριβώς στο μαύρο
της καρδιάς του.

ΙΙΙ
Στον πάγο του Αυγούστου.

IV
Προτού να βρέξει κάπνιζες
την ώχρα της αυλής
κι έστρωνες νεκρά φτερά
να περπατά η ψυχή μου
δυο μέτρα κάτω
απ' τα μαλλιά μου.
Έλεγα «ευχαριστώ»
και ντυνόμουν φύλλο
της στέγης.

Στη στέγη μου.

V
Κι ούτε τους ανέμους
να διώξω μπορούσα.
Μόνο ρουφούσα το σκοτάδι
με μάτια κλειστά
μέσα απ' τα ραγίσματα
των αστεριών
σιγά θροΐζοντας στο δέντρο

«κρυώνω»

με μπουκωμένο το λαιμό
από τη νύχτα.

VI
Για να το βλέπω να γελά με τα ριζά του.

VII
Και να γελώ
όπως γελά το σύννεφο
στο φύλλο.

Με τσακισμένο το νερό
σε μια βροχή
στα δόντια του.

VIII
«Πότε θα βρέξει;» ρώταγες.
Και δεν απάνταγα.
«Να κάψουμε τα νερά
με τα νερά μας
».

Κι έβρεχε.
Και δεν άντεχα
τόση καμένη αλμύρα.

IX
Από τη στέγη κάτω
κι απ' τα ριζά πιο μέσα
έθαβα μιαν αγάπη.
Χωρίς ανάσα στη φτυαριά.

Κιτρίνιζαν τα χέρια μου.
Τριβόμουν φύλλο.

X
Χόρευαν τα σύννεφα
ένα Αργεντίνικο ταγκό
πιασμένα απ' τα μαλλιά μου.
Κι εγώ τριμμένο φύλλο.

XI
Ω! ο Αύγουστος εκείνος
έφεγγε πράσινα τους αγγέλους,
ο Αύγουστος με τα φτερά
στα δέντρα κρεμασμένα.
Φωσφόριζαν οι σπόροι τους
και φύτρωναν πουλιά
στο χώμα της πληγής μου.

Της χλόης κρύσταλλα σπασμένα,
αγγέλων θραύσματα στον πάγο.

XII
Απλώθηκα στο χώμα.

Ρίζωσα μαζί τους.

Φορές αμέτρητες.

Φωνή καμιά.

XIII
Λησμόνησα τα σύννεφα
και φύλλο θρυμματίστηκα.
Τιτίβιζα «βοήθεια
στου ουρανού τα σκέλια.
Και δεν έπεφτε ψυχή.

Κι ακόμη στο χώμα
εγώ.

XIV
Τις πράσινες στιγμές
με φώναζαν «άγγελο».
Προσεύχονταν γονατισμένοι
με μάτια σφραγιστά από φόβο
δίπλα στις βρώμικες πληγές
που άνοιγαν σφενδόνες
σαν με χτυπούσαν «σπουργίτι».
Οι άνθρωποι.

XV
Κι ήρθαν οι βροχές,
βάρυναν τα δέντρα.

Βούτηξα στο χώμα
να σωθώ.

Σύρθηκα σκουλήκι.

XVI
Τις άχρωμες στιγμές
μ' έγλυφαν τα φίδια
εκεί που πατούσαν
για να με λιώσουν.
Οι άνθρωποι.

Κι εγώ στο χώμα.

XVII
Τρίφτηκα σε κάθε χαλίκι
κοιμόμουν σε λιωμένες σάρκες,
συνάντησα την ψυχή μου
στη ξηρή σιωπή τους.

Αχ! αργούσε τόσο το τέλος
σε τούτο τον στεγνό θάνατο
και η μνήμη πάνω στο σύννεφο
μαχαίρωνε όλο το μήκος μου
σαν έβρεχε απ' τα μαλλιά μου.

XVIII
Κούρνιαξα να ονειρευτώ, πουλί,
στην κόγχη του ματιού του
κι έβρεχα της λησμονιάς το φόβο
πάνω στα νυχτωμένα κόκαλα.
Και δεν ξεχώριζα παρά το χρώμα
ενός κομμένου κύκλου.

Αχνό κιτρινοπράσινο χώμα,
το φωτοστέφανο τριμμένο
στα κύτταρα του φύλλου.

XIX
Τους φόβους άδειασα.
Και ξέχασα.

Με
ένα μούδιασμα στο λαρύγγι
στο χρώμα του πάγου
να ταριχεύει τις νεκρές
μεταμορφώσεις μου.

ΧΧ
Πέταξα ψυχή
με δυο χούφτες χώμα
κάτω απ' τις μασχάλες μου.

XXI
Πέταξα ψυχή
κι ανάπνευσα, ψυχή μου
το χώμα που βαστούσες.
Για να φιλιώσουμε στο αντίο
δυο άνθρωποι μονάχοι.

Κι ας βρέχουν κάποιες νύχτες
τρεις στάλες συλλαβές
στα στεγνωμένα χείλη

«ΠΑ-ΓΩ-ΝΩ».

XXII
-Παίζουμε τόξα του ουρανού;
-Έχω ξεχάσει πώς...
-Θα σε φωνάξω «σύννεφο»...

Μα εγώ δε σ' έβλεπα
ούτε και άκουγα
εκείνο το σφύριγμα
που έκοβε το μπλε
ακριβώς στο μαύρο
της καρδιάς του.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers