Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Εκδοθέντες 

Σαμιωτάκης Αντώνης: Ηδύ Του Έρωτος

 

                                          Βιογραφικό

    
Ο Αντώνης Σαμιωτάκης γεννήθηκε στη Κοκκινιά από Μικρασιάτες γονείς. Σπούδασε νομικά, στη συνέχεια εργάστηκε σαν δημοσιογράφος κι αργότερα στον ναυτιλιακό τομέα. Διετέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρος του Ορειβατικού Φυσιολατρικού Ομίλου Νικαίας και Δημοτικός Σύμβουλος στη Νίκαια. Παλιότερα συμμετείχε στα διοικητικά συμβούλια της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης Πειραιά, της Παγκόσμιας Εστίας Λογοτεχνών και της Επιτροπής Καλλιτεχνών για τη Διεθνή Ύφεση & Ειρήνη.
     Σήμερα είναι μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ελληνικής Γλωσσολογικής Εταιρείας και της Ελληνικής Εταιρείας Δικαίου του Περιβάλλοντος. Επίσης διευθύνει το ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ (περισσότερες πληροφορίες επ' αυτού, σε λίγες μέρες).
     Πρωτοεμφανίστηκε το 1978 με τη συλλογή "Πικραμύγδαλα". Ακολούθησαν: "Διαδρομή" 1983, "'Αλικο" 1986, "Δακρυρροές-Αποτυπώματα" 1990, "Νύχτες & Μέρες" 1993, "Αμήν" α' έκδοση 1998/β' έκδοση 2000, "Μικρές Αφές 1" 1998, "Παλμογραφίες" 2003, "Μικρές Αφές 2" 2003 & "Ηδύ Του Έρωτος" 2006. Προς έκδοση είναι: "Επί Των Αοράτων" & "Μικρές Αφές 3".
     Εκτός από ποιητής είναι κριτικός τέχνης, έχοντας εκδώσει δυο βιβλία και δημοσιεύοντας συχνά, κριτικά σημειώματα στον περιοδικό τύπο. Ακόμα παρουσιάζει πλούσια πνευματική δράση με ομιλίες, διαλέξεις, κριτικές αποτιμήσεις και δραστηριοποίηση του μόνιμου ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ του ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ (περισσότερες πληροφορίες κι επ' αυτού, επίσης σε λίγες μέρες). Έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και τιμήθηκε για τη προσφορά του στα Γράμματα. Έχει μεταφραστεί σ' Ιταλικά κι Αγγλικά και ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί. Τέλος, στον ελεύθερο χρόνο του παίζει πιάνο
.

----------------------------------------------------------------------------------------------

 Του Φεγγαριού

Κορίτσι όμορφο,
που ένα δάσος καστανιές
χαμογελούν στα μάτια σου,
που 'χουν τα χείλη σου απ' το βύσσινο
κι όταν γελάς ανθούν λευκές μανώλιες.

Κορίτσι όμορφο,
του φεγγαριού,
που είναι η θωριά σου αναρριγή
και τ' άγγιγμά σου θάλασσα.
Κορίτσι όμορφο,
με χτύπησες μες στη φτερούγα.

Τώρα κοιτώ τα κύματα
που λύνουν το κορμί σου
κι η μέθη από τ' άνθια σου
απλώνει μου τριγύρω
κι είναι της γαζίας η ευωδιά
που σ' έχει αποτυλίξει
και στις κρυφές σου αμπολές,
των κοχυλιών το μύρο.

Κορίτσι όμορφο,
βαθιά μου ανατριχίλα!

Πώς Να Σε Δω;

Πώς να σε δω,
βαθιά σου να κοιτάξω;
Πώς να σε δω,
ίδιος κρασί, ίδιος νερό
μέσα σου να βουλιάξω;

Πώς να σε δω,
στον ακριβό μου θησαυρό
πάντα να σε προσέχω;
Πώς να σε δω,
παντοτινά να σ' έχω;

Πώς να σε δω,
τη ρότα να χαράξω;
Πώς να σε δω,
θαλασσοπούλι μου μικρό
κοντά σου να πετάξω;

Πώς να σε δω,
φεγγάρι μου αλαργινό
στα μάτια μου να σ' έχω;
Πώς να σε δω,
τη νύχτα μου ν' αντέχω;

Νίψου Το Ύδωρ

Έρως απ' το κιγκλίδωμα σεμνός
κομμάτια ρίγους νυκτικά
ωσεί παρόντες οι τριγμοί
ωσεί απόντες οι λυγμοί
σα νυχτολούλουδο η αγάπη
μέσα στο πούσι περισπάται.
Αχ η νοτιά πως συνεπαίρεται
στο υδάτινό μου σώμα!

Ντύσου με
κι άσ' το κορμί σου ν' απλωθεί
μέσα στο ρούχο
νίψου το ύδωρ
ή θα μυρίζεις θάλασσα
ή σπίρτο από οινόπνευμα.

Σβήσε με, άναψέ με.

     Που Ζωγράφιζα

Όταν θα 'ρθουν τα τραγούδια,
θα υπάρχω μόνο στις λέξεις.

Εγώ που σου χόρδιζα
τα βαθιά σου ημισφαίρια,
που σου στάλαζα νότο στα δάχτυλα.
Κι εσύ ιχνηλατώντας το χρόνο,
σαν τουλίπα που μόλις κοκκίνισε,
θα νομίζεις πως είμαι κει
κι αν δεν είμαι, πως έφτασα.
Μα μόνο στις λέξεις... θα υπάρχω,
που βλαστήσαν -τί κρίμα!-
λίγο πριν το σούρουπο.

Εγώ που ζωγράφιζα
μες στα χείλη σου όνειρα.

Που ζωγράφιζα...

Ένα Μονάχα Θάνατο

Ξέρεις ποιος είμαι.
'Ασε με να περάσω.
Στις λίμνες σου.
Στάλες μελιού
στο γινωμένο μαστό σου.
'Αγρια φλόγα
στο βαθύ σώμα σου.

'Ασε με να περάσω.
Ναυαγός στη μικρή φοινικιά.
Αν είμαι κορμί,
αν είμαι πόθος
ένα μονάχα θάνατο θέλω,
της φωτιάς σου.

Κι Ύστερα

Το φεγγάρι ανάτειλε
πάνω απ' τη κοιλάδα
με τα δέντρα.
Για ώρα το κοιτάζαμε
ωχρό και κίτρινο.

Κάποιο τζιτζίκι
ακόμα τραγουδούσε,
παράξενα κρατώντας
στους γρύλους το ίσο.

Τα χέρια μας συρθήκαν,
ανεπαίσθητες σαύρες.
Μέσα στη πάχνη
νυχτερινό ένα ρίγος.

Κι ύστερα... πήρε
να μυρίζει το γρασίδι.

------------------------------------------------------------------
Από τη ποιητική συλλογή του, "Ηδύ Του Έρωτος" εκδόσεις Δωδώνη '06

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers