Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Πολίτης Ηλίας: Ανάσες...

 

       Βιογραφικό

     Ο Ηλίας Πολίτης γεννήθηκε στην Αθήνα, κατάγεται από μουσική οικογένεια, είναι επαγγελματίας τραγουδοποιός από το 1995, δημοσιογράφος και μέλος της ΑΕΠΙ από το 2001. Εχει συνεργαστεί με όλους τους χώρους της διασκέδασης, όπως είναι νυχτερινά μαγαζιά, μουσικές σκηνές, ρεμπετάδικα και live club, ενώ συχνά δίνει συναυλίες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, ως κιθαρίστας ή ως τραγουδιστής.
     Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του καλού συγκροτήματος Καθ' Οδόν που το γνωρίσαμε μέσα από την δισκογραφική δουλειά της Alpha Records το 2001 με τον γενικό τίτλο "Το Rock Στον Αέρα" μαζί με άλλα νεοφερμένα γκρούπ της εποχής, τα τραγούδια "Φώτα Πολέμου" και "Χαμηλή Πτήση" ξεχωρίσανε κι ακούστηκαν από τα αντίστοιχα ραδιόφωνα του είδους.
     Το 2004 κυκλοφορεί η πρώτη του σόλο δισκογραφική δουλειά με γενικό τίτλο "Το Πλάνο Κι 'Αλλες Ιστορίες" από την εταιρεία NMC MUSIC  σ' έντεχνους ποπ ροκ ρυθμούς και δρόμους, ενώ αυτό το διάστημα έχουμε την απόλυτη στροφή στον έντεχνο λαϊκό ήχο με τη καινούργια δισκογραφική δουλειά, με γενικό τίτλο "Το Αντικλείδι" απο την ReaLMusiC που 'ναι πλέον κι η μουσική αποκάλυψη του καλλιτέχνη κι η ταυτότητά του. Στο δίσκο συμμετέχουν, Αλέξανδρος Χατζής και Μαρίνα Μανωλάκου
.

____________________________________________________________________

          Μη Δεις Το Κόκκινο

Πάνω σε μια κατακόκκκινη ελπίδα
Φύτρωσαν φλέβες και τις κόβω με λεπίδα
Να γίνει ψεύτικος απόψε ο ουρανός μου
Κι ας γίνει στάχτη το υπόλοιπο το βιος μου

Θα  γράψω μ' αίμα τα συνθήματα στους τοίχους
Να ενοχλώ της πολιτείας τους κατοίκους
Είναι αυτός ο δύσκολος ο προορισμός μου
Το πώς θα γίνω πιο σαφής και οπαδός μου

Σε λεκτικά ατοπήματα εκτρέφω
Και μεγαλώνω τις δικές σου οφθαλμαπάτες
Μη περιμένεις από τα κοινά ν' απέχω
Θα κάνω πόλεμο σαν τους παλιούς αντάρτες

Μέσα στην πόλη που ζαλίζει και κορνάρει
Θα προσπεράσω ότι σ' έμαθε να δίνεις
Κι όταν ανάψει το επόμενο φανάρι
Μη δεις το κόκκινο και στην ουρά μη μείνεις

Πάνω σε μια γαλανόλευκη νησίδα
Αυτή που αγόρασα να έχω για πατρίδα
Με άτοκες δόσεις  στην πιστωτική μου κάρτα
Θα βάλω τα όνειρα και θα χαράξω χάρτα

Για άλλους τόπους με το αυθεντικό το σήμα
Θα είναι ανώφελο ν' αντισταθώ στο κύμα
Θα βγάλω βίζα για τον ανώνυμο μου χρόνο
'Αδεια εργασίας για τον επόμενο τον φόνο


      Η Ζωή Των Σιωπηλών

Η ζωή, είναι ένα κέντρο επιχειρήσεων
των μικρών και των μεγάλων ψευδαισθήσεων
ένα λουλούδι, βιαστικών αναρριχήσεων
είναι η αρχή των ταπεινών αναζητήσεων

η ζωή είναι, ο φίλος των αισθήσεων
και ο εχθρός εικονικών αναχαιτίσεων
είναι η στιγμή των δυνατών ανακαινίσεων
των σιωπηλών και κραυγαλέων συναντήσεων

Είναι η ίδια η μοναξιά συγκλονισμένη
Από τον χρόνο κι απ' το δρόμο κουρασμένη
Είναι μια σκέψη ηρωική, παροπλισμένη
Που πάντα βρίσκει ένα τρόπο να πεθαίνει
Είναι ένα σώμα ερωτικό που κρύβει ψύχρα
Και η μεγάλη ανατροπή που δίνει πίκρα
Είναι ένα όνειρο της νιότης κι ένα αγκάθι
Που έχει πάντα καρφωμένη μιαν αγάπη

Η ζωή είναι ένα κέντρο αποδόσεων
Των στοιχημάτων και των εύκολων ενώσεων
Ένα ξενύχτι σε μια νύχτα εντυπώσεων
Και ένας δρόμος των ψυχών και των ανώσεων

Η ζωή είναι προσπάθεια κι ανάληψη
Είναι παιχνίδι και ακούσια εγκατάλειψη
Είναι το πέρασμα στου φόβου τη μετάληψη
Και μια υπόσχεση στου χρόνου τη κατάληψη

Είναι ο λόγος ο δικός μου, μες στα χείλη σου
Είναι ο τρόπος ο δικός σου μες στη δίνη μου
Αυτό το χέρι που αγγίζω και με διώχνει
Και όσο με αγκαλιάζει τόσο σπρώχνει...

"Είναι το κόλπο για να μείνεις ζωντανός
 Είναι το φεύγω...
 για να γίνεις δυνατός
"

                  Kατάβαση

Ενοποίησα τη σκέψη σ' ένα μύθο της στιγμής
Κι απλοποίησα τα όνειρα τα βράδια
και ξυπνώ τα πρωινά στα ορεινά κάποιας σιωπής
Κι ανεβαίνω πιο ψηλά κι απ' τα σκοτάδια

Δεν εξήγησα σημάδια κι είμαι πάντα επιρρεπής
Στις παλιές τις υποσχέσεις και τα λόγια
Στης κατάβασης το ψέμα είμαι τώρα ανασφαλής
Κι οδηγώ πάντα ανάποδα τα χρόνια

Στο μυστήριο της γνώσης κατοικώ από νωρίς
Στοιχειωμένες πάντα οι σκέψεις που ημερεύω
Ελιξίριο η ζωή μου, μα είναι πάντα ασαφής
Κι αδιόρατη η ελπίδα που γυρεύω..

Νοερή η ησυχία που μπολιάζω τη ψυχή
ομιχλώδης η αλήθεια που ξοδεύω
Έχει θόρυβο ο χρόνος κι έχει νόημα η κραυγή
Να ξυπνά πάντα αγάπες που ζηλεύω

Θεοποίησα τις θέσεις κι αντιθέσεις προσπερνώ
Και ρολάρω στη μεγάλη ανηφόρα
Θα πετάξω την καρδιά μου πάλι κάτω απ' το γκρεμό
Και θα νιώσω της ζωής τα τροχοφόρα

Κι όταν αλλάξουμε τη στάθμη, του νερού και του κενού
Κατακλυσμός όταν μας βγάλει απ' τα υπόγεια
Θα μας μείνει πάλι η άλγη του μεγάλου αποκλεισμού
Και η άλμη απ' της βροχής τ' ανεμολόγια.


  Διάβαση Πεζών

Περνώ από το δρόμο
Τον παλιό και τον υπόγειο
Διάβαση πεζών γεμάτη πάθη
Τα χρόνια πεταμένα ,
βυθισμένα στη Μεσόγειο
ταινία η ζωή γεμάτη λάθη

περνώ από τον χρόνο
το κλειστό και τον ισόγειο
ο φόβος μες στα μάτια με κοιτάζει
επαίτης τραγικός
για της ψυχής το κατευόδιο
κι η νύχτα στη σκηνή με ανεβάζει

Είναι παράξενα τα λόγια που έχω μάθει
Μες στις νεφέλες ταξιδεύουν κάποιου τρένου
Με μια ελπίδα η ψυχή πάντοτε γράφει
«Συνεπιβάτης» με τα μάτια ενός ξένου
Που έχει μέσα στο μυαλό του μονοπάτια
Δύσβατα όνειρα που έκανε κομμάτια
Με μια βαλίτσα συντροφιά αλλάζει τόπους
Και μια πατρίδα μοναξιά μες τους ανθρώπους

Περνώ από το δρόμο
Του ανέμου και της σκέψης
Ανάβαση φωνής γεμάτη βάθη
Τα χρόνια μαζεμένα
Στο κουτί μέσα της λέξης
Σαν δώρο που χαρίζω κι ένα αγκάθι

Που τρυπάει την καρδιά σου
Της ελπίδας που θα πλέξεις
Και έχεις πάνω σου σαν εύθραυστο αρχείο
Κι εκεί στα δάση της φωτιάς σου
Μιας συνήθειας που θα κλέψεις
Μα θα κρύβεις το επίμαχο σημείο

               Φθαρτό

Παιδικές απομονώσεις ότι αγαπώ
και της σκέψης εκκενώσεις μέσα στον καιρό
καταλήψεις κι εκδηλώσεις έχω στη φωνή
κι ένα όνειρο κρυμμένο γι' άλλη μια ζωή

παγιδεύτηκα στον χρόνο κι έχω πια χαθεί
και στον πόλεμο του πόνου έχω πληγωθεί
του μυαλού μου οι ψυχώσεις γέννησαν κενά
και των λέξεων οι αμβλώσεις λόγια σκοτεινά

παιδικές φαντασιώσεις ό,τι νοσταλγώ
στατικές αφομοιώσεις έχω οδηγό
τα έχω όλα στοιβαγμένα σε μια εποχή
και σε μια γωνιά του κόσμου έπιασε βροχή

Έγιναν τα ιδανικά μου τετραγωνικά
Και τα απαραίτητά μου αναβολικά
και ντοπάρομαι τις νύχτες πριν τη διαδρομή
Εκείνου του μεγάλου δρόμου που έχω στη ψυχή

Που πάντα θέλω να περάσω με ορθοπεταλιές
Με το παλιό ποδήλατό μου τις ανηφοριές
Να πηδήξω από του κήπου το μεγάλο δέντρο
ίσως κλέψω τους καρπούς του και να πιάσω κέντρο

Στο παλιό ραδιόφωνο μου έχει πάλι αγώνα
Κι επικίνδυνο παιχνίδι τούτο τον αιώνα
Νικητή και νικημένο ποιος θα τον ορίσει
Και εικόνες απ' το μέλλον ποιος θα αγαπήσει

Έχω μείνει πάλι πίσω κι έχει βάλει κρύο
Με ξυπνάει το ρολοϊ δείχνει κιόλας δυο
Απ' το σπασμένο μου το τζάμι μπαίνουν εντυπώσεις
Κι απ' τις χαραμάδες, οι ανατυπώσεις

Όλες οι επιφυλάξεις φτιάξαν συμμορία
Κι άρχισαν ανατινάξεις μες στην ιστορία
Προσπαθώ να επιβιώσω στο γοργό του λόγου
Και παλεύω να ενώσω τον χρησμό του φόβου

Παιδικές απομονώσεις ό,τι αγαπώ
Κι άλλες τόσες αναμνήσεις που καθοδηγώ
Μέσα στο δωμάτιό μου κλείδωσα την πόρτα
Στο φθαρτό ολόγραμμά μου έσβησα τα φώτα


Ο Μονόλογος Tου Ανέμου

Ταξίδεψε ένας άνεμος
Στα βάθη αυτής της δίνης
Και έμεινε το όριο της νύχτας μερτικό
Τα πάθη είχε πέρασμα
Και ονειροπασιές για μήνη
Με εξωανθρώπινες σκιές
Σε κόσμο στρογγυλό.

Για μένα είπε ο Θάνατος
Δεν έχει αυταπάτες
Κι ας είμαι μελλοθάνατος σε χρόνο ιερό
Από το πατρικό μου το έσκασα
μια μέρα με καντάτες
και οδηγώ πάντα επικίνδυνα
και κόντρα στον καιρό...

Διαβάζω πάντα στ' ουρανού
τα τέσσερα σημεία
Ορίζοντες και γνωμικά ανάστατου θυμού
Επιστρατεύω καρμικά
του πόνου τα θηρία
και κλείνομαι σε λεκτικά
πλατωνικά κελιά...

Μα είμαι αέρας και περνώ
Πάντα απ' τις χαραμάδες
και βρίσκω ήλιο στο κενό
και υπάρχω σαν ζωή
κληρονομώ τις προσευχές
δυστυχισμένων τόπων
ελπίδες γράφω στη ψυχή που πάντα αιμορραγεί

Μελτέμι είμαι ορμητικό
Μα κι άπνοια της δύσης
Ανατολής πραματευτής
Κι ίσως μιας άλλης ζήσης
Του Νότου η ζεστή ρακί
Και του Βοριά το χιόνι
Κι ο πάγος μέσα απ' την καρδιά
με μια αγάπη λιώνει

Αν ήταν πάντα βολετό
Στο χθες να κατοικήσω
Θα ήμουν πάντα πίσω-μπρoς
Τα λάθη να νικήσω
Και θα ήμουν σκέψη θετική
Στις στοιχειωμένες λέξεις
Ανθόσπαρτα ακρόνειρα
Στου Τζάντε το νησί

Ταξίδεψε ένας άνεμος
Για τη ζεστή τη χώρα
Εκεί που σημαδεύτηκε
Στην άλλη του ζωή
με απόμακρο παλιό σφυγμό
Και σε δικό του χρώμα
Θρηνούσε το ξημέρωμα
Κι ορμούσε στη πηγή

Και ξεδιψά με λόγια
νερά και πρωτοβρόχια

"Αυτά είναι τα πάθη μου
 Και είναι σεβαστά
..."

                    Τα Λόγια Του Κενού

      Μ' έχει μολύνει με ζωή εκείνο το τραγούδι
      Που άκουσα μιαn εποχή, μακριά στη Κορσική
      Πέρασα θάλασσες, στεριές, μα έμεινε το χνούδι
      Από ακατάλληλες σκηνές σε κλήση δοτική

      Μέτρησα ανέμους και δροσιές μα πάντα κει ριγούσα
      Σε κάτι λόγια τροπικά μέσα απ' τις φυλλωσιές
      Κάτω απ' τον ήλιο τον σταχτή, ηφαίστεια ξυπνούσα
      Μα όταν γυρνούσα απ' το βαθύ, μετρούσα ταραχές

      Μες στης καρδιάς το παλμικό, τ' ανίδεο σεργιάνι
      Στου κόσμου τις ανηφοριές, κοιτούσα τη κορφή
      Έψαχνα θάνατο παχύ και ρυπαρό ποτάμι
      Για να κατέβω με βροχή, στης πύλης τη σιωπή

      Ιογενής η ενοχή και ένα ακόμη πάθος
      Με οδηγεί εκ του ασφαλούς, σε μία διαγωγή
      Του έρωτα το ασταθές, είναι το μόνο λάθος
      Ή το παράδοξο είναι απλώς, αυτό που οδηγεί;

      Βλέπω αστέρινο χορό, να σχίζει τη σελήνη
      Σ' ένα λιμάνι ξεδιψώ μ' ανύπαρκτους Θεούς
      Μες στου Καργκέζε περπατώ, την εύθραυστη γαλήνη
      Καθώς τα όνειρα πετώ κι αλλάζω τους χρησμούς

      Στη μέση αυτού του ταξιδιού, δονήσεις και σκοτάδι
      Ακούγοντας μες στην ηχώ, κάποιον ερωδιό
      Να λέει πάνω στο κλαδί για ένα παλιό σημάδι
      Τα λόγια εκείνα του κενού κι εγώ παραληρώ

      Μ' έχει μολύνει με ζωή του Αζάκιο το γινάτι
      Κι η συμμαχία της στιγμής έχει κατασχεθεί
      Με μια γαλέρα ξεκινώ στου Monte την Ενάτη
      Ξανά να υπερασπιστώ του όρμου το χακί

      Κι ίσως αμόλυντος να βγω μέσα απ' τη δυστυχία
      στων Οίτυλών την εμμονή να κάνω υπομονή
      στις καταλήξεις της γραφής να βρω την ησυχία
      και στις ενδείξεις της αφής, να γράψω: "Αναμονή"

      Μ' έχει μολύνει με ζωή εκείνο το τραγούδι
      Που άκουσα για ξαστεριά, κάπου στη Κορσική
      Εγκαταλείπω την οργή, που έχω γι' αγγελούδι
      Καταπραΰνω την ορμή και λέω: "Ανακωχή".


             Νηνεμία...
 
Ξαναγράφω το ίδιο τραγούδι
Για κείνη τη παλιά μοναξιά
έχει ριζώσει η καρδιά σα λουλούδι
μα δε θέλει ν' αγγίξει στεριά

Ξαναγράφω την ίδια ιστορία
για μια αγάπη που αξίζει πολλά
που όμως πέρασε σαν εμπειρία
κι έχει αφήσει τη ψυχή να ζητά

Σα καράβι περνάω στη θάλασσα
Και τις μέρες τις δίνω στο κύμα
Είναι ο χρόνος μια σκέψη που χάλασα
Και δεν έχει αέρα πιο πρίμα

Το δωμάτιο πάλι γέμισε άνισα
Και το μυαλό τη γνωστή τρικυμία
Στο λιμάνι που έφτασα άφησα
Του ταξιδιού τη θετή νηνεμία

Ξαναβάφω στο ίδιο το χρώμα
τη στιγμή που έχει αλλάξει μεριά
κι ας κοιμάται στο ίδιο το στρώμα
σ' άλλη νύχτα θα ψάχνει φιλιά...

Ξαναζώ μες στις ίδιες εικόνες
που γεννάει του μυαλού η φυγή
τους παράξενους πλέον χειμώνες
που είχαν ήλιο και ποτέ τους βροχή

                    Αμάλθεια

Πάνω στην ήρεμη, την απλωσιά του χρόνου
Και στις χιλιάδες ευωδιές, του ουρανού
Σμίλευσα όνειρα κι αγάπες κάποιου Κρόνου
Πρωτόλεια ένστικτα, που κουβαλώ παντού

Πάνω στη μνήμη και την μήνη των ανθρώπων
Πάνω στην κλίνη, που αποκοίμισα το νου
Γυάλισα χάλκινα καρφιά, ξύλινων τόπων
Εκεί που σταύρωσαν, τα χέρια του καλού

Αυτός ο δαίμονας, θα με κοιτά στα μάτια
Θα περιμένει, την κατάλληλη σοδειά
Για να θερίσει, στα κατάλληλα κομμάτια
Σιβυλλικά, ν' ανταποδώσει στην καρδιά

'Aτι αγέρωχο, φυγές θα προσπερνάει
Κέρας αμάλθειας, θα μεγαλώνει φόβους
Στις παρυφές του ποταμού, θα ξεδιψάει
Ζωές αδιάφορες που σχηματίζουν ρόμβους

'Aγρια Ήβη, θα ονομάσω τη ζωντάνια
Την περηφάνια, ανομολόγητη γιορτή
Πορφυρογέννητη και εύφορη κοιλάδα
Θα κατεβώ, για να ανταμώσω την ακτή

Πάνω στην ήρεμη, την απλωσιά του χρόνου
Και στις ασύμμετρες διαβάσεις, της οργής
Εκεί είναι η θούλη και η γνώση του ανόμου
Το κρύο σύνορο, προς το λευκό νησί

Πάνω στα αετώματα και τ' ακρόκορφα των πύργων
Πάνω απ' τον τρούλο,της μεγάλης Εκκλησιάς
δίπλα στα απόκρημνα, υψώματα των λύκων
και στις κραυγές, της ειπωμένης μοναξιάς


             Εβένινος Χορός

Καλά είναι εδώ, στην άκρη τ' ουρανού
κοιτώ από ψηλά, τα φωτεινά σου
η σκέψη είναι αλλού, η κόρη του γιαλού
κι ο χρόνος, έχει πάντα το άρωμά σου

σε βλέπω στο βαθύ, αυτής της ενοχής
στο  φέγγος, μιας απόμακρης Δευτέρας
στον 'Aγιο καιρό, μιας άλλης  προσμονής
στη μνήμη, της αγέραστης μητέρας

Είσαι κομμάτι, από του καιρού το λάθος
Είσαι η έπαρση, μες στης καρδιάς το πάθος
Έχουν αξία και σκοπό, αυτές οι λύσεις
Κι η πίστη στ' όνειρο, γεννά αναζητήσεις

Είσαι το αντίτιμο, αμφίβολης καριέρας
Κι εγώ το ρήμα κι ο θετός σου ο Πατέρας
Είσαι η ρήξη, με το χθες  κι η επιλογή μου
ένα ακατέργαστο μετάξι, στη ζωή μου

Που το χαϊδεύω απαλά, μα ξεγλυστράει
Μες στις αισθήσεις το υφαίνω, μα μου σπάει
Σε μιαν αγρύπνια, πάντα θα σε περιμένω
Μ' ένα αλύτρωτο πουλί, το γράμμα στέλνω

Καλά είναι εδώ, στην άκρη του γκρεμού
Σ' αυτή την πλάνη, που περνά από μπροστά μου
Φορώ τα σύνεργα, του ανέμου και του νου
Και διεγείρω όλα τα νωχελικά μου

Αγγίζω χρώματα, σε υακίνθινο νησί
'Αλγη και χώμα, έχουν πετρώσει τη σιωπή μου
Σε μαγεμένο τόπο, θύμηση, μισή
Μια ανείπωτη ιδέα, στην ορμή μου

Ένας αέρινος σκοπός, στη καταιγίδα
ένας Εβένινος χορός, για την ελπίδα
εκεί που συναντιούνται, ο χώρος με το νεύμα
εκεί που νιώσαμε με την αφή το ρεύμα...


3η Παράλληλος

Στόλισα
μ' ένα αλαβάστρινο φεγγάρι
το άδειο δωμάτιο
με κουρδιστή ανία
με καθαρό αέρα το πατάρι
σ' άπιαστα όνειρα ξελόγιασα πεδία

Τρίτη παράλληλος
στην κεντρική μου σκέψη
εκεί σε άφησα, πριν το μεγάλο δρόμο
μέτρησα ώρες τυπικές, του χρόνου η πλέξη
με θυμαρίσιο μέλι γλύκανα τον πόνο

Φύτεψα σπόρους
μες στο άγονό μου σώμα
πάνω στο βράχο, άνθισε πικρό λουλούδι
με αναθυμιάσεις μιας ζωής, ξυπνώ ακόμα
το οξυγόνο τέλειωσα, μ' ένα τραγούδι

Με οπτασίες
στόλισα, χρυσά ταξίδια
ανέμελα λόγια
έχω κρυμμένα μες στην κρύπτη
ακροβασίες μιας ψυχής που είναι ίδια
μ' εκείνη που σκότωσα
μια φονική μου Τρίτη

Τρίτη παράλληλο
μετά την ανηφόρα
είδαν τα μάτια τη νέα μου τη χώρα
μια Τρίτη έμαθα
πως έπιασε η μπόρα
και στάζει πάλι η ζωή απ' τον φεγγίτη

Καράβι


Χάνεται.
καράβι φεύγει μακριά
Θάλασσες, οι σκέψεις μες στη ξενιτιά
Όνειρα, φεγγάρια τόσο απατηλά
Μέσα μου, αναζητώ τη ξαστεριά


Κάπου να ησυχάσω, να σε ξαναβρώ
Πριν καταδικάσω, ό,τι αγαπώ
Νόμιζα, πως ήταν, όλα τόσο απλά
Γύρισα, μα ταξιδεύω στα παλιά


Χάνεται.
καράβι μ' ανοιχτά πανιά
'Αλλαξε, προορισμό και αγκαλιά
Κύματα χτυπούν, το αλμυρό σκαρί
Μέσα μου, αναζητώ την αφορμή


Κάπου να πετάξω, γλάροι στη ματιά
Το παρόν να γράψω μ' άλλη αλλαξιά
Περιμένω ακόμη, ν' ανάψει η φωτιά
στο έρημο νησί μου, που έχει μοναξιά


Χάνεται.
καράβι σ' άλλη λησμονιά
'Αγκυρες δεν έχει, σκούριασε η καρδιά
Ανόμοια, οι πράξεις και τα λογικά
Μέσα μου, με ταξιδεύει ό,τι πονά


Πάλι θα περάσω, στον πλατύ γιαλό
Κάτω από το κάστρο, θα σου τραγουδώ
Κι ίσως ο αγέρας, φτάσει τη φωνή
Πάνω απ' το κατάρτι, πάνω απ' τη ψυχή


Κι όταν θα κατέβεις, σε λιμανιού νοτιά
πάλι θα λαχταρίσω, ίδια αγκαλιά
Το καράβι φεύγει, φουσκοθαλασσιά
Έχει το μυαλό μου, δυνατό βοριά


Είπα να σου γράψω, ό,τι νοσταλγώ
Πριν να βυθιστούμε, με το καράβι αυτό
Νόμιζα πως ήταν, όλα ανώδυνα
Ξεμπερδεύω ακόμη, τη θάλασσα απ'  τη στεριά...

Δώδεκα Ναυτικά Μίλια Μέσα Στη Nύχτα...

Φύτρωσα στη ξεραμένη γη
μετά τον όλεθρο
Ένας σπόρος ήμουν
που τον παρέσυρε ο άνεμος
Και βλάστησε στα εγκαίνια του πόνου...
Μέλλον και παρόν μαζί,
μια μπερδεμένη ψυχή,
εγκλωβισμένος στο χρονοντούλαπο της ιστορίας
μια παλιά δίκη, που νόμιζα πως τη κέρδισα
αλλά με κυνηγά σαν ένταλμα ακόμα.

Ένοχος ή αθώος, δεν βγήκε πόρισμα για μένα
Η δικογραφία συμπληρώνει μέχρι και τώρα σελίδες
Κι η ανωνυμία της απάτης μου έχει πολλά ονόματα να μου δώσει.

Είδα χτες το βράδυ στ' όνειρό μου
Ότι έπαιζα μέσα στον καθρέφτη
Που έμοιαζε με θάλασσα,
Βούτηξα μέσα στο γυαλί και χάθηκαν τα ίχνη μου.

Ταξίδι έγινα, σε παρθένα ακρογιάλια
Μετά έγινα καράβι πειρατικό, μέσα στη καταιγίδα
Γεμάτο πήλινα στ' αμπάρια, κάποιου λαθρέμπορου απόπλου
σε μια στιγμή, πορεία άλλαξα
τους χάρτες έκανα πυροφάνι και ψάρεψα στο άγνωστο...

Ακόμη εκεί είμαι,
Ζω στα βάθια μιας περίεργης κατάρας
Είμαι στοιχειωμένο δένδρο, στο θρόισμα των σκέψεών σου
Που χτυπούν με μανία κάθε βράδυ το παράθυρό σου,
μέσα στο δάσος.
Από τις γρίλιες σε κοιτώ
και ρουφώ τη λύπη σου, σαν αναγέννηση...

Ένα ελιξίριο ψάχνω για την Αθανασία
Και μια περίεργη ουτοπία μέσα στη γη των Μακάρων...

Μια μυθική χώρα που κανείς δεν ανακάλυψε ποτέ
Αλλά παραμένει ζωντανή
στις διηγήσεις των έντρομων χωρικών του λόγου.

Φύτρωσα ξανά,
Σαν θυμάρι ευωδιάζω
Και θυμίζω παλιές μυρωδιές
Ενός ακατάστατου φόβου.

Ξημερώνει.
το φως σκοτώνει τις σκιές,
άλλη μια μέρα σημειώνω στο τετράδιο της ζωής μου
άλλη μια λευκή σελίδα μουτζουρώνω.

Σε δώδεκα ναυτικά μίλια
Ξεσκόνισα οράματα
Κι επιβίωσα, από ναυάγια στημένα
Έπαιξα κι εγώ τη δική μου αποζημίωση, στα ζάρια...

Ναυπήγησα την επένδυσή μου
Κι άρχισα να μετρώ αντίστροφα, την επόμενη νύχτα.

Ανάδυση


"Μνήμες.
 Παράθυρο στη μοναξιά
 Διέξοδο στη γαλήνη της στιγμής


 Κλειδωνισμοί.
 Στο υπόλοιπο μιας ανάσας
 Στο κατάλοιπο μιας ελπίδας


 Ρίμες...
 Στο απέραντο μιας σελίδας
 Που χωράει ολόκληρη ζωή


 Ευτυχία.
 Λέξη απρόσιτη, σε καρδιά παντοτινή
 Πανάκριβη, μοναδική και απροσπέλαστη
"


Λόγια...
Σαν τα παλιά ρολόγια
με ξεκούρδιστες σκέψεις και μια άχρονη σιωπή


Στάση.
μα, ποιος αντέχει να ξεσπάσει
Να ξεδιψάσει, με βροχή;


Χάση.
Μα η ματιά θα ξεπεράσει
Τις συμπληγάδες, με στοργή


Eρηνείες...
και της φυγής αυτοχειρίες
στου Ποσειδώνα την οργή


Προσπάθεια.
Ψυχή στην ημιμάθεια
Που μένει πάντα εκεί


Κατάργηση...
Και άλλη μια ανάδυση
Με την Αργώ κατάδυση, σε άλλη εποχή


Μίσεψες.
στη σκόνη που περίσσεψες
Την είπες λογική


Με λήστεψες...

                     
Γαλήνη

Αφιερωμένο στη μνήμη του Ηλία Βενέζη, εμπνευσμένο από το ομώνυμο μυθιστόρημα

Από της Σμύρνης τη φωτιά, έφυγες μ' ένα άδικο
Μπάρκαρες σ' ένα φορτηγό, για ένα νησί μικρό
μέσα σου πάντα κουβαλάς, ένα παλιό κατάδικο
Και στης στεριάς το μαγαζί, ζήτησες μια δουλειά

'Αλλοι χαθήκαν στα βουνά κι η σκέψη μες στη θάλασσα
Κι ανατολίτικη γενιά, στα κύματα βαθιά
Ξεριζωμός και προσφυγιά, ταυτότητα στα μάτια σου
Στου Πειραιά τη προσμονή, σε κρύψανε καλά

Στα χείλη πάντα το γιατί, που φόρτωσες για προίκα σου
μες απ' της μάνας την ευχή, κατάντησες κραυγή
Και στα στενά της ενοχής, χαθήκαν τα κομμάτια σου
Λες και την έβαλες εσύ, εκείνη τη φωτιά

Ύστερα ήρθε ο αδερφός, που είχανε αιχμάλωτο
Μαντάτα έφερε πικρά, για εκείνο τον ντουνιά
Σε ένα ΚΤΕΛ πειρατικό, φύγατε για Ανάβυσσο
Σ' ένα κομμάτι ξένης γης, ρίζωσε η καρδιά

Από τους τέσσερις χρησμούς, που μοιάζουν με παράδεισο
Τη στάχτη μάζεψες του χθες των γέρων τις θηλιές
Έμαθες πως τα λογικά,σου κρύβουνε την άβυσσο
Και κάρφωσες δυο σταυρούς, στις άδειες προσμονές

Ήτανε όνειρο πικρό
Έχεις ακόμη πανικό
Δεν ξέρεις τι να ψιθυρίσεις
Τρυπάς το φως να βρεις νερό
μέσα στων χρόνων το κακό
παλεύεις για να το κερδίσεις

Τη φλέβα ψάχνεις για καιρό
Δεν έχει αίμα πια εδώ,
αληθινά να τραγουδήσεις
μονάχα αυτόν τον πηγαιμό
και τον επόμενο σταθμό
που μια ζωή θα χαραμίσεις

Κάνα-δυο μήνες πάλεψες, μ' ανέμους και σκορπίσματα
Κι άλλους δυο-τρεις αγκομαχάς στο κρύο της φυγής
Κοιτάς καράβια να περνούν και στέλνεις χαιρετίσματα
Κάποιος ακόμα να φανεί, ελπίδα και γιορτή

Έπεσε πάλι σκοτεινό κι αυτό το ηλιοβασίλεμα
Και το φανάρι του γκαζιού, η μόνη συντροφιά
Έφυγε και ο αδελφός, για την Αθήνα σ' άφησε
Κι έμεινε ο πόνος να μετρά, τα λούσα τα φτηνά

Χαϊδεύεις ακόμα το σουγιά, που έκοψε τα νήματα
Και στις χαμένες σου οργιές, μετράς τις χαρακιές
'Ακου τι λέει ο αμανές, υμνεί θυμού συνθήματα
'Ακου πως παίζει ο μπαγλαμάς, πως κλαίνε οι σκιές

Χάθηκες σαν αερικό, κανείς δεν σ' αναζήτησε
Και μέσα στο συνοικισμό, έγινες η βροχή
Που ξεδιψά λίγα σπαρτά, κλαδί που δεν ελύγισε
Κάποιοι σε είπαν φονικό και άλλοι απλώς δειλή

Πήγες να βρεις το πατρικό, φεγγάρι που σε γέννησε
Σ' ένα χαρτάκι άφησες, δυο λόγια  στα κλεφτά
Είπαν πως έγινες πουλί και γύρισες στ' αδιάβατο
και στ' ουρανού τα σωθικά πως έγινες
 φωτιά

          Χώρα Της Νιότης

Έρχομαι, από ένα κόσμο μακρινό
Που τον περπάτησα ένα βράδυ στ' όνειρό σου
Είμαι στοιχείο, απ' του στοιχειού σου το θεριό
Σε μια μάχη, είχα χάσει άνθρωπό μου


Έρχομαι, από της φύσης το βαθύ
Από της μνήμης, το κατάλευκο ακρογιάλι
Είμαι σημάδι στου κορμιού σου τη ρωγμή
Και μια εικόνα στην απέραντη σου πλάνη

Είμαι η ομίχλη που θολώνει το μυαλό
Η μυρωδιά που σαγηνεύει την ορμή σου
Είμαι αγέρας, μες στο δάσος ξωτικό,
ένα ταξίδι που ξοδεύει τη σιωπή σου

Απ' των Βρετόνων έρχομαι στης γης τα μέρη
είμαι η πέτρα που έχτισες τη φυλακή σου
Απ'  τη πλαγιά των σιωπηλών παλιό αστέρι,
που εκεί έγραφα μύθους, αυθεντικούς στη λογική σου

Είμαι ελάσσων εποχή σε άδειες σκέψεις
Που βασανίζουν κάθε βράδυ τα όριά σου
Μια εξιστόρηση που κρύβει πάντα λέξεις
Στις γραμμικές σελίδες της καρδιάς σου

Η πρωθιέρεια αγάπη στη πνοή σου
που απ' το ιερό νησί βουτά ψηλό σκοτάδι
Έχει ονόματα πολλά μες στη ζωή σου
Είναι Αθάνατο νερό μες στο πηγάδι

Κάποιοι με είπανε ηγέτη κι άλλοι φονιά
Κάποιοι Θεό, στα σύνορα της Αμαλθείας
Επίσης κάποιοι με φωνάξανε ραγιά
άλλοι διάδημα, σύμβολο της αφθονίας

Γεύομαι φύλλα απ' τα δάση της Δρυός
που σε βωμούς θυσίασα την ιστορία
από τη Κρήνη, έχασα τον πηγαιμό
κι απ' τη λαχτάρα έπεσα μες στη μαγεία

Κι αυτά τα χνάρια πάντα θα ακολουθώ
Χώρα της νιότης ονομάζω το γιατί σου
Δε θεραπεύω, μόνο αλχημείες υπηρετώ
Καταγωγές διεκδικώ στην ενοχή σου...

Θάλασσες πέρασα, μα μένω στεριανός
με κάστρα έντυσα, τα ύπουλα πεδία
και στα Ιλίσια ντυμένος μοναχός
από της Μέρλιν τα στενά, γυρνώ στη βία...

Εκεί τον Μαύρο Δράκο θα υπηρετώ
κι ας κάνω πλιάτσικο ,στη μακάρια ευκαιρία
από την πύλη του Ιώβ θα ξαναμπώ
για να κερδίσω τη φθισική μου Αθανασία...

                  H Θητεία

Τι όνομα να δώσω στη σιωπή μου;
Μην είναι το μάρμαρο της μάνας μου που αγιάζει;
Ή του πατέρα μου το πέτρινο χαλάζι
Μην είναι η θάλασσα που στην καρδιά φωλιάζει;
ή μια ευχή που απ' το ταβάνι αιμορραγεί


Τι όνομα να δώσω στη ψυχή μου;
Μην είναι του αδελφού το χρόνιο μαράζι
Ή κάποιου φίλου η αλήθεια που τρομάζει
Μην είναι το δάκρυ φυτεμένο στο πρεβάζι
Ή κάποια λέξη ρημαγμένη απ' τη φυγή;


Τι όνομα να δώσω στη ζωή μου;
Είναι τραγούδι ή μια άδεια μελωδία;
Την λέω λύπη και παράλογη ευτυχία
Που με σαγήνευσε καθώς φεύγαν τα πλοία
Τι όνομα να δώσω στη βροχή;

Είμαι από χώμα κι από πέτρα καμωμένος
Δεν παραδέχτηκα του άνθρωπου το μένος
Δεν καταδέχτηκα μεσάζοντες στο τέλος
Ποτέ δεν έγινα επίτιμος σαν μέλος
Τι όραμα να δώσω στη σιωπή;

Όταν μιλάει εγώ τότε πάντα λείπω
Όταν λυγάει τότε την εγκαταλείπω
Όταν ριγά τότε εγώ την απορρίπτω
Μέσα μου είπα θα την κρύψω σ' ένα κήπο
Τι δύσκολα που αλλάζει η ροή

Τι όνομα να δώσω στη σιωπή μου;
Μην είναι το 'Αβαλον μιας άπιαστης ιδέας
Μην είναι η νύχτα μες στα σωθικά της μέρας
Είναι ο κόσμος της απέναντι κεραίας
Τι όνομα να δώσω στο μαζί;

Γιατί είναι χώρια η αλήθεια απ' το ψέμα
Στο ίδιο κρεβάτι κι ας κοιμούνται μες στο θέμα
Είναι ατέλειωτο της λογικής το ρέμα
αδιαπέραστο της εμμονής το πλέγμα
Τι όνομα να δώσω στο εκεί;

Εκεί θα λείψω στου μυαλού την ησυχία
Και τα καλώδια θα κόψω απ' τα ηχεία
Να μην ακούω της καρδιάς μου την μοιχεία
Για  να εκπληρώσω την παλιά μου τη θητεία
Να γίνω πάλι εθελοντική ποινή

Τι όνομα να δώσω στη σιωπή μου;
Tης φώναξα κι απάντησε:"Kραυγή!!!"

                Πέλαγος

Διαχρονικά φυλακίζομαι στη σκέψη μου
Συγκρατώ απομεινάρια μισής ζωής
Στ' ακρωτήρια του πόνου ξενιτεύτηκα


Είδα κόσμους μακρινούς,
Θεούς περαστικούς
Της χαράς μου το κενό θυμάμαι
Σε ένα μεγάλο ταξίδι με προορισμό τον ήλιο

Μαζεύω ακόμα του Κρόνου τη βροχή
Περπατώ ξυπόλητος μέσα στα χιόνια
Επίσημη πρόβα ντύνομαι
με πρόχειρα ρούχα στο σκοτάδι
Άθλιος ο χρόνος μου κι αλήτης
Μα με καθάριο βλέμμα,που πάντα με γδύνει απ' τις ορμές μου

Η ζωή είναι
όλες οι σκιές που προσπέρασα
όλους οι σταθμοί που λησμόνησα
Όλες οι γυναίκες που αγάπησα
οι φίλοι που με ξεπέρασαν σε μια απότομη κατηφόρα
σαν τρένα...

Και άλλοι τόσοι άνθρωποι
που μου κρατούν πάντα το χέρι για να μη φοβάμαι
το στοργικό βλέμμα της μάνας μου πριν το παιχνίδι
τα δυνατά μπράτσα του πατέρα μου
που με πέταγαν ψηλά στον ουρανό...

Τα κρυφά και φανερά που στοίβαξα σε μια γωνιά
Της επιθυμιάς η βιασύνη
Ο ερασιτεχνισμός της ματιάς μου, που τα μικρά κάνει μεγάλα
και τα μεγάλα πελώρια,
εγώ ο ερασιτέχνης άνθρωπος που ελπίζω σ' ένα ακόμη σήμερα

Τώρα μπορώ να περιμένω χωρίς ελεημοσύνη
Το επόμενο αύριο
Τα καθημερινά και τα ανώφελα
που με δένουν ακόμα στο Καρνάγιο, χωρίς κουράγιο

Να καταγράψω μπορώ
Τις παράπλευρες απώλειες
Μιας κοινής πίστης σ' ένα αδίστακτο όνειρο
γεμάτο ύπουλα φεγγάρια.

Ακριβώς στην ίδια απόσταση
Που με μαθηματική ακρίβεια εξισώνει τις ψυχές μας

Το πλοίο θα σφυρίξει τρεις φορές
Και θα χαθεί ξανά στο πέλαγος του κόσμου
Για να ενώσει Ηπείρους και επιθυμίες

Θα κοιτώ από την πρύμνη τα πουλιά
που θα με συντροφεύουν στο αταξίδευτο ταξίδι μου
και θα τους δίνω πάντα τροφή
για να μου τραγουδήσουν άλλη μια φορά

το γνώριμο τραγόυδι  του αποχαιρετισμού
αλλά και της ελπίδας
πως πάντα υπάρχει επιστροφή
ακόμα και από τις Δίνες
στου 'Aδη το λιμάνι...

Αν Tο Δάκρυ Είχε Πατρίδα...

Χαμηλώνω το βλέμμα
Χώμα κοιτώ κι εντάσεις
Χώρο ζητώ
Απ' της ματιάς σου να βγω τις ενστάσεις


Χαρακώνω το ψέμα
Στου κενού τις φτηνές παραστάσεις
Λόγο ζητώ
να κρατήσω απλές αποστάσεις

Ξημερώνει εδώ
Είναι ο ήλιος κι ο χρόνος παγίδα;
Φωτισμένο μου εγώ
Σου προσφέρω μιαν άλλη ζωή

Ξημερώνει εδώ
Ταξιδεύει μια άτακτη ελπίδα
Τους ανέμους ρωτώ
Αν το δάκρυ μου έχει πατρίδα
κι αν η σκέψη μου έχει φυγή...

Πάλι σηκώνω το βλέμμα
γαλανό σαν να βλέπω στα μάκρη
Θάλασσα κολυμπώ
Στης στεριάς έχω μάθει την άκρη

Στο μυαλό έχει ρεύμα
είναι γλυκό της στιγμής το αλάτι
Της ψυχής ένα γεύμα
Μια αχόρταγη στείρα αυταπάτη


που απ' το χέρι με πήρε
και με πήγε μια βόλτα σαν άτι
πως με συνεπήρε;
είναι παράλογο να λες πάντα  κάτι

Δεν έχει εδώ ουρανό για φευγιό
δεν έχει πλέον διωγμό το παρόν
το δωμάτιο του κόσμου είναι άδειο
κι έχω κολλήσει μιαν αφίσα σιωπής
στο μηδέν και στο άδικο...

              Μποέμ


'Aγγιξα την άκρη τ' ουρανού
Μα βούτηξα στη θάλασσα κι ονειρεύτηκα
Κύλησα στην όχθη του γιαλού
ποια καταστροφή και πάλι ερωτεύτηκα;


Έπιασα στεριά κι άγγιξα όρια
Διάτρηση ελπίδας είναι η διάγνωση
Γέμισα με σκέψεις και εφόδια
Και άρχισα αλλιώς να κάνω ανάγνωση


Έντυσα βυθό τ' άδειο δωμάτιο
Και έβαψα τους τοίχους με μια δύση
έφτιαξα στον ήλιο ένα απάγκιο
κι είπα άλλη μια μέρα έχω ζήσει


Μοιάζει η ζωή μου με παραίσθηση
Δεν ξέρω πώς να δέσω αυτό το μίγμα
Ψάχνω δουλειά κανονική για έκτη αίσθηση
Είναι αλήθεια αυτό που ζω ή ένα δείγμα;


Οι σημειώσεις μιας ακατάστατης φυγής
Σε άλλους δρόμους μ' έχουν βρει και σ' άλλη πόλη
είναι τα φώτα που τη δείχνουν φιλική;
ή είναι τα μάτια μου θολά από αλκοόλη;


Μα είναι όμορφο να ψάχνεις ένα όνειρο
Κι ας είναι ανώριμο να γράφεις διαδόσεις
Εγώ έχω μάθει από παιδί να κάνω εμπόριο
Να γλύφω πάντα τις πληγές μου στις ενώσεις


Μετά από χρόνια ίσως να έχω τρελαθεί
Ίσως και να έχω παντρευτεί με τη σιωπή μου
Κι έτσι απλά ν' αρχίσουν όλα απ' την αρχή
Σε ποιο ποτάμι θα με βγάλει η βροχή μου;


Θα βάλω πάλι τα καλά μου και θα πιω
Από ποτήρι ραγισμένο τη χαρά μου
και σ' ένα άσπρο άλογο θα ανεβώ
για να πετάξω μακριά απ' τα όνειρά μου


Γιατί μεγάλωσα στους δρόμους σαν παρόρμηση
μικρό παιδί σε καθετί που λαχταρούσα
γιατί αμφισβήτησα τη σίγουρη εξόρμηση
ένας μποέμ που στην υγεία του θα μεθούσα 

          Το 'Aρρητο

Δεν εγκαταλείπω
Μα όλο λείπω
απ' τις στοές των αθανάτων
απ' τις γιορτές
και τις ορδές των ανιάτων
των μικρών και των μεγάλων μου θαυμάτων
είμαι το αίμα στις πληγές παλιών τραυμάτων


Είμαι η λύση απ' το Δήλιο πρόβλημά σου
Είμαι το άρρητο στη ρίζα της καρδιάς σου
Το επιστέγασμα που κρύβει τη χαρά σου
Το υποκατάστατο που σώνει τη ματιά σου
απ' το κενό.

Σε μια κατάργηση του χθες όλο θα δίνω
Κάτι απ' το σήμερα που τόλμησα να μείνω
Στην επαλήθευση  υπόλοιπο θ' αφήνω
Είμαι σημείο αναφοράς σ' ένα παράλογο μισό...

Δεν εγκαταλείπω
Μα όλο λείπω
Απ' τα προσκλητήρια του λόχου των απόρων
Απ'  τα εγερτήρια των ταπεινών  εμπόρων
Απ' τις φωνές  πολιτικών και δουλεμπόρων
Μια εξειδίκευση που χρόνια υπηρετώ.

Να είμαι ο χρόνος που ξεπέρασα κι ο φόβος
Που εκεί ταξίδεψα και έγινα ο πόνος
Έγινα σκέψη που της έλειπε ο δρόμος
Μια λογική που υπερβαίνει και τ' αξίωμα του εγώ.

Δεν εγκαταλείπω
Μπορεί στα δύσκολα να λύγισα για λίγο
Την απαξία να την ένιωσα σαν ρίγος
Δεν έχει άσυλο κανένας  στη ζωή
Ούτε αλάθητο στην κάθε ενοχή

Θα είμαι εδώ και θα παλεύω με τους ίσκιους
Θα είμαι εγώ ο αριθμός μέσα στους μίσχους
Για να μετράς πάντα αρώματα και γεύσεις
Για να μπορείς μέσα από αγάπη να διαλέξεις  το χρησμό...

Δεν σε τρομάζω
Και δεν δικάζω
Απ' τις ιαχές σου όμως πάλι θα διαβώ
Για να σ' ακούσω
Και να μερώσω
Η αναζήτηση δεν έχει οδηγό

Δεν εγκαταλείπω
Λες να σου λείπω;
Κοίτα η θέση είναι ακόμα αδειανή;
Κοίτα στο κάδρο
Κι αν έχει ακόμη μαύρο
'Aνοιξε τα φώτα και θα είμαι πάλι εκεί.

Σαν ηλιαχτίδα, με μια ελπίδα
Θα 'μαι η αντίθεση απ' το βράδυ στο πρωί
Θα γίνω χάδι κι ένα σημάδι
Θ' αφήσω πίσω μου να μοιάζει με φωνή.

                   Εξίσωση

Τα διάσπαρτα συγγενικά μου μόρια
Που περιπλανιούνται χρόνια μέσα στο χώρο
Κουβαλούν μέσα τους οξειδώσεις
και τα λόγια μιας ανύπαρκτης πολεμικής ιδεών

Ευλαβικά με προτρέπουν με μυθολάγνους χειροκροτητές
σε μισθοφόρους παγανιστές του πόνου και του κενού
σε διάσπαρτους μικροπωλητές του μόχθου
και με κάνουν εμπόρευμα στα πειρατικά εγώ τους

Η εξελικτική επιστημολογία δεν μου έδωσε λύσεις
Η βιολογική καταγωγή της σκέψης άλλωστε είναι απλή
Για να γίνει εξίσωση επί χάρτου
Βασίζεται στην πρώτη μορφή ζωής την μικροβιακή...

Έχεις σκεφτεί ποτέ το μυαλό που σε ταξιδεύει;
Έχεις κοιτάξει βαθειά μέσα στον καθρέφτη;
Ο αντικατοπτρισμός του χθες ζει στο σήμερα
Βαρύ φορτίο ο άνθρωπος που συναντάς κάθε μέρα στην άλλη όχθη

Σαν την οπλή του αλόγου ο χρόνος
Αντιδρά σε κάθε σου παρόρμηση
Η ζωή δεν είναι πάντα μια εξόρμηση
Οι μαθηματικοί δε λένε πάντα την αλήθεια

Η αρχή και το τέλος εφευρίσκονται
Η ουτοπία είναι τραύμα μέσα  στο σύμπαν
το φεγγάρι καίγεται από τον ήλιο
Υπάρχει χρησιμότητα στον υποθετικό ρεαλισμό;

Αφηρημένες έννοιες, χωρίς συνειρμό τα όνειρα
Η γνώση του πραγματικού κόσμου πάντα διαμορφώνει τον φανταστικό
Τίποτε ακόμη δεν έχει συμπληρωθεί
Οι σκιές θα είναι πάντα εκεί να μας υπενθυμίζουν τους φόβους μας

Κι εγώ σε ποια οντότητα ανήκω;
Θα παρασυρθώ και πάλι και θα νιώσω την κατηφόρα,
το χάσιμο του δρόμου, βγάζοντας φτερά
αθροίζοντας τις φυγές θα παράγω εικόνες

Όλα γίνονται βάσει σχεδίου
μα η σκέψη είναι αυθαίρετη για να είναι ιθαγενής
απλά περιμένει εκεί για να έρθει η σειρά της
να σκεφτεί και να πράξει...

Με εκκίνηση την παραπλανητική μεταφορά της αλήθειας
Ανακαλύπτεις ελλειπτικά το ψέμα
όταν στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη για να πείσουν


επινοημένες αρχές για ένα βαρύγδουπο τέλος

Και τα συγγενικά μου μόρια θα πεις;
Ανάκατα κι αυτά,σε μια εξίσωση του χρόνου
Μια άρνηση δεν είναι ποτέ αρκετή
Για να καταρρίψεις  μια θεωρία

Απαξία χωρίς συνηγορία γίνεται θα μου πεις;


Πάμε επανεκκίνηση λοιπόν
Φτάσαμε ως εδώ με πεφωτισμένες ιδέες
Και ας είχαμε αδειανό καλάθι στο κεφάλι


Πάλι αιωρείται στο δωμάτιο η γνώση

Κι εγώ ένας αριθμός που μετράω αντίστροφα...

Το Σπίτι Mε Tα Γιασεμιά


Όνειρα...
Σαν την παλιά μου γειτονιά
Που μείναμε πάντα παιδιά
που γκρεμιστήκανε κι αυτά


κι έγιναν δρόμος σκοτεινός
για να πλουτίσει ο τυχερός
που πήρε αντιπαροχή
κι αυτό το πρώτο μας φιλί


όνειρα...
το σπίτι με τα γιασεμιά
μετράει ώρες και κοιτά
με αυτά τα τζάμια τα θαμπά


συμβόλαιο κάναμε τιμής
να μείνει η πέτρα γηγενής
να γίνει τετραγωνικά
μετράμε χρήματα πολλά


Κι ένα γκαράζ να στεγαστεί
Εδώ η καινούργια μας ζωή
Κι αυτή η δάφνη η πικρή
Μοιάζει με μια καρδιά σταχτί
Που καίγεται μες στα πολλά


Και τα δωμάτια στενά
Δε θα χωρέσουν τις φωνές
Κι αυτές τις άναρχες κραυγές


Που είσαι φίλε μου παλιέ
Που είσαι κορίτσι μου ξανθό
Που ήπιαμε κρασί γλυκό
Σε ακατάστατους καιρούς
Κι εκείνο το παλιό παπί
Με χαλασμένο τους τροχούς
Και τη μεγάλη μηχανή
Που μας τη κλέψανε κι αυτή


Με μια κιθάρα αγκαλιά
Κάναμε όνειρα μικρά
Να είμαστε πάντα μαζί
Κι ας κοροϊδεύαν οι πολλοί
Μας πήρε ο άνεμος μακριά
Και φύγαμε απ' τη γειτονιά
Ήταν Δευτέρα του φονιά


Που σ' έχασα μες στη βοή
Κι η μυρωδιά απ' το κορμί
Σαν μια κολόνια  Γαλλική
Στο σπίτι έμεινε κι αυτή
Κι ότι παρέμεινε εκεί
Έχει στοιχειώσει μια σιωπή
Που ακόμα μέσα μου μπορεί
να σε ευχαριστεί πολύ


Έγινες χώμα και νερό
Και διαμέρισμα  κενό
Σε φωτογράφισα ξανά
Με τη βεράντα τη στενή
Κι ο γάτος μες στην προσμονή
Για την ξηρά του την τροφή


Να νιαουρίζει σαν ψυχή
Που τη ξηλώσανε κι αυτή
Απ' τα θεμέλια τα φτωχά


Και συναντιούνται οι γιορτές
Σε κάτι απόμερες γωνιές
Που διάβαζα με την αυγή
Και τον Μπαμπά διαιτητή
Και τη μητέρα μου πιο εκεί


Με μάτια πράσινα θωρεί
να μείνει σπίτι της ξανά
Μαζί τα τέσσερα παιδιά
Σαν Κυριακάτικη εκδρομή
Να ονειρευτούμε σαν παλιά

Σε κάτι πρόχειρες σκηνές
Στο κύμα και στις αμμουδιές
μέσα στο σπίτι μας ζεστά

Ήταν τα χρόνια μας γλυκά
Κι ας μένουμε πολύ μακριά
Πήρα απ' το κουδούνι τα υλικά
Σταγείρων αριθμός δεκαεφτά...

                    Εμπάτη

Ενάλιος νιώθω και απόψε στη στεριά
Για τα καράβια που δε σάλπαραν ακόμα
Σαν ένας δίαυλος που εκπέμπει μακριά
Και η Εκτάμα μου με συγκρατεί στο χώμα

Η αβαρία μου λοξεύει το μυαλό
Και το αμπάρι μου είναι γεμάτο ανέμι
Σημείο απάγκιο δεν ξέρω που να βρω
Βίρα τις άγκυρες να μείνουμε δυο ξένοι

Με τον απόσπερο θα βγούμεν ανοιχτά
Μες στη καρδιά μας θα γλεντάνε οι ανέμοι
Τραβέρσο ανάστροφο σε ύφαλο κοντά
Μύχιες σκέψεις θα φοράνε οι Αγγέλοι

Μες στη θαλάμι μου δε βρίσκω ζεστασιά
και θα σκορπίσει όταν έρθει η αγέλη
Σ' ένα μπουρίνι θα χαθώ σε δυο λεπτά
Σκάντζα τα όνειρα για να γευτούμε μέλι

Κι όταν θ' αλλάξουμε την Χέρσα μας ζωή
Και η πληγή δε θα 'χει χρόνο να ματώνει
Μέσα στο πόρτο δε θα ψάξουμε φυγή
Όσο κι αν η όστρια ψυχή θα ξεσαλώνει

Ενάλιος νιώθω χωρίς στίγμα να με σώνει
Κι αν ο Εξάντας μου με δείχνει πιο κοντά
Και αν το μουράγιο μου με περιμένει ακόμη
Ψάξε τη λέξη που θα δέσει τα σχοινιά

Εμπάτη φώναξε σε φυκιάδας μέρη
κι έλα προσάραξε στη σκέψη μου εν μέρει...

                   Η Ευθεία

Κάποτε έφτιαχνα τα σχήματα του κόσμου
με κάτι κύκλους εξηγούσα εποχές
τρίγωνα νήματα που κόβονταν εμπρός μου
μα τετραγώνιζαν ξανά τις λογικές

Με κάτι ομόκεντρα τεχνάσματα για λίγο
αντιλογούσα ότι ήταν περιττό
σε κάτι απέριττο πριν απ' το παραλίγο
που τείνει πάλι προς το άπειρο εδώ...

Για ποιες αξίες την ζωή μου αγριεύω
για ποιες ευθείες, ταξιδεύει η ψυχή
σε ποιες ανίες χρωματίζω ό,τι μαζεύω
απ' τα υπόλοιπα ατέρμονης στιγμή

Κάποτε έφτιαχνα με σήματα πορείες
και τώρα είμαι διαδήλωση κρυφή
παρεστιγμένο σύμβολο στις απορίες
που εξηγούνται πάντα σαν ανατροπή

Σε κάτι ομότεχνα φαντάσματα ελπίζω
σα ξημερώσει να μην είμαι πάλι εκεί
να λογαριάσω τις ανάσες που θυμίζω
πόσο να λείψω όμως μες στην αποχή;

        'Aνωσις

Στολίσματα ψυχής
Σε στενά δώματα ζωής
Αέρας διακοσμημένος μέσα στον χώρο
Μα εγώ δεν αναπνέω...

Αιωρούμαι, παρατηρώ, φωνασκώ σαν όχλος
Σημάδι γίνομαι και ακολουθούμαι μέσα στη σπηλιά του ονείρου.
Όλα είναι εκεί
Οι στιγμές, οι χαρές και οι λύπες μιας ολόκληρης πνοής
Πες την αν θες ζωή.
Πέντε βήματα ουρανός, ο γαλανός ο θάνατος

Στολίσματα ζωής
Ρινίσματα φυγής
Και μιας άνωσης σταχτί το χρώμα

Μα έχει χρώμα ο θάνατος; Kι όμως εγώ τον είδα 'Aγγελο Τελώνη
κι ανέβαινα επίπεδα, χανόμουν στο φως του απέιρου
εποχές, η διαδρομή μου, πες την αν θέλεις ψυχή μου
γιατί δεν μου ανήκει πια ,
μνήμες μόνο μνήμες,
ολική διαγραφή στην σκέψη και όλα είναι καλά

Πάλι σκοτάδι, πάλι φως μα ποιός κινεί τα νήματα;
Πάντα μου άρεσε ο ύπνος ο βαθύς
Μα τώρα θέλω να ξυπνήσω

Με βλέπω από ψηλά
Μα τι κάνουν όλοι αυτοί από πάνω μου;
Κι εγώ γιατί πετάω;
Κι εγώ γιατί βυθίζομαι;

Δεν μπορεί κάτι άλλο συμβαίνει.

Πάλι φως, πάλι σκοτάδι
Σύννεφα καπνού, στοές, μορφές
Μονόγραμμα, το στίγμα της ζωής μου

Πώς από 'δω;

Περαστικός μα δε θα μείνω
Ήρθα για λίγο να σε δω
Όπως κάποτε σου υποσχέθηκα

-Έλα μαζί μου 'Aγγελέ μου
-Δεν μπορώ γιατί εδώ πάνω κατοικώ...
-Δεν έχω χρόνο, θα ξανάρθω
-Θα σε περιμένω

Εκκένωσις και ο Παλμός να ζωντανεύει
''Επιτέλους πιάσαμε σφυγμό''.

Τόσο μακρύ λοιπόν ήταν αυτό το ταξίδι;
Κι όμως δεν ήθελα να γυρίσω
Κι όμως λιγοψύχησα και είμαι πάλι εδώ...

εικοσιένα γραμμάρια ξοδεύτηκαν ψυχής, μα είναι τόσο βαριά
Λίγο ακόμα ήθελα λίγο ακόμα...

Γύρισα πίσω ,μα ποτέ δε θα είμαι ο ίδιος, γιατί το τέλος είναι πάντα εδώ...
Το ολόγραμμά μου χάθηκε μετά την διαδρομή,
κράτα το να σε φυλάει, σαν υπόσχεση... Θα ξανάρθω!

  Το Aνέφικτο (ΜοϊΜέλ)

Ίδια ψυχή γαληνεύει τα μάτια
ίδια καρδιά, που σε κάνει κομμάτια
κάποιες φορές το ταξίδι αρχίζει
κι η αναμονή, τη ζωή συνεχίζει

Ίδια φωνή, σκορπίζει τα ιδανικά σου
ίδια ορμή πνίγει τα σημαντικά σου
μες στην ομίχλη, κίτρινο ξεχειλίζει
κι η διαδρομή ανηφόρα θυμίζει

Μνήμες, παλιές οδύνες
δύσκολες ρίμες
κι ανομοιοκατάληκτες εντάσεις της φυγής
μνήμες, σα σκοτοδίνες
όνειρα ευθύνες
Κέλτικες κλίνες
ξάπλωσαν σώμα σε νανούρισμα μικρής

Γίνε το μόριο
μείνε στο όριο
κάτι ανάμεσα, σε κόμβους ενοχής
ψάξε τ' ανέφικτο
νιώσε τ' ανέγγιχτο
πόσα τραγούδια να σου γράψω εποχής;

Ίδια σιωπή, ερμηνεύει εικόνες
ίδια χαρά, σαγηνεύει αιώνες
σ' είδα ξανά, σα παρόν μες στο μέλλον
σαν ηρωίδα σ' ένα φως παραμένον

Κλείσε τα μάτια, σε λίγο θα 'ρθω
σαν αερικό στου δωμάτιου το βάθρο
δεύτερη σκέψη, δε μπορώ να σου κλέψω
θέλω να λιώνεις, σαν ατμός να σε τρέξω

..."Ω! Γλυκύ Μου Έαρ..."

Μυρωδιά ανατολής
Και μιας άναρχης κραυγής
Απ' τα σοκάκια του μυαλού ξαναπερνάω
Είναι οι φωνές μιας εποχής,
λησμονημένης και θολής
Που μέσα στην ψυχή μου κουβαλάω...

Πόλη του κόσμου
Κι ότι στοιχειώνει το εντός μου
Μωσαϊκά φεγγάρια της καρδιάς μου
Ελπίδα μου κι αγέρι της ζωής μου
Είναι μεγάλη η φυγή της φυλακής μου

Μνήμες και της πληγής οι σκοτοδίνες
Απλά ασπιρίνες, για να περάσουν οι στιγμές
Εκείνες, οι αλύτρωτες σειρήνες
Και της ιαχής μου οι βιτρίνες
Φωταγωγούνται  όταν πέφτει η σιωπή.

Οι γόνοι,
και της ζωής  οι υποκόμοι
Μοιάζουν σα φύλλα
μες στη σκόνη

Του φθινοπώρου η ανεμώνη
σαν μια παλιά ευχή παγώνει
έξω στο κρύο, στη βροχή.

Μυρωδιά δύσης ρηχής
Και μιας ύπουλης αυγής
Που ακόμα στα κύτταρα μου συναντάω
Εκεί στην ξέρα της ζωής
Φύτρωσα για να μη με δεις
γι' αυτά που χρόνια έχω μάθει να πονάω.

Σα μια ταινία
που παίζει όνειρα ευτυχία
Και εφιάλτες, σαν των σκιών μου τους αντάρτες
Που οπλισμένοι χτυπάνε θάνατο βαθύ
Γονατιστός πάνω στη πέτρα ενός τάφου
Περνάω στα χώματα της Πάφου
Που κάποιον σκότωσα εκεί...

Και στη πλαγιά,
κάποιας παράδοξής ιστορίας
Παίζω παιδί με τα φευγιά μου
Που μου είπε κάποτε η γιαγιά μου
Τα παραμύθια τα δικά μου
Σα γίνεις άνδρας θα γενεί
αυτή η ανοιχτή πληγή

Ω!! γλυκό μου Έρεβος
Ω!! γλυκύ μου Έαρ
Αυτή ήταν η διαδρομή
Στον κήπο με τα βιολετί
Στον κήπο με τ' αγκάθια

Που μάτωσα και έζησα
Και γέμισα σημάδια
Ω!!  γλυκό μου Έρεβος
Ω!! γλυκύ μου Έαρ
Είναι φορές που νοσταλγώ
Να κάνουμε παρέα.

κάτω στη φεγγαράδα
γιά ένα ταξίδι που το κάναμε μαζί
σα φιλοι να μιλήσουμε
γι' αυτές της μυρωδιές

που είναι κληρονομιά στο σώμα
για κάτι αφηγήσεις χωρικών
που κλείνουνε αιώνα
είσαι εδώ ακόμα;

                         Ιός

Μη μου ξυπνάς αυτή την άτακτη φυγή μου
θέλω για λίγο να σωπάσω τη σιωπή
εκπέμπω μες στη καλωδιακή ζωή μου
και περιμένω την επόμενη στιγμή

μη με θολώνεις σαν το τζάμι της ψυχής μου
ψάχνω ένα στίγμα, μία θέση ν' ακουστώ
μην οδηγείς, αν έχεις πιει απ' το φιλί μου
είναι γλυκόπικρη η γεύση σαν ποτό

Πόσες φορές όλες οι νύχτες που δε κόπασαν
γίνανε χώρες σε κατάσταση κινδύνου
πόσες φορές τα λόγια κείνα που δε χόρτασα
τα λένε άλλοι και ρωτούν αν είναι κείνου

Κι είπα να ψάξω να σε 'βρώ γιά να έχω άκρη
είπα ν' αρχίσω απ' το μηδέν απλή ζωή
κι όλο πνιγόμουνα στο πρώτο μου το δάκρυ
και πάντα χτύπαγα σε ανοιχτή πληγή

Μη μου δίνεις τη χαμένη σου ελπίδα
στα δανεικά ποτέ δεν ήμουνα καλός
ας ήταν να έφευγα μακριά σαν ηλιαχτίδα
σε ένα χάραμα δραπέτης και θεός

όμως και πάλι απαντώ με τη φωνή μου
εκστατικά το πρόγραμμά μου κλείνω εδώ
συνδέω ξανά την εποχή στην αποχή μου
και λειτουργώ ψηφιακά με το εγώ...

Συλλογικό Ασυνείδητο

Ταξιδεύω σε δάση
Που η ζωή θα μονάσει
Σε σπηλιές δουλέμπόρων
Και σε χρόνους απόρων

Στης ψυχής μου τα ξένα
Πόσα γράφω για σένα
Σε κατάπτυσες πόλεις
Κι εξατμίσεις φορμόλης

Σε στρατούς παρενδύτων
Και σε λόγους αγροίκων
Στα φαλλικά σύμβολά τους
Γράφω γιά τα σύμπλέγματά τους

Στο γενικό μέσο όρο
Σ' έχω μαζί οδοιπόρο
Σε φτηνές παραστάσεις
Μήπως κι εκεί ξαποστάσεις

Η αγάπη είναι τέλμα
Το οιδιπόδειο νεύμα
Σε μια ένταση επάνω
Ίσως σε καταλάβω...

Φτιάχνω πρότυπα ίδια
Κι αρχέγονα αποκαϊδια
Στην ατίθαση πλάνη
Αρχέτυπο σ' έχουνε κάνει

Ταξιδεύω σε δάση
Που η ζωή θα μοιράσει
παραδόσεις σπουδαίων
Και λαοπλάνων μοιραίων...

Τα δικά σου μοτίβα
Και της σκέψης η ντίβα
Σ' έχουν βαθιά χαρακώσει
Και αργά αλλοτριώσει

Σ' έχω μάθει εμποράκο
Της μοναξιάς σου το φράκο
Το έχω παραφορέσει
προφορικά καταθέσει

Στις δικές σου νευρώσεις
Πως μπορείς να με σώσεις
Θέλει στοργή η φατρία
Και η κοσμολαγνεία

Η προβολή του εαυτού σου
των παθών του μυαλού σου
Σ' έχουν αποξενώσει
πολλές φορές ταπεινώσει

Μέσα στον πανικό σου
Και το διαδικαστικό σου
Η ψυχή δεν ψηλαφείται
Μπορεί όμως να παρατηρείται

ένα σώμα λαθραίο
είναι μέσο αναγκαίο
που επιπλέει στο κύμα
και σκοτώνει το κρίμα

γίνε ξανά απωθημένο
απύθμενο, ξοφλημένο
και ίσως εξιλεώσεις
ό,τι αργά θα προδώσεις

κι αν η ζωή είναι ταξίδι
το γλυκό κάνει ξύδι
στο σκηνικό του θανάτου
στην πλήρωση του αθανάτου

είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας
διαίσθησης και απορίας
πόσο βαθιά θα καταλάβεις
ότι δε θες να προλάβεις

Και αν σε κούρασα δε φταίω
Μου είπες λόγια για να λέω
Έχει δομή η παρωδία
Κι ας μοιάζει με ψαλμωδία...

          Αχίλλειον

Πέρασες μέσα
από της Τροίας τη φωτιά
μέσα απ' τις στάχτες
κάποιο έπος του Ομήρου
ήθελες να 'ναι πάντα όλα φωτεινά
είσαι δεσμώτης
του δικού σου του ονείρου

ήρθανε άλλες εποχές χρόνια φτηνά
παγιδευμένος σε μια βόμβα νετρονίου
μεταλλαγμένα σε ταΐζουν χημικά
κι οι παραισθήσεις σου
νησί του Ιονίου...

αυτό που λέγεται νέος πολιτισμός
εσύ ποτέ σου
δεν μπορείς να καταλάβεις
είναι ο δικός σου λαϊκός παροξυσμός
που μεσ' στους δρόμους
προσπαθείς να τον προλάβεις

Αυτό που λέγεται για σένανε ζωή
έχεις κεφάλαια
πολλά για να τη ζήσεις
βρήκες στην πόλη
μια κερκόπορτα ανοιχτή
που όμως δεν μπόρεσες
ποτέ να κατακτήσεις

Πέρασες μέσα
από της Σμύρνης τη φωτιά
σε ένα θάνατο αέρα θα μυρίσεις
θα ταξιδέψεις προς τον 'Aδη με φτερά
και στην Αχίλλειο
τη πτέρνα θα χτυπήσεις

και θα ξυπνήσεις ξαφνικά ένα πρωί
εγκλωβισμένος
στης απάτης σου την πλάνη
και θα πατήσεις
εσύ πρώτος το κουμπί
μέσα απ' τη στάχτη σου
ν' αρχίσουμε και πάλι...

   Η Ξενητειά Tου Νου

Σου γράφω απόψε μάνα μου
για τη ξενητειά του νου
στο λιόγερμα του χρόνου,
εσύ μου είχες πει κάποτε
πως τα λουλούδια θα ξανανθίσουν,
πως οι καμπάνες ταχιά στο φως
θα ψαλτίσουν και οι πολυφωνικές
άριες, με αγγέλων φωνή θα ακουστούν...
Ακόμα περιμένω...
Αιώνες τώρα, να γυρίσω σπίτι μάνα να σε βρω,
να σ' αγκαλιάσω ψυχή μου,
το χώμα σου να φιλήσω και την πάνω στράτα να διαβώ...

Σμιλεύω μάνα και σμιλεύομαι
κι ακόμα ονειρεύομαι...
Κάτω στην Πούντα,
είχα κάποτε ζωή...
αντιλαλώ στον θρήνο σου
αναπολώ τον ήλιο σου...

Βγήκα από την πύλη του Αγίου Ρωμανού και σήμερα,
βγήκα στους δρόμους τ' ουρανού που πότισε με αίμα,
με καρτερία ψάχνω ακόμα το γαλάζιο μάνα μου,
μνημοσύνη κι ευγνωμοσύνη,
γιατί υπάρχεις ακόμα μέσα στην καρδιά μου,
άσβεστη φωνή και χρονικό μου...

Ασθμαίνω μάνα μου, μαραίνομαι
η στάχτη στα πνευμόνια μου
έχει μεγάλη πίκρα, από τον πατρικό μου μαχαλά
είδα την πόρτα ανοιχτή κι όμως δεν πρόκανα,
ακόμα ανοιχτή είναι μάνα, κανείς δεν την έκλεισε,
τούρκεψε φως μου η ζωή μας...

Το τελευταίο οχυρό μου έπεσε μάνα,
σε χάνω στους καπνούς και τα χαμένα ημερολόγια της Πόλης,
στους οδυρμούς και τα κατάστιχα μιας υποταγής...

Στα όνειρα του Δαμοκλέους,
με την σπάθη να κρέμεται ακόμα πάνω από το κεφάλι μου...

Κι ύστερα το κενό μάνα...
μια σκάλα στον πηγαιμό, που στοιβάζει ακόμα ψυχές,

πρώιμα βάσανα, μιας λαμπερής ζωής ,
μα το σκοτάδι έχει απλώσει,
σε χάνω μάνα, σε χάνω...

Tο αντίβαρο του αποχαιρετισμού
είναι πιο βαρύ από το βάρος μου και με πονά.

Το πιο σκληρό φορτίο που πήρα μαζί στα ξένα μάνα μου, είναι οι μνήμες,
αυτές με τιμωρούν κάθε πρωί
εκείνες με ραπίζουν
εκείνες εφορμούν και δρέπουν
τα έγκατά μου...

Τούτο ήταν λοιπόν...

"Η Πόλις εάλω"

φωνάζω ακόμα μέσα από τα ξεψυχισμένα στήθη μου,
που λαβώθηκαν μια Τρίτη του χαμού σου...

Για τη ξενητειά του Νου, σου γράφω μάνα,
για τη ξενητειά...

  Του Κενού Και Της Αρμύρας

Ταξίδευα, μόνος δυο τρεις αιώνες
μες στους καπνούς, μιας Ινδιάνικης φυλής
μες στων Αζτέκων τούς ανάδελφους Χειμώνες
και στης αρμύρας την πικρή ανταμοιβή

Ταξίδεψα μες στης φυγής τη λήθη
με τα φτερά κάποιου Αρχάγγελου θεού
για μια έκπτωτη ζωή σαν παραμύθι
μεσ' στη φωτιά κάποιου παράξενου λαού

Έπειτα έγινα ξανά ένα σημάδι
στα μονοπάτια ενός κόσμου μακρινού
σαν μια κόρη μέσα στης ψυχής τον 'Αδη
και στην καρδιά ενός παράξενου χρησμού

Σε μια παλιά, αλύτρωτη αγάπη
έδωσα όρκο πως θα μείνω ζωντανός
κι ας με σκοτώσαν κι ας με πρόδωσαν οι μάγοι
χίλιες φορές μέσα στο φως θ' αναστηθώ

Θα ξαναζήσω ακατέργαστες εικόνες
και κάτι ανθρώπους που δεν έχω ξαναδεί
μες στο κενό θα νιώθω της φωνής τις ρόδες
κι ας με φοβίζει ο ήχος κάθε χαραυγής

Έχω επάνω μου εκείνο τον Χιτώνα
που είχα ντύσει σώμα άψυχου φιλιού
που έκλαψα πάνω απ' την πέτρα ενός κοιτώνα
και μες στο δάκρυ ακούω το κλάμα ενός παιδιού

Ταξίδευα, κι ακόμα ταξιδεύω
μέσα σε ίσκιους κι ένα όνειρο φευγιό
ανήμπορος δεν ξέρω να ερμηνεύω
μα ξέρω πως μια μέρα θα σε βρω

    Ύπουλη Μουσική

Κεντημένες ευχές
Καρφωμένες στον άσπρο μου τοίχο
Αγωνίες μισές
Και ζωές εθισμένες στον ήχο

Αλκυονίδες χαρές
Και υφάντρες  φυγές της σιωπής μου
Βρισηΐδα ψυχή
Και χλωρίδα πυκνή της φωνής μου

Πέτα πάνω από το φως
Πέτα πάνω από το κάστρο του νότου
Σ' ένα πάθος, αλλιώς
να γενώ αχθοφόρος του κόπου

Που ίδρωσε στον χιονιά
Και το χιόνι το έκανε δάκρυ
Το ήπιε στα σκοτεινά
Και απλώνει σελίδες στα μάκρη

Ερωμένη φωτιά
Να με κάψεις να γίνω φαρμάκι
Της καύτρας η ζεστασιά
Του τσιγάρου το μαύρο σαράκι

Παθητική μου ευχή
Χρωματισμένη σε χρόνους ανιάτων
Έπαρση και ορμή
Πασπαλισμένη με ορυμαγδούς Αθανάτων

Ύπουλη μουσική
Που εισχωρείς στ' απόκρυφά μου ταξίδια
Σ' έχω πια μοιραστεί
Και κοιμάσαι σε βρεγμένα σανίδια

Έχεις πια κουραστεί
Να αλλάζεις συνεχώς τους συντρόφους
Σε έχουν καταχραστεί
Και σε θάψαν στη στροφή πριν τους λόφους

Θα σε κάνω σουξέ
Ν' ανεβαίνεις ψηλά στα τραπέζια
Σε παιχνίδι σικέ
Θα στονάρω με λουλούδια και γρέζια.

Τί μου φταις τώρα κι εσύ
Για αγωνίες μιλούσα κι αστέρια
Με φόρεμα θαλασσί
Θα σε ντύσω ελπίδα κι ενέργεια

Πέτα πάνω από το πως
Πέτα πάνω απ' τη μεγάλη τη πόλη
Να σε βρει ο Θεός
Να του πεις πως σε άφησε μόνη

Κεντημένες χαρές
Στολισμένες στον άδειο μου τοίχο
Είναι η θέση κενή
Που όλο ψάχνει τον δύσκολο στίχο

Πρέπει να χαμογελώ
Γιατί δεν θέλω θλιμμένους κοντά μου
Πρέπει ν' ανησυχώ
Όταν σταματήσει να χτυπά η καρδιά μου


Ασβεστωμένη πληγή
Δώσε λίγο απ' το κόκκινο χώμα
Η γραμμή της ζωής
Ξεκινά από ένα άστεγο σώμα...


Ψηλωμένες ευχές
Και ριχτάρια  που στολίζουν ακόμα
Ένα σπίτι παλιό
Και μια νύχτα  που έχει πέσει σε κώμα...


           Έκπτωτος


Περπατώ μέσα στις φλόγες
ξετυλίγω τους αιώνες
πάλι συναντώ στο χρόνο μια στιγμή
σε Αλεξανδρινές εικόνες
ξαναχτίζω Παρθενώνες
και κρατώ στο χέρι πάλι το σπαθί

κάνω πάλι να ξεφύγω
απ' των Σελευκιδών το μύθο
ποιο το θύμα πάλι ποιος ο νικητής
στο ναό του Ποσειδώνα
δέηση για το χειμώνα
του Δία να ηρεμήσω πάλι την οργή

Σπάρτη Αθήνα σ' ένα μήνα
πόλεμος για τη ρουτίνα
τη τύχη μου κρατώ
σ' ένα παλιό χαρτί
Κόρινθο κι αρχαία Δήλο
δάγκωσα κι αυτό το μήλο
έκπτωτος να ταξιδέψω σ' άλλη γη

'Αγγελος χωρίς ασπίδα
ήρθα εδώ χωρίς ελπίδα
να υπερασπιστώ μια πάγια εντολή
στέκομαι με τους τρακόσους
τρέχω όμως με εξακόσιους
ήρωας δεν ήμουν ούτε μια στιγμή

είμαι μόνο παρωδία
και δε βρίσκω την αιτία
να με χειροκροτούν
χιλιάδες στη σκηνή
ο αριστοφανικός μου λόγος
είναι αυτός ο γυρολόγος
που επιβιώνει μόνο στη ψυχή

εγκλωβίζομαι και πάλι
στου Σωκράτη το κεφάλι
και γυρνώ μεσ' στην αρχαία αγορά
ήρθα εδώ για να ψωνίσω
ή το ψάχνω για να ζήσω
πες μου δάσκαλε εσύ πια έχω φορά

Είμαι εδώ κι όποιος αντέξει
στου ονείρου μου το φως
να βαπτιστεί
το παρόν λίγο ν' αντέξει
να ξεφύγει από τούτη τη ντροπή
είμαι εδώ με χίλιες σκέψεις
πως θα γίνει αλλιώς
να με εμπιστευτείς
κάτι απ' το λογικό να κλέψεις
η ζωή σου προλαβαίνει να σωθεί

Κάνει η ζωή μου κύκλους
μεσ' στους δούρειους τους ίππους
κρύβομαι μεσ' στη κοιλιά
που είναι πολλοί
πόλεμο για την Ελένη
για όσους ζούνε κοιμωμένοι
για να σου ανοίξω
πάλι τη πληγή

Σαλαμίνα Μαραθώνας
και οι νίκες ελαιώνας
τι έχει μείνει όμως να μ' ακολουθεί
κάτι ψεύτικες εικόνες
κι οι Ολυμπιακοί αγώνες
χορηγούς ζητάνε για μια ανακωχή

έλλειμμα μέσα στη σκέψη
και ας κέρδισα τον Ξέρξη
τώρα πια πετώ με μαγικό χαλί
σύνορο μου η Ευρώπη
και ας ζω στο Νευροκόπι
όλοι ενωμένοι για μια αλλαγή

ταξιδιώτης μες στο χρόνο
πήρα σήμερα το λόγο
στην Επίδαυρο να παίξω μια στροφή
να φωνάξω στους προγόνους
που μας άφησαν πια μόνους
υπάρχει ελπίδα ή πουλήθηκε κι αυτή

κάπου εδώ όμως θα τελειώσω
Πυθαγόρεια να σώσω
του Αριστοτέλη την πελώρια φωνή
του Ηρόδοτου τις μάχες
και του Όμηρου τους χάρτες
της Ακρόπολης την άγια ανατολή

                                                          25/5/2005

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers