-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

( ):

    Μα ποι ζω αξζει
                    και πς μπορες να τνε πεις ωραα,
                                                         δχως ναν ξιο θνατο;



                                      Βιογραφικ

     Ο Γιννης Χατζηανδρας, που μελλε να τιμσει τα ελληνικ γρμματα με το ψευδνυμο -απ παρατσοκλι του πατρα του- Στρατς Τσρκας, ταν λληνας, συγγραφας ποιητς, δημοσιογρφος -μεταξ λλων- απ τους αξιολογτερους πεζογρφους της μεταπολεμικς γενις, περισστερο γνωστς για τη μυθιστορηματικ του 3λογα Ακυβρνητες Πολιτεες (το σημαντικτερο ργο του -1960-1965- που απαρτζεται απ 3 μυθιστορματα: Λσχη, Αριγνη και Νυχτερδα, που εισγουν ναν τολμηρ και πειραματικ μοντερνισμ στο ελληνικ μυθιστρημα).και το μυθιστρημ του Η Χαμνη νοιξη. Ο Στρατς Τσρκας τοποθετεται σμερα, ανμεσα στη μεσοπολεμικ και μεταπολεμικ γενι της νεοελληνικς πεζογραφας και το ργο του συνδεται μεσα με τις πολιτικς εξελξεις στην Ελλδα και τη γεντειρ του, στις οποες πρε ενεργ μρος.
     Γεννηθηκε στο Κιρο που και πρασε τις πρτες 3 10ετες της ζως του. Η οικογνεια Χατζηαντρα εχε καταφγει στην Αγυπτο για να μην υπηρετσει ο πατρας στρατιτης σε τουρκικ επικρτεια. Μετ τους σεισμος του 1881 η οικογνεια μετακμισε στη Χιφα, εν με τον πλεμο του 1897 κατφυγε στην Αλεξνδρεια. "τσι γινκαμε εμες αιγυπτιτικο γνος, αλεξανδρινο. Οι σχσεις μου με το πνεμα, τον κσμο της προσφυγις εναι πολ ντονες, υπρχουνε ρζες", θα πει ο συγγραφας αργτερα. Ο συγγρραφας που μορασε τη ζω του -ση δεν του 'κλεψε ο σκληρς βιοπορισμς- στη τχνη και στους κοινωνικος αγνες.



     Γεννθηκε στο Κιρο στις 23 Ιουλου 1911, 1ο απ τα 4 παιδι του Κωστ Χατζηανδρου (απ την μβρο) και της Περσεφνης Σταμαρτη (με καταγω απ τη Χο). To 1917 γρφεται στη περφημη Αμπτειο Σχολ της πλης κι αφο τελεισει το δημοτικ της, θα εγγραφε το 1923 στο εμπορικ τμμα της σχολς για να σπουδσει και παρ την επιθυμα του- να επγγελμα. Αποφοτησε απ τη σχολ το 1928 κι αμσως (17 χρονν) προσελφθη στη National Bank of Egypt, στη παλαιτερη και μεγαλτερη τρπεζα της Αιγπτου, αγγλικν (ττε) συμφερντων.  
Απ τα πρτα νεανικ
του χρνια, μλις αποφοτησε απ την Αμπτειο, αναγκστηκε να δουλψει σε εκκοκκιστριο βμβακος ως λογιστς και κατπιν διευθυντς του εργοστασου στην νω Αγυπτο. Πρασε μια 10ετα εκε κι που μλιστα γραψε τα πρτα του ποιματα και διηγματα για τη ζω των φελλχων.



    Απ μικρς επιδεικνει εντυπωσιακ προδιθεση για τη λογοτεχνα, δανεζεται απ βιβλα απ βιβλιοθκες και φλους, παρακολουθε λα τα θεατρικ ργα και τις ταινες απ την Ελλδα εν σημεινει στα σχολικ του σημειωματρια οτιδποτε διαβζει τον ενδιαφρει. Στο νεανικ δημιουργικ πυρετ της εποχς εκενης γρφει και το 1ο του μυθιστρημα. "ταν μουν 20 ετν, γραψα να μυθιστρημα, απ το οποο σθηκε να κεφλαιο. λο το λλο το καψα, γιατ σε κποια στιγμ αυτογνωσας εδα τι λω ψματα. Κι αυτ η εμπειρα μο κστισε τσο, στε κανα 25 χρνια να γρψω λλο μυθιστρημα", επε ο διος σε συνντευξ του. Tο 1927 δημοσιεει το 1ο του πεζ με ττλο Φεγγρι, στο περιοδικ Παναιγυπτα. Νεαρς επσης
, διβαζε πληστα κι ρχισε να δημοσιεει σε περιοδικ της Αιγπτου και της Ελλδας ποιητικς μεταφρσεις και μικρ κεμεν του. Μεταφρσεις του ποιημτων του Χινε, του Αλφρ ντε Μυσσ και του Σλερ, στα γκριτα ελλαδικ περιοδικ Οικογνεια και Μπουκτο, υπογρφοντας με το πραγματικ του νομα. Το 1930 δημοσευσε το πεζογρφημα Μεσημεριτικο στο περιοδικ Πρωτοπορα και το 1ο του ποημα, με ττλο Pot pouri, στο περιοδικ Αλεξανδριν Τχνη.  Το 1937 κυκλοφρησε τη ποιητικ συλλογ Φελλχοι, που υπγραψε για πρτη φορ με το νομα Στρατς Τσρκας. Ως το ξσπασμα του 2ου Παγκ. Πολ. ασχολθηκε με τη ποηση και το διγημα. Απ 1927 ως το 1963, γρφει χωρς διακοπ ποηση, διηγματα, δοκμια εν συνεργζεται σταθερ με περιοδικ και εφημερδες.



     Στην Αλεξνδρεια που κατεβανει για διακοπς, ρχεται σ' επαφ με τον κσμο των γραμμτων (το 1930 γνρισε και τον Καβφη), καθς και με τους κκλους των κομμουνιστν, χρο που κι εντσσεται. Το 1937 παντρεεται την Αντιγνη Κερασστη (πθανε 9 Σεπτμβρη 2012), με την οποα ταξδεψε στην Αυστρα, την Ιταλα, τη Γιουγκοσλαβα, τη Γαλλα και την Ελλδα κι απκτησε να γιο τον Κστα (γεν. 1957). Το γαμλιο ταξδι στην Ευρπη της ναζιστικς επιβολς και του Ισπανικο Εμφυλου, αλλ και του γαλλικο Λακο Μετπου, θα τονε γεμσει παραστσεις αναγνωρσιμες σ' λο το ργο του.
____________________
     Με το Γιννη γνωριστκαμε στη πλαζ της Αλεξνδρειας, καλοκαρι του '36. Εχαμε μικρ διαφορ ηλικας: 4 χρνια. Κναμε πολ παρα στην αρχ. Μετ πισαμε αλληλογραφα. Ανταλλαγ βιβλων, ττοια. Γιατ εκενος τανε στην νω Αγυπτο, στα χωρι, διευθυντς στην εκε βαμβακοβιομηχανα. Τον επμενο χρνο, το '37, παντρευτκαμε. Στο Ντυρουτ που μναμε ττε, να χωριουδκι ξι ρες απ το Κιρο, η ζω μας κυλοσε πολ αργ κι συχα. Πρπει να πω πως εγ απ ττε, απ τα πρτα γραφτ που μου δειξε, προβλεπα πως κποια μρα θα γνει σπουδαος συγγραφας. Το πστευα βαθι. Και το '39, μερικς βδομδες πριν κηρυχτε ο πλεμος, πγαμε στην Αλεξνδρεια και ζσαμε μαζ με την οικογνει του, ομρφα, πολ αρμονικ. Εκε στην Αλεξνδρεια, ασχοληθκαμε με την Ειρηνιστικ νωση. ταν μια οργνωση που εχε λες τις ρτσες μσα. Εβραους, Γλλους, Ιταλος, Εγγλζους κι μασταν λοι αδελφωμνοι μεταξ μας. Ττε επσης, υπρχε στην Αλεξνδρεια να βιβλιοπωλεο Les amis du livre, που ταν στκι μας. Εκε μαζεονταν συγγραφες, καλλιτχνες και διανοομενοι και συζητοσαν. ταν ο Πιερδης, ο Φλας, ο Μαλνος...



     Στο Γιννη ρεσε πολ ο κινηματογρφος, τσι 3 φορς τη βδομδα πηγαναμε απαραιττως σινεμ. Πηγαναμε μως και θατρο, σε συναυλες, στο μπαλτο. ταν ρθαμε στην Ελλδα δεν πστευαν λα αυτ τα θεματα που εχαμε δει στην Αγυπτο. Το καλοκαρι του '63 εχαμε ρθει στην Ελλδα για τουρισμ. Γνεται η εθνικοποηση του εργοστασου που δολευε ο Γιννης και τηλεφωνομε σε κποιους φλους εκε να μας στελουνε χειμωνιτικα ροχα. τσι ρθαμε μνιμα στη πατρδα. Αρχικ πισαμε να σπτι στη Να Σμρνη -προσωριν, της κουνιδας μου ταν. Ττε συνδεθκαμε με τον Κδρο, που ο Γιννης βγαζε τα βιβλα του. Βλπαμε τη Ναν, το Βουρν, το Διαμαντπουλο, τον ηθοποι, τον Καλμοχο, τον ζωγρφο. Μετ πγαμε στον γιο Χαρλαμπο και τελικ ρθαμε εδ στη Καισαριαν.
     Ο Γιννης τον καιρ εκενο δολευε κτι και δεν θελε καννας να τον ενοχλε. ταν τελεωνε μως μας το διβαζε και ζητοσε γνμες. ταν ανοιχτς σε ολονν τις κρσεις, δεν ταν δηλαδ μυγιγγιχτος. Δεν θεωροσε τι αυτ που γραψε εναι το ργο, εχε αυτογνωσα κι ξερε μχρι που μπορε να φτσει. Απ' λα τα βιβλα του με συγκινε περισστερο η Αριγνη, γιατ αποπνει πολ ανθρωπι. Η κεντρικ ηρωιδα, αυτ η γυνακα με πινει βαθι, γιατ μου θυμζει τη μητρα του Γιννη -χει πρα πολλ στοιχεα απ τη μητρα του. Ακμα σκφτομαι πολ συχν και τη συμπαθ φιγορα του ομοφυλφιλου του Ροντη, που λει κπου: "Προτιμ να πεθνω για τους φλους μου, παρ για μια ιδεολογα". Εναι μια φρση πιστεω που σημαδεει μια εποχ, ναν κσμο, μια στση ζως. Με τον Τσρκα εχαμε φιλα μεταξ μας. ξερε ο νας τι μπορε να στηρζεται στον λλο. Ζοσαμε πολ απλ. μασταν πολ δεμνοι. Μετ το θανατ του σιγ-σιγ φτιξαμε το αρχεο του, που τρα θα πει στο νο κτριο του Ε.Λ.Ι.Α, μαζ με τη βιβλιοθκη του, τσι πως την εχε αφσει. Σμερα η ζω μου εναι τα χαρτι του Τσρκα και λγο το σπτι.
----------------------



     Το καλοκαρι του διου χρνου πρε μρος (ανμεσα στους Μπρεχτ, Λου Αραγκν, Νεροντα κι λλους)
στο Β' Διεθνς Συνδριο των Συγγραφων για την Υπερσπιση της Κουλτορας εναντον του Φασισμο, στο Παρσι, που γρφει μαζ με τον ποιητ Λνγκστον Χιουζ, τον περφημο ρκο Ζως Στο Δολοφονημνο Λρκα, που απαγγλλει ο Αραγκν κι υπογρφουν λοι οι σνεδροι. Το 1932 εργσθηκε ως υπλληλος στην Εθνικ Τρπεζα της Αιγπτου. To 1938 εγκαθσταται μνιμα στην Αλεξνδρεια κι απ τον επμενο χρνο διορζεται διεθυντς στο εργοστσιο βυρσοδεψας του Μικ Χαλκοση, μια θση που διατηρε μχρι την αναχρησ του για την Αθνα το 1963.
     Το 1937 εκδδει τους Φελλχους, ποιματα εμπνευσμνα απ την εμπειρα του στην νω Αγυπτο' το 1938, Το Λυρικ Ταξδι, και το 1944 τη 1η συλλογ διηγημτων Αλλκοτοι νθρωποι. Ο Προτελευταος Αποχαιρετισμς και το Ισπανικ Ορατριο (1946) θα εναι κι ο αποχαιρετισμς του στη ποηση. Θα ασχοληθε εφεξς με τη πεζογραφα και το δοκμιο. Στη διρκεια του πολμου, δρα στην οργνωση του Κομμουνιστικο Κμματος (Αντιφασιστικ Πρωτοπορα) και στον ευρτερο χρο του Ελληνικο Απελευθερωτικο Συνδσμου (ΕΑΣ), πως και στη σνταξη του περιοδικο λλην και σε παρνομα φλλα.
    Απ νεαρ ηλικα εντχθηκε στο αριστερ κνημα της Αιγπτου και συνδθηκε αρχικ, πιθανν το 1928, με τη κομμουνιστικ ομδα του Σακελλρη Γιαννακκη στο Κιρο. Μαζ με τον Αλεξανδριν ζωγρφο Γιννη Μαγκανρη (1918 - Αθνα 2007) κι λλους λληνες Αιγυπτιτες δημιουργονε τη δραστρια Πνευματικ Εστα Ελλνων Αλεξανδρεας. Το 1935, μαζ με τον Κπριο ποιητ Θεοδση Πιερδη, εντσσεται στη πολυεθνικ οργνωση Ligue Pacifiste, που δρυσε ο Ελβετς Paul Jacot-Descombes κι αναλαμβνει με τον Πιερδη, τον συντονισμ του ελληνικο τμματος της οργνωσης. Τη περοδο αυτ αρθρογραφε στο επσημο ργανο της League, το περιοδικ Πολιτισμς-Civilisation, που εκδδεται σε τρεις γλσσες (Γαλλικ, Αραβικ κι Ελληνικ).



     Ο Β' Παγκ. Πλ. τονε κνει ακμα πιο ενεργ πολιτικ: γνεται καθοδηγητικ στλεχος του Ελληνικο Απελευθερωτικο Συνδσμου και συντσσει αντιστασιακ κεμενα. Το 1942, ταν τα Afrika Korps του Erwin Rommel απειλον την Αλεξνδρεια, καταφεγει με λλους αριστερος στη Παλαιστνη, μχρι τη συμμαχικ νκη στο El Alamein τον Νομβρη του ιδου τους. "Βρσκομαι στην Αλεξνδρεια το 1942 και μαζ με φλους βγζουμε το αντιφασιστικ περιοδικ λλην. Η κατσταση των πολεμικν μετπων εναι πολ δσκολη κι αποφασσαμε να προσπαθσουμε με κποιο τρπο να φτσουμε στον Ευφρτη, να περσουμε στον Κακασο και τη Σοβιετικ νωση και να γλυτσουμε απ τα χρια των χιτλερικν. Φτσαμε στη Παλαιστνη χωρς χαρτι, χωρς τποτε. Η μνη ταυττητα που εχα ταν μια κρτα διαρκεας του τραμ με μια φωτογραφα μικρ πνω. Μ' αυτ το χαρτ πρασα τα σνορα. Εκε, λοιπν, στη Παλαιστνη, δεν μποροσαμε να εμφανιστομε σε καννα ξενοδοχεο επσημο, απ αυτ που ζητνε διαβατρια. Κναμε επαφ με αριστερος Εβραους, που μας στειλαν σε μια πανσιν που η κυρα που τη διηθυνε τανε τσο αριστοκρτισσα, στε νμιζε πως τανε ντροπ να ζητς ταυττητα, τι πρεπε να πιστεεις τον κθε νθρωπο", επε ο διος για τη φυγ εκενη. Εκενα τα χρνια γνεται κι η γνωριμα του με τον Σεφρη.
    Απ το 1942, μαζ με τον Πιερδη, τον Οδυσσα Καραγιννη, το Στρατ Ζερμπνη κι λλους, συμμετχει στην κδοση της αντιφασιστικς πολιτικς επιθερησης λλην, που εκδδει ο δημοσιογρφος γγελος Κασιγνης. Το 1943-44 εναι ανμεσα στα ιδρυτικ στελχη του φιλο-ΕΑΜικο Ελληνικο Απελευθερωτικο Συνδσμου (ΕΑΣ) κι απ το 1945 μχρι το 1961 εναι στλεχος της παροικιακς κομμουνιστικς οργνωσης Αντιφασιστικ Πρωτοπορα, που διετλεσε και γραμματας απ το 1946 μχρι το 1951. Στο διστημα αυτ γρφει συχν το κριο ρθρο στις εφημερδες Φων (1952-53) και Προικος (1953-61), που διευθνει ο δημοσιογρφος Σοφιανς Χρυσοστομδης κι εναι τα επσημα ργανα της Αντιφασιστικς Πρωτοπορας.



     Το κνημα του Απρλη του 1944 -η εξγερση του Στρατο και του Στλου- κι η δραματικ καταστολ του, γεγοντα που τα 'ζησε απ' τα μσα, θα εναι τραυματικ εμπειρα, που θα στοιχεινει το μεταγενστερο ργο του, απ τη συλλογ Ο Απρλης Εναι Πιο Σκληρς (1947) ως τη λυτρωτικ κατθεσ της στον τρτο τμο της 3λογας. Μετ τον πλεμο, εκδδει σειρς διηγημτων, δημοσιεει λογοτεχνικ κεμενα κι ρθρα, εκτεν μελτη για το Βουτυρ στην Αλεξανδριν Λογοτεχνα 1948 και στο διο περιοδικ, το 1950, για τον Νκο Νικολαδη τον Κπριο, που θεωροσε δσκαλ του.
     χοντας εκδσει 3 συλλογς διηγημτων απ το 1944 μχρι το 1954, το 1957 γρφει σε 10 μρες τη νουβλα Νουρεντν Μπμπα, που εμπνεται απ την εθνικοποηση της Διρυγας του Σουζ απ τον Αιγπτιο πρεδρο Νσερ. Εκδδεται στην Αθνα απ τον Κδρο, κνοντας τσι τον Τσρκα γνωστ στο αναγνωστικ κοιν της Ελλδας, με αυτ τη θερμ συνηγορα του για τους αγνες του αιγυπτιακο λαο. στερα απ πολμοχθη ρευνα, το 1958 εκδδει το βιβλο του Ο Καβφης & Η Εποχ Του (κρατικ βραβεο βιογραφας), που τραξε τα νερ κι δωσε να κατεθυνση στις καβαφικς μελτες. (Οι ρευνς του θα συμπληρωθον αργτερα, το 1971, με τον Πολιτικ Καβφη) Αλλ και με τη συνεισφορ του στο τιμητικ αφιρωμα Για Τον Σεφρη (1961), Μια ποψη για το Ημερολγιο Καταστρματος Γ' νοιξε ορζοντες για μιαν λλη προσγγιση του σεφερικο ργου.




     Το 1961 εκδδει τη Λσχη, 1ο τμο των Ακυβρνητων Πολιτειν, που θα του κοστσει τη διαγραφ του απ την οργνωση των Ελλνων κομμουνιστν της Αιγπτου για τη τλμη του να καταγγελει νοοτροπες και συμπεριφορς ηγετικν στελεχν του αριστερο κινματος που ευτελζουν ιδανικ κι αγνες. Του ζητθηκε απ την ηγεσα του ΚΚΕ να αποκηρξει το ργο του, αυτς αρνθηκε λγοντας: "Κατγραψα τα γεγοντα, πως ακριβς τα ζησα. Η συνεδησ μου δεν εναι καπλο να την πρω απ' το να καρφ να την κρεμσω στο λλο". To 1962 κυκλοφορε ο 2ος τμος της 3λογας, Αριγνη. Το 2ο μρος, περιεχε ισχυρτερα δεγματα νοσηρν καταστσεων της Αριστερς, ανλαβε ο Μρκος Αυγρης με "ασγγνωστη εμπθεια, να καταδικσει για τη θση του, ως ολσθημα απ τα ιδεολογικ θσφατα".

  "Το λοιπν τι κθομαι και τργομαι με το Μαλνο ταν ακμα κι νας Αυγρης δεν καταλαβανει τι λω; Θα γυρσω στη δουλει μου: Διγημα, μυθιστρημα".
  -επιστολ στον Μ. Μ. Παπαωννου, 22 Μρτη 1960

     Μετ την εγκατστασ του στην Ελλδα, ασχολεται με τη συγγραφ του 3ου τμου, της Νυχτερδας, που θα εκδοθε το 1965. Κντρο της 3λογας εναι τα ιστορικ και πολιτικ γεγοντα της περιδου στη Μση Ανατολ και στις συγκροσεις, που εξελχθηκαν σε 3 ακυβρνητες πολιτεες, την Ιερουσαλμ, το Κιρο και την Αλεξνδρεια. Ο Τσρκας θεωροσε ολκληρη τη 3λογα σα μια προσπθεια δικαωσης του κινματος του Απρλη του 1944, στο οποο ο ελληνικς στρατς στη Μση Ανατολ ξεσηκθηκε ενντια στη προσπθεια διλυσης κι ολικς υποταγς του απ τα μεταξικ στοιχεα και την αγγλικ διοκηση. Αυτ η εκδωξη απ το διο του το κμμα θα αποτελσει ισχυρ πλγμα για το δημιουργ, που το 1963 εγκαταλεπει την Αλεξνδρεια για πντα κι εγκαθσταται με τη γυνακα του και τον 6χρονο γιο τους στην Αθνα, που ζησε μχρι το τλος της ζως του.



     Συνεχζει να δημοσιεει κεμενα, κυρως στην Επιθερηση Τχνης, εν ασχολεται παρλληλα με τη κριτικ βιβλου και το κοινωνικ
ρεπορτζ στον Ταχυδρμο. Στη διρκεια της δικτατορας, αναλαμβνει καθοδηγητικ ρλο στο Πατριωτικ Μτωπο (ΠΑΜ) και μετ τη δισπαση του ΚΚΕ, εντσσεται στο ΚΚΕ Εσ.. Εκπονε μνο μεταφρσεις σημαντικν ργων, συμμετχοντας τσι στη Σιωπ Των Καλλιτεχνν και μετ την ρση της προληπτικς λογοκρισας, πρωτοστατε στην αντιδικτατορικ κδοση των 18 Κειμνων και των Νων Κειμνων, που εκφρζουνε την αντθεση του πνευματικο κσμου στο καθεστς. Συνεργζεται επσης με το αντιδικτατορικ περιοδικ η Συνχεια. Το 1972, η γαλλικ κδοση των Ακυβρνητων Πολιτειν αποσπ το βραβεο του καλλτερου ξνου βιβλου. Το 1976 εκδδεται Η Χαμνη νοιξη, το αθηνακ του μυθιστρημα, που θα ταν το 1ο μρος μιας λλης 3λογας. Το βιβλο μως μελλε να εναι το κκνειο σμα του καθς πθανε τελικ στο Ιπποκρτειο που νοσηλευταν, απ ανερυσμα στις 27 Γενρη 1980 στα 69 του χρνια.



     Βιβλα του χουνε μεταφραστε στα γαλλικ, αγγλικ, ισπανικ, ιταλικ, ρουμανικ, τορκικα, αραβικ.


==============

                            Καιρς Για Ψρεμα Με Καλμι

     Εναι να βρδυ καλοκαιριτικο απψε που κατεβανεις την οδ Μισλας. Ο αρας κοψε απτομα κι η υγρασα σαν αρατη κουνουπιρα τυλγει τους ανθρπους, χτυπ κατστηθα τις γυνακες, κθεται πνω τους και τους μουσκεει τα ροχα, γυαλζει τα πρσωπα τις αρπχνει απ' το λαιμ. Ο αρας χει κψει τω ντι και σκφτεσαι μες στον ιδρτα, μες στις ξυνς μυρωδις τ θλασσα θα κνει αριο, για το ψρεμα. Καιρς για ψρεμα με καλμι. Κποτε διβασες πως τη πρτη βδομδα μετ το Μναχο, οι χτες γρω απ' το Παρσι γιμισαν ανθρπους που ψαρεαν με καλμι. Αναντρα τψη; Απψε ο αρας χει πσει, εναι αρχς Σεπτμβρη, τ' αποτελσματα στη Λακωνα φραν 92% και συ σκφτεσαι να βγεις στο ψρεμα με το καλμι.
     Η υγρασα σορνεται πνω στην σφαλτο τη κνει και λαμποκοπ, κατρεφτζει τα ηλεκτρικ, θαμπνει τα τζμια στις βιτρνες και τα ματογυλια τοτης της δασκλας που κοντοστθηκε για να τα καθαρσει. Σορνεται πνω στην σφαλτο μαζ με τις ξυνς μυρωδις του καλοκαιριο που βρασε και τρα ξεθυμανει, Χνουδωτ ξανθοκκκινο ρωμα των φροτων. να μπακλικο μυρζει παστουρμ ανυπφορα. Οι ντομτες σαπισανε στο μανβικο. Πηχτ επιθετικ και κρα εναι η μπχα που βγανει απ κτω απ το σιδερνιο ρουλ του χασπη. Τι σου γρφουν; ρωτ ο νας. Ανεβανει. Τα 'πνιξε λα κι ακμα ανεβανει, του αποκρνεται ο λλος. Στην Απνω Αγυπτο, στο καψαλισμνο τ' ασκητικ, το ξυπλητο, το λιμρικο το Σιτ του Νελου του κπνισε να θλει να χαδψει τα χωρι που 'ναι χτισμνα απ σβουνι και λσπη. Μλις μως
τ' αγγξει η φαρδι, ιερατικ του μανκα εκενα γονυπετον λιπθυμα και λυνουν. Σα να 'τανε φτιαγμνα απ σβουνι και λσπη. Τα 'πνιξε κι λα χουν ακριβνει, μου 'λεγε το πρω ο εισπρχτορας του δημαρχιακο φρου, χτενζοντας τη φοντα του φεσιο του με τη βορτσα. Τη νχτα περιμνει να πλαγισουν λοι οι δικο του στο στενχωρο διαμρισμα, ανβει τη λμπα και διαβζει Σαξπηρ στο πρωττυπο.
 -"τσι που πμε, το χειμνα δε θα φμε καθλου κρας", μου επε.

     Περνντας μπρος απ' τα Μπιλιρδα κοντοστκεσαι, κνεις να βμα πσω. Εκενο το γερντιο το χωμνο στη ψθινη πολυθρνα, λοξ μες στο ημφωτο δεξι, με τα ψαρ τ' αχτνιστα μαλλι, που σε κοιτ και δε σε κοιτ μσα απ τ' ταχτα, τα δασ του φρδια, δεν εναι ο Καβφης; Φυσικ, εναι ο Καβφης κι εναι το ψρεμα με καλμι. Αν θες μως να γρψεις κι λλες ανταπκρισες θα πρπει να φυλξεις μια συμφωνα: Τον Καβφη δε θα τον αναφρνεις παρ περαστικ μονχα, περαστικ μα κι απαρατητα σε κθε γρμμα. Να εναι μια σκι, μια υπμνηση, να μη φανες τι δεν ξρεις πως Καβφης κι Αλεξντρεια εναι αχριστοι. πως τη μαργαρτα στα σχδια του Ζαν Εφλ τη τσο διακριτικ μα που χωρς αυτ τα σκτσα του εναι ατλειωτα. Αλλις θα 'τανε τσο εκολο να μιλσεις για την Αλεξντρεια. τσο δσκολο.
     Εναι μια ψαρλα και μια ξυν μυρωδι σπιων φροτων κι να βαρ, να γλυκερ ρωμα κουρεου που σρνεται πνω στην σφαλτο. Υγρανονται οι γμπες και τα γυμν δχτυλα των γυναικν μες στα σαντλια τους. Εναι αυτ η μυστρια η κρεμασμνη στο μπρτσο του Εγγλζου λοχα, που του κουβεντιζει, του μιλ με βουλιμα. Κπου το τακονι της στραβοπατ, ο αστργαλς της θα ξεβιδωθε, μα χι, κρεμιται στο μπρτσο του και του χαμογελ κι η φων της εναι γεμτη απορες, λες οι φρσες της καταλγουν ερωτηματικ, τσο που αγωνζεται να τον κμει να την αγαπσει, με μιαν απελπισμνη, μιαν επιθετικ παθητικτητα. Εναι οι τελευταοι. Ο πλεμος πρασε και δεν παντρετηκαν. Περιμνουν το τραμ. Εναι στο σταθμ Ραμλου και περιμνουν το τραμ της Βικτρια. Θα τον πει στο στρατνα του θα τη συνοδψει σπτι της; Ο πρωτοετς της νομικς με τον ανοιχτ γιακ και τα σγουρ τα κατσαρ και κατμαυρα μαλλι που μοιζουν με περοκα απ αστρακν δαγκνει τα χελια του με μια φαρμακωμνη μουγκαμρα. Ακμα δεν φυγαν. Στου Μουστφα Μπρακς χτζουν κι λλους στρατνες. Βγζει απ' τη τσπη μια κιμωλα, τους προσπερν κι επιδειχτικ γρφει μπρος τους πνω στα σανδια του Κιοσκιο τη λξη. Αλ Γκιλα (εκκνωση).
     Ο λοχας τη βρσκει πως μοιζει με γνδολα. να κοντρι στη πλρη, ν' λλο πνω στην τντα και στην πρμη κτι σαν παν απ τρεχαντρι. Και ψηλ δπλα στο παν, να περιστρι μετωρο, με ρμφος γυρισμνο προς τα μσα, με μαζεμνα φτερ και τεντωμνα νχια. Τα περιστρια του Σαν Μρκο. Στη Βενετα πριν ρθει εδ, να απγεμα στο καφενεο που 'ναι αριστερ στην αρχ του Ριλτο, κορτσια και αγρια τους προγκξανε: να φγετε! Πουθεν δε μας θλουνε πια, σκφτεται και κοιτζει γεμτος απορα τα χελη που 'χουν ξυλισει σ' να αργοπορημνο χαμγελο. Το κοκκινδι γυαλζει υγρ και γλοο. Τι θα γνουμε ταν θα φγουν; ρωτιται η μυστρια. Πρτη φορ που βλπει να σκαρνεται μπροστ της μια απ' τις χιλιδες γνδολες που αρμενζουν πνω σ' λους τους τοχους της πλης.
     Στα καφενεα της Ιμπραμας η υγρασα κνει κθετες ρυτδες πνω στα παγωμνα ποτρια με τη μπρα, κατρακυλ και σταμπρει στρογγυλος λεκδες πνω στα μισοβρμικα τραπεζομντηλα με τα καρ. Εναι τα φτα κι η λατρνα κι οι χρτινες γκιρλντες και τα γκαρσνια που πηγαινορχονται με τους δσκους. Μα εναι και μια καταχνι, μια μουγκαμρα πνω σ' λον τοτο τον κσμο. Η ατομικ; Ο τρτος παγκσμιος; Οι Σλβοι; Οι κυρδες βλπουν μσα στα πιατκια με τους μεζδες· οι κριοι διαβζουν και ξαναδιαβζουν τις ταμπλες των μαγαζιν απναντι. Ωχ, δεν εναι Ιμπραμα αυτ, εναι κυριακτικη ξοδο ομογενν στο Ασσιοτ, πεντακσια μλια βαθι, μσα στην κουτσομπλα την κιτρινιρικη επαρχα. Που 'ναι τα χρνια που βραζε η Ιμπραμα και το Καμποτσζαρε -η Κοκκινι κι η Δραπετσνα- στη μπαλαμνα και στο ρε; Με λο το μπλακουτ τα νιωθες να μερμηγκιζουν ρωμιοσνη τα μαγρικα, τα καφενεα, τα μπακλικα, τα φουλδικα, τα ρακοπουλει, τα παστουρματζδικα, τα καπνοπωλεα, ο κινηματογρφος και τ' αχτρικα. Περπατοσες μσα στα σκοτειν και σκουντουφλοσες πνω στο Μιαολη, την Κρτη, τον Ιρακα, την λγα, τον φαιστο, τις κορβτες, τα φτου, τις δυο ταξιαρχες, το θωρακισμνο, την να τρα τρα. Ρε Μιχλη, ρεεεε… Και ξεστομζονταν στον ανφορο βρισις ρωμικες, πελριες, στρογγυλς και γυαλισμνες, σαν τσουρκια πασκαλιτικα, τσι μα για το τποτα, για να ραγσουν λγο οι σουβδες των κατσουφιασμνων σπιτιν, να μυρσουν πατρδα. Και τριγρω στα στεν, στα θεοσκτεινα σοκκια της Ιμπραμας, παρναν και δναν τα κρυφομιλματα. Σκις συναπαντιονταν, κτι λγαν, κτι κμναν και χωρζονταν. Τα δυο, τα αινια, τ' ακατλυτα μερκια του λληνα: η λεφτερι κι ο ρωτας.
     Εναι Σαββατβραδο. Ξχασες να το πεις. Εναι Σαββατβραδο μα στο «Λονα Παρκ» ο αθηνακς θασος χει αργα. Κεστια, διλυση. – λα να πρεις κτι, σου λνε οι φλοι. Την κουσες την τελευταα; Εναι νστιμη. Ξρεις το Σαχν, το γιο του μπαξεβνη του θετρου. να μωρκι που το χαδεουν λα τα κορτσια μας, το χουν μασκτα. Σμερα το χιδευε κι η Κυρ. Θα το πρω μαζ μου στην Αθνα, λει. Μια φορ, η Σρα Μπερνρ γυρζοντας απ μια τουρν φερε μαζ της να λιονταρκι. Εγ θα φρω να αραπκι. -Που δεχνει τι ιδα χει για τον εαυτ της. -Που δεχνει τι ιδα χει για τους αραπδες. -Γεια σας, λες και σηκνεσαι.
     Φτωχ φτωχ μου Σαχν. Αυτ το κοτελο αυτ τα μαλακ μαλλκια, αυτ τα γυαλιστερ, τα μαρα μτια που θα τα θολσει η πενα κι η μιζρια τσο γργορα… Για την Κυρ δεν εσαι παρ να μικρ ζο, να αρκουδκι να σκυλ ρθιο. τσι εναι σμερα Σεπτμβρης μνας του '46 στην Αλεξντρεια. Μπορες να μποδσεις μερικος ανθρπους να 'χουν φρεναπτες εκατ φορς πιο μεγλες απ το μπι τους; Μπορες να σταματσεις το ποτμι ν' ανεβανει και να καταπνει τα χωρι; Μπορες να πεσεις τη μυστρια, λες τις μυστριες πως θα 'ναι πιο καλ ταν θα τα μαζψουν οι Εγγλζοι και θ' αδειζουν τη γωνι; Μπορες; Αυτ εναι λο το παν.
     Κι αν δεν ταν κενη η κουβντα για το Μναχο, θα το χαιρσουν πολ το ψρεμα με το καλμι, αριο. Γιατ θα πας. Αργ η θλασσα, μσ' απ' το φλλωμα της ανθισμνης πασχαλις του αντικρινο κπου κτι σου επε, κτι σαν παρπονο, κτι σαν αναστεναγμ, κτι σαν τη βαθι ανσα του χερομχου που ετοιμζεται να ριχτε πλι στη δουλει. Εν τ' αστρια απνου μνουν ασλευτα, μεγλα και καθρια, ακραια κι απεραγα, σαν την ελπδα του κσμου.

Αλεξντρεια. Σεπτμβρης.

                                        Ο Ζντ Αχμτ

     Το πρμα σκωνε να το σκεφτες. Λγο το 'χεις να σου μπξει ο εγγλζος στα πισιν τη μπαγιοντα που κρατ. Στκονταν κειδαπρα κορδωμνος, μ αγριωπ μτια, με το κκκινο πηλκιο και τα γυαλισμνα του ρβυλα. Και παρακτω λλος κι λλος κι λλος. τοιμοι να την κτσουν, αν τχει και κνεις πως μπανεις στο χτριο. Κι απ πνω, στα παραθρια, στα μπαλκνια και στην ταρτσα, να 'ναι οι ρωμιο νατες, με τα γνια τους, με τα τραγοδια τους, με τα πειργματ τους, με κενες τις κουβντες που σου λγανε στ αρπικα, με τη σημαα τους ψηλ, τσο μεγλη που μποροσες να σκεπσεις ν αλνι με δατη. ταν στημνη στην ταρτσα και πλι της ταν το κανονκι. Το 'λεγε η γειτονι δηλαδ, γιατ του λγου του δεν εχε δει τποτα. Κι λεγε η γειτονι πως λο το παν ταν εκενη η σημαα, που θα τους βλει φωτι στο κεφλι ολονν να τους κψει, εκοσι μρες να κυματζει κι οι Εγγλζοι γινατσσανε, γιατ δεν εχαν και κενοι τσο μεγλη σημαα και δεν ταν σωστ.
     Χτες σαν πρωτπιασε δουλει, δεν καταλβαινε τποτα. να χαμλη γρευε ο μστορης, του λγου του δουλει ψαχνε να βρει και κθονταν στο καφενεο. Μλις που 'χε φτσει απ' το Σαντ. Μια φορ το χαμλη θα 'κανε, τσι δεν εναι; λλη δουλει δεν του μθανε. Γεωργς ξερε, μα εδ δεν εχαν χωρφια, ταν η θλασσα. Μνο μην εναι δσκολη δουλει; Μπα! Κτι μασορια βφουμε και θνε κουβλημα. Κτι μασορια. Μ αυτ ταν λα-λα δυο. Μεγλα και βαρι σα να 'χαν το διολο μσα τους, μα δ υ ο!
     Χτες δεν κατλαβε τποτα. Πισε απ την πσω κρη, του λεει τ αφεντικ. πιασε απ την πσω κρη, πιασε κι ο λλος απ μπροστ. Το νου σου μη λερσεις την γκελεμπα σου πνω στο μνιο, του λεει. Κι δρωνε του λγου του να μη γγξει το φρεσκοβαμμνο μασορι με τη γκελεμπα του και τορλωνε τα πισιν του κι νοιγε τα κανι, σα να 'χε κλη εφτ χρον, και πγαινε ντντουλος παραντντουλος.
Σμερα, σα-σα, κει που περνοσαν μπροστ απ τον εγγλζο με τη μπαγιοντα, μπγει τ αφεντικο μια φων:
 -Μστορη, κι αν χει καμι μπμπα μσα και πμε στο διολο;
 -Σκασμς, ζο! Μακαρνια χει, ρζι, τυρ και τσιγρα, να τι χει, δεν τα 'δες σαν τα βζαμε;
      Τοτα μως του τα 'πε πιο στερα. Στην αρχ του 'πε "σκασμς, ζο" ξερ-ξερ. μα στρψαν τη γωνι κι ακομπησαν στην αυλ το βαμμνο μασορι για να στεγνσει, του 'πε τα πολλ. Τρα, αυλ θες να την πεις, σοκκι… οτε το 'να τανε, οτε τ λλο. ταν να μακρστενο οικπεδο κλειστ, θεκλειστο απ' τις τρεις μερις. Τοχοι δχως πρτες, δχως παρθυρα. Μνο να πορτνι πνω στο χτριο που βαστοσαν οι ρωμιο νατες κι αυτ αμπαρωμνο. Πραν τ λλο μασορι που 'χε στεγνσει πια.
 -Πμε να το ξαναβψουμε, του λεει ο μστορης. Το 'πιασε και του λγου του, και θες γιατ δεν ταν φρσκο το μνιο, θες γιατ νιωθε σαν πιο λαφρς, πγαινε με τη ραχοκοκαλι σια.
     Μωρ, κατεβστε τη σημαα, τους λγαν οι γγλοι, βλτε μια πιο μικρ, το διο εναι μια Ιγγλιτρα και το χρυσφι της με τους ρωμιος που τρνε φασολια κι ελις και δουλεουνε γκαρσνια και μπακαλγατοι και τους φωνζεις Κωστ λα δω, Γιννη να μτριο; Δεν την κατεβζουμε, λγαν οι Ρωμιο, εμαστε γενναοι. Κι ποιος κνει γιορια στο κτριο, θα του ρξουμε με το κανονκι. Ε, κι ποιος κνει πως σας φρνει να φτε, επαν οι γγλοι, θα του την κτσουμε. Και κουβαλσαν μπαγιοντες και συρματοπλγματα και τους μπλοκρισαν. Το πρμα σκωνε να το σκεφτες καλ.
 -Τ γνεται δω πρα, αφεντικ; ρωτει του λγου του.
 -Δε βλπεις; Ανοξαν πλεμο. Οι ρωμιο νατες με τους εγγλζους στρατιτες.
 -Μα εδ, πνω στο κεφλι μας;
 -Αφο βρεθκαν εδ;
 -Καλ κι εμες τι θμε κι ανακατευμαστε. Σκυλι εναι κι οι δυο, σ' τους να φαγωθον!
     Τ' αφεντικ σκωσε το κεφλι μσα στο σκοτειν παλιομγαζο με τα σιδερικ. Τον κοταζε, τον κοταζε και δε μιλοσε.
 -Απ πο εσαι; του λεει.
 -Απ το Μαρι, κοντ στην Γκργκα, τ' αποκρνεται του λγου του.
 -Και γιατ τ φησες το Σιτ κι ρθες;
 -Μας σφιξε η πενα, αφεντικ.
      Τ' αφεντικ χαμλωσε τα μτια, κανε να χαμογελσει, μα σοβαρετηκε πλι.
 -Πισε, του λεει, κι εσ μια βορτσα, μην κθεσαι.
     τσι ο Ζντ Αχμτ, απ χαμλης γινε μπογιατζς. Αρα πρματα, χρηστα δηλαδ. Ξρεις τ εναι να βφεις κκκινο να μασορι που εναι κιλας κκκινο κι αριο πλι να πρπει να το ξαναβψεις κκκινο; Κποιος θα 'ρθει μια μρα να σου ζητξει λογαριασμ για τοτη τη σπατλη. Οι νθρωποι στις πολιτεες δεν το λογαριζουν πως η δουλει εναι πρμα του Θεο.
     τσι κθεσαι και με ρωτς πς ρθα και απ πο ρθα. Κι αν στα πω, πε μου ε, σαν τι θα καταλβεις εσ; Εσ ξρεις μνο να ξοδεεις τα κουβαδκια το μνιο, που κοστζει μια χοφτα χρυσφι τη σμερο μρα, τσι για να γιντι, για να μη κατβει μια παντιρα απ' το κοντρι της. Μια παντιρα μ σπρο σταυρ και γαλαν ζωνρια. Τους εχε αποτρελνει ο πλεμος. λα εδ, σου λνε, θες παρδες; Να, πρε δκα γρσα μεροκματο. Θα βφεις και θα κουβαλς μασορια. Μα τι μασορια; Δυο! λα κι λα δυο. Τα δια. Να τα πηγανεις να στεγννουν και να τα ξαναφρνεις. Και φτου κι απ την αρχ. Μα πρσεχε και τα πισιν σου μη σου τα σουβλσει ο εγγλζος. Ε, λγο το 'χεις; Το πρμα σκωνε να το σκεφτες.
     Οι νθρωποι στις πολιτεες αποτρελθηκαν. Τι ξρουν, τι καταλαβανουν απ την πενα που 'χει σφξει τα χωρι; Η μαλρια, κθουνται και γρφουν οι εφημερδες του γκουβρνου, η μαλρια θερζει κσμο στα χωρι. Ποια μαλρια, μωρ; Δε λες η πενα να 'σαι μσα; Γιατ δεν αρρωστανουν οι χορττοι; Το στρι διχνει τη μαλρια, χι το φρμακο. μως το στρι το μζεψαν και το τρνε οι στρατο. Να τοτοι οι εγγλζοι με τα κκκινα πηλκια και τοτοι οι ρωμιο νατες με τα γνια και το κανονκι στην ταρτσα. Αγκαλ τοτοι δω στα δικ μας τα χλια καταντσανε.
 -Για να καλ το κνω, του 'πε τ' αφεντικ. Με τοτους εδ τους ρωηιος εμαστε αδρφια, καταλαβανεις; Ο εγγλζος εναι ο οχτρς. Δεν χω ανγκη να μου πεις εσ ποιος εναι ο οχτρς. Τχα δεν ξρω πς χθηκε ο πατρας και ρημαχτκαμε… Λευτερι, λευτερι φναζε το χωρι και χνονταν κατ το ποτμι. Πμε να χτυπσουμε τους γγλους που 'ρθαν με το βαπρι. Και βγκε το λγου του, παιδ πρμα. λλο τποτα δε βρκε να σηκσει, σκωσε να μεγλο καρφ που δναν πνω του τη γδα μσα στο δωμτιο. Και πγαιναν οι ντρες λοι μαζ και πσω στκονταν οι γυνακες και φναζαν και κουνοσαν τα χρια τους. Κι ταν μπροστ οι πρσινες σημαες με τα λγια του προφτη γραμμνα πνω τους με κτρινο σιρτι και κυματζανε βαρις κι τανε τα φανρια που τα τριγυρζουνε το ραμαζνι κι ταν αναμμνα κει δα μσα στο πρωιν το φως και τα σηκναν ψηλ, κι ταν τσμπαλα και χτυποσαν γοργ και λαχανιασμνα, και ππιζες. Κι ταν οι χοτζδες με τα σαρκια τους καθαρ κι ο Σερφ Μπη εχε κατβει απ το χτμα πνω στην σπρη φορδα κι τρεχε μια μπροστ και μια πσω κι αστρφτανε τα μτια του και καμρωνε κι τανε οι γκαφρηδες του γκουβρνου με τους γκρδες και τις φεσρες τις καφετις και τη γυαλιστερ πλκα με το νομερο πνω στο στθος τους. Κι εχαν ρθει κι οι βεδουνοι απ' την ρημο με τ' αλγατ τους τα ψαρι, τα κκκινα, τα μαρα, που 'λεγες πως εναι γμος κι λο σκωναν τα πδια, για να χορψουνε, φορτωμνα στο φλουρ και στις χντρες.
     Κι ταν οι λλοι του χωριο, ο παππος, οι συγγενες τους, οι χωριανο, που πγαιναν βιαστικο και φναζαν και κουνοσαν ψηλ τους κασμδες, τα ξινρια, τους κοντος, τους μπαλτδες, τα μαχαρια. Κι σοι εχαν καραμπνες δκανα τρχαν μπροστ, εκε, τους πρσταζε ο Σερφ Μπη, εκε. Κι σο να πει του λγου του πως που να 'ναι φτνουν στο ποτμι, γιατ εχε σηκωθε κουρνιαχτς και καννας δεν βλεπε τποτες, γιατ λες οι φωνς ερχνταν μαζεμνες κι οι νθρωποι κναν σαν τρελο και κενος εχε μενει στην ουρ, γιατ τα ποδαρκια του εχαν κουραστε κι νας μπρμπας του που τνε γνρισε τον σταμτησε και του παργγειλε να συμμαζξει κτι μυξιρικα τσα δα που 'χαν βγει κι αυτ στον πλεμο, κουσε λγες μπαταρις απ χαρτοτσες στα δεξι και μια, δυο, τρεις τουφεκις απ γκρδες. Κι αμσως ακοστηκε το ποτιστρι τακ-τακ-τακ-τακ κι οι φωνς πσανε. Μετ εδε τον κσμο να 'ρχεται καταπνω του σα σφουνας, γριος, τρομαγμνος, γεμτος αματα και λσπες. Τα σαρκια των χοτζδων εχαν ξετυλιχτε και πολλο ταν βουτηγμνοι στο νερ σαμε το στθος. Κι λοι φωνζαν και τρχανε και ζητοσαν μνο να περσουν να φγουνε και δε βλπαν τα μυξιρικα που τα τσαλαπατοσανε. Το ποτιστρι φναζαν, βρχει φωτι! Το ποτιστρι βρχει βλια! Φωτι, φωτι, φναζε κι ο Σερφ Μπη, ωχρς κι αλλθωρος πνω στην σπρη φορδα. Και της δνει μια και γνεται φαντος, δρμο για το χτμα. Μνο οι βεδουνοι μναν ψχραιμοι, τα στολισμνα τους αλγατα πγαιναν με κεφλι ψηλ, σκωναν το πδι καμαρωτ κι στερα το κατβαζαν λο νερο, σα να 'τανε σε γμο και να χρευαν και κενοι πνω τους ατραγοι, σηκναν κτι μακρυ καριοφλια λο σιντφι στα κοντκια τους. Σημαδεαν και ρχναν. Κι αν λχαινε καννας φελχος παραζαλισμνος να πσει απνω στ λογ τους, αυτο σηκναν το ποδρι περασμνο πως ταν μσα στα μυτερ πατματα και του δναν μια, που τον ερισκε. Και ττε κποιος τον πιασε απ το χρι και του λει πμε, ο πατρας σου σκοτθηκε μες στο νερ. Απ ττε πεσε μαρη μιζρια στον κσμο σαμε σμερα. Αν τους διχναμε, τρα δε θα πεινοσαμε. Αυτ εχε να το λει ο κσμος στο χωρι τις μρες που ετοιμζονταν να τ αφσει για να 'ρθει στην Αλεξντρεια, να ξενιτευτε. Δεν εχε την ανγκη κανενο για να μθει ποιος εναι ο οχτρς.

     Μα τι σκση χουν λα τοτα με μια παντιρα που δεν τη κατεβζουν απ' το κοντρι της;
 -Τ λγος να γνεται τσο κακ για μια σημαα; λει του μστορη.
 -Μα, μα κατβει η σημαα, θα πει να πει πως δχτηκαν.
 -Δχτηκαν τ; κνει του λγου του.
 -Δχτηκαν να παραδσουν τα τουφκια, να πψουν να πολεμον για να λευτερσουν τον τπο τους.
 -τσι ε; Και τ λεν οι ρωμηο;
 -ποιος του κοτει λεν, ας ρθει να τα πρει.
 -Ωραα κουβντα, βρκε να πει ο Ζντ Αχμτ. Πολ του ρεσε!
     σκυψε κι πιασε την κρη του μασουριο πως του 'γνεψε ο μστορης. Κι πα-πα το κουβλησαν στην αυλ για να στεγνσει. Τα πισιν του σα να του φανκαν πιο σφιχτ και η ραχοκοκαλι του πγαινε ρθια σαν τ' αφεντικο.
 -Τ γνεται; δε φραν πρματα; Σαν πιο αδειαν μου φανεται.
 -σα-σα. Τοτη τη φορ εναι γιομτο οβδες για το κανονκι.
 -Α, τσι; επε του λγου του.
     Και σε λγο:
 -Τ ρα τις φραν τις οβδες; Εγ δε σ' εδα να τις βζεις μσα.
     Τ' αφεντικ ργησε ν' απαντσει. ταν γριζαν με τ' λλο μασορι, τ' αδειαν, του τπε:
 -Ψματα ταν. τσι στο 'λεγα, να δω τι θα κνεις. Εγ θαρρ πως οτε κανονκι δεν χουν στην ταρτσα τους.
 -Γιατ το λες αυτ;
 -Γιατ σαν πολ να μιλνε για κανονκι κι αυτ μου βνει ψλλους στ αυτι.
 -Α, τσι; ξανπε του λγου του. Εναι και πονηρο…
     Απθωσε χμου το κουβαδκι με το μνιο. Το πινλο γλστρησε και χθηκε ολκερο μσα στην μπογι. Ο νους του ταξδευε στο Μαρι, κοντ στη Γκργκα. Πολεμοσε να θυμηθε το μοτρο του πατρα του.

                                      Μεσημεριτικο

ρμος εδ στη μοναξι μου
συλλογι μου σ' εχα πντα…   (Τραγουδει μια λατρνα)
     Ξαφνικ γνηκε σιωπ! Σαν απ σνθημα λα σταμτησαν. Ψηλ μνο κποιο γερκι κοβε βλτες. Ο Σιδαρς βγκε και κθισε στη σκι της πρτας. Καταμεσς του ουρνιου θλου νας μεγλος καλοκαιριτικος λιος στεκταν κ' ψηνε. Τον κοταξε και συλλογστηκε μια στιγμ πως η σιωπ γνηκε για ν' ακουστε το τραγοδι των καρπν που ωριμζανε στους κπους. Και περμενε, περμενε να τ' ακοσει… Πρασ' να κοπδι μγες, δχως τον παραμικρ θρυβο, σκρπισε, μετ ξαναμαζχτηκε και πγε κ' πεσε πιο κτω, πνω σε κτι βρωμισις και κει απομαγαρστηκαν.
     Στη σκι, την ελχιστη σκι, μιανο αντικρυνο σπιτιο, κοιμταν να σκυλ. Πιο κτω ασπρζανε στον λιο συντρμματα, πτρες μιας οικοδομς, που μνες εχε αρχσει να τελεισει κι ακμα δεν ταν οτε στη μση. Και μνανε με μιαν ασλευτη αδιαφορα πσον καιρ τρα που μοιζαν νχαν ριζσει με τη γης. Τ' λλα σπτια χαμηλ και κατκλειστα ταν σα νχαν καθσει κουρασμνα απ τον κματο, τη ζστη και τη συλλο. Μακρι, στις δπλες των βουνν απλνονταν καταπρσινες συκις που κατεβαναν ως το λιβδι απαλς, μαγευτικς σαν να γλυστροσαν σε κοιλι κοπλλας.
     Η ακινησα κι η σιωπ δεν λεγαν να τελψουν. Το μεσημρι βασλευε παντο. Μα κει ο λιος αντικρ στο Σιδαρ βλθηκε να γυαλζει και ν' αστρφτει πνω σ' να ξανθ ολγυμνο σμα. να κατξανθο γυμν κοριτσκι εχε στρψει το μισοχτισμνο σπτι κι τρεχε, τρεχε τον κατφορο, κουνντας τα χρια και γελντας. Σε λγο φνηκε κυνηγντας το μια γυνακα ανασκουμπωμνη, ντυμνη μαρα. ταν μως λαχανιασμνη και 'στθη, φωνζοντας:
 -λα…
     Το κορτσι ξακολοθησε να τρχει κατ' απ' τον λιο. Η γυνακα εχε σταθε μπρος στη μισοτελειωμνη οικοδομ, σκυψε, ξερζωσε μια πτρα και σκωσε το χρι να την πετξει. Το γυμν κορτσι δεν τρεχε πια. Εχε φρει το χρι αντλιο στα μτια της κι βλεπε τη γυνακα που απειλοσε. Ττε η μητρα φησε να πσει το χρι της κι εφναξε λλη μια φορ:
 -λα…
     Εκενο κουσε κι ρχισε πιλαλντας να πλησιζει. τρεξε κι η μνα νοιξε τα φουστνια της και το τλιξε.
 -Ντροπ… κοντζμου κοπλλα γυμν…
 -Γιατ λοιπν θες να με λοζεις εσ; Μνη μου…
     Και χθηκαν.
Και πλι βασλεψεν η σιγ κι σο στθηκαν σε μια τρομαχτικν ακινησα. Μνο εκε ψηλ νας μεγλος λιος καλοκαιριτικος ξακολουθοσε να στριφογυρν σα σβορα, ν' αστρφτει και να καει. σο για κποιο γερκι πο 'κοβε βλτες κποτε σταμτησε κι αυτ, μεινε 'κει ψηλ σαν ψυχο κι μοιαζε μια λεπτ μαρη κοντυλι πνω στον καθαρ ουραν. Τον κατακθαρο ουραν δοκμασε πριν λγο να διασχσει να μικρ, ασμαντο συννεφκι. Πρβαλε κει κτω στη δση κινημνο απ να ζεστ ασματο αερκι, περιμνοντας τη μεγλη παρα για να ξεκινσει, μα δεν βρκε καννα. Μτρησε την απσταση, εδε πως ταν αδνατο να τη περσει μνο του, ντρπηκε και γρισε απ κει που φνηκε.
     Ο Σιδαρς που παρακολοθησε λ' αυτ, σαν κτι θλησε να θυμηθε. Κι αυτ ταν το πς πρωτογνρισε την αγπη του. Μι' απραντη σλα, ευγενικς κυρες, κσμος, να παρκτο που γυλιζε εξαιρετικ. Κπου-κπου χορεανε. Εκενη ερχτανε για πρτη φορ εκε μσα. Του Σιδαρο του κανε εντπωση η μεγλη της δειλα. μα τον αντιλφτηκε στθηκε ξαφνιασμνη. πειτα κτι του γνεψε σαν: -λα…
     Μα σαν στις δυο αντθετες κρες της σλας και το παρκτο ταν αδειαν, γιατ δε χορεανε. Αρκστηκε λοιπν να τη βλπει και να προσπαθε να μαντψει τι τον θελε. Εκενη μως προχρησε, δστασε λγο, μετ πρε θρρος και δισχισε την απραντη σλα με βμα σγουρο (τσι η αγαπημνη του στθηκε πιο θαρρετ απ το συννεφκι).
Του τοπε με τα μτια. Ντροπαλ κι μορφα.
 -χι ντε; τη ρτησε.
 -Αλθεια σου λω…
 -Αγαπολα μου…
     Στη τχνη των ματιν εκενη βρθηκε φαμζα. Εχε κτι αφνταστα βαθι γαλαν μτια που του θυμζανε πολ μια μαγικ γυμνολα ποδε κποτε, ψηλ σ' να ταξδι ποχε κνει στο Βορρ. Κι η γαλαν λμψη τους στεκταν σε μια ττοια παρξενη αντθεση με το μελαχριν ρδινο χρμα του κορμιο της… ξω απ' αυτ εχε μια φωνολα κρυστλλινη. Σγουρα πως μσα της θα 'κλεινε μια λλα κρνη. Γι' αυτ πρεπε καννας νναι ββαιος. Εξλλου σε χτυποσε μια ττοια δροσι ταν της πλησαζες. Σαν τη φρεσκδα που σου 'ρχεται στο πρσωπο μα σκψεις πνω απ βαθει γορνα καλοκαρι καιρ.
     Η αγπη τους μρα με τη μρα μεγλωνε. Μα 'κει ξαφνικ ρθ' να τποτα και τη σταμτησε… Σαν τη φων μιανο τραγουδιστ, που γεμτη θρμη και μταλλο ανεβανει και εκε…
     Συνρθε ξπνησε. νοιωσε μια χαυνωτικ ταραχ κι ανατρχιασε λαφρι. Η σκι σιγ-σιγ φυγε κμνοντας τπο στον λιο πο 'τανε τρα απλωμνος σ' λο το δρμο. Ο σκλος που κοιμταν εκε απναντι εχε φγει. μως ο Σιδαρς δε θυμταν να τον εδε να σηκνεται. Σε λγο προσπθησε να ενσει το νμα των αναμνσεων που κπηκε. Στο μυαλ του ρθαν κποιες απασιες μεταμεσονχτιες ρες που πρασε γυρζοντας σε μια παντρημη πλατεα τη πρτη νχτα που χωρσανε.
     Πνω ταξδευε να παραμορφωμνο φεγγρι (μοιαζε αγρι που χει μαγουλ) και το φως του σπανε μελαγχολικ και μοντονα πνω στην ψυχρ σφαλτο. Κπου εχαν ανοξει λκκους για την δρευση της πλης και η μυρωδι της νιοσκαμνης γης σκορποσε μιαν ατμσφαιρα τφων. Εκενη τη νχτα θφτηκε η αγπη τους μια για πντα…
     Σηκθηκε και κθησε να σκαλ ψηλτερα γιατ ο λιος του καιγε τα πδια. Θλησε να πει μσα μα δεν τκανε. φησε μνο τη ματι του να πλανηθε μακρυ εκε κτω, μετ τον κατφορο, στο δροσερ λιβδι με τους υγρος καταπρσινους σκιους και συλλογστηκε πσο καλ θταν νναι κανες εκε και ν' αναπαεται.
     Ξαφνικ μια παρξενη ιδα του κατβηκε. Φαντσθηκε πως εκε που καθτανε να κορτσι, να εξαιρετικ μορφο κορτσι θ' αρχταν απ πσω του δχως θρυβο, πατντας στα δχτυλα και θα του πιανε τα μτια. Λοιπν κποια χρια ρθανε και του κλεσανε τα μτια. Τα ξεκλλησε με δναμη και γρισε και κοταξε. Μπροστ του ταν η αγπη του, ολγυμνη. Κι ταν τσο ντονη η πραγματικτη που φαντστηκε, λει, πως ονειρεεται.
 -λα μσα, εσαι γυμν.
 -χι, πμε κει κτω στους σκιους, και τον τρβηξε. Εκενος την ακολοθησε. Γρισε μνο μια στιγμ και κοταξε πσω του κι εδε κοντ στη μισοτελειωμνη οικοδομ τα ρουχαλκια της πο 'τανε ριχμνα καταμεσς του δρμου και μοιζανε με κρνους κομμνους και μαραμνους πια που τους ρξαν εκε για να σκεπσουν κτι.
     ταν εθυμη, πσο ταν εθυμη και δεν την νοιαζε καθλου για τη γμνια της. Ξαπλσανε στους σκιους κι αναπατηκαν. Για κενο που τους χρισε δεν επαν τποτα. Εκενος ρχισε να μιλ, να μιλ, να της λει… Εκενη δεν λεγε τποτα. Γελοσε μνο και τον βλεπε. Ξαφνικ τον τλιξε με τα χρια της και τον φλησε στα χελια. Το θυμτανε καλ γιατ την δια στιγμ εδε μακρι κποιο γερκι να πφτει με δναμη απ τον ουραν σαν ψφιο.
     Χορψανε και ξαναφιληθκαν. Στο τλος τον πρε απ το χρι και τον πγε ως τη πρτα του. Μετ ντθηκε τα ροχα της του στειλε απ μακρυ να φιλ και χθηκε στο γρισμα του δρμου. Ττε ο Σιδαρς σηκθηκε απ το κθισμα πο 'χε καθσει, τανθηκε, πλωσε το μτι του στα λιβδια, νιωσε μιαν απραντη χαρ να τον πλημυρει για λα, για την αγπη του που ξαναρχνησε, νοιξε το στμα του κι βγαλε μιαν οχτβα βαθφωνη. Σγκαιρα μως νιωσε δυο δροσερ χρια να του σκεπζουνε τα μτια…

      Ο Μπεχλιβνης Με Γιδαρο Δυο Σκλους Και Νταολι

     Ετοτος ταν νας φουκαρς, νας μικρς μπεχλιβνης. Χρνια τρα δε θυμταν νχει σταυρσει λγα παραδκια, να τα βλει στην μπντα για την κακι ρα. Θα πεις ταν το σι της μπεχλιβανις του ττοιο. Δυο σκλοι, νας γιδαρος και του λγου του. Θλει να φει λος αυτς ο κσμος, στερα, κει που θαρροσε κανες πως πιασε, το κοιν τον βαριταν, τα παιδκια φηναν την παρσταση και γρζαν στα παιχνδια τους, οι παραμνες στους κπους του λγαν: "Το ξρουμε, το ξρουμε. χεις τποτ' λλο"; χι, δεν εχε λλο. Αυτ εχε μθει και μ αυτ ζοσε. ταν να ξυπνο νομερο.
     φτανε σε καμιν αυλ, σ ναν ρημο δρμο, σε μια μικρ πλατεα. Με δυο καλαμκια βαροσε συναγερμ πνω στο νταολι που τχε περασμνο απ το λαιμ του. Μαζεονταν ο κσμος κ καμνε κκλο γρω τους. Ττε ο μπεχλιβνης στηνε το γιδαρο στη μση, να περιμνει τχατες κτι, παιρνε τα σκυλι σε μιαν κρη κι ρχιζε την παρσταση. λα ρυθμισμνα με το νταολι. Πηδματα, σοζα, χορο, μπεχλιβανις, παλματα. Ξφνου ο νθρωπος κτι θυμταν, παυε το νταολι και τραβοσε τχα προς το γιδαρο. Μα ο νας απ τους σκλους χιμοσε ττε, τον ρπαχνε απ την κρη της βρκας και τον φερνε πσω. Κ η παρσταση συνεχζονταν. Αλλ μια στιγμ πλι, που οι δυο σκλοι αγωνζονταν να βαστξουν κποια δσκολη ισορροπα, ο μπεχλιβνης ξκοβε χωρς να σταματσει το νταολι και πγαινε κοντ στο γιδαρο. σκυβε, κτι του ξηγοσε στ' αυτ και ξεμκραινε να δει τι εντπωση του καμε, Κι ο γιδαρος, λο σοβαρτη κι εμβρθεια, γνεφε "μλιστα, μλιστα, μλιστα" τρεις φορς με το κεφλι του. Ττε ο μπεχλιβνης βγαζε το φσι του και το τριγριζε για δεκρες.
     Αυτ ταν λο. Ο κσμος γελοσε στην αρχ, μα γργορα συνθιζε το νομερο. Γι' αυτ πρεπε συχν ν' αλλζει γειτονις κι μα τις γριζε λες, λλαζε και πλη, να ξεχσουν οι παραμνες και να μεγαλσουν, να 'ρθουν λλα παιδκια.
     Με τον πλεμο ββαια, εχαν αλλξει τα πρματα. Η Αγυπτο εχε γιομσει απ ξνους στρατος. Γελον εκολα. Μα και βαριονται εκολα.
τσι ο μπεχλιβνης βρθηκε κενο τ' απγεμα, στα τελευταα του Δεκμβρη του '44, να πηγανει μ' λο του το θασο, απ την Αλεξντρεια στο Κιρο. Θχε καμωμνα καμι τριανταρι μλια απ το πρω. Τη νχτα λεγε να την περσει σ' να χνι που γνριζε, στο Νταμανχορ.
Πγαινε σιγοτραγουδντας και σπουδζοντας τα πλσματα του Θεο. Ο καιρς ταν ψυχροτσικος και δεν δειχνε για βροχ.
Και κει, μσα στη μοναξι των χωραφιν, μσα στην ησυχα, κουσε σαν να βουητ πλθους σα διαδλωση, σα νταν στρατς πολς που τραγουδοσε χωρς μως να περπατ. Κοταξε γρω του και δεν εδε τποτα. Προχρησε κι λλο. Το βουητ λο και δυνμωνε. Κποτε κατλαβε απ πο ρχονταν. Σκαρφλωσε με το γιδαρο το πρχωμα που χριζε τον αγροτικ δρμο απ τη σιδεροδρομικ γραμμ, στθηκε στην κορφ και κοταξε κτω.
     ταν να φορτηγ τρανο με καμι δεκαπενταρι βαγνια, σταματημνο εκε στη μση του κμπου. Τα βαγνια, λλα κλειστ κι λλα ξσκεπα, ταν γιομτα μερμυγκι, απ ανθρπους που φναζαν, μιλοσαν τραγουδοσαν. Οι φωνς ταν σαν να κμα πελριο απ μγες που γιμιζε τον αρα και πτε υψνονταν, πτε σκορποσε και πτε κατακθιζε. Ο μπεχλιβνης ροβλησε κατ την ατμομηχαν. Μα 'κει βγκανε δυο νγροι στρατιτες με τμμυγκαν και του κναν γιλα-γιλα. Πγε παρακτω και στθηκε μπρος σ' να ξσκεπο βαγνι… Ποτ, ποτ στη ζω του δεν εχε δει τσους πολλος ανθρπους μαζεμνους και ν 'ναι σε ττοια κατντια. Κουρελιασμνοι, βρμικοι, αξοριστοι, αχτνιστοι, με κοτελα βασανισμνα, με μγουλα βαθουλωτ, με μτια γιομτα πυρετ. Μιλοσαν Ελληνικ. Ο μπεχλιβνης ξερε πολ λγα ρωμικα. -λα ντω βρε, ντεν σει μπαρντες; Και τις βρισις τις πιο απαρατητες. Να μως που κποιος μες απ το βαγνι του μιλοσε αρπικα.
 -Που εμαστε, πατριτη, του λει.
 -Κπου τριντα μλια απ την Αλεξντρεια.
 -Καταλαβανω γιατ σταμτησαν. Περιμνουν να νυχτσει. Ντρπονται να μας περσουν μρα.
 -Μα τι εσαστε σεις, απ πο ερχσαστε; Πρσφυγες;
 -χι πρσφυγες, μηροι, του λει ο λλος.
 -Τι δηλαδ, ρωτει ο μπεχλιβνης που δεν καταλβαινε. Μη μου πεις πως σας φραν αιχμλωτους;
     Ο λλος ζτησε απ τους συντρφους να συχσουν λιγκι και βλθηκε να του ξηγ. Δε διβαζε τις εφημερδες: Δεν μαθε τι γινταν στην Αθνα; Και για να καταλβει πιο καλ το 'καμε τη παρομοωση με τον αγνα του Μεγλου Σαντ για την ανεξαρτησα της Αιγπτου. Ο μπεχλιβνης ανσανε μ' ικανοποηση. Του ρεσαν αυτς οι κουβντες. Τον ξανφεραν σε καιρος ηρωικος. Λει:
 -ταν ταν να γυρσει ο Μεγλος Σαντ απ την εξορα, οι λωποδτες της Αλεξντρειας γρψανε στις εφημερδες μιαν ειδοποηση που 'λεγε στους κατοκους να πανηγυρσουν ξγνοιαστοι. Για χατρι της μεγλης μρας οι λωποδτες ορκζονταν να μη κλψουν οτε μια καρφτσα κι ας εναι μεγλος ο συνωστισμς κι οι ευκαιρες αμτρητες. Ο λλος μες απ' το βαγνι σκασε στα γλια.
 -Τ λει, τ λει, τον ρωτοσαν οι λλοι γρω του. Τους το διηγθηκε. Γλασαν κι αυτο. Γλασε λο το βαγνι. Απ το διπλαν ρωτσαν:
 -Τ λει, τ λει;
     Κποιος τους επε. Γλασε και το διπλαν βαγνι, Την ιστορα την επαν και στο τρτο, που τυχε ν 'ναι σκεπαστ και χρειστηκε να τους τη φωνξουν μσα απ το παραθυρκι που βλεπε στα πλγια. Σε λγο, ακοστηκε και το κλειστ βαγνι να γελει μουλωχτ, σαν παιδ μσα στα σκλια του, καθισμνο ανακορκουδα.
 -Τ λει, τ λει; ρτησε τ λλο βαγνι παρακτω.
 -ταν πρκειταν ο Μεγλος Σαντ να γυρσει απ την εξορα…
     Ο μπεχλιβνης κουε την ιστορα του να ταξιδεει απ βαγνι σε βαγνι. Κθε τσο ακοονταν το ξσπασμα του γλιου, ανοιχτ, εγκρδιο απ τα ξσκεπα βαγνια, μουλωχτ, πνιγμνο μσα απ τα κλειστ. Κι σπου να πει η ιστορα του σαμε το τλος του τρανου, ρχισε πλι απ βαγνι σε βαγνι να γυρζει πσω καμωμνη τραγοδι, να τραγοδι λο παλικαρι. Ο μπεχλιβνης τανε ββαιος πως αυτ ταν η δικι του ιστορα γενομνη τραγοδι.
 -Τ λει αυτ το τραγοδι; ρτησε τον νθρωπο στο βαγνι.
 -Μιλ για τη Λευτερι, ποναι σαν τη φωτι. Καει και καθαρζει.
     Για κοτα, για κοτα κουβντες, λει μσα του ο μπεχλιβνης. Πσα χρνια εχα ν' ακοσω ττοια πρματα; Μπας κι ονειρεομαι; Μα για στσου, τρα θα τον τσακσω.
 -Καλ, δε μου λες και του λγου σου τι θλεις μ αυτος; ρωτ τον νθρωπο στο βαγνι.
 -Ποις εγ; Μαζ τους εμαι. λληνας εμαι.
 -Συμπθα με. Σε πρασα για δικ μας. Πως σε λνε;
 -Δημτρη Ζωγρφο. Ο πατρας μου εναι γκαρσνι στην Αλεξντρεια.
 -Και δε σαλτρεις μνι-μνι τρα που δε σε βλπει κανες; Σιγ-σιγ με το γαδουρκι θα πμε μια χαρ.
Ο Δημτρης γλασε.
 -Τ λει, τ λει; ρτησε το βαγνι.
      ντε πλι, επε με το νου του ο μπεχλιβνης. λλο τραγοδι θχουμε. Μα ο Δημτρης προτμησε να του αποκριθε εκεινο πρτα:
 -Τον πατριτη που θ 'φηνε τον αγνα για να πει να κρυφτε στα φουστνια της μνας πως θα τονε χαρακτριζε ο Μεγλος Σαντ;
     κου κουβντες, κου κουβντες, επε μσα του ο μπεχλιβνης και κοκκνιζε ντροπιασμνος.
 -Καλ. λει. Δε μπορ να κμω και γω τποτα για σας;
 -Πολλ. Θα σου δσουμε και κτι γρμματα να τα πας, αν μπορσεις. μως πρτα-πρτα θα θλαμε λγα τσιγρα. Μα που να βρεθον εδ στην ερημι…
     Ο μπεχλιβνης κανε να βγλει το πακτο του και σταμτησε. Εδ χρειζονταν χιλιδες τσιγρα… Ξφνου λει στο Δημτρη:
 -Βρκα! Κθε απγεμα ττοια ρα περν το καμινι του Κουταρλλη που πει τσιγρα στα χωρι. Μα θα χρειαστονε λεφτ…
     Ο Δημτρης βγαλε και τοδωσε μισ λρα αιγυπτιακ.
 -Δε φτνει, του λει. Μα, σα πρεις. Θα τα κψουμε στα τρα. χουμε ακμα λγα λεφτ μα τα φυλμε για πιο δσκολες στιγμς.
     Ο μπεχλιβνης τρεξε στον ανφορο κι πιασε να φελλαχκι που καθτανε και χζευε απ ψηλ. Τ' αρμνεψε πς να φυλ το δρμο για να του φωνξει σα χρειαστε και ξανακατβηκε κοντ τους.
 -Τρα, θλετε να σας δσω και μια παρσταση να ξεσκσετε λιγκι, λει ντροπαλ-ντροπαλ του Δημτρη.
 -Ακος εκε; Και δεν τλεγες τση ρα;
     Τπε και στους λλους γρω του. Το τρανο αλλαξε απ τα ζτω και τα χειροκροτματα. Κι ρχισαν. Ο μπεχλιβνης, το νταολι, οι δυο σκλοι κι ο γιδαρος. Κθε τρα βαγνια και μια παρσταση. Και τραβοσαν παρακτω. Ο σπαραγμς ταν με τα κλειστ βαγνια, πο 'τανε σαν παιδκια με μισ μτι κι αυτ θαμπωμνο. Μα ο κσμος γελοσε. Βαγνια-βαγνια γελοσε ο κσμος. Και χειροκροτματα και πειργματα στο γιδαρο, που τους θμιζε, λει, κποιον πολιτικ στην Ελλδα. Ο μπεχλιβνης τανε συγκινημνος και περφανος. Κποτε βλθηκε να φωνζει το φελλαχκι. Ο μπεχλιβνης τρεξε. Ο γιδαρος κι οι δυο σκλοι, αφημνοι μονχοι τους, συνχιζαν τη παρσταση πως-πως. τανε πργματι το καμινι του Κουταρλλη.
 -Το πολ που μπορ να σου δσω με μισ λρα εναι τετρακσα ψιλ, του λει ο σοφρ.
     Ο μπεχλιβνης ψαξε κι δειασε ,τι εχε μσα στις τσπες του. Το διο καμε κι ο σοφρ. Ττε μπκε στη μση κποιος λλος που ταξδευε μσα στο καμινι και λει:
 -ιντε, αποσνω εγ για δυο χιλιδες. εναι φουκαριρηδες ανθρποι.
 -Φουκαριρηδες; λει ο μπεχλιβνης. Αυτο εναι γιοι. Αυτο μιλνε κατ ευθεα με το Θε. Σκωσε το κεφλι του και κοταζε πρα στον ορζοντα, 'κε που πει να χαθε ο λιος μες σε χρυσοκκκινες λουρδες απ συννεφκια καφετι χωρφια νιοσκαμμνα και πρσινους αγρος. Αποξεχστηκε.
Μια σφυριξι της ατμομηχανς τονε συνφερε. Τ 'χασε. Παρτησε το καμινι κι τρεξε στο Δημτρη.
 -Μη χολοσκς, του λει αυτς. Ρχτα σ' ποιο βαγνι μπορσεις. Το διο κνει. Θα μοιραστονε δκηα. Και, ποσαι; Πρε κι αυτ το πακτο τα γρμματα. Βλε καννα Ρωμη να σου διαβσει τις διευθνσεις και πγαιν τα. Και ψυχικ θα κνεις και ζημιωμνος δε θα βγεις. Μα ο μπεχλιβνης τανε ζαλισμνος. κλαιγε κι λας. Βγζει το νταολι απ' το λαιμ του και το πετει του Δημτρη.
 -Πρ' το, λει, να σας διασκεδζει εκε που θα πτε.
     Οι λλοι το κρτησαν. Δε θλησαν να τον προσβλλουν. Το τρανο ξεκινοσε. Φτσανε και τα τσιγρα, δυο μεγλα-μεγλα πακτα. Τα βαγνια πανηγριζαν, ζητωκραγαζαν, σφριζαν. Προπαντς κτι αγορκια, νας παπς, κτι γροι…
 -Και σπρτα και σπρτα…
     Τους ρξαν και σπρτα.
 -Ευχσου μας καλ λευτερι, του λει ο Δημτρης.
 -Στην ευχ του Θεο. Καλ λευτερι, λει ο μπεχλιβνης.
 -Ευχαριστ, ευχαριστ, φωνζαν τα βαγνια.
     Ττε στην ρα, φνηκαν πλι κτι νγροι στρατιτες με τα τμμυγκαν.
 -Γιλα, γιλα, επανε στους ανθρπους του Κουταρλλη και στον μπεχλιβνη με το θασ του. Αυτο τραβηχτκανε λγο παρμερα. Το τρανο περνοσε τραγουδντας. Ττε ο μπεχλιβνης βγαλε το φσι, τ' ακομπησε, μισοδιπλνοντας το χρι, πνω στο στθος και στθηκε σε προσοχ. Οι δυο σκλοι στθηκαν σοζα. Κι ο γιδαρος κι αυτς στη γραμμ, χαιρετοσε με τρα σοφ κουνματα της κεφαλς κθε βαγνι που περνοσε, κι οι νθρωποι απ μσα αντιχαιρετοσαν με καλ καρδι, κουνντας τα χρια, χωρς να σταματονε το τραγοδι που μιλοσε για τη Λευτερι που καει και καθαρζει.

Αλεξντρεια 1945

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers