-


Dali &









/




 
 

 

Gorky Maksim:

                  

                Βιογραφικ     
     Aleksei Maksimovich Peshkov                                                Максим Горький

     O Μαξμ Γκρκυ τανε Ρσος συγγραφας, ιδρυτς του σοσιαλιστικο λογοτεχνικο ρεαλισμο  κι ενεργ πολιτικ στλεχος. Τ' νομα του ταν Αλεξι Μαξμοβιτς Πτσκοφ εν το 'Γκρκι' το επλεξε σα ψευδνυμο επειδ σημανει 'πικρς'. Αντιτχτηκε πολλκις με το τσαρικ καθεστς και πρασε πολ καιρ στις φυλακς στην εξορα.
     Γεννθηκε απ φτωχος γονες, στη πλη Nizhny Novgorod στις 16 Μρτη 1868 και πθανε στη Μσχα στις 28 Ιουνου 1936. Στα 1873 πεθανει ο πατρας του. Η μητρα του θα ξαναπαντρευτε κι ο Μαξμ Γκρκι θα μενει με τον παππο και τη γιαγι του. Η ιστορες, τα παραμθια κι η τρυφερ παρουσα της τελευταας σκησαν μεγλη επδραση πνω του.
     Αναγκζεται απ τη φτχεια να φγει απ το σπτι σ' ηλικα μλις 9 ετν και ν' αναζητσει τη τχη του. Δοκιμζει διφορα επαγγλματα: βοηθς υποδηματοποιο, βοηθς αγιογρφου, λαντζρης σε καρβι, αχθοφρος στην Οδησσ, νυχτοφλακας σε ψαρδικο, φορναρης, καθαριστς καμινδων, εργτης στα χωρφια. Ρακνδυτος, πεζς και πεινασμνος γυρν λη τη Ρωσα, γνωρζει τους ανθρπους και τη δυστυχα τους, για πνω απ 5 χρνια κι αυτ επσης τανε καθοριστικ για τη μετπειτα λογοτεχνικ αλλ και τη πολιτικ του πορεα.
     Τον Δεκμβρη του 1887 μ' να παλι πιστλι αυτοπυροβολεται στο στθος. Η σφαρα θα μενει στα πνευμνια του 40 ολκληρα χρνια. Η αιτα εναι μλλον που 'χασε τη γιαγι του. Παρ τις αντιξοτητες αυτς, απ το 1892 κιλας, αρχζει να εκδηλνεται η αγπη του στη λογοτεχνα. Ξεκιν να γρφει πρτα για βιοποριστικος λγους, επιφυλλδες σ' επαρχιακς εφημερδες. Ττε εργαζτανε στην εφημερδα TIFLIS (Κακασος) κι ακμα χρησιμοποιοσε το ψευδνυμο Jehudiel Khlamida, αλλ' απ κενη τη χρονι και μετ επιλγει το 'Γκρκι'. 3 χρνια μετ, γνωρζεται με τον συγγραφα Βλαντιμρ Κορολνκο,(Vladimir Korolenko) που του δημοσιεει το διγημα, "Τσελκς" και γνωρζει κποιον ενδιαφρον. Το 1899 οι τυπωμνες συλλογς των διηγημτων του γνωρζουν καταπληκτικν επιτυχα. Γνεται γνωστς σ' λη την Ευρπη.
     Το 1902 η Ακαδημα τον εκλγει μλος της. Λγες μρες μετ ο Τσρος Νικλαος ο Β' ακυρνει την εκλογ του, επειδ τα βζει με τη λογοκρισα του τπου που εφαρμζεται, μ' αποτλεσμα οι Τσχωφ και Κορολνκο να παραιτηθον. Την δια χρονι γνωρζεται με τον Λνιν και γνονται φλοι. 3 χρνια μετ αναλαμβνει τη διεθυνση του περιοδικο ΝΑ ΖΩ  κι αγωνζεται για την επανσταση. Γρφεται στο κομμουνιστικ κμμα. Συλλαμβνεται και κλενεται στο φροριο Πετροπαβλφσκ, κατ τη διρκεια της αποτυχημνης επανστασης του 1905 κι εκε μσα γρφει να βιβλο που φαινομενικ αναφρεται στην επιδημα χολρας του 1862, μα ουσιαστικ μιλ για το παρν. Λογοτχνες απ' λο τον κσμο κνουν κκληση για τη σωτηρα του. Την επμενη χρονι φεγει στο Κπρι μχρι το 1913 κι ταν επιστρφει συμμετχει στα πολιτικ δρμενα που συντελσανε στο να ξεσπσει η επανσταση του '17 και συμμετχει ενεργ και σ' αυτν. Κατ τη διρκεια του Α' Παγκ. Πολ. το δωμτι του στη Πετροπολη εχε γνει καταφγιο μπολσεβκων Πντως μχρι να ξεσπσει η επανσταση, δε του επιτρεπταν να εγκαταλεψει τη χρα.
     2 βδομδες μετ το ξσπασμα της επανστασης, τον Οκτβρη του 1917, ρχεται σε σγκρουση με τα ηγετικ στελχη του κμματος. Γρφει χαρακτηριστικ:

   "...Οι Λνιν και Tρτσκι δεν χουν οιαδποτε ιδα για την ελευθερα τα ανθρπινα δικαιματα. Αλλοτρινονται δη απ το βρωμερ δηλητριο της εξουσας. Αυτ εναι ορατ απ την επασχυντη ασβεια στην ελευθερα του λγου αλλ κι λων των λλων αστικν ελευθεριν για τις οποες η δημοκρατα πλεψε...".

     Ο Λνιν απαντ με απειλς, το 1919:

   "...Συμβουλ μου εναι ν' αλλξετε τις απψεις, τις ιδες και γενικ τους τρπους σας, διαφορετικ μπορε να χσετε τη ζω σας".

     Τον Αγουστο του 1921 συλλαμβνονται οι φλοι του λογοτχνες, Νικολι Γκουμλιοφ (Nikolai Gumilyov) κι η σζυγς του 'Αννα Αχμτοβα (Anna Akhmatova), για φιλομοναρχικς τσεις. Γυρζει εσπευσμνα στη Μσχα πετυχανοντας να τους λευτερσει με προσωπικ διαταγ του διου του Λνιν, μα ταν σπεδει να τους δει, διαπιστνει πως δη χουνε πυροβολσει θανσιμα τον Νικολι. Κοντ σ' αυτ ρχεται η επιδενωση της υγεας του, μια παλι φυματωση απ τον καιρ που γυρνοσε στους δρμους, και τον Οκτβρη της διας χρονις, μεταναστεει ξαν στο Κπρι για λγους υγεας. Τοτη τη φορ θα μενει μχρι το 1929.



     Επιστρφει στη Ρωσα κατ διαστματα και δχεται υποκριτικς τιμς απ τον Στλιν. Τ' νομ του, χρη προπαγνδας του κμματος, δνεται σε κεντρικ λεωφρο και μετονομζεται η γεντειρ του, επσης να απ τα μεγαλτερα αεροπλνα της εποχς στη Ρωσα, το Τουπλεφ-20  ονομζεται Γκρκι κι να μεγλο πρκο μες στο κντρο της Μσχας. Εναι γεγονς πως το κμμα εκμεταλλετηκε στο πακρο τ' νομ του για να προωθσει τη προπαγνδα του στον 'ξω κσμο'.



     Το 1936 πεθανει ξαφνικ κτω απ ανεξιχναστες συνθκες, εν φμες πως δηλητηριστηκε απ το καθεστς Στλιν, παραμνουν αναπδεικτες. Πντως οι Στλιν και Μολτωφ, ταν απ κενους που μεταφρανε το φρετρ του στη κηδεα. Αργτερα, το 1938, ταν εξετστηκαν απ τον Μπουχριν κποιες δαπνες, ειπθηκε πως τονε σκοτσανε πρκτορες του NKVD Yagoda. Η δε γεντειρ του ξαναπρε τη προηγομεν της ονομασα (Νζνι-Νβγκοροντ) το 1990, μετ τη πτση του κομμουνισμο
.

===========================

                                           Ο Αητς

     Στην κρη της πολιτεας, εκε που ο μεγλος δρμος βγανει στον κμπο και τραβ για το νεκροταφεο του μοναστηριο, χει να μονπατο, ξλινο σπτι με πντε παρθυρα, μοιο υπστεγο. Παλιτερα τανε βαμνο κκκινο μα βροχς το ξεπλναν, ο λιος το ξεθριασε και παχι σκνη που κθισε με τα χρνια στο σαρακοφαγωμνο ξλο, το 'βαψε με το βρμικο σταχτ της χρμα. Ωστσο σε μερικς μερις μειναν οι κκκινες βολες που μοιζουν με μελανις απ χτυπματα. Πολ παλι σπτι. χει πια γερει προς τη μερι της αυλς. Τα θολ παρθυρια του σα να θλουν να δονε βαθι στον ορζοντα, λες και βαρθηκαν να κοιτζουν ολονα τη σιδερφραχτη πρτα του νεκροταφεου, θαρεθκαν να θωρον ανμεσα απ τα κγκελα τους σταυρος που στκονται πνω στα μνημορια.
     Τη φτσα του σπιτιο στολζουνε τσσερις σκουριασμνες ταμπελτσες: η μια γρφει, "Το σπτι αυτ εναι της 'Αννα Ρπιεβνα, χρας δημοσου υπαλλλου νατης τξης", η δετερη λει πως "Δεν επιτρπεται να χρησιμοποιηθε σαν κατλυμα", παρ' λο που απ πολ καιρ ο στρατς δεν καταυλζεται πια στα σπτια, η τρτη γρφει πως "Το σπτι εναι ασφαλισμνο στην εταιρεα Σαλαμντρα" αν κι η εταιρεα αυτ φαλρισε εδ και καμι τριανταρι χρνια και στη τταρτη ταμπελτσα, που 'ναι μεγαλτερη, πιο καινορια και καταπρσινη σα φαρμκι, χει ζωγραφισμνο να μαρο δικφαλο αητ και γρω του με μαρα γρμματα λει πως το σπτι αυτ εναι, "Γραφεο του ζμσκι νατσλνικ (ευγενς που εξασκοσεν αστυνομικ, δικαστικ καθκοντα και με διοικητικν αρμοδιτητα κατ τη προεπαναστατικ Ρωσα), του πρτου τμματος της επαρχας Μιμλινσκι".
     Το καλοκαρι ο ζμσκι ζει στο χωρι Σαβλοβο, δκα βρστια ξω απ τη πλη. Κθε Πμπτη, στις δκα το πρω, ρχεται για να 'δικσει'. Οι αγρτες συνηθζουν να μαζεονται στο δικαστριο πολ πρω. ταν εναι καλς καιρς κθονται στο τσαλαπατημνο, κεραμιδνιο πεζοδρμιο, κτω απ τα παρθυρα του γραφεου. ταν βρχει στριμχνονται στην αυλ, που 'ναι μεγλη, ρημη, γιομτη τσουκνδες κι αρκουδοβτανα. να μισορημαγμνο υπστεγο τη χωρζει απ τη διπλαν αυλ. Στη μση εναι πηγδι και μια γρικη, ροζιασμνη ιτι. Ανμεσα στ' αγριοχρτα ξεχωρζουν μερικ καμνα κοτσουρα κι νας σωρς απ τοβλα, απομεινρια απ χτιστ σμπα. Καμι φορ οι αγρτες περιμνουνε τον ζμσκι μια, δυο και πντε ρες.
     Ζστη. Η πολιτεα μυρζει σκνη και κουτσουλι, πως μυρζουνε τα κοττσια. Ησυχα. Τα παιδι εναι στο σχολει, οι γυνακες στις κουζνες και στους μπαξδες, οι ντρες στη δουλει τους. Κτω απ τα παρθυρα του γραφεου περιμνουνε, καθιστο ξαπλωμνοι, κμποσοι χωριτες με τα γνεια και τα κατσουφιασμνα μοτρα τους. 'Αλλοι νυστζουν, λλοι κοιμονται και ροχαλζουν. Οι φωνς εναι πολλς, ταν μως τους ακος απ μακρυ, νομζεις πως νας μνο μιλ, λη την ρα.
 -"Δεν ρχεται".
 -"Να δεις που πλι δε θα 'ρθει".
 -"Γι' αυτος οι μρες μας δεν χουν αξα".
 -"Μας κοροδεουν οι αφεντδες".
 -"Κι αυτ δεν εναι τποτα ακμα"!
 -"Ναι. Τοτος 'δω εναι μαλακς".
 -"Αητς"!
 -"Ο αδερφς του μως ο Κοσταντν, αυτς που 'ναι στο τρτο τμμα, σωστ σκυλ..."
 -"Μη φωνζεις! Θα σ' ακοσει ο Γκρσκα και ττε..."
 -"Εχ που να πρει ο διλος τη μνα τους"!
     νας τργος πλησιζει το πηγδι, κουνντας σοβαρ το κεφλι του.
 -"Σα νωματρχης πορπατ..."
 -"Αλθεια! Μοιζει με νωματρχη".
     Για μια στιγμ οι φωνς σβνουνε και ττε ακογονται οι σπνοι που τραγουδνε μανιασμνα γρω απ το πηγδι.
 -"Ο Κοσταντν προστζει να βγζει ο κσμος το καπλο του ταν περν τ' λογ του".
 -"Ψμματα"!
 -"Αλθεια σου λω. Αν δε το βγλεις πας μια μρα φυλακ. Κι αν το ξανακνεις πας τρεις..."
 -"Τρελαθκανε"!
 -"Γνεται κι αυτ. Ο Μοσιν-Ποσκιν δκαζε τον κσμο χρνια ολκερα. Μια μρα βλθηκε ξαφνικ να ντουφεκ καταπνω στο κοπδι. Το κοπδι ερχταν απ τον κμπο. Αυτς ακομπησε στο παρθυρο και σημδευε τα ζωνταν! Και δεν εχεν να πλο μνο. ριχνε με σκγια, ριχνε και με σφαρες..."
 -"Σκτωσε πολλ ζωνταν";
 -"Πντε κεφλια, μου φανεται".
 -"Σωστ, τσι γινε. Το ξρει λος ο κσμος".
 -"Τονε δσανε και τονε πγανε στη πλη. Κι εκε επαν: Απ καιρ εναι τρελς".
 -"'Ακου πρματα"!
 -"Και δκαζε τσι τρελς";
 -"Ναι. Δκαζε".
 -"Και τις αποφσεις που 'βγαζε; Τις σβσανε";
 -"χι. Αυτ δε γνεται. Ο νμος δε πηγανει ποτ προς τα πσω".
     Κποιος λει θλιμμνα:
 -"Σα Τορκοι αιχμλωτοι καθμαστε, εχ τη μ..."¨
 -"Αφο τσι πρπει, τσι θα κθεσαι", του απαντον κι η κουβντα ξετυλγεται πλι χαμηλφωνα και χωρς βιση.
 -"Για να γαβγζει, εναι μστορας ο Κοσταντν".
 -"Εναι, εναι".
 -"Στις βρισις ο μουζκος δε παραβγανει μαζ του".
 -"Αξιωματικο εναι λοι τους. Στους στρατνες μθαν να βρζουν".
 -"ρθε που λτε στο χωρι ο Κοσταντν με τη γυνακα του, μιαν αδνατη με κοφτερ ματι και με κτι μγουλα κτρινα σα το ρεπνι κι λη η περιουσα που φραν τανε μια βαλτζα, μια κιθρα κι να πρσινο πουλ, να παπαγλο, μες στο κλουβ. Και να δετε που και το πουλ ακμα ξρει να βρζει πρστυχα"!
 -"Τα παραλς"!
 -"Αλθεια εναι σου λω. Το ξρουν λοι αυτ το πουλ".
 -"στερα απ λγες μρες φρανε και μια φορδα. 'Ομορφη φορδα, δε μπορες να πεις..."
 -"Αυτ εναι η φορδα που πρπει να της βγζεις το καπλο";
 -"Ναι, αυτ. Εναι κτασπρη, χει λιγν πδια και χαρομενα μτια".
 -"Σωστ. Δε περπατ, χορεει..."
     Για πολλν ρα παινεανε τη φορδα, στοροσαν λα της τα καθκαστα. Στο τλος μια κουδουνιστ φων τενρου κανε τη σομα απ' λα τοτα τα παινματα:
 -"Ττοια φορδα δε ταιριζει να τη χαρε το βαρβτο... Κλλιο να τη χαρε ο διοικητς"!
 -"Ε, Εβντοκμ, κοτα μη τη πθεις"!
 -"Και τ δε φραν στερα! Τραπζια, καρκλες, ντιβνια, σεντοκια. Συμπργκαλα για τρα σπτια..."
 -"Σπα. Ο Γκρσκα ξπνησε"!
     Οι μουζκοι μπανουνε στην αυλ στριμωχτ, ο νας πσω απ τον λλο. Μαζεονται μπρος στο μαρο κεφαλσκαλο. Απ το σπτι βγανει μαχμουρλς και μουτρωμνος ο Γκρσα Γικοβλεφ, πρην γραμματας στα γραφεα της επαρχας, σπουδαγμνος σ' λους τους νμους και ξακουστς μεθστακας. Κνει τη παρουσα του πντα με τον διο τρπο: ανογει σα διαβτη, τα μακρλιγνα ποδρια του και κουν τη φουσκωμνη του κοιλι. Χωρς πουκμισο, μ' να σωβρακκι απ ριγωτ καμπτο και με μια πετστα στο λαιμ, πηγανει στο πηγδι και χωρς να κοιτξει καννα δνει μια διαταγ με βραχν φων:
 -"Εμπρς"!
     Κποιος απ τους μουζκους βγζει να κουβ νερ. Ο Γκρσα διπλνει, δια γωνι, το κορμ του με το στεν θρακα και το γκρζο δρμα και ξαναλει βραχνιασμνα:
 -"Ρξε"!
     Ο μουζκος του χνει το κρο νερ στο κεφλι του που 'ναι φαλακρ σα κολοκθι και στη ρχη του, που 'χει κτι κουτλες σα παλμες. Τα λιγν του ποδρια τρμουνε, τα πλευρ του ανεβοκατεβανουνε σα του αλγου που τρχει. Βχει, βρζει, ρουθουνζει, πιασμνος απ το σανιδνιο παραπτο του πηγαδιο.
 -"Τρψε"!
     Ο μουζκος του τρβει δυνατ τη πλτη με τη πετστα.
 -"Σιγ-γτερα σαταν"!
     Επιτλους ο Γκρσκα ανασηκνεται κι χει πντα το διο γκρζο χρμα. Λει:
 -"Ο ζμσκι δε θα 'ρθει σμερα! ποιος χει ατηση ας τη δσει! Οι λλοι τραβτε σπτια σας"!
     Οι πιο πολλο ντρες και γυνακες φεγουν απ την αυλ. χουνε κατεβασμνα τα κεφλια και μουρμουρζουν. Μερικο πηγανουνε πσω απ τον Γκρσκα, φτνουν ως το γραφεο και του λνε:
 -"Γκριγκρι Μιχλιτς, για τον Θε, κονησε την υπθεσ μας! Πσες φορς εναι που 'ρχομαστε! Δε μπορομε λλο, το καταλαβανεις και μνος σου! Εναι ο καιρς του θρου τρα. Δεν εμαστε νθρωποι λετεροι, χωρς δουλει..."
     Ο φλακας του νμου βχει κι αστειεεται:
 -"Ψμματα λτε! Αφο δε σας βλανε στο φρσκο, λετεροι εσαστε..."
     Το αστεο μως το ξρουν απ καιρ και κανες δε γελ. Εκε εναι κι ο Εβντοκμ Κστιν που 'χει κατμαυρα σγουρ μαλλι σα τσιγγνος και ξρει να δνει τις μυλπετρες στους μλους. αυτς ξεκαθαρζει το πρμα με μια κουβντα που τηνε λει σουφρνοντας τα φρδια και δεχνοντας τα πυκν του λευκ δντια:
 -"Μη με παιδεεις, Γριγκρι, γιατ θα σου σπσω τα μοτρα! Κι αν πρεις μπαξσι απ τον Βολοκοσιν ττε θα σε καθαρσω"!
     Ο Γκρσκα που στκεται στο ψηλτερο σκαλοπτι, αρχζει να βχει. Τα πδια του τρμουνε και πινεται απ το πμολο της πρτας για να μη πσει. Το μακρστενο γκρζο πρσωπ του με τα κοκκινωπ γνεια φουσκνει και κοκκινζει. Χτυπ τα στθια του με τη γροθι και μλις τονε παρατ ο βχας λει σφυριχτ:
 -"Εγ να πρω μπαξσι";
 -"Εσ. Ποις λλος;" λει ρεμα ο Κστιν.
 -"Δηλαδ πουλιμαι, 'γω";
 -"λοι πουλιονται..."
 -"Τ' ακοτε;" λει ο Γκρσκα στους μουζκους. "Αυτ λγεται προσβολ κατ υπαλλλου εν ρα υπηρεσας. Εστε μρτυρες..."
 -"Βλκα!" του λει ο Κστιν, κουνντας το χρι και φεγει. Πσω του φεγουνε βιαστικ κι οι μουζκοι που τους εχε βλει μρτυρες ο Γκρσκα.
     Ο Γκρσκα κθεται στο σκαλοπτι, χαδεει τα στθια του και κουν το μουσκεμνο του κεφλι. Τα κκκινα μαλλι του πρανε κι ασπρζουνε, πφτουνε στα κιτρινιρικα μγουλ του. Τα μτια του εναι γουρλωμνα και κατακκκινα.
 -"Παλινθρωποι!" λει σφυριχτ κι αρχζει πλι να βχει.
     Ο ζμσκι νατσλνικ ρχεται μ' αμξι με μιαν μορφη πλεχτ σοστα. Το λογο, να μικροκαμωμνο μα πολ νευρικ ζο, τ' οδηγε ο Ικονκοφ, νας παλις ουσρος που κνει τρα τον χωροφλακα του χωριο. Ο Ικονκοφ εναι πντα κατσοφης και πολ τσιγγονης στα λγια. Βρσκεται στη δολεψη του ζμσκι σαν ιπποκμος κι αμαξς, πηγανει μαζ του στο κυνγι και στο ψρεμα. Εναι ψηλς, μελαχρινς και φαλακρς, χει κτι μτια στργγυλα και πλακουτσωτ που μοιζουνε με κουμπι. Φορ να πουκμισο με βαθυκκκινο χρμα και μαρη στρατιωτικ κιλτα. Απ να φαρδ λουρ κρμεται πνω του να πιστλι μσα σε μια κτρινη, πτσινη θκη. Στην αριστερ μερι σρνει μια σπθα χωροφλακα. Πλι του ο ζμσκι θυμζει καλγερο ασκητ, τσι που φορ να γκρζο μανδα και μια κουκολα στο κεφλι.
     Οι μουζκοι βγζουνε τα καπλα τους και στκονται σιωπηλο, στριμωγμνοι ο νας πλι στον λλο. Οι γυνακες κρβονται πσω απ τους ντρες. Μπρος απ' λους βρσκεται ο Γκρσκα Γικοβλεφ με το πρσωπο κατσουφιασμνο κι κφραση μεγαλομρτυρα. Φορ να γκρζο σακκι που του φτνει στα γνατα, μια γκρζα ριγωτ κιλτα και κτι ξεπατωμνα λευκ παποτσια με μαρα κουμπκια.
     Ο Ικονκοφ βγζει τον μανδα απ τις πλτες του ζμσκι, πως βγζουνε το τσφλι απ τ' αβγ και ττε παρουσιζεται το γνωστ σουλοπι του ανθρπου που φτιχνει τη δικαιοσνη και χαρζει το "δκιο και την επιεκεια που πρπει να βασιλεουνε στα δικαστρια" (φρση του Τσρου Αλξανδρου ΙΙ). Ο ζμσκι εναι καμι σαρανταρι χρονν, νας ντρας καλοκαμωμνος με φαρδι στθια. Το κεφλι του στολζουν ασημνια μαλλι και το γλυκ ροδοκκκινο πρσωπο, κτι μεγαλπρεπα μουστκια και κτι μεγλα και χαδευτικ μτια. Φορ πουκμισο απ σατακροτα με χρμα σα το χρυσφι, κιλτα ιππασας και ψηλς μπτες. Στη φαρδιν ασημνια ζνη με τα σμαλτωμνα πλουμδια, χει να μορφο μαστγιο καμωμνο απ πτσινες λωρδες. Αυτς εναι τσο σφιχτοπλεγμνες που θα 'λεγες πως το μαστγιο εναι σιδερνιο. Η λαβ του εναι κι αυτ ασημνια, πως η ζνη.
     Ο ζμσκι σκουπζει μ' να λευκ μαντλι τα σκονισμνα μγουλα και το φαρδ μτωπ του, τινζει το ασπρισμνο κεφλι, χαδεει με τα δχτυλα τα πυκν ξανθ του μουστκια, μισοκλενει τα μτια και χαμογελ.
 -"Ολκερος λχος μαζετηκε πλι!", λει τεμπλικα, με βροντερ κι αρχοντικ φων. "Γεια σας"!
     Οι αγρτες τονε χαιρετον με διφορες φωνς. Οι γυνακες κοιτζουνε μαγεμνες τον εξαιρετικ μορφον αφντη. σως μερικς τους να θυμονται τα κοριτσστικα νειρ τους, σως να θυμονται το τραγοδι που λει πως: "...ρθε νας αφντης απ τον κμπο, με δυο σκυλι μπροστ και δυο λακδες πσω... αντμωσε μια κοπλα χωριτισσα, την αγπησε και τη πρε γυνακα του...". Ο ζμσκι εναι ολοφνερα σγουρος πως ο κσμος καμαρνει τη λεβεντι, την υγεα και τη δναμ του. Τεντνεται για να ξεμουδισει, μισοκλενει τα μτια και ρχνει μια ματι στον πυρωμνον ουραν, λες κι εξετζει αν τονε φωτζει καλ ο λιος. στερα προστζει:
 -"Γικοβλεφ! Φρε το τραπζι και τη καρκλα δω! Μσα κνει ζστη κι χει μγες... Κλεσε τη πρτα"!
 -"τοιμα εναι!" λει με ξερ φων ο Γκρσκα κι στερα φωνζει: "Τραβηχτετε"!
     Οι μουζκοι τραβιονται βαρι. Πσω τους, κοντ στο κεφαλσκαλο, φανεται στη σκι να κθισμα, μια καρφα νερ, να καλαμρι και μια στοβα χαρτι.
 -"Πολλς υποθσεις χουμε;" ρωτ ο ζμσκι και κθεται στο τραπζι χαδεοντας τα μουστκια του.
 -"Δεκατρες", απαντ ο Γκρσκα.
 -"Διβολε!" λει ο ζμσκι και σηκνει μ' απορα τους μους. "Γιατ τσακνεστε; Γιατ τρχετε στα δικαστρια; Πτε θα μθετε να ζετε ειρηνικ, ε; Τ κουτο που 'στε; Σας δσανε τη λευτερι κι εσες δε ξρετε να τη χαρετε. Πρπει να σας το μαθανουμε μεις οι αφεντδες... Πρπει να σας διαπαιδαγωγσουμε ξαν..."
     να λιγν γεροντκι βγανει απ το πλθος. Δυο βουζονια φανονται στο γυμν του κεφλι. Τα τραχι, βρμικα και μπερδεμνα γνεια του εναι πολ βαρι για τη στεν μορη του με τα μικροτσικα μτια. Σου χτυπ στα νερα καθς μιλ τραγουδιστ, σα ζητινος:
 -"Εξοχτατε Μτρι Σεργκιτς, πολτιμε προσττη μας, χουμε φτχεια! Μας φαγε η φτχεια! 'Ανθρωποι πολλο και το ψωμ λγο! Πολ λγο αφντη μου! Κι οι νθρωποι εναι ψετες... λοι του εναι ψετες..."
     Μες απ το πλθος, κποιος ρωτ φωναχτ:
 -"Υπρχει τχα πιο ψετης απ σνα";
 -"Σσσς!" προστζει ο ζμσκι μαζεοντας τ' ασημνια του φρδια. "Ποις το 'πε αυτ";
 -"Ο Εβντοκμ Κστιν!" λει ο Γκρσκα.
 -"Την αλθεια επε, αφντη μου!" επιβεβαινει μια μεγαλσωμη ηλικιωμνη γυνακα που φορ να παρδαλ φουστνι, ραμμνο σμφωνα με τη μδα της πολιτεας.
 -"Η-συ-χα!" προστζει αυστηρ ο ζμσκι και χτυπ το χρι στο τραπζι. "Σας το 'πα κι λλη φορ, σας το ξαναλω και τρα: Μπροστ μου να μη βρζεστε! Τ' ακοσατε; Λοιπν..." Ακουμπ στη ρχη της καρκλας, σηκνει το χρι, το κουν κι αρχζει να τους δασκαλεει: "Εγ εμαι που διευθνω το δικαστριο! Εναι μεγλη δουλει τοτη! Το δικαστριο φτιχνει τη συνεδησ σας. Καταλαβανετε; Πρπει να το καταλβετε. Δεν εναι η πρτη φορ που σας το λω. Συνεδηση θα πει να μη προσβλλετε ο νας τον λλο, να μη βρζεστε, να μη καβγαδζετε, να μη κλβετε, να μη κβετε στα κλεφτ ξλα απ τα δση του δημοσου, να μη μαζεετε μανιτρια απ κει που απαγορεεται, να πληρνετε στην ρα τους τους φρους και στο κρτος και στο ζμστβο, να μη ξοδιζετε τα λεφτ σας στο πιοτ..."
     Μιλοσε πολ πληχτικ, χωρς νερα και χωρς να βιζεται. σο μιλοσε κοταζε τον Ικονκοφ που περπατοσε στην αυλ. Ξοπσω του πγαινε σα σκυλκι, το κοκκινωπ λογο. Τον σπρωχνε στον μο με τη μουσοδα του και πσκιζε να του πισει το αφτ.
 -"Κθησε συχα!" επε βαρι ο Ικονκοφ. βγαλε κτι απ τη τσπη του, σως καν κομματκι ζχαρη και το 'δωσε στο λογο.
 -"σα και να σας δσουνε λγα τα βρσκετε!" συνχισεν ο ζμσκι και κονησε το χρι του μ' απογοτεψη. "Σας ξρω γω! Καβγατζδες, ραδιοργοι, συκοφντες! Ζηλεετε! Να! Αυτ εναι. Τρα ρθατε στο δικαστριο... Με ποιν τα 'χετε; λο με τους πλοσιους τα 'χετε! Τχα πως σας τυραννονε, πως δε σας αφνουν να ζσετε! Και ποις σας δνει δουλει; Το βλπετε; Εμνα μου δνει δουλει ο τσρος, εσς ο πλοσιος μουζκος..." Το αφηρημνο του βλμμα σταμτησε κπου, τα φρδια του μαζευτκανε. Στον σκιο της ιτις καθταν μια γυνακα κι ακουμποσε τη ρχη της στο σανιδνιο παραπτο του πηγαδιο. Εχεν ανοιχτ τα πδια της κι ανμεσα κοιμταν να αδνατο παιδκι, με στραβ ποδαρκια και πρησμνη κοιλτσα, γιομτη μγες. Κι η γυνακα κοιμταν με το κεφλι γερμνο στον μο κι ορθνοιχτο στμα. "Τ γυρεει τοτη;" ρτησεν ο ζμσκι, δεχνοντς τη με το δχτυλ του.
 -"Εναι η Πελαγκνια Γιαμστσκοβα. Ο ντρας της καταδικστηκε τσσερα χρνια φυλακ για φνο και της πρανε τον ατομικ κλρο..." επεν ο Γκρσκα, που στεκτανε πσω του σα φρουρς-γγελος, με τη ξερ του φων.
 -"Να! Τα βλπετε; Φνος!" μουρμορισεν ο ζμσκι και ξαναγρισε στο θμα του. "Πρπει να παραδεχτετε πως ο πλοσιος μουζκος εναι πιο ξυπνος. Εναι πλοσιος γιατ εναι ξυπνος! Αυτς εναι το στριγμα της εξουσας, το στριγμα του τσρου. Μλιστα! Ο πλοσιος εναι παλικρι, εναι νθρωπος που του 'δωσεν ο Θες ξεχωριστ δναμη στο νου και στο κορμ. τσι πρπει να σκφτεστε..."
     Ανμεσα στο πλθος βρσκεται κι ο Βασλι Κιρλοβιτς Βολοκοσιν. Εναι νας κοντχοντρος γρος με τσχινο, ξεθωριασμνο και πολ τριμμνο σακκι. Απ καιρ δε του κνει πια και δε κουμπνει στη κοιλι του, που 'ναι φουσκωμνη σα μπαλνι και κρεμασμνη σχεδν ως τα γνατα. Το μοτρο του, πλαδαρ και κτρινο σα κολοκθι, χει εδ κι εκε μερικς γκρζες τρχες, που ταν φτνουνε στο πηγονι κνουν μιαν ανρια και σουβλερ μικρ σκοπα. Στη γκριζωπ μτη του, που 'ναι φαγωμνη απ τη βλογι, φορ στρογγυλ γυαλι με ασημνιο σκελετ. Πσω απ τα γυαλι του λμπουνε θολ τα γαλαν κουτ του μτια. Το φαλακρ του κεφλι χει δρμα ζαρωμνο και γιομτο λεκδες, που μοιζει με κουρλι. Αυτς ο γρος χει δυο νερμυλους κι ενα ξακουστς και σα καβγατζς. λο και τρχει στο δικαστριο του ζμσκι της επαρχας της περιοχς. Τρα ακοει τα λγια του ρχοντα σα προσευχ, σταυρνοντας ευλαβικ τα χρια στη κοιλι του. Το πνω χελι του φουσκωμνο, κνει να κουνιονται τα μουστκια του. Ανασανει δυνατ και με θρυβο.
      λοι τους ακονε πολ προσεχτικ τον αργ κι ατλειωτο λγο που βγζει ο αφντης. Οτε σαλεουν. Η βαρι, ανυπφορη πλξη πυκννει και σβνει τους αδξιους στοχασμος των μουζκων. Ο ζμσκι καθαρζει τη μτη του με θρυβο σα τρομπτα, ξεφυλλζει τα χαρτι που 'χει μπρος του και φωνζει:
 -"Μπουνακφ και Ντρζντοβα"! Κποιος γρος μ' να βουζονι, καθς και μια γυνακα με παχι χελια και φουστνι της μδας, πλησιζουνε στο τραπζι και προσκυνονε σκβοντας τσο χαμηλ, λες και τους χτπησε κανες στο σβρκο. "Λοιπν, πς τα πτε;" ρωτ ο δικαστς. "Συμφωνσατε; Εστε σμφωνοι να συμβιβαστετε";
 -"Δε μπορ, η ευγνει σας, δε μπορ!" λει η γυνακα με μπσα φων και το φαρδ πρσωπ της με τα μεγλα μτια, γνεται κατακκκινο. "Μου σακτεψε τη γελδα ο γεροδιβολος και τ γελδα τανε Θε μου! Δεν εχε το ταρι της, σα βασλισσα περπατοσε! Μα με τρα πδια η γελδα δε ζει. Ο νθρωπος μπορε και μ' να να ζσει, μα η γελδα εναι τρα για σφξιμο. Τ λλο να τη κνω";
 -"Στσου, στσου!" φναξε θυμωμνα ο ζμσκι. "Αυτ τ' κουσα και την λλη φορ. Μπουνακφ, πρπει ν' αποζημισεις τη γυνακα για τη γελδα".
 -"Εξοχτατε, πνσοφε δικαστ", επε τραγουδιστ ο γρος σκεπζοντας τα μτια του, "και μνα ποις θα με αποζημισει για τη βρμη; Να ξρατε πση βρμη μου κατστρεψε η γελδα της! Εχε το σκοπ της ταν την φηνε να μπει στο χωρφι μου... Για λα σα μου κνει χει το σκοπ της αυτ..."
 -"Μπορε και που ζω να 'χω το σκοπ μου;" απντησε μοχθηρ η γυνακα.
 -"Ποις ξρει; Πολ μοιζεις με μγισσα, με στργγλα"!
 -"Τον ακοτε τ λει εξοχτατε; Κι εναι αδερφς μου, αληθινς αδερφς μου! Προστατψτε με απ' αυτ τον απατενα..."
 -"Σιωπ!" φναξε ο ζμσκι. Το ροδοκκκινο πρσωπ του κιτρνισε και τα γαλαν του μτια πρανε κραν κφραση. "Σας προστζω να συμβιβαστετε για να τελεινει αυτ η ανητη ιστορα σας με τη γελδα. Σμερα κιλας, εδ! Γιατ αλλις θα σας κψω απ μια βδομδα φυλακ... ξω τρα! Ηλθιοι! Κστιν και Βολοκοσιν"!
     Πσω απ το Βολοκοσιν βγκεν ο Εβντοκμ Κστιν. τανε κοντς, ξερακιανς και κεφλας, φοροσε ξεσκισμνο λευκ σακκι κι να λερωμνο παντελνι απ αδιβροχο, με τα μπατζκια γυρισμνα ως το γνατο. Παποτσια δε φοροσε. Θα 'τανε πνω-κτω τριντα χρον, μελαχρινς κατσοφης, με μαρα γνεια, μοιαζε πολ με τσιγγνο. Ο ζμσκι τονε κοταξε λγον γρια, παζοντας το μαστγι του. Μα κενη τη στιγμ ο Γκρσκα σκυψε πσω του και του 'πε:
 -"Μτρι Σεργκιτς, νας μουζκος κατουρει πλι στην αυλ! Τποτα δε γνεται μ' αυτος τους ανθρπους..."
 -"Το παλισκυλο! Φρτον εδ"! Ο Γκρσκα τον φερε. ταν μελαχρινς μ' εθυμο πρσωπο και πυκν γνεια. Κατακκκινος απ το θυμ του ο ζμσκι τονε ρτηξε χαμηλφωνα: "Πο κατουροσες";
 -"Να! εκε!" αποκρθηκεν ο μουζκος κι δειξε με το χρι του.
 -"Καταλαβανεις τ γνεται δω";
 -"Λω πως εναι δικαστριο..." επεν ο μουζκος στερα απ λγη σιωπ.
 -"Α στε το καταλαβανεις!" επεν ο ζμσκι και κιτρνισε πλι. "Αφο λοιπν το καταλαβανεις κι κανες αυτ τη παλιανθρωπι σε βζω τρεις μρες φυλακ"! Ο μουζκος τναξε μ' απορα το κεφλι, κοταξε γρω κι χωσε γοργ το χρι στη τσπη του παρδαλο παντελονιο του. "ξω!" φναξε ο ζμσκι. Χτπησε με το μαστγιο το τραπζι κι ανασηκθηκεν απ το κθισμα. Ο μουζκος μως που 'χε τραβηχτε φοβισμνος, πλωσεν να φκελο που κρατοσε στο χρι και φναξε κι αυτς:
 -"Σας φρνω να γραμματκι απ τον αδερφ σας τον Σεργκι Σεργκιτς". Ο ζμσκι ρπαξε τον φκελο, τον νοιξε, διβασε το γρμμα, χαμογλασε και ρτησε:
 -"Πρτη φορ ρχεσαι δω στο δικαστριο";
 -"Πρωταρχικς!" αποκρθηκεν νοχα ο μουζκος.
 -"Πτε σου 'δωσε το γρμμα ο αδερφς μου";
 -"Ψες το μεσημρι..."
 -"Πεζς ρθες";
 -"Συνεπς"!
     Ο ζμσκι κατσοφιασε πλι, κανε αρα στο πρσωπ του με τον φκελο και κοταξε σιωπηλ τον μουζκο για λγες στιγμς. Σα να πρσεξε πως αυτς δε μοιζει και τσο με τους συνηθισμνους μουζκους. Τα χρυσ γνεια του τανε ψαλιδισμνα με προσοχ. Τα μαλλι του τανε καλοχτενισμνα και κθονταν πνω στο κεφλι του σα κοκκινωπ σκουφκι. Το δρμα στο πρσωπο και στο λαιμ του τανε καθαρ, λες και μλις εχε βγει απ το μπνιο. Το αριστερ του μανκι τανε καταξεσκισμνο και πνω απ το παλι ξεφτισμνο πουκμισ του φοροσε ασυνθιστο παρδαλ γελκο, καμωμνο λες απ ατλζι, κεντημνο με πολχρωμο μετξι. Εχε και κτι ευχριστα γαλαν μτια.
 -"Τ θα πει συνεπς;" τονε ρτησεν αυστηρ.
 -"Εεε... δηλαδ ο Σεργκι Σεργκιτς μου 'πε να φγω αμσως κι εγ φυγα..." απντησε βιαστικ σα χαμνος ο μουζκος.
 -",τι θλετε λτε! Δε καταλαβανετε το νημα της κθε λξης! Ποις σου 'μαθε τα... πρωταρχικς και τα συνεπς";
 -"Ο αρτικχτονας!" απντησε πλιν νοχα ο μουζκος.
     Ο ζμσκι κλεισε το 'να μτι λες κι εχε πσει μσα σκνη κι ρχισε να χαχανζει, ανογοντας διπλατα το στμα και κουνντας τα μεγαλπρεπα μουστκια του. Τα δυνατ, τρανταχτ γλια του προκαλσανε χαμγελα στα σκυθρωπ κι ιδρωμνα πρσωπα των παρισταμνων μουζκων. Ο Μπουνακφ μλιστα γλασε κπως δυνατ, μα αμσως σκπασε το στμα του με τη χοφτα. Η κοιλι του Βολοκοσιν ανεβοκατβαινε αθρυβα κι οι ρυτδες κουνιντουσαν στα πλαδαρ του μγουλα. Μνον ο Ικονκοφ δεν δινε προσοχ στο τ γιντανε. Πτιζε τ' λογο με τον κουβ, γιμιζε τις χοφτες του νερ και το 'ριχνε στο κεφλι και στα στθια της γυνακας που κοιμτανε κοντ στο πηγδι.
 -"Ωχ διβολε!" επεν ο ζμσκι ταν σταμτησε τα γλια και σκοπισε με το μαντλι τα δκρυ του. "Αρτικχτονας!" ξανπε. Χαμογλασε, σημεωσε τη λξη πνω στο γρμμα του αδερφο του κι ρχισε ν' αερζει πλι το κατακκκινο πρσωπ του. "Και τ σου 'πεν ο αρτικχτονας";
 -"Πως πρπει να μιλω μορφα κι χι χωριτικα. Συ", μου 'πε, "δεν εσαι μουζκος, εσαι μστορας..."
 -"Τ βλακεες!" λει ο ζμσκι χαμογελντας μ' επιεκεια. "Καλ, καλ, εσαι απαλλαγμνος κι απ τη φυλακ". στερα γυρνντας στους λλους συνχισε: "Βλπετε τ... πρθυμος μουζκος που εναι; τονε προστξανε 'πγαινε' κι αυτς περπτησε πενηνταδυ βρστια... τσι σα να 'πιε να ποτηρκι βτκα! Εν-δυο, εν-δυο κι ρθε! Μπρβο! Πρπει μως αδερφ μου να σκφτεσαι, που βρσκεσαι και τι κνεις. Το δικαστριο εναι το διο πως λγου χρη... μια λειτουργα, μια ιεροτελεστα. Γιατ το δικαστριο προστατεει το δκιο. Κι ταν το δκιο εναι δωσμνο απ το Θε..." σκωσε το χρι του στον ουραν και τα νχια του γυλιζαν, ωστσο φανεται πως η σγκριση του δικαστηρου με τη λειτουργα δεν τον ικανοποησε, γιατ πρστεσε πιο αυστηρ: "Το δικαστριο εναι σα στρατιωτικ παρλαση μπρος στο Θε και μπρος στον τσρο". στερα γρισε στους λλους. "Αν το 'κανε αυτ κποιος φαφλατς απ σας που 'ρθατε κι λλη φορ δω, θα τον βαζα μια βδομδα φυλακ. Πρπει να σας μθω πως να φρνεστε".
 -"Ωχ ναι... πρπει"! επιβεβαωσεν ο Βολοκοσιν αναστενζοντας βαθι.
     Ο ζμσκι ξανρχισε να μιλ με τον μουζκο που φοροσε το γελκο:
 -"Ο αδερφς μου σε συστανει για καλ μαραγκ. Να 'ρθεις να με βρεις στο Σαμλοβο. Θα σου δσω δουλει..."
 -"Εξοχτατε, δεν χω εργαλεα..."
 -"Τα 'πιες";
 -"Τα 'βαλα ενχυρο. Πθανε το παιδ μου, φαγε πολλ βατμουρα και πθανε. πρεπε να του κνω και το ξδι. Συμπληρωματικς λω πως ο Σεργκι Σεργκιτς μ' βγαλε απ τη δουλει μου για να με στελει. Δουλεω στον Βασλι Κυρλοβιτς, να! σ' αυτν εδ..."
 -"Δε πειρζει, θα περιμνει", επεν ο ζμσκι και στρεφμενος στον Βολοκοσιν: "Θα περιμνεις, ε";
 -"πως αγαπτε, Μτρι Σεργκιτς..." απντησεν εκενος κνοντας υπκλιση.
 -"Βλπεις;" επεν ο ζμσκι και σοβρεψε. "Και τα εργαλεα σου σε ποιν τα 'βαλες ενχυρο";
 -"Στον Ιβν Πτροβιτς", αποκρθηκε πρθυμα ο μαραγκς.
 -"Ψμματα λει!" πετχτηκεν ο Μπουνακφ. "χει εργαλεα"!
 -"Εναι του Βολοκοσιν και δε κνουνε για φνα δουλει..."
 -"Σιωπ!" πρσταξεν ο ζμσκι, κοιτντας αυστηρ τον Μπουνακφ. "Τ εσαι συ; Τοκογλυφα κνεις";
 -"Τ λτε, εξοχτατε!" επε τραγουδιστ και κλαψιρικα ο Μπουνακφ. "Κι ο Χριστς ακμα δνει ταν του ζητνε, τσι δεν εναι";
 -"Να του γυρσεις αμσως τα εργαλεα του! Κατλαβες; Ντροζντβα!" επεν απτομα ο ζμσκι κι ανασηκθηκε.
 -"Εδ εμαι πατερολη, εδ εμαι..." επεν ρεμα η γυνακα, μα τραβχτηκε μακρυ απ το τραπζι.
 -"Θες να πουλσεις τη γελδα";
 -"Και τ λλο να τη κνω χωρς ποδρι"; και για καλ και για κακ κανε πως κλαει και πως σκουπζει τα ολστεγνα μτια της στον ποδγυρο του φουστανιο της.
 -"Θα την αγορσει ο Μπουνακφ. Γικοβλεφ, γρψε την απφαση"!
 -"Εξοχτατε, τ να τη κνω;" φναξεν ο γρος. "Τρα εναι καλοκαρι κι ο κσμος δε τρει κρας. Θα 'ναι καθαρ ζημι..."
 -"Αν δε πψεις..." φναξεν ο ζμσκι κι ο Μπουνακφ παψε, κρυψε το κεφλι και χθηκε ανμεσα στον κσμο, πως ο τργος σ' να κοπδι πρβατα. Ο ζμσκι κονησε τους μους, φοσκωσε τα στθια του, σα να 'τανε καννα νεαρ παλικρι, στρφηκε ξαν στο πλθος και ρτηξε: "Βολοκοσιν για δε πληρνεις τον Κστιν για τη δουλει του";
 -"Το δκιο εναι μαζ μου εξοχτατε!" επε καθαρ ο μυλωνς. "Ο Εβντοκμ ρθε να πελεκσει τις πτρες μου. Η κτω μυλπετρα εναι ακριβ, απ τη καλτερη μοσχοβτικη πτρα. Η πνω εναι κι αυτ καλ, απ τη καλτερη πτρα του Ντνπερ... Αυτς εναι ξακουστς τεχντης για ττοια δουλει, τις πτρες μου μως τις χλασε! Και το 'κανε απ τσαπατσουλι. Να, ρωτεστε τους ανθρπους εδ να σας πονε τι τσαπατσολης εναι".
 -"Αλθεια λει!" επιβεβαωσεν η Ντροζντβα.
 -"Να! γι' αυτ τη μεγλη ζημι εναι που κρτησα τα λεφτ..."
 -"Φτνει!" διταξεν ο ζμσκι. "Συ Κστιν τ λες";
 -"Ψμματα λει!" αποκρθηκεν ο Κστιν με δυνατ φων τενρου. "Για ρωτεστε τον τις δοκμασε τις πτρες";
 -"Δε θα με μθεις εσ τι πρπει να κνω, βλκα! Ξρω και μνος μου τι πρπει να ρωτξω..." 'Αναψε τσιγρο κι βγαλε την απφαση: "Βολοκοσιν τις πτρες θα πρπει να τις εξετσουν ανθρποι που ξρουν απ' αυτ τη δουλει... Αυτο θα μας πουν αν εναι χαλασμνες..."
     Ο Κστιν πλησασε το τραπζι χαμογελντας:
 -"Εξοχτατε, μνον η δουλει μπορε να δεξει αν εναι χαλασμνες οι πτρες. Οι νθρωποι που ξρουν απ ττοια θα 'ναι μυλωνδες και θα με χαντακσουνε. Τους ξρω αυτος τους σατανδες"!
 -"Συ θα με μθεις τι πρπει να κμω;" ρτησεν γρια ο ζμσκι.
 -"Μα χι! Οτε μου πρασε απ το νου. Μνο που πρπει να ζσω και κανες δε μπορε να ζσει χωρς δουλει... Εναι τρα ο δετερος μνας που με κοροδεει. Ας μου δσει τα μισ στω κι ας πει στο διλο, το γουρονι".
     Ο ζμσκι βγαλε καπν απ τη μτη και μλησε το διο γρια πως και πριν, αλλ με πιο σιγαν φων και με λαμπερ μτια:
 -"Κτι χω ακουστ για σνα Κστιν! Δε λνε καλ πρματα για σνα..." Μα ο Κστιν δεν υποχωροσε. Η φων του ακουγταν λο και πιο δυνατ:
 -"Δε λνε και λγα! λοι μας σκεφτμαστε σχημα ο νας για τον λλο... και μιλμε ακμα χειρτερα... Να για το Βολοκοσιν λνε πως δειρεν γρια τη γυνακα του και πως εναι τοκογλφος χειρτερος κι απ τον Μπουνακφ ακμα..."
 -"Απ που κι ως που εγ τοκογλφος;" πετχτηκε ο Μπουνακφ.
 -"λη την επαρχα την πιασεν απ το λαιμ ο Βασλι Κυρλοβιτς..." πρσθεσε κι η Ντροζντβα με τη χοντρ φων της. Ττε, μια χαμηλ αλλ πολ σταθερ φων ακοστηκε μες απ το πλθος:
 -"Αχρταγοι λαογδρτες εστε κι οι δυο σας"! Ο ζμσκι σημεωσε κτι κι στερα φναξε:
 -"Γικοβλεφ!". Ο Γκρσκα καθτανε καμπουριασμνος σ' να σκαλοπτι και κοταζε ανμεσα στα πδια του. Σηκθηκεν αδξια και βαρι κι σκυψε προς τη μερι του προσταμνου του. Κτι μουρμορισαν αναμεταξ τους κι στερα ο ζμσκι διβασεν αυτ που 'χε γρψει: "Να κρατηθε ο Εβντοκμ Κστιν υπ της Αστυνομας της Επαρχας μχρι νεοτρας διαταγς μου. χει χωροφλακα στη πρτα; Για κοτα. Ικονκοφ! τσι λοιπν Κστιν..." Ο Κστιν γρισε τη πλτη στο ζμσκι κι επε στον κσμο:
 -"Μωρ δικαστριο! Το 'δατε";
 -"Ε φιλαρκο μου..." επεν αργ ο ζμσκι, σηκθηκε κι ανβασε το μαστγιο. Ο Κστιν μως τραβοσε για τη πρτα. Ο Ικονκοφ τονε πρφτασε κι βαλε το χρι στον μο του που θα 'τανε βαρ, γιατ ο Κστιν σταμτησε, σα να σκνταψε και ρτησε:
 -"Τ τρχει";
 -"Μη βιζεσαι..." του απντησεν ο Ικονκοφ, "το λογ μου δε μπορε να τρχει".
     Το ζωηρ λογο χρευε πλι του. Ο ζμσκι το κοιτοσε και χαμογελοσε, αφνοντας να φανονται τα πυκν λευκ δντια του. στερα γρισε προς τη μερι του Βολοκοσιν κι επε:
 -"χουν υποβληθε τρεις εκθσεις εις βρος σου, αξιτιμε κριε! Πιο σοβαρ εναι η κθεση της δασκλας Μεντβντεβα. Αυτ μλιστα δεν εναι μνον κθεση παραπνων. Η δασκλα παρακαλε να παρθον μτρα που να τη προστατεουν απ σνα, κριε. Θλει να παραπονεθε στην Εισαγγελα".
     Ο Βολοκοσιν βηξε, τναξε τη κοιλι του και βλθηκε να μιλ με τρπο σα να διβαζε κτι που 'τανε γραμμνο.
 -"Επιτρψτε μου εξοχτατε να δηλσω πως εγ εμαι φορος στο σχολει και πως αυτ η Μεντβντεβα μαθανει στα παιδκια πργματα που δε συμφωνον με τη θρησκευτικ διδασκαλα της Ιερς Εκκλησας του Πτερ Συμεν, που κι εσες τονε ξρετε..."
 -"Τον χαρτοπαχτη..." πρσθεσεν ο ζμσκι κι κλεισεν εθυμα το μτι.
 -"Αυτ λει πως τχατες η γη γνηκε μονχη της, απ τον αγρα και τη φωτι και πως κανες δεν εναι νοικοκρης της. Εχτς απ' αυτ, πρσεξα πως κτι γνωστοι ανθρποι περνονε τα βρδυα τους στο σπτι της".
 -"Θα σ' ρεσε κι εσνα ε γρο;" ρτησεν ο ζμσκι, μα αμσως το ροδοκκκινο πρσωπ του σοβρεψε, φτυσε και συνχισε με φος αυστηρ: "πως κι αν εναι δεν πρεπε να πισεις τη γυνακα απ τα μαλλι και να τη χτυπς με τα βιβλα στα μοτρα. Θα δσεις λγο γι' αυτ. Και γενικ κρι μου..."
     Κενη τη στιγμ ρθε κι ο Ικονκοφ, κρατντας τ' λογο απ τη χατη. 'Αφησε στο τραπζι να φκελο κι επε:
 -"Δεν εχε χωροφλακα στη πρτα. Τονε πγα μνος μου. Αυτ το γρμμα μου το 'δωσεν νας καβαλρης απ το Μορζινο".
 -"Α δεν εχε; Περφημα!" επεν ο ζμσκι, ανογοντας μ' ολοφνερη χαρ το φκελο. "Δηλαδ ...χι περφημα, μα ασχος! Γικοβλεφ, γιατ δεν εχε χωροφλακα"; Ο Γκρσκα σκυψε και μουρμορισε κτι το ακαταλαβστικο μα ο ζμσκι του 'κανε νημα να σωπσει γιατ διβαζε το γρμμα. Το πρσωπ του λαμπε. στερα βαλε το γρμμα στη τσπη του κι ρχισε να δνει διαταγς φωναχτ και βιαστικ: "Γικοβλεφ, να τελεινουμε! Καννισε τα υπλοιπα. Κνε μιαν αναφορ με τις νες μηνσεις και στελε μου την, πως πντα. στειλες τα δχτυα στον αρχηγ των ευγενν; Εντξει! Ικονκοφ, ζψε, φεγουμε για το Μορζινο". Σηκθηκε, τεντθηκε για να ξεμουδισει, στθηκε κει, μορφος, λουσμνος απ το φλογερν λιο και κοταξε μ' αυταρσκεια τους μους και τα χρια του. "Λοιπν ορθδοξοι χριστιανο, απ σμερα σταματ τα χασομρια μαζ σας. χω μια σοβαρ δουλει... Κουρζεται κανες με σας, εστε ανητος λας. Για κοιτξτε πως εμαι γω, ε"; Χτπησε με τη χοφτα τα στθια του που βροντξανε μ' ναν υπκωφον χο.
 -"Αητς!" επε σιγαν η Ντροζντβα κι αναστναξε.
 -Ο αυτοκρτορας με πρσταξε να τον υπηρετ, να φροντζω για σας, για τις υποθσεις σας. Μα οι υποθσεις σας εναι τιποτνια πρματα. Ανοησες και κουταμρες εναι λα τα παρπον σας. Να αυτ η γυνακα κοιμται πλι στο πηγδι, σα να μη κοιμθηκε σ' λη της τη ζω. Βαριται κανες με σας, παιδι. Κι μως κνω την υπηρεσα μου σμφωνα με τη διαταγ της Αυτο Μεγαλειτητος του αυτοκρτορα. Υπηρετ πειθαρχικ κι υπομονετικ. Εμνα να 'χετε για παρδειγμα... Εναι σωστ αυτ που λω";
     Μερικς φωνς απαντσαν αμσως, βιαστικ και ταπειν, αναποφστιστα και χαρομενα:
 -"Σωστ εναι... η χρη σας! Ο Θες να σας δνει υγεα! Και πτε θα εξετσετε και τη δικ μας υπθεση, προσττη μας";
     Ο ζμσκι βαλε το καπλο του, ο Γκρσκα του 'ριξε τον μανδα στους φαρδιος του μους κι στερα ο δικαστς ανβηκε στο αμξι πσω απ τον Ικονκοφ και καθς βγαινε απ την αυλ, οι μουζκοι προσκυνοσανε κι αυτς τους κουνοσε το κεφλι. Ο Βολοκοσιν, ο Μπουνακφ, η Ντροζντβα κι λλοι τσσερες, πλησισανε τον Γικοβλεφ. Ο Γκρσκα στεκτανε στο κεφαλσκαλο σφγγοντας τα χαρτι κτω απ τη μασχλη του και τους κοταζε απ ψηλ με κατακκκινα μτια μπεκρ. Τους κοταζε κμποσην ρα κι στερα επε σφυριχτ:
 -"Λοιπν επατε ,τι εχατε να πετε. Γκαμλες!... Ακοσατε που πρσταξε να 'στε πιο τσιγγονηδες στα λγια..." και τρβηξε για το γραφεο. Οι μουζκοι πγανε ξοπσω του. Στην αυλ μενανε μνο καμμι εικοσαρι νθρποι που κρεμοσανε τα δισκια στους μους τους κι ετοιμαζντουσαν να προυνε δρμο για τα μακριν τους σπτια.
 -"Καλ τους συγρισε", επε μ' ενθουσιασμ ο μαραγκς.
 -"Ναι! Καλ τους κοπνησε"!
 -"Σπουδαα θση χει..."
 -"Τ λτε; Να ξυπνσουμε τη γυνακα";
 -"Σα πεθαμνη κοιμται"!
 -"Αητς εναι, σγουρα! Εδατε τ καμε τον Κστιν;" επεν ο μαραγκς, τυλγοντας το τσιγρο του.
     Ξυπνσανε τη γυνακα. Αυτ κοταξε σα τρελ γρω της κι βαλε τις φωνς:
 -"Θε μου πλι δε βγκεν η απφαση! Τ να κνω; Πτε θα βγει επιτλους";
     Το παιδκι βλθηκε να κλαει μ' αδναμη φων. λοι αρχσανε να φεγουν απ την αυλ, βιαστικ. 'Ακουγες τις τελευταες τους κουβντες:
 -"Στο Μορζινο πηγανει... Στη γυνακα του αρχηγο των ευγενν..."
 -"Εναι μεγλος γυναικς..."
     νας κοντς μουζκος με στριμμνα μουστκια, με κομμνα γνεια και με προγολι σα του σκαντζχοιρου, τναξε το κεφλι του κι επε δυνατ και ζηλιρικα, χτυπντας με μια βργα τις τσουκνδες που φυτρνανε κοντ στο πηγδι:
 -"Παζει τους νμους στα δχτυλα σα να 'ναι μπαλαλικα! Αληθινς αητς"!
 -"Μα γι' αυτ εναι που σποδαξε..." εξγησεν ο μαραγκς. στερα, αφο βγαλε πυκν καπν απ το στμα του, πρσθεσε: "Συμπληρωματικς μπορ να πω πως αυτο οι σπουδαγμνοι, οι φιλσοφοι, πως το θλουν τσι και το γυρζουν... Καλν αντμωση, τμιε λα! χι μως σε τοτο το μρος"!
     να γριο σκυλ ρθε τρχοντας απ τον κπο. Μρισε τη φρσκια κοπρι, μα δεν τ' ρεσε. Τναξε το μεγλο του κεφλι, τρεξε στο παραπτο του πηγαδιο, σκωσε το πδι του, ορησε κι στερα πλι τσι βιαστικ ρμηξε κατ τη πρτα...
   
                                                                        

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers