Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Tournier Michel: Παρασκευάς ή Στις Μονές Του Ειρηνικού

 

                Μισέλ Τουρνιέ     Βιογραφικό

     Γάλλος συγγραφέας, που κέρδισε τη φήμη σ' ηλικία 43 ετών με το πρώτο μυθιστόρημά του, "Παρασκευάς, Στις Μονές Του Ειρηνικού", μια έξυπνη επανάληψη του κλασικού θέματος Robinson Crusoe. Οι παρωδίες και μερικές φορές τα ..."ενοχλητικά" έργα του μπορούν να διαβαστούν ως σχόλια πάνω στο σύγχρονο κόσμο, αλλά είναι συχνά βασισμένες στους παλιούς μύθους και τις ιστορίες.
     Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1924. Οι γονείς του είχανε γνωριστεί στη Σορβόνη, καθώς σπουδάζανε γερμανικά κι έτσι μάθανε και τον ίδιο να τα μιλά από μικρός. Ο πατέρας του είχε μιαν επιχείρηση που διαχειρίζονταν τα δικαιώματα των συγγραφέων για λογαριασμό τους. Αυτοί οι συγγραφείς: Χανς-Κρίστιαν 'Αντερσεν, Σέλμα ΛάγκερλεφΤζέημς Όλιβερ Κέργουντ, του δημιουργήσανε τη ...φαντασιακή δίψα για τη λογοτεχνία και τη λατρεία για τα βιβλία.
     Σπούδασε στο St. Germain-Εn-Laye και σε πολλά ιδιωτικά σχολεία, συνήθως θρησκευτικά. Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκ. Πολ. ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση και συνέχισε στην ανώτατη και πιο συγκεκριμένα, στο τμήμα Φιλοσοφίας και Νομικής στη Σορβόνη. Πέρασε 4 έτη στο Πανεπιστήμιο Tοbinbeg (1946-50), προγυμναζόμενος για εξετάσεις, στη φιλοσοφία και την εκπαίδευση. Απέτυχε να μπει. Από το 1949 ως το 1954 έγραψε και παρήγαγε για το γαλλικό ραδιόφωνο και τη τηλεόραση. Διετέλεσε προϊστάμενος συντάκτης για τη εταιρεία Plon (1958-68), Ακόλουθος Τύπου στο Ραδιο Ευρώπη (1964-1968) κι υποστήριξε το "Λα Chambre Noir" (τηλεοπτική σειρά) το 1960-65.
     Έγραψε για το περιοδικό Nouvelles Litteraires και μετέφρασε τα μυθιστορήματα του Erich Μarίa Remarque στα γαλλικά. Το 1975-80, είναι η περίοδος που προετοιμάζει το πρώτο μυθιστόρημά του, με το οποίο κατάφερε να συμφιλιώσει μύθο και φιλοσοφία χρησιμοποιώντας σαν όχημα τους παλιούς μύθους. Έγραψε τρία μυθιστορήματα, που δε θεώρησε αντάξια για δημοσίευση. Τα μυθιστορήματα του, χτυπήσανε τη λογοτεχνική σκηνή στη σωστή στιγμή, όταν κουράστηκε το ακροατήριο με το δύσκολο ύφος γραψίματος, την αποφυγή ανάλυσης του χαρακτήρα, την απουσία σαφούς αφηγήματος και την έμφαση στη περιγραφή αντί της δραματοποίησης. Στρέφει τη πλάτη στον σύγχρονο κόσμο επιδιώκωντας την έμπνευση από τις σφαίρες της φαντασίας και των παλαιών ιστοριών που ειπώθηκαν, με μια φρέσκια, νέα ματιά.
     Στο έργο του έδειξε πως η αναγνωσιμότητα δε σημαίνει την έλλειψη βάθους. Με τον "Παρασκευά" κέρδισε το 1967, το μεγάλο βραβείο της Ρώμης. Επαναλαμβάνει τον "Robinson Crusoe" του Ντάνιελ Ντεφόε, αλλά δίνει στην ιστορία φιλοσοφικό βάθος. Ο διάσημος ήρως είναι απομονωμένος στο νησί, με τον καπνό του, ένα αντίγραφο της Βίβλου κι ένα σύγχρονο πρόβλημα ταυτότητας. Εγκαταλείπει το πολιτιστικό του υπόβαθρο και βυθίζεται στο αρχέγονο "ζώον" κι έτσι ο Crusoe επιστρέφει στον κόσμο του πνεύματος από την ευγενή πράξη του γραψίματος κι αναπτύσσει μυστική σχέση με το νησί του, που ονομάζει Esperanza. Όταν το σκάφος διάσωσης εμφανίζεται, ο Crusoe απορρίπτει τη βιαιότητα του πολιτισμού που απεικονίζεται στο πλήρωμα του σκάφους. Μένει στο νησί κι ο Παρασκευάς επιλέγει να φύγει, αποδεχόμενος τον κόσμο, μες από τις περιγραφές του κυρίου του.
     3 χρόνια μετά δημοσίευσε το 2ο μυθιστόρημά του, "LE ROI DES AULNES" (1970), με το οποίο κέρδισε το Βραβείο Γκονκούρ. Το 1975 εμφανίζονται "LES MΙTΙORES" (Οι Δίδυμοι), μια μπαρόκ επεξεργασία του μύθου του Κάστορα και του Πολυδεύκη και που θα μπορούσε να διαβαστεί ως σύγχρονη έκδοση του έργου του Jules Verne: "Ο Γύρος Του κόσμου Σε Ογδόντα Ημέρες". Στο μυθιστόρημα, "GASPARD, MELCHIOR ET BALTHAZAR" επαναλαμβάνει το γνωστό χριστιανικό μύθο των τριών βασιλιάδων που ήρθαν στη Βηθλεέμ να τιμήσουν τη γέννηση του Mεσσία. Μετά από τη δημοσίευση των 4 μυθιστορημάτων, έφτασε στο ζενίθ της καριέρας του και θεωρήθηκε κορυφαίος μυθιστοριογράφος της Γαλλίας.
     Συνεχίζει να γράφει με τον ίδιο ρυθμό και την ίδιαν αξία. Πάντως, τον "Παρασκευά" τονε ξανάγραψε σ' ειδική μορφή, για μικρά παιδιά το 1971. Από τότε έχει γράψει 7-8 μυθιστορήματα κι ένα αυτοβιογραφικό.

___________________________________________________

...
Ροβινσώνας ΙΙ

                                                       *
     Αυτή η αντιπάθεια για το ίδιο του το πρόσωπο καθώς και μια παιδεία εχθρική προς κάθε αυταρέσκεια, τον είχαν κρατήσει για καιρό μακριά από τον καθρέφτη που είχε πάρει από την Βιργινία και τον είχε κρεμάσει στο λιγότερο προσιτό εξωτερικό τοίχο της Κατοικίας. Το γεγονός πως από εκείνη την ώρα κι έπειτα άρχισε να προσέχει άγρυπνα την ίδια του την εξέλιξη, τον ξανάφερε ένα πρωί μπροστά στον καθρέφτη -μάλιστα έβγαλε και τη συνηθισμένη καρέκλα του για να εξετάσει με μεγαλύτερη άνεση τη μοναδική ανθρώπινη όψη που του έμελλε να βλέπει.
     Καμία αξιοσημείωτη αλλαγή δεν είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του κι όμως με δυσκολία αναγνώρισε τον εαυτό του. Μια μοναδική λέξη παρουσιάστηκε στο μυαλό του: παραμορφωμένος . "Είμαι παραμορφωμένος", είπε μεγαλόφωνα ενώ η απελπισία του έσφιγγε την καρδιά. Μάταια έψαχνε στην προστυχιά του στόματος, στη θαμπάδα του βλέμματος ή στη στέγνα του μετώπου -σ' αυτά τα ελαττώματα που τα ήξερε από πάντα- την εξήγηση για τη ζοφερή δυσμορφία της μάσκας που τον κοίταζε μέσα από τις κηλίδες που είχε σχηματίσει στον καθρέφτη η υγρασία. Ήταν ταυτόχρονα κάτι πιο γενικό και πιο βαθύ, κάποια σκληρότητα, κάτι το πεθαμένο που άλλοτε το είχε προσέξει στο πρόσωπο ενός φυλακισμένου που τον άφησαν ελεύθερο αφού είχε μείνει χρόνια κλεισμένος σ' ένα μπουντρούμι δίχως φως. Θα έλεγες πως ένας χειμώνας ανελέητα βαρύς είχε περάσει πάνω από αυτή την οικεία μορφή σβήνοντας όλες τις αποχρώσεις της, πετρώνοντας όλα τα ρίγη της, απλοποιώντας την έκφρασή της μέχρι τη χυδαιότητα. Α, σίγουρα, αυτή η τετράγωνη γενειάδα που την πλαισίωνε από το ένα αφτί ως το άλλο, δεν είχε τίποτα από την αβρή και μεταξένια γλύκα της γενειάδας του Ναζωραίου. Έβγαινε καθαρά μέσα από την Παλιά Διαθήκη και τη συνοπτική δικαιοσύνη της, όπως εξάλλου κι αυτό το υπερβολικά ειλικρινές βλέμμα που η μωσαϊκή βία του τρόμαζε.
     Ένας Νάρκισσος νέου τύπου, σακατεμένος από τη θλίψη, μπαϊλντισμένος από αηδία για τον εαυτό του, στοχάστηκε ώρα πολύ πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό του. Κατάλαβε ότι το πρόσωπό μας είναι εκείνο το μέρος της σάρκας μας που η παρουσία των ομοίων μας το πλάθει και το ξαναπλάθει, το αναθερμαίνει και το ζωντανεύει αδιάκοπα. Ένας άνθρωπος που μόλις άφησε κάποιον με τον οποίον είχε μια ζωηρή συνομιλία: στο πρόσωπό του παραμένει για κάμποση ώρα μια ζωντάνια που σβήνει σιγά-σιγά κι η επέλευση ενός άλλου συνομιλητή θα κάνει τη φλόγα της να ξαναφουντώσει. "Ένα πρόσωπο σβησμένο. Ένας βαθμός απαλοιφής που, αναμφίβολα, ποτέ μέχρι τώρα δεν τον έφτασε το ανθρώπινο είδος". Ο Ροβινσώνας είχε προφέρει αυτές τις λέξεις φωναχτά. Κι όμως η φάτσα του, την ώρα που ξεστόμιζε τούτα τα βαριά σαν πέτρες, λόγια δεν είχε κινηθεί πιότερο από μια μπουρού ή από ένα βούκινο. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι χαρούμενο κι έβαλε τα δυνατά του να χαμογελάσει. Αδύνατον. Υπήρχε αλήθεια κάτι το παγωμένο στο πρόσωπό του και για να σπάσει ο πάγος θα χρειάζονταν πολύωρα και χαρούμενα ξανανταμώματα με τους δικούς του. Μόνο το χαμόγελο ενός φίλου θα μπορούσε να του ξαναδώσει το χαμόγελο...
     Ξεκόλλησε από το φριχτό γήτεμα του καθρέφτη και κοίταξε γύρω. Δεν είχε ό,τι του χρειαζόταν σε τούτο το νησί; Μπορούσε να σβήσει τη δίψα, να χορτάσει τη πείνα, να φροντίσει για την ασφάλεια κι ακόμα για την άνεσή του, κι υπήρχε κι η Βίβλος για να ικανοποιεί τις πνευματικές του απαιτήσεις. Ποιος λοιπόν, με μόνη τη δύναμη ενός χαμόγελου θα έκανε τον πάγο που παρέλυε το πρόσωπό του να λιώσει; Τα μάτια του έπεσαν τότε στον Τεν που ήταν καθισμένος κατάχαμα, δεξιά του και σήκωνε τη μουσούδα  προς το μέρος του. Μήπως ο Ροβινσώνας είχε παραισθήσεις; Ο Τεν χαμογελούσε στον κύριό του! Το μαύρο χείλος του, φίνο και δαντελωτό, σηκωνόταν μόνο από τη μια πλευρά της μούρης του κι άφηνε να φανεί μια διπλή σειρά σκυλόδοντα. Συνάμα έγερνε αστεία το κεφάλι από τη μια μεριά και θα έλεγες πως τα φουντουκιά του μάτια ζάρωναν ειρωνικά. Ο Ροβινσώνας άρπαξε με τα δυο του χέρια το χοντρό τριχωτό κεφάλι και το βλέμμα του καλύφθηκε από συγκίνηση. Μια ξεχωριστή θέρμη χρωμάτισε τα μάγουλά του κι ένα ανεπαίσθητο ρίγος έκανε τις άκρες των χειλιών του να τρέμουν. Ήταν όπως στις όχθες του Ουζ, όταν η πρώτη ανάσα του Μάρτη σ' έκανε να προαισθανθείς τα σπαρταρίσματα της άνοιξης που σε λίγο θα έμπαινε. Ο Τεν έκανε πάντα τη γκριμάτσα του κι ο Ροβινσώνας τον κοιτούσε με πάθος θέλοντας να ξαναβρεί την πιο γλυκιά από τις ιδιότητες του ανθρώπου. Από εκείνη την ημέρα κι έπειτα ανάμεσά τους γινόταν ένα παιχνίδι. Ξαφνικά ο Ροβινσώνας διέκοπτε τη δουλειά του, το κυνήγι, το περπάτημα στην ακρογιαλιά ή στο δάσος -ή άλλοτε άναβε ένα δαδί στη μέση της νύχτας- και το πρόσωπό του, που άρχιζε πια να ξαναζωντανεύει, κοίταζε τον Τεν μ' έναν ορισμένο τρόπο. Κι ο Τεν με το κεφάλι γερτό του χαμογελούσε και το σκυλίσιο χαμόγελό του μέρα με τη μέρα καθρεφτιζόταν όλο και πιο καθαρά στο ανθρώπινο πρόσωπο του κυρίου του...

                                                                             (απόσπασμα)

                       Εκδόσεις Εξάντας / Λογοτεχνία, Αθήνα 1982

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers