Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Gorky Maksim: Ιδεαλιστής Χιουμορίστας Λόγιος

 

                  

                Βιογραφικό     
Aleksei Maksimovich Peshkov                             Максим Горький

     O Μαξίμ Γκόρκυ ήτανε Ρώσος συγγραφέας, ιδρυτής του σοσιαλιστικού λογοτεχνικού ρεαλισμού  κι ενεργά πολιτικό στέλεχος. Τ' όνομα του ήταν Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πέτσκοφ ενώ το 'Γκόρκι' το επέλεξε σα ψευδώνυμο επειδή σημαίνει 'πικρός'. Αντιτάχτηκε πολλάκις με το τσαρικό καθεστώς και πέρασε πολύ καιρό στις φυλακές ή στην εξορία.
     Γεννήθηκε από φτωχούς γονείς, στη πόλη Nizhny Novgorod στις 16 Μάρτη 1868 και πέθανε στη Μόσχα στις 28 Ιουνίου 1936. Στα 1873 πεθαίνει ο πατέρας του. Η μητέρα του θα ξαναπαντρευτεί κι ο Μαξίμ Γκόρκι θα μείνει με τον παππού και τη γιαγιά του. Η ιστορίες, τα παραμύθια κι η τρυφερή παρουσία της τελευταίας άσκησαν μεγάλη επίδραση πάνω του.
     Αναγκάζεται από τη φτώχεια να φύγει από το σπίτι σ' ηλικία μόλις 9 ετών και ν' αναζητήσει τη τύχη του. Δοκιμάζει διάφορα επαγγέλματα: βοηθός υποδηματοποιού, βοηθός αγιογράφου, λαντζέρης σε καράβι, αχθοφόρος στην Οδησσό, νυχτοφύλακας σε ψαράδικο, φούρναρης, καθαριστής καμινάδων, εργάτης στα χωράφια. Ρακένδυτος, πεζός και πεινασμένος γυρνά όλη τη Ρωσία, γνωρίζει τους ανθρώπους και τη δυστυχία τους, για πάνω από 5 χρόνια κι αυτό επίσης ήτανε καθοριστικό για τη μετέπειτα λογοτεχνική αλλά και τη πολιτική του πορεία.
     Τον Δεκέμβρη του 1887 μ' ένα παλιό πιστόλι αυτοπυροβολείται στο στήθος. Η σφαίρα θα μείνει στα πνευμόνια του 40 ολόκληρα χρόνια. Η αιτία είναι μάλλον που 'χασε τη γιαγιά του. Παρά τις αντιξοότητες αυτές, από το 1892 κιόλας, αρχίζει να εκδηλώνεται η αγάπη του στη λογοτεχνία. Ξεκινά να γράφει πρώτα για βιοποριστικούς λόγους, επιφυλλίδες σ' επαρχιακές εφημερίδες. Τότε εργαζότανε στην εφημερίδα TIFLIS (Καύκασος) κι ακόμα χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Jehudiel Khlamida, αλλ' από κείνη τη χρονιά και μετά επιλέγει το 'Γκόρκι'. 3 χρόνια μετά, γνωρίζεται με τον συγγραφέα Βλαντιμίρ Κορολένκο,(Vladimir Korolenko) που του δημοσιεύει το διήγημα, "Τσελκάς" και γνωρίζει κάποιον ενδιαφέρον. Το 1899 οι τυπωμένες συλλογές των διηγημάτων του γνωρίζουν καταπληκτικήν επιτυχία. Γίνεται γνωστός σ' όλη την Ευρώπη.
     Το 1902 η Ακαδημία τον εκλέγει μέλος της. Λίγες μέρες μετά ο Τσάρος Νικόλαος ο Β' ακυρώνει την εκλογή του, επειδή τα βάζει με τη λογοκρισία του τύπου που εφαρμόζεται, μ' αποτέλεσμα οι Τσέχωφ και Κορολένκο να παραιτηθούν. Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τον Λένιν και γίνονται φίλοι. 3 χρόνια μετά αναλαμβάνει τη διεύθυνση του περιοδικού ΝέΑ ΖΩή  κι αγωνίζεται για την επανάσταση. Γράφεται στο κομμουνιστικό κόμμα. Συλλαμβάνεται και κλείνεται στο φρούριο Πετροπαβλόφσκ, κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης επανάστασης του 1905 κι εκεί μέσα γράφει ένα βιβλίο που φαινομενικά αναφέρεται στην επιδημία χολέρας του 1862, μα ουσιαστικά μιλά για το παρόν. Λογοτέχνες απ' όλο τον κόσμο κάνουν έκκληση για τη σωτηρία του. Την επόμενη χρονιά φεύγει στο Κάπρι μέχρι το 1913 κι όταν επιστρέφει συμμετέχει στα πολιτικά δρώμενα που συντελέσανε στο να ξεσπάσει η επανάσταση του '17 και συμμετέχει ενεργά και σ' αυτήν. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκ. Πολ. το δωμάτιό του στη Πετρούπολη είχε γίνει καταφύγιο μπολσεβίκων Πάντως μέχρι να ξεσπάσει η επανάσταση, δε του επιτρεπόταν να εγκαταλείψει τη χώρα.
     2 βδομάδες μετά το ξέσπασμα της επανάστασης, τον Οκτώβρη του 1917, έρχεται σε σύγκρουση με τα ηγετικά στελέχη του κόμματος. Γράφει χαρακτηριστικά:
   "...Οι Λένιν και Tρότσκι δεν έχουν οιαδήποτε ιδέα για την ελευθερία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλοτριώνονται ήδη από το βρωμερό δηλητήριο της εξουσίας. Αυτό είναι ορατό από την επαίσχυντη ασέβεια στην ελευθερία του λόγου αλλά κι όλων των άλλων αστικών ελευθεριών για τις οποίες η δημοκρατία πάλεψε...".
     Ο Λένιν απαντά με απειλές, το 1919:
   "...Συμβουλή μου είναι ν' αλλάξετε τις απόψεις, τις ιδέες και γενικά τους τρόπους σας, διαφορετικά μπορεί να χάσετε τη ζωή σας".
     Τον Αύγουστο του 1921 συλλαμβάνονται οι φίλοι του λογοτέχνες, Νικολάι Γκουμίλιοφ (Nikolai Gumilyov) κι η σύζυγός του 'Αννα Αχμάτοβα (Anna Akhmatova), για φιλομοναρχικές τάσεις. Γυρίζει εσπευσμένα στη Μόσχα πετυχαίνοντας να τους λευτερώσει με προσωπική διαταγή του ίδιου του Λένιν, μα όταν σπεύδει να τους δει, διαπιστώνει πως ήδη έχουνε πυροβολήσει θανάσιμα τον Νικολάι. Κοντά σ' αυτά έρχεται η επιδείνωση της υγείας του, μια παλιά φυματίωση από τον καιρό που γυρνούσε στους δρόμους, και τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς, μεταναστεύει ξανά στο Κάπρι για λόγους υγείας. Τούτη τη φορά θα μείνει μέχρι το 1929.
     Επιστρέφει στη Ρωσία κατά διαστήματα και δέχεται υποκριτικές τιμές από τον Στάλιν. Τ' όνομά του, χάρη προπαγάνδας του κόμματος, δίνεται σε κεντρική λεωφόρο και μετονομάζεται η γενέτειρά του, επίσης ένα από τα μεγαλύτερα αεροπλάνα της εποχής στη Ρωσία, το Τουπόλεφ-20  ονομάζεται Γκόρκι κι ένα μεγάλο πάρκο μες στο κέντρο της Μόσχας. Είναι γεγονός πως το κόμμα εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τ' όνομά του για να προωθήσει τη προπαγάνδα του στον 'έξω κόσμο'.
     Το 1936 πεθαίνει ξαφνικά κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες, ενώ φήμες πως δηλητηριάστηκε από το καθεστώς Στάλιν, παραμένουν αναπόδεικτες. Πάντως οι Στάλιν και Μολότωφ, ήταν από κείνους που μεταφέρανε το φέρετρό του στη κηδεία. Αργότερα, το 1938, όταν εξετάστηκαν από τον Μπουχάριν κάποιες δαπάνες, ειπώθηκε πως τονε σκοτώσανε πράκτορες του NKVD Yagoda. Η δε γενέτειρά του ξαναπήρε τη προηγούμενή της ονομασία (Νίζνι-Νόβγκοροντ) το 1990, μετά τη πτώση του κομμουνισμού
.

--------------------------------------------------------------------------------------------

                                           Ο Αητός

     Στην άκρη της πολιτείας, εκεί που ο μεγάλος δρόμος βγαίνει στον κάμπο και τραβά για το νεκροταφείο του μοναστηριού, έχει ένα μονόπατο, ξύλινο σπίτι με πέντε παράθυρα, όμοιο υπόστεγο. Παλιότερα ήτανε βαμένο κόκκινο μα βροχές το ξεπλύναν, ο ήλιος το ξεθώριασε και παχιά σκόνη που κάθισε με τα χρόνια στο σαρακοφαγωμένο ξύλο, το 'βαψε με το βρώμικο σταχτί της χρώμα. Ωστόσο σε μερικές μεριές έμειναν οι κόκκινες βούλες που μοιάζουν με μελανιές από χτυπήματα. Πολύ παλιό σπίτι. Έχει πια γείρει προς τη μεριά της αυλής. Τα θολά παράθυρια του σα να θέλουν να δούνε βαθιά στον ορίζοντα, λες και βαρέθηκαν να κοιτάζουν ολοένα τη σιδερόφραχτη πόρτα του νεκροταφείου, θαρεθήκαν να θωρούν ανάμεσα από τα κάγκελα τους σταυρούς που στέκονται πάνω στα μνημούρια.
     Τη φάτσα του σπιτιού στολίζουνε τέσσερις σκουριασμένες ταμπελίτσες: η μια γράφει, "Το σπίτι αυτό είναι της 'Αννα Ρέπιεβνα, χήρας δημοσίου υπαλλήλου ένατης τάξης", η δεύτερη λέει πως "Δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σαν κατάλυμα", παρ' όλο που από πολύ καιρό ο στρατός δεν καταυλίζεται πια στα σπίτια, η τρίτη γράφει πως "Το σπίτι είναι ασφαλισμένο στην εταιρεία Σαλαμάντρα" αν κι η εταιρεία αυτή φαλίρισε εδώ και καμιά τριανταριά χρόνια και στη τέταρτη ταμπελίτσα, που 'ναι μεγαλύτερη, πιο καινούρια και καταπράσινη σα φαρμάκι, έχει ζωγραφισμένο ένα μαύρο δικέφαλο αητό και γύρω του με μαύρα γράμματα λέει πως το σπίτι αυτό είναι, "Γραφείο του ζέμσκι νατσάλνικ (ευγενής που εξασκούσεν αστυνομικά, δικαστικά καθήκοντα και με διοικητικήν αρμοδιότητα κατά τη προεπαναστατική Ρωσία), του πρώτου τμήματος της επαρχίας Μιάμλινσκι".
     Το καλοκαίρι ο ζέμσκι ζει στο χωριό Σαβέλοβο, δέκα βέρστια έξω από τη πόλη. Κάθε Πέμπτη, στις δέκα το πρωί, έρχεται για να 'δικάσει'. Οι αγρότες συνηθίζουν να μαζεύονται στο δικαστήριο πολύ πρωί. Όταν είναι καλός καιρός κάθονται στο τσαλαπατημένο, κεραμιδένιο πεζοδρόμιο, κάτω από τα παράθυρα του γραφείου. Όταν βρέχει στριμώχνονται στην αυλή, που 'ναι μεγάλη, έρημη, γιομάτη τσουκνίδες κι αρκουδοβότανα. Ένα μισορημαγμένο υπόστεγο τη χωρίζει από τη διπλανή αυλή. Στη μέση είναι πηγάδι και μια γέρικη, ροζιασμένη ιτιά. Ανάμεσα στ' αγριοχόρτα ξεχωρίζουν μερικά καμένα κούτσουρα κι ένας σωρός από τούβλα, απομεινάρια από χτιστή σόμπα. Καμιά φορά οι αγρότες περιμένουνε τον ζέμσκι μια, δυο και πέντε ώρες.
     Ζέστη. Η πολιτεία μυρίζει σκόνη και κουτσουλιά, όπως μυρίζουνε τα κοτέτσια. Ησυχία. Τα παιδιά είναι στο σχολειό, οι γυναίκες στις κουζίνες και στους μπαξέδες, οι άντρες στη δουλειά τους. Κάτω από τα παράθυρα του γραφείου περιμένουνε, καθιστοί ή ξαπλωμένοι, κάμποσοι χωριάτες με τα γένεια και τα κατσουφιασμένα μούτρα τους. 'Αλλοι νυστάζουν, άλλοι κοιμούνται και ροχαλίζουν. Οι φωνές είναι πολλές, όταν όμως τους ακούς από μακρυά, νομίζεις πως ένας μόνο μιλά, όλη την ώρα.
 -"Δεν έρχεται".
 -"Να δεις που πάλι δε θα 'ρθει".
 -"Γι' αυτούς οι μέρες μας δεν έχουν αξία".
 -"Μας κοροϊδεύουν οι αφεντάδες".
 -"Κι αυτό δεν είναι τίποτα ακόμα"!
 -"Ναι. Τούτος 'δω είναι μαλακός".
 -"Αητός"!
 -"Ο αδερφός του όμως ο Κοσταντίν, αυτός που 'ναι στο τρίτο τμήμα, σωστό σκυλί..."
 -"Μη φωνάζεις! Θα σ' ακούσει ο Γκρίσκα και τότε..."
 -"Εχ που να πάρει ο διάλος τη μάνα τους"!
     Ένας τράγος πλησιάζει το πηγάδι, κουνώντας σοβαρά το κεφάλι του.
 -"Σα νωματάρχης πορπατά..."
 -"Αλήθεια! Μοιάζει με νωματάρχη".
     Για μια στιγμή οι φωνές σβήνουνε και τότε ακούγονται οι σπίνοι που τραγουδάνε μανιασμένα γύρω από το πηγάδι.
 -"Ο Κοσταντίν προστάζει να βγάζει ο κόσμος το καπέλο του όταν περνά τ' άλογό του".
 -"Ψέμματα"!
 -"Αλήθεια σου λέω. Αν δε το βγάλεις πας μια μέρα φυλακή. Κι αν το ξανακάνεις πας τρεις..."
 -"Τρελαθήκανε"!
 -"Γίνεται κι αυτό. Ο Μούσιν-Πούσκιν δίκαζε τον κόσμο χρόνια ολάκερα. Μια μέρα βάλθηκε ξαφνικά να ντουφεκά καταπάνω στο κοπάδι. Το κοπάδι ερχόταν από τον κάμπο. Αυτός ακούμπησε στο παράθυρο και σημάδευε τα ζωντανά! Και δεν είχεν ένα όπλο μόνο. Έριχνε με σκάγια, έριχνε και με σφαίρες..."
 -"Σκότωσε πολλά ζωντανά";
 -"Πέντε κεφάλια, μου φαίνεται".
 -"Σωστά, έτσι έγινε. Το ξέρει όλος ο κόσμος".
 -"Τονε δέσανε και τονε πήγανε στη πόλη. Κι εκεί είπαν: Από καιρό είναι τρελός".
 -"'Ακου πράματα"!
 -"Και δίκαζε έτσι τρελός";
 -"Ναι. Δίκαζε".
 -"Και τις αποφάσεις που 'βγαζε; Τις σβήσανε";
 -"Όχι. Αυτό δε γίνεται. Ο νόμος δε πηγαίνει ποτέ προς τα πίσω".
     Κάποιος λέει θλιμμένα:
 -"Σα Τούρκοι αιχμάλωτοι καθόμαστε, εχ τη μά..."¨
 -"Αφού έτσι πρέπει, έτσι θα κάθεσαι", του απαντούν κι η κουβέντα ξετυλίγεται πάλι χαμηλόφωνα και χωρίς βιάση.
 -"Για να γαβγίζει, είναι μάστορας ο Κοσταντίν".
 -"Είναι, είναι".
 -"Στις βρισιές ο μουζίκος δε παραβγαίνει μαζί του".
 -"Αξιωματικοί είναι όλοι τους. Στους στρατώνες μάθαν να βρίζουν".
 -"Ήρθε που λέτε στο χωριό ο Κοσταντίν με τη γυναίκα του, μιαν αδύνατη με κοφτερή ματιά και με κάτι μάγουλα κίτρινα σα το ρεπάνι κι όλη η περιουσία που φέραν ήτανε μια βαλίτζα, μια κιθάρα κι ένα πράσινο πουλί, ένα παπαγάλο, μες στο κλουβί. Και να δείτε που και το πουλί ακόμα ξέρει να βρίζει πρόστυχα"!
 -"Τα παραλές"!
 -"Αλήθεια είναι σου λέω. Το ξέρουν όλοι αυτό το πουλί".
 -"Ύστερα από λίγες μέρες φέρανε και μια φοράδα. 'Ομορφη φοράδα, δε μπορείς να πεις..."
 -"Αυτή είναι η φοράδα που πρέπει να της βγάζεις το καπέλο";
 -"Ναι, αυτή. Είναι κάτασπρη, έχει λιγνά πόδια και χαρούμενα μάτια".
 -"Σωστά. Δε περπατά, χορεύει..."
     Για πολλήν ώρα παινεύανε τη φοράδα, στορούσαν όλα της τα καθέκαστα. Στο τέλος μια κουδουνιστή φωνή τενόρου έκανε τη σούμα απ' όλα τούτα τα παινέματα:
 -"Τέτοια φοράδα δε ταιριάζει να τη χαρεί το βαρβάτο... Κάλλιο να τη χαρεί ο διοικητής"!
 -"Ε, Εβντοκίμ, κοίτα μη τη πάθεις"!
 -"Και τί δε φέραν ύστερα! Τραπέζια, καρέκλες, ντιβάνια, σεντούκια. Συμπράγκαλα για τρία σπίτια..."
 -"Σώπα. Ο Γκρίσκα ξύπνησε"!
     Οι μουζίκοι μπαίνουνε στην αυλή στριμωχτά, ο ένας πίσω από τον άλλο. Μαζεύονται μπρος στο μαύρο κεφαλόσκαλο. Από το σπίτι βγαίνει μαχμουρλής και μουτρωμένος ο Γκρίσα Γιάκοβλεφ, πρώην γραμματέας στα γραφεία της επαρχίας, σπουδαγμένος σ' όλους τους νόμους και ξακουστός μεθύστακας. Κάνει τη παρουσία του πάντα με τον ίδιο τρόπο: ανοίγει σα διαβήτη, τα μακρόλιγνα ποδάρια του και κουνά τη φουσκωμένη του κοιλιά. Χωρίς πουκάμισο, μ' ένα σωβρακάκι από ριγωτό καμπότο και με μια πετσέτα στο λαιμό, πηγαίνει στο πηγάδι και χωρίς να κοιτάξει κανένα δίνει μια διαταγή με βραχνή φωνή:
 -"Εμπρός"!
     Κάποιος από τους μουζίκους βγάζει ένα κουβά νερό. Ο Γκρίσα διπλώνει, ίδια γωνιά, το κορμί του με το στενό θώρακα και το γκρίζο δέρμα και ξαναλέει βραχνιασμένα:
 -"Ρίξε"!
     Ο μουζίκος του χύνει το κρύο νερό στο κεφάλι του που 'ναι φαλακρό σα κολοκύθι και στη ράχη του, που 'χει κάτι κουτάλες σα παλάμες. Τα λιγνά του ποδάρια τρέμουνε, τα πλευρά του ανεβοκατεβαίνουνε σα του αλόγου που τρέχει. Βήχει, βρίζει, ρουθουνίζει, πιασμένος από το σανιδένιο παραπέτο του πηγαδιού.
 -"Τρίψε"!
     Ο μουζίκος του τρίβει δυνατά τη πλάτη με τη πετσέτα.
 -"Σιγ-γότερα σατανά"!
     Επιτέλους ο Γκρίσκα ανασηκώνεται κι έχει πάντα το ίδιο γκρίζο χρώμα. Λέει:
 -"Ο ζέμσκι δε θα 'ρθει σήμερα! Όποιος έχει αίτηση ας τη δώσει! Οι άλλοι τραβάτε σπίτια σας"!
     Οι πιο πολλοί άντρες και γυναίκες φεύγουν από την αυλή. Έχουνε κατεβασμένα τα κεφάλια και μουρμουρίζουν. Μερικοί πηγαίνουνε πίσω από τον Γκρίσκα, φτάνουν ως το γραφείο και του λένε:
 -"Γκριγκόρι Μιχάλιτς, για τον Θεό, κούνησε την υπόθεσή μας! Πόσες φορές είναι που 'ρχομαστε! Δε μπορούμε άλλο, το καταλαβαίνεις και μόνος σου! Είναι ο καιρός του θέρου τώρα. Δεν είμαστε άνθρωποι λεύτεροι, χωρίς δουλειά..."
     Ο φύλακας του νόμου βήχει κι αστειεύεται:
 -"Ψέμματα λέτε! Αφού δε σας βάλανε στο φρέσκο, λεύτεροι είσαστε..."
     Το αστείο όμως το ξέρουν από καιρό και κανείς δε γελά. Εκεί είναι κι ο Εβντοκίμ Κόστιν που 'χει κατάμαυρα σγουρά μαλλιά σα τσιγγάνος και ξέρει να δένει τις μυλόπετρες στους μύλους. αυτός ξεκαθαρίζει το πράμα με μια κουβέντα που τηνε λέει σουφρώνοντας τα φρύδια και δείχνοντας τα πυκνά του λευκά δόντια:
 -"Μη με παιδεύεις, Γριγκόρι, γιατί θα σου σπάσω τα μούτρα! Κι αν πάρεις μπαξίσι από τον Βολοκούσιν τότε θα σε καθαρίσω"!
     Ο Γκρίσκα που στέκεται στο ψηλότερο σκαλοπάτι, αρχίζει να βήχει. Τα πόδια του τρέμουνε και πιάνεται από το πόμολο της πόρτας για να μη πέσει. Το μακρόστενο γκρίζο πρόσωπό του με τα κοκκινωπά γένεια φουσκώνει και κοκκινίζει. Χτυπά τα στήθια του με τη γροθιά και μόλις τονε παρατά ο βήχας λέει σφυριχτά:
 -"Εγώ να πάρω μπαξίσι";
 -"Εσύ. Ποιός άλλος;" λέει ήρεμα ο Κόστιν.
 -"Δηλαδή πουλιέμαι, 'γω";
 -"Όλοι πουλιούνται..."
 -"Τ' ακούτε;" λέει ο Γκρίσκα στους μουζίκους. "Αυτό λέγεται προσβολή κατά υπαλλήλου εν ώρα υπηρεσίας. Είστε μάρτυρες..."
 -"Βλάκα!" του λέει ο Κόστιν, κουνώντας το χέρι και φεύγει. Πίσω του φεύγουνε βιαστικά κι οι μουζίκοι που τους είχε βάλει μάρτυρες ο Γκρίσκα.
     Ο Γκρίσκα κάθεται στο σκαλοπάτι, χαϊδεύει τα στήθια του και κουνά το μουσκεμένο του κεφάλι. Τα κόκκινα μαλλιά του πήρανε κι ασπρίζουνε, πέφτουνε στα κιτρινιάρικα μάγουλά του. Τα μάτια του είναι γουρλωμένα και κατακόκκινα.
 -"Παλιάνθρωποι!" λέει σφυριχτά κι αρχίζει πάλι να βήχει.
     Ο ζέμσκι νατσάλνικ έρχεται μ' αμάξι ή με μιαν όμορφη πλεχτή σούστα. Το άλογο, ένα μικροκαμωμένο μα πολύ νευρικό ζώο, τ' οδηγεί ο Ικονίκοφ, ένας παλιός ουσάρος που κάνει τώρα τον χωροφύλακα του χωριού. Ο Ικονίκοφ είναι πάντα κατσούφης και πολύ τσιγγούνης στα λόγια. Βρίσκεται στη δούλεψη του ζέμσκι σαν ιπποκόμος κι αμαξάς, πηγαίνει μαζί του στο κυνήγι και στο ψάρεμα. Είναι ψηλός, μελαχρινός και φαλακρός, έχει κάτι μάτια στρόγγυλα και πλακουτσωτά που μοιάζουνε με κουμπιά. Φορά ένα πουκάμισο με βαθυκόκκινο χρώμα και μαύρη στρατιωτική κιλότα. Από ένα φαρδύ λουρί κρέμεται πάνω του ένα πιστόλι μέσα σε μια κίτρινη, πέτσινη θήκη. Στην αριστερή μεριά σέρνει μια σπάθα χωροφύλακα. Πλάι του ο ζέμσκι θυμίζει καλόγερο ή ασκητή, έτσι που φορά ένα γκρίζο μανδύα και μια κουκούλα στο κεφάλι.
     Οι μουζίκοι βγάζουνε τα καπέλα τους και στέκονται σιωπηλοί, στριμωγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο. Οι γυναίκες κρύβονται πίσω από τους άντρες. Μπρος απ' όλους βρίσκεται ο Γκρίσκα Γιάκοβλεφ με το πρόσωπο κατσουφιασμένο κι έκφραση μεγαλομάρτυρα. Φορά ένα γκρίζο σακάκι που του φτάνει στα γόνατα, μια γκρίζα ριγωτή κιλότα και κάτι ξεπατωμένα λευκά παπούτσια με μαύρα κουμπάκια.
     Ο Ικονίκοφ βγάζει τον μανδύα από τις πλάτες του ζέμσκι, όπως βγάζουνε το τσόφλι από τ' αβγό και τότε παρουσιάζεται το γνωστό σουλούπι του ανθρώπου που φτιάχνει τη δικαιοσύνη και χαρίζει το "δίκιο και την επιείκεια που πρέπει να βασιλεύουνε στα δικαστήρια" (φράση του Τσάρου Αλέξανδρου ΙΙ). Ο ζέμσκι είναι καμιά σαρανταριά χρονών, ένας άντρας καλοκαμωμένος με φαρδιά στήθια. Το κεφάλι του στολίζουν ασημένια μαλλιά και το γλυκό ροδοκόκκινο πρόσωπο, κάτι μεγαλόπρεπα μουστάκια και κάτι μεγάλα και χαϊδευτικά μάτια. Φορά πουκάμισο από σατακρούτα με χρώμα σα το χρυσάφι, κιλότα ιππασίας και ψηλές μπότες. Στη φαρδιάν ασημένια ζώνη με τα σμαλτωμένα πλουμίδια, έχει ένα όμορφο μαστίγιο καμωμένο από πέτσινες λωρίδες. Αυτές είναι τόσο σφιχτοπλεγμένες που θα 'λεγες πως το μαστίγιο είναι σιδερένιο. Η λαβή του είναι κι αυτή ασημένια, όπως η ζώνη.
     Ο ζέμσκι σκουπίζει μ' ένα λευκό μαντίλι τα σκονισμένα μάγουλα και το φαρδύ μέτωπό του, τινάζει το ασπρισμένο κεφάλι, χαϊδεύει με τα δάχτυλα τα πυκνά ξανθά του μουστάκια, μισοκλείνει τα μάτια και χαμογελά.
 -"Ολάκερος λόχος μαζεύτηκε πάλι!", λέει τεμπέλικα, με βροντερή κι αρχοντική φωνή. "Γεια σας"!
     Οι αγρότες τονε χαιρετούν με διάφορες φωνές. Οι γυναίκες κοιτάζουνε μαγεμένες τον εξαιρετικά όμορφον αφέντη. Ίσως μερικές τους να θυμούνται τα κοριτσίστικα όνειρά τους, ίσως να θυμούνται το τραγούδι που λέει πως: "...Ήρθε ένας αφέντης από τον κάμπο, με δυο σκυλιά μπροστά και δυο λακέδες πίσω... αντάμωσε μια κοπέλα χωριάτισσα, την αγάπησε και τη πήρε γυναίκα του...". Ο ζέμσκι είναι ολοφάνερα σίγουρος πως ο κόσμος καμαρώνει τη λεβεντιά, την υγεία και τη δύναμή του. Τεντώνεται για να ξεμουδιάσει, μισοκλείνει τα μάτια και ρίχνει μια ματιά στον πυρωμένον ουρανό, λες κι εξετάζει αν τονε φωτίζει καλά ο ήλιος. Ύστερα προστάζει:
 -"Γιάκοβλεφ! Φέρε το τραπέζι και τη καρέκλα δω! Μέσα κάνει ζέστη κι έχει μύγες... Κλείσε τη πόρτα"!
 -"Έτοιμα είναι!" λέει με ξερή φωνή ο Γκρίσκα κι ύστερα φωνάζει: "Τραβηχτείτε"!
     Οι μουζίκοι τραβιούνται βαριά. Πίσω τους, κοντά στο κεφαλόσκαλο, φαίνεται στη σκιά ένα κάθισμα, μια καράφα νερό, ένα καλαμάρι και μια στοίβα χαρτιά.
 -"Πολλές υποθέσεις έχουμε;" ρωτά ο ζέμσκι και κάθεται στο τραπέζι χαϊδεύοντας τα μουστάκια του.
 -"Δεκατρείς", απαντά ο Γκρίσκα.
 -"Διάβολε!" λέει ο ζέμσκι και σηκώνει μ' απορία τους ώμους. "Γιατί τσακώνεστε; Γιατί τρέχετε στα δικαστήρια; Πότε θα μάθετε να ζείτε ειρηνικά, ε; Τί κουτοί που 'στε; Σας δώσανε τη λευτεριά κι εσείς δε ξέρετε να τη χαρείτε. Πρέπει να σας το μαθαίνουμε μεις οι αφεντάδες... Πρέπει να σας διαπαιδαγωγήσουμε ξανά..."
     Ένα λιγνό γεροντάκι βγαίνει από το πλήθος. Δυο βουζούνια φαίνονται στο γυμνό του κεφάλι. Τα τραχιά, βρώμικα και μπερδεμένα γένεια του είναι πολύ βαριά για τη στενή μούρη του με τα μικρούτσικα μάτια. Σου χτυπά στα νεύρα καθώς μιλά τραγουδιστά, σα ζητιάνος:
 -"Εξοχώτατε Μίτρι Σεργκέιτς, πολύτιμε προστάτη μας, έχουμε φτώχεια! Μας έφαγε η φτώχεια! 'Ανθρωποι πολλοί και το ψωμί λίγο! Πολύ λίγο αφέντη μου! Κι οι άνθρωποι είναι ψεύτες... όλοι του είναι ψεύτες..."
     Μες από το πλήθος, κάποιος ρωτά φωναχτά:
 -"Υπάρχει τάχα πιο ψεύτης από σένα";
 -"Σσσς!" προστάζει ο ζέμσκι μαζεύοντας τ' ασημένια του φρύδια. "Ποιός το 'πε αυτό";
 -"Ο Εβντοκίμ Κόστιν!" λέει ο Γκρίσκα.
 -"Την αλήθεια είπε, αφέντη μου!" επιβεβαιώνει μια μεγαλόσωμη ηλικιωμένη γυναίκα που φορά ένα παρδαλό φουστάνι, ραμμένο σύμφωνα με τη μόδα της πολιτείας.
 -"Η-συ-χία!" προστάζει αυστηρά ο ζέμσκι και χτυπά το χέρι στο τραπέζι. "Σας το 'πα κι άλλη φορά, σας το ξαναλέω και τώρα: Μπροστά μου να μη βρίζεστε! Τ' ακούσατε; Λοιπόν..." Ακουμπά στη ράχη της καρέκλας, σηκώνει το χέρι, το κουνά κι αρχίζει να τους δασκαλεύει: "Εγώ είμαι που διευθύνω το δικαστήριο! Είναι μεγάλη δουλειά τούτη! Το δικαστήριο φτιάχνει τη συνείδησή σας. Καταλαβαίνετε; Πρέπει να το καταλάβετε. Δεν είναι η πρώτη φορά που σας το λέω. Συνείδηση θα πει να μη προσβάλλετε ο ένας τον άλλο, να μη βρίζεστε, να μη καβγαδίζετε, να μη κλέβετε, να μη κόβετε στα κλεφτά ξύλα από τα δάση του δημοσίου, να μη μαζεύετε μανιτάρια από κει που απαγορεύεται, να πληρώνετε στην ώρα τους τους φόρους και στο κράτος και στο ζέμστβο, να μη ξοδιάζετε τα λεφτά σας στο πιοτί..."
     Μιλούσε πολύ πληχτικά, χωρίς νεύρα και χωρίς να βιάζεται. Όσο μιλούσε κοίταζε τον Ικονίκοφ που περπατούσε στην αυλή. Ξοπίσω του πήγαινε σα σκυλάκι, το κοκκινωπό άλογο. Τον έσπρωχνε στον ώμο με τη μουσούδα του και πάσκιζε να του πιάσει το αφτί.
 -"Κάθησε ήσυχα!" είπε βαριά ο Ικονίκοφ. Έβγαλε κάτι από τη τσέπη του, ίσως κανά κομματάκι ζάχαρη και το 'δωσε στο άλογο.
 -"Όσα και να σας δώσουνε λίγα τα βρίσκετε!" συνέχισεν ο ζέμσκι και κούνησε το χέρι του μ' απογοήτεψη. "Σας ξέρω γω! Καβγατζήδες, ραδιούργοι, συκοφάντες! Ζηλεύετε! Να! Αυτό είναι. Τώρα ήρθατε στο δικαστήριο... Με ποιόν τα 'χετε; Όλο με τους πλούσιους τα 'χετε! Τάχα πως σας τυραννούνε, πως δε σας αφήνουν να ζήσετε! Και ποιός σας δίνει δουλειά; Το βλέπετε; Εμένα μου δίνει δουλειά ο τσάρος, εσάς ο πλούσιος μουζίκος..." Το αφηρημένο του βλέμμα σταμάτησε κάπου, τα φρύδια του μαζευτήκανε. Στον ίσκιο της ιτιάς καθόταν μια γυναίκα κι ακουμπούσε τη ράχη της στο σανιδένιο παραπέτο του πηγαδιού. Είχεν ανοιχτά τα πόδια της κι ανάμεσα κοιμόταν ένα αδύνατο παιδάκι, με στραβά ποδαράκια και πρησμένη κοιλίτσα, γιομάτη μύγες. Κι η γυναίκα κοιμόταν με το κεφάλι γερμένο στον ώμο κι ορθάνοιχτο στόμα. "Τί γυρεύει τούτη;" ρώτησεν ο ζέμσκι, δείχνοντάς τη με το δάχτυλό του.
 -"Είναι η Πελαγκένια Γιαμστσίκοβα. Ο άντρας της καταδικάστηκε τέσσερα χρόνια φυλακή για φόνο και της πήρανε τον ατομικό κλήρο..." είπεν ο Γκρίσκα, που στεκότανε πίσω του σα φρουρός-άγγελος, με τη ξερή του φωνή.
 -"Να! Τα βλέπετε; Φόνος!" μουρμούρισεν ο ζέμσκι και ξαναγύρισε στο θέμα του. "Πρέπει να παραδεχτείτε πως ο πλούσιος μουζίκος είναι πιο έξυπνος. Είναι πλούσιος γιατί είναι έξυπνος! Αυτός είναι το στήριγμα της εξουσίας, το στήριγμα του τσάρου. Μάλιστα! Ο πλούσιος είναι παλικάρι, είναι άνθρωπος που του 'δωσεν ο Θεός ξεχωριστή δύναμη στο νου και στο κορμί. Έτσι πρέπει να σκέφτεστε..."
     Ανάμεσα στο πλήθος βρίσκεται κι ο Βασίλι Κιρίλοβιτς Βολοκούσιν. Είναι ένας κοντόχοντρος γέρος με τσόχινο, ξεθωριασμένο και πολύ τριμμένο σακάκι. Από καιρό δε του κάνει πια και δε κουμπώνει στη κοιλιά του, που 'ναι φουσκωμένη σα μπαλόνι και κρεμασμένη σχεδόν ως τα γόνατα. Το μούτρο του, πλαδαρό και κίτρινο σα κολοκύθι, έχει εδώ κι εκεί μερικές γκρίζες τρίχες, που όταν φτάνουνε στο πηγούνι κάνουν μιαν ανάρια και σουβλερή μικρή σκούπα. Στη γκριζωπή μύτη του, που 'ναι φαγωμένη από τη βλογιά, φορά στρογγυλά γυαλιά με ασημένιο σκελετό. Πίσω από τα γυαλιά του λάμπουνε θολά τα γαλανά κουτά του μάτια. Το φαλακρό του κεφάλι έχει δέρμα ζαρωμένο και γιομάτο λεκέδες, που μοιάζει με κουρέλι. Αυτός ο γέρος έχει δυο νερόμυλους κι είνα ξακουστός και σα καβγατζής. Όλο και τρέχει στο δικαστήριο του ζέμσκι της επαρχίας ή της περιοχής. Τώρα ακούει τα λόγια του άρχοντα σα προσευχή, σταυρώνοντας ευλαβικά τα χέρια στη κοιλιά του. Το πάνω χείλι του φουσκωμένο, κάνει να κουνιούνται τα μουστάκια του. Ανασαίνει δυνατά και με θόρυβο.
      Όλοι τους ακούνε πολύ προσεχτικά τον αργό κι ατέλειωτο λόγο που βγάζει ο αφέντης. Ούτε σαλεύουν. Η βαριά, ανυπόφορη πλήξη πυκνώνει και σβήνει τους αδέξιους στοχασμούς των μουζίκων. Ο ζέμσκι καθαρίζει τη μύτη του με θόρυβο σα τρομπέτα, ξεφυλλίζει τα χαρτιά που 'χει μπρος του και φωνάζει:
 -"Μπουνακόφ και Ντρόζντοβα"! Κάποιος γέρος μ' ένα βουζούνι, καθώς και μια γυναίκα με παχιά χείλια και φουστάνι της μόδας, πλησιάζουνε στο τραπέζι και προσκυνούνε σκύβοντας τόσο χαμηλά, λες και τους χτύπησε κανείς στο σβέρκο. "Λοιπόν, πώς τα πάτε;" ρωτά ο δικαστής. "Συμφωνήσατε; Είστε σύμφωνοι να συμβιβαστείτε";
 -"Δε μπορώ, η ευγένειά σας, δε μπορώ!" λέει η γυναίκα με μπάσα φωνή και το φαρδύ πρόσωπό της με τα μεγάλα μάτια, γίνεται κατακόκκινο. "Μου σακάτεψε τη γελάδα ο γεροδιάβολος και τί γελάδα ήτανε Θε μου! Δεν είχε το ταίρι της, σα βασίλισσα περπατούσε! Μα με τρία πόδια η γελάδα δε ζει. Ο άνθρωπος μπορεί και μ' ένα να ζήσει, μα η γελάδα είναι τώρα για σφάξιμο. Τί άλλο να τη κάνω";
 -"Στάσου, στάσου!" φώναξε θυμωμένα ο ζέμσκι. "Αυτά τ' άκουσα και την άλλη φορά. Μπουνακόφ, πρέπει ν' αποζημιώσεις τη γυναίκα για τη γελάδα".
 -"Εξοχώτατε, πάνσοφε δικαστή", είπε τραγουδιστά ο γέρος σκεπάζοντας τα μάτια του, "και μένα ποιός θα με αποζημιώσει για τη βρώμη; Να ξέρατε πόση βρώμη μου κατάστρεψε η γελάδα της! Είχε το σκοπό της όταν την άφηνε να μπει στο χωράφι μου... Για όλα όσα μου κάνει έχει το σκοπό της αυτή..."
 -"Μπορεί και που ζω να 'χω το σκοπό μου;" απάντησε μοχθηρά η γυναίκα.
 -"Ποιός ξέρει; Πολύ μοιάζεις με μάγισσα, με στρίγγλα"!
 -"Τον ακούτε τί λέει εξοχώτατε; Κι είναι αδερφός μου, αληθινός αδερφός μου! Προστατέψτε με απ' αυτό τον απατεώνα..."
 -"Σιωπή!" φώναξε ο ζέμσκι. Το ροδοκόκκινο πρόσωπό του κιτρίνισε και τα γαλανά του μάτια πήρανε κρύαν έκφραση. "Σας προστάζω να συμβιβαστείτε για να τελειώνει αυτή η ανόητη ιστορία σας με τη γελάδα. Σήμερα κιόλας, εδώ! Γιατί αλλιώς θα σας κόψω από μια βδομάδα φυλακή... Έξω τώρα! Ηλίθιοι! Κόστιν και Βολοκούσιν"!
     Πίσω από το Βολοκούσιν βγήκεν ο Εβντοκίμ Κόστιν. Ήτανε κοντός, ξερακιανός και κεφάλας, φορούσε ξεσκισμένο λευκό σακάκι κι ένα λερωμένο παντελόνι από αδιάβροχο, με τα μπατζάκια γυρισμένα ως το γόνατο. Παπούτσια δε φορούσε. Θα 'τανε πάνω-κάτω τριάντα χρονώ, μελαχρινός κατσούφης, με μαύρα γένεια, έμοιαζε πολύ με τσιγγάνο. Ο ζέμσκι τονε κοίταξε λίγον άγρια, παίζοντας το μαστίγιό του. Μα κείνη τη στιγμή ο Γκρίσκα έσκυψε πίσω του και του 'πε:
 -"Μίτρι Σεργκέιτς, ένας μουζίκος κατουράει πάλι στην αυλή! Τίποτα δε γίνεται μ' αυτούς τους ανθρώπους..."
 -"Το παλιόσκυλο! Φέρτον εδώ"! Ο Γκρίσκα τον έφερε. Ήταν μελαχρινός μ' εύθυμο πρόσωπο και πυκνά γένεια. Κατακόκκινος από το θυμό του ο ζέμσκι τονε ρώτηξε χαμηλόφωνα: "Πού κατουρούσες";
 -"Να! εκεί!" αποκρίθηκεν ο μουζίκος κι έδειξε με το χέρι του.
 -"Καταλαβαίνεις τί γίνεται δω";
 -"Λέω πως είναι δικαστήριο..." είπεν ο μουζίκος ύστερα από λίγη σιωπή.
 -"Α ώστε το καταλαβαίνεις!" είπεν ο ζέμσκι και κιτρίνισε πάλι. "Αφού λοιπόν το καταλαβαίνεις κι έκανες αυτή τη παλιανθρωπιά σε βάζω τρεις μέρες φυλακή"! Ο μουζίκος τίναξε μ' απορία το κεφάλι, κοίταξε γύρω κι έχωσε γοργά το χέρι στη τσέπη του παρδαλού παντελονιού του. "Έξω!" φώναξε ο ζέμσκι. Χτύπησε με το μαστίγιο το τραπέζι κι ανασηκώθηκεν από το κάθισμα. Ο μουζίκος όμως που 'χε τραβηχτεί φοβισμένος, άπλωσεν ένα φάκελο που κρατούσε στο χέρι και φώναξε κι αυτός:
 -"Σας φέρνω ένα γραμματάκι από τον αδερφό σας τον Σεργκέι Σεργκέιτς". Ο ζέμσκι άρπαξε τον φάκελο, τον άνοιξε, διάβασε το γράμμα, χαμογέλασε και ρώτησε:
 -"Πρώτη φορά έρχεσαι δω στο δικαστήριο";
 -"Πρωταρχικώς!" αποκρίθηκεν ένοχα ο μουζίκος.
 -"Πότε σου 'δωσε το γράμμα ο αδερφός μου";
 -"Ψες το μεσημέρι..."
 -"Πεζός ήρθες";
 -"Συνεπώς"!
     Ο ζέμσκι κατσούφιασε πάλι, έκανε αέρα στο πρόσωπό του με τον φάκελο και κοίταξε σιωπηλά τον μουζίκο για λίγες στιγμές. Σα να πρόσεξε πως αυτός δε μοιάζει και τόσο με τους συνηθισμένους μουζίκους. Τα χρυσά γένεια του ήτανε ψαλιδισμένα με προσοχή. Τα μαλλιά του ήτανε καλοχτενισμένα και κάθονταν πάνω στο κεφάλι του σα κοκκινωπό σκουφάκι. Το δέρμα στο πρόσωπο και στο λαιμό του ήτανε καθαρό, λες και μόλις είχε βγει από το μπάνιο. Το αριστερό του μανίκι ήτανε καταξεσκισμένο και πάνω από το παλιό ξεφτισμένο πουκάμισό του φορούσε ασυνήθιστο παρδαλό γελέκο, καμωμένο λες από ατλάζι, κεντημένο με πολύχρωμο μετάξι. Είχε και κάτι ευχάριστα γαλανά μάτια.
 -"Τί θα πει συνεπώς;" τονε ρώτησεν αυστηρά.
 -"Εεε... δηλαδή ο Σεργκέι Σεργκέιτς μου 'πε να φύγω αμέσως κι εγώ έφυγα..." απάντησε βιαστικά σα χαμένος ο μουζίκος.
 -"Ό,τι θέλετε λέτε! Δε καταλαβαίνετε το νόημα της κάθε λέξης! Ποιός σου 'μαθε τα... πρωταρχικώς και τα συνεπώς";
 -"Ο αρτικέχτονας!" απάντησε πάλιν ένοχα ο μουζίκος.
     Ο ζέμσκι έκλεισε το 'να μάτι λες κι είχε πέσει μέσα σκόνη κι άρχισε να χαχανίζει, ανοίγοντας διάπλατα το στόμα και κουνώντας τα μεγαλόπρεπα μουστάκια του. Τα δυνατά, τρανταχτά γέλια του προκαλέσανε χαμόγελα στα σκυθρωπά κι ιδρωμένα πρόσωπα των παρισταμένων μουζίκων. Ο Μπουνακόφ μάλιστα γέλασε κάπως δυνατά, μα αμέσως σκέπασε το στόμα του με τη χούφτα. Η κοιλιά του Βολοκούσιν ανεβοκατέβαινε αθόρυβα κι οι ρυτίδες κουνιόντουσαν στα πλαδαρά του μάγουλα. Μόνον ο Ικονίκοφ δεν έδινε προσοχή στο τί γινότανε. Πότιζε τ' άλογο με τον κουβά, γιόμιζε τις χούφτες του νερό και το 'ριχνε στο κεφάλι και στα στήθια της γυναίκας που κοιμότανε κοντά στο πηγάδι.
 -"Ωχ διάβολε!" είπεν ο ζέμσκι όταν σταμάτησε τα γέλια και σκούπισε με το μαντίλι τα δάκρυά του. "Αρτικέχτονας!" ξανάπε. Χαμογέλασε, σημείωσε τη λέξη πάνω στο γράμμα του αδερφού του κι άρχισε ν' αερίζει πάλι το κατακόκκινο πρόσωπό του. "Και τί σου 'πεν ο αρτικέχτονας";
 -"Πως πρέπει να μιλάω όμορφα κι όχι χωριάτικα. Συ", μου 'πε, "δεν είσαι μουζίκος, είσαι μάστορας..."
 -"Τί βλακείες!" λέει ο ζέμσκι χαμογελώντας μ' επιείκεια. "Καλά, καλά, είσαι απαλλαγμένος κι από τη φυλακή". Ύστερα γυρνώντας στους άλλους συνέχισε: "Βλέπετε τί... πρόθυμος μουζίκος που είναι; τονε προστάξανε 'πήγαινε' κι αυτός περπάτησε πενηνταδυό βέρστια... έτσι σα να 'πιε ένα ποτηράκι βότκα! Εν-δυο, εν-δυο κι ήρθε! Μπράβο! Πρέπει όμως αδερφέ μου να σκέφτεσαι, που βρίσκεσαι και τι κάνεις. Το δικαστήριο είναι το ίδιο όπως λόγου χάρη... μια λειτουργία, μια ιεροτελεστία. Γιατί το δικαστήριο προστατεύει το δίκιο. Κι όταν το δίκιο είναι δωσμένο από το Θεό..." σήκωσε το χέρι του στον ουρανό και τα νύχια του γυάλιζαν, ωστόσο φαίνεται πως η σύγκριση του δικαστηρίου με τη λειτουργία δεν τον ικανοποίησε, γιατί πρόστεσε πιο αυστηρά: "Το δικαστήριο είναι σα στρατιωτική παρέλαση μπρος στο Θεό και μπρος στον τσάρο". Ύστερα γύρισε στους άλλους. "Αν το 'κανε αυτό κάποιος φαφλατάς από σας που 'ρθατε κι άλλη φορά δω, θα τον έβαζα μια βδομάδα φυλακή. Πρέπει να σας μάθω πως να φέρνεστε".
 -"Ωχ ναι... πρέπει"! επιβεβαίωσεν ο Βολοκούσιν αναστενάζοντας βαθιά.
     Ο ζέμσκι ξανάρχισε να μιλά με τον μουζίκο που φορούσε το γελέκο:
 -"Ο αδερφός μου σε συσταίνει για καλό μαραγκό. Να 'ρθεις να με βρεις στο Σαμέλοβο. Θα σου δώσω δουλειά..."
 -"Εξοχώτατε, δεν έχω εργαλεία..."
 -"Τα 'πιες";
 -"Τα 'βαλα ενέχυρο. Πέθανε το παιδί μου, έφαγε πολλά βατόμουρα και πέθανε. Έπρεπε να του κάνω και το ξόδι. Συμπληρωματικώς λέω πως ο Σεργκέι Σεργκέιτς μ' έβγαλε από τη δουλειά μου για να με στείλει. Δουλεύω στον Βασίλι Κυρίλοβιτς, να! σ' αυτόν εδώ..."
 -"Δε πειράζει, θα περιμένει", είπεν ο ζέμσκι και στρεφόμενος στον Βολοκούσιν: "Θα περιμένεις, ε";
 -"Όπως αγαπάτε, Μίτρι Σεργκέιτς..." απάντησεν εκείνος κάνοντας υπόκλιση.
 -"Βλέπεις;" είπεν ο ζέμσκι και σοβάρεψε. "Και τα εργαλεία σου σε ποιόν τα 'βαλες ενέχυρο";
 -"Στον Ιβάν Πέτροβιτς", αποκρίθηκε πρόθυμα ο μαραγκός.
 -"Ψέμματα λέει!" πετάχτηκεν ο Μπουνακόφ. "Έχει εργαλεία"!
 -"Είναι του Βολοκούσιν και δε κάνουνε για φίνα δουλειά..."
 -"Σιωπή!" πρόσταξεν ο ζέμσκι, κοιτώντας αυστηρά τον Μπουνακόφ. "Τί είσαι συ; Τοκογλυφία κάνεις";
 -"Τί λέτε, εξοχώτατε!" είπε τραγουδιστά και κλαψιάρικα ο Μπουνακόφ. "Κι ο Χριστός ακόμα δίνει όταν του ζητάνε, έτσι δεν είναι";
 -"Να του γυρίσεις αμέσως τα εργαλεία του! Κατάλαβες; Ντροζντόβα!" είπεν απότομα ο ζέμσκι κι ανασηκώθηκε.
 -"Εδώ είμαι πατερούλη, εδώ είμαι..." είπεν ήρεμα η γυναίκα, μα τραβήχτηκε μακρυά από το τραπέζι.
 -"Θες να πουλήσεις τη γελάδα";
 -"Και τί άλλο να τη κάνω χωρίς ποδάρι"; και για καλό και για κακό έκανε πως κλαίει και πως σκουπίζει τα ολόστεγνα μάτια της στον ποδόγυρο του φουστανιού της.
 -"Θα την αγοράσει ο Μπουνακόφ. Γιάκοβλεφ, γράψε την απόφαση"!
 -"Εξοχώτατε, τί να τη κάνω;" φώναξεν ο γέρος. "Τώρα είναι καλοκαίρι κι ο κόσμος δε τρώει κρέας. Θα 'ναι καθαρή ζημιά..."
 -"Αν δε πάψεις..." φώναξεν ο ζέμσκι κι ο Μπουνακόφ έπαψε, έκρυψε το κεφάλι και χώθηκε ανάμεσα στον κόσμο, όπως ο τράγος σ' ένα κοπάδι πρόβατα. Ο ζέμσκι κούνησε τους ώμους, φούσκωσε τα στήθια του, σα να 'τανε κανένα νεαρό παλικάρι, στράφηκε ξανά στο πλήθος και ρώτηξε: "Βολοκούσιν για δε πληρώνεις τον Κόστιν για τη δουλειά του";
 -"Το δίκιο είναι μαζί μου εξοχώτατε!" είπε καθαρά ο μυλωνάς. "Ο Εβντοκίμ ήρθε να πελεκήσει τις πέτρες μου. Η κάτω μυλόπετρα είναι ακριβή, από τη καλύτερη μοσχοβίτικη πέτρα. Η πάνω είναι κι αυτή καλή, από τη καλύτερη πέτρα του Ντνίπερ... Αυτός είναι ξακουστός τεχνίτης για τέτοια δουλειά, τις πέτρες μου όμως τις χάλασε! Και το 'κανε από τσαπατσουλιά. Να, ρωτείστε τους ανθρώπους εδώ να σας πούνε τι τσαπατσούλης είναι".
 -"Αλήθεια λέει!" επιβεβαίωσεν η Ντροζντόβα.
 -"Να! γι' αυτή τη μεγάλη ζημιά είναι που κράτησα τα λεφτά..."
 -"Φτάνει!" διάταξεν ο ζέμσκι. "Συ Κόστιν τί λες";
 -"Ψέμματα λέει!" αποκρίθηκεν ο Κόστιν με δυνατή φωνή τενόρου. "Για ρωτείστε τον τις δοκίμασε τις πέτρες";
 -"Δε θα με μάθεις εσύ τι πρέπει να κάνω, βλάκα! Ξέρω και μόνος μου τι πρέπει να ρωτήξω..." 'Αναψε τσιγάρο κι έβγαλε την απόφαση: "Βολοκούσιν τις πέτρες θα πρέπει να τις εξετάσουν ανθρώποι που ξέρουν απ' αυτή τη δουλειά... Αυτοί θα μας πουν αν είναι χαλασμένες..."
     Ο Κόστιν πλησίασε το τραπέζι χαμογελώντας:
 -"Εξοχώτατε, μόνον η δουλειά μπορεί να δείξει αν είναι χαλασμένες οι πέτρες. Οι άνθρωποι που ξέρουν από τέτοια θα 'ναι μυλωνάδες και θα με χαντακώσουνε. Τους ξέρω αυτούς τους σατανάδες"!
 -"Συ θα με μάθεις τι πρέπει να κάμω;" ρώτησεν άγρια ο ζέμσκι.
 -"Μα όχι! Ούτε μου πέρασε από το νου. Μόνο που πρέπει να ζήσω και κανείς δε μπορεί να ζήσει χωρίς δουλειά... Είναι τώρα ο δεύτερος μήνας που με κοροϊδεύει. Ας μου δώσει τα μισά έστω κι ας πάει στο διάλο, το γουρούνι".
     Ο ζέμσκι έβγαλε καπνό από τη μύτη και μίλησε το ίδιο άγρια όπως και πριν, αλλά με πιο σιγανή φωνή και με λαμπερά μάτια:
 -"Κάτι έχω ακουστά για σένα Κόστιν! Δε λένε καλά πράματα για σένα..." Μα ο Κόστιν δεν υποχωρούσε. Η φωνή του ακουγόταν όλο και πιο δυνατή:
 -"Δε λένε και λίγα! Όλοι μας σκεφτόμαστε άσχημα ο ένας για τον άλλο... και μιλάμε ακόμα χειρότερα... Να για το Βολοκούσιν λένε πως έδειρεν άγρια τη γυναίκα του και πως είναι τοκογλύφος χειρότερος κι από τον Μπουνακόφ ακόμα..."
 -"Από που κι ως που εγώ τοκογλύφος;" πετάχτηκε ο Μπουνακόφ.
 -"Όλη την επαρχία την έπιασεν από το λαιμό ο Βασίλι Κυρίλοβιτς..." πρόσθεσε κι η Ντροζντόβα με τη χοντρή φωνή της. Τότε, μια χαμηλή αλλά πολύ σταθερή φωνή ακούστηκε μες από το πλήθος:
 -"Αχόρταγοι λαογδάρτες είστε κι οι δυο σας"! Ο ζέμσκι σημείωσε κάτι κι ύστερα φώναξε:
 -"Γιάκοβλεφ!". Ο Γκρίσκα καθότανε καμπουριασμένος σ' ένα σκαλοπάτι και κοίταζε ανάμεσα στα πόδια του. Σηκώθηκεν αδέξια και βαριά κι έσκυψε προς τη μεριά του προϊσταμένου του. Κάτι μουρμούρισαν αναμεταξύ τους κι ύστερα ο ζέμσκι διάβασε΄ν αυτό που 'χε γράψει: "Να κρατηθεί ο Εβντοκίμ Κόστιν υπό της Αστυνομίας της Επαρχίας μέχρι νεοτέρας διαταγής μου. Έχει χωροφύλακα στη πόρτα; Για κοίτα. Ικονίκοφ! Έτσι λοιπόν Κόστιν..." Ο Κόστιν γύρισε τη πλάτη στο ζέμσκι κι είπε στον κόσμο:
 -"Μωρέ δικαστήριο! Το 'δατε";
 -"Εϊ φιλαράκο μου..." είπεν αργά ο ζέμσκι, σηκώθηκε κι ανέβασε το μαστίγιο. Ο Κόστιν όμως τραβούσε για τη πόρτα. Ο Ικονίκοφ τονε πρόφτασε κι έβαλε το χέρι στον ώμο του που θα 'τανε βαρύ, γιατί ο Κόστιν σταμάτησε, σα να σκόνταψε και ρώτησε:
 -"Τί τρέχει";
 -"Μη βιάζεσαι..." του απάντησεν ο Ικονίκοφ, "το άλογό μου δε μπορεί να τρέχει".
     Το ζωηρό άλογο χόρευε πλάι του. Ο ζέμσκι το κοιτούσε και χαμογελούσε, αφήνοντας να φαίνονται τα πυκνά λευκά δόντια του. Ύστερα γύρισε προς τη μεριά του Βολοκούσιν κι είπε:
 -"Έχουν υποβληθεί τρεις εκθέσεις εις βάρος σου, αξιότιμε κύριε! Πιο σοβαρή είναι η έκθεση της δασκάλας Μεντβέντεβα. Αυτή μάλιστα δεν είναι μόνον έκθεση παραπόνων. Η δασκάλα παρακαλεί να παρθούν μέτρα που να τη προστατεύουν από σένα, κύριε. Θέλει να παραπονεθεί στην Εισαγγελία".
     Ο Βολοκούσιν έβηξε, τίναξε τη κοιλιά του και βάλθηκε να μιλά με τρόπο σα να διάβαζε κάτι που 'τανε γραμμένο.
 -"Επιτρέψτε μου εξοχώτατε να δηλώσω πως εγώ είμαι έφορος στο σχολειό και πως αυτή η Μεντβέντεβα μαθαίνει στα παιδάκια πράγματα που δε συμφωνούν με τη θρησκευτική διδασκαλία της Ιεράς Εκκλησίας του Πάτερ Συμεών, που κι εσείς τονε ξέρετε..."
 -"Τον χαρτοπαίχτη..." πρόσθεσεν ο ζέμσκι κι έκλεισεν εύθυμα το μάτι.
 -"Αυτή λέει πως τάχατες η γη γίνηκε μονάχη της, από τον αγέρα και τη φωτιά και πως κανείς δεν είναι νοικοκύρης της. Εχτός απ' αυτό, πρόσεξα πως κάτι άγνωστοι ανθρώποι περνούνε τα βράδυα τους στο σπίτι της".
 -"Θα σ' άρεσε κι εσένα ε γέρο;" ρώτησεν ο ζέμσκι, μα αμέσως το ροδοκόκκινο πρόσωπό του σοβάρεψε, έφτυσε και συνέχισε με ύφος αυστηρό: "Όπως κι αν είναι δεν έπρεπε να πιάσεις τη γυναίκα από τα μαλλιά και να τη χτυπάς με τα βιβλία στα μούτρα. Θα δώσεις λόγο γι' αυτό. Και γενικά κύριέ μου..."
     Κείνη τη στιγμή ήρθε κι ο Ικονίκοφ, κρατώντας τ' άλογο από τη χαίτη. 'Αφησε στο τραπέζι ένα φάκελο κι είπε:
 -"Δεν είχε χωροφύλακα στη πόρτα. Τονε πήγα μόνος μου. Αυτό το γράμμα μου το 'δωσεν ένας καβαλάρης από το Μούρζινο".
 -"Α δεν είχε; Περίφημα!" είπεν ο ζέμσκι, ανοίγοντας μ' ολοφάνερη χαρά το φάκελο. "Δηλαδή ...όχι περίφημα, μα αίσχος! Γιάκοβλεφ, γιατί δεν είχε χωροφύλακα"; Ο Γκρίσκα έσκυψε και μουρμούρισε κάτι το ακαταλαβίστικο μα ο ζέμσκι του 'κανε νόημα να σωπάσει γιατί διάβαζε το γράμμα. Το πρόσωπό του έλαμπε. Ύστερα έβαλε το γράμμα στη τσέπη του κι άρχισε να δίνει διαταγές φωναχτά και βιαστικά: "Γιάκοβλεφ, να τελειώνουμε! Κανόνισε τα υπόλοιπα. Κάνε μιαν αναφορά με τις νέες μηνύσεις και στείλε μου την, όπως πάντα. Έστειλες τα δίχτυα στον αρχηγό των ευγενών; Εντάξει! Ικονίκοφ, ζέψε, φεύγουμε για το Μούρζινο". Σηκώθηκε, τεντώθηκε για να ξεμουδιάσει, στάθηκε κει, όμορφος, λουσμένος από το φλογερόν ήλιο και κοίταξε μ' αυταρέσκεια τους ώμους και τα χέρια του. "Λοιπόν ορθόδοξοι χριστιανοί, από σήμερα σταματώ τα χασομέρια μαζί σας. Έχω μια σοβαρή δουλειά... Κουράζεται κανείς με σας, είστε ανόητος λαός. Για κοιτάξτε πως είμαι γω, ε"; Χτύπησε με τη χούφτα τα στήθια του που βροντήξανε μ' έναν υπόκωφον ήχο.
 -"Αητός!" είπε σιγανά η Ντροζντόβα κι αναστέναξε.
 -Ο αυτοκράτορας με πρόσταξε να τον υπηρετώ, να φροντίζω για σας, για τις υποθέσεις σας. Μα οι υποθέσεις σας είναι τιποτένια πράματα. Ανοησίες και κουταμάρες είναι όλα τα παράπονά σας. Να αυτή η γυναίκα κοιμάται πλάι στο πηγάδι, σα να μη κοιμήθηκε σ' όλη της τη ζωή. Βαριέται κανείς με σας, παιδιά. Κι όμως κάνω την υπηρεσία μου σύμφωνα με τη διαταγή της Αυτού Μεγαλειότητος του αυτοκράτορα. Υπηρετώ πειθαρχικά κι υπομονετικά. Εμένα να 'χετε για παράδειγμα... Είναι σωστά αυτά που λέω";
     Μερικές φωνές απαντήσαν αμέσως, βιαστικά και ταπεινά, αναποφάστιστα και χαρούμενα:
 -"Σωστά είναι... η χάρη σας! Ο Θεός να σας δίνει υγεία! Και πότε θα εξετάσετε και τη δική μας υπόθεση, προστάτη μας";
     Ο ζέμσκι έβαλε το καπέλο του, ο Γκρίσκα του 'ριξε τον μανδύα στους φαρδιούς του ώμους κι ύστερα ο δικαστής ανέβηκε στο αμάξι πίσω από τον Ικονίκοφ και καθώς έβγαινε από την αυλή, οι μουζίκοι προσκυνούσανε κι αυτός τους κουνούσε το κεφάλι. Ο Βολοκούσιν, ο Μπουνακόφ, η Ντροζντόβα κι άλλοι τέσσερες, πλησιάσανε τον Γιάκοβλεφ. Ο Γκρίσκα στεκότανε στο κεφαλόσκαλο σφίγγοντας τα χαρτιά κάτω από τη μασχάλη του και τους κοίταζε από ψηλά με κατακόκκινα μάτια μπεκρή. Τους κοίταζε κάμποσην ώρα κι ύστερα είπε σφυριχτά:
 -"Λοιπόν είπατε ό,τι είχατε να πείτε. Γκαμήλες!... Ακούσατε που πρόσταξε να 'στε πιο τσιγγούνηδες στα λόγια..." και τράβηξε για το γραφείο. Οι μουζίκοι πήγανε ξοπίσω του. Στην αυλή μείνανε μόνο καμμιά εικοσαριά άνθρώποι που κρεμούσανε τα δισάκια στους ώμους τους κι ετοιμαζόντουσαν να πάρουνε δρόμο για τα μακρινά τους σπίτια.
 -"Καλά τους συγύρισε", είπε μ' ενθουσιασμό ο μαραγκός.
 -"Ναι! Καλά τους κοπάνησε"!
 -"Σπουδαία θέση έχει..."
 -"Τί λέτε; Να ξυπνήσουμε τη γυναίκα";
 -"Σα πεθαμένη κοιμάται"!
 -"Αητός είναι, σίγουρα! Είδατε τί έκαμε τον Κόστιν;" είπεν ο μαραγκός, τυλίγοντας το τσιγάρο του.
     Ξυπνήσανε τη γυναίκα. Αυτή κοίταξε σα τρελή γύρω της κι έβαλε τις φωνές:
 -"Θε μου πάλι δε βγήκεν η απόφαση! Τί να κάνω; Πότε θα βγει επιτέλους";
     Το παιδάκι βάλθηκε να κλαίει μ' αδύναμη φωνή. Όλοι αρχίσανε να φεύγουν από την αυλή, βιαστικά. 'Ακουγες τις τελευταίες τους κουβέντες:
 -"Στο Μούρζινο πηγαίνει... Στη γυναίκα του αρχηγού των ευγενών..."
 -"Είναι μεγάλος γυναικάς..."
     Ένας κοντός μουζίκος με στριμμένα μουστάκια, με κομμένα γένεια και με προγούλι σα του σκαντζόχοιρου, τίναξε το κεφάλι του κι είπε δυνατά και ζηλιάρικα, χτυπώντας με μια βέργα τις τσουκνίδες που φυτρώνανε κοντά στο πηγάδι:
 -"Παίζει τους νόμους στα δάχτυλα σα να 'ναι μπαλαλάικα! Αληθινός αητός"!
 -"Μα γι' αυτό είναι που σπούδαξε..." εξήγησεν ο μαραγκός. Ύστερα, αφού έβγαλε πυκνό καπνό από το στόμα του, πρόσθεσε: "Συμπληρωματικώς μπορώ να πω πως αυτοί οι σπουδαγμένοι, οι φιλόσοφοι, όπως το θέλουν έτσι και το γυρίζουν... Καλήν αντάμωση, τίμιε λαέ! Όχι όμως σε τούτο το μέρος"!
     Ένα άγριο σκυλί ήρθε τρέχοντας από τον κήπο. Μύρισε τη φρέσκια κοπριά, μα δεν τ' άρεσε. Τίναξε το μεγάλο του κεφάλι, έτρεξε στο παραπέτο του πηγαδιού, σήκωσε το πόδι του, ούρησε κι ύστερα πάλι έτσι βιαστικά όρμηξε κατά τη πόρτα...
   
                                                                        

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers