-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

:

                                    Βιογραφικ

     Η Αικατερνη Γκριτζπη γεννθηκε στην Αθνα με ρζες απ το Καρπενσι (μητρα) και τη Λειβαδι (πατρας), ζει κι εργζεται στο κλεινν στυ και γρφει για χμπυ. Αλλ' ας την αφσουμε να μας μιλσει η δια για τον εαυτ της:

   ...Μια φορ κι να καιρ ταν να μικρ κοριτσκι. ταν σαν γγελος. Ξανθ γλυκ με κτι τερστια μπλε μτια. Ο θεολης το στειλε στη γη για να δει να μθει και να γνει μλλον καλς νθρωπος. Αλλ δεν του το επε. Το στειλε χοντας σβσει τις μνμες του απ το αρατο. Το κοριτσκι μεγλωνε και μλιστα κτω απ δσκολες συνθκες γιατ πρεπε να βισει πργματα απ αυτ τη ζω αλλ βαθι μσα του νοιωθε τι εναι να διαφορετικ πλσμα. Χωρς να ξρει το γιατ. βλεπε την καλοσνη αλλ και την κακα των ανθρπων. Τη διαφορετικτητα του καθενς και τη δικι του και πως αυτ επηρεζει τις ζως των λλων. Πσον αλληλνδετα εναι λα. Πρασε ο καιρς και το κοριτσκι γινε μια γλυκει μελαχροιν πια κοπλα (μλλον τα ξανθ της τα μαλλκια ρχισαν να σκουρανουν σο ξεθριαζε η αθοτητα που εχε ταν ρθε στη γη) η οποα παρλο που ζησε τσα σκληρ πργματα δεν το βαζε κτω. ξερε τι χει να σκοπ κι ψαχνε να τον βρει. Σμερα που μιλμε χει χσει πολλ, χει κερδσει λλα τσα και νομζει τι τα καταφρνει αρκετ καλ, αλλ θλει ακμη πολλ δουλει και προσπθεια για να γνει ρτιος και καθαρς νθρωπος στε να μπορσει ταν ρθει η ρα, να επιστρψει απαστρπτουσα εκε που ανκει...


======================


                                                    Aλξης

     Κποια στιγμ "κουρζεσαι" απ τις εντυπσεις που αφνει πνω σου ο χρνος. Κι ρχεται η στιγμ που πρπει να αποχωριστες πργματα αγαπημνα. Πργματα αγαπημνα πως αυτ το σπτι που σου χει δσει τσες ευτυχισμνες στιγμς. ταν το καταφγιο της λα αυτ τα χρνια της δυστυχας της. Αυτ η φωλι την εχε βοηθσει να ανταπεξλθει στις τσο δσκολες στιγμς της ζως της. Αλλ γιαυτν τα πντα. Του το χρωστοσε.
     ταν Σββατο πρω. να συνηθισμνο ανοιξιτικο πρωιν το οποο της ξυπνοσε παρλα αυτ, φοβερ ντονες αναμνσεις τις οποες εχε φροντσει τσα χρνια να κρψει καλ. λα αυτ τα γεγοντα μως την εχαν αναστατσει κι φεραν στην επιφνεια λα αυτ τα ξεχασμνα (νμιζε) συναισθματα. φησε το βλμμα της να ατενσει στις δροσοσταλδες που κρμονταν στις βελνες του πεκου που στλιζε το μπαλκνι της και το μυαλ της να γυρσει 10 χρνια πσω. Πσω στα πιο ευτυχισμνα χρνια της ζως της. Στη ξγνοιαστη ηλικα των 25 χρνων. Ξγνοιαστη ναι. Δεν πρναγε ποτ απ το μυαλ της τι της επιφλασσε το μλλον. να μλλον λαμπρ σμφωνα με τα μχρι ττε δεδομνα. Ττε ταν που εμφανστηκε στη ζω της ο Αλξης.
     Η Κρκυρα ττε μπορε να εχε πολ κσμο, ξνο κσμο, τουρισμ αλλ για τους ντπιους δεν ταν παρ να χωρι. Μια μικρ κοινωνα που λοι ταν μια οικογνεια και τα να διαδδονταν γργορα. Ο Αλξης νος 30 ετν, ντρας ωριμτατος για την ηλικα του αλλ κυρως πολ μορφωμνος. Ο ιδανικς γαμπρς τουλχιστον για τις μανδες που εχαν κορτσια της "παντρεις". Τον εχαν στο μτι τα μισ σπτια του χωριο. Η Μαριννα εκτς απ το γεγονς τι εχε πολ προοδευτικ μυαλ για την ηλικα της εχε θσει κι λλες προτεραιτητες στη ζω της. Εκτς απ λα αυτ θεωροσε τι γινταν πολ χαμς για το τποτα. "Σιγ, ποις εναι εξλλου αυτς ο κριος Αλξης απ την Αθνα που ρθε να αναστατσει τη συχη ζω του χωριο μας;" σκφτηκε.
     λα αυτ μως μχρι που ρθαν πρσωπο με πρσωπο. Μλις τον αντκρυσε λες και χθηκε λος ο κσμος απ μπροστ της. Στεκταν απναντι του σα χαζ χοντας χσει τα λγια της και το χρμα της. Δεν περμενε ποτ τι θα χανε τα μυαλ της κι οτε περμενε τι θα γριζε αυτς ποτ ποιος και να ταν να την κοιτξει. Μετ που το καλοσκφτηκε τι εχε πει στον εαυτ της μχρι ττε, εχε και μια δση κακας λγω ζλειας απναντι στις λλες κοπλες. Να μως που τρα αυτς στεκταν απναντι της. Της μλησε. Αλλ κυρως τη διαπρασε με το βλμμα του. Αυτ το βλμμα που ακμα και σμερα ταν το σκφτεται την πινει να ργος. Κποια στιγμ κατφερε να αρθρσει κποιες κουβντες πολ απρσωπες θλοντας να ανοξει η γη να την καταπιε και κοταξε να απομακρυνθε σο πιο γργορα γιντανε με σκοπ μως να επανλθει πιο θαρραλα.
     Ξανασυναντηθκανε μια εβδομδα αργτερα στο πρτυ της εξαδλφης της η οποα εχε βλει τον Αλξη στο μτι και της εκθεαζε τα προσντα του, χι μνο της εκπαδευσης αλλ και τα σωματικ:
 -"Τι να σου πω Μαριννα μου;  Ψηλς, μελαχροινς, αθλητικς κι αυτ τα μτια του… τα πρσεξες τα μτια του";
 -"Ε.. χι..." απντησε αδιφορα αντιλαμβανμενη τη ψετικη αδιαφορα που δειξε αλλ και το ταυτχρονο φοντωμα που νοιωσε μλις το θυμθηκε.
     Το διο βρδυ προσπθησε να του αντισταθε ταν ρθε να τη χαιρετσει αλλ παρλα αυτ την υπντισε. Μπρεσε μως να ξεφγει πιο εκολα αυτ τη φορ και να πρει λγο το πνω χρι. Αυτ που ανακλυπτε με κπληξη ταν τι εχαν πσει πνω του λες σαν τα κορκια. λες οι κοπλες του χωριο. Αλλ αυτς για να ανεξγητο λγο, εχε αποφασσει να πολιορκσει εκενη, τη Μαριννα. Το εχε η τχη της. Οι μρες περνοσαν κι ο Αλξης την πολιορκοσε με να τρπο τσο ευγενικ, τσο λεπτ, χωρς να δνει δικαιματα σε καννα και χωρς να αφνει καμμα μνα απογοητευμνη για τη μοναχοκρη της στε να της επιτρψει να χσει το φαρμκι της απ ζλεια για τη Μαριννα. Η αντσταση της λγο-λγο με τον καιρ μαλκωνε σπου τελικ ενδωσε στη γοητεα του, ενκυψε στη θληση του ξεχνντας τι η μνα της την εχε τξει σε μεγαλμπορα.
     ζησε με τον Αλξη τις πιο ευτυχισμνες μρες της ζως της. Αυτ εναι το μνο σγουρο. Ναι! τις πιο ευτυχισμνες μρες της ζως της. Αυτ χει να το λεει. Δεν εχε δει λλη ευτυχα στη ζω της μχρι σμερα που τον ξανασυνντησε για να τις ξυπνσει λες αυτς τις ξεχασμνες μνμες. Θυμται τι εχε γνει ταν ο Αλξης ρθε να τη ζητσει σε γμο κι η μνα της του πταξε κατμουτρα πως η Μαριννα εναι ταγμνη αλλο. Ακος εκε ταγμνη αλλο!!! Λες κι ταν καννα αντικεμενο τμα στην Παναγα της Τνου. ξαλλος γινε και οι τρποι του δεν του επιτρπανε να φερθε κι αναλγως για να ξεσπσει. Φυσικ ταν η κυρ-Σολα επσπευσε τους γμους της Μαριννας με το χοντρ γρο της αρεσκεας της και βλποντς τη να μαραζνει μρα τη μρα, πρε τη μεγλη απφαση για το χατρι και των δο.
     ταν η Μαριννα μαθε τους αρραβνες του Αλξη με την εξαδλφη της μεινε φωνη. Στην αρχ εκτς απ τις λιποθυμες, τις ανορεξες και το γεγονς του τι κανε να τη δει ο ξω κσμος καμμι βδομδα νοιωθε φοβερ προδομνη. Παρλο που ο Αλξης κανε τι πρναγε απ το χρι του, διακριτικ πντα, για να τη συναντσει δεν τα κατφερε. Ο χρνος μως κατφερε να τις φρει λογικς σκψεις στο μυαλ. "Στο κτω-κτω της γραφς τ φταιει ο Αλξης αν η μνα μου εναι ξεροκφαλη κι εγ δεν εχα το σθνος να αντισταθ στη θληση της";
     Η μοιραα μρα φτασε: Ο γμος της εξαδλφης. φτασε στην εκκλησα με κομμνα τα πδια. Οτε η δια δεν ξρει πως τα κατφερε να κρατηθε στη διρκεια του μυστηρου και να μη καταρρεσει, να γνει ρεζλι. Μετ το γμο στο σπτι την πλησασε ο Αλξης και μη μπορντας να τον αποφγει, χι για λγους κακας αυτ τη φορ, αλλ γιατ δεν μποροσε πως πντα να του αντισταθε, αρχσανε να μιλνε. Εκε της πφτει η κεραμδα:
 -"ταν ο μνος τρπος Μαριννα για να τα καταφρω να εμαι κοντ σου. Να εμαι δπλα σου χωρς να δημιουργηθε σκνδαλο. Να αναπνω τον αρα που αναπνεις. Να μπορ να σε βλπω. Δεν θα το ντεχα να σε χσω".
 -"Μα Αλξη..." κατφερε να αρθρσει κατχλωμη "με χασες ταν η μνα μου αρνθηκε να γνω δικ σου κι εγ δεν αντιστθηκα στη θληση της".
 -"Μα τ μποροσες να κνεις Μαριννα; Να λερσεις την τιμ σου και να εσαι διωγμνη απ την κοιν γνμη του τπου που μεγλωσες; Δεν θα μποροσες να το αντξεις αυτ κι οτε εγ θα μποροσα να το επιτρψω".
 -"Αντο Αλξη"!
 -"Αντο Μαριννα"!
     Αυτ το αντο κρτησε 10 ολκληρα μαρτυρικ χρνια για τη Μαριννα. να αντο χωρς να επικοινωνσουν οτε μια φορ. Αλλ η σκψη του και μνο την φηνε πολλς νχτες γρυπνη. Η σκψη του Αλξη κι η σκψη του γουρουνιο που εχε πρει για ντρα της. Δεν τον ντεχε. σο πρναγαν τα χρνια η ζω της γινταν λο και πιο ανυπφορη. Ευτυχς μετ απ 6 χρνια ενς θλιου γμου ο ντρας της κανε το μνο καλ που της εχε κνει μχρι τρα. Την φησε χρα. Προσευχθηκε στο Θε να τη συγχωρσει γιατ δεν νοιωθε παρ μνον ευτυχα ταν πθανε. Και μλιστα χι ευτυχα, ανακοφιση!
     Μετ απ 4 χρνια κατφερε να ορθοποδσει. Συναισθηματικ, ψυχολογικ κι οικονομικ. Ττε ταν που ξαφνικ μετ απ τσα χρνια εμφανστηκε ο Αλξης. Δεν ξερε γι' αυτν τσα χρνια που εναι, τι κνει. Δεν εχε προσπαθσει να μθει γιατ δεν εχε εμπιστοσνη στον εαυτ της αν θα καταφρει να χαλιναγωγσει τα συναισθματα της. Και τρα ξαφνικ μετ τσο καιρ πλι μπροστ της, ακριβς την κατλληλη στιγμ. Στεκταν εκε μπροστ της πως την πρτη φορ πριν απ τσα χρνια. Την κατακλσαν ακριβς τα δια συναισθματα πως την πρτη φορ. νοιωσε κοριτσκι πλι κοκκινζοντας μπροστ του. Μλις πρασε η πρτη κπληξη τον παρατρησε καλ. ταν το διο μορφος, πολ πιο ριμος κριος πια, αλλ το βλμμα του εχε μια θλψη που πιθανν την κουβαλοσε μαζ του λα αυτ τα χρνια κι η εξαδλφη της παρλο που τον ποθοσε τσο δεν κατφερε να τη γιατρψει κι απ τι μαθε αργτερα οτε να τον κρατσει κοντ της. Δεν ταν καθλου δυσαρεστημνη απ τη ζω που της πρσφερε ο Αλξης. Την πρσεχε και με το παραπνω αλλ αυτς δεν ζοσε παρ μνο για τη στιγμ που θα μποροσε να ξαναβρεθε κοντ στη Μαριννα.
 -"ρθα και δεν πρκειται να ξαναφγω απ κοντ σου ποτ".
 -"Οτε εγ πρκειται να σε ξαναχσω για τποτα στον κσμο. Δεν θα ξανκανα ποτ το διο λθος", του επε και τον αγκλιασε σφιχτ σαν να προσπαθοσε σε μια στιγμ να του δσει λες τις αγκαλις που δεν μπρεσε τσα χρνια φοβομενη τι λα ταν να νειρο και ξαφνικ θα ξπναγε απ αυτ.
     Τρα στο μπαλκνι αναπλησε λα αυτ τα χρνια. λες αυτς τις φριχτς στιγμς που πρασε μακρυ του αλλ ατενζει και στο μλλον. να μλλον που πως ττε, φανεται λαμπρ αλλ αυτ τη φορ εναι στα δικ τους χρια και στηριγμνο σε γερς βσεις. Βσεις που κτι την κανε να πιστεει πως σο θα περνον τα χρνια τσο θα δυναμνουν και θα μπορσει εκε να στηρξει τον κσμο λο.
............

                                  Το Aγρι Kαι Tο Δελφνι

Μια φορ και να καιρ ταν να μικρ αγρι, πολ μοναχικ.
Μια μρα εχε πει στη θλασσα, να χαζψει τα σννεφα και τα κματα, καθς ταν τα μνα με τα οποα μποροσε να κνει ευχριστα παρα. Εκε που παιζε με την μμο και χζευε τα σχματα που παρνανε τα σννεφα και τα κματα της θλασσας εμφανστηκε να δελφνι.
-Γιατ εσαι τσο θλιμμνος; Τον ρτησε.
Το αγρι κοταξε το δελφνι και απρησε...
-Μα; Μιλνε τα δελφνια;
Μιλνε, επε το δελφνι αλλ μπορον να ακοσουν μνον σοι χουν αγν καρδι. πως τα παιδι. Λοιπν θα μου πεις γιατ εσαι τσο θλιμμνος;
Γιατ δεν χω φλους αποκρθηκε το αγρι. Τα λλα παιδι δε με καταλαβανουν.
-Θλεις να πμε μια βλτα;
-Μα πως;
-λα και θα δεις.
Το αγρι ανβηκε στη ρχη του δελφινιο και αυτ με μα βουτι βρθηκε στο βυθ της θλασσας.
Το αγρι τρμαξε κι κλεισε για μια στιγμ τα μτια του. Αλλ νοιωθε ρεμο και ασφαλς. ταν τα νοιξε πλι δεν πστευε σε αυτ που βλεπε.
Μια πανδαισα χρωμτων.
Κορλλια, κοχλια, ψρια πολχρωμα, ανεμνες, και χρματα πολλ χρματα. Ο λιος παιζε με το νερ. Οι ακτνες του διναν χιλιδες αποχρσεις πως πεφταν πνω στο νερ και το φτιζαν.
-Που εμαστε;
-Σε να κσμο μαγικ. Στο δικ σου κσμο. τσι πως εσ θα θελες να εναι.
Το αγρι δεν πστευε στα μτια του.
Ξαφνικ μπκαν σε μα σπηλι. Το φως του λιου κι εδ κανε τα πντα να λαμπυρζουν. Εχε τσες σταγνες που λα φανονταν χρυσ. ταν τσο ρεμα μσα σ’ αυτ τη σπηλι. Το δελφνι πλησασε κοντ σε να βρχο και το αγρι κατβηκε.
Μπορες να ξεκουραστες λγο του επε, γιατ χουμε δρμο μπροστ μας. Και πριν προλβει το αγρι να μιλσει, δωσε μια και βοτηξε πλι στα βαθι νερ.
-Ε! Που πας; φναξε το αγρι. Το δελφνι μως εχε δη χαθε.
Κοταξε γρω του να δει το χρο που βρσκεται θαυμζοντας τους σταλακττες και τους σταλαγμτες.
Εκε που κοιτοσε ξεχασμνο εμφανστηκε μπροστ του μια γοργνα.
-Μα; λει πλι το αγρι... Οτε γοργνες υπρχουν. Πως εναι δυνατν;
-Εναι. Του απντησε γλυκ η γοργνα. Γιατ μη ξεχνς τρα εσαι στο δικ σου μαγικ κσμο. Τα πντα μπορον να συμβον.
-Εσαι τσο μορφη, της επε το αγρι.
-Επειδ με βλπεις με τα μτια της ψυχς σου κι χεις καλ ψυχ, του επε η γοργνα. Γι' αυτ να προσχεις. Να μη την πληγσεις.
-Μα πως να το κνω αυτ; Ρτησε το αγρι.
-Μεγαλνοντας να κρατσεις την καλωσνη σου και να εσαι δκαιος του επε και του ξαναχαμογλασε.
Πριν προλβει να ρωτσει τι εννοε, δνει μια η γοργνα κι εξαφανζεται κι αυτ στο νερ πως πριν απ λγο το δελφνι. Το μνο που μεινε ταν τα κυκλκια που σχημτισε η ουρ της πριν βυθιστε κι αυτ τελεως στο νερ.
Το αγρι κοταζε τους κκλους που σχηματζονταν στο νερ σαν μαγεμνο.
Πλι μνος μεινα σκφτηκε. Αλλ πριν ολοκληρσει τη σκψη του εμφανστηκε πλι το δελφνι.
-Εσαι τοιμος να συνεχσουμε του λει;
Το αγρι κονησε καταφατικ το κεφλι του κι ανβηκε πλι στη ρχη του δελφινιο.
-Εδα μια γοργνα, επε στο δελφνι και του φνηκε τι αυτ χαμογλασε. Που πμε τρα; Ρτησε πλι το αγρι.
-Νχτωσε. ρα να δομε τ’ στρα του λει το δελφνι και με μια βουτι πλι βρθηκε απ το βυθ της θλασσας να πετει στον ουραν ανμεσα σε χιλιδες αστρια που λαμπιρζανε.
Το αγρι μαγεμνο πλωσε το χρι του και αστερσκονη ρχισε να σκορπζεται παντο και να πφτει σαν ασημνια βροχ. Δε μποροσε να το πιστψει. λα αυτ που ονειρευταν τρα τα ζοσε.
ταν τσο μορφα εκε ψηλ. Διαφορετικ απ το βυθ μα μια λλη εξσου μως ομορφι. Χζευε και θελε να μην τελεισουν ποτ ετοτες οι μορφες στιγμς. Και πως γρισε το κεφλι του εδε το φεγγρι. ταν μισ. τσι πως το λουζε το φως των αστεριν το ασημ του χρμα λαμπριζε παιχνιδιρικα. πλωσε πλι του χρι του αλλ πριν προλβει να το ακουμπσει του μλησε το δελφνι.
-Κτσε λγο εδ. χει ωραα θα. Και τον ακομπησε πνω στο μισογεμισμνο φεγγρι.
Το αγρι δε μποροσε να χορτσει λα αυτ που βλεπε. Κοιτοσε γρω του και ευχθηκε δυνατ να μην τελεισει αυτ το νειρο ποτ.
-Μα τα νειρα κι ο μαγικς μας κσμος δεν τελεινει ποτ. Πντα υπρχουν μσα μας. Μαζ με την παιδικτητα και την αθωτητα μας. Απλ μεγαλνοντας το ξεχνμε. Αν τα θες απλ κρτησε τα ζωνταν. Του επε το φεγγρι. Και το αγρι αυτ τη φορ δε ρτησε γιατ το φεγγρι μιλει.
Σηκθηκε μως ρθιο πνω στο φεγγρι να σκεφτε τι θλει πλι να πει.
τσι μως πως σηκθηκε απτομα στραβοπτησε και πεσε πνω απτο φεγγρι μσα στον ουραν. Πρασε ανμεσα απ’ τα χιλιδες στρα κρατντας πλι τα μτια του κλειστ. Και ταν νοιωσε να ακουμπει κπου μαλακ τα νοιξε.
Μια μορφη κοπλα του χαμογελοσε γλυκ πως η γοργνα στη σπηλι.
-Αγπη μου, σε πρε ο πνος στην μμο κοιτζοντας τα αστρια. Αλλ κοιμσουν τσο γλυκ που λυπθηκα να σε ξυπνσω, του επε και ξπλωσε δπλα του.
Και το αγρι ταν πλον ντρας δεν ταν παιδ. Την κοταξε και της επε:
-Τρα κατλαβα τι εννοοσαν το δελφνι, η γοργνα και το φεγγρι.
-Ποιο δελφνι; Ποι γοργνα; Το φεγγρι;
-Τποτα. Της επε και την πρε τρυφερ αγκαλι. Κοτα πως λαμπυρζουν τ’ στρα; Της χαμογλασε...
...............

                         Μια Φορ Κι να Καιρ ταν Ο νθρωπος…

... που δεν ξερε ποια εναι η καταγωγ του.
Γνριζε για πατρα του τον Θε Πατρα Παντοκρτορα και για μητρα του τη Μνα Γη. Στην αρχ εχε διφορες αναζητσεις αλλ λες αυτς οι αναζητσεις πηγζανε κυρως απ την παρατηρηση του πρωτγνωρου δηλαδ της διας της ζως. Παρατηροσε τα πντα γρω του αλλ και τον νδιο του τον εαυτ. Το σμα του, τη συμπεριφορ του και γενικτερα λες του τις αντιδρσεις που τον ξφνιαζαν. χοντας γνση του απολτου τποτα λα φνταζαν περεργα. Ακμα και το χασμουρητ του το φρρνισμα του. Παρατηροσε με μεγαλτερη περιργεια τα πντα γρω του. Τη φση δηλαδ γιατ ττε δεν υπρχε κτι λλο προς παρατρηση. Τα ζα, τα πουλι, τα δντρα , τα φυτ. Και απ λη αυτ την αυτοπαρατρηση και την παρατρηση της φσης βγαζε τα πρωτγονα συμπερσματα του και ρχισε να προοδεει.
Η αρχικ προδος φυσικ τα αργ και σταδιακ. Παραδεγματος χριν εδε τι ταν πονει το στομχι του μπορε κτι να τον χει ενοχλσει να πεινει. ρα δεν πρεπε να ξαναφει αυτ που τον περαξε να ζεστανει το σμα του και να τρει τι επιθυμε για να επιβισει. λα βασισμνα στο νστικτο της αυτοσυντρησης. Εδε τι κποια πργματα του ταν δυσρεστα ευχριστα. Παραδεγματος χρις κποιες οσμς, το κρο, το φως. πως επσης στο πρασμα του χρνου ρχισε να βλπει τι χει την δυναττητα επιλογς. Του αρσε το σπρο και χι το μαρο, του ρεσε το βουν και χι η θλασσα κλπ. Του αρσουν τα πουλι και χι τα ερπετ, τα δντρα και χι τα λουλοδια κλπ. τσι ρχισε να χτζει τον προσωπικ του κδικα συμπεριφορς καθς και μσα απ την παρατρηση της φσης να υιοθετε συμπεριφορς αλλ και να τις μεταλλσει. Η φση λλωστε ταν ο μοναδικς παιδαγωγς του και τα ζα χουν ανεπτυγμνο το νστικτο γενικ αλλ κυρως το νστικτο της αυτοσυντρησης. τσι μαζ με λα τα μφυτα χαρακτηριστικ του, την υιοθεσα συμπεριφορν και την παρατρηση προχωροσε μσα στους αινες.
Στην αρχ ταν γυμνς και απροσττευτος και δεν εχε καν ομιλα. Μετ ρχισε να προστατεεται και να αμνεται. Να μιμεται τις κραυγς των ζων αλλ και να προστατεει και το σμα του. ρχισε να ντνεται. Να φτιχνει καλβες. Να επιλγει την τροφ του αλλ και το σημαντικ να μην εναι πλον μνο μονδα αλλ να δημιουργε δεσμος, οικογνεια με την ττε ννοια και να αναπτσσει συναισθματα. Σταμτησε να χει τις αρχικς πρωτγονες εκδηλσεις. ρχισε να μιλει και να ανακαλπτει τη δναμη του μυαλο του. Αρχικ με τυχαες εφευρσεις που του κνανε τη ζω πιο εκολη και αργτερα σκεπτμενος πως θα διευκολνει τη ζω του η οποα φυσικ σο προχωροσε και προδευε γινταν στην ουσα πιο πολπλοκη. Το δικαωμα της επιλογς τον ανγκαζε να κνει πιο πολπλοκες σκψεις και να βρσκει πιο περεργες λσεις. Κι ταν ρχισε να αναπτσσεται λοιπν και να δημιουργε μικρς ομδες ξαφνικ κανε και την εμφνιση του του ασθημα της ιδιοκτησας.
κανε και την εμφνιση του στην ουσα ο πλεμος του καλο και του κακο μσα απ το αγν και το πονηρ. Ττε ρχισαν λα τα προβλματα της ανθρωπτητας μον που δεν ταν σε θση να το δει. Και σο περνοσαν πως επαμε τα χρνια και τον συνπαιρνε η ανακλυψη τι εχε και μυαλ τσο εστιζει στο να κνει λο και περισστερα πργματα. Μνο που τποτα δεν γνεται χωρς κστος σε αυτ τη ζω. Παρλο που ο νθρωπος δεν ταν σε θση αν το δει. Διτι ο νθρωπος εναι το πιο αχριστο ον που υπρχει πνω στον πλαντη μας. Ο Θες του χρισε τον παρδεισο κι αυτς προσπθησε να δημιουργσει την κλαση και να ζει μσα σε αυτ και μετ να διαμαρτρεται τι δεν του αρσει και να προσπαθε να βρει νες λσεις στε να δημιουργσει πλι τον παρδεισο.
Υπρχει λοιπν κποιο ον πνω στον πλαντη μας που εναι πιο χαζ και να νομζει τι εναι πιο εξπνο; Να χει τις πιο μαζοχιστικς τσεις και να νομζει τι λα εναι τλεια και να εθελοτυφλε για τα πντα και να νομζει τι αυτ ειναι το ιδανικ; Δεν υπρχει γιατ δυστυχς ταν σου χαρζουν κτι δεν το εκτιμς. Και συνθως λνε πως ταν χσεις κτι ττε θα το εκτιμσεις. Ο νθρωπος απ την απληστα του και την αχαριστα του λοιπν δεν ταν σε θση να το δει οτε αυτ. Εχε τον Παρδεισο και τον χασε μσα απ τα χρια του.
Σταμτησε να σβεται τα πντα και προπντων τον διο του τον εαυτ.
ρα καλς δεν τραβει αυτ που τραβει σμερα;
................


              Η ΦΕΥΓΑΛΑ ΕΙΚΝΑ ΜΙΣ ΕΚΔΡΟΜΣ

Εισαγωγ: Κιτρινισμνες, σκρπιες σελδες-σκψεις:

χει σουρουπσει, κνει ζστη κι χω κτσει στη βερντα ακογοντας τη βου της πλης. Μλις ξπνησα και συνρχομαι απ να πονοκφαλο (που μλλον μου προκλεσε το κρασ που πια το μεσημρι). Εχω κτσει λοιπν με τις ζωτικς και νοητικς μου λειτουργες στο ρελαντ και βζω σε μια τξη τα πργματα. H σημεριν ρο μου εναι σαν να εμαι εγ η Τνκερ Μπελ κι εσ ο Πτερ Παν κι χουμε την ευχρεια να εμαστε στη χρα της φαντασας και να χουμε την ελευθερα να πετμε απ 'δω κι απ 'κει και να δοκιμζουμε συναισθματα (τσι θα μπορσεις και να μου δικαιολογσεις το πσο ξεφεγω ταν φαντζομαι και τις εναλλαγς της συναισθηματικς μου κατστασης). Ετοιμσου σως για να ταξδι στη χρα του ποτ. Πρπει να μολογσω τι αν σως εχα επιλογ θα διλεγα ανλογα τη διθεση και διαφορετικ εποχ για να ζσω. Οπτε ελπζω να απολασεις λες τις πτυχς του ταξιδιο και να σε αποζημισει η μοναχικ διαμον στο μορφο αυτ νησ.

Η θα απ το μπαλκνι εναι ρεμη στο σορουπο. Βλπω απναντι το βουν και το Τρα-Πτρα φωτισμνο και σκφτομαι τι θα 'θελα να μουν αυτ τη στιγμ συγγραφας στο δσος της Βουλνης την εποχ του Μεσαωνα (λατρεω για κποιο λγο αυτ την εποχ χωρς τα αρνητικ της, το ντσιμο των γυναικν, τα κτρια, τον ερωτισμ, την ελευθερια) σ' να σπτι με κεραμδια μσα σ' να δσος στη Σκωτα, να κθομαι υπ το φως των κεριν σ' να γραφεο ξλινο με μια πννα στο χρι και μπρος μου να 'χω κτρινο χαρτ που να λαχταρ να το ακουμπσει η πννα και να το γεμσει εμπειρες, ξω ν' ακογονται οι χοι της φσης, ρυκι, πουλι... Αντ' αυτο ββαια χω την πλη που ποτ δεν κοιμται αλλ αγαπ τους χους της μερικς φορς ειδικ τα βρδυα του Αυγοστου...

     ταν αυτς την κοιτ και τη διαπερν με το βλμμα, ταν αυτ τον κοιτ στα μτια και δεν χρειζεται να μιλσει... ττε ξρουνε κι οι δυο τι τα λγια εναι περιττ! ταν τα χελη σμξουνε, τα δχτυλα μπλξουνε και τα σματα διαπεραστον απ να ηλεκτρικ ρεμα που θα τα ανατριχισει. οι δυο ψυχς γνονται μια. Οι δο αρες γνονται τσον ντονες και τενουν να ενωθον. ταν αυτς κατβει να τη φιλσει πσω απ' το αυτ στον αλαβστρινο λαιμ της ττε της κβονται τα γνατα που νοιθει τη ζεστ του ανσα στο δρμα της. ταν τα χρια του αρχζουνε και χαδεουνε το κορμ της κι αυτ ανταποκρνεται στο κλεσμα του, ττε ξρει τι εναι τοιμη να τον δεχτε. ταν αγγξει το στθος της και νοιθει τι αγγζει το πιο πολτιμο πργμα, ττε αυτς εναι τοιμος να της δοθε. Ττε εναι που τα δυο σματα μπορον να γνουν να. ταν ο κλπος της αρχζει να συσπται και να δνει τους καρπος της ττε εναι που η δικ του εσοδος εναι εφικτ. ταν αυτς αρχζει να βυθζεται και να νοιθει τι μνο εκε εναι η θση του στη ζστη της φωλι, ττε εναι που οι δυο σρκες σονται εις μια. ταν καθ' λη τη διρκεια μπορον να κοιτζονται στα μτια και να μη χρειζονται να ειπωθε τποτα γιατ τα βλμματα λνε τσα σα δεν θα λγανε χλιες λξεις, ταν τα σματα και τα χρια μπανουν σ' να μαγικ χορ, οι δυο αρες χουνε γνει μια πρινη πλη που τους προστατεει. ταν ρχεται η κορφωση και νοιθουν τι νας δνει στον λλο τους καρπος του... ττε αυτ εναι ρωτας!

ταν τελεισει αυτ το μακρ ταξδι. ταν μπορσεις να ακοσεις πλι τη φων του πθου σου μη φοβηθες. Και μη ξεχσεις στο ταξδι αυτ την παλι σας αγπη κι ταν κνεις μικρ διαλεμματα ανπαυλας πρσφερε να ποτρι κρασ για να μεθσετε. Κι ταν σας σκεπζει η νχτα, κανα ευχ, το φεγγρι να σας οδηγε να δετε τα ξεχασμνα μονοπτια σας. Να δετε τις ξεχασμνες με προσμον ανσες σας. Την πρτα που χτυπς για παρηγορι να μην χεις την ανγκη της να σε ζεστανει. Να βρσκεις παρηγορι στη δικ της αγκαλι. Μη φοβσαι. Βοθησε με μνο να σε βοηθσω ν' ανεβες ψηλ. Βοθα με μνο να μπορ να σου δεχνω το δρμο για την αγπη που διλεξες. Βοθα με μνο να σου θυμζω...

                                Η Εκδρομ

Η ζω εναι να θαμα.
Η φση μας το αποδεικνει καθημεριν. Μας δεχνει απλχερα το μεγαλεο της ζως και τον κκλο της. Τη γννηση, την πορεα, το θνατο. Την εξυγανση, την ανανωση. Τον τρπο να χειριζμαστε τα πντα. Μνο που εμες χαμνοι στην καθημεριντητα μας δεν εμαστε πντα σε θση να το δομε. τσι περν ο καιρς κι αφνουμε το πολυτιμτερο πργμα που χουμε, τη ζω μας, να κυλ σαν νερκι μσα απ τα χρια μας.
Ετε γιατ μας παρασρει η καθημεριντητα, ετε γιατ δεν μπορομε να ξεφγουμε απ τα πρπει μας, ετε γιατ απλ δεν χουμε τη δναμη να αντιμετωπσουμε τα πργματα και πολ περισστερο τον διο μας τον εαυτ. Θλει δναμη να πιστψουμε σε μας. Θλει δναμη να βγομε απ το κουκολι μας και να ξεδιπλωθομε και να εκτεθομε. Να αποτινξουμε τις συνθειες και τα πρπει που λοι μχρι την ενηλικωση μας (η οποα δεν ρχεται πως γνωρζετε λοι πντα στα 18) πασχζουν να βλουν στο σακουλκι μας φροντζοντας, κατ τη δικ τους απψη, για το καλ μας. Μη γνωρζοντας το πσο κακ μπορε να μας κνουν εν αγνοα τους. Μετατοπζοντας πνω μας τα δικ τους θλω τα δικ τους βρη. ραγε να σκφτηκε ποτ κανες τους, τι οι νοι αντχουν περισστερο, και να το κνουν αυτ; απλ πετον απ πνω τους τα σακκι με την μμο γιατ το αερστατο χει αρχσει να χνει ψος;
Αυτ σκεφτταν η ηρωδα μας η Ισμνη ταν αποφσισε να οργανσει γι' λλη μια φορ τη ζωη της και να βρει το κουργιο να συνεχσει. Να συνεχσει να ζει πραγματικ αυτ τη φορ κι σο γνεται πιο συνειδητ κι ευχαριστντας για τις πολλαπλς ευκαιρες που της δνονται παρλο που τις πταγε μχρι σμερα με τα επαναλαμβανμενα λθη της. Κτι θελε να της δεξει η ζω κι αυτ που την κανε να θυμνει με τον εαυτ της, ταν τι τι δεν μποροσε να το δει. ταν πολ αυστηρ με τον εαυτ της για να δεχτε τι δεν ταν ικαν, χι ακμα τουλχιστον, να δει. Φυσικ και πολ εγωστρια για να δεχτε κποια πργματα. τσι πγαινε πντα απ το δσκολο δρμο. σως να μην ρθε ακμη η ρα μου, σκφτηκε και τναξε το κεφλι σαν να 'θελε να φγουν λες αυτς οι σκψεις γατι ρχισαν να γνονται πολλς και βαρεις. τσι αποφσισε να τινξει απ πνω της και το παρελθν της για να στρσει γερς βσεις για να υγις μλλον και ν' αγαπσει επιτλους τον εαυτ της που τσο αρνιταν τσο καιρ. Με την ελπδα (που πντα πεθανει τελευταα) να τη συνοδεει στην να αυτ πορεα που αποφσισε να χαρξει. Και το βιβλο, αγπησε τον εαυτ σου, η ζω θα σε αγαπσει που αποφσισε να κνει δρο στον εαυτ της σαν να καρτο για την δια, να πετχει το στχο της. μλλον ακμα καλλτερα σαν οδηγ για να μην ξεφεγει απ αυτν.
λλωστε ακμα κι αν δεν πετχει τον τελικ προορισμ, αυτ που 'χει σημασα εναι το ταξδι κι η προσπθεια. Καλλτερα να 'χεις προσπαθσει για κτι παρ να μενεις με το απωθημνο. χι λλα απωθημνα.
Αυτ σκφτηκε και χαμογλασε για να συνεχσει...
... να συνεχσει με λλες προοπτικς κι λλα πλα. Και τις μχρι σμερα εμπειρες ποιες κι αν εναι αυτς.

Εχαν πει λοι μαζ να περσουν να Σαββατοκριακο μνοι τους η παλι παρα, μακρυ απ' λ' αυτ που τους κρατοσανε χωριστ. Να νοισουν και να ζσουν την υπεροχ και την ανεμελι που εχαν πριν 10 χρνια. Η ιδιομορφα ταν τι η σσταση της παρας ταν περεργη. Απαρτιζταν και απ κολλητος κολλητς που εχαν και ξω απ τον κκλο ΤΗΣ παρας. Η Ισμνη εχε φρει τον κολλητ της το Κωστ απ τα παιδικ της χρνια (θυμθηκε και χαμογλασε που η γιαγι του θελε να τους παντρψει). Ο Μιχλης πως πντα μνος και μοναχικς και εκε για λους αυτ τη φορ και με την αδελφ του, ο Γερσιμος το ουδτερο παιδ μαζ με μα φλη και ο Ορστης ο πντα εντς και πντα εκτς.
λη μρα γυρνοσαν στους δρμους, μιλοσαν, παζανε, φιλοσοφοσαν, διαφωνοσαν, συμφωνοσαν, γεμζανε νες εντυπσεις (μλλον η ανγκη τους να χουν και κτι για ταν το παραμθι τελεισει). Εχαν λοι ξανανοισει με τα γλια, τις χαρς, τα πειργματα, την φιλικ αλλ και ερωτικ ατμσφαιρα που μνοι τους δημιουργοσαν και κρατοσαν σε απσταση. Σε απσταση; χι λοι...
Η Ισμνη κι ο Ορστης δεν ταν σγουροι αν παιζανε ξαν με τη φωτι. Δεν ταν σγουροι πσο δυνατο ταν οι σημερινο δεσμο τους για να μπορσουν να τους κρατσουν μακρυ. Κι αν χι μακρυ, πσο δυνατο ταν για να μην επηρεαστον ουσιαστικ κι αμετβλητα απ' αυτ τη συνντηση. Περισστερο η Ισμνη, σως αυτς ταν κι ο λγος που αντ να 'ρθει με την αδελφ της, ρθε με τον Κωστ, να την κρατσει σε περπτωση παρκλισης.
Αφο γυρσαν σο μποροσαν, το σορουπο τους βρκε αποκαμωμνους ξω απ το σοπερ μρκετ της μικρς πλης που εχαν επιλξει να μενουν.
Αποφσισαν να προυν εφδια για το βρδυ. Μερικ μπουκλια καλ κρασ γιατ η νχτα σως και να ταν μεγλη. Ο Ορστης ευτυχς κρατοσε τις αποστσεις για τις οποες τον πειρζαν οι πιο κολλητο κι η Ισμνη κρατοσε τα βλη της ειρωνας της μακρυ που τσο εκολα κι εστοχα μποροσε να του πετξει.
Φτνοντας σπτι εχε ενα γλυκ φως το φεγγρι, που τους κανε ακμα πιο εθραστη την ισορροπα κι δινε τροφ για τη ψιλ κουβντα που θα επακολουθοσε υπ το φως των κεριν στο πτωμα του σπιτιο. Μπανοντας, ο καθνας ανασκουμπθηκε να κνει τα δικ του για να μπορσουν με την ησυχα τους ν' απολασουν τη βραδυ. Η Μριαμ, η αδελφ του Μιχλη σαν πιο μικρ και πιο μακρυ αλλ και καλς παρατηρητς χρνια της παρας, αποφσισε να τους τασει μχρι να μαζευτον λοι πσω στο σαλνι.
Βλαν λοι κρασ και πισανε ψιλοκουβντα μχρι να φρει η Μριαμ τις λιχουδις της που ταν ρθαν τις τιμσαν λοι δεντως. Κι εκε που λοι βολετηκαν κι ρχισαν να χαλαρνουν ο Ορστης ανακοιννει τι δεν θα μενει κι τι πρπει να γυρσει πσω. Τον κοιτξαν λοι κι ρχισαν να κνουν διφορα σχλια, πλην της Ισμνης που κρατιταν να μη του πετξει πως επιτλους για μια φορ στη ζω του ας κανε αυτ που θελε αυτς κι χι τι θλανε οι λλοι. Να 'ναι καλ ο Μιχλης που του εχε και πιο πολ θρρος (φλοι σχολικο), που του το πταξε σαν τσιμεντλιθο. Ευτυχς, σκφτηκε η Ισμνη, γιατ εγ θα μουν η κακι, σε που δεν μουν σγουρη για την υποκειμενικτητα της σκψης μου. Ο Ορστης ταλαντετηκε για λγο αλλ η Ισμνη τον ξερε πολ καλ, πιστηκε πολ δεν ταν σγουρη αν θα υποκψει στη δναμη της παρας στην αδυναμα του. Τον κοταξε με αγωνα σως πρτη φορ τσο ντονα απ την ρα που συναντηθκανε. σως ταν η πρτη φορ που την κοταξε κι αυτς στα μτια απ την ρα που την συνντησε κι αποφασιστικ επε πως θα μενει. Μη ξροντας κανες απ τους δυο αν τους φυγε να βρος αν σφχτηκε το στομχι τους πιο πολ για τη κβαση της βραδυς...
Αρκετ ρα επικρτησε σιγ, ταν τα συναισθματα που προσπαθοσαν να βολευτον πριν εκδηλωθον, ταν η κοραση της ημρας που τους κανε να προσπαθον να χαλαρσουν, ταν το φως των κεριν που δημιουργοσε ατμσφαιρα. Σιγ-σιγ αρχσαν να ξεμουδιζουν. Η Μριαμ σηκθηκε κι ρχισε να μαζεει τα πιτα, η Ισμνη προσφρθηκε να τη βοηθσει γιατ δεν ξερε πως να καταπολεμσει τη νευρικτητα της που δεν θελε να φανε. Τα αγρια ρχισαν να μιλνε για διφορα αδιφορα θματα...
Η Μριαμ στην κουζνα πλενε σιωπηλ τα πιτα κοιτντας κλεφτ την Ισμνη λες και περμενε κποιο ξσπασμα. Η Ισμνη σιωπηλ τη βοθησε μχρι να τελεισουν προσπαθντας να συγκρατσει αυτ το κμα που θελε να βγει απ την ψυχ της προς τα ξω. Τελεωσαν και γρισαν μαζ με τους λλους στο σαλνι. Ψξανε κι οι δυο γωνις να βολευτον. Σαν τα γατκια που θλουν να κουρνισουν. Η Μριαμ πγε και χθηκε δπλα στο Γερσιμο. Η Ισμνη παρλο που διακας θελε να κτσει κοντ στον Ορστη προτμησε την ασφαλ αγκαλι του Μιχλη. Με το Μιχλη εχαν μια επαφ ψυχικ πολ προσωπικ. Αρκοσε να κοιταχτον. Με το που τον κοταξε η Ισμνη, κανε χρο και την προσκλεσε να καθσει. Της βαλε να ποτρι κρασ και την ρα που της το δινε την κοταξε με αυτ το φος που λεγε: "μην ανησυχες, λα θα πνε καλ".
Για κανα δωρο ακογαν μουσικ και μιλοσαν χαμηλφωνα σχετικ. λλες φορς σε πηγαδκια των δυο, λλες φορς λοι μαζ. Ο Ορστης μιλοσε αδιφορα αλλ ταν την κοιτοσε το βλμμα του δεν ταν καθλου αδιφορο. Κποια στιγμ αποφσισαν να πνε για πνο γιατ δεν θλανε να χσουν λη την Κυριακ στο κρεβτι. ρχισαν να σηκνονται. Θλανε να απολασουν και την αυριαν μρα. Να κρατσουν τι μποροσαν απ αυτ τη συνντηση.
Ο Μιχλης με τον Ορστη στο διο δωμτιο κι ο Γερσιμος με τον Κστα σε να δετερο. Τα κορτσια μαζ. Το σπτι ρχισε να ηρεμε χι μως κι η Ισμνη. Αντ να ηρεμε νοιωθε να πλκωμα. Αυτ του, δε ξρω τι θλω. Κοταξε τη μικρ δπλα της. Κοιμταν σαν αγγελοδι. Αποφσισε να βγει για να τσιγρο στο μπαλκνι. νοιξε σιγ την πρτα να μην ανησυχσει τους υπλοιπους και κατβηκε στο σαλνι. νοιξε την μπαλκονπορτα κι να γλυκ αερκι της δρσισε το πρσωπο. ναψε το τσιγρο και τρβηξε την πρτη ρουφιξι με κλειστ μτια και της φυγε νας βαρς αναστεναγμς σαν λυγμς.
Κλας; κουσε τη φων του Ορστη πσω της κι αναπδησε ξαφνιασμνη. Συγγνμη, της επε, δεν θελα να σε τρομξω. Κατβηκα να κνω να τσιγρο. Τον κοταξε λγοντας μνο να, κι εγ.
Κρυνεις; τη ρτησε και την αγκλιασε τρυφερ απ τους μους.
Επε να ξεψυχισμνο χι, γιατ η ανατριχλα που νοιωσε δεν ταν απ το κρο αλλ απ την ανσα του δπλα στο λαιμ της, ελπζοντας να την αφσει. Επαμε... κι οι αντιστσεις χουν τα ρια τους.
Γιατ δεν κοιμσαι, της λει και της χιδεψε τρυφερ την πλτη.
Δεν μποροσα κι επα να κνω να τσιγρο, του απντησε μετρντας τα πλακκια στο πτωμα.
Της σκωσε το κεφλι πινοντας την απαλ απ το πηγονι και την κοταξε στα μτια ρωτντας γιατ δεν μποροσε να κοιμηθε.
Δεν μπρεσε να απαντσει... σπασε κθε της αντσταση και τα μτια της ρχισαν να τρχουν ποτμια κι νοιωθε μια αγωνα γιατ αν τη ρωτοσες γιατ κλαει τρα, δεν θα 'ξερε ν' απαντσει. Λγο η εικονικ κατσταση που εχε δημιουργηθε, λγο λα σα ξθαψε κι ανσυρε στη μνμη της, λγο η αγωνα της αν πρεπε να νοιθει τσι, λγο οι ενοχς, λγο απ λα...
Ευτυχς ο Ορστης δεν τη ρτησε. Απλ σκοπισε τα δκρυα της και της δωσε το τσιγρο του να τραβξει μια ρουφηξι. φησε λλον να βαθ αναστεναγμ επε ευχαριστ και γρισε να φγει. Την πιασε απ το χρι την τρβηξε και τη φλησε τρυφερ. Εγ σε ευχαριστ, της επε και γυρσανε στα δωμτια.
Η μρα που ξημρωνε ταν αυτ της αποχρησης. Πσω πλι στην πλη. Στους ρυθμος τους καθημερινος. Υπρχε μια περεργη ατμσφαιρα. Γλυκπικρη. Αυτ η ασθηση του, αφνω πσω κτι μορφο για να γυρσω στη ρουτνα την οποα μως και δεν μπορ να αποφγω. λλωστε πντα οι αποχωρισμο δεν ταν ευχριστοι. ρχισαν να ξυπνον λοι σιγ-σιγ και να σπει η ησυχα που επικρατοσε στο σπτι.
Πρτη σηκθηκε η Ισμνη. πρεπε εκτς απ τα πργματα της να τακτοποισει κι αυτ την δια. Να βλει σε μια τξη τις σκψεις της και τον συναισθηματικ της κσμο. φτιαξε μια κοπα αχνιστ καφ κι κατσε διπλωμνη και κουκουλωμνη δπλα στο παρθυρο σκεπασμνη με μια κουβρτα κρατντας τον καφ ανμεσα στις παλμες και κοταζε ξω το θαμα της φσης. Την ανατολ. κανε μια απεγνωσμνη προσπθεια με τη ζστη που βγαζε ο καφς στις παλμες της σε συνδυασμ με τις ακτνες του λιου που ρχισαν να ξεπροβλλουν δειλ-δειλ στον ορζοντα σα φοβισμνο ζωκι σε απραντο κι γνωστο λιβδι που δεν ξρει τι θα αντιμετωπσει, να ζεστνει και την τερστια παγωμρα που εχε απλωθε στη ψυχ της. Το εχε τερστια ανγκη. νοιωθε τι μσα της υπρχε νας διφανος κρυστλλινος πγος που εχε αρχσει να ραγζει επικνδυνα κι αν δεν ερχταν κτι να το ζεστνει και να λυσει ομαλ, θα 'σπαγε σε χιλιδες κομμτια που δεν θα μποροσε μετ με τποτα να επαναφρει. Κι δη εχε αρχσει να ακοει τις ρωγμς να μεγαλνουν επικνδυνα...
νοιωθε αυτ την παγωμρα να απλνεται με γργορους ρυθμος σε λο της το κορμ σαν ασθνεια. Μνο με την ιδα τρομοκρατθηκε κι ανατρχιασε. Αισθνθηκε τι σε λγο θα μοιαζε σαν τη βασλισσα του χιονιο. Απ παιδ, ταν το μνο παραμθι που την τρμαζε. Κοταζε στο παραμθι το παγωμνο κι δειο απο συναισθματα βλμμα της και για το μνο που ταν σγουρη ταν τι δεν θα θελε ποτ να της μοισει. Εχε μπει μχρι και στη διαδικασα να τη λυπται επειδ δεν μποροσε να νοισει. Θεωροσε τι δεν υπρχει πιο μορφο απ τα συναισθματα και πσω μλλον την εκδλωση τους. Μνο που η πορεα της ζως της την κανε να πιστεει πως αυτ ταν να μεγλο ψμμα.
Αισθανταν τι η μορα της παιζε κποιο παιχνδι. Γιατ να μην εναι τα πργματα πιο απλ. Δεν εχε ζητσει ποτ τποτα ιδιατερο στη ζω της. Δεν εχε ποτ πρθεση να βλψει κανναν κι εχε πντα τις καλλτερες προθσεις για λο τον κσμο. Αλλ χι οι λλοι γι' αυτν. Κι αναρωτιταν γιατ σ’ αυτν. Γιατ; Τ εχε κνει κι πρεπε να πληρνει τη ζω της με τση πκρα. Λνε πως ,τι κνεις σου ρχεται διπλ πσω. Τ εχε κνει τσο κακ, για να της χαρζει η ζω μνο πκρα; ποια στιγμ της ζως της νοιωθε λγη χαρ πντα θα συνοδευταν με πολ πνο και πολ πκρα. Φοβταν πλον να χαρε. Και τις λγες στιγμς που ξεχνιταν μετ δεν μποροσε να ησυχσει γιατ περιμνε με αγωνα τι κακ θα συμβε. Εχε αρχσει να μην αντχει λλο αυτ το μαρτριο.

                Στου Μυαλο Μου Τα Παρξενα Σοκκια...

...εναι νοιξη! Απβραδο. Με πνγει η νοιξη. Μου κβει την ανσα. Δεν αντχει πια η ψυχ μου να κουβαλσει τση ομορφι. Σαν να φορτσεις στη ρχη μιας κμπιας να κκκινο ρδι. Φουσκνουν οι φλβες μου, πονει το αμα μου, παλεουν να βλαστσουν οι σπροι μσα μου και δεν υπρχει χμα για να ριζσουν. Δεν υπρχει αρκετ νερ να ποτιστον. ταν πρεπε να κψω λους τους γριους θμνους να ελευθερωθε το τοπο, δεν το 'κανα. Λυπθηκα τα φδια, που δεν θα εχαν λλες φωλις για να κρυφτον. ταν πρεπε να φυλξω λγο νερ, για ρα ανγκης, δεν το 'κανα. Λυπθηκα τ' αδσποτα, που διψοσαν. Τρα... Τρα, πς να φυτρσουν οι βολβο; Πως να ποτιστον τα νειρα... Παρ' λα αυτ, δεν λω πως δεν βρσκω κποιες λσεις. Πντα υπρχει να ξεχασμνο, δειο κονσερβοκοτι στη ψυχ μου. Με φτνει για να φυτψω να λουλοδι, εποχικ.
Η νοιξη χει χρματα και συναισθματα. Εναι η δια η ζω. Το απβραδο ηρεμε την πλη. Υπρχει μια περεργη ησυχα. Αδειζεις το μυαλ σου απ λο αυτ που σε πιζει και δεν μπορες να το εκφρσεις γιατ κανες δεν θα σε καταλβει πνω σε να λευκ χαρτ. Κι αν χεις φαντασα η κμπια γνεται τερστια και το ρδι μικρ. Οι θμνοι μετατρπονται σε τροπικ τοπο. Τα αδσποτα σε ευγνωμονον, τα φδια κουλουριζονται στις φωλις τους τοιμα να κνουν τη δικ τους δουλει για το οικοσστημα. Ξαφνικ φυσει να δροσερ αερκι κι να αστρι πφτει απ τον ουραν. Εσ κνεις μια ευχ. Και να δκρυ κυλει απ τα μτια σου. Το δκρυ ξαφνικ γνεται λμνη. Τρα χεις και νερ να ανθσουν οι βολβο. να γλυκ χαμγελο ρχεται στα χελη σου και τρα ξρεις. Η ελπδα πεθανει πντα τελευταα.
Εναι κτι νχτες, που τ' αστρια κατεβανουνε χαμηλ. Που λυνει το φεγγρι και νοτζει τη ψυχ σου. Εναι κτι νχτες, που λα σιγοτραγουδον. Ακμα κι οι πτρες. Και τα ξερ κλαδι. Αυτς τις νχτες προτιμ να σε θυμται η μοναξι σου. Κι ρχεται ακλεστη. Χωρς να χτυπσει οτε καν την πρτα, να ρωτσει αν δχεσαι επισκψεις. Χωρς να κρατ η αφιλτιμη, οτ' να λουλουδκι. Οτ' να γλυκ, μπας και σε ξεγελσει.
Τα αστρια υπρχουν πντα... η νχτα μας δνει τη χαρ να τα βλπουμε και να αισθανμαστε το απραντο. ταν τα κοιτ δεν σιγοτραγουδ λλωστε θα μουν παραφωνα στο μεγαλεο του κελαρσματος της φσης. Απλ απλνω το χρι μου ψηλ. Και το φεγγρι χαμηλνει για να με βοηθσει να κτσω πνω του για μια βλτα εκε ψηλ. Μακρι απ τη μοναξι. Ανμεσα στ αστρια. Κι απλνω το χρι μου και πινω την αστερσκονη. Και κοιτ χαμηλ... εναι τσο μικρο αυτο εκε κτω. Κι ταν τελεισει η βλτα μου καταβανω πλι εδ και τινζω τα μαλλι μου να πσει ση αστερσκονη χει μενει και προδδει το μικρ μου διλειμμα. Χαμογελ που ξεγλασα τη μοναξι μου και συνεχζω να κοιτ τ αστρια.
μως, δεν γνεται να ζεις χωρς να ονειρεεσαι… Δεν χει νημα. Δεν χει ουσα. Να ονειρεεσαι! Κοτα μνο να 'χεις σταμπρει καλ την ξοδο κινδνου απ τα νειρ σου. Ττε σζεσαι… Και ποα εναι η ξοδος κινδνου; Τποτα δεν εναι στη ζω, το παν! χει και παρακτω… χει κι λλο… Προχρα, λοιπν, ξεκλλα! Αυτ εναι η ξοδος κινδνου.

                                        ρθες να Βραδκι...

...τσι απλ κι ρχισες σαν αερικ να περιδιαβανεις τα στεν και σκοτειν σοκκια του μυαλο μου και να γλυστρς τσο γργορα και να σηκνεις σκνη. Ξαφνικ μπκε κτι ζωνταν στα μονοπτια μου και φωτειν και στην αρχ απλ το μυαλ μου τεντθηκε νωχελικ. Σαν ταβερνιρης σε απομακρυσμνο ψαροχρι που πρπει να ανασκουμπωθε γιατ περνει κσμος ξω απ το μαγαζ χωρς να υπολογζει τι θα μπει και μσα!!! λα ντε μως που ο απρσμενος αυτς ταξιδιτης εδε φως και μπκε χωρς να γνωρζει τι αυτ το μρος που του ρεσε και του φνηκε τσο οικεο εχε καιρ να φιλοξενσει πραγματικ κποιον.... Και μπκε με λη του την θετικ αρα και τρβηξε τα πντα στους δικος του ρυθμος... λα τα μικρ στενκια φωτστηκαν, τα παραθυρφυλλα νοιξαν, οι νοικοκυρς ανασκουμπθηκαν και ρχισαν το φρεσκρισμα για να εναι λα τοιμα και καθαρ χωρς να ξρουν το γιατ τσι απ συνθεια. Και πνω που λα ρχισαν να λειτουργον πυρετωδς ρθε ο Δμαρχος και ρτησε τσι απλ γιατ λα αυτ; Και κανες δεν ξερε να απαντσει... Τι να πουν; Ηρθε να αερικ και μας παρσυρε στο μαγικ του δρμο... Ποις τολμ λλωστε να παραδεχτε κτι ττοιο; Ποις τολμ να παραδεχτε τι αυτ που συνβη ακμη κι αν δεν εχε νημα σο τρελλ κι αν ταν του δινε ζωντνια και του ρεσε και ταυτστηκε ξω απ τα πρπει και τα μη; Κι ο ταβερνιρης τρμει ξαφνικ γιατ δεν ξρει αν μπορε να φιλοξενσει πως πρπει το χαρομενο ταξιδιτη. Αλλ προσπαθε να το κνει σο καλλτερα μπορε.

                  ταν Η Ψυχ Μου Αποφασζει Να Ταξιδψει...

... το βρδυ, εδε μια πλη σχεδν φντασμα. Χτισμνη σε να βρχο πλ'αι στη θλασσα σχεδν ερημωμνη αλλ με λγη πνο μσα της κι αποφσισε να μην της κνει παρα μνο το απραντο γαλζιο της θλασσας. Κοταξες γρω σου αλλ σε κυρεψε η αισιοδοξα και δεν σε παρσυρε η μελαγχολα που τσο ντονη αναδυταν απ παντο. ξυπνα σκφτηκες να δσεις λγη απ τη ζωντνια σου στην καρδι της πλης για να γνουν τα λλα εκολα, γργορα και απλ. Λειτοργησες σαν το αγρι με τον μαγικ αυλ. Μπκες στην παλι ταβρνα που δειχνε τι εχε ζσει μεγλα μεγαλεα... Η πρτα της ταν μικρ αλλ φιλξενη. Μπανοντας ριξες μια ματα γρω και ζγισες τα πργματα. Γρω πτρα και ξλινα δοκρια, στη γωνι να τζκι και φανρια στους τοχους. Ο ταβερνιρης ανασκουμπθηκε. Σε εχε δει αλλ δεν περμενε να μπεις. Δεν υπολγισε σωστ. Εχε απ καιρ σταματσει να ελπζει και να προσπαθε μνος. Σου χαμογλασε στην αρχ μουδιασμνα, μλις εσ χαμογλασες και του επες πσο μορφα νοιωσες εκε που μπκες, ανασκουμπθηκε και σκφτηκε τι δεν θα ταν σχημη μια παρα στω και για λγο. Εχε καιρ να μιλσει. βαλε στα ποτρια κρασ κι ναψε το τζκι. ξω εχε αρχσει να ψιλοβρχει αλλ μσα ανψανε κερι που εχαν τσο καιρ να ανψουνε και εχε τσο γλυκει ατμσφαιρα. Κι κατσες εκε δπλα στο τζκι να ξεδιπλνεις τα φλλα της ψυχς του ταβερνιρη να-να προσεκτικ να μην τα σπσεις. Εν το μεταξ η ενργεια σου εχε απλωθε παντο ακμα κι αν δεν ταν αυτ η πρθεση σου, εχες δη αρχσει να δνεις πνο στην πλη. Κι η κουβντα κρτησε μχρι το ξημρωμα και βγκε το πρτο φως της αυγς κι ταν εδατε τον λιο να αναδεται απ τη θλασσα χαμογελσατε κι οι δυο. Ξρατε...
Βγκες ξω να κνεις μια βλτα στο δροσερ πια αρα της πλης και να σκεφτες πιο ταν το επμενο βμα....

                              Η Πρτη Βλτα Στην Πλη...

...με το που βγκες ξω, στο πλακστρωτο αντκρυσες το μεγαλεο του Θεο. Οι πρτες ακτνες του λιου χιδευαν απαλ τη νοητ γραμμ που χριζε τον ορζοντα απ τη θλασσα κι τσι πως ξαπλνανε πνω της και την χαιδεανε, το αερκι τους χριζε να μορφο ιριδζων χρμα λες κι ταν η ανταμοιβ που κατεβκαν μχρι τη γη να μας χαρσουνε φως!
Το αερκι στο πρασμα του σου χρισε να δροσερ χδι στο πρσωπο για να σου τραβξει την προσοχ απ τον πνακα της φσης και να συνεχσεις το ταξδι σου.
Κοντοστθηκες σαν να μην ξερες αν θελες να συνεχσεις το δρμο σου στο πλακστρωτο της παραλας θα χωθες στα στεν σοκκια και να ανακαλψεις τα μυστικ τους.
Τελικ απφσισες να συνεχσεις την αποπλνηση αυτς της πλης με γλυκ τρπο και περικαλυπτικ!
Συνχισες να προχωρς στην παραλα αλλ μνο και μνο γιατ εχες τις εντυπσεις απ τα χρματα της αυγς που σε γεμζαν μπνευση. Συνχισες να περπατς με να ασθημα ευφορας και να χαμγελο ευχαρστησης σαν να εχες πρει μια μικρ ανταμοιβ για την απφαση σου να κνεις αυτ το ταξδι.
Κοταξες ψηλ και εδες να σπτι που μοιαζε εγκαταλελειμνο να στκει εκε αγρωχο πνω στους βρχους και να φλερτρει με τα κματα. Κτι σε μαγντισε, σε τρβηξε προς τα κει νοιωσες τι θελες να το δεις απ κοντ. Να δεις ποιος δρμος σε οδηγε εκε. Να νοισεις τα βιματα του, να ακοσεις την ανσα του κι αν εσαι τυχερς σως και τη φων του. Ποις ξρει σως να εχε να σου πει κποια σημαντικ ιστορα...
σο πλησιζες τσο πιο ανηφορικς και δσκολος γινταν ο δρμος λες κι υπρχε μια φυσικ προστασα γρω του. σο ανβαινες εχες την ασθηση τι εκε μποροσε να φτσει μνο κποιος που πραγματικ το 'χει πρει απφαση. Λες και δεν στεκταν εκε απλ για να κνει εντπωση, οτε για τους περεργους. ταν εκε μνο για σους πραγματικ θλανε να το δουν, να το θαυμσουν ακμα και να το απορρψουν. Αλλ θα παρνανε την απφαση τους αφο το γνωρσουν πραγματικ...

                          Η Αρα Του Πτρινου Σπιτιο...

...ταν φτασες, σε συνεπρε και το δος σου μεγλωσε. Στεκταν μπροστ σου ψηλ κι επιβλητικ αλλ συνμα και φιλικ. πλωσες το χρι κι νοιξες την παλι βαρει σιδερνια του αυλπορτα... τριξε με ναν χο λες και σε περμενε...
Προχρησες παρατηρντας τον κπο. νας τερστιος κπος που τα μνα που δεσπζανε πλεον ταν τα δντρα. Κποτε μως ο κπος ταν ολνθιστος. λο ζω. Το νοιωσες. νοιωσες τη δροσι του, τις μυρωδις του μχρι και την ξεγνοιασι του. νοιωσες μως και το μαρασμ του. Προχωρσες δειλ προς το σπτι. Ο κισσς εχε φρξει ελαφρ την ξλινη βαρι πρτα του. Λες και προσπαθοσε να κρψει την εσοδο του. Να σφραγσει τα μυστικ του αλλ στο πρασμα σου παραμρισε να σε αφσει να ανακαλψεις αυτ τα μυστικ. Την νοιξες και βρθηκες μπροστ σε μια τερστια σλα. Πρπει να ταν σκφτηκες πολ αρχοντικ εδ μσα παρλο που να σννεφο ριχνε σκληρς σκις στα λιγοστ αντικεμενα που εχαν μενει να θυμζουν τη ζω του. Πριν καλ καλ τελεισεις τη σκψη σου να απαλ αερκι φσηξε και κλεισε την πρτα πσω σου. Αλλ σπρωξε και το σννεφο και φησε τις ακτνες του λιου να πσουν μσα στο σπτι απ τα ανοιχτ παρθυρα. ταν σαν να πρε μια βαθι ανσα ανακοφισης η αρα του σπιτιο. Σαν να σε καλωσρισε. Ανβηκες τη βαρι σκλα που σε οδηγοσε στα πνω πατματα. Στους τοχους υπρχαν σημδια απ κδρα. πως ανβαινες εδες πνω απ το τζκι που δεν εχες προσξει μπανοντας το σκονισμνο πορτρατο μιας μορφης αλλ θλιμμνης γυνακας. Γιατ ραγε εχε μενει εκε; Η ακτνα του λιου που πεφτε πνω του ταν σαν προβολας που φτιζε την μορφη θλψη της. Το κοταξες για αρκετ ρα και προχρησες. Εχες μια αγωνα να δεις λη τη δομ του σπιτιο. πως το περμενες στο πνω πτωμα υπρχαν αρκετς πρτες κι λες κλειστς...
Προσπθησες να τις ανοξεις λες αλλ ταν κλειδωμνες. Μπκες στο μοναδικ δωμτιο που βρκες ανοιχτ. Πρπει να ταν παλι βιβλιοθκη. Δωμτιο που σου προκλεσε να ευχριστο ργος στη ραχοκοκκαλι. Υπρχε κι εκε να τζκι αλλ προσδιδε μια χλιδ. Λες και το δωμτιο αυτ ανκε αποκλειστικ σε κποιον. Ηγετικ κι ισχυρ τομο. Γνωστικ και διαβασμνο. σως να ταν και το φθαρμνο γραφεο στην λλη γωνα του δωματου με τη φθαρμνη δερμτινη καρκλα και το σπασμνο φωτιστικ που δημιουργοσε τις εντυπσεις. Πλησαζοντας το γραφεο δεν αντιστθηκες στον πειρασμ να ανοξεις τα συρτρια του. ταν λα δεια και το μνο που βρκες ταν να κλειδ, -ξαφνικ νας κμπος στο στομχι. Λες να ανογει κποια απ τις πρτες; σκφτηκες και το πιασες με μια ανεξγητη λαχτρα στα χρια. Βγκες ξω και προχρησες προς τη δυτικ πλευρ που βλεπε στη θλασσα. Αυτ την πρτα θα θελες να ανοξεις αλλ δυστυχς η απογοτευση γρφτηκε στο πρσωπο σου ταν το κλειδ δεν ταριαζε εκε. Συνειδητοποησες τι η πρτα που τσο θελες να δεις τι κρβει απ πσω σως να ταν κι η μνη που πιθανν να μην ερισκες το κλειδ. Απογοητευμνη προχρησες προς τις λλες πρτες που νμιζες τι εναι ανοσιες αλλ με μια κρυφ λπδα τι σως σε βοηθοσαν να φτιξεις το παζλ και γιατ χι σως κπου εκε να υπρχε το πολυπθητο κλειδ. Εν το μεταξ σο περνοσαν αυτς οι σκψεις απ το μυαλ σου δοκμαζες μηχανικ το κλειδ στις κλειδαρες. Και την ρα που αναρωτισουν αν στο σπτι υπρχε κελλρι, το κλειδ γρισε...
Μια πρτα θα ανοξει επιτλους για σνα. Το θμα εναι τι κρβει απ πσω...

                                  Το Παιδικ Δωμτιο...

... τανε πσω απ την πρτα που νοιξε και σου τρβηξε την προσοχ παρλη την απογοτευση που νοιωσες γιατ δεν ταν η πρτα που επλεξες. Σε δυσκλεψε στο νοιγμα της γιατ ταν καιρ κλειστ. Χρειστηκε να τη σπρξεις. Μπανοντας μσα σε τφλωσε ο λιος που μπαινε απ το παρθυρο γιατ δεν υπρχαν οτε παντζορια οτε κουρτνες. Για την ακρβεια υπρχε μνο το να φλλο μιας κουρτνας κιτρινισμνο και σκισμνο. βαλες το χρι σου για να προστατευτες απ την αντηλι και τη σκνη και να μπορσεις να περιεργαστες το χρο. Απναντι σου αριστερ απ το παρθυρο υπρχε μια σπρη μεγλη πολυθρνα με μπρτσα. Η ταπετσαρα της εχε μπλε μικρ λουλοδια και πνω της υπρχαν κποια παιχνδια. να carrousel μεταλλικ, να ξλινο σπιτκι και διφορα λλα παιχνιδκια. Προχρησες προς το παρθυρο και σκυψες να πισεις απ κτω να αυτοκινητκι. Παιδικ δωμτιο αγοριο σκφτηκες κι αμσως μετ στρεψες το βλμμα σου δεξι. Η σκονισμνη κονια με την κουνουπιρα και τα σπρα-μπλε σεντονκια στο επιβεβαωσαν. Γρισες δεξι και εδες πσω απ την πολυθρνα μα συρταριρα. Πνω της υπρχαν διφορα παιδικ αντικεμενα και η φωτογραφα της γυνακας που εδες πνω απ το τζκι. Εδ δεν ταν καθλου θλιμμνη. Αντιθτως ταν πολ χαρομενη. λαμπε!
ρχισες να ανογεις και εδ τα συρτρια με την ελπδα τι θα ανακαλψεις κτι ακμα. Εχες εστισει πιο πολ τι εναι αυτ που αναζητς. Δεν ταν μνο το σπτι αυτ που σε τρβηξε. ταν η ιστορα του. Αλλ η ιστορα του ταν αυτ η γνωστη. Το βλμμα της σε εχε μαγνητσει. θελες να μθεις τα πντα γι αυτν.
Στο πρτο συρτρι δεν βρκες παρ μνο μερικ σκρπια πργματα.
Στο δετερο συρτρι βρκες κποιες φωτογραφες οι οποες μως δεν σε βοηθσανε και πολ. Μακρυνς φωτογραφες με πολλ τομα απ κποια γιορτ. Αδιφορες.
Στο τρτο μως συρτρι βρκες να μεγλο δερμτινο «βιβλο» με κτρινα φλλα, πιο πολ μοιαζε με ημερολγιο. Το νοιξες. ταν γεμτο φωτογραφες. Της οικογνειας. Με ημερομηνες και σχλια. ρθε η ρα να προσπαθσεις μσα απ αυτς τις φωτογραφες να αρχσεις να συνθτεις τα κομμτια και να βλεις τις σκρπιες υποθετικς σκψεις σου σε μια σειρ. Πριν μως κτσεις να το μελετσεις σε απασχολοσε μια σκψη και γι αυτ προχρησες και νοιξες την ντουλπα. Οτε εκε υπρχε τποτα. Η σκψη σου παρμεινε καρφωμνη. Δεν υπρχε πουθεν οτε να ροχο. Οτε στη ντουλπα. Οτε στα συρτρια. Γιατ δεν υπρχαν τα ροχα του παιδιο πουθεν....
Δεν φησες αυτ τη σκψη να σε απασχολσει παραπνω γιατ θελες να δεις τις φωτογραφες. φυγες και γυρσες στη βιβλιοθκη. ταν το μνο μρος που θα θελες να κτσεις και να λβεις μρος νοητ στα δρμενα του σπιτιο και των κατοκων του.
Ασυνασθητα κατσες μπανοντας στη βιβλιοθκη στην παλι δερμτινη πολυθρνα και ακομπησες το ερημα σου στο γραφεο. Το φως του λιου ταν ακμα αρκετ και βοηθοσε στο ταξδι αυτ των ξνων αναμνσεων που ξεκνησες να κνεις.
Γρισες την πρτη σελδα και εδες το μικρ πλασματκι το οποο γμιζε με τις φωνς του δωμτιο στο οποο πριν απ λγο βρισκσουν. Στις πρτες σελδες εχες την ευκαιρα να δεις και να αποτυπσεις λα τα μορφα χαρακτηριστικ του μικρο αγοριο το οποο δεν πρπει να ταν πνω απ 3 ετν. Στις επμενες εχες την ευκαιρα να θαυμσεις για λλη μια φορ την ομορφι αυτς της γνωστης που το κρατοσε αγκαλι. Προφανς επρκειτο για τη μητρα του παιδιο. Κι αυτ χι τσο γιατ το κρατοσε αγκαλι αλλ γιατ λαμπε ολκληρη ταν το κοιτοσε. Στην τελευταα σελδα υπρχε και μια αντρικ φιγορα μαζ τους που μλλον επρκειτο για τον πατρα στον οποο ανκε κι ο χρος που καθσουν. ντως φαινταν επιβλητικς νθρωπος κι αγλαστος. Παρλο που ταν μια οικογενειακ φωτογραφα ο διος τανε βλοσσυρς. Το 'κλεισες και μαζ κλεισες και τα μτια σου για να συγκρατσεις μνο την εικνα της. Σε εχε εξουθενσει μεν λη αυτ η συναισθηματικ παλτα που ζωγρφιζε συναισθματα μσα σου αλλ δεν σε φηνε κιλας να ηρεμσεις. Δεν εχες πρει ακμα τις απαντσεις σου. Αντιθτως σου εχε δημιουργσει ακμα μερικ ερωτματα. Ο λιος εχε δσει κι εσ εχες βυθιστε στις σκψεις σου με τις οποες και αποκοιμθηκες στην πολυθρνα....

                                         Το Ξημρωμα...

...οι πρτες ακτνες του ηλου σκσανε δειλ μσα απ τα γυμν απ κουρτνες παρθυρα. ρθαν και σου χαιδψανε απαλ το πρσωπο πως μια μνα γλυκοξυπνει το παιδ της. Τεντθηκες και τινχτηκες αποτμα ταν συνειδητοποησες που βρσκεσαι. Κοταξες γρω σου για να προσδιοριστες στο χρο. νοιωσες σαν να εχες χσει πολτιμο χρνο. Σηκθηκες με την ξαφνικ επιθυμα και το νερο ενς νεαρο παιδιο που το περιμνουν σπουδαες ανακαλψεις να δεις αν τελικ το σπτι εχε κελλρι!!!
Κατβηκες τις σκλες σχεδν τρχοντας παρλο το ξαφνικ ξπνημα και το μοδιασμα απ τον βολο πνο. ριξες μια ματι στο πορτρατο της γνωστης σαν να την καλημριζες και συνχισες να βρεις την κουζνα που πιθανς αυτ να σε οδηγοσε στο κελλρι. Πργματι μια πιο μικρ πρτα δπλα απ τον τερστιο μαρμρινο πγκο της κουζνας ταν εκε. Να εναι αυτ; Αναρωτθηκες και προχρησες προς τα κει. Ευτυχς η μρα δεν ξεκινοσε με δυσκολες. Η πρτα δεν ταν κλειδωμνη. Αλλ η σκλα που οδηγοσε κτω ταν πολ σκοτειν. ριξες μια κλεφτ ματι στην κουζνα και με χαρ εδες τι για λλη μια φορ η τχη σου χαμογελοσε. Μια λμπα στεκταν εκε τοιμη να σε οδηγσει στα δυτα του σπιτιο. Την ναψες και κατβηκες προσεκτικ τις σκλες. Το τρξιμο κθε σκαλοπατιο σε οδηγοσε λο και πιο κοντ σε λλο να μυστριο που μπορε να σου συμπλρωνε την εικνα που εχες σχηματισμνη στο μυαλ σου. Η θα του δωματιο σε κανε να κοντοσταθες για αρκετ ρα μχρι να το χαρτογραφσεις με μια γργορη ματι. Αριστερ σου μια τερστια κβα με σκονισμνα μπουκλια απ κρασ. ταν εκει σαν μικρς πολτιμος θησαυρς που περιμνει να ρθει η κατλληλη στιγμ για να εκτιμηθον. Τποτα δεν δειχνε τι μπορε και να μναν εκε για πντα. ταν μια φυσιολογικ εικνα κβας με καλ παλι κρασ. Γυρζοντας το βλμμα σου ακριβως απναντι εδες στο κντρο να γραφεο που προφανς χρησμευε εκε μνο σαν βοηθητικς πγκος για το προσωπικ του σπιτιο. Και γρω πργματα αποθηκευμνα. Προχρησες προς τα κει. ψαχνες με το βλμμα σου να δεις τι μπορε να σε βοηθοσε να λσεις το γρφο σου. Και σε αυτ το γραφεο υπρχαν συρτρια. Αλλ τι μπορε να περιχουν ραγε σκφτηκες σημαντικ. Τα νοιξες παρλα αυτ. Κι μως μια αρμαθι απ κλειδι ταν στο πρτο συρτρι. Περιεργστηκες και τα υπλοιπα πργματα γρω γρω αλλ δεν εχαν κτι το ενδιαφρον.
Με τα κλειδι σφιχτ κρατημνα στο αριστερ χρι, λες και θα στα παιρνε κανες, και τη λμπα στο δεξ ρχισες να ανεβανεις πλι προς τη σλα να δεις με την ησυχα σου σε τι μπορε να σου χρησιμεαν τα κλειδι αυτ. τσι πως στεκσουν στη μση της σλας και τα περιεργαζσουν θυμθηκες τι στο πνω πτωμα υπρχε και μια καταπακτ. Μλλον σοφτα. Εκε σκφτηκες κρβονται τα καλτερα μυστικ και ασυνασθητα κοταξες το κδρο της γυνακας που τσο θελες να ανακαλψεις ποι ταν και χοντας την ασθηση τι με το βλμμα της συμφνησε μαζ σου τρεξες πλι προς τα πνω και ρχισες να δοκιμζεις να-να τα κλειδι να δεις να ταιριζει κποιο στην μικρ καταπακτ. Αφο εχες δοκιμσει δη τα μισ κλειδι και η σκψη σου αμφιταλαντευταν ανμεσα στο να τα δοκιμσεις λα να κατβεις και να αρχσεις να τα δοκιμζεις στις πρτες των δωματων το κλειδ γρισε κι νοιξε η κλειδαρι.
λλη μια πρτα που τριξε μεν αλλ σε φησε να εισβλλεις στο χρο της. Ανβηκες και κοντοστθηκες να συμμαζψεις λγο τις σκψεις σου που τρεχαν σαν τρελλς και σε αποσυντνιζαν. Σκεφτσουν τι εχες ξεκινσει μια βλτα τσι απλ και ευχριστα και τρα καλεσαι απ σνα τον διο να μην εναι μια απερσκεπτη βλτα αλλ μια συγκλονιστικ εμπειρα.
Η σοφτα πρπει να εναι σκφτηκες το αγαπημνο δωμτιο του λιου γιατ παιχνδιζε με διφορα αντικεμενα που γυαλζανε και δινε πολλ και μορφα χρματα. Λες και αυτ το σημεο του σπιτιο ταν το πιο ζωνταν!
Παρλο που εχες την εντπωση τι θα ταν να γεμτο δωμτιο με χρηστα πργματα δεν εχε μσα παρ μνο μια καρκλα και να μπαολο λες και κποιος ερχταν συχν και τα χρησιμοποιοσε. Προχρησες προς το παρθυρο και κοταξες ξω το γλυκοχραμα. Αυτ η πλη φαινταν τσο μορφη την αυγ και εχες την επιθυμα μλις λσεις αυτ το γρφο να τη γυρσεις σπιθαμ προς σπιθαμ. Εχες μια ακατανκητη επιθυμα να την κνεις δικ σου.
Τρβηξες την καρκλα κι κατσες μπροστ στο μπαολο και το νοιξες....

                                     Ατομικ Αναδρομ…

… κανες καθισμνη πολ ρα μπροστ του με τα χρια στα γνατα. πιασες τον εαυτ σου να παρατηρε το περιεχμενο αλλ σουν κολλημνη στην καρκλα σαν μαρμαρωμνη και δεν μποροσες να απλσεις το χρι να αγγξεις το οτιδποτε. ταν λες και τα χρια σου κρατοσαν τα γνατα σου ασυνασθητα για να μην αρχσουν να τρμουν. Μνο που τα συναισθματα σου ταν ανμικτα. Δεν μποροσες να προσδιορσεις το γιατ.
μεινες αρκετ ρα σε αυτ τη στση αλλ νμιζες τι ταν αινες. Περσανε απ το μυαλ σου χιλιδες πργματα. τανε λες και ταν νοιξες το μπαολο βγκε απ μσα το λλο σου μισ κι σουν υποχρεωμνη πριν προχωρσεις να κνεις μια εσωτερικ συζτηση. Ποι πραγματικ εσαι και τι πραγματικ αναζητς. Λες και μια ακατανκητη δναμη σε σπρωξε να κοιτξεις τον καθρφτη της ψυχς σου. Εδες τον εαυτ σου απ ττε που μποροσες να τον θυμηθες. Παιδκι ακμα με τα κοντ παντελονκια. Ποι σουν εσ και ποια ταν η θση σου απναντι στους λλους. Ποια ταν η θση των λλων απναντι σου. Τα μορφα και τα σχημα πργματα που χεις ζσει. Αισθνθηκες σαν να μπκαν υποχρεωτικ σε μια ζυγαρι και πρεπε να κνεις τον απολογισμ σου. Να πεις στον εαυτ σου τι πραγματικ θλεις απ τη ζω. Και να σαι εδ τρα παρλα σα χουν γνει να ψχνεις πραγματικ τα θλω σου. Να αναζητς αυτ που εσ θλεις. Το τοπο των σκψεων σου ρχισε να ξεκαθαρζει και να ηρεμε.
φησες τα γνατα σου κι ρχισες να αγγζεις δειλ το περιεχμενο του μπαολου. Μικρ και μεγλα αντικεμενα αναμνσεις δικς της που προσπθησες με την αφ να τις δεις και να την καταλβεις. Ξαφνικ το χρι σου πιασε να ξλινο μεγλο αντικεμενο που σου φνηκε σαν μικρτερο μπαουλκι. Το τρβηξες με σκοπ να δεις τι κρβεται μσα.
Και ναι! Αυτ κρυβε πολλ. Δεν ταν μπαουλκι αλλ να ημερολγιο. Δικ της σκφτηκες και σκρτησε η καρδι σου. Το νοιξες με χρια που τρμανε και ρχισες να διαβζεις ρουφντας την κθε λξη του.
ρχισες να σχηματζεις εικνες τσο χαρακτηριστικς που νοητ βρθηκες μσα στη ψυχ της. Μσα στα μικρ της μυστικ.
Με κθε σελδα που τελεωνες βωνες μαζ της τις χαρς και τις λπες της.
Πρασαν ατελεωτες ρες και το κατλαβες ταν πια εχε αρχσει να σουρουπνει και εσ σχεδν τελεωνες την ανγνωση σου….
Ο λιος δεν ταν πια σμμαχος σου…. Και σουν αποκαμωμνη απ τις τσες εναλλαγς συναισθημτων που ζησες σε τσο λγες ρες. νοιωθες σαν να εχες ζσει μσα σε τσο λγο διστημα μια δετερη ζω.
Τελεινοντας γειρες πσω αποκαμωμνη...
Βωσες τη χαρ με το γμο της, τη δρμα της που δεν ταν τσι πως τον περμενε, την ελπδα τι λα θα πνε καλλτερα με τη γννηση το γιο της, τη θλψη της απ τον ξαφνικ χαμ του, την απογοτευση της απ τη ζω και την παρατηση της απ αυτ. ζησες λεπτ προς λεπτ το μαρασμ της κι νοιωσες τσο ντονα την ανγκη να σουν εκε να της πισεις το χρι. Να την πρεις αγκαλι και να την τραβξεις μακρυ απ λα αυτ αλλ και τσο κοντ σου.
Ξαφνικ νοιωσες να πνγεσαι και να θες να φγεις ταν μηχανικ χιδευες το ημερολγιο της και στο πσω μρος ανακλυψες να κλειδ…. Δε μπορε σκφτηκες και σηκθηκες.
Κατβηκες την σοφτα σχεδν τρχοντας και τρμοντας βαλες το κλειδ στην πρτα που τσο λαχχταροσες απ την αρχ να δεις τι κρβει απ πσω. Και το κλειδ γρισε….

                                        Στο Δωμτιο...

…κλεισες τα μτια σπρωξες την πρτα και μπκες. νας ελαφρς αρας σε χιδεψε στο πρσωπο κι νοιξες τα μτια. Ναι! ταν το δωμτιο στο οποο λαχταροσες απ την αρχ να φτσεις για να κλεσεις τον κκλο σου στο σπτι αυτ που τσο πολ σε εχε μαγνητσει. Αν και το τζμι στην μπαλκονπορτα ταν σπασμνο οι μεταξωτς κουρτνες ταν ακμα εκε και χορεανε με κθε κνηση του ανμου. Αριστερ ταν μια μορφη συρταριρα με διφορα δικ της αντικεμενα και στη γωνι νας μεγλος οβλ καθρπτης με σιδερνια μαρη κορνζα κι απ κτω 6 μικρ συρτρια σε τρεις σειρς που στηριζνταν επσης σε σιδερνια πδια. Στο πνω μρος ακουμπισμνα ευλαβικ διφορα δικ της αντικεμενα. Πλησισες κι πιασες να-να τα μπουκαλκια απ τα αρματα της και χιδεψες το αλαβστρινο μπρτσο απ τη βορτσα της. Κοταξες το εδωλο σου στον καθρπτη για να ανακαλυψεις τι στο πρσωπο σου υπρχε να τερστιο χαμγελο ικανοποησης κι ηρεμας. Εχες αφσει για το τλος τη γωνι του κρεββατιο. Γρισες προς το μεγλο σιδερνιο κρεββτι με τον ουραν κι κλεισες πλι τα μτια. Την εδες εκε πνω στο κρεββτι νωχελικ ξαπλωμνη να γρφει στο ημερολγιο της. Αυτ τη φορ εχε τα σγουρ της μαλλι χυμνα στους μους της και τραβηγμνα προς την μια πλευρ. Δεν μποροσες να τη χορτσεις αυτ την οπτασα. Προχρησες προς το κρεββτι. Εχες τσο ανγκη να τη νοισεις κι σουν τσο κοντ της. Ξπλωσες, χιδεψες τα σκεπσματα κι να ργος σε διαπρασε. πιασες το μαξιλρι και το φερες στο πρσωπο σου. Εχε ακμα το ρωμα της. Ξπλωσες νοητ δπλα της τη πρες αγκαλι κι αποκοιμθηκες ευτυχισμνη…

   ταν να απ τα συνηθισμνα πρωιν. Ο λιος εχε αρχσει να ξεπροβλλει τις πρτες ενοχλητικς ακτνες του και τα πουλι εχαν αρχσει να τιτιβζουν. λο αυτ το φως κι ο χος στις ξι το πρω της δικοπτε πντα τον πνο. πως κθε πρω τεντθηκε νωχελικ στο κρεββτι κι λλαξε πλευρ. Δεν εναι αυτ για πρωιν ξυπνματα. Κι βλεπε κι ωραα νειρα...

     πως γρισε μπρομυτα κι ακομπησε το να χρι πνω στο πλοσιο στθος της και το λλο πνω στο γοφ της αναστναξε. Χιδεψε το κκκαλο της λεκνης, -πντα της ρεσε αυτ το σημεο στο σμα της. Το θεωροσε πολ αισθησιακ. νοιωθε το σμα της να ριγ και τους χυμος του να αρχζουν να κυκλοφορον. κλεισε τα μτια κι ασυνασθητα το χρι της γλστρισε πιο βαθι ανμεσα στα πδια της. που νοιξαν επσης ασυνασθητα για να βοηθσουν την εξερενηση της. Το κορμ της ταν ζεστ απ το πρωιν ξπνημα κι πως το μυαλ ακμα κοιμταν κι οι αισθσεις λειτουργοσαν ανεξρτητες κι ελεθερες το κορμ αντιδροσε στις προσταγς τους. Η γλσσα γλειψε κι γρανε τα χελη, λλος νας βαθς αναστεναγμς ξφυγε απ μσα τους και το αριστερ χρι ρχισε να χαδεει το στθος που ρχισε να ανταποκρνεται θετικ στο χδι. Οι ργες της ρχισαν να σκληρανουν, να γνονται ευασθητες και το δεξ της χρι γλστρισε ακμα πιο βαθι μχρι να νοισει την υγρ σχισμ της. Η φαντασα της φερε την εικνα ενς μελαχρινο σωματδους αρσενικο (θολ εικνα, συνοθλευμα σως λων των αντρν που εχαν περσει απ το κορμ της) που εχε μπει αθρυβα στο δωμτιο τη διρκεια που κοιμταν, και την φλησε απαλ στο λαιμ. Στη συνχεια κατβηκε προς το στθος της κι κλεισε απαλ στα σαρκδη και ζεστ χελη του τις ργες της μια-μια και τις πιπλισε μχρι να σιγουρευτε τι αρχζει να υγρανεται. Παρλληλα χιδευε απαλ τη μση της κι ρχισε να τη φιλ με καθοδικ πορεα κνοντας κκλους γρω απ τους λαγνες. ταν ρθε η στιγμ που η φαντασα της κατβηκε και βθισε τη γλσσα του μσα στο ζεστ της κλπο η ανσα της γινε πολ πιο ντονη κι οι αναστεναγμο της ακουστκανε δυνατ στο δωμτιο. Το δχτυλο της βυθστηκε σιγ-σιγ μσα της κι ρχισε να νοιθει τη ζστη υγρ της λβα να βρζει. ταν το αρσενικ της φαντασας της απομακρνθηκε κι πιασε τα πδια της απ τα γνατα και τα νοιξε για να μπορσει να βυθιστε μσα της, φησε το ργανο του να συνεχσει τη διεσδυση και το δχτυλο της μεταφρθηκε στη κλειτορδα της παιζοντς τη μχρι να φτσει στην κορφωση. Τα τινγματα της λεκνης του αρσενικο κι οι σπασμο του οργνου του, τη κνανε να χσει τον ποιο γχο της εχε απομενει και να εναι πολ κοντ στον οργασμ. Αν την βλεπε κανες θα νμιζε τι συνουσιζεται με φντασμα. Οι κυκλικς κινσεις στην κλειτορδα της γιναν πιο ρυθμικς και πιο ντονες κι ταν τον νοιωσε πως ταν τοιμος να τελεισει τον τλιξε σφιχτ με τα πδια της γρω απ τη μση και ξσπασε τον οργασμ της μαζ με το δικ του ανμεσα σε αναστεναγμος και κραυγς. Το σμα της μεινε λγο ακνητο μετ τους σπασμος στη θση της ερωτικς πρξης και μετ τεντθηκε νωχελικ. φερε το χρι στο πρσωπο και μρισε το ρωμα του οργασμο της. Χαμογλασε ευτυχισμνη και γρισε πλευρ...

Αυτ τη φορ ο λιος μπκε διστακτικ να ενοχλσει την κσταση σου. Αλλ δεν σε ενχλησε. νοιξες τα μτια σου κι σουν ευτυχισμνη. Εχε σχεδν εκπληρωθε η επιθυμα σου. Σχεδν μως… ξερες τι κτι λειπε αλλ γνριζες τι δεν ταν η απντηση μσα στο σπτι πια. νοιωθες μια διαφορετικ αρα. Εχες την ασθηση τι τα πντα εχαν λυτρωθε. Σηκθηκες χιδεψες λλη μια φορ το μαξιλρι κι ακομπησες πνω του το ημερολγιο. Εχε ρθει η ρα να φγεις…
Βγκες απ το δωμτιο κλενοντας ευλαβικ την πρτα. ρχισες να κατεβανεις τη σκλα κι ο λιος εχε πλημμυρσει λο το σπτι. Κοταξες τον πνακα και νμιζες τι αυτ τη φορ πραν της θλψης συνλαβες κι να χαμγελο. Χαμογλασες κι εσ και βγκες ξω στον καθαρ αρα να συνεχσεις την περιπλνηση σου...
Διασχζοντας τον κπο πρες μια βαθει ανσα και νοιθοντας ανανεωμνη κλεισες πσω σου και τη βαρει σιδερνια αυλπορτα κι ρχισες να προχωρς προς τα στεν σοκκια αυτς της πλης που δεν σουν σγουρη πια αν την αποπλανοσες σε αποπλανοσε.
Προχωρντας λγα μτρα ριξες μια ματι πσω στο σπτι. Ο λιος το λουζε και φαινταν τσο φωτειν. Εχε ραγε αλλξει κτι ταν η ρα της ημρας ττοια; Και με αυτ τη σκψη χθηκες στα στεν σοκκια της πλης ευχαριστημνη.

                                         Περιπλνηση...

...χωρς καννα σχδιο και χωρς καμμα προκαθορισμνη κατεθυνση. Η πληρτητα που ννοιωσες ξεκινντας τη μρα κρτησε πολ λγο αισθανσουν τι κτι λειπε και το μυαλ σου πλημμυριζταν απ χιλιδες σκψεις. Χοροπηδοσαν ανεξλεγκτα και δεν σε αφναν να συγκεντρωθες. Το χτεσινοβραδιν δημιοργημα της φαντασας σου δειχνε να μη σε καλπτει απλυτα. Κι εναι και λογικ σκφτεσαι. Εσαι νθρωπος που σου αρσουν τα χειροπιαστ πργματα. Πς θα μποροσε λλωστε μια φαντασωση να σε καλψει. Αισθανσουν τι μλις εχε κλεσει νας κκλος κι σουν απλ τοιμη για τον επμενο. Τελικ το ταξδι αυτ σε μπερδεει. ταν ξεκνησες νμιζες τι λα θα ταν εκολα κι απλ πως ταν σχεδν τα πντα για σνα. Ανακλυψες μως τσα καινοργια και διαφορετικ πργματα. Δεν εχες αναλογιστε ποτ τι υπρχει πρα απ τα δεδομνα. Θυμθηκες ξεχασμνα συναισθματα που δεν σουν σγουρη τι μπορες να επεξεργαστες. Κυκλοθυμα, σκφτηκες κι αναρωτθηκες τ θα παιζε τρα ο μαγικς σου αυλς κι ασυνασθητα κοταξες προς τον ουραν. Σμερα η μρα ταν ιδανικ. Ο λιος ταν σμμαχος στο δρμο σου. Δεν ταν πολ φωτεινς ο ουρανς και τα σννεφα ταν εκε μνο για να δνουν χρμα. που κι αν κοταγες δεν εχε κτι το ιδιατερο να το χαρακτηρζει. Αυτ σε βοηθοσε να κρνεις αντικειμενικ τι υπρχε στο οπτικ σου πεδο. Δεν υπρχε τποτα να σε παραπλανε. Αλλ δεν ταν βοηθητικ για σνα. Δεν μποροσες να αποφασσεις ποια θα ταν η επμενη κνηση σου. Αμχανα βαλες τα χρια στις τσπες και προχρησες προς τα στεν σοκκια. Καλλτερα να ρισκρεις παρ να μετανοισεις για κτι που δεν κανες. Περιεργαζσουν να-να τα γραφικ σπτια με τα ξλινα μικρ παρθυρα που σ' λλα σπτια ταν ανοιχτ και σ' λλα κλειστ. Δεν χει ξυπνσει ακμα η πλη, σκφτηκες. λες σου οι αισθσεις εναι τεντωμνες σω τοιμες μη χσεις το παραμικρ. Χρματα, συναισθματα, μυρωδις... Ασυνασθητα γρισες το κεφλι δεξι κι εδες να διροφο κτριο. Αναδονταν μπερδεμνες μυρωδις... αυτ ταν που σου τρβηξε και την προσοχ. Τα πνω παρθυρα τανε ξλινα βαμμνα καφ κι οι εξωτερικο τοχοι βαμμνοι πρσινοι. Τα κεραμδια του δναν μια περσσια ομορφι. Μια βουκαμβλλια ανβαινε απ το παρτρι του πλακστρωτου και σκπαζε το υπστεγο πνω απ την παλι δφυλλη ξλινη πρτα που τανε διπλατα ανοιχτ. Το μωβ της με τα πρσινα φλλα της δινε μια πινελι πολ ζεστ...
Κι μως ταν να ανοιχτ μαγαζ! Με τα παλι κλασσικ στρογγυλ σιδερνια τραπεζκια του καφενεου και σιδερνιες σπαστς καρεκλτσες με ψθα. Προχρησες προς τα κει. Μια ξλινη χειροποητη ταμπλλα κρεμτανε στην εσοδο του μαγαζιο ζωγραφισμνη στο χρι και σε ακαθριστο σχμα. La Luna γραφε με καλλιγραφικ μπλ γρμματα, -ταν μια τσαγερ!!
Εχες τσο ανγκη απ να καφ αλλ και το τσι αν δεν υπρχε καφς ταν μια πολ καλ εναλλακτικ λση. λλωστε εδ που εμαι σκφτηκες δε βινω και τποτα συνηθισμνο. Γιατ μου κνει εντπωση τι μπορε να πιω τσι αντ για καφ κι να πλατ υπροχο χαμγελο απλθηκε στο πρσωπο σου. ταν αποτλεσμα μλλον ικανοποησης που πγαζε απ σνα για σνα. Πριν ολοκληρσεις καν καλ-καλ αυτ την τσο αστραπιαα διαπστωση και να αρχσεις να σκφτεσαι αν θα παραγγελεις κτι παρασυρμενη απ τις μυρωδις απ τα τετριμμνα κουσες μια γλυκει γυναικεα φων να σε ρωτει αν θλεις να παραγγελεις να σου αφσει τον κατλογο να αποφασσεις. Γρισες ξαφνιασμνη... πρπει να πρασε αρκετ ρα η οποα σου φνηκε τουλχιστον νας αινας μχρι να αρθρσεις την πρτη σου λξη ταν αντκρυσες τη γυναικεα φιγορα. Στεκταν μπροστ σου χαμογελαστ χοντας απλσει το χρι της να σου προσφρει τον ξλινο δερματδετο κατλογο. Ζτησες ευγενικ τον κατλογο για να δσεις χρνο στον εαυτ σου να συνλθει και να μη δει την ταραχ σου. Ακομπησε τον κατλογο στο τραπζι κι φυγε διακριτικ κι ερινα σαν νεριδα. Φυσικ δεν κοταγες τον κατλογο γιατ δεν μποροσες να πιστψεις στα μτια σου. Λες κι εχε ζωντανψει το πορτρατο του σπιτιο και στεκταν εκε μπροστ σου να σου προσφρει τσι!!!
Τα μαρα σγουρ μακρυ της μαλλι, το σπρο φρεμα, το βλμμα, το χαμγελο, τα χρια, η κορμοστασι. Δεν εναι δυνατν σκφτηκες και στρφηκες προς τον κατλογο γιατ τρα πραγματικ εχες ανγκη απ κτι πολ δυνατ...

                                          Ανασττωση...

...αλλ πιασες τον κατλογο με χρια που τρμανε. Δεν περμενες ποτ ττοια κατληξη. Στην αρχ τον κοταγες αριστα κι βλεπες να θολ πργμα. Σιγ-σιγ ηρμησες κι εστασες το βλμμα σου. ρχισες να βρσκεις τον εαυτ σου. Αποφσισες να πρεις να τσι με ρωμα γιασεμ, ταν υποσυνεδητο μλλον, το συνδασες με την εικνα της. Δικοψε τη σκψη σου η απαλ της φων που ρθε να σε ρωτσει αν αποφσισες τι θλεις να πιεις χρειζεσαι τη βοθεια της. Εν εχες αποφασσει της ζτησες τη δικ της πρταση. Σου δινταν τσι η ευκαιρα να την παρατηρσεις λγο παραπνω και να εξοικειωθες.
ση ρα μλαγε εσ ρουφοσες σαν διψασμνη τη κθε της λξη, κθε κνση και κθε κφρασ της. Μνον ταν σε κοταγε κατευθεαν στα μτια δεν μποροσες να μη χαμηλσεις τα δικ σου. ταν τσο ντονο και βαθ το βλμμα της λες και κοταγε κατευθεαν στην ψυχ σου. Τελικ προς μεγλη σου ανακοφιση, σου πρτεινε να δοκιμσεις το τσι με γεση γιασεμ. Μπρεσες να πισεις την κρη του νματος. Της επες τι αυτ εχες διαλξει αλλ δεν σουν σγουρη για την επιλογ σου. Σου επε τι ταν ριστη, σου χαμογλασε πρε τον κατλογο και σε φησε πλι στις σκψεις σου.
Αυτ τη φορ σκεφτσουν τον τρπο με τον οποο θα ξετυλξεις το νμα. Δεν ταν δυνατν ν' αφσεις αυτ την ευκαιρα να πει χαμνη. πρεπε να τη γνωρσεις να μθεις.
Μετ απ 10 λεπτ εμφανστηκε πλι με το δσκο στα χρια, αυτ η κνησ της σε ανασττωνε. Ακομπησε το δσκο και τρβηξε τα μαλλι της προς τη μια πλευρ κι πως σκυψε πνω της, μνο η θα του αλαβστρινου λαιμο της σε ανασττωνε.
Σε σερβρισε χαμογελντας κι κατσε στην καρκλα δπλα σου να σου εξηγσει πως πνεται το τσι σωστ. Πσο πρεπε να το αφσεις πριν το απολασεις να ανοξει το ρωμα του γιασεμιο. Την ευχαρστησες κι ταν πγε να σηκωθε αυθρμητα της πιασες το χρι και της ζτησες να μη φγει. Προς μεγλη σου κπληξη δεν φερε αντρρηση, ξανακθισε. Καμμα ανασφλεια, καννα αρνητικ συνασθημα λες και ζοσε σ' να κσμο αγγελικ πλασμνο. Σε ρτησε πως σου φανεται η πλη τους. μορφη κι απρσμενη της απντησες σαν να μην σουν σγουρη αν ταν η σωστ απντηση. Αλλ το πλατ της χαμγελο σε καθησχασε.
Ξαφνικ ρχισε να μυρζει το γιασεμ κι εσ πιασες τον εαυτ σου να χαλαρνει και να σκφτεται φευγαλα τι δεν πρναγες απ εξετσεις για να πρπει να πεις κτι, οτε υπρχε σωστ και λθος. Πρες μια βαθει ανσα και τις χρισες κι εσ να αληθιν χαμγελο. Εδες μια λμψη στα μτια της αλλ δεν σχολασες τποτα. θελες να την περιεργαστες σιγ-σιγ σαν πολτιμο διαμντι που κοιτς μα μα λες τους τις πλευρς.

Την περιεργστηκες απ πνω μχρι κτω γιατ δεν μποροσες να πιστψεις το πσο κοντ σου ταν κι τι ταν αληθιν.
Αυτ η γυνακα εχε μια αρα τσο αρινη... Το μαλλι της πεφταν τσο αρμονικ στους μους της και γυλιζαν σαν πολτιμες κλωστς. Το σμα της εχε μια αρμονικ κνηση λες και τποτα δεν το μπλκαρε στην κνηση του. Το δρμα της αλαβστρινο. νοιωθες την ανγκη να την αγγξεις και να τη χαδψεις. Με ττοιο τρπο που αγγζουν να ργο τχνης, μια πορσελνη. Παναγα μου, σκφτηκες, με μαγεει, με μαγνητζει. λο της το εναι, το βλμμα, η κνηση της, ο τρπος που μιλ και ξαφνικ ακος τον εαυτ σου να της ζητ να σε ξεναγσει στα απκρυφα της πλης και ταυτχρονα να σκφτεσαι κι αν χεις κοκκινσει σαν παπαρονα που το ξεστμισες. Και πλι η κπληξη σου που σου επε, ευχαρστως, καθς σηκωνταν απ' το πλι σου. Μλλον φνηκε στο βλμμα σου γιατ της ξφυγε να τσαχπνικο γελκι πριν εξαφανιστε μσα στο μαγαζ.

φησες το σμα σου να χαλαρσει στην καρκλα, πιασες το φλυτζνι με το τσι κι αφο το 'φερες κοντ στα χελη, πρες μια βαθει εισπνο κι πιες την πρτη γουλι που την νοιωσες να κατεβανει σαν βλσαμο στο λαιμ σου και να ξυπν λες σου τις αισθσεις.
τσι απλαυσες το τσι μχρι την τελευταα του σταγνα χαζεοντας στην κυριολεξα το ηλιοβασλεμα και τις αλλαγς των χρωματισμν κι ονειροπολντας τι μπορε να σου επιφυλσσει η υπλοιπη ξενγηση. κλεισες τα μτια και ταξδεψες που σε πγε ο νους σου μχρι που σ' επανφερε στην πραγματικτητα το σκοντημα της. Τινχτηκες γιατ εχες απορροφηθε τσο πολ που παραλγο να πσεις απ την καρκλα. Μλλον κι αυτ πρπει να το βρκε χαριτωμνο γιατ φησε πλι αυτ το γελκι με τον λιγοστ χο που σε κανε να ανατριχισεις σγκορμη.

Σιγ σου επε γιατ αν σπσεις κτι θα χσεις την ξενγηση και σε τρβηξε απ το χρι ρωτντας σε αν εσαι τοιμη για νες περιπτειες.
Φυσικ, της απντησες και σηκθηκες με την θηση που σου εχε δσει απτομα, με αποτλεσμα να πσεις πνω της. Πει, σκφτηκες, θα με πρασε για εντελς ηλθια γιατ μριζε σαν τριαντφυλλο και δεν τραβχτηκες οτε καν αντανακλαστικ. Αντιθτως νοιωσες την ανγκη να παραμενεις εκε σως και για πντα. Δεν μπορε, σκφτηκες, μλλον αυτ, ε ντε και κτι ακμα, πρπει να εναι η ευτυχα. Αλλ επειδ πρεπε να φγετε επες να σταθες στα πδια σου. Κατφερες πντως να την κνεις να νοισει κπως αμχανα. Δεν κατλαβες μως το γιατ. Δεν σουν σγουρη αν ταν αμηχανα για το συμβν για το τι πρεπε να επακολουθσει. Το μνο σγουρο ταν τι υπρχε μια περεργη χημεα μεταξ σας.
Αρχσατε να περπαττε μσα στο σορουπο. Την ακολουθοσες μαγνητισμνη. Σου μιλοσε για τα σπτια, για το μρος αλλ η φων της ταν τσο γλυκει που κουγες μνο τον χο της σαν μαγικ ρπα, τποτα μως απ αυτ που σου λεγε. Απλ την κοιτοσες και παρλο που εχε σκοτεινισει για τα καλ το φεγγρι σας λουζε με φως λες και ταν εκε για να σας δεχνει το δρμο. Σχολασες τι εχε πανσληνο κι πως αυτ γρισε το κεφλι της να κοιτξει το φεγγρι λαμπρισε το μενταγιν στο λευκ της λαιμ. Κι να ξαφνικ αερκι που φσηξε και κονησε τις μποκλες της σε κανε να νοιθεις μια ακατανκητη επιθυμα να σκψεις και να της φιλσεις τον σπρο της λαιμ αλλ ευτυχς η λογικ σου σε κρατοσε σε ασφαλ ρια. Στρβοντας σε να στεν βρεθκατε σε μια μικρ πλατεα με να σιντριβνι και λουλοδια γρω-γρω λες κι εχε βγει απ πνακα ζωγραφικς. λα σου επε και σου πιασε το χρι. Το κρτησες ευλαβικ απ φβο μπως και σε αφσει και την φησες να σε οδηγσει στο πτρινο τοιχκι δπλα στο σιντριβνι. Κτσατε χωρς να μιλτε κι εκενη πλωσε το χρι της και ανατραξε τα νερ.
Κι ρχισε να σου μιλει για να μθο σχετικ με το σιντριβνι.
Λνε οι παλιο τι το νερ που αναβλζει εδ ρχεται απ μια πηγ ψηλ στο βουν. Δεν χει καταφρει να την βρει κανες μως. Λνε τι εναι μσα σε μια σπηλι κι τι εκε κατοικονε νμφες. Επσης λνε τι εκε που εναι η πηγ εναι σαν μια μικρ πλη η οποα εναι σαν παρδεισος. Λνε επσης τι ποιος ξεκνησε να πει να τη βρει δεν γρισε ποτ. Γιατ ποιος ταν ξιος να τη βρει ταν τσο καλψυχος που τον κρτησαν οι νμφες εκε γιατ ξιζε να ζει στον παρδεισο.
Μπως εσαι κι εσ μια απ αυτς τις νμφες, τη ρτησες. Γιατ εσαι τσο μορφη και τσο αρινη. Μπως χασες το δρμο σου και βρθηκες στην πλη;
Που ξρεις; Σου απντησε και σε κατβρεξε με το νερ που παιζε τση ρα. Της επες τι σγουρα ταν μια μικρ νμφη γιατ ταν πολ πειραχτρι κι αρχσατε να παζετε να κυνηγητ γρω απ το σιντριβνι.
Ξαφνικ σταμτησε λαχανιασμνη και σου επε να κρατσεις τις δυνμεις σου γιατ δεν θα ντεχες να συνεχσεις τη ξενγηση κι ταν κρμα να τη χσεις κι απομακρνθηκε γλυτνοντας για λλη μια φορ απ το να την πρεις αγκαλι κι ο θες ξρει τι λλο.

                  Ωραα Εν' Η Θλασσα Γιατ Κινεται Πντα...

Ξπνησα κι χει μορφη νχτα ξω...

...χω σβσει το φως ακοω μουσικ, κοιτ τα φτα της πλης και προσπαθ να σκεφτ αλλ δε μπορ... χω μια γλυκει, πολ γλυκει μελαγχολα χωρς να ξρω το γιατ! Οτε η αχαλνωτη φαντασα μου θλει να συνεργαστε μαζ μου για να ταξιδψω. Το μυαλ μου λειτουργε στους δικος του ρυθμος και δεν μπορ να του επιβληθ στο τι θα σκεφτε. Ο ταξιδιτης απλ εναι δκτης του δικο μου πομπο κι εκτς απ τις εκπομπς που θλει, δυστυχς λαμβνει λο το πργραμμα! Μχρι να βρω να καλ φλτρο για τις σκψεις-παρσιτα για να μπορε να παρακολουθε το ργο χωρς διαφημσεις και χωρς προσεχς! Προς το παρν απλαυσε ταξιδιωτη μαζ μου τη γλυκει νχτα με τα λιγοστ αστρια που χουν τη δναμη να φτσουνε το φως τους μχρι το οπτικ μου πεδο για να μπορσω να τα θαυμσω. Θα προτιμοσα παρ' λ' αυτ να εμαι ξαπλωμνη σε μια πολ συχη παραλα και να κοιτ τον ναστρο ουραν με μουσικ τα γοργ κματα, να χαιδεω με τα χρια μου την μμο και ν' αδειζω το μυαλ μου απ τα περιττ, ψχνοντας στον ουραν για νεφελματα να σχηματζω σχδια με τα αστρια. Και να με πρει ο πνος εκε γλυκ με το απραντο της θλασσας για συντροφι...
Αν θλεις απλ μπορες να με πρεις αγκαλι με κουβρτα τον ουραν και τ' αστρια!

Υπρχει ραγε ττοιος ταξιδιτης;


                                           Τ  Ε  Λ  Ο  Σ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers