Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Ένας Αληθινός Μύθος

 

     Πριν πάρα πολλά χρόνια, τότε που ακόμα δένανε τα σκυλιά με τα λουκάνικα (Αυτή τη θαυμάσιαν εποχή δε τη πρόλαβα, αλλά άκουσα συχνά να γίνεται λόγος γι' αυτήν. Έχω την υποψία πως κι αυτοί που την αναφέρανε δεν την είχανε προλάβει και πως αυτή η εποχή βρίσκεται στη Χώρα της Ουτοπίας, Οδός Ποτέ, Αριθμός Μηδέν, αλλά έτσι... να 'χουμε να λέμε...) ένας νεαρός καπετάνιος επισκέφθηκε το νησί που τονε γέννησε, για να περάσει μερικές μέρες διακοπών. Το καπετανόπουλο βλέπετε, είχε μεγαλώσει μακριά από τη γενέτειρά του, στο μεγάλο λιμάνι της πρωτεύουσας και το νησί του επισκεπτόταν αραιά και που.
     Είχε σπουδάσει καπετάνιος στα καράβια κι ήτανε τόσο καλός που σχεδόν αρίστευσε και μετά, στη δουλειά του, με την αξία του κατάφερνε κι ανέβαινε συνεχώς. Την εποχή που συνέβησαν όσα παραθέτω και που μου τα διηγήθηκεν ο ίδιος, ήταν ακόμα ανερχόμενο καπετανόπουλο. Δεν είχεν ακόμα εγκαταλείψει τη θάλασσα και τον μάταιο τούτο κόσμο, που δυστυχώς τον άφησε στην ηλικία του Χριστού.
     Ήτανε πολύ εκλεκτικός στις γεύσεις κι αγαπούσε πολύ να εξερευνά και να μαθαίνει καινούρια πράματα. Έτσι, ένα πρωινό, τη δεύτερη κιόλας μέρα των διακοπών του στο νησί, πήρε τα συμπράγκαλα για μπάνιο και ψάρεμα και περπάτησε κάμποσο για να βρει μια παραλία όμορφη, ήρεμη κι ερημική. Κείνη την εποχή που μιλάμε, κάτι τέτοιο ήτανε πολύ εύκολο, όχι όπως σήμερα. Πρέπει επίσης να πω πως ενώ ήξερε θαυμάσιο κολύμπι, στο ψάρεμα είχε ...κενά, όπως και να το κάνουμε. Τέλος πάντων. Απομακρύνθηκε λοιπόν από το χωριό του και σύντομα βρέθηκε σε μια παραλία έτσι όπως τη γουστάριζε. Αμέσως στρώθηκε και δοκίμασε να ψαρέψει, μα τα παράτησε σύντομα γιατί κατάλαβε πως τα ψαράκια του κάνανε πλάκα που τα τάιζε. Έτσι, έκανε τις βουτιές του, τις καταφχαριστήθηκε μάλιστα και μετά έκατσε να μαζέψει ήλιο με την ησυχία του. Κύλησεν έτσι πολύς σιωπηλός χρόνος με ηλιοθεραπεία και βουτιές, ώσπου άρχισε να βαριέται κι αυτά. Μάζεψε τα πράματά του και βάλθηκε να περπατά ως την άλλη άκρη της παραλίας, γιατί είχε πάρει το μάτι του ένα γέροντα που ψάρευε.
     Όταν πλησίασε κοντά, είδε ένα λεβεντόγερο, καψαλισμένο κι αρμυρισμένο από τον ήλιο και τη θάλασσα, που φορούσε ένα παλιοπαντελόνι, μαζεμένο στις γάμπες όπως οι βαρκαλοί, (η λέξη είναι της γιαγιάς μου) και μια μάλλινη κοντομάνικη φανέλα. Είχε μακριά λευκά αραιά μαλλιά και γένια, ήτανε ξυπόλητος και τα ...κατάφερνε θαυμάσια στο ψάρεμα. Δίπλα δεμένη στην άκρη του κύματος μια βάρκα και τ' όνομα αυτής "ΜΥΡΣΙΝΗ" (όπως θα 'λεγε κανείς "ΕΥΔΟΚΙΑ"). Ο γέροντας ψάρευε με καθετή αλλά και πρόσεχε δυο λεκανάκια που εκτελούσανε χρέη κύρτου -μέθοδος ψαρέματος με παγίδες, ειδικά για τηγανιές μικρών ψαριών. Το καπετανόπουλο μαγεύτηκε από την απαράμιλλη δεξιοτεχνία των κινήσεων του γερο-ψαρά κι έτσι έκατσε και τονε παρατηρούσεν ώρα πολλή.
     Πραγματικά, οι κινήσεις του είχανε κάτι το μαγικό, ειδικά αν είσαι πρωτάρης, λιτές, κοφτές και σοφά μελετημένες, που μαρτυρούσαν εξαιρετικήν εμπειρία κι ικανότητα και τ' αποτέλεσμα: δυο κουβάδες μεγάλοι, σχεδόν τίγκα στο ψάρι! Ο ένας είχε μικρά μαριδοειδή από τα λεκανάκια κι ο άλλος τα μεγαλύτερα από τη καθετή. Λίγο νερό θαλασσινό μέσα, διατηρούσε φρέσκο το περιεχόμενο τους. Το καπετανόπουλο εντυπωσιασμένο δεν άντεξε κι επιχείρησε να πιάσει κουβέντα. Χαιρέτισε:
 -"Καλημέρα".
 -"Γεια σου και σένα", απάντησε κοφτά ο γερο-ψαράς, χωρίς να χάσει τη συγκέντρωση στις κινήσεις του. Έπειτα, ανταλλάξανε μερικά τετριμμένα, μα οι κοφτές χωρίς άκρη, απαντήσεις του γέροντα, δεν αφήνανε περιθώρια για συνέχεια. Σε λίγην ώρα μάζεψε κι αυτός τα δικά του συμπράγκαλα, πήρε στα χέρια τους γεμάτους κουβάδες κι άρχισε ν' απομακρύνεται προς ένα μισοκρυμμένο μονοπάτι. Λίγο πριν μπει σ' αυτό, γύρισε και πέταξε μιαν ακόμα κοφτή φράση: "Αν πεινάς, έλα μαζί μου", και συνέχισε το δρόμο του.
     Το καπετανόπουλο, άλλο που δεν ήθελε. Μόλις ανακάλυψε πως το στομάχι του γουργούριζε τόσην ώρα παραπονεμένα κι έτσι υπάκουσε και σ' αυτό μα και στη γοητεία που ασκούσε στον ίδιο ο γέροντας. Ακολούθησε λοιπόν βιαστικά το μονοπάτι και στα εκατό μέτρα από τη παραλία άλλα όχι ορατό από κει γιατί το μονοπάτι φιδογύριζε μες από στάσιμα νερά, ήταν ένα σχετικά πρόχειρο κτίσμα που δε μπόρεσε να το κατατάξει αμέσως ο νεαρός. Έδειχνε σαν ένα σπίτι, αλλά είχε και περίβολο σκεπασμένο με πέργκολα κληματαριάς και τρία-τέσσερα τραπεζάκια με καρέκλες, όλα πολύ παλιά. Ο γέροντας που προπορευότανε, του 'δειξε να κάτσει όπου ήθελε και του 'γνεψε να περιμένει λιγάκι. Το καπετανόπουλο υπάκουσε πρόθυμα και παραξενεμένος, διάλεξε να κάτσει στο τραπεζάκι με τη καλύτερη θέα, στο γαλανόν ορίζοντα. Ο γέροντας χάθηκε στο βάθος. Ακουστήκανε μερικές ομιλίες και μετά ησυχία. Ησυχία όμως συνοδευμένη από μυρωδιές μαγειρέματος και σε λίγο μάλιστα μπορούσε ν' ακούσει το τσιτσίρισμα του τηγανιού. Ένιωσε το στομάχι του να διαμαρτύρεται έντονα και ξεροκατάπιε το σάλιο του.
     Σε λίγο φάνηκε μια κοπελιά, ξυπόλητη, -σκέτο αγριμάκι- με ξέπλεκα σκούρα μακριά μαλλιά, έντονα μήλα, που αν ήτανε πιο προσεγμένη και λιγότερον άγαρμπη, θα μπορούσε να τη πει και καλλονή. Δεν έδειχνε πάνω από είκοσι και κρατούσε στα χέρια τη καράφα με το ούζο και λίγους ορεκτικούς μεζέδες, -λαδοτύρι, ελιές, λίγο κάπαρη, και μερικές λιαστές σαρδέλες με ψωμί. Τ' ακούμπησεν όλα κάτω άτσαλα με κρότο και τ' άφησεν έτσι, χάσκοντας τον νεαρό. Κι έτσι θα 'μενε αν δε φώναζεν ο γέρος από μέσα να "πάρει τα πόδια της". Εκείνη πήρε τα πόδια της μα ξέχασε τα μάτια κι ο νεαρός χαμογέλασε φιλάρεσκα από μέσα του, κατατάσσοντάς τη στις άβγαλτες χαζοχωριατοπούλες, που κοιτάνε να τυλίξουνε το σερνικό και τα ρέστα. Ήτανε καλοκαμωμένη όμως. Κορμί λαφίσιο, στηθάκι λεμόνι πέτρινο και χειλάκια κόκκινα με κατάμαυρα μάτια. Το καπετανόπουλο αναστέναξε κι έπιασε τη καράφα με το ούζο. Γέμισε το ποτήρι, μέχρι τη μέση κι έκανε να πιει μια γουλιά, μα θυμήθηκε πως είχε στομάχι άδειο και δε ρισκάρισε. Έτσι βάλθηκε να επιθεωρεί το χώρο.
     Η μικρή ξανάρθε, τούτη τη φορά είχε πιάσει τα μαλλιά της πρόχειρα κι είχε φορέσει κάτι παπούτσια στα γυμνά της πόδια, σε μια προσπάθεια να γίνει πιο αρεστή. Τούτη τη φορά του άφησε μια καράφα νερό, ένα ποτήρι κι από μια τηγανιά πατάτες και καλαμαράκια. Χαμογέλασεν άγαρμπα στο καπετανόπουλο που εντωμεταξύ κρυφοκοιτούσε τα στήθια της την ώρα που 'σκυψε ν' αφήσει τα πράματα στο τραπέζι. Πρόλαβε να δει τη μαρμαρυγή ενός καλοσχηματισμένου πλέον μέρους από το δεξί της βυζάκι. Το φουστάνι που φορούσε, λουλουδάτο, μέχρι το γόνατο, αμάνικο, με μέτριο άνοιγμα στο στέρνο, δεν επέτρεψε να φανούνε πιότερα, προς μεγάλη θλίψη του.
     Η μικρή φεύγοντας γυρνούσε να κοιτάξει εκείνον που την είχε πέσει στους μεζέδες και δεν έδινε δυάρα. Σε δευτερόλεπτα είχεν αδειάσει το πιάτο και σήκωσε το ποτήρι με το ούζο, τράβηξε μια γερή τζούρα, αψύλλιαστος και του δακρύσανε τα μάτια. Ήταν όμορφα αρωματισμένο, μα ήτανε πολύ δυνατό το ρημάδι. Όταν συνήλθε, έρριξε λιγάκι νερό μέσα και το παρακολουθούσε να θολώνει. Τράβηξεν άλλη μια καλή μα δε του άρεσε έτσι. Έχυσε το υπόλοιπο και το ξαναγέμισε ανέρωτο και το κατέβασε με τη μια. Ένιωθεν ήδη μια περιέργη ευμάρεια. 'Αναψε τσιγάρο.
      Σε λίγο, μια μεγάλη κουστωδία πιατικών κατέφτασε στο τραπέζι: η μικρή κρατώντας μια τεράστια σαλατιέρα, -ντομάτες φρέσκες, αγγουράκια κομμένα σε ροδέλες, κρεμμύδια, πιπεριές, ελίτσες, ρίγανη, μια κομμάτα τυρί φέτα και μπόλικο ντόπιο λάδι, μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατούσε μια τεράστια πιατέλα με το ψητό ψάρι στο λαδολέμονο κι ο γέρος με δυο μικρά πιάτα τηγανιτή μαρίδα κι όλα φρέσκα παρακαλώ. Ο νεαρός παλάβωσε. Η μικρή έφυγε τρέχοντας αλλά όλο και κοιτούσε ξοπίσω χαμογελώντας με το ίδιο άγαρμπο τρόπο.
     Ξεκίνησεν από τη σαλάτα κι ένιωσε τρομερήν ευωχία, σχεδόν μεθυστική και σιγά-σιγά κι επίμονα, τίμησε τα πάντα. Το κάθε τι πάντως το 'βρεχε και πριν και μετά με γουλίτσες ούζο, που κατάλαβε πως ήτανε ντόπιο και πια δε του φαινότανε τόσον αψύ όπως στη πρώτη γουλιά. Τελειώσε με το ψάρι, που το καθάρισεν επιδέξια και το γεύτηκεν αργά κι ηδονικά, με το άρωμα της θάλασσας. Όταν πια χόρτασε κόντευε ν' αδειάσει το καραφάκι. Ένιωθε τρισευτυχισμένος κι άφησε να του ξεφύγει ένα μεγαλειώδες ρέψιμο. Γεύτηκε, μύρισε την ευτυχία κι απόλαυσε το χάσιμο του ούζου. Τώρα χορτασμένος, άρχισε να τσιμπολογά, ανάκατα, τις εναπομείνασες λιχουδιές κι όταν κατάλαβε το στομάχι του τούμπανο, ένιωσε μια θλίψη που δε μπορούσε να παρατείνει τούτη την απόλαυση. Το ούζο πάντως τον είχεν ήδη ξεκουδουνίσει εύθυμα.
     Σε λιγάκι, ήρθε κι ο γέρος στο τραπέζι:
 -"Να μαζέψω τίποτε, παλικάρι;" ρώτησε χαμογελαστός, βλέποντας πως ο νεαρός είχε τιμήσει και με το παραπάνω, τα πάντα.
 -"Ναι... ευχαριστώ πολύ... αφήστε μόνο το καραφάκι, το νερό και τα ποτήρια..." ψέλλισεν ο νεαρός και πρόσθεσε με μεγάλην ευθυμία και ξεθαρρεμένος: "Αν θέτε, φέρτε και το ποτήρι σας για παρέα". Ο άλλος το πήρε πολύ καλά κι έβγαλε μιαν αγριοφωνάρα:
 -"Ευδοκία! έλα μάσε το τραπέζι και φέρε μας ένα καραφάκι κι ένα καθαρό γυαλί. Σβέλτα!" Η μικρή ήρθε τρεχάλα κι έκανε αυτό που της ζήτησε, κοιτάζοντας πάντα τον νεαρό με την άκρη του ματιού της. Όταν έφυγε πισωπατώντας, ο γέρος γέμισε τα ποτήρια. Τσουγκρίσανε κι αρχίσανε να τα λένε. Καθίσανε κάμποσην ώρα, λέγοντας καραβίσιες ιστορίες κι ο νεαρός έμαθε μερικά πράματα για τη ζωή του Μούτσου (στο εξής έτσι θα τονε προσφωνώ).
     Ο Μούτσος λοιπόν ξεκίνησε από μικρός να ταξιδεύει με τα καράβια. Στην αρχή σα μούτσος, εξ ου και το παρατσούκλι, γιατί ξέμεινε κάμποσο σ' αυτή την... ειδικότητα. Αγάπαγε τη θάλασσα και τη καραβίσια ζωή μ' ό,τι αυτή συμπεριλάμβανε. Από κάποια στιγμή και μετά κι επειδή δεν έβρισκε, μπαρκάριζε με ανασφάλιστα. Πολύ χρήμα, τεράστιος κίνδυνος και καμμιά ασφάλεια κι αναγνώριση. Κάποια στιγμή, που του 'τυχε ένα στραβό και γλύτωσε από του Χάρου τα δόντια, διαπίστωσε πως είχε φτάσει στα σαράντα και πως έπρεπε να δέσει πια. Δείχνοντας στον νεαρό τη γύρω περιοχή, είπε πως τ' αδέρφια του μετά τον θάνατο των γονιών τους, του βγάλανε τούτο το χτικιασμένο μοιράδι. Όχι πως τον ένοιαξε, γιατί το 'χε κάνει το κομποδεματάκι του, κι έτσι έδεσε που λένε, και πήγε να πάρει το κορίτσι που αγαπούσε από μικρός, και που καρδιοχτυπούσε κάθε φορά που ο Μούτσος μπαρκάριζε. Παντρεύτηκε λοιπόν τη Μυρσίνη του, σενιάρισε κάπως και τούτο το στέκι, έτσι για την ευχαρίστηση να πούμε κι άρχισε τη νέα ζωή. Μήτε ταβέρνα, μήτε καφενείο, μήτε τίποτα κι όλα μαζί, τούτο το στέκι  το λάτρευε. Του άρεσε το ψάρεμα, η ησυχία και δε γουστάριζε το μεγαλοπιάσιμο, άλλωστε δεν ήτανε δα και γραμματιζούμενος, αλλά όλα τα κατάφερνε και του 'κανε η Μερσίνα του τρία παιδάκια αμέσως κι απανωτά, στα τρία πρώτα χρόνια του γάμου τους, χάσανε το πρώτο από θέλημα Θεού, -κακιάν αρρώστια- μα τ' άλλα δυο, δόξα να 'χει, ήτανε μια χαρά. Το ένα, ο γιος, σπούδαζε στη πρωτεύουσα και δω είχε τη μικρή την ανεμοπιασμένη, την αγαπούλα του την Ευδοκία, που δε τα 'παιρνε, σαν κι αυτόν, τα γράμματα, παρά πηλάλαγε σα κατσίκι όταν ήτανε πιο μικρή και το 'σκαγε από το σχολείο.
 -"Σα να τα 'χει χαμένα τούτο το κορίτσι, όλο μεγαλεία ονειρεύεται, όλο τρέχει ο νους της αλλού κι αλλού, κι αν δε το παντρέψω γρήγορα, φοβάμαι πως θα 'χει κακά ξεμπερδέματα", του 'πε κάποια στιγμή και χαμογελούσε. Έδειχνε φανερά πως δε πολυπίστευε όσα έλεγε και πως λάτρευε τη μικρούλα του.
     Τα 'πανε και τα 'πιανε για κάμποσο λοιπόν κι όταν το καπετανόπουλο το σπουδαγμένο έκανε να φύγει μισοζαλισμένο από το πιοτί και τσίτα στο φαΐ, ζήτησε λογαριασμό. Έμεινε κόκαλο όταν άκουσε το ποσό που 'πρεπε να πληρώσει. Ένα τόσον ευτελές ποσό, αντίτιμο για όλα τούτα τα τόσο σπουδαία πράματα, που σ' άλλα μαγαζιά δεν έπαιρνες μήτε τη καράφα με το ούζο. Πλήρωσε κι έφυγεν απορημένος κι ευτυχής.
     Κάθισε στο νησί του, μόνο λίγες μέρες και δε το δόθηκεν η ευκαιρία να ξαναπεράσει από του Μούτσου το Στέκι. Ωστόσο λίγους μήνες αργότερα, κοντά στα τέλη του ίδιου καλοκαιριού, ξαναβρέθηκε στη γενέτειρα και τούτη τη φορά είχε και μεγαλύτερην άδεια και μεγαλύτερη παρέα: την αδελφή του κι ανηψοξάδερφα ένα σωρό, όλοι φευγάτοι από το νησί, από μικρά και μεγαλωμένοι στη πρωτεύουσα, με τα τόσο διαφορετικά συνήθια της. Σ' όλη τη διαδρομή τους είχε πιπιλίσει τ' αφτιά πως είχε να τους πάει σ' ένα μέρος καταπληκτικό, παρθένο και με πολύ καλό και φτηνό φαγητό. Του άρεσε βλέπετε να καμαρώνεται και λιγάκι. Στη παρέα αυτή, που στη πρώτην ευκαιρία κατέπλευσε τελικά στου Μούτσου, είχανε προστεθεί και μερικά ανηψοξάδερφα ντόπια που δε ξέρανε μάλιστα το μέρος αυτό.
     Πρώτα φτάσανε στη παραλία όπου κάνανε το μπανάκι τους με καλαμπούρια και παιγνίδια και μετά πήρανε το δρόμο για το απόμερο ταβερνάκι. Χρειάστηκε να επιστρατευτούνε και να ενωθούν όλα τα τραπέζια κι οι καρέκλες για να τους χωρέσει ο μικρός περίβολος. Στη κορυφή έκατσε το καπετανόπουλο, δίπλα του κι αριστερά η μικρότερή του αδελφή και ολόγυρα οι λοιποί συγγενείς. Περιττό να περιγράψω την απογοήτευση της Ευδοκίας, όταν, μη ξέροντας πως επρόκειτο για την αδελφή, υπέθεσε πως ήτανε καμμιά αρρεβωνιάρα κι όπως κανείς δε τη κατατόπισε, τούτο κράτησε μέχρι που φύγανε. Περιττόν επίσης να πω, το τί σκουρδουλιάσαν όλοι τους, αδαμαντοκόλλητα κουταλοπήρουνα με τη βούλα. Περιττό τέλος να πω το τί πληρώσανε. Τους έμοιαζε τόσον απίστευτο καθώς το μενού τούτη τη φορά περιλάμβανε κι αστακούς φρεσκοψαρεμένους, παρόλο που τους είχε προϊδεάσει το καπετανόπουλο. Φυσικά το τί συχαρίκια μάζεψε κατά την επιστροφή ο νεαρός μας και το καμάρι του, δε λέγεται.
     Η αδελφή του που 'ταν έξυπνη, τονε πείραξε για τη "κατάκτησή" του, μια κι είχε πιάσει στον αγέρα το τι έτρεχε, και το πείραγμα τούτο έγινε πια το παιγνίδι όλων τους, σε τέτοιο βαθμό που το καπετανόπουλο το καημένο από το καμάρι πέρασε στην ενόχληση. Έτσι, υποσκάφτηκε μέσα του το υπόβαθρο εκείνο που θα μπορούσε ίσως να σταθεί, ίσως όμως κι όχι... ποιός ξέρει; Τέλος πάντων. Πάντως δεν ήθελε να πηγαίνουνε τόσο συχνά εκεί.
     Την επόμενη φορά που πήγαινε με το "τραβάτε με κι ας κλαίω", αδερφούλα του, με μιαν εύστοχη φράση, ειπωμένη σε καίρια στιγμή, κατάφερε να ξαναφέρει τη χαρά στο πρόσωπο της Ευδοκίας. Το αποτέλεσμα, αρνητικό μάλλον, γιατί προκάλεσε τη θυμηδία των υπολοίπων, ξαναρχίσανε τα πειράγματα πιο συγκαλυμμένα, όταν το μικρό αγριμάκι ξανάρχισε τις περιποιήσεις και τα γλυκοκοιτάγματα.
     Μέχρι που φύγαν από το νησί, στην οικογένεια του, δεν υπήρχεν άλλο θέμα συζήτησης από τα ..."παντρολογήματα" του κανακάρη με τη χωριατοπούλα και κυρίως η μάνα του, που τονε λάτρευε και λαχταρούσε να τονε δει ξέμπαρκο και ταχτοποιημένο. Από τις διηγήσεις αλλά φυσικά κι εκ των γεγονότων που ακολουθήσανε πολύ αργότερα, (τότε που πια τα σκυλιά τα δένανε με αλυσίδες, στη Χώρα του Τώρα και του Πάντοτε, με οδό κι αριθμό ίδιο) και φυσικά μιλώ σαν ουδέτερος παρατηρητής τούτης της ιστορίας, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να προσθέσω μερικά πράματα και να εικάσω μερικά ακόμα. Τίποτε άλλο.
     Είναι σχεδόν βέβαιο πως ο νεαρός δεν είχε μείνει αδιάφορος από το ενδιαφέρον, το έστω κάπως πρωτόγονο, του κοριτσιού. Επίσης είναι βέβαιο πως έχαιρε της συμπάθειας και της έγκρισης του Μούτσου και της οικογένειάς του. Επίσης, η μάνα κυρίως κι ενεργά, αλλά κι οι υπόλοιποι, αδελφή και πατέρας, παρόλο που τονε πειράζανε στ' αστεία, ήτανε συνένοχοι σ' αυτό το μπλέξιμο, αλλά ήτανε αυτό που λέμε, σιωπηλοί συνένοχοι. Έχω πειστεί επίσης πως όλα τούτα τ' αθώα πειράγματα, πετύχαν αρνητισμό στο νου του παλικαριού, που στην ηλικία αυτή, ήταν ιδεαλιστικότερος και κάπως μεγαλοπιασμένος. Έτσι δεν επέτρεψε στον εαυτό του να δώσει χώρο σ' ό,τι κι αν είχε νιώσει για το μικρό κι όμορφο αγριμάκι του νησιού. Δεν αφέθηκε να πέσει στα δίχτυα και το κυριότερο: δε ξαναπέρασε ποτέ όσο ζούσε από κει.
     Πάντως όπως και να 'χει, όταν αργότερα, πολύ αργότερα, μου διηγιόταν αυτή την ιστορία, μπορούσα να διακρίνω μια νοσταλγία κι ένα "αν" στο διαλυμένο από τις εξελίξεις βλέμμα του. Ήτανε πια τόσο κοντά στον θάνατο -και μάλιστα στον χειρότερο και το στεριανό θάνατο- έχοντας ήδη έναν αποτυχημένο γάμο με μιαν καλοκαμωμένη καθωσπρέπει κοπέλα με πλούσιο εσωτερικό κόσμο και έξυπνο μυαλό, κι έν εξίσου αποτυχημένο χωρισμό. Είχε σκαφτεί τόσο πολύ, μέσα του, ο λάκος, που δε κατάφερνε να παλέψει την αρρώστια, την οποία παρακαλώ τη κονόμησε από τότε που ακόμα ταξίδευε στα καράβια σαν πρώτος πλέον καπετάνιος. Λίγους μήνες μετά τούτη τη διήγηση, πέθανε, σκιά του εαυτού του, στα τριαντατρία του χρόνια και το δεξί μου χέρι, το 'φερεν έτσι η Μοίρα, του 'κλεισε τα μάτια.
     Περάσανε κι άλλα χρόνια και κάποτε, οδηγημένος από την ιστορία του και κατατοπισμένος στο περίπου από τους συγγενείς, όταν έτυχε να βρεθώ στο νησί του και περίεργος όντας, αναζήτησα τη περιοχή και το Στέκι του Μούτσου. Και τα δυο τα βρήκα χωρίς δυσκολία αν κι ακόμα το Στέκι δεν ήταν ορατό από τη παραλία κι ήθελε κάμποσο περπάτημα.
     Η τότε έρημη γραφική παραλία, πλέον ήτανε κοσμοπολίτικη, βουερή πλαζ, τίγκα στις γυμνόστηθες τουρίστριες, τις κοκκινισμένες από τον ήλιο, και τίγκα στα μαγαζιά όλων των λογιών, αλλά πιότερο φαγάδικα.
     Το Στέκι του Μούτσου ήτανε πια ένα όμορφο κτίσμα με κομψά καθίσματα και τραπεζάκια.
     Δεν έκανα τον κόπο να πάω παραμέσα. Είχα βέβαια ήδη μάθει πως ο γέρος κι η κυρά του, είχανε πεθάνει από καιρό και πως είχεν αναλάβει ο ο σπουδαγμένος του γιος. Εφόσον δε μπήκα, δεν είδα φυσικά και την Ευδοκία που πια πρέπει να πλησιάζε τα σαράντα και δε ρώτησα καν τί είχε κάνει κι αν είχε παντρευτεί ή όχι.
     Δε μπήκα πιο μέσα γιατί μπροστά-μπροστά στην είσοδο του μαγαζιού είδα ένα κομψό πίνακα μενού, έτσι καταπώς συνηθίζεται σε τέτοια μαγαζιά που 'γραφε:

                             ΚΟΣΜΙΚΗ ΤΑΒΕΡΝΑ "ΜΥΘΟΣ"
                                RESTAURANT   "MUTHOS"

  (Έμαθα πως αρχικά το 'χε φτιάξει σαν ΜΟΥΤΣΟΣ, δηλαδή MUTCHOS και κάποια στγιμή διαπίστωσε πως το μύθος "έλεγε" καλύτερα και στην επόμενη ταμπέλα, αφαίρεσε το σι αλλά μπορεί και να μην ισχύει. Με βοήθησε πάντως κι αυτό μαζί με την αλήθεια του γεγονότος, να δώσω τον τίτλο σ' αυτή την ιστορία).

     Κι από κάτω παρέθετε τα φαγητά που καμμιά σχέση δεν είχανε με τη διήγηση και φυσικά με κάτι τιμές που σε τσούζανε τα μάτια σου και μόνο που τις κοιτούσες...

"Αφιερωμένο στον μεσαίο                                            Μάρτης '07
 
γιο μου Υάκινθο
..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers