Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Πύργαρης Γιώργος: Σκιες & Εικόνες...

 

Εν Θερμοπύλαις
                               
(
γράμμα ενός στρατιώτη)                                  

                                                                    -Ως πότε οι γενναίοι
                                                                    των ενόχων θα 'ναι
                                                                           το λευκό άλλοθι;
-

Λιγόστεψαν πια αυτά που καρτερώ
στις Θερμοπύλες πατέρα
Χάλασε το κορμί μου η αναμονή
-πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι
όπως οι γέροι παλιά-

Με πειράζει κι η θύμησή σου
να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο
κάθε μέρα διαβάζοντας 

Όμως εγώ, πολυμήχανος της εποχής ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη 
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι' αυτό να έγινα
της άμυνας στρατιώτης-

Μα η πικρή αλήθεια πατέρα
είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε
με όπλο μας το Αουτάν

Χρόνια καθόμαστε άπραγοι καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
Μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
κι οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα

Ακονίζουμε σπαθιά κι ακόντια μα εχθρός πουθενά
Όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αγέρας

Καθώς φαίνεται
ο Ξέρξης μας περιφρονεί
δε μας υπολογίζει
Ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε
όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
ή μπορεί να πέρασε κιόλας
-χωρίς να πάρουμε είδηση-
κι ήδη να μας κυβερνά

-Πάντως εδώ ευρέως ψιθυρίζεται
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων οι παραδόσεις
σ' εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ-

Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε
ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη στο σπίτι
είναι, πατέρα, ντροπή-

Φίλησέ μου τη μάνα
-θα 'χει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
-πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!-

Ξεχάστε με τώρα
βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι

                                     Ο Υιός σου
ο εν Θερμοπύλαις άκαπνος στρατιώτης 
                                                                         Έτη πολλά

      'Αυλη Πόλη

ο αρχιτέκτονας

Κάποτε φτωχός

σώμα σφριγηλό και διψασμένο

τους πρώτους αποπειράθηκε
ασύ
νετους στίχους

σκύβοντας σε χαρτιά

με περισσή αποκοτιά

Τώρα ξεφτισμένο φτερό

ένα μάτσο ρυτίδες πάνω σε κόκαλα

με κόπο τα βήματά του σέρνει

στην άυλη πόλη

στα σπουδαία των έργων του κτίσματα

στο μέσον μιας κουστωδίας

οψίμων πιστών και μαθητών

Επιφωνήματα υμνούν θαυμασμού

την ολοφάνερα μεσημβρινή

των κτισμάτων διάταξη

κουβέντες

πώς παίζουν με του ήλιου το φως

οι άχραντοι δρόμοι, οι μετόπες

και τα σοφά δεσίματα

Παρατηρούν τη γυαλάδα των λέξεων

την μεγαλόπρεπη υμνούν, ευλυγισία των στίχων

με έμπειρο μάτι μετρούν

την αντοχή στον χρόνο θεμάτων και ρυθμών

Τα ποσοστά ρεαλισμού εκθειάζουν

και των υπόγειων νερών

που συχνά σε κρυστάλλινους πίδακες ξεσπούν

τη κρυφή συνδρομή-

Υποκλίνεται η κουστωδία σεμνά

στην σεπτή του αρχιτέκτονα σκιά

   το πηγάδι

Μα αυτός αλλού.

Με μάτι ψηλαφίζει υγρό

ανασασμούς των στίχων του

στη πόλη του βλέπει

όσα στους άλλους

παντοτινά θα μείνουν κρυμμένα
-πότε στήθηκε και πώς το κάθε ποίημα

την ανέχεια που δένει τα θεμέλια

την χρόνια περιφρόνηση των ζωντανών

άφαντους πόθους

χάδια

τελειωμένα λόγια και χαμένα πρόσωπα

που παίζουν κρυφτό πίσω απ' τους κίονες

και απαλά αεράκια που ανεβαίνουν τις σκάλες

ενώ τρίλιες πεθαμένων πουλιών κουβαλούν

και μυρωδιές

από παλιές αγαπημένες Κυριακές-

Μ' αυτός αλλού.

έκπληκτος

πώς τον αποστέγνωσε μια τέτοια πόλη

μια άυλη πόλη

πόσο ύπουλα του ρούφηξε το αίμα

Αλλού.

Στο μαύρο της πόλης του τρομαχτικό πηγάδι

του παλαιού του χέρσου τρομαχτικό πηγάδι

που γύρω του έχτιζε μήπως το εξαλείψει

μα τώρα νάτο πάλι σκοτεινό

που σιωπηλά του γνέφει

από τη πόλη που ύψωσε

να τον αποχωρίσει...

     Προσμονή 
   
Μικρή, δροσάτη βρύση
διψώ, μη κελαρύζεις

Είναι οι παλιές αγάπες που με πλάσανε
και πότισαν με τη μορφή τους τη μορφή μου
είναι οι ριγηλοί οι χωρισμοί
κέρινα ομοιώματα βουβά
στις πιο βαθιές σπηλιές
κι ακίνητα
μα που φοβάσαι σα περνάς
μήπως σ' αγγίξουν

Είναι οι δρόμοι που αφέθηκαν μισοί
στη προσμονή του στήθους σου
Όλου του κόσμου το ανεκπλήρωτο
στην ευωδιά του στήθους σου να με καλεί
να ξαναζήσω ό,τι μοιάζει με χαμένο

Θα εγερθούν τα σώματα
και τα χαμένα ονόματα
όταν σ'αγγίξω
και οι παλιές ημέρες
λησμονημένα αρώματα
τα χέρια τους θα πλέξουν στα μαλλιά μου

      Φεγγοβολιά
  
Φεγγοβολιά στη νύχτα μου
πώς ν'αφεθώ στον άνεμο
και την αδίστακτη φωτιά που με προστάζει
καπνός ο εαυτός μου
χάνεται αψηλάφητος κι αλλάζει
καθώς μια χίμαιρα με όλες τις ευχές
και μ' όλες τις κατάρες με προετοιμάζει
γι' άλλο ταξίδι ονειρευτό
γιατί με σένα την Ιθάκη μου ζυγιάζει...

Ο Αθέατος Των Συζύγων Κόσμος

Όσοι υπέγραψαν
ευλογήθηκαν
κτήμα να τις έχουν για πάντα

Μα όταν ησυχασμένοι μακαρίως κοιμούνται
αυτές σε μουσκεμένα εσώρουχα ονειρεύονται
ν' αποδρούν από την άδικη κλίνη

Και μ' ένα φιλί
στων παιδιών τ' ανυποψίαστα πρόσωπα
έτσι ιδρωμένες ιππέυουν άλογα φτερωτά
και μέσα σε έναστρους πετώντας ουρανούς

ξεπεζεύουν ξέπνοες, αλλόκοτες, τρελλές
σε ξένα κρεββάτια
χωρίς όνομα
χωρίς πρόσωπο
εραστών

            Σμύρνη
 
Υποψιασμένα τα δέντρα
πως οι θανατερές πνοές φτάνουν
τις ρίζες απ' το χώμα τραβήξαν
και δάκρυα πόνου απ' τις σχισμάδες ανάβλυσαν
 
Έτσι, με ξεριζωμένα πλοκάμια
σχημάτισαν ουρές
κι έπιασαν αργά να προχωράνε τα δέντρα
κρατώντας μπόγους στα κλαριά
και μωρά που έσκουζαν
μέσα στ' άνθη τ' αλλοπαρμένα
 
Προχωρούσαν σκυφτά
σαν αόρατο πάνω τους βάρος
να βγουν απ' της φωτιάς τον θώρακα
να φύγουν απ'το χώμα που δικό τους ήταν
και τώρα χάσκει έρημο με ανοιχτά στόματα
τρύπες που μαρτυράνε τον όλεθρο
 
Που να κατοικήσουν τόσες μνήμες πια
παρά σ' αυτές τις ζαρωμένες πεταλούδες
που ακολουθούν την πορεία των δέντρων
προς τα αλμυρά νερά...

                 Μινώταυρος

Καιρός να δούμε στα μάτια την αλήθεια
για ό,τι συνέβη τότε στη μακρινή τη Κρήτη
στου Μίνωα το βασίλειο, που την Αθήνα είχε
με κατάρα πολύχρονη γερά δεμένη
 
Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα ο γιος του Αιγαία έπεσε απ' το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε
με του Θησέα τη μορφή
 
Δε τον αναγνώρισε κανείς
η λύπη
-μαύρη πεταλούδα-
πέταξε απ' το στήθος των ταμένων νέων
που ξέσπασαν σε αναφιλητά λυτρωτικά
οι ναύτες ζητωκραύγασαν, ετοίμασαν γιορτή
με σφάγια, με κόκκινα κρασιά
κι η Αριάδνη σκίρτησε κρυφά από χαρά
 
Μονάχα ο Αιγαίας, μονάχα εκείνος
από μακριά αντικρίζοντας το πλοίο
κατάλαβε το φοβερό το μυστικό
και έπεσε απ' τον βράχο...
 
Από τότε στο άδειο θρόνο
κάθεται ο Μινώταυρος
κι όψεις αλλάζοντας
τη δόλια Αθήνα κυβερνά
 
Τη μέρα
φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών
μα σαν η νύχτα πέσει
τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν
 
τη πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
κι έξω στη πόλη άνεμος
άνεμος κακός φυσά...

 Σαρκοφάγα Μοσχάρια
 
Φοβάμαι τους ύμνους πια
κι ας έχω μέσα μου βαθιά
ποτάμια αναίμακτα τραγούδια
 
πως να ρεμβάσω φανταστικές εποχές
πώς ν' αποστρέψω απ' το κόσμο τα μάτια
τις νύχτες
λυπημένα τη πόρτα χτυπάν οι αλήθειες
κι αγκάθια σε στίχους ανθίζουν τις νύχτες
Δε τραγουδώ
 
-Κάποτε
όταν οι βελουδένιοι αποκαρδίωναν
με τεχνάσματα τους γενναίους
οι ζωντανές μεραρχίες του ήλιου
ανέμεναν πεισματικά παρεταγμένες
ν' αποδόσουν τιμές
 
με χρωμάτων χειροκροτήματα
με ασπασμούς πανδαισίας
τις πύλες ν' ανοίξουν σε κάθε γενναίο
 
Μα τώρα να πάνε που
μιάσματα στις μεραρχίες κι αταξία
 
σε συμπληγάδες μαρτυρούν οι γενναίοι
χρόνια λαθεύοντας
η κραυγή των σοφών πως είναι σιγή
γι' αυτό γεράσαν και δε μίλησαν ακόμη-
 
Δε τραγουδώ
όταν πα να τραγουδήσω
στο στόμα μου μπερδεύεται
ένας ψόφιος αχινός
και πως αλλιώς
που αντικρίζω ο άτυχος
σαρκοφάγα μοσχάρια
Στο σώμα του καλοκαιριού
ένα κακό Μπωντλαίρ
 
Ύπουλο το παγκόσμιο δέντρο
στο καρποφόρο γέλιο του, αόρατο σέρνεται
ένα σκουλήκι που μας ορέγεται
 
Ποιος ξέρει τι κώνεια κουβαλά ο Μαΐστρος
κι ο Λεβάντες
 
-δεν ήταν ύμνος αυτός, ήτανε θρήνος
επιτάφιο σάλπισμα ομορφιάς προγραμμένης-

      Οι Πολιτείες Το Πρωί...
 
Οι πολιτείες το πρωί, αθώες μοιάζουν
 
ο ήλιος κατεβαίνει σα πραματευτής
ανοίγει τα μπαγκάζια του στις γειτονιές
λαλώντας τη πραμάτεια
 
κυράδες έρχονται με τσάντες πλαστικές για να γεμίσουν
μες στα κεφάλια τους σφυρίζουνε οι έγνοιες
όπως οι σφήκες γύρω απ' τη φωλιά
 
φτάνουν με τα τραπέζια τους οι γέροι
ρουφώντας καφέδες αχνιστούς
γάτος ο θάνατος στα πόδια
που όλο να φύγει τον σκουντούν
μ' αυτός σα χάδι απαλός και παιχνιδιάρης
στα πόδια που τον διώχνουν επιστρέφει
 
κορνάρουν αυτοκίνητα στους δρόμους να προφτάσουν
πλευρίζουν τραίνα τους σταθμούς να ξεφορτώσουνε
παραγγελιές, φορτία
 
για λίγα ψίχουλα φωτός πεσμένα κάτω
που δε τα καταδέχτηκε κανείς
ένα μυρμήγκι ασθμαίνοντας
τρέχει να φέρει τ' άλλα
 
Χιλιάδες μέλισσες κινούν, χιλιάδες πεταλούδες
Μπαίνουν τα δέντρα στη σειρά
κάνουν σημειωτόν και περιμένουν
 
Τραβούν κουπί λουλουδικά μέσα στις γλάστρες
κι ένα παιδί
τη μπάλα βαστώντας τρυφερά σα να κρατάει πλανήτη
το βήμα ζυγιάζει για άλμα ζηλευτό
σε ουράνιο καλάθι
 
Τα λεωφορεία της γραμμής φέρνουν απίθανα πουλιά
που φτερουγίζουν στις χειρολαβές και τα καθίσματα
σαύρες, βατράχια λιάζονται στην οροφή
και ένας αλιγάτορας τρέχει βαριά στο δρόμο
 
Κι ο πράος ο ηλιματευτής με τη τραγιάσκα του στραβά
καπνίζοντας ένα χρυσόσκονης τσιγάρο
τυλίγει σε χάρτινα το φως και το ζυγίζει
χορεύουν σε πλήκτρα δάχτυλα, πηδούν
της μοιρασιάς της ξέφρενης προβάλλοντας
τον ισολογισμό
 
οι πολιτείες το πρωί, αθώες
κι αφελείς ομοιάζουν

       Ιδιωτική Θλίψη
                  (σ' ένα φίλο που χάθηκε)
 
Φίλε, απόψε η παρέα μας συνάχτηκε
είναι γεμάτο το ποτήρι και σε περιμένει
βρέχει στο δρόμο, το φεγγάρι χάθηκε
μα κάτι στον αέρα μας πικραίνει
 
Όμως σαν έρθεις θα καθίσουμε
όπως παλιά, ήσυχα να τα πούμε
μπορεί, που ξέρεις, να μεθύσουμε
και στη βροχή αγκαλιαστά να βγούμε
 
Έλα με το βρεμμένο πανωφόρι σου
τίναξε τα γκρίζα σου μαλλιά
παίξε τ' ασημένιο κομπολόι σου
κι ας κάτσουμε στη γνώριμη γωνιά
 
Τότε μπορεί να ταξιδέψουμε
πίσω απ' τα σύννεφα, πέρα στ' αστέρια
μπορεί ακόμα και τη μοίρα να πλανέψουμε
και να της κλέψουμε του πόνου τα μαχαίρια
 
Μπορεί με τα τραγούδια μας να υψώσουμε
μία φωνή στον ουρανό μεγάλη
τους άσπλαχνους θεούς να μαλακώσουμε
που ρίχνουνε φωτιά στη γη κι ατσάλι
 
Μπορεί με τ' άλογά μας να καλπάσουμε
στα πράσινα αμάραντα λιβάδια
μπορεί εμείς να μη σκουριάσουμε
να μη... να μη μας πάρουν τα σκοτάδια
.............................
Όμως τα τσιγάρα μας καπνίσαμε
αδειάσαν τα ποτήρια
η ώρα πέρασε, δε φάνηκε
η ωραία σου μορφή
 
είπανε... -"κάποιος χάθηκε"
κοπήκαν τα γεφύρια
τα μάτια μας βουρκώσανε
στου δρόμου τη στροφή...
___________________________________________________________

                           1928: Σ' Ένα Μικρό Χωριό

     Το πρωί, ο Παύλος ο Φούρκας, βγήκε κατσούφης απ' το σπίτι, κατούρησε στο πεύκο και κουμπώνοντας το παντελόνι έριξε μια ματιά στον καιρό. Μαύρα σύννεφα ήταν μαζεμένα απ' άκρη σ' άκρη του ουρανού και μπουφάριζε. ''Σκατομέρα!'' ψιθύρισε και πήρε τορό για τη πλατεία. Σε λίγο όμως, αντίθετα από τον δρόμο του, άρχισε να συναντάει κόσμο που πήγαινε στην εκκλησία και μόνο τότε θυμήθηκε πως ήταν Κυριακή. ''Τον αντιοβραίο μου!'' σκέφτηκε σιχτιρίζοντας τον εαυτό του, που δε ξύπνησε νωρίτερα να πάει στο καφενείο.
 -''Καλημέρα Παύλο!'' άκουγε κάθε τόσο. Μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια του και τάχενε το βήμα.  Όταν έφτασε στη πλατεία και χώθηκε στο καφενείο, ένιωσε τέτοιαν ανακούφιση, που παραλίγο να πει καλημέρα στον Λιέτα, που φορώντας μιαν άσπρη ποδιά σιγύριζε περιμένοντας πελάτες. Ο Παύλος που ήταν ο πρώτος, διάλεξε μια γωνιά κι έκατσε.
 -''Ένα κατοστάρι!'' πρόσταξε με τη μάγκικη προφορά του.
     Ο Παύλος ο Φούρκας, ήταν γεννημένος για το καλύτερο ή το χειρότερο. Σπάνιο κοφτερό μυαλό, μα ο τόπος κι η εποχή που γεννήθηκε, τον αδικήσανε. Ή έτσι πίστευε τουλάχιστον. Γι' αυτό, μισούσε και τον τόπο και την εποχή. Κάτω από διαφορετικές συνθήκες, θα ήταν ίσως ένας μεγάλος άντρας, διανοούμενος, καλλιτέχνης ή κάτι τέτοιο, μα τώρα δεν ήταν, παρά ένας φτωχός εργάτης στ' αμπέλια και τα χωράφια ξένων, με μοναδική περιουσία τα δυο του χέρια, που έπρεπε να κάνουν τα πάντα για να θρέψουν μια μεγάλη οικογένεια.
     Ο Παύλος είχε πλήρη επίγνωση αυτής της κατάστασης κι έτσι, αντιπαθούσε ό,τι φαινόταν ανώτερο από κείνον: νοικοκυρέους και φρόνιμους, και δεν έχανε την ευκαιρία να ρίχνει τα φαρμακερά του βέλη παντού. Απίστευτα ετοιμόλογος, είχε το ταλέντο να γράφει μια μεγάλη ιστορία σε τρεις λέξεις, συμπυκνώνοντας μέσα τους μιαν εκρηκτική δύναμη που αποδιοργάνωνε τον άλλο και τον άφηνε θεόγυμνο σ' ένα αδίστακτα ειρωνικό βλέμμα που τον έφτυνε. Ο Παύλος όμως είχε κι ένα κουσούρι. Δε μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς κρασί. Όταν δεν έπινε, έμοιαζε τρωτός και ξεκούρδιστος σα γέρος. Το κρασί, δεν ήταν γι' αυτόν μόνο πηγή δύναμης που τον βοηθούσε ν' αντέχει τη σκληρή χειρωνακτική δουλειά. Ήταν και πηγή έμπνευσης, για να βλέπει βαθύτερα ανθρώπους και πράματα. Να κατεβάζει πιο εύκολα, μανδύες και προσωπεία. Κι αυτό για τον Παύλο, ήταν η μεγαλύτερη ηδονή. Ό,τι απολάμβανε περισσότερο στη ζωή του, ήταν η αμηχανία των θυμάτων του στις ακαριαίες του επιθέσεις. Κι οι επιθέσεις, ήταν απαραίτητες στο πόλεμο που είχε ανοίξει, εδώ και χρόνια με τα πάντα γύρω του. Και προπαντός με τη μιζέρια. Ακόμη και τη δικά του...
     Ο Λιέτας άφησε στο τραπέζι τη καράφα κι ένα ποτήρι και κατά το συνήθειό του, έφτυσε με δύναμη τις χούφτες κι άρχισε να τις τρίβει κατευθυνόμενος στο πάγκο. ''Ξεφτιλισμένε βρωμιάρη!'' ψιθύρισε αηδιασμένος ο Παύλος και γέμισε το ποτήρι. Αν ήταν άλλη ώρα, θα του πέταγε στα μούτρα κανά καντήλι, μα ήταν ακόμη στεγνός, γι' αυτό έφερε το κρασί στα χείλη κι άρχισε να το γεύεται παρατηρώντας με τα μικρά πονηρά μάτια του τον καφετζή, που πράμα παράξενο σήμερα, έδειχνε ανήσυχος. Δεν έβαζε κώλο κάτω. Είχε μια περίεργη ταραχή. Σκούπιζε το πάτωμα, το σφουγγάριζε, περνούσε τα τραπέζια συνέχεια μ'ένα πανί, καθάριζε τα τζάμια κι όλο έριχνε ξύλα στη σόμπα που μέσα της φουρτούνιαζε η φωτιά, ενώ άλλες φορές ψυχοραγούσε. Έφτασε στο σημείο να γράψει σ'ένα τετράγωνο χαρτόνι ''ΤΡΙΣ ΔΕΚΑΡΕΣ Ο ΚΑΦΕΣ" με μεγάλα ανορθόγραφα γράμματα και να το κολλήσει φάτσα-κάρτα στο μπροστινό τζάμι.
     Ο Παύλος όσο τον παρατηρούσε, τόσο τον τρώγανε τα φίδια. ''Τι να 'χει αυτός σήμερα" αναρωτιόταν "τι όνειρο είδε!...έριξε μέχρι και τη τιμή του καφέ ο τσιφούτης μπαααα...'' Το 'φερε από 'δω, το τριβέλισε από 'κει και ξαφνικά κατάλαβε. Κατάλαβε και του 'ρθε να χτυπηθεί από τα γέλια. ''Α τη σουπιάααααα... α τη λουμπίνααααα... α τη σιγανοπαπαδιάααα...'' Ο Παύλος θυμήθηκε οτι σήμερα άνοιγε δίπλα στο μαγαζί του Λιέτα, καινούριο καφενείο. Ολοκαίνουριο! Βαμμένο στη τρίχα, με καινούρια τραπέζια, καρέκλες και φλυτζανοπότηρα. Ήπιε το κρασί του και παράγγειλε κι άλλο. Η μέρα άρχισε να φτιάχνει...
     Θα τον προτιμήσουν; Και γιατί να μη τον προτιμήσουν δηλαδή, τι τους έκανε; Δε τους είχε εξυπηρετήσει τόσα χρόνια; Δε τους είχε σταθεί σα δούλος; Από τη μαύρη νύχτα σηκωνότανε να τους προλάβει και μαύρη νύχτα το 'κλεινε τούτο το ρημάδι. Κι αν πεις για πόσα άκουγε; Όποιος ήθελε να ξεσπάσει, πάνω του ξέσπαγε, όποιος ήθελε να βρίσει, αυτόν έβριζε. Μα αυτός εκεί, χωρίς βαρυγκόμια και να οι καφέδες, να το κρασί, να τα ουζάκια, να οι μεζέδες. Πόσες φορές δε ξαγρύπνησε μέχρι τα ξημερώματα, ενώ του κλείνανε τα μάτια από τη νύστα, μόνο και μόνο για να μη χαλάσει μια παρέα που ήτανε στο κέφι; Κι αν πεις τα βερεσέδια; Να πήχτρα το τετράδιο! "Βασίλη δεν έχω σήμερα... Βασίλη είμαι στεγνός.. Γράφ' τα Βασίλη!"
     Γιατί να μη τον προτιμήσουν; Επειδή είχε αυτό το ελλάτωμα -το μόνο του ελλάτωμα δηλαδή- να φτύνει τις χούφτες τη στιγμή που σέρβιρε; Μα αυτό δεν ήταν τίποτα, από ικανοποίηση το 'κανε. Που σέρβιρε. Για τη δουλειά. Δε χαίρεσαι εσύ άμα η δουλειά πάει καλά; Κι έπειτα ήταν κάτι που δε μπορούσε να το κόψει. Ήταν σαν ανοιγόκλεισμα του ματιού ένα πράμα, μπορείς εσύ να κόψεις το ανοιγόκλεισμα του ματιού; Μήπως δε προσπάθησε; Τόβαζε σκοπό, "δε θα το κάνω τώρα, δε θα το κάνω..." και μόλις ακουμπούσε τη παραγγελία στο τραπέζι φραπ!... τα χέρια σηκώνονταν μόνα τους και τα 'φτυνε. Όμως σήμερα, πάει τέλειωσε κι αυτό θα 'κοβε, ναι κι αυτό το ανοιγόκλεισμα του ματιού για χατήρι τους...
     Γιατί δηλαδή; Επειδή άνοιξε καινούριο καφενείο ένας χάχας; Ένας αρχιτεμπέλαρος, που μέχρι να σηκώσει το ένα πόδι βρωμάει τ' άλλο; Ένας αποτυχημένος που χαΐρι στη ζωή του δεν είδε; Και που ξέρει αυτός... όχι που ξέρει αυτός από πελάτες; Διότι το κατάστημα κύριε, πρέπει να γνωρίζει από ψυχολογία πελάτη, όχι ψεύτικα πράματα! Γιατί δηλαδή, επειδή μοστράρει πεντέξι καινούριες καρέκλες; Ε και; Να σε καναδυό μήνες, θα παλιώσουν κι αυτές. Οι βλάκες! Που θα πάνε; Εδώ, στη σιγουριά θα 'ρθουνε. Δοκιμασμένα πράματα... Εγγυημένα!
     Τέτοια σκεφτόταν ο Λιέτας κι όσο πλησίαζε η ώρα να σχολάσει η εκκλησία, τόσο η ταραχή του δυνάμωνε. Ξαφνικά στη πόρτα φάνηκε, λιγάκι λαχανιασμένος ο Νάκος, ο αδικημένος από τη φύση κι ελαφρύς στο μυαλό γιος του.
 -"Που 'σαι ρε, το φλάρο μου;'' τον πρόγκηξε ο Λιέτας μόλις τον είδε. Το παιδί, είχε τόση εμπιστοσύνη κι έτρεφε τέτοιον θαυμασμό στον πατέρα, που αν τον ρωτούσες ποιος ήταν ο σημαντικότερος άντρας στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, θα σου τον έδειχνε. Ήταν δεμένο μαζί του και παρ' όλη του την ελαφρότητα, είχε αναπτύξει κοντά του μια συμφεροντολογική κουτοπονηριά, ώστε να νιώθει απόλυτα ένοχο σήμερα, που το πήρε λίγο παραπάνω ο ύπνος, μια τόσο σημαντική μέρα για το μαγαζί τους. Γι' αυτό, χωρίς να πει τίποτα, πήγε στα ενδότερα, φόρεσε μιαν άσπρη ποδιά και στάθηκε στην εξώπορτα, γελώντας ηλίθια και κάνοντας υποκλίσεις στον αέρα. ''Θα χαμογελάς και θα σκύβεις συνέχεια το κεφάλι!'' του 'χε πει από βραδίς ο πατέρας...
 
-"Μπαμπ....μπαμπά ε...ε...έρχονται!'' είπε ξαφνικά το αγόρι, που ήταν και βραδύγλωσο κι άρχισε να εντείνει τα χαμόγελα και τις υποκλίσεις. Με το ''έρχονται'' του μικρού, ο Λιέτας -καθάριζε εκείνη τη στιγμή για πολλοστή φορά τα τραπέζια- πέταξε το πανί πίσω από τον πάγκο κι αστραπιαία κάθισε σ' ένα τραπέζι. Έπιασε να σιγοσφυρίζει ένα σκοπό, παριστάνοντας τον αδιάφορο...
     Ο Φούρκας που ήταν ικανός να πληρώσει για να δει τέτοιο θέαμα, πέταγε στους εφτά ουρανούς. Κιχ δεν έβγαζε. Είχε μαζευτεί στη γωνιά του και προσπαθούσε να περάσει όσο πιο απαρατήρητος γίνεται, για να τους αφήσει να λειτουργήσουν αυθόρμητα. Και το 'χε μισοκαταφέρει. Οι άλλοι μέσα στη ταραχή τους, τον είχαν σχεδόν ξεχάσει.
     Η πρώτη που έφτασε στη πλατεία, ήταν η παρέα του δάσκαλου. Ο Νάκος όταν πέρασαν από μπροστά του, είχε γίνει ολόκληρος μια υπόκλιση, μα αυτοί τον αγνόησαν και προχώρησαν για το καινούριο καφενείο. Ο Λιέτας αν και κόντευε να πάθει συμφόρηση, συνέχιζε να το παίζει άνετος σιγοσφυρίζοντας κι έκανε πως δε πρόσεξε καν τη παρέα που πέρασε.
     Το ίδιο έγινε με τη δεύτερη και τρίτη παρέα. Πέρασαν από μπροστά του και χωρίς καν να ρίξουν μια ματιά προσπέρασαν. Ο Λιέτας σταμάτησε να σφυρίζει, άπλωσε τα χέρια πάνω στο τραπέζι, τα 'πλεξε κι άρχισε να κοιτάζει φανερά πια τις παρέες. 'Εβραζε! Όταν έφτασε το μεγάλο κύμα με τον πρόεδρο και τους συμβούλους, ο Λιέτας αναθάρρησε. "Αυτοί θα 'ρθουν! Δε μπορεί... τους έχω ψηφίσει!'' σκέφτηκε, μα το μεγάλο κύμα συνέχισε όπως οι άλλοι. Η χειρότερη μαχαιριά... προδοσία!
     Πέρασαν κι άλλοι, μέχρι που άρχισαν ν' αραιώνουν. Κανείς, ούτε ένας δε φιλοτημήθηκε να μπει στο παλιό καφενείο κι ας είχε γίνει ο Νάκος ερπετό από τις υποκλίσεις. Ο Λιέτας πια δε βαστιόταν. Είχε αρχίσει να τρέμει... Και τότε, την οριακή εκείνη στιγμή, έκανε το λάθος να γυρίσει και ν' αντικρύσει το βλέμμα του Φούρκα, που φαινόταν να είναι από ώρα καρφωμένο πάνω του. Ένα βλέμμα διεισδυτικό, ειρωνικό κι ένα αμυδρά κοροϊδευτικό μειδίαμα, που έκανε τον Λιέτα να νιώσει πέρα για πέρα ξεβράκωτος. Ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Πετάχτηκε απ'τη καρέκλα, σα να καθόταν πάνω σε αχινούς.
 -''Παύλο γαμιέσαι!'' είπε κι έτρεξε στη πόρτα. Έδωσε μια σπρωξιά στο Νάκο που σωριάστηκε και βγάζοντας αφρούς από το στόμα, φώναξε στους αποσβωλομένους συγχωριανούς του... "Ρε σεις πουλημένοι! Εμείς χειρομπομπίδες πουλάμε"; Κι επειδή έτυχε κείνη τη στιγμή να περνάει η παρέα του παπά με τους ψαλτάδες συνέχισε... "Χιτώνες μου λέτε μένα... χιτώνες! Δώστε μου και μένα ένανε ντε!" Έβγαλε όπως-όπως τη ποδιά, τη πέταξε στο δρόμο κι έφυγε για το σπίτι, ολοκόκκινος, οικτρός, δυστυχισμένος...
     Ο Νάκος μπήκε στο μαγαζί, ξεσκονίζοντας τη ποδιά του. Έπιασε μια γωνιά και μόνο που δεν έκλαιγε.
 -"Μωρέ το χρειαζόσταν το καζίκι!'' ψιθύρισε ο Παύλος.
     Εκείνη την ώρα είδε τον φίλο του, τον Αγγελή τον τελάλη να περνά στη πλατεία. Έριξε ένα σφύριγμα και σήκωσε το χέρι. Ο Αγγελής τον είδε και κατευθύνθηκε προς το καφενείο του Λιέτα.
 -"Καλως τον αηδονάρη!'' του 'πε ο Παύλος, μόλις εκείνος έφτασε "Κάτσε!'' Ο Αγγελής τίναξε από την υγρασία τα μαλλιά του.
 -"Κωλόκαιρος!" είπε και κάθισε. ''Τί κερνάς";
 -"Ό,τι θες, άλλος πληρώνει...'' είπε με νόημα ο Φούρκας.
 -"Ποιός";
 -"Ο Λιέτας από τη χαρά του... 'Ασε, έχασες θέατρο με τον τσιφούτη" και του εξήγησε εν ολίγοις τι συμβαίνει.
 -"Ρε το φουκαρά!" είπε στο τέλος ο Αγγελής
 -"Ρε τον μασκαρά να λες! Νάκο!'' Ο Νάκος σηκώθηκε από την θέση του και πλησίασε άκεφος. "Πιάσε ένα ποτήρι κι ένα κατοστάρι!'' Ο Νάκος έκανε να φύγει. "Και μεζέ!'' πρόσταξε ο Παύλος.
 -"Τί λες ρε; κληρονόμησες τίποτα;'' είπε απορημένος ο φτωχός Αγγελής. Ήταν μαθημένοι χρόνια στο ξεροσφύρι λόγω αφραγκίας. Μόνο σε ειδικές περιπτώσεις παράγγελναν κρασί με μεζέ. Κάθε Πάσχα που λέμε. Ο Παύλος έφερε το δάχτυλο κάτω απ' τη μύτη.
 -"Μώκο!... 'Αλλος πληρώνει!'' Όταν ο Νάκος έφερε το κατοστάρι κι ένα πιάτο με μεζεκλίκια, στρώθηκαν να πίνουν και να μασουλάνε. Έπειτα από λίγο, ο Πάυλος παράγγειλε κι άλλη παρτίδα. Έπειτα κι άλλη, καθησυχάζοντας κάθε φορά τον καημένο τον Αγγελή, που διαμαρτύρονταν για το πως θα πληρώσουν. Κάποια στιγμή ο Αγγελής σηκώθηκε.
 -"Έχω δουλειά ρε, πρέπει να φύγω...'' Έδειξε τα μεζεκλίκια. "Τί θα γίνει;''
 -"Φέγα!'' τούκανε ο άλλος.
Μόλις έφυγε ο τελάλης, ο Παύλος φώναξε το Νάκο.
 -"Νάκο!''
 -''Νννν...ναι....ναι θείο!''
 -"Βρε παιδί! Δε βαστάω λεφτά. Φέρε αυτο το τεφτέρι να γράψω το λογαριασμό... μη χάσετε κι εσείς...".Το παιδί δεν υποψιάστηκε τίποτα, μα και να υποψιάστηκε, δεν ήθελε να πάει κόντρα στον μοναδικό πελάτη που προτίμησε σήμερα το μαγαζί τους.
 -"Ννννν...να...να το φέρω θεί...θ..θείο!''
     Ο Παύλος, ήξερε φυσικά πως ο μικρός είναι μπιτ για μπιτ αγράμματος και βέβαια είχε κάτι παλιούς λογαριασμούς, που του 'χανε γίνει βραχνάς. Σε λίγο ο Νάκος, που ήταν ο μόνος που ήξερε, πού ο πατέρας του έκρυβε το τεφτέρι, το 'φερε και το 'δωσε στον Παύλο. Εκείνος το ξεφύλλισε, βρήκε τ' όνομά του κι έπιασε το μολύβι.
 -"Πόσο το 'χετε το κατοστάρι Νάκο";
 -''Τε..τέσσερις δεκάρες''.
 -"Πέντε εγώ και τρία ο Αγγελής οκτώ... επί τέσσερα.. τρεις κι είκοσι" είπε ο Παύλος και διέγραψε με μια γραμμή, όλους τους παλιούς λογαριασμούς. "Οι μεζέδες";
 -"Έ..ε..ένα πε....πενηνταράκι!'' είπε το παιδί
 -"Ένα πενηνταράκι...επί τρία, μιάμισυ!" είπε ο Παύλος κι έγραψε δίπλα ένα ανορθόγραφο εξοφλίθη. "Πιάσε και δέκα τσιγάρα!" Ο Νάκος έτρεξε να φέρει τα τσιγάρα. "Κάντα είκοσι! Πόσο πάνε";
 -"Έ..εε...ένα φράγκο!''
 -"Ένα φράγκο!'' επανέλαβε ο Παύλος μιμούμενος τη τζίφρα του Λιέτα, που πιστοποιούσε το γνήσιο της διαγραφής. Πήρε τα τσιγάρα, τάβαλε στη τσέπη κι έδωσε το τεφτέρι στον Νάκο. "Πάρτο ρε παιδί... Μη χάσετε κι εσείς. Αρκετά πάθατε σήμερα!''

                               Φάσουρας & Πάλι Φάσουρας...

     Τώρα, πότε ακριβώς πρωτοεμφανίστηκαν τα γκούντις, δε θυμάμαι. Θα πρέπει να ήταν εκεί περίπου, λίγο μετά το ογδόντα. Μέχρι τότε, στις επαρχιακές τουλάχιστον πόλεις, ο κόσμος συνήθιζε να τρώει παραδοσιακά. Σ' εστιατόρια. Ένα τέτοιο στην όμορφη πόλη μας, ήταν και του Φάσουρα. Ξακουστό εστιατόριο, ελληνικότατο. Μπαίνοντας μέσα, χόρταινες μονάχα με τις μυρωδιές. Κι οι πελάτες, ζεστοί άνθρωποί, απλοί. Χωριάτες που έρχονταν στη πόλη για δουλειές κι ήθελαν λίγο πριν φύγουν, ν' απολαύσουν μια ζεστή σούπα με λίγο κρασάκι, δημόσιοι υπάλληλοι, καταστηματάρχες, έμποροι, ακόμα και μαθητές. Ζεστό περιβάλλον που έδενε με τη νοοτροπία του κόσμου. Μπαίνοντας εκεί, δεν σε κοίταζε κανείς ύποπτα ή καχύποπτα κι αν κάποιος σε φώναζε, σε φώναζε μονάχα γιατί ήταν γνωστός κι ήθελε να σε προσκαλέσει στο τραπέζι του. Αν τύχαινε μάλιστα κι ήταν χειμώνας, έβρεχε κι έκανε κρύο, στου Φάσουρα ήταν σκέτο μεγαλείο. Τα τζάμια νοτίζονταν από την άχνα τόσο, που δε μπορούσες να διακρίνεις έξω, παρά μόνο τις σκιές των περαστικών, που περπατούσαν στο πεζοδρόμιο τυλιγμένοι στα παλτά τους. Παντού μυρωδιές, κουταλοπίρουνα που χτυπούσαν στα πιάτα, ζεστές κουβέντες κι εβίβα και τα γκαρσόνια που πηγαινοέρχονταν, κουβαλώντας δίσκους με διάφορα. Σωστός παράδεισος.
     Ο Γιαλής κι ο Ταλιαπές ήταν μαθητές του Λυκείου. Κατάγονταν κι οι δυο από το ίδιο χωριό, μα νοίκιαζαν ένα μικρό δωματιάκι στη πόλη για να παρακολουθούν τα μαθήματα του σχολείου τους. Ένα δωμάτιο που χωρούσε ίσα-ίσα, δυο κρεβάτια και δυο καρέκλες. Λεφτά δεν είχανε πολλά. Σχεδόν καθόλου. Τη τρίτη κιόλας μέρα της εβδομάδας, τους τέλειωνανε. Μετά, τη βγάζανε μ' αβγά και πατάτες που φέρναν από το χωριό. Μα κάθε Δευτέρα, το 'χανε συνήθειο, να πηγαίνουν στο εστιατόριο του Φάσουρα για ν' απολαύσουν την ατμόσφαιρα και προπαντός, το φαγητό που τους άρεσε πιο πολύ. Μια ζεστή φασολάδα με φρέσκο ψωμί. Όμως δεν άργησαν να κάνουν τη γνωριμία τους με τα γκούντις, μιας κι αυτά άρχισαν κάποτε να φυτρώνουν σα μανιτάρια, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
     Εκείνη την ημέρα, είχαν τσεπώσει από το σχολείο, το ποσό των επτακοσίων δραχμών ο καθείς, ένα βοήθημα που 'δινε δυο φορές το χρόνο η πολιτεία, για τα έξοδα μετακίνησης όσων παιδιών ήταν από τα χωριά. Με το σχόλασμα λοιπόν, είχανε κάθε λόγο να αισθάνονται Πλούσιοι, γιατί αυτή την εποχή, επτακόσιες δραχμές στη τσέπη ενός φτωχού μαθητή, δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Επόμενο ήτανε λοιπόν, εκείνο το μεσημέρι, να μη τους χώραγε το δωματιάκι. Ούτε ήτανε δυνατό να συμβιβαστούν με τηγανιτές πατάτες. Αφού άφησαν τα βιβλία στο τραπέζι, αποφάσισαν να βγουν έξω για φαγητό. Ο καιρός ήταν μουντός. Βαριά σύννεφα ήταν απλωμένα στον ουρανό κι έριχνε χιονόνερο.
 -"Μπορεί να το γυρίσει σε χιόνι" είπε ο Γιαλής και σήκωσε το γιακά του. Πήγαιναν γραμμή για του Φάσουρα, μα πέσανε πάνω στο γκούντις, που εδώ και λίγο καιρό, είχε κάνει την εμφάνισή του στη πόλη. Δεν είχανε ξαναμπεί μέσα ούτε είχαν ιδέα, τι ακριβώς ήταν το γκούντις. Ξέρανε μόνο πως ήτανε φαγάδικο. Ο Γιαλής κοντοστάθηκε.
 -"Ρε συ, δε μπαίνουμε σ' αυτό το καινούριο; Καλό φαίνεται!" είπε και κόλλησε τη μύτη του στη τζαμαρία. Σχεδόν όλο το κεφάλι του ήτανε χωμένο στο γιακά κι είχε τα χέρια στις τσέπες. Πρόσωπο, κατακόκκινο από το κρύο.
 -"Ρε πάμε στου Φάσουρα!" είπε ο Ταλιαπές και κίνησε να φύγει. Ήταν όμως αργά. Ο Γιαλής είχε σπρώξει τη πόρτα κι έμπαινε μέσα. Μόλις μπήκε, έτριψε ικανοποιημένος τα χέρια, διάλεξε τραπέζι και κάθισε. Ο άλλος, θέλοντας και μη τον ακολούθησε, κοιτάζοντας καλά-καλά τα ιερογλυφικά αγγλικά της ασπροκόκκινης φίρμας. Δε σκαμπάζανε κι οι δυο γρι αγγλικά κι ας διδάσκονταν στο σχολείο. Τα 'χαν εξορίσει παντελώς από τα ενδιαφέροντα τους και δεν τους έδιναν καμιά σημασία. Απόμειναν να εξετάζουν το χώρο, χωρίς να μιλούν.
 -"Καλό φαίνεται!" είπε κάποια στιγμή ο Γιαλής.
 -"Σα του Φάσουρα, όχι".
 -"Και καθαρό!"
 -"Μόνο οι γκόμενες αξίζουν", είπε ο Ταλιαπές, κοιτώντας στο βάθος τις κοπέλες με τα ομοιόμορφα κατακόκκινα ρούχα. Ο Γιαλής τράβηξε το φερμουάρ από το μπουφάν του κι άπλωσε τα χέρια στο τραπέζι.
 -"Τι θα φάμε";
 -"Μια από τα ίδια. Φασολάδα!"
 -"Κι έχω μια πείνα..."
     Περίμεναν κάνα τέταρτο, μα κανένας δεν ήρθε στο τραπέζι για παραγγελία. Στο μεταξύ, πελάτες μπαινόβγαιναν. Κάποτε η υπομονή τους εξαντλήθηκε. Ο Γιαλής είχε ανάψει κιόλας από τη ζέστη. Έβγαλε το μπουφάν και το φόρεσε πίσω του, στη πλαστική καρέκλα.
 -"Καλά ρε, που 'ναι το γκαρσόν;" είπε αγανακτισμένος ψάχνοντας τριγύρω. Ο Ταλιαπές έσκυψε συνωμοτικά προς το μέρος του.
 -"Αυτοί εδώ", έδειξε μ' ένα αδιόρατο νεύμα του κεφαλιού, το ζευγάρι που έτρωγε δίπλα τους, "ήρθαν μετά από μας και τρώνε!"
 -"Μας γράφουν!" έκανε τσαντισμένος ο Γιαλής και σηκώθηκε κοιτάζοντας προς το βάθος που βρίσκονταν οι κοπέλες. Μια απ' αυτές, τον είδε. Ο Γιαλής σήκωσε το χέρι.
 -"Το κατάστημα είναι σελφ-σέρβις", φώναξε κείνη. Κάμποσοι από τους πελάτες στράφηκαν προς το μέρος τους. Ο Γιαλής τα 'χασε. Κούνησε λίγο το κεφάλι και ξανακάθισε σα βρεμένη γάτα.
 -"Τι είπε ρε;" ψιθύρισε ανήσυχος. Ο Ταλιαπές, άρχισε να νιώθει κι εκείνος άβολα.
 -"Ρε, μήπως είναι τίποτα φαγάδικο της υψηλής κοινωνίας και δε θέλουν να μας σερβίρουν";
     Ο Γιαλής απόμεινε για λίγο σκεφτικός. Λες να 'ταν έτσι τα πράματα; Λες να 'ρχονται τίποτα δήμαρχοι και τέτοιοι εδώ μέσα κι αυτοί μπούκαραν σα να 'ταν το αφάν-κατέ της πόλης; Πάντως ήταν χλιδάτο το κατάστημα. Κοίταξε με τρόπο τους πελάτες τριγύρω. Μπα, ίδιοι μ' αυτούς φαινόντανε, μα πάλι που ξέρεις... σάμπως έχουνε καμιά στάμπα οι δήμαρχοι; Μερικοί όμως λοξοκοιτούσαν περίεργα.
 -"Ξέρω 'γω... πάμε να φύγουμε;" ψιθύρισε  ρίχνοντας τα μάτια του στη πόρτα. Ήταν έτοιμοι να φύγουν, όταν ακούστηκε πάλι η φωνή της κοπέλας.
 -"Πρέπει να 'ρθετε 'δω να παραγγείλετε!"
 -"Πέστο μας ντε!" ψιθύρισε ανακουφισμένος ο Γιαλής και σηκώθηκε. Τον ακολούθησε κι ο άλλος, μα όταν έφτασαν στο πάγκο, τους περίμενε κι άλλη έκπληξη. Ενώ στου Φάσουρα, όλα τα φαγητά ήταν αραδιασμένα στη βιτρίνα, εδώ δεν υπήρχε τίποτα.
 -"Τι θα θέλατε;" τους ρώτησε ευγενικά η κοπέλα.
 -"Φασολάδα!" είπε ο Ταλιαπές. Η κοπέλα πήγε να γελάσει μα κρατήθηκε.
 -"Δεν έχουμε φασολάδα".
     Απόμειναν κι οι δυο αποσβολωμένοι. Γιατί δεν ήταν μόνον ότι αυτό το φαγάδικο δε διέθετε το αγαπημένο τους φαγητό, δε μπορούσαν να κατανοήσουν τι σόι φαγάδικο ήταν αυτό χωρίς φασολάδα. Και μάλιστα στη καρδιά του χειμώνα! Ξαφνικά νιώσανε ξένοι. Σα να μη βρίσκονταν στη γη. Σα μια μαγική κι αόρατη δύναμη να τους είχε μετέφερει κάπου αλλού, κάπου πολύ μακριά. Στο διάστημα. Ναι, σε κάποιον απομακρυσμένο γαλαξία. Ίσως σ' ένα διαστημικό σταθμό. Περίεργες καρέκλες, τραπέζια, μυστήρια μέταλλα, πλαστικά λουλούδια.
 -"Τι έχετε;" κατόρθωσε κάποια στιγμή να ψελλίσει ο Ταλιαπές.
 -"Χάμπουργκερ, τσίζμπεργκερ, κλαμπ-σάντουιτς..."
     Τα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με τρόμο. Νάτο! Διαστημικά φαγητά. Ένας Θεός ξέρει τι ήταν. 'Αλλος Θεός. Για λίγην ώρα, δε λέγανε τίποτα. Τι να πουν, ιδέα δεν είχανε τι φαγητά ήταν αυτά. Ο Γιαλής ήθελε ν' ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Του 'χε φύγει κι η πείνα, του 'χανε φύγει όλα. Τι ν' απαντούσε; Και να 'θελε να παραγγείλει κάτι απ' αυτά μόνο και μόνο για να μη γίνει ρεζίλι, δε θυμόταν πως τα 'πε η κοπέλα. Και να θυμόταν, θα στραμπούλαγε τη γλώσσα του και δε θα μπορούσε να τα προφέρει. Ναι, ρεζίλι θα γινόντουσαν -αν δεν είχαν κιόλας γίνει- γι' αυτό ήθελε ν' ανοίξει η γη και να τον καταπιεί. Γιατί όλα τ' άντεχε ο Γιαλής, μόνο το ρεζιλίκι δεν άντεχε. Ένιωθε κιόλας ένα σωρό μάτια κολλημένα στη πλάτη του, έτοιμα να ξεσπάσουνε σε γέλια. Δεν υπήρχε αμφιβολία, κουταμάρα κάνανε που μπήκαν εδώ μέσα, αλλά τώρα τι γίνεται;
 -"Κοιτάξτε πάνω, τι σας αρέσει" είπε η κοπέλα και προχώρησε λίγο αριστερά ν' ανακατέψει κάτι πατάτες που τηγανίζονταν σ' ένα συρμάτινο δίχτυ. Προς στιγμήν ανακουφίστηκαν. Στρέψανε τα κεφάλια τους ψηλά. Μεγάλες έγχρωμες φωτογραφίες με διάφορα παράξενα φαγητά βρίσκονταν εκεί. 'Αρχισαν να τα παρατηρούν ένα-ένα.
 -"Αποφασίσατε"; Η κοπέλα βρισκόταν και πάλι μπροστά τους.
 -"Εγώ θέλω αυτό!" είπε ο Ταλιαπές λιγάκι νευριασμένος, γιατί ήξερε πως είχε κοκκινίσει σα παντζάρι.
 -"Τσίζμπεργκερ;" ρώτησε η κοπέλα.
 -"Ναι απ' αυτό".
 -"Πόσα";
 -"Δύο", είπε χωρίς καλά-καλά να σκεφτεί. Τώρα πως του 'ρθε αυτό το δύο; Ξαφνικά φοβήθηκε πως η κοπέλα θα ξεσπούσε σε γέλια. Θα τον περνούσε για λιμάρη. Στη φωτογραφία αυτό το τσίζμπεργκερ, φαινότανε τεράστιο. Αν ήταν έτσι και στη πραγματικότητα; Θα μπορούσε άραγε να τα φάει τόσο μεγάλα που δείχνανε; Και δε θα γελούσε ο κόσμος αν έβλεπε να 'χει μπροστά του αυτά τα δύο άτιμα τσίζμπεργκερ, που μοιάζαν να 'ναι μεγάλα σα γαλοπούλες; Ρε που έμπλεξε... Όμως η κοπέλα, δε ξέσπασε σε γέλια. Μόνο φώναξε δυνατά τη παραγγελία προς τις άλλες. Έπειτα στράφηκε στον Γιαλή.
 -"Εσείς";
 -"Απ' αυτό..."
 -"Κλαμπ-σάντουιτς";
 -"Ναι απ' αυτό..."
 -"Ένα κλαμπ-σάντουιτς!" ξαναφώναξε δυνατά κείνη. "Τι θα πιείτε;" τους ξαναρώτησε. Ο Γιαλής δεν έχασε καιρό:
 -"Νερό!" είπε αμέσως με θριαμβευτικό ύφος, πιστεύοντας ότι της την είχε φέρει. Όχι θα 'κανε το λάθος, να παραγγείλει τίποτε άλλο, σα τη φασολάδα και να το πηγαίνανε πάλι από την αρχή. Όμως... έχει πλάκα να τους φάνηκε πάλι αστείο που ζήτησε νερό... έχει πλάκα να μην είχανε... Ακόμα κι αυτό θα 'πρεπε να το περιμένει εδώ μέσα, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που μπήκανε... Όμως η κοπέλα άρχισε να ετοιμάζει δυο κόκκινους δίσκους με τ' απαραίτητα. Έβαλε στον καθένα από 'να πλαστικό ποτήρι νερό. Ευτυχώς ξεμπερδέψανε. Ευτυχώς...
 -"Στα τσίζμπεργκερ, θέλετε σος;" φώναξε μια κοπέλα από το βάθος κοιτάζοντας κατάματα τον Ταλιαπέ. Κείνος, τα 'χασε πάλι. 'Αλλα βάσανα! Τώρα, τι σκατά ήταν αυτό το σος; Λοξοκοίταξε τον Γιαλή, περιμένοντας βοήθεια. Μάταιος κόπος! Ο άλλος έμοιαζε περισσότερο χαμένος από τον ίδιο. Θα μπορούσε απλά να πει όχι, αλλά είχε κολλήσει. Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, σήκωσε τρέμοντας το χέρι κι έσμιξε σχεδόν τον δείκτη με τον αντίχειρα.
 -"Βάλτε αλλά... λίιιγο..."
Η κοπέλα έσταξε σε δυο μπιφτέκια, μερικές σταγόνες από ένα παχύρρευστο υγρό. Έπειτα τα καπάκωσε με ψωμάκια. Αυτά θα 'τανε τα τσίζμπεργκερ. Όχι δεν ήτανε σα γαλοπούλες, μια χαψιά ήτανε! Σε λίγο οι δίσκοι ήτανε μπροστά τους. Ετοιμάστηκαν να τους πάρουνε και να πάνε επιτέλους στο τραπέζι μα η κοπέλα κάτι χτύπησε στη ταμειακή μηχανή.
 -"Ογδόντα πέντε δραχμές!" είπε και περίμενε να τη πληρώσουν.
     "Ωραίο μαγαζί! Παίρνουνε τα λεφτά μπροστά να μη λακίσουμε! 'Αμα με ξαναδείτε γράφτε μου!" σκέφτηκε ο Ταλιαπές καθώς έβγαζε από τη τσέπη λεφτά, να πληρώσει. Τέλος, πήραν ο καθείς το δίσκο του και πήγανε στο τραπέζι τους. Η αλήθεια ήτανε πως ήθελαν να φύγουν. Αλλά έπρεπε να κάτσουν να φάνε όπως-όπως αυτά τα πράγματα που παραγγείλανε και μετά να πάνε στην ευχή του Θεού. Η μάλλον, στου Φάσουρα θα πηγαίνανε, γιατί αδύνατο να χορτάσουνε με τούτα 'δω.
     Ο Ταλιαπές έπιασε να ξετυλίγει σιγά-σιγά το χαρτί περιτυλίγματος του τσίζμπεργκερ. Όταν το ξεγύμνωσε, άρχισε να το εξετάζει απ' όλες τις μεριές. Το άνοιξε κιόλας, κοίταξε καλά-καλά το περιεχόμενο, το μύρισε, ξανάκλεισε το καπάκι, πάλεψε για λίγο με τη σκέψη αν έπρεπε να το πετάξει ή να το φάει, στο τέλος όμως το αποφάσισε. Μια ψυχή που 'ναι να βγει ας βγει. 'Αρχισε να το φέρνει σιγά-σιγά στο στόμα. Μα τότε ακριβώς, άκουσε το σκούξιμο του Γιαλή. Σήκωσε τα μάτια.
     Ο Γιαλής έδειχνε να 'χει πάθει ξαφνικά συγκοπή. Τα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν έξω από τις κόγχες. Είχε κοκκινίσει σα παπαρούνα. Το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο και μπουκωμένο απ' αυτό το περίεργο πράγμα που 'χε παραγγείλει. Κι έσκουζε... Για λίγα δευτερόλεπτα ο Ταλιαπές δεν ήξερε τι να κάνει.
 -"Τί έπαθες ρε"; Τίποτα! Ο Γιαλής δεν έδινε απάντηση και πώς να δώσει άλλωστε έτσι μπουκωμένος που 'τανε. Μόνον έσκουζε ολοένα και περισσότερο. Ο Ταλιαπές σηκώθηκε κι άρχισε να τον χτυπά με δύναμη στη πλάτη, νομίζοντας πως πνιγόταν. Ο άλλος όμως, με το 'να χέρι τον έσπρωχνε μακριά, με τ' άλλο, προσπαθούσε να βγάλει το κομμάτι του κλαμπ-σάντουιτς που του 'φραζε το στόμα. Διάφοροι πελάτες σηκώθηκαν από τις θέσεις τους κι άρχισαν να μαζεύονται ανήσυχοι τριγύρω. Ο Γιαλής κάποια στιγμή τα κατάφερε. Τράβηξε από το στόμα του το τριγωνικό κομμάτι κι άρχισε, λυτρωμένος, να παίρνει βαθιές ανάσες. Όταν συνήλθε κάπως, έδειχνε πολύ θυμωμένος. 'Αρχισε να ψάχνει τα υπόλοιπα κομμάτια που βρίσκονταν απείραχτα στο δίσκο του. Ναι, όλα είχαν μέσα τους, περασμένη κάθετα μιαν οδοντογλυφίδα που ίσα-ίσα φαίνονταν η μύτη της. Αυτή είχε κάνει τη ζημιά. Ο Γιαλής χωρίς να ξέρει, πέρασε όλο το τριγωνάκι στο στόμα του, μα η οδοντογλυφίδα στάθηκε όρθια στον ουρανίσκο και την υπογλώσσια χώρα μην αφήνοντας περιθώριο στον Γιαλή, ν' ανοιγοκλείσει το στόμα. Τώρα είχε θυμώσει πολύ.
 -"Οι παλιοσκρόφες, μας κάνανε πλάκα! Έχουνε κρύψει οδοντογλυφίδες εδώ μέσα!" είπε κι έριξε ένα αγριωπό βλέμμα στις κοπέλες, που παρακολουθούσαν ανήσυχες.
 -"Όχι κύριε!" διαμαρτυρήθηκε μια απ' αυτές, "έτσι σερβίρεται το κλαμπ-σάντουιτς..."
 -"Να το φας μόνη σου μωρή!" είπε ο Γιαλής και πήρε το μπουφάν του από τη καρέκλα. "Πάμε να φύγουμε από δω!" είπε στο φίλο του και με γοργά βήματα διέσχισε το μαγαζί, έσπρωξε με δύναμη τη πόρτα και βγήκε έξω.
     Αυτή τη φορά, πήγανε κατευθείαν στου Φάσουρα, χωρίς ν' αλλάξουνε κουβέντα. Μόλις πέρασαν μέσα και τα πόδια τους πάτησαν το ξύλινο πάτωμα του εστιατορίου, ήρθανε στα συγκαλά τους. Σα να πατήσανε στέρεα γη, σα να επέστρεψαν από το μακρινό γαλαξία που μέχρι τώρα βρίσκονταν. Ένα σωρό γνώριμοι τρωγόπιναν κουβεντιάζοντας. Κάποιοι τους χαιρετήσανε φιλικά. Τα γκαρσόνια όπως πάντα πηγαινοέρχονταν. Η σόμπα πετρελαίου στο κέντρο του μαγαζιού, έκαιγε αγέρωχα στέλνοντας τη ζέστη της και στη τελευταία ακρούλα. Έπιασαν ένα τραπέζι και κάθισαν. Σχεδόν αμέσως, τους ήρθε ένα μισόκιλο κερασμένο. Ο Γιαλής ανάσανε ανακουφισμένος, καθώς γέμιζε τα ποτήρια. Τσουγκρίσανε και σήκωσανε τα ποτήρια στη παρέα που τους κέρασε. Σε λίγο, δυο ξέχειλα πιάτα ζεστής και μυρωδάτης φασολάδας, εναποτέθηκαν με προσοχή κάτω από τη μύτη τους. Και φέτα. Κι ελιές. Και μπόλικο ψωμί.
     'Αρχισαν να τρώνε μ' όρεξη, ενώ κάθε τόσο σταματούσανε και ρουφούσανε το κρασάκι τους. Στο τέλος άναψαν τσιγάρο. Ο Γιαλής μες απ' τους καπνούς, χορτασμένος και λίγο ζαλισμένος, απολάμβανε τις ωραίες στιγμές...
     Θα μπορούσαν να καθίσουν έτσι μέχρι το βράδυ μα κάποτε σηκώθηκανε, πληρώσανε και βγήκαν. Έξω έκανε φοβερό κρύο, ενώ χοντρές νιφάδες χιονιού, είχαν αρχίσει να πέφτουν από παντού. Καθώς φορούσαν τα μπουφάν, οι ματιές τους συναντήθηκαν.
 -"Ρε Φάσουρας και πάλι Φάσουρας!" είπανε σχεδόν ταυτόχρονα και ξεσπάσανε σε γέλια...
                                             Η Επιστήμη

     Για τον Κακάτση , αυτόν τον απίθανο γέροντα που μέχρι τέλος της ζωής του, δεν έχασε το κουράγιο και το κέφι του να πειράζει και να στήνει φάρσες στους ανθρώπους, έχω ξαναγράψει. Μα ένας Κακάτσης, δε μπορεί να μείνει για πολύ ήσυχος. Μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα πια να ενοχλεί αφού εδώ και κάμποσα χρόνια κοιμάται ήσυχος στην αγκαλιά της γης, έχει όμως τη δύναμη να τσιγκλά ένα συγγραφέα. Γιατί ο Κακάτσης ήταν με τον τρόπο του ήρωας. Ένας απλός κι αγαπημένος ήρωας, που η απουσία του φτώχυνε μια για πάντα τη πλατεία του χωριού μας. Γιατί η πλατεία ήταν ο τόπος της δράσης του. Εκεί και το σπίτι του, ένα μικρό πέτρινο σα χελιδονοφωλιά. Με τη περγουλιά και τη τζιτζιφιά στη στενή αυλή και τις γλάστρες πάνω στη μαντρούλα που με τόση φροντίδα διατηρούσεν εκείνος, μαζί με τη γριά του τη κυρά Πηνελόπη. Έτσι σήμερα, τούτο το καλοκαιριάτικο απόγευμα, πήρα το τραπέζι, τα χαρτιά, τη πένα και βολεύτηκα κάτω απ' τον ίσκιο της μουριάς, να γράψω κάτι για κείνον. Θα σας διηγηθώ λοιπόν, πως την έφερε κάποτε στον ελαφρύ κι ευκολόπιστο Μπελκεμέ...
     Εκείνος ο αθεόφοβος πάλι, ερχόταν στο καφενείο για να κοιμηθεί λες και δεν είχε σπίτι. Δε προλάβαινε καλά-καλά να καθίσει ή να πει δυο κουβέντες μ' έναν άνθρωπο, τον έπαιρνε ο ύπνος κανονικά στη καρέκλα και ροχάλιζε του σκοτωμού. Οι περισσότεροι κορόιδευαν, μα κατά βάθος κατανοούσαν αυτή τη τάση για ύπνο του Μπελκεμέ και λίγο πολύ, την είχαν αποδεχτεί. Μα όχι κι ο Κακάτσης. Όσο τον έβλεπε να κοιμάται μακαρίως στο καφενείο, τόσο του την έδινε. Ήθελε λοιπόν, από καιρό να του τη φέρει. Κάποτε λοιπόν, πραγματοποίησε το μεγαλοφυές σχέδιο του.
     Μα να πως έγιναν τα πράματα:
     Μεσοκαλόκαιρο κι ο Μπελκεμές είχε αποκτήσει τη συνήθεια, να 'ρχεται στη πλατεία καταμεσήμερο που συνήθως δεν ήταν κανείς. Έπιανε μια καρέκλα κάτω απ' τη ροδιά, χάζευε για λίγο, χασμουριόταν και τελικά παραδιδόταν στην αγκαλιά του Μορφέα. Κείνη την ημέρα ο Κακάτσης, τη περίμενε πως και πως. Κρατούσε στο ψυγείο καμιά δεκαριά τσαμπιά σταφύλια, ειδική παραγγελία για τη δουλειά που 'χε βάλει στο νου του. Μόλις άδειασεν η πλατεία για το μεσημεριάτικο ύπνο, τα πήρε μαζί με μια αδιόρατη άχρωμη κλωστούλα, πήγε απέναντι στο καφενείο και για λίγη ώρα, επιδόθηκε στο έργο του... Τέλος, απόμεινε για λίγο να το θαυμάσει. Πράγματι, ήταν ωραίο θέαμα! Τα τσαμπιά των σταφυλιών, κρέμονταν ανάμεσα στα φύλλα και τ' άγουρα ρόδια, περήφανα και μυρωδάτα! Και το κυριότερο, η κλωστούλα που τα ‘χε δέσει πάνω στα κλαδάκια της αθώας ροδιάς, δε φαινόταν καθόλου. Ο Κακάτσης, χαμογέλασε πονηρά κι έτρεξε σπίτι του. Μούλωξε κάτω απ' τη τζιτζιφιά περιμένοντας...
     Σε λίγο, φάνηκε να 'ρχεται με το τεμπέλικο βήμα του ο Μπελκεμές. Διάλεξε μια καρέκλα από τις τόσες που ήταν αραδιασμένες έξω απ' το κλειστό καφενείο κι άραξε. Έπιασε να παρατηρεί τον ασβεστωμένο κορμό της ροδιάς που ανεβοκατέβαινε μια ατέλειωτη σειρά από μυρμήγκια... Ο Κακάτσης έτρεφε την ελπίδα, πως ο Μπελκεμές θα σήκωνε κάποια στιγμή τα μάτια και θα 'βλεπε το παράλογο της εικόνας. Ήθελε να κάνει χαβά με τη κουτή έκπληξή του. Θα συγκρατούσε τις κινήσεις και τους μορφασμούς του για μήνες, ίσως για χρόνια και θα ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Από μέσα του όμως. Γιατί ο Κακάτσης, σπάνια γελούσε φανερά. Διατηρούσε πάντα, ένα σοβαρό κι αμείλικτο ύφος σα θυμωμένο άγαλμα. Μέσα του όμως, ήταν σκασμένος στα γέλια. Ένα ακράτητο γέλιο που βάσταγε μια ζωή. Όπως πήγαινε όμως ο Μπελκεμές, θα του χάλαγε τη δουλειά. Δεν έλεγε να σηκώσει το κουφιοκέφαλό του και το χειρότερο, είχε αρχίσει να χασμουριέται. Λίγο ακόμα και θα τον έπαιρνε ο ύπνος!
 -«Κουτογέρο!»  ψιθύρισε ο Κακάτσης και σηκώθηκε έτοιμος να εφαρμόσει το εναλλακτικό σχέδιο του. Πλησίασε, στάθηκε κάτω απ' τη ροδιά κι άρχισε φανερά πια να παρατηρεί τα σταφύλια που κρέμονταν απ' τα κλαριά της ροδιάς. Ο Μπελκεμές, είχε ήδη αρχίσει να τα βλέπει όλα θολά. Έτοιμος να τον πάρει ο ύπνος, ούτε ενδιαφέρθηκε να δει τι κοιτάζει, με τόση προσοχή ο άλλος. Σα να 'ταν ο Κακάτσης ένα δάχτυλο που του 'δειχνε το φεγγάρι, εκείνος κοιτούσε το δάχτυλο σα χαζόσκυλο. Έκλεισε περισσότερο τα μάτια. Ο Κακάτσης τσαντίστηκε. Τράβηξε με θόρυβο μια καρέκλα, ανέβηκε πάνω κι έκοψε ένα τσαμπί απ' τη ροδιά. Έτσι ανεβασμένος στη καρέκλα, άρχισε να δοκιμάζει τις ρώγες. Τότε μόνο, πήρε πρέφα ο άλλος. Ξαφνικά, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Μια κοιτούσε τη ροδιά, μια το τσαμπί στα χέρια του Κακάτση που μασούλαγε ανέκφραστος κι αδιάφορος. Πετάχτηκε όρθιος κι αυτή τη φορά, έριξε τα μάτια ίσα πάνω στη ροδιά.
     Ήμαρτον Κύριε! Ένα σωρό σταφύλια κρέμονταν απ' αυτή! Για μια στιγμή, νόμισε πως ονειρεύεται κι έτριψε τα μάτια του. Τίποτα όμως. Όταν τα ξανάνοιξε, τα ίδια αντίκρισε. Για λίγα δευτερόλεπτα, έχασε τη μιλιά του. Ανοιγόκλεινε το στόμα μη μπορώντας ν’ αρθρώσει λέξη.
 -«Εεεεε...»  φώναξε κάποτε.
 -«Έλα», έκανε αδιάφορα ο Κακάτσης.
 -«Τιιιι κάνεις εκεί
 -«Τρώω
 -«Τιιιι τρως
 -«Σταφύλια
 -«Ααπ... ααπ' τη ροδιά ρε βλάμη
 -«Απ' τη ροδιά. Θέλεις
     Ο Μπελκεμές άπλωσε το χέρι και πήρε τη ρόγα που του έτεινε ο άλλος. Πρώτα τη μύρισε και μετά την έφερε μ' επιφύλαξη στο στόμα. Ναι, ήταν πραγματικό σταφύλι. Και νοστιμότατο... Ο Κακάτσης του 'δωσε κι άλλη ρόγα μα ο Τάσος δε τη πήρε. Δε πήγαινε τίποτα κάτω. 'Αρχισε να φέρνει γυροβολιά τη ροδιά, μα τη κοιτούσε με τέτοιο φόβο, σα να 'ταν εκείνη κάποιο ανήμερο θεριό που κοιμόταν και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξυπνήσει και να τον αρπάξει.
 -«Καιαι... βγα... βγάζει σταφύλια η ροδιά;», κατόρθωσε να ψελλίσει στο τέλος, μη μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του. Ο άλλος κούνησε, αγανακτισμένος τάχα, τα χέρια.
 -«Ομπόοο... που να σου εξηγώ εσένα τώρα...»
     Ο Μπελκεμές σωριάστηκε αξιολύπητος σε μια καρέκλα.
 -«Ξήγα ρε...», είπε, σχεδόν παρακαλεστικά.
     Ο Κακάτσης, έκοψε ένα τσαμπί, κατέβηκε απ' τη καρέκλα και του το 'δωσε. Ο άλλος το πήρε από αμηχανία περισσότερο, μα το βάσταγε σα να βάσταγε σκαντζόχοιρο από τα αγκάθια. Ο Κακάτσης κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα και συνέχισε να τσιμπολογά το δικό του.
 -«Ένας φίλος μου γεωπόνος... μεγάλο μυαλό!» είπε κι έφτυσε μερικά κουκούτσια, «μου 'δωσε το χειμώνα μιαν ένεση. Μου 'πε να τη κάνω της ροδιάς περασμένο Φλεβάρη, για να βγάλει πρώιμα σταφύλια και μετά ρόδια».
     Ο Μπελκεμές, έβγαλε έναν αδιόρατο στεναγμό ανακούφισης. Ένιωσε σα να 'πιασε επιτέλους, το μίτο της Αριάδνης. Για λίγα δευτερόλεπτα όμως, παρέμεινε ακίνητος. Έμοιαζε να σκέφτεται.
 -«Σοβαρώς;» είπε στο τέλος, ελαφρά αναθαρρημένος.
 -«Σοβαρώς
     Έφαγε μια ρόγα. Οι χυμοί της χύθηκαν στο στόμα του. Ευχαριστήθηκε.
 -«Ώστε ένεση
 -«Ένεση».
     Έκανε μια τελευταία προσπάθεια αμφισβήτησης.
 -«Και πως δε τα 'χα πάρει πρέφα εγώ μέχρι τώρα...»
     Ο Κακάτσης σα ν' αγρίεψε. Ύψωσε τη φωνή του:
 -«Ναι! Είσαι κι ανοιχτομάτης! Τι πρέφα να πάρεις εσύ ρε Τάσο που κοιμάσαι όρθιος; Αφού είσαι και κουτός! Να, τώρα άμα δεν ερχόμουν εγώ, θα τα 'βλεπες
 -«...»
 -«Θα τα 'βλεπες
     Ο Μπελκεμές κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ναι, είχε δίκιο ο Κακάτσης. Τόσο καιρό κρέμονταν απ' τη ροδιά ένα σωρό σταφύλια σα λαμπιόνια χριστουγεννιάτικου δέντρου κι αυτός δεν είχε πάρει χαμπάρι. Μπορεί να 'τανε πραγματικά κουτός. Έπρεπε να το πάρει απόφαση πια. Τόσοι και τόσοι του το 'λεγαν. Ύπνο τον ανεβάζανε, κουτό τον κατεβάζανε.
 -«Ε, τότε βούλωστο κι άσε με να φάω», είπε ο Κακάτσης.
     Πέρασε λίγη ώρα. Ο Μπελκεμές άρχισε να τρώει σιγά-σιγά το τσαμπί του.
 -«Ώστε ένεση ε
 -«Ναιαιαι...»
 -«Νόστιμο πράμα
 -«Πρώτο...»
 -«Και πρώιμα
 -«Πρώιμα...»
 -«Ρε κοίτα να δεις τι φτιάνουνε...»
 -«Και που 'σαι ακόμα...»
 -«Η επιστήμη
 -«Η επιστήμη...»
     Συνέχισαν να τρώνε χωρίς να μιλούν.
 -«Έχουνε κάτι από γέψη ροδιού όμως...» είπε κάποια στιγμή ο Μπελκεμές.
     Του Κακάτση του 'ρθε να πέσει απ' τη καρέκλα, μα κρατήθηκε.
 -«Λίγο... δε το καταλαβαίνεις...» απάντησε προσπαθώντας να μείνει σοβαρός.
 -«Και δε μου λες, έχεις ακόμα απ' αυτή την ένεση
 -«Ναι, γιατί
 -«Να, έχω μια ροδιά στο σπίτι...»
     Ο Κακάτσης έκανε τον σκεφτικό:
 -«Να μου το θυμίσεις Φλεβάρη, γιατί μου 'χουνε πει πολλοί».
     Έδειξε τα τσαμπιά που κρέμονταν απ' το δέντρο.
 -«Θέλεις άλλο
 -«Μετά ρε, φούσκωσα...»
     Τα μάτια του Μπελκεμέ μισόκλεισαν. Έπιασε να χαζεύει πάλι τα μυρμήγκια που ανεβοκατέβαιναν στο κορμό της ροδιάς, μια εικόνα που όλο θόλωνε. Αφού είχε φορτώσει τα πάντα στην επιστήμη, τίποτα δεν ήταν παράλογο πια. Στο κάτω-κάτω, επιστήμη ήταν αυτή. Ας έκανε ό,τι ήθελε. Μπορεί να 'ρχόταν ώρα, να 'βγαζε αφτιά και στου γαϊδάρου τα καπούλια... Τα μάτια του, σιγά-σιγά, βάρυναν. Σε λίγο ροχάλιζε μακαρίως. Μια μύγα προσγειώθηκε στη μύτη του.
     Ο Κακάτσης, περίμενε λίγο κι όταν σιγουρεύτηκε, έβγαλε απ' τη τσέπη ένα σπάγκο και του 'δεσε το πόδι στο ποδάρι της καρέκλας. Έπειτα μάζεψε τα σταφύλια από το δέντρο κι έγινε καπνός.
     Το ίδιο απόγευμα, όσοι βρίσκονταν στη πλατεία, προσπαθούσαν να βρουν άκρη από τα μπερδεμένα κι ακατάληπτα λόγια του Μπελκεμέ. Μόλις είχε ξυπνήσει και πήγε να φύγει, μα η καρέκλα του 'πιασε το πόδι και κουτρουβαλιάστηκε μαζί μ' αυτή, φαρδύς-πλατύς στο τσιμέντο. Έδειχνε μια τη ροδιά, μια το σπίτι του Κακάτση, μια τους σκελετούς δυο σταφυλιών που βρίσκονταν κάτω. Μονάχα ο υπαίτιος όλων αυτών, που πότιζε αδιάφορος τα λουλούδια, προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια. Κοίταζε με την άκρη του ματιού του τον Μπελκεμέ κι αναλογιζόταν πόσο ευτυχισμένος πραγματικά ήταν και χίλια χρόνια να 'χε μπροστά του, σε τούτη την απίθανη πλατεία θα 'θελε να ζήσει...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers