Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Ινφ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ενδιαφέροντες 

Goldoni Carlo: Υπηρέτης 2 Αφεντάδων 3η πράξη

----------->

                                                 ΠΡΑΞΗ 3η

ΣΚΗΝΗ 1η: Αίθουσα ξενοδοχείου, με διάφορες πόρτες. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, ΓΚΑΡΣΟΝΙ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Με μια τιναξούλα έστειλα περίπατο όλο το πόνο από τσι μπαστουνιές, μα τη γιόμισα καλά, έφαγα καλά το μεσημέρι και το βράδυ θα δειπνήσω καλύτερα κι όσο είναι απ' το χέρι μου, θα δουλεύω σε δυο αφέντηδες για να βγάλω και διπλό μιστό. Τώρα τί έχω να κάμω; Ο ένας μου αφέντης βρίσκεται όξω απ' το σπίτι κι ο άλλος κοιμάται. Θα μπορούσα ν' αερίσω κομμάτι τα σκουτιά, να τα βγάλω από τα μπαούλα και να τηράξω αν τσου χρειάζεται τίποτα. Έχω και τα κλειδιά. Τούτη η κάμαρη είναι σα να την είχα παραγγελιά. Θα σύρω όξω τα μπαούλα και θα τ' αερίσω. Χρειάζεται κάποιος να μου δώσει χέρι. (Κράζει). Καμαριέρη!
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, (έρχεται, μ' ένα γκαρσόνι): Τ;i θέλετε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θα 'θελα να μου δώκετε λίγο χέρι να βγάλω από κείνες τσι κάμαρες κάτι μπαούλα, για ν' αερίσω κομμάτι τα σκουτιά.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, (στο γκαρσόνι): Πηγαίνετε, βοηθήστε τον.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πάμε και θα σας δώκω καλό μερτικό από το ρεγάλο που μου κάμανε κι εμέ οι αφέντηδές μου. (Μπαίνει στο ένα δωμάτιο με το γκαρσόνι).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Αυτός φαίνεται καλός υπερέτης. Είναι γλήγορος, πρόθυμος, προσεχτικός, μα θα 'χει κι αυτός τα κουσούρια του. Υπερέτησα κι εγώ και ξέρω τι κάνουνε. Απ' αγάπη δε γένεται τίποτα. Όλα γένονται ή για να μαδήσουνε τον αφέντη, ή για να πάρουνε την εμπιστοσύνη του.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (από το δωμάτιο, με το γκαρσόνι, βγάζουν ένα μπαούλο): Σιγά, ας το βάλουμε δώ. (Το βάζουνε στη μέση της αίθουσας). Πάμε να φέρουμε και τ' άλλο. Μα να κάμουμε σιγά, γιατί ο αφέντης είναι στη κάμαρα και κοιμάται. (Μπαίνει με το γκαρσόνι στο δωμάτιο του Φλωρίνδου).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Ετούτος ή είναι άνθρωπος καθώς πρέπει με τα όλα του ή είναι μεγάλος απατεώνας. Να υπερετάνε δυο αφεντάδες μ' αυτό τον τρόπο, δεν είδα ποτέ μου. Στ' αλήθεια πρέπει να 'χω λίγο το νου μου. Δεν έχω καμιά όρεξη, με τη πρόφαση πως υπερετάει δυο αφέντηδες, τη μια ή την άλλη μέρα να τσου γδύσει και τσου δυο.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (από το δωμάτιο του Φλωρίνδου, με το γκαρσόνι, βγάζουνε το άλλο μπαούλο): Και τούτο ας το βάλουμ' εδώ. (Το τοποθετούνε λίγο πιο πέρ' από τ' άλλο). Τώρ' αν θέλετε να φύγετε, αμέτε, δε μου χρειαζόσαστε άλλο.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, (στο γκαρσόνι): Εμπρός, πηγαίνετε στο μαγειριό.
ΓΚΑΡΣΟΝΙ, (πηγαίνει στον Τρουφαλδίνο): Χρειαζόσαστε τίποτ' άλλο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι, τίποτα. Τσι δουλειές μου τσι κάνω μοναχός μου.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, (μόνος): Ξεφορτώσου μας, χοντροκέφαλε θα σε δω πόσο θα βαστάξεις.

(Φεύγει).

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τώρα θα κάμω τα πράματα με τάξη, ήσυχα και χωρίς να με σκοτίζει κανένας. (Βγάζει από τη τσέπη του ένα κλειδί). Από πού 'ναι τούτο το κλειδί; Ποιό ανοίγει από τούτα τα δυο μπαούλα; Ας δοκιμάσω. (Ανοίγει το ένα). Μάντεψα μονομιάς. Είμ' ο πρώτος του κόσμου. Και τούτο τ' άλλο, θ' ανοίγει με το δεύτερο. (Βγάζει από τη τσέπη του το άλλο κλειδί κι ανοίγει το άλλο μπαούλο). Νάτα ανοιχτά και τα δύο. Ας τα βγάλουμ' όξω όλα. (Βγάζει τα φορέματα κι από τα δύο μπαούλα, και τ' απιθώνει επάνω στο τραπέζι, παρατηρώντας πως σε κάθε μπαούλο ήτανε μια φορεσιά μαύρη, βιβλία, και χειρόγραφα και διάφορ'άλλα πράματα). Στάσου να ιδώ μια στιγμή αν είναι τίποτα σ' αυτές τσι τσέπες. Καμιά φορά βάνουνε παξιμαδάκια, καραμελίτσες. (Κοιτά τις τσέπες της φορεσιάς της Βεατρίκης και βρίσκει μια προσωπογραφία). Τί όμορφο! Τί ωραίο κάδρο! Τί όμορφος άντρας! Ποιανού να 'ναι αυτό το ριτράτο; Μου φαίνεται σα να τον γνωρίζω και δε τονε βάνει τώρα ο νους μου. Μοιάζει κάπως με τον άλλο μου τον αφέντη, μα όχι, δεν έχει μήτε τα ίδια ρούχα μήτε την ίδια περούκα.

ΣΚΗΝΗ 2η: ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ κι ο επάνω.

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (κράζει μέσα από το δωμάτιο): Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ας πάει στ' ανάθεμα! Ξύπνησε. Αν κάμει ο διάολος και βγει όξω και δει το άλλο μπαούλο και ρωτήσει... Γλήγορα, γλήγορα να το κλείσω και λέω πως δε ξέρω ποιανού είναι. (Αρχίζει να ξαναβάζει τα πράματα).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ορίστε. (Μόνος). Ας ξαναβάλω γλήγορα τα πράματα. Μα! Δε θυμάμαι καλά πού πάει ετούτο το ρούχο. Κι ετούτα τα χαρτιά δε θυμάμαι πού ήτανε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ. Θα 'ρθεις ή να 'ρθω να σε πάρω με το μπαστούνι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τώρα έφτακα. (Μόνος). Έλα γλήγορα, γιατ' έρχεται. Τόμου βγει όξω, τα σιάνω. (Βάζει τα πράματα όπως-όπως μέσα στα δυο μπαούλα και τα κλειδώνει).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (βγαίνει από το δωμάτιο του με τα φορέματα του σπιτιού): Τί διάολο κάνεις;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αγαπητέ κύριε, δε μου είπατε να καθαρίσω τα ρούχα; Είμαι εδώ κι έκανα τη δουλειά μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κι εκείνο το άλλο μπαούλο ποιανού είναι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δεν έχω ιδέα, θα 'ναι κάποιου αλλουνού ξένου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Δώσε μου τη μαύρη μου φορεσιά.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αμέσως.

     (Ανοίγει το μπαούλο του Φλωρίνδου και του δίνει τη μαύρη του φορεσιά. Εκείνος βγάζει το φόρεμα του σπιτιού, και φορεί το μαύρο. Έπειτα βάζοντας τα χέρια στις τσέπες, βρίσκει την προσωπογραφία).

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί είναι ετούτο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Ω, διάολε! Την έπαθα. Αντίς να το βάλω στο ρούχο του αλλουνού, το 'βαλα σε τούτο. Του λόγου του μ' έκαμε και τα μπέρδεψα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, μόνος: Ω, Θεέ μου! Δ ε γελιέμαι, όχι! Τούτ' είν' η προσωπογραφία μου, που χάρισα ο ίδιος στην αγαπημένη μου Βεατρίκη. (Μ' ανυπομονησία στον Τρουφαλδίνο). Για πες μου, πώς εμπήκε στις τσέπες του φορέματός μου τούτ' η προσωπογραφία πού δεν υπήρχε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Και τώρα, δε ξέρω πώς να τα σκεπάσω! Θα μηχανευτώ.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Θάρρος, μίλησε, αποκρίσου. Τούτ' η προσωπογραφία πώς εμπήκε στις τσέπες μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αγαπητέ μου αφέντη, συμπαθήστε την τόρμη μου. Αυτό το ριτράτο είναι δικό μου για να μη το χάσω, το 'κρυψα κεί μέσα. Για τ' όνομα του Θεού, συμπαθήστε με.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πού την εύρηκες αυτή τη προσωπογραφία;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Την εκληρονόμησα από τον αφέντη μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Την εκληρονόμησες;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, υπερετούσα έναν αφέντη, απέθανε και μ' άφηκε κάτι μικροπράματα, που τα πούλησα κι εβάσταξα αυτό το ριτράτο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ωιμέ! Πόσος καιρός είναι που πέθανε αυτός ο αφέντης σου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θα 'ναι καμιά βδομάδα. (Μόνος). Λέω ό,τι μου 'ρθει στο στόμα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πώς τον έλεγαν αυτό τον αφέντη σου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε ξέρω, κύριε, ζούσε στα κρυφά.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Στα κρυφά; Πόσον καιρό ήσουν υπηρέτης του;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Λίγο, δέκα, δώδεκα μέρες.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (μόνος): Ω, Θεέ μου! Όλο και πιότερο φοβούμαι,
μην ήταν η Βεατρίκη! Έφυγε ντυμένη αντρίκια... εζούσε incognito... ω δυστυχία που μ' ευρήκε, αν είναι αλήθεια;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Τόμου τα πιστεύει όλα, θα του τα πω εγώ μια χαρά.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (μ' ανυπομονησία): Πες μου, ήτανε νέος ο αφέντης σου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, νέος.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Χωρίς μουστάκι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Χωρίς μουστάκι.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (μόνος, αναστενάζοντας): Αυτή ήτανε, χωρίς άλλο.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Μπαστουνιές επερίμενα και τσι σκαπουλάρισα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ξέρεις τουλάχιστο τη πατρίδα του αφέντη σου του πεθαμένου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Την ήξερα, μα δε μου έρχεται στο νου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τουρινέζος μήπως;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, Τουρινέζος.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (μόνος): Κάθε του λέξη είναι και μια μαχαιριά στη καρδιά μου. (Στον Τρουφαλδίνο). Μα πες μου, πέθανε πραγματικά αυτός ο νέος ο Τουρινέζος;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πέθανε βέβαια.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Από τί αρρώστια πέθανε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Του 'ρθε κάποιο κόλπο κι επήγε. (Μόνος). Έτσι τελειώνουμε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πού τον εθάψανε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Καινούργιο μπέρδεμα. (Δυνατά). Δεν τονε θάψανε κύριε, γιατί ένας άλλος υπερέτης, πατριώτης του, πήρε την άδεια, τον έβαλε σε μια κάσα και τον έστειλε στον τόπο του.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ο υπηρέτης αυτός μήπως ήταν εκείνος που σήμερα το πρωί σου 'πε να πάρεις από το Ταχυδρομείο την επιστολή;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, σωστά ο Πασκάλης.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (μόνος): Δεν υπάρχει ελπίδα πια. Η Βεατρίκη πέθανε. Άμοιρη Βεατρίκη, οι κακοπάθειες του ταξιδιού, τα βάσανα της καρδιάς θα τη σκοτώσανε. Ωιμέ! Δε βαστώ πια από τον πόνο μου.

(Μπαίνει στο δωμάτιο του).

ΣΚΗΝΗ 3η: ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΒΕΑΤΡΙΚΗ & ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τί μπέρδεμα είν' ετούτο; Ελυπήθηκε, κλαίει, απορπίζεται. Εγώ δεν ήθελα μ' αυτό το παραμύθι να τόνε κάμω υποχονδριακό. Εγώ το 'καμα για να ξεφύγω τα χάιδια του μπαστουνιού, και για να μη πιαστεί το ανακάτωμα από τα δυο μπαούλα. Εκείνο το ριτράτο τον έκαμε άνω κάτου. Φαίνεται πως τον ήξερε. Εμπρός, το καλύτερο είναι να ξαναπάρω αυτά τα μπαούλα στην κάμαρη, για να γλιτώσω από κάνα δεύτερο.
Να τος κι ο άλλος αφέντης μου. Αυτή τη φορά θα μετρήσει τη δουλειά μου, και θα με πλερώσει με το παραπάνω. (Υπονοώντας τις μπαστουνιές).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πιστέφτε με, κύριε Πανταλόνε, πως η τελευταία μερίδα των λογαριασμών μας είναι διπλογραμμένη.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μπορεί να λαθέψανε τα παιδιά. Ξαναπερνάμε τσου λογαριασμούς άλλη μια φορά με το γραμματικό, παραβάλλουμε, και βρίσκουμε την αλήθεια.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Επήρα κι εγώ ένα αντίγραφο μερικών μερίδων των βιβλίων μας. Τώρα το παραβάλλουμε. Μπορεί να ξεκαθαρίσει είτε υπέρ σας είτε υπέρ μου. Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κύριε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Έχεις εσύ τα κλειδιά του μπαούλου μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, ορίστε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Γιατί έβγαλες στην αίθουσα το μπαούλο μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Για ν' αερίσω κομμάτι τα σκουτιά.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τ' αέρισες;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Άνοιξε και δώσε μου... Εκείνο τ' άλλο μπαούλο ποιανού είναι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είναι μιανού αλλουνού ξένου, που 'ρθε τώρα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Καλά. Δώσε μου ένα σημειωματάριο που θα βρεις στο μπαούλο μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε. (Ανοίγει και ψάχνει για το σημειωματάριο). Ο Θεός να μου τα φέρει δεξιά.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μπορεί να 'ναι όπως σας λέω, να κάμανε λάθος. Σ' αυτή τη περίπτωση, το λάθος δε πλερώνεται.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μα μπορεί να 'ναι και σωστά. Ας το παραβάλλουμε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (παρουσιάζει ένα βιβλίο με χειρόγραφα): Ετούτο είναι;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αυτό θα 'ναι. (Το παίρνει χωρίς να το καλοκοιτάξει και το ανοίγει). Όχι, δεν είν' αυτό... Ποιανού είναι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (μόνος): Την έπαθα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (μόνη): Ετούτες είναι δύο δικές μου επιστολές που 'στειλα στο Φλωρίνδο. Ωιμέ! Τούτα τα σημειώματα, τούτ' οι λογαριασμοί ανήκουνε σε κείνον! Ιδρώνω, τρέμω, δεν ξέρω πού βρίσκουμαι.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τ;i συμβαίνει, κυρ-Φρεντερίκε; Ακούτε τίποτα;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τίποτα, ευχαριστώ. (σιγά στον Τρουφαλδίνο). Τρουφαλδίνε, πώς ευρέθηκε μέσα στο μπαούλο μου τούτο το βιβλίο, που δεν είναι δικό μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εγώ πού να ξέρω;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Γρήγορα, μη τα χάνεις, πες μου την αλήθεια.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Σας γυρεύω συμπάθειο για την τόρμη που πήρα κι έβαλα αυτό το βιβλίο στο μπαούλο σας. Είναι δικό μου και για να μη το χάσω, το 'βαλα εκεί. (Μόνος). Τα κατάφερα μια χαρά με τον άλλονε, μπορεί να τα καταφέρω και με τούτονε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αυτό το βιβλίο είναι δικό σου, δε το γνωρίζεις και μου το δίνεις για δικό μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (μόνος): Ετούτος βλέπω είναι πιο ζόρικος. (Στη Βεατρίκη). Να σας πω, είναι λίγος καιρός που το 'χω και δε το γνωρίζω δελέγγου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Και πού το βρηκες εσύ αυτό το βιβλίο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ήμουν υπερέτης σ' έναν αφέντη στη Βενετία, που πέθανε κι εκλερονόμησα αυτό το βιβλίο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πόσος καιρός είναι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ξέρω κι εγώ; Δέκα... δώδεκα μέρες.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πώς είναι δυνατό, αφού σε βρήκα γω στη Βερόνα;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Σωστά, τότες ερχόμουνα απ' τη Βενετία, που πέθανε ο αφέντης μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μήπως αυτός ο αφέντης σου ονομαζότανε Φλωρίνδος;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, Φλωρίνδος.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Της οικογένειας Αρετούση;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Σωστά, Αρετούση.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κι απέθανε βέβαια;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Βεβαιότατα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Από τί αρρώστια πέθανε; Πού τον έχουνε θαμμένο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έπεσε στο κανάλι κι επνίγηκε και δεν εματαφάνηκε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (μόνη): Ω, δυστυχία μου! Πέθανε ο Φλωρίνδος, πέθανε η ευτυχία μου, πέθανε η μόνη ελπίδα μου. Τί να τη κάμω πια τούτη την άχρηστη ζωή, αφού πέθανε κείνος, που ζούσα μόνο γι' αυτόν; Ω, μάταιες ελπίδες! Ω, φροντίδες πεταμένες στον αέρα! Άμοιρα στρατηγήματα του έρωτα! Αφήνω την πατρίδα, παρατώ τους συγγενείς, φορώ αντρίκια φορέματα, ριψοκινδυνεύω, παίζω τη ζωή μου την ίδια, όλα για τον Φλωρίνδο κι ο Φλωρίνδος μου είναι πεθαμένος. Δύστυχη Βεατρίκη! Δε σου 'φτανε ο θάνατος του αδελφού σου, έπρεπε να προστεθεί κι ο θάνατος του άντρα σου! Το θάνατο του Φρειδερίκου ο Θεός ήθελε ν'ακολουθήσει ο θάνατος του Φλωρίνδου. Μα αν εγώ ήμουν η αιτία του θανάτου τους, μα αν εγώ ήμουν η ένοχη, γιατί δε ρίχνει πάνω μου ο Θεός την τιμωρία του; Άχρηστο είναι το κλάμα, μάταια είναι τα παράπονα, ο Φλωρίνδος απέθανε. Πηγαίνετε στην οργή, άχρηστα φορέματα, ψεύτικες στολές. (Βγάζει μ' απελπισία το καπέλο και το μανδύα και τα πετά καταγής). Ωιμέ! Ο πόνος με πνίγει. Δε βλέπω πια το φως. Λατρεία μου, αγαπητέ μου άντρα, θα σ' ακολουθήσω απελπισμένη. (Φεύγει μανιασμένη και μπαίνει στο δωμάτιο της).
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (ακούοντας σαστισμένος το μονόλογο και την απελπισία της Βεατρίκης): Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (που άκουσε το ίδιο σαστισμένος): Σιορ Πανταλόνε!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Κυρία!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Γυναίκα!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τί είναι τούτο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τί αλλόκοτο πράμα!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μου στουπίρισε ο νους.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Χάνω το μυαλό μου.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πάω να το πω στην κοπέλα μου. (Φεύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δεν είμαι άλλο υπερέτης σε δύο αφέντηδες, μα σ' έναν αφέντη και σε μια κυρά.

(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 4η: ΔΟΤΟΡΟΣ & ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ.

ΔΟΤΟΡΟΣ: Δε μπορώ να 'συχάσω μ' αυτό τον παλιόγερο τον Πανταλόνε. Όσο το σκέφτομαι τόσο με πνίγει ο θυμός.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (χαρούμενος): Αγαπητέ Δοτόρο, τα σέβη μου.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Απορώ με τη τόλμη που έχετε να με χαιρετάτε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕΣ: Έ χ ω να σας πω ένα νέο. Ξέρετε...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Θέλετε τάχα να μου πείτε πως εκάματε το γάμο; Δε δίνω δεκάρα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δεν έγινε τίποτα. Άστε με να μιλήσω, που κακό να σας έρθει.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Μιλήστε, που να βγάλετε τη φάουσα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (μόνος): Έτσι μου 'ρχεται να τόνε κάμω δοτόρο με τσι γροθιές. (Στο Δοτόρο). Η κόρη μου, αν θέλετε, γένεται γυναίκα του γιου σας.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Σας είμαι υπόχρεως, μη πειραζόμαστε. Ο γιος μου δεν έχει και τόσο καλό στομάχι, δε τα τρώει λοιπόν αυτά και δε του χρειάζονται αποφάσεις καμιανού. Δώστε τη στον κυρ-Τουρινέζο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τόμου μάθεις ποιος είναι αυτός ο Τουρινέζος, δε θα μιλείς έτσι.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Ας είναι όποιος θέλει. Τη κόρη σας την είδανε μαζί του, et hoc sufficit [κι αυτό φτάνει, είναι αρκετό].
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μα δεν είναι αλήθεια πως αυτός είναι...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Δε θέλω να ξέρω τίποτα πια.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αν δε θέλετε να μ' ακούσετε, τόσο το χειρότερο για σας.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Θα ιδούμε για ποιόνε θα 'ναι χειρότερο!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Η κόρη μου είναι κοπέλα τιμημένη κι εκείνη...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Ο διάολος να σας πάρει.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕΣ: Και να σας αλογοσύρει.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Γέρο χωρίς λόγο και χωρίς υπόληψη.

(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 5η: ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ & ΣΙΛΒΙΟ.

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Άμε στο ανάθεμα. Χτήνος με δυο ποδάρια. Πού να του πεις πως εκείνη είναι γυναίκα ντυμένη αντρίκια! Τίποτα, κύριε μου, δε σ' αφήνει να μιλήσεις. Μμ! είναι δω κείνη η βρώμα ο γιος του, με περιμένει καινούργια επίθεση.
ΣΙΛΒΙΟ: (μόνος): Νάτος ο Πανταλόνε. Έτσι μου 'ρχεται να του μπήξω το σπαθί στο στήθος.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σιορ Σίλβιε, με την άδεια σας, έχω να σας δώκω μια καλήν είδηση, σώνει να μ' αφήκετε να μιλήσω και να μη κάμετε σαν τον σιορ πατέρα σας, που πάει το στόμα του μύλος.
ΣΙΛΒΙΟ: Τί θέλετε να μου πείτε; Μιλήστε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μάθετε πως ο γάμος τση κόρης μου με τον σιορ Φρεντερίκο, πάει αμόντε.
ΣΙΛΒΙΟ: Είν' αλήθεια; Δε με γελάτε;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σας λέω την αλήθεια, κι αν ακόμα τη θέλετε, η κόρη μου είν' έτοιμη να σας δώκει το χέρι.
ΣΙΛΒΙΟ: Ω, Θεέ μου! Εσείς από το θάνατο με ξαναφέρνετε στη ζωή.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (μόνος): Έλα, έλα, δεν είναι τόσο χτήνος όπως ο πατέρας του.
ΣΙΛΒΙΟ: Μα, Θεέ μου, πώς μπορώ να σφίξω στην αγκαλιά μου εκείνη που μίλησε για ώρα μ' άλλον άντρα;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Με λίγα λόγια, ο Φρεντερίκο Ρασπόνη εγίνηκε Βεατρίκη, η αδερφή του.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Πώς! Δε καταλαβαίνω.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Έτσι όπως σας το λέω. Κείνος που πιστεύαμε για Φρεντερίκο, εξεσκεπάστηκε για Βεατρίκη.
ΣΙΛΒΙΟ: Ντυμένη αντρίκεια;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ντυμένη αντρίκεια.
ΣΙΛΒΙΟ: Τώρα καταλαβαίνω.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τέλος πάντων!
ΣΙΛΒΙΟ: Πώς εσυνέβηκε; Για πέστε μου.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πάμε σπίτι. Η κόρη μου δε ξέρει τίποτα. Με μια κουβέντα θα καλοκαρδίσω και τσου δυο σας.
ΣΙΛΒΙΟ: Σας ακολουθώ και σας ζητώ ταπεινά συγνώμη, αν παρασυρμένος από το πάθος...
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αυτά πάνε, είσαστε συμπαθισμένος. Ξέρω τι κάνει ο έρωτας. Πάμε, παιδί μου, ελάτε μαζί μου.

(Φεύγει).

ΣΙΛΒΙΟ: Ποιός είναι πιο ευτυχισμένος από με; Ποιά καρδιά μπορεί να 'ναι πιο ευχαριστημένη από τη δική μου;

(Φεύγει με τον Πανταλόνε).

ΣΚΗΝΗ 6η: (Η προηγούμενη αίθουσα του ξενοδοχείου με τις διάφορες πόρτες. Η Βεατρίκη κι ο Φλωρίνδος βγαίνουνε κι οι δυο από τα δωμάτια τους μ' ένα μαχαίρι στο χέρι, έτοιμοι ν' αυτοκτονήσουνε και συγκρατούνται η μία από τον Μπριγκέλα κι ο άλλος από τον Καμαριέρη του ξενοδοχείου, και προχωρούνε σε τρόπο που οι δυο αγαπημένοι
δε βλέπονται μεταξύ τους
).

ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: (αρπάζοντας το χέρι της Βεατρίκης). Σταθείτε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (προσπαθεί να ξεφύγει). Αφήστε με, σας ορκίζω.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: (συγκρατώντας τον Φλωρίνδο): Αυτό είν' από απερπισία.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: (ξεφεύγει του Καμαριέρη): Άμε στο διάολο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (ξεφεύγει του Μπριγκέλα): Δε θα μπορέσετε να μ' εμποδίσετε.

(Προχωράνε κι οι δυο με την απόφαση ν' αυτοκτονήσουνε και καθώς βλέπονται κι αναγνωρίζονται, μένουνε σαν απολιθωμένοι).

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί βλέπω!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Φλωρίνδο!
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Βεατρίκη!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Είστε ζωντανός;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κι εσείς ζείτε;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ω, τύχη!
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ω, ψυχή μου! (Αφήνουν τα μαχαίρια κι αγκαλιάζονται).
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: (στον Καμαριέρη αστειευόμενος): Μα άσε κείνο το αίμα, να μη πάει χαμένο.

(Φεύγει).

ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Τουλάχιστο θα μου μείνουν αυτά τα μαχαίρια. Δε θα τους τα ξαναδώσω πια.

(Παίρνει από χάμω τα μαχαίρια και φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 7η:  ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ & ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ.

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ποιά αιτία σας έφερε σε τέτοιαν απελπισία;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μια ψεύτικη είδηση πως πεθάνατε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ποιός σας έκαμε να πιστέψετε πως πέθανα;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο υπηρέτης μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κι ο δικός μου το ίδιο και παρασυρμένος από τον πόνο μου ήθελα ν' αυτοκτονήσω.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ετούτο το βιβλίο μ' έκαμε να πιστέψω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Αυτό το βιβλίο βρισκότανε στο μπαούλο μου. Πώς έφτασε στα χέρια σας; Α, ναι, θα 'γινε όπως έγινε και με τη προσωπογραφία μου, που βρέθηκε στις τσέπες της φορεσιάς μου ιδού η προσωπογραφία που σας είχα χαρίσει στο Τουρίνο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αυτά τα κτήνη οι υπηρέτες μας, ο Θεός ξέρει τι θα 'χουνε κάμει. Αυτοί είν' αιτία του πόνου και της απελπισίας μας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εκατό παραμύθια μου 'πε ο δικός μου για σας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κι άλλα τόσα μου 'πε ο υπηρέτης μου για σας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και πού βρίσκονται τώρα;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δε φαίνονται πουθενά.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ας τους βρούμε, κι ας μάθουμε την αλήθεια. (Κράζει). Ποιός είν' εκεί; Δεν είναι κανείς;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Διατάχτε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πού βρίσκονται οι υπηρέτες μας;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Δε ξέρω, κύριε. Μπορούμε να τους βρούμε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Φροντίστε να τους βρείτε, και στείλτε τους εδώ.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Εγώ δε ξέρω παρά ένανε θα το πω στα γκαρσόνια, αυτοί θα ξέρουνε και τσου δυο. Χαίρομαι με την αφεντιά σας, που κάματ' ένα θάνατο τόσο γλυκό, μα αν θέλετε κιόλας να θαφτείτε, πρέπει να πάτε αλλού, γιατί εδώ δεν είναι και τόσο καλά. Δούλος σας ταπεινός.

(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 8η: ΒΕΑΤΡΙΚΗ & ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ.

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εμένατε κι εσείς σ'ετούτο το ξενοδοχείο;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Έφτασα σήμερα το πρωί.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κι εγώ σήμερα το πρωί. Και δεν ιδωθήκαμε πριν;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Η τύχη θέλησε να μας βασανίσει λιγάκι.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πέστε μου, ο Φρειδερίκος, ο αδελφός σας, πέθανε;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αμφιβάλλετε; Έμεινε στον τόπο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κι όμως με κάμανε να πιστέψω πως ήτανε ζωντανός και στη Βενετία.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αυτό είναι η πλάνη εκείνων που ως τώρα μ' επαίρνανε για Φρειδερίκο. Έφυγα από το Τουρίνο με τα φορέματα του και με τ' όνομα του, για να μπορέσω να σας ακολουθήσω...
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Το ξέρω, για να μ' ακολουθήσετε, αγαπητή μου. Μια επιστολή σας γραμμένη από τον τουρινέζο σας υπηρέτη, με βεβαίωσε για το γεγονός αυτό.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πώς έφτασε στα χέρια σας;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ένας υπηρέτης, που θαρρώ θα 'ταν ο δικός σας, επαρακάλεσε το δικό μου, να ρωτήσει στο ταχυδρομείο. Την είδα και βλέποντας τη διεύθυνση σας, δεν εμπόρεσα να βασταχτώ, και την άνοιξα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δικαιολογημένη περιέργεια ενός εραστή.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί θα λένε στο Τουρίνο για την αναχώρηση σας;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Όταν γυρίσω εκεί γυναίκα σας, κάθε κουβέντα θα σταματήσει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πώς μπορώ να γελιέμαι πως θα γυρίσω εκεί τόσο γρήγορα, τη στιγμή που είμ' εξόριστος με ποινή θανάτου; Όταν για το θάνατο του αδελφού σας θεωρούμαι ένοχος εγώ;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τα χρήματα που θα πάρω εγώ από τη Βενετία, θα μπορέσουνε να σας απαλλάξουν από την εξορία. Και στο τέλος, δεν τον εσκοτώσατε εσείς.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μ'αυτοί οι υπηρέτες δε φαίνονται ακόμα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τί τους έκαμε να μας δώσουν έναν τόσο μεγάλο πόνο;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Για να μάθουμε καλά δε πρέπει να τους πάρουμε με το άγριο. Πρέπει να τους πιάσουμε με το καλό.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: θα προσπαθήσω να προσποιηθώ.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: (βλέποντας να 'ρχεται ο Τρουφαλδίνος): Νάτος ο ένας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Από την όψη του φαίνεται πως είναι ο πιο κατεργάρης.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Θαρρώ πως δεν έχετε άδικο.

ΣΚΗΝΗ 9η: (ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, οδηγούμενος με τη βία από τον ΜΠΡΙΓΚΕΛΑ και από τον ΚΑΜΑΡΙΕΡΗ κι οι επάνω).

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Έλα, έλα, μη φοβάσαι.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δε θα σου κάμουμε τίποτα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (μόνος): Μμ! Θυμάμαι ακόμα τσι μπαστουνιές.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Ετούτονε τον ευρήκαμε, αν βρούμε και τον άλλο, θα τόνε φέρουνε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ναι, είν' ανάγκη να 'ναι κι οι δυο μαζί.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: (σιγά στον Καμαριέρη): Τόνε γνωρίζετε σείς τον άλλο;
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: (
στον Μπριγκέλα): Όχι.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: (στον Καμαριέρη): Θα ρωτήσουμε στη κουζίνα. Κάποιος θα τόνε ξέρει.

(Φεύγει).

ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: (μόνος): Αν ήτανε, θα τον ήξερα εγώ.

(Φεύγει).

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εμπρός, για πες μας, πώς αλλάχτηκε η προσωπογραφία και το βιβλίο; Και γιατί εσύ κι ο κατεργάρης ο άλλος εσυμφωνήσατε να μας φέρετε σ' απελπισία;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (κάνει νεύμα με το δάχτυλο και στους δυο να σωπάσουν): Τσωπάτε. (Στον Φλωρίνδο, απομακρύνοντας τον από τη Βεατρίκη). Κάμετε μου τη χάρη, μια λέξη χωριστά. (Στη Βεατρίκη, καθώς απομακρύνεται με τον Φλωρίνδο). Τώρα εγώ θα σας τα πω όλα. (Στον Φλωρίνδο). Να σας πω, κύριε, εγώ για όσα γενήκανε, δε φταίω καθόλου, ο φταίστης είν' ο Πασκάλης, ο υπερέτης τση κυρίας εκεί. (Δείχνει προφυλαχτικά τη
Βεατρίκη
). Του λόγου του ανακάτεψε τα πράματα κι από το ένα μπαούλο τα 'βαλε στ' άλλο, δίχως εγώ να το καταλάβω. Κι ο άμοιρος με παρακάλεσε να το βαστάξω μυστικό, για να μην τόνε διώξει ο αφέντης του κι εγώ, που έχω καλή καρδιά και που για τσου φίλους σκοτώνουμαι, εύρηκα όλα εκείνα τα παραμύθια για να τα μπαλώσω. Πού να βάλει ο νους μου πως εκείνο το ριτράτο ήτανε δικό σας και πως θα σας επίκραινε τόσο αν είχε
πεθάνει εκείνος που το 'χε. Νάτην όλη η ιστορία, έτσι όπως σας την είπα, σαν τίμιος άνθρωπος και σαν υπερέτης πιστός.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (μόνη): Μακριά κουβέντα του κάνει. Είμαι περίεργη να μάθω τί του λέει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: (σιγά στον Τρουφαλδίνο): Λοιπόν, εκείνος που σου είπε να πάρεις από το ταχυδρομείο την επιστολή, ήταν ο υπηρέτης της κυρίας Βεατρίκης;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και γιατί μου 'κρυψες ένα πράμα, που με τόσην ανυπομονησία σου ζητούσα;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Γιατί με είχε παρακαλέσει να μη το πω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ποιός;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ο Πασκάλης.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Γιατί δεν άκουσες τον αφέντη σου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Από αγάπη για τον Πασκάλη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Θα 'πρεπε να δείρω μαζί εσέ και τον Πασκάλη.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Σ' αυτή την περίσταση, θα 'τρωα τσι δικές μου και τσι ξυλιές του Πασκάλη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ακόμα δεν ετέλειωσε αυτή η μακριά εξομολόγηση;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ετούτος μου λέει...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (σιγά στον Φλωρίνδο): Για τ' όνομα του Θεού, αφέντη, μη φανερώσετε τον Πασκάλη. Καλύτερα πέστε τση πως το 'καμα εγώ, μακάρι δείρτε με κιόλας, αν σας αρέσει, μα μη μου καταστρέψετε τον Πασκάλη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τόσο πολύ αγαπάς τον Πασκάλη σου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τον αγαπάω σαν αδερφό μου. Τώρα θα πάω σε κείνη τη κυρία και θα τση πω πως έσφαλα εγώ. Το 'χω καλύτερα να βρίσει εμέ, να με στραπατσάρει,
παρά να πάθει τίποτα ο Πασκάλης.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: (μόνος): Ετούτος έχει ένα χαρακτήρα πολύ αιστηματικό.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (πλησιάζοντας τη Βεατρίκη): Είμαι στις διαταγές σας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (σιγά στον Τρουφαλδίνο): Τί κουβέντα είχες τόσο μακριά με τον κύριο Φλωρίνδο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να σας πω, εκείνος ο κύριος έχει έναν υπερέτη, που τόνε λένε Πασκάλη. Είναι ο πιο κουκούγερας του κόσμου. Αυτός έκαμ' εκείνο τ' ανακάτωμα στα
πράματα κι επειδής ο άμοιρος σκιαζότανε να μην πάει και τόνε διώξει ο αφέντης του, εσκαρφίστηκα εγώ εκείνη την ιστορία για το βιβλίο, με τον αφέντη τον πεθαμένο, που πνίγηκε, και τ' αποδέλοιπα. Και τώρα πάλε, στο σιορ Φλωρίνδο του είπα πως εγώ έφταιξα για όλα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Γιατί να ενοχοποιηθείς για κάτι που υποστηρίζεις πως δεν έκαμες;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Από την αγάπη που έχω του Πασκάλη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, μόνος: Το πράμα αρχίζει να μακραίνει.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κυρά μου, σας παρακαλώ, μην τόνε καταστρέψετε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ποιόν;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τον Πασκάλη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο Πασκάλης κι εσύ είσαστε δυο κατεργαρέοι.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (μόνος): Αν ήταν έτσι, θα 'μουν μοναχός μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μην ψάχνουμε πια, κυρία Βεατρίκη, οι υπηρέτες μας δεν το 'καμαν από κακία, θα 'πρεπε να σωφρονιστούνε, μα χάρη της δικής μας χαράς, ας τους συχωρέσουμε το λάθος.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Είναι σωστό, μα ο υπηρέτης σας...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (σιγά στη Βεατρίκη): Για τ' όνομα του Θεού, μην αναφέρετε τον Πασκάλη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (στον Φλωρίνδο): Τέλος, εγώ πρέπει να πάω στου κύριου Πανταλόνε των Μπιζονιόζων, θα 'ρθετε μαζί μου;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Θα ερχόμουν ευχαρίστως, μα πρέπει να περιμένω έναν τραπεζίτη στο σπίτι. Θα έρθω αργότερα, αν βιαζόσαστε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ναι, θα πάω αμέσως. Θα σας περιμένω στου κυρίου Πανταλόνε, από εκεί δε θα φύγω αν δεν έρθετε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εγώ δε ξέρω το σπίτι του.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ξέρω εγώ, κύριε, σας συνοδεύω εγώ.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ωραία, πάω στο δωμάτιο μου να συμπληρώσω το ντύσιμο μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (σιγά στη Βεατρίκη): Πηγαίνετε κι έρχομαι δελέγγου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αγαπητέ Φλωρίνδο, τί βάσανα που τράβηξα για χάρη σας!

(Μπαίνει στο δωμάτιο της).

ΣΚΗΝΗ 10η: ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ και ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ.

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: (πίσω από τη Βεατρίκη): Τα δικά μου δεν ήτανε μικρότερα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πέστε μου, αφέντη, δεν είναι δω ο Πασκάλης, η κυρία Βεατρίκη δεν έχει κανένα να τη βοηθήσει στο ντύσιμο, θέλετε να πάω εγώ να τη βοηθήσω, αντίς του.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ναι, πήγαινε, βοήθησε τη με προσοχή, θα μ' ευχαριστήσεις.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (μόνος): Σε στρατηγήματα, σε γληγοράδα, σε πονηριές, ξεπερνάω τον πρώτο του κόσμου.

(Μπαίνει στο δωμάτιο της Βεατρίκης).

ΣΚΗΝΗ 11η: ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, ΒΕΑΤΡΙΚΗ & ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ.

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Σπουδαία γεγονότα συμβήκανε σήμερα. Κλάματα, θρήνοι, απελπισίες και στο τέλος παρηγοριά και χαρά. Να περνά κανείς από το κλάμα στο γέλιο, είν' ένα γλυκό πήδημα, που κάνει και ξεχνιόνται τα βάσανα, μα όταν περνά κανείς απ' τη χαρά στη λύπη, η μεταβολή είναι πολύ αισθητότερη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Εγώ είμ' έτοιμη πια.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πότε ντυθήκατε κιόλας;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δεν είμαι καλά ντυμένη έτσι;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Δε βλέπω την ώρα να σας δω ντυμένη με τα φουστάνια σας. Η ομορφιά σας δε χρειάζεται να μένει τόσο σκεπασμένη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Εμπρός, σας περιμένω στου κυρίου Πανταλόνε, πέστε του Τρουφαλδίνου να σας συνοδέψει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: θα περιμένω ακόμα λιγάκι κι αν ο τραπεζίτης δεν έρθει στο αναμεταξύ, ας ξανάρθει άλλη φορά.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αν μ'αγαπάτε, θα κάμετε γρήγορα. (Κάνει να φύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (σιγά στη Βεατρίκη, δείχνοντας τον Φλωρίνδο): Επαραγγείλατε να μείνω να υπερετήσω ετούτο τον κύριο;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ναι, θα τόνε συνοδέψεις στου κυρίου Πανταλόνε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θα τον υπηρετήσω και στη στράτα μια και δεν είναι δω ο Πασκάλης;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Υπηρέτησε τον, θα μου κάμεις χάρη. (Μόνη). Τον αγαπώ πιο πολύ κι απ' τον εαυτό μου.

(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 12η: ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ & ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έλα, δε σε βλέπει. Ο αφέντης σου ντύθηκε κι εβγήκε απ' το σπίτι, δε σε βλέπει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Σε ποιόν μιλείς;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Στον Πασκάλη. Τον αγαπάω, είναι φίλος μου, μα είναι κουκούγερας. Εγώ είμ' ένας υπερέτης που κάνω για δύο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Έλα να με ντύσεις. Στο αναμεταξύ, θα 'ρθει ο Τραπεζίτης.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αφέντη, ακούω πως η αφεντιά σας θα πάτε στο σπίτι του σιορ Πανταλόνε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και λοιπόν, τί τρέχει;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ήθελα να σας παρακαλέσω για μια χάρη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μάλιστα, σου αξίζει πραγματικά για τα καλά σου φερσίματα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αν εγίνηκε τίποτας, να ξέρετε, φταίει ο Πασκάλης.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μα πού είν' αυτός ο καταραμένος ο Πασκάλης; Δε μπορεί να φανερωθεί;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θα 'ρθει ο κούτιακας. Λοιπόν, αφέντη, θα 'θελα να σας γυρέψω αυτή τη χάρη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί θέλεις;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ως κι εγώ, ο άμοιρος, είμ' ερωτεμένος.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Είσ' ερωτεμένος;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε κι η αγαπημένη μου είναι η δούλα του σιορ Πανταλόνε, κι ήθελα, η αφεντιά σας...
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί σχέση έχω εγώ;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ω, δε λέω πως έχετε σκέση εσείς, μα επειδή είμαι στη δούλεψη σας, ήθελα να λέγατε ένα λόγο για με στο σιορ Πανταλόνε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πρέπει να δούμε αν το κορίτσι σε θέλει.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Η κοπέλα με θέλει. Δε χρειάζετ' άλλο από μια λέξη στο σιορ Πανταλόνε. Αυτή τη χάρη σας γυρεύω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ναι, θα το κάμω... μα πώς θα διατηρήσεις τη γυναίκα σου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θα κάμω ό,τι μπορέσω. Θα γυρέψω και τη συντρομή του Πασκάλη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Γύρεψε να σε συνδράμει κανένας πιο μυαλωμένος.

(Μπαίνει στο δωμάτιο του).

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αν δε βάλω μυαλό αυτή τη φορά, δε θα βάλω ποτέ μου.

(Μπαίνει κατόπι από τον Φλωρίνδο).

ΣΚΗΝΗ 13η: (Δωμάτιο στο σπίτι του Πανταλόνε. ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, ΔΟΤΟΡΟΣ, ΚΛΕΑΡΕΤΗ, ΣΙΛΒΙΟΣ & ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ).

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Έλα, Κλεαρέτη, μην είσαι τόσο πεισματάρα. Βλέπεις πως ο Σίλβιος έχει μετανιώσει, πως σου γυρεύει συμπάθειο αν έκαμε κανά λάθος, το 'καμε απ' αγάπη ως κι εγώ του συμπάθησα τσι παραξενιές του, πρέπει να του τσι συμπαθήσεις κι εσύ.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Λογαριάστε από τον πόνο σας το δικό μου, κυρία Κλεαρέτη και θα δείτε πως τόσο πιο πολύ σας αγαπώ, όσο πιο μανιακός είχα γίνει από την τρομάρα μου μη σας χάσω. Ο Θεός μας θέλει ευτυχισμένους, μη φαινόσαστε αχάριστη στην ευλογία του Θεού. Με την ιδέα της εκδίκησης μη φαρμακώνετε την ωραιότερη μέρα της ζωής μας.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Σ τ α παρακάλια του γιου μου, ενώνω κι εγώ τα δικά μου, κυρία Κλεαρέτη, αγαπητή μου νύφη. Συχωρέστε τον καημένο, κοντεύει να καταντήσει τρελός.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Έλα, κυρά, τί είν' αυτά που κάνετε; Οι άντρες, ποιος λίγο, ποιος πολύ, όλοι με μας είναι σκληροί. Απαιτούνε απόλυτη πίστη και για κάθε ψύλλου πήδημα μας εξευτελίζουνε, μας κακομεταχειρίζονται, θα θέλουνε να μας δούνε νεκρές. Μα τη στιγμή που είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο, πάντα θα παντρευτείτε, θα σας πω κι εσάς όπως λένε στους αρρώστους: μια κι οπωσδήποτε θα πάρετε το γιατρικό, πάρτε το μια ώρα αρχήτερα, να συχάσετε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δεν ακούτε; Η Σμεραλδίνα το γάμο τόνε λέει γιατρικό! Μην τόνε πεις στο τέλος και δηλητήριο. (Σιγά στο Δοτόρο). Πρέπει να τη κάμουμε ν' αλεγράρει.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Δεν είναι μήτε δηλητήριο, μήτε γιατρικό, ο γάμος είναι ροσόλι, ζαχαρωτό.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Αγαπητή μου Κλεαρέτη μα είναι δυνατό να μη βγει μήτε λέξη απ' τα χείλη σας; Ξέρω πως πρέπει να με τιμωρήσετε, μα λυπηθείτε με, τιμωρήστε με με τα λόγια σας, όχι με τη σιωπή σας. (Γονατίζει). Ιδού στα πόδια σας, πατήστε με από οίκτο.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (αναστενάζοντας προς τον Σίλβιο): Σκληρέ.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (σιγά στο Δοτόρο): Ακούσατε την αναστεναξιά της; Καλό σημάδι.
ΔΟΤΟΡΟΣ: (σιγά στον Σίλβιο): Εξακολούθη, εξακολούθη.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (μόνη): Ο στεναγμός είναι όπως η αστραπή: φέρνει τη βροχή.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Αν επίστευα πως απαιτείτε το αίμα μου για την υποθετική μου σκληρότητα, θα σας το πρόσφερα μ' όλη μου τη καρδιά. Μα, Θεέ μου! Αντίς για το αίμα των φλεβών μου, πάρτε τούτο, που τρέχει από τα μάτια μου. (Κλαίει).
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (μόνος): Μπράβο!
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (όπως πριν, μα με περισσότερη τρυφερότητα): Σκληρέ!
ΔΟΤΟΡΟΣ: (σιγά στον Πανταλόνε): Εψήθηκε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (στον Σίλβιο, σηκώνοντας τον): Κουράγιο, σηκωθείτε πάνω. Ελάτε δω. (Τονε πιάνει απ' το χέρι). Ελάτε δω κι εσείς, κυρά μου. (Πιάνει το χέρι της Κλεαρέτης). Κουράγιο, ξαναδώστε τα χέρια, πάφτε, μη κλαίτε άλλο, συνέρθετε, τελειώστε, πιάστε ο Θεός να σας ευλογήσει. (Ενώνει τα χέρια και των δύο).
ΔΟΤΟΡΟΣ: Εμπρός, τέλειωσε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Τέλειωσε, τέλειωσε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: (κρατώντας το χέρι της): Αχ, κυρία Κλεαρέτη, λυπηθείτε με.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αχάριστε!
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ακριβή μου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Απάνθρωπε!
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ψυχή μου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Σκυλί!
ΣΙΛΒΙΟΣ: Σπλάχνο μου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (αναστενάζει): Αχ!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (μόνος): Πάει.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Συχωρέστε με, για τ' όνομα του Θεού.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (αναστενάζει): Αχ! σας έχω συχωρέσει.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (μόνος): Τέλειωσε, πάει.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Εμπρός, Σίλβιε, σε συχώρεσε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ο άρρωστος είν' έτοιμος, δώστε του το γιατρικό.

ΣΚΗΝΗ 14η: (ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ κι οι επάνω).

ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: (μπαίνει): Με την άδεια σας, μπορώ να μπω;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ελάτε δω, σιορ κουμπάρε, Μπριγκέλα. Του λόου σας μου δώκατε κείνες τσι ωραίες πληροφορίες, και μ' εβεβαιώσατε πως εκείνος ήταν ο σιορ Φρεντερίκος;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Αγαπητέ κύριε και ποιός δε θα γελιότανε. Ήτανε δυο αδέρφια, που μοιάζανε σα δίδυμα. Με κείνα τα φορέματα, το κεφάλι μου στοιχημάτιζα, πως ήταν εκείνος.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σώνει, περασμένα ξεχασμένα. Τι νέα μας φέρνετε;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Η κυρία Βεατρίκη είν' εδώ και θέλει να σας υποβάλει τα σέβη της.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ας έρθει, ας έρθει, είναι νοικοκυρά.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Αγαπητέ, κυρ-κουμπάρε, σας παρακαλώ να με συμπαθήσετε. Το 'καμα χωρίς κακία, τ' ορκίζομαι στη τιμή μου. (Μόνος). Βέβαια με το να πάρω τσι δέκα ντόπιες, δεν έκαμα και κανένα κακό.

(Φεύγει).

ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Καημένη, κυρία Βεατρίκη! Χαίρω που είναι καλά.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Τη συμπονείτε;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μάλιστα, υπερβολικά.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Κι εμέ;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αχ, κατεργάρη!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (στον Δοτόρο): Ακούτε τι τρυφερά λόγια;
ΔΟΤΟΡΟΣ: (στον Πανταλόνε): Ο γιος μου έχει τρόπους.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (στον Δοτόρο): Η κόρη μου, η καημένη, έχει καλή καρδιά.
Σ Μ Ε Ρ Α Λ Δ Ι Ν Α : Α, κι οι δυο τους, παίζουνε καλά το μέρος τους.

ΣΚΗΝΗ 15η: (ΒΕΑΤΡΙΚΗ κι οι επάνω).

ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κύριοι, έρχομαι να σας ζητήσω συγνώμη, να γυρέψω συχώρεση, αν έγινα αιτία να στενοχωρηθείτε.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Τίποτα, φίλη μου, ελάτε κοντά μου.

(Την αγκαλιάζει)

ΣΙΛΒΙΟΣ: (δείχνοντας δυσαρέσκεια για κείνο το αγκάλιασμα): Έι!
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (στο Σίλβιο): Πώς; Μήτε μια γυναίκα;
ΣΙΛΒΙΟΣ: (μόνος): Αυτά τα φορέματα ακόμα με ξαφνίζουν.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αμέτε στο καλό, κυρία Βεατρίκη, εσείς και σα γυναίκα και σα νέα, έχετε μεγάλη τόρμη.
ΔΟΤΟΡΟΣ: (στη Βεατρίκη): Πολύ μυαλό, κυρά μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο έρωτας κάνει τον άνθρωπο να κάνει μεγάλα πράματα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ανταμωθήκατε, δεν είν' αλήθεια, με τον αγαπημένο σας; Μου το 'πανε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μάλιστα, ο Θεός μου 'καμε τη χάρη.
ΔΟΤΟΡΟΣ: (στη Βεατρίκη): Ωραία υπόληψη!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (στον Δοτόρο): Κύριε, δεν έχετε καμιά σχέση με τις δουλειές μου.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Αγαπητέ μου πατέρα, αφήστε τον καθένα να κάνει τη δουλειά του, μη σκοτιζόσαστε μ' αυτά. Τώρα που είμ' ευχαριστημένος, επιθυμώ να χαίρεται όλος ο κόσμος. Είναι άλλοι γάμοι να γίνουν; Ας γίνουνε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (στον Σίλβιο): Έι, κύριε, είναι ο δικός μου.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Με ποιόν;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Με τον πρώτο που φτάσει.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Βρες τον κι εγώ είμ' εδώ.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (στο Σίλβιο): Εσείς; Για να κάμετε τί;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Για λίγη προίκα.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Δεν έχει ανάγκη από σας.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (μόνη): Φοβάται να μην τση τόνε φάνε. Όρεξη είχαμε.

ΣΚΗΝΗ 16η:  (ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ κι οι επάνω).

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αφέντηδες προσκυνώ σας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (στον Τρουφαλδίνο): Ο κύριος Φλωρίνδος πού είναι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είναι δω κι επιθυμάει να μπει, αν έχετε ευχαρίστηση.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Έχετε την ευχαρίστηση, κύριε Πανταλόνε, να 'ρθει μέσα ο κύριος Φλωρίνδος.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Είναι ο φίλος σας;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μάλιστα, ο άντρας μου.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ας ευχαριστηθεί να περάσει.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (στον Τρουφαλδίνο): Πέστε του να περάσει.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (στη Σμεραλδίνα σιγά): Κοπέλα μου, σας χαιρετώ.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (σιγά στον Τρουφαλδίνο): Χαίρετε, μελαψούλη μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: θα μιλήσουμε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Για τί πράμα;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (κάνοντας σχήμα πως θα της φορέσει το δαχτυλίδι): Αν θέλετε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Γιατί όχι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θα τα πούμε.

(Φεύγει).

ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (στη Κλεαρέτη): Κυρά, με την άδεια των κυρίων εδώ, θα 'θελα να σας παρακαλέσω μια χάρη.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (πάει παράμερα για να την ακούσει): Τί θέλεις;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (σιγά στη Κλεαρέτη): Κι εγώ είμαι μια φτωχή κοπέλα, που θέλω ν' αποκατασταθώ. Είναι ο υπερέτης της κυρίας Βεατρίκης που με θέλει αν ελέγατ' ένα λόγο στη κυρά του, να του επιτρέψει να με πάρει, ελπίζω πως θα 'κανα τη τύχη μου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ναι, αγαπητή Σμεραλδίνα, θα το κάμω ευχαρίστως. Αμέσως μόλις μου δοθεί η ευκαιρία να μιλήσω της Βεατρίκης, θα της το πω ασφαλώς.

(Γυρίζει στη θέση της).

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τι είν' αυτά τα μεγάλα μυστικά;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Τίποτα πατέρα. Μου είπε κάτι.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μπορώ να μάθω κι εγώ;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μεγάλη περιέργεια! Κι έπειτα λένε για μας τις γυναίκες.

ΣΚΗΝΗ 17η: (ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ κι οι επάνω).

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Δούλος ταπεινότατος της αφεντιάς σας. (Όλοι τον χαιρετούνε. Στον Πανταλόνε). Εσείς είσαστε ο αφέντης του σπιτιού;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Στον ορισμό σας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Επιτρέψατε μου να λάβω τη τιμή να σας υποβάλω τα σέβη μου, καλεσμένος από την κυρία Βεατρίκη, που τις περασμένες της περιπέτειες, καθώς και τις δικές μου, θα τις έχετε μάθει.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Χαίρω πολύ για τη γνωριμία σας και σας προσκυνώ και χαίρω από καρδιάς για την ευτυχία σας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Η κυρία Βεατρίκη θα γίνει γυναίκα μου κι αν δεν έχετε αντίρρηση, σας παρακαλώ να γίνετε σεις κουμπάρος μας.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Εκείνο που χετε να κάμετε, κάμετε το δελέγγου. Δώστε τα χέρια.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Είμ' έτοιμος, κυρία Βεατρίκη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ιδού, κύριε Φλωρίνδο.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (μόνη): Δεν περιμένουνε παρακάλια.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Θα κάνουμ' έπειτα τσου λογαριασμούς μας. Βλέπουμε πρώτα τσι μερίδες σας κι έπειτα βλέπουμε και τσι δικές μας.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (στη Βεατρίκη): Φίλη, τα συγχαρητήρια μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (στη Κλεαρέτη): Και τα δικά μου από καρδιάς.
ΣΙΛΒΙΟΣ: (στο Φλωρίνδο): Κύριε, με γνωρίζετε;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μάλιστα, σας θυμάμαι, είσαστ' εκείνος που 'θελε να μονομαχήσει.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μάλιστα, εμονομάχησα δυστυχώς. Ιδού ποιος με αφόπλισε, και λίγο ακόμα θα με σκότωνε. (Δείχνει τη Βεατρίκη).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (στον Σίλβιο): Μπορεί να πείτε ποιός σας εχάρισε τη ζωή;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μάλιστα, είναι σωστό.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: (στον Σίλβιο): Όμως για χάρη δική μου.
Σ Ι Λ Β Ι Ο Σ : Είναι σωστότατο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Όλα διορθωθήκανε, όλα τελειώσανε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Λείπει το καλύτερο, κύριοι.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ποιό;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (στον Φλωρίνδο, παίρνοντας τον παράμερα): Με την άδεια σας, μια λέξη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί θέλετε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θυμούσαστε τι μου τάξατε;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί πράμα; Δε θυμάμαι.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να γυρέψετε από το σιορ Πανταλόνε τη Σμεραλδίνα για γυναίκα μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ναι, τώρα το θυμάμαι. Θα γίνει αμέσως.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (μόνος): Ως κι εγώ ο άμοιρος, να τιμηθώ από τη κοινωνία.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κύριε Πανταλόνε, αν κι είν' η πρώτη φορά που έχω τη τιμή να σας γνωρίσω, τολμώ να σας ζητήσω μια χάρη.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Διατάχτε μάλιστα. Σ' ό,τι μπορώ, θα σας δουλέψω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ο υπηρέτης μου θα επιθυμούσε για γυναίκα του τη καμαριέρα σας έχετε καμιάν αντίρρηση;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (μόνη): Τί ωραία! Δεύτερος που με θέλει. Ποιός διάολος να 'ναι; Να τον ήξερα κάνε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Από λογαριασμό μου, είμαι πρόθυμος. (Στη Σμεραλδίνα). Τί λες του λόγου σου, κυρά;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Αν πιστεύετε πως θα περάσω καλά...
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (στο Φλωρίνδο): Έχει καμίαν αξία ο υπερέτης σας;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Το λίγον καιρό που τον έχω μαζί μου, έδειξε πως είναι πιστός κι εφάνηκε ικανός.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Κύριε Φλωρίνδε, με προλάβατε σε κάτι που σκόπευα να κάμω εγώ. Ήθελα να προτείνω το γάμο της καμαριέρας μου με τον υπηρέτη της κυρίας Βεατρίκης. Εσείς τη ζητήσατε για το δικό σας. Η υπόθεση τέλειωσε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Όχι, όχι, όταν έχετ' εσείς αυτό το σκοπό, αποσύρομαι αμέσως και σας αφήνω τελείαν ελευθερία.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Δε θα θελήσω ποτέ να προτιμηθεί η πρόταση μου από τη δική σας. Κι έπειτα, δεν ανάλαβα καμιάν υποχρέωση. Επομένως προχωρήστε στο σκοπό σας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Το κάνετε από φιλοφρόνηση. Κύριε Πανταλόνε, εκείνο που είπα, ας θεωρηθεί πως δεν ειπώθηκε. Για τον υπηρέτη μου δεν κάνω λόγο πια, μάλιστα δε θέλω να τήνε παντρευτεί.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αφού δε θα την παντρευτεί ο δικός σας, δε θα τη παντρευτεί μήτε ο άλλος. Το πράμα πρέπει να 'ναι τουλάχιστο ίσο κι από τα δυο τα μέρη.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: (μόνος): Τί ωραία! Του λόγου τους κάνουνε κομπλιμέντα κι εγώ μένω χωρίς γυναίκα.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: (μόνη): Κάθομαι και κοιτάζω πως από δυο δε θα πάρω κανένα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αφήστε, να είμαστε δίκαιοι ετούτ' η καημένη η κοπέλα θέλει να παντρευτεί, ας τση δώκουμε ή τον ένα ή τον άλλο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τον δικό μου όχι. Δε θέλω ν' αδικήσω τη κυρία Κλεαρέτη.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μ ή τ ' ε γ ώ θα επιτρέψω ποτέ ν'αδικηθεί ο κύριος Φλωρίνδος.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κύριοι, ετούτη τη δουλειά θα τη διορθώσω εγώ. Ο σιορ Φλωρίνδος δεν εγύρεψε τη Σμεραλδίνα για τον υπερέτη του;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μάλιστα, δεν τ' άκουσες με τ' αυτιά σου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κι η σιόρα Κλεαρέτη δεν ήθελε να γυρέψει τη Σμεραλδίνα για τον υπερέτη τση σιόρας Βεατρίκης;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Βεβαιότατα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Λαμπρά, τόμου κι είν' έτσι. Σμεραλδίνα, δώσε μου το χέρι.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: (στον Τρουφαλδίνο): Και για ποιό λόγο θέλετε σεις να σας δώκει το χέρι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Γιατί εγώ, εγώ είμαι υπερέτης και του σιορ Φλωρίνδου και τση σιόρας Βεατρίκης.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πώς;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τί λες;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Λίγη απομονή. Σιορ Φλωρίνδο, ποιος σας επαρακάλεσε να γυρέψετε τη Σμεραλδίνα από το σιορ Πανταλόνε;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εσύ με παρακάλεσες.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κι εσείς, σιόρα Κλεαρέτη, ποιανού εσκοπεύατε να δώκετε τη Σμεραλδίνα;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Σ' εσέ.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Άρα η Σμεραλδίνα είναι δική μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κυρία Βεατρίκη, ο υπηρέτης σας πού είναι;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Νάτος εδώ. Δεν είν' ο Τρουφαλδίνος;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ο Τρουφαλδίνος; Αυτός είν' ο υπηρέτης μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο δικός σας δεν είναι ο Πασκάλης;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ο Πασκάλης; Θα 'πρεπε να 'ν' ο δικός σας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: (προς τον Τρουφαλδίνο): Τί δουλειά είν' αυτή;

(Ο Τρουφαλδίνος με μορφασμούς και χειρονομίες βουβά, ζητεί συχώρεση).

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Α, μπαγαμπόντη!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Α, κατεργάρη!
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εσύ υπηρετούσες δυο αφεντάδες συγχρόνως;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, εγώ έκαμ' αυτό το ανδραγάθημα. Εμπήκα σ'αυτό τον μπελά, χωρίς να το σκεφτώ, ήθελα να δοκιμάσω. Είν' αλήθεια πως εβάσταξε λίγο, μα μου μέν' η δόξα πως ακόμα δε θα με καταλάβαινε κανένας, αν δε φανερωνόμουνα
μόνος, απ' αγάπη σε τούτη τη κοπέλα. Εκόπιασα τρομερά κι έκαμ' ακόμα κι αναποδιές, μα όρπίζω πως το ασυνήθιστο του πράματος θα κάμει να με συμπαθήσετε όλοι σας. Κι εγώ θα σας δείξω πως είμαι και ποιητής κι εδώ πρόχειρα θα σας κάμω ένα:

                         Σονέττο

Να περετάς δυο αφέντηδες είναι μπελάς μεγάλος,
κι ωστόσο γώ, για δόξα μου, εβγήκα παλικάρι,
κι ανάμεσ' από τσι πλιό μεγάλες δυσκολίες,
μ' επιδεξιότη και μυαλό την έχω σκαπουλάρει.

Συντρέχοντας η τύχη μου τα στρατηγήματα μου,
παρουσιαζόμουν πότ' εδώ και πότ' εκεί φαινόμα,
κι αν τύχ' από τον έρωτα δεν άφηνα το σκέδιο,
η ευτυχιά μου τούτη δώ θα μου βαστούσε ακόμα.

Όλα τα μηχανεύονται και τα μπορούν οι άνθρωποι,
μα ο νους μπροστά στον έρωτα, καμιά δεν έχει αξιότη,
κι ο πιο πιδέξιος, πιο κουτός του κόσμου καταντάει.

Έτσι, για τον αδιάντροπο τον Έρωτα, καμία
κι εγώ στους δυο αφέντηδες δε θα 'χω περεσία,
μα δούλος τώρα θα γενώ σ' αυτή που μ' αγαπάει.

 Τ Ε Λ Ο Σ

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΟ ΛΕΞΑΡΙ

Αμόντε = ναυάγισε
Δελέγκου = αμέσως
σκαρφίστηκα = σκέφτηκα
Ζουρλοκομείο = φρενοκομείο
Κάρλακας = βάτραχος
Μανέστρα = σούπα
Παρτσινέβελος = αφεντικό
Πολπέτες = κεφτέδες
Πουλέντα = είδος κουρκουτιού μ' αλεύρι καλαμποκιού (αραπόσιτου)
Ρεμέντιο = διόρθωμα
Ριτράτο = προσωπογραφία
Τόμου = όταν

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers