Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Vega Lope de: Τιτάνας Θεμελιωτής Αναγέννησης

 

    Félix Lope de Vega y Carpio *
                                   Βιογραφικό

     Η Αναγέννηση, που 'λαμψε τόσο θαμπωτικά στην Ιταλία κι ανέδειξε, κυρίως στις εικαστικές τέχνες, τόσο μεγάλες μορφές δημιουργών, δεν είχε ανάλογη απόδοση στο θέατρο. Στη Γαλλία η άνθηση του δραματικού είδους καθυστερεί μισό περίπου αιώνα. Συνθήκες κοινωνικοπολιτικές κι εθνικές, δε βοηθούν ακόμα τη χώρα που θα δοξαστεί από το Μολιέρο. Από τη μια λείπει η εθνική ενότης, απ' την άλλη η ισχυρή κεντρική εξουσία, παράγοντες έμμεσοι όσο κι αναγκαίοι για τη πνευματική ωρίμανση που βρίσκει τη στέρεα έκφραση της στη δραματική ποίηση. Έτσι, το πνεύμα των νέων καιρών, θα ενσαρκωθεί σε δυο ακραία σημεία του ευρωπαϊκού κόσμου: την Ισπανία και την Αγγλία. 0 «Χρυσούς Αιώνας» της πρώτης, το ελισαβετιανό θαύμα της δεύτερης, θ' αναγεννήσουν το θέατρο, θα τ' οδηγήσουνε σε μιαν ακμή που μόνο με του αρχαίου ελληνικού δράματος μπορεί να συγκριθεί και θα θεμελιώσουνε τη δραματική παράδοση του χριστιανικού κόσμου.
     Ύστερα από ένα στάδιο προδρομικό, που μεταφέρει ομαλά από τις πρωτόγονες μορφές θρησκευτικού θεάτρου -τα Autos Sacramentales- στα πιο προχωρημένα κι έντεχνα είδη δράματος, το ισπανικό θέατρο έχει τη τύχη να βρει γρήγορα τις μεγάλες προσωπικότητες που θα το αναδείξουν. Ταπεινός πρωτεργάτης, ένας περιπλανώμενος ηθοποιός και συγγραφέας -χρυσοχόος το επάγγελμα- ο Λόπε ντε Ρουέδα, έχει την ευτυχισμένη έμπνευση να στραφεί στις ντόπιες πηγές, ν' αγνοήσει τη κλασικιστική τάση που μαστίζει τους πανεπιστημιακούς κύκλους και να δώσει στον ισπανικό λαό τη δική του, πρωτότυπη θεατρική έκφραση. Ο Θερβάντες, μολονότι δύναμη δημιουργική από τις πιο σπάνιες στον αφηγητικό λόγο, εραστής φλογερός του θεάτρου, δε πετυχαίνει σα δραματικός ποιητής. Σ' άλλον επιφυλάσσεται να κάνει το θέατρο εθνικό είδος για την Ισπανία. Θα το αναγνωρίσει ο ίδιος ο αθάνατος συγγραφέας του "Δον Κιχώτη" όταν, κοντά στο τέλος της ζωή του, θα γράψει μέσα σ' ένα του πρόλογο:

   «Τότε παρουσιάστηκε το τέρας της φύσης, ο μέγας Λόπε ντε Βέγκα...»

     Μαδρίτη 25 Νοέμβρη του 1562, 2 χρόνια πριν από τον Μάρλοου και
τον Σαίξπηρ, έρχεται στον κόσμο ο Ισπανός ποιητής που θα εκφράσει τόσο δυναμικά την Αναγέννηση. Αν για τη ζωή των δύο ελισαβετιανών ξέρουμε πολύ λίγα, για τον Λόπε Φέλιξ ντε Βέγκα υ Κάρπιο ξέρουμε αρκετά. Όσα χρειάζονται για να μορφώσουμε τη γνώμη πως έχουμε να κάνουμε με φύση εκπληκτική, έξω από τα κοινά μέτρα και που συνοψίζει
την εκρηκτικήν εκείνην εποχή σ' όλες τις εκδηλώσεις της: ψυχολογικές, δημιουργικές, κοινωνικές, κοσμοθεωρητικές, ηθικές...
     Η ζωή του είναι μια θύελλα. Μπορεί να γίνει νοητή μόνο μες στο ιστορικό της πλαίσιο κι έξω από τις δικές μας ηθικές αντιλήψεις. Δεν είναι υπόδειγμα αρετής. Φανερώνει ένταση κι ενεργητικότητα, ξεχείλισμα ζωικής ορμής, που αγγίζουνε τα όρια φυσικού φαινομένου. Η μεγαλοφυία του εκδηλώνεται πολύ πρώιμα, από τη νηπιακή σχεδόν ηλικία. 5ετής διαβάζει λατινικά, γράφει ποιήματα. Στα 12 μαθητής στους Ιησουίτες γράφει το 1ο του θεατρικό έργο, που δεν είναι καθόλου πρωτόλειο. Είναι μόλις 14 κι έχει σπουδάσει φιλολογία, μουσική, χορό, σπαθί, «ηθική», όταν ξεσπά μέσα του η τυχοδιωκτική ορμή της χώρας του και του καιρού του. Δραπετεύει από το σχολείο, διασχίζει μ' ένα συμμαθητή του πεζή, τη βορειοδυτική Ισπανία και λίγο αργότερα, κατατάσσεται στρατιώτης για ν' ακολουθήσει μιαν εκστρατεία κατά της Πορτογαλίας.
     Ο επίσκοπος του Αλκάλα, μαντεύοντας τις ικανότητές του, τονε παίρνει στη προστασία του, τονε στέλνει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο. Φλογερή εποχή, γεμάτη πάθη αντιφατικά, αξεδιάλυτα: 17 ετών, δοκιμάζει τη πρώτη του θρησκευτική κρίση, είναι έτοιμος να υποστεί τη μοναχική κουρά, όταν ερωτεύεται παράφορα. Στη Μαδρίτη, είχε αρχίσει κιόλας να επιβάλλεται σα δραματικός ποιητής κι εκεί είναι που γνωρίστηκε με τον
θιασάρχη Ιερώνυμο Βελάσκεθ. Αυτός είχε μια κόρη παντρεμένη, την Έλενα Οσόριο. 0 Βέγκα συνδέεται ερωτικά μαζί της, την εξυμνεί σε λυρικά του ποιήματα, τη κάνει ηρωίδα ενός μυθιστορήματος του -που δε θα δημοσιευτεί ωστόσο παρά στα τέλη της ζωής του, με τον τίτλο "Δωροθέα"- και γνωρίζει έτσι τον πρώτο του, θυελλώδη σ' ένταση, έρωτα.
     Άδοξη θα 'ναι η κατάληξη αυτού του πάθους. Η Έλενα το 1587, φαίνεται πως προτιμά κάποιον άλλο, πλούσιο -φυσικά- εραστή. Για χάρη του εγκαταλείπει λοιπόν τον ποιητή κι εκείνος, εξαγριωμένος, ξεσπά σε λίβελους διασύροντας όχι μόνο την άπιστη αλλά κι όλη μαζί την οικογένειά της. Το σκάνδαλο προκαλεί επέμβαση της δικαιοσύνης κι ο Λόπε εξορίζεται για 10 χρόνια απ' τη Καστίλη. Δεν ήταν όμως από κείνους που ησυχάζουν εύκολα. 2 μήνες μετά τη καταδίκη ξαναγυρνά στη Μαδρίτη για να κλέψει την Ισαβέλλα ντε Ουρμπίνο υ Κορτίνας, κόρη κήρυκα των όπλων. Τη παντρεύεται, αλλά την εγκαταλείπει αμέσως ύστερα και μπαρκάρει στη περιλάλητη Ανίκητη αρμάδα. Είναι στιγμή που θα γίνει μεγάλη αναμέτρηση Ισπανίας-Αγγλίας για την ηγεμονία των θαλασσών.
     Το πλοίο του, το «Σαν Χουάν», γλιτώνει ευτυχώς απ' τη καταστροφή
κι εκείνος γυρίζει ακατάβλητος στην Ισπανία. Στήνει σπιτικό με την Ισαβέλλα στη Βαλένθια. Θα τονε βρούμε αργότερα γραμματέα του δούκα Άλβα και μετά το θάνατο της Ισαβέλλας, εγκατεστημένο πάλι στη Μαδρίτη που, οι έρωτες του με τη χήρα Αντωνία Τρίλιο ντε Αρμίδα, παίρνουνε διαστάσεις τέτοιου σκανδάλου ώστε η δικαιοσύνη επεμβαίνει 2η φορά. Το 1598 παντρεύεται τη Χουάνα ντε Γκάρντο, κόρη κρεοπώλη. Οι συνάδελφοι του τονε περιγελούν, μ' αρκετή μάλιστα δόση κακίας. Ωστόσο ο συμπατριώτης αυτός του "Δον Ζουάν", δεν είναι διόλου υποδειγματικός σύζυγος. Την ίδια στιγμή που παντρεύεται είναι κι εραστής της ηθοποιού Μικαέλας ντε Λουχάν. Ο σύνδεσμος αυτός θα διαρκέσει 10 έτη ενώ παράλληλα, στο Τολέδο θα ζει παρατημένη η νόμιμη σύζυγος. 5 ή 6 παιδιά είναι καρποί του παράνομου συνδέσμου Λόπε και Μικαέλας.
     Κοντεύει πια τα 50. Το 1609, έρχεται σ' επαφή με τη παντοδύναμη Ιερά Εξέταση. Νέα θρησκευτική κρίση, υποτροπή καθυστερημένη της νεανικής του ξεσπά, μ' αποτέλεσμα το 1613, να φορέσει το ράσο, να χειροτονηθεί παπάς. Πώς όμως θα λυγίσει στη πειθαρχία του κλήρου η αντιφατική, αλλοπρόσαλλη αυτή ιδιοσυγκρασία; Ιερωμένος πια, ερωτεύεται τη Μάρθα ντε Νεβάρες Σαντόγιο κι αποκτά μαζί της μια κόρη. Τραγική θα 'ναι η κατάληξη του νέου αυτού συνδέσμου: Η Μάρθα τυφλώνεται, ύστερα τρελαίνεται κι ο πολυαγαπημένος γιος του απ' τη Μικαέλα, Λοπίτο, χάνεται σε ναυάγιο. Τώρα, ο ποιητής νιώθει να κατεβαίνει, αργά και σταθερά, ένας μεγάλος ίσκιος πάνω στη ζωή του. Γράφει:

  «Κιόλας πένθιμο κυπαρίσσι μπλέχει κλώνους του με την ιερή δάφνη».

     Κλείνεται ο αμαρτωλός στο κελί του κι εκεί μαστιγώνεται τόσο που -καθώς αναφέρει ο μαθητής του Μονταλμπάν- γεμίζουν οι τοίχοι ολόγυρα πιτσιλιές από αίμα. Στις 13 Αυγούστου 1635, η βίαιη αυτή, φλογερή κι ανήσυχη καρδιά, αφού είπε το τελευταίο της τραγούδι σε μερικούς επιθανάτιους στίχους, παύει να χτυπά. Ο Λόπε ντε Βέγκα αφήνει λογοτεχνικό έργο τεράστιο, τιτανίων διαστάσεων, που τα 1500 θεατρικά έργα του, δεν είναι παρά μικρό μόνο μέρος. Η Ισπανία λησμονώντας τις παρεκτροπές του ανθρώπου, κηδεύει τον εθνικό της δραματικό ποιητή με τιμές βασιλικές.
     Ο Λόπε ντε Βέγκα είναι, πρά
γματι, έν από τα πιο εκπληκτικά
δαιμόνια που 'δε ποτέ ο κόσμος. Στο διάστημα μιας τόσο πολυκύμαντης, άπληστης, κολασμένης ζωής -αντιπροσωπευτικής ωστόσο, με πληθωρισμό που χαρακτηρίζει μιαν εποχή γεμάτη πρωτοφανή ευφορία- βρήκε μέσο να δημιουργήσει έργο αντάξιό της. Φαντασία αδιάκοπα οιστρηλατημένη, ευχέρεια υπερφυσική, δημιουργική δύναμη σχεδόν υπεράνθρωπη, είναι προσδιορισμοί του γενικοί, όχι όμως κι εξηγήσεις του μυστικού του. Το ρομαντικό πνεύμα, με τη θυελλώδη του ορμητικότητα, αλλά και με την ανισότητα που το συνοδεύει, βρήκαν εδώ τη πιο χτυπητή τους διατύπωση.
     Το θεατρικό έργο του, μπορούμε να το διακρίνουμε -κάπως συμβατικά- σε ιστορικά δράματα, θρησκευτικά, κοινωνικά και στο ιδιότυπο κείνο,
καθαρά ισπανικό είδος, με ιλιγγιώδη δράση και πλοκή, που 'ναι «κομέδιες του μανδύα και του σπαθιού» (de capa y espada). Συμβατική διάκριση λέμε, γιατί στα έργα αυτά, όλα τα στοιχεία συμπλέκονται: Η φαντασία με το ιστορικό γεγονός, το γκροτέσκο με το αυστηρό, η ποίηση με τη πλοκή, το τραγικό με το κωμικό. Η τελευταία τούτη σύνθεση -τυπική για το ρομαντικό πνεύμα- δεν είναι μόνον έν απ' τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του μεγάλου Ισπανού. Είναι και θεωρητική του πίστη. Τη διατύπωσε ο ίδιος, προγραμματικά, στη πραγματεία του "Νέα τέχνη για συγγραφή θεατρικών έργων", εκφράζοντας έτσι μιαν από τις βασικές αρχές της εποχής του. Αυτήν ακριβώς που, 300 χρόνια αργότερα, θα την ανασύρει για να την επικαλεστεί σαν άρθρο πίστεως ο γαλλικός ρομαντισμός με το στόμα του Ουγκό...
     Ό,τι κυρίως ενδιαφέρει τον Λόπε ντε Βέγκα σαν άνθρωπο του θεάτρου, φαίνεται να 'ναι η επιτυχία. Ο ίδιος θα πει:

   «Όταν πρόκειται να γράψω μια κομέδια κλειδώνω έξι φορές όλους τους κανόνες».

     Η φαντασία και το ένστικτο του, λειτουργούν αδέσμευτα. Σ' αδιάκοπη, στενή επικοινωνία με τον εθνικό χαρακτήρα του κοινού του, εμποτισμένος βαθιά από το πνεύμα του, έχοντας αισθητήριο υπερβολικά ανεπτυγμένο, συλλαμβάνει κι αποδίδει μορφές ζωής που τα κύρια γνωρίσματά τους είναι: ισχυρές αντιθέσεις, πλούσιο χρώμα, γοργή, απροσδόκητη πλοκή. Enganar con la verdad «εξαπάτησε με την αλήθεια», αυτό είναι, θα μας πει ο ίδιος, το έμβλημα του. Η ρηξικέλευθη αυτή τέχνη ωστόσο, η συνοδευμένη απ' αρχοντική αδιαφορία για τη τύχη των έργων του (έδινε τα χειρόγραφα στους θιάσους, χωρίς να φροντίζει καν να κρατήσει αντίγραφα) είχε δυο οδηγούς ανεκτίμητους, που τη προφύλασσαν από κάθε παρεκτροπή: σπάνιο γούστο κι αυθεντική ευγένεια. Άνισος, συχνά ταχυγράφος, με τα χαρίσματα σκορπισμένα σε ωκεανό έργων του κι όχι συγκεντρωμένα σε λιγοστά «αριστουργήματα», έχει ωστόσο μέγα χάρισμα δημιουργικής ρώμης: Δίνει σε κάθε τι ζωή.
     Η Ιστορία στα ιστορικά του δράματα, είναι απλό ενδόσημο κι ο τόνος που δεσπόζει εδώ επικός περισσότερο παρά δραματικός. Σε κείνα όμως απ' τα έργα που θα τα λέγαμε -με κάποια σχετικότητα βέβαια- κοινωνικά, η ένταση ζωής συνδυάζεται με τόσο γνήσιους εθνικούς τόνους ώστε ν' αναγνωρίζουμε αμέσως αποτύπωμα μεγαλοφυίας κι εικόνα εξαίσιας εποχής. "Τιμωρία Δίχως Εκδίκηση", "Φουέντε Οβεχούνα", "Ο Ιππότης Του Ολμέδο", "Ο Περιμπάνιεθ Κι Ο Ταξιάρχης Της Οκάνια", "Το Αστέρι Της Σεβίλης" κλπ. ανήκουνε στη κατηγορία τούτη που, όπως σωστά ειπώθηκε, διερμηνεύει μ' αξεπέραστη αυθεντικότητα, ευαισθησία και λάμψη, το ισπανικό πνεύμα. Ο Λόπε ντε Βέγκα, αν και με τις δυνάμεις του σπαταλημένες, όπως είπαμε, στον ωκεανό του έργου του, δίνει δείγματα της εκπληκτικής του ιδιοφυΐας.
     Τα θεατρικά του έχουνε διαιρεθεί απ' τους κριτικούς σε 3 κατηγορίες:
   α) Τρίπρακτα με θέματα: Ιστορικά, Ρομαντικά, Ιπποτικά, Μυθολογικά και Βουκολικά
   β) Έργα με βιβλικό περιεχόμενο και με βίους Αγίων
   γ) Μονόπρακτα με μεταφυσικές τάσεις

                                                                         Άγγελος Τερζάκης

* Ο πίνακας-πορτρέτο είναι του Βελάσκεθ κι υπάρχει στο Στέκι.

-----------------------------------------------------------------------------------------------

                               Το Αστέρι Της Σεβίλης
                                                                                δράμα σε 3 πράξεις
ΠΡΟΣΩΠΑ

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΣΑΝΤΣΟ ο Αντρειωμένος
Δον ΑΡΙΑΣ, αυλικός, έμπιστος του βασιλιά
Δον ΠΕΤΡΟ Δε ΓΚΟΥΣΜΑΝ
ΦΑΡΦΑΝ Δε PIBEPA υ
Δον ΓΚΟΝΘΑΛΟ Δε ΟΥΛΙΟΑ
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΡΕΣ Δε ΜΕΔΙΝΑ, στρατιωτικός διοικητής
Δον ΣΑΝΤΣΟ ΟΡΤΙΣ Δε Λας ΡΟΕΛΑΣ
ΒΟΥΣΤΟ ΤΑΒΕΡΑ
ΕΣΤΡΕΛΛΑ, αδερφή του Βούστο
ΘΕΟΔΩΡΑ, κοπέλα στην υπηρεσία της Εστρέλλα
ΜΑΤΙΛΔΗ, Μαυριτανή σκλάβα του Βούστο
Δον ΙΝΙΓΟ ΟΣΟΡΙΟ
Δον ΜΑΝΟΥΕΛ υ
ΚΛΑΡΙΝΤΟ, κωμικός, υπηρέτης του Δον Σάντσο
Ο ΦΡΟΥΡΑΡΧΟΣ της ΤΡΙΑΝΑΣ
Αυλικοί, υπηρέτες, μουσικοί, πολίτες.

Σεβίλλη 1284
                                     Π Ρ Α Ξ Η   Π Ρ Ω Τ Η

ΣΚΗΝΗ 1η: (Αίθουσα στου βασιλιά το παλάτι Οι, ΒΑΣΙΛΙΑΣ, Δον ΑΡΙΑΣ, Δον ΠΕΤΡΟ Δε ΓΚΟΥΣΜΑΝ & ΦΑΡΦΑΝ Δε ΡΙΒΕΡΑ.)

ΒΑΣ. Πολλή χαρά μου δίνει η πολιτεία της Σεβίλλης και τώρα νιώθω ότι είμαι βασιλιάς και κυρίαρχος της Καστίλλης πραγματικά. Η βασιλεία μου αρχίζει από σήμερα, αφού η Σεβίλλη σήμερα με δέχεται στους κόλπους της με τόσες τιμές. Γιατί είναι φανερό και βέβαιο πως βασιλιάς δε θα μπορούσα να είμαι, όσο δε θα ήμουν βασιλιάς και της Σεβίλλης. Αυτή την τόσο εγκάρδια υποδοχή και τη μεγαλοπρέπεια να τη χαρώ ποτέ δε θα μπορέσω όσο το επιθυμώ, αν δεν την ξεπληρώσω όσο μπορώ καλύτερα. Εδώ θα έχω τώρα πια το παλάτι μου και είναι φυσικό να το έχει στη Σεβίλλη το παλάτι του, ο βασιλιάς της Καστίλλης γιατί θα βασιλεύω σε όλη την Καστίλλη όσο θα βασιλεύω στη Σεβίλλη.
ΠΕΤΡ. Εμείς οι Πρώτοι Αλκάδηδες σε τούτη τη πολιτεία, μ' ευγνωμοσύνη σκύβουμε στα πόδια σου μπρος, για να δεχτούμε στ' όνομά της αυτή τη καλοσύνη σου. Όλοι οι πρωτάτοι κι oι άρχοντες του τόπου πρόθυμα σου προσφέρουνε το παλάτι και την υποταγή τους κι αυτή είναι γενικά η επιθυμία της Δημογεροντίας μας, ενόσω θα 'ναι για το καλό της πολιτείας μας.
ΒΑΣ. Με πολλή μου χαρά δέχομαι αυτή σας τη πολύτιμη πίστη.
ΠΕΤΡ. Σου φιλούμε τα χέρια.
ΒΑΣ. Με δεχτήκατε όπως ήτανε δίκαιο να προσμένω απ' τη καλή σας φήμη. Τώρα ελπίζω με το δικό σας στήριγμα να γίνω και βασιλιάς του Γιβραλτάρ, που, ανέγνοιαστο, τώρα συχάζει κάτω απ' τις κολόνες του και που, αν βοηθήσει η τύχη, θα κάνω κι αυτό, να υποταχτεί στη δύναμή μου.
ΦΑΡΦ. Με πίστη κι αφοσίωση όλη η Σεβίλλη θα σου παρασταθεί με το λαό της σ' αυτό σου τον αγώνα πρόθυμη.
ΑΡΙΑΣ. Δέχεται ο βασιλιάς σήμερα αυτή σας τη δήλωση από σένα κι από σένα. Κι είναι ευχαριστημένος απ' τους δυο σας κι απ' τον καλό σας ζήλο.
ΒΑΣ. Σας πιστεύω πολίτες της Σεβίλλης και σας το αναγνωρίζω. Τώρα σύρτε στην ευχή του Θεού.

(Φεύγουν ο Δον ΠΕΤΡΟ κι ο ΦΑΡΦΑΝ.)

ΣΚΗΝΗ 2η: (Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ κι ο Δον ΑΡΙΑΣ.)

ΑΡΙΑΣ. Και ποιά είναι, κύριε μου, η εντύπωση σου απ' τη Σεβίλλη;
ΒΑΣ. Είναι τόσο καλή, που αιστάνομαι ότι μόλις σήμερα έγινα πράγματι βασιλιάς.
ΑΡΙΑΣ. Κι όλο πιότερο θα το αιστάνεσαι αυτό μέρα τη μέρα κύριε μου, όπως αξίζει η χάρη σου.
ΒΑΣ. Είναι αλήθεια πως τέτοια πολιτεία, ωραία και πλούσια, θα μου δίνει ολοένα περισσότερην αιτία για θαυμασμό, όσο πιότερο θα ζω σ' αυτή.
ΑΡΙΑΣ. Τις ομορφιές της, το μεγαλείο των δρόμων της, δε ξέρω αν κι ο Αύγουστος Καίσαρ ποτέ του τα 'χε δει στη Ρώμη ούτε αν είχανε τα μάτια του χαρεί ποτέ, τόσα και τέτοια πλούτη.
ΒΑΣ. Και τη λιόλαμπρη θεϊκιά ομορφιά των γυναικών της, -γιατί δε λες γι' αυτές ούτε λέξη; Γιατί δείχνεσαι αδιάφορος για τ' άφταστα κάλλη τους; Πώς δεν έχεις πάρει ολάκερος φωτιά, που βρέθεις, έτσι ξάφνου, μες σε τόσους ήλιους;
ΑΡΙΑΣ. Η Δόνια Λεονόρα δε Ριβέρα ήτανε σαν ουρανός το πρόσωπο της όπου έβγαινε, θαρρείς, ο ήλιος του Απρίλη.
ΒΑΣ. Ναι, θα 'ταν ο ήλιος, αν δεν ήταν έτσι λευκό το πρόσωπο της κι έναν ήλιο
που 'ναι από χιόνι θα 'λεγα, οι αχτίδες του, πώς ημπορεί κανείς να παινέψει,
όταν αντί, να τονε καίει τονε παγώνει; Εγώ θέλω, αγαπητέ, έναν ήλιο που καίει και που φλογίζει κι όχι έναν ήλιο που μπορεί να πίνεται σα νερό παγωμένο.
ΑΡΙΑΣ. Η άλλη, κείνη που σ' έραινε με ρόδα απ' το μπαλκόνι, ήταν η Δόνια Μενθία Κορονέλ -έτσι τη λένε.
ΒΑΣ. Αλήθεια, ωραία γυναίκα μα είδα κάτι άλλες, πιο όμορφες ακόμη.
ΑΡΙΑΣ. Κείνες οι δυο μελαχρινές που στέκονταν στο παραθύρι, αμέσως παραπέρα, ήταν η ωραία Δόνια Άννα κι η Δόνια Βεατρίκη, θυγατέρες του Δον Μεχία, που κάνανε λαμπρότερο και το φως της ημέρας.
ΒΑΣ. Τ' όνομα Άννα είναι πάρα πολύ κοινό κι η άλλη δε μπορεί ποτέ να 'χει τις χάρες που μας θυμίζει το όνομα Βεατρίκη.
ΑΡΙΑΣ. Μπορεί λοιπόν ένα όνομα να ορίζει τη τύχη μιας γυναίκας;
ΒΑΣ. Στην αγάπη τα ονόματα χαρίζουν -μην απορείς- κάποια δική τους χάρη και μαγεία που ανάβει και φλογίζει του αντρός τον πόθο.
ΑΡΙΑΣ. Μια ξανθή με πρόσωπο χλωμό...
ΒΑΣ. Μη μου τη πεις. Η ξανθή και χλωμή το δίχως άλλο, θα 'ναι κρύα σα μάρμαρο κι άψυχη σα το χάλκωμα. Αν θελήσεις να προχωρήσεις έτσι, θα με κάνεις ν' ακούσω μόνο λόγια που μ' ενοχλούν. Εγώ είδα μια μόνο που 'ταν μ' όλες τις χάρες στολισμένη κι εσύ δε μου 'πες τίποτε γι' αυτήν. Είχες για τις ξανθές μόνο τα μάτια και δε πρόσεξες διόλου καθώς φαίνεται, κάποια μελαχρινή. Για πες μου, αλήθεια, ποιά ήταν μια που στεκότανε σ' ένα μπαλκόνι, που τη χαιρέτησα βγάζοντας το καπέλο, μαγεμένος απ' την ομορφιά της; Ποιά ήταν εκείνη που τα μάτια της μου φάνηκε πως καίγανε σα τ' αστροπελέκια του Δία και πως μου στέλναν από κει το θάνατο χωρίς να υποψιάζονται πόσο κακό μου κάνανε, μια που τα σκοτεινά της χρώματα ξεπερνάγανε του ηλιού τη λάμψη και που λάμπανε μες στον ισπανικό ουρανό, θαρρούσες, σα την αυγή ανάμεσα απ' τον έβενο των μαλλιών της; Μια νύχτα ήτανε λες, που 'διωχνε τη μέρα και την έκανε να λάμπει απ' το δικό της φως, θαμπώνοντας τον ήλιο με τα λιόλαμπρά της κάλλη.
ΑΡΙΑΣ. Καταλαβαίνω τώρα για ποια λες, καλέ μου κύριε.
ΒΑΣ. Για την ομορφότερη γυναίκα όλου του κόσμου. Γι' αυτή πες μου.
ΑΡΙΑΣ. Αυτήν, εδώ στον τόπο, τη λέν «Αστέρι Της Σεβίλλης».
ΒΑΣ. Ω, αυτή είναι πιο όμορφη απ' τον ήλιο. Πώς της κάνει η Σεβίλλη τέτοια προσβολή! Πώς δε νιώθουνε πως πρέπει να τη λέν ήλιο και ροδαυγή, αφού είναι ο ήλιος που χαρίζει ζωή και που φλογίζει;
ΑΡΙΑΣ. Είναι η Εστρέλλα (Αστέρι) Ταβέρα. Κι ο κόσμος για τη τόσην ομορφιά τη λέει «Αστέρι Της Σεβίλλης».
ΒΑΣ. Θα 'πρεπε να τη λέγαν «Ήλιο».
ΑΡΙΑΣ. Ο αδερφός της θέλει να τη παντρέψει μ' έναν άντρα μέσα από τη Σεβίλλη.
ΒΑΣ. Πώς τον λένε τον αδερφό της;
ΑΡΙΑΣ. Είναι ο Βούστος Ταβέρα κι είναι από τους σύνεδρους της Σεβίλλης, άξιος για να κρατά τέτοιο μεγάλο αξίωμα.
ΒΑΣ. Είναι παντρεμένος;
ΑΡΙΑΣ. Όχι. Εδώ μες στη Σεβίλλη αυτός είν' ο ήλιος κι αστέρι είν' η αδερφή του: ήλιος κι αστέρι ζούνε για την ώρα οι δυο μαζί.
ΒΑΣ. Καλόμοιρο αστέρι μ' έφερε στη Σεβίλλη. Πολλή ευτυχία με περιμένει εδώ, ωραία όπως τη πόθησα. Θα παν' όλα καλά κάτω απ' αυτό το αστέρι. Όμως πες μου, Δον Άριας, με τί τρόπο θα κάνεις να τη δω και να μπορέσω να της μιλήσω;
ΑΡΙΑΣ. Θα το δείς το αστέρι σου, χωρίς να σ' εμποδίσει του ηλιού το φως, κύριε μου, αν ανεβάσεις σε μεγάλες τιμές τον αδερφό της. Γιατί του βασιλέα η προστασία μπορεί να ρίξει κάτω, άμα θελήσει κάθε αρετής το φρούριο, όσο γερό κι αν είναι. Πρόσφερε του τη ψηλή σου χάρη. Με χαρίσματα μπορεί κανείς να νικήσει κι εύκολα να καταχτήσει τα πιο δύσκολα. Όταν εσύ δίνεις κι εκείνος δέχεται, τονε κάνεις χρεώστη σου και θα σου αντιπληρώσει ό,τι του δώσεις. Γιατί κείνος που δέχεται χαρίσματα, γράφει χρέος σε μπρούντζινη πλάκα.
ΒΑΣ. Κάλεστον λοιπόν να 'ρθει σε μένα και κάνε ν' ανταμώσω την Εστρέλλα στο σπίτι της απόψε. Είναι το αστέρι που γράφει κύκλους γύρω απ' την καρδιά μου και τη καίει με τη φλόγα του.

(Φεύγει ο ΔΟΝ ΑΡΙΑΣ)

ΣΚΗΝΗ 3η: (0 Δον ΓΚΟΝΘΑΛΟ Δε ΟΥΛΙΟΑ ντυμένος πένθιμα κι ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ)

ΓΚΟΝΘ. Ν' αγκαλιάσω τα πόδια σου, κύριε μου.
ΒΑΣ. Σήκω απάνω, Γκονθάλε. Τί είναι αυτά; Τέτοια μέρα χαράς έρχεσαι εδώ με τέτοιο βαρύ πένθος;
ΓΚΟΝΘ. Πέθανε ο πατέρας μου.
ΒΑΣ. Τότε έχασα ένα γενναίο μου στρατηγό.
ΓΚΟΝΘ. Ο στρατός μας έμεινε τώρα δίχως αρχηγό στα σύνορα.
ΒΑΣ. Ναι, χάσαμε έναν ήρωα και με βαθιά μου θλίψη ακούω τα λόγια σου.
ΓΚΟΝΘ. Στα νότια σύνορά μας αδυνάτισε πολύ το μέτωπο κι αφού δεν έχουμε άλλον σαν εκείνο να πάρει τη θέση του κι είναι κληρονομιά δική μου τ' όνομα ενός τέτοιου μεγάλου στρατηγού, παρακαλώ τη χάρη σου να μη παραχωρήσει σ' άλλον από μένα το αξίωμα αυτό που το άφησε ορφανό του πατέρα μου ο θάνατος.
ΒΑΣ. Σημάδι φανερό πως μια μέρα θα σταθείς αντάξιος γιος του. Όμως πρώτα κάθισε
να κλάψεις του πατέρα σου το θάνατο κι όσο κρατεί το πένθος κι όσο που να στεγνώσουνε τα δάκρυα σου, μείνε να ξαποστάσεις στο παλάτι μου.
ΓΚΟΝΘ. Με την ίδια παράκληση είναι να 'ρθει ο Φερνάντο Πέρες δε Μεδίνα κι ελπίζει πως, για τις καλές του υπηρεσίες, θα πάρει αυτό το αξίωμα. Γιατί αλήθεια, είναι ολάκερα δέκα χρόνια τώρα στο στρατό καπετάνιος κι έχει με το σπαθί του βάψει κόκκινα της Γρανάδας τα μάρμαρα. Γι' αυτό θέλησα να 'ρθω εγώ μπρος στη χάρη σου πριν απ' αυτόν.
ΒΑΣ. Θα δω τι μπορώ να κάνω. Γιατί προτού το αποφασίσω, θέλω να το σκεφτώ μαζί με τους συμβούλους μου.

ΣΚΗΝΗ 4η: (Οι ίδιοι κι ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΡΕΣ Δε ΜΕΔΙΝΑ)

ΦΕΡΝ. Θαρρώ, υψηλέ μου κύριε, πως αργοπορημένος έρχομαι να κλίνω στα σεβαστά σου πόδια. Να τα φιλήσω μια στιγμή άφησε με κι ύστερα...
ΒΑΣ. Χωρίς βία μπορείς να τα φιλήσεις γιατί η θέση που 'ρθες να γυρέψεις είναι ακόμη
στα χέρια μου. Πώς θα 'δινα τέτοιο μεγάλο αξίωμα, χωρίς πρώτα να συντύχω μ' εσάς τους δυο και μ' άλλα σπουδαία πρόσωπα που είναι στυλοβάτες του κράτους και θα γίνουνε κεραυνοί για το στρατό του εχθρού; Τώρα πηγαίνετε και περιμένετε ήσυχοι.
ΓΚΟΝΘ. Κύριε μου, τούτη είν' η αναφορά μου. (Του τη δίνει)
ΦΕΡΝ. Και τούτη είν' η δική μου: ένας κρυστάλλινος καθρέφτης της αξίας μου, όπου η μορφή μου δείχνεται, ολοκάθαρη, πιστή και τίμια. (Δίνει κι αυτός την αναφορά του)
ΓΚΟΝΘ. Το ίδιο είναι η δική μου, ο καθρέφτης που κάνει φανερό το δίκαιο ζήτημα μου.

(Φεύγουν οι ΓΚΟΝΘΑΛΟ & ΦΕΡΝΑΝΤΟ)

ΣΚΗΝΗ 5η  (ΒΑΣΙΛΙΑΣ, Δον ΑΡΙΑΣ & ΒΟΥΣΤΟ ΤΑΒΕΡΑ)

ΑΡΙΑΣ. Είναι ο Βούστο Ταβέρα, βασιλιά μου.
ΒΟΥΣΤ. Στα πόδια αυτά συγκινημένος πέφτω γιατί είναι φυσικό για έναν υπήκοο να νιώθει τέτοια ταραχή, κύριε μου, άμα βρεθεί μπρος στο βασιλιά του. Κι αυτό το φυσικό αίστημα το νιώθω εγώ τώρα διπλό γιατί η ανέλπιστη τούτη καλοσύνη που η χάρη σου μου δείχνει, με γεμίζει μ' άλλη τόση συγκίνηση.
ΒΑΣ. Σήκω απάνω.
ΒΟΥΣΤ. Η θέση μου είναι τούτη γιατί μπρος στο βασιλιά είναι χρέος μας να στέκουμε καθώς μπρος στα εικονίσματα, στην εκκλησία.
ΒΑΣ. Είσαι εκλεχτός ιππότης.
ΒΟΥΣΤ. Το 'χω αποδείξει στη πατρίδα. Όμως ζητώ να μ' ανεβάσεις μόνο σύμφωνα
με την αξία που 'χω.
ΒΑΣ. Έχω δύναμη να σ' ανεβάσω ακόμη πιο ψηλά.
ΒΟΥΣΤ. Οι θεϊκοί κι οι ανθρώπινοι νόμοι δίνουν εξουσία στους βασιλιάδες. Όμως στους υπηκόους τους -όσο ψηλή κι αν είναι η θέση τους- δε δίνουνε το λεύτερο να παίρνουνε πολύ θάρρος με τον κύριο τους, γιατί μπρος σ' αυτόν πρέπει να βάζουν μέτρο στους πόθους τους. Γι' αυτό κι εγώ, που βλέπω να υποχωρούνε τώρα για χατίρι μου αυτοί οι νόμοι, γυρεύω να ταιριάξεις το νόμο με τον πόθο μου.
ΒΑΣ. Ποιός άνθρωπος δε θέλει να 'ναι κάτι πιότερο απ' ό,τι είναι;
ΒΟΥΣΤ. Αν ήμουν πιότερο, θα 'χα σκεπασμένο το κεφάλι τώρα μπρος σου. Όμως είμαι ο Ταβέρα κι αφού είμαι Ταβέρα, πρέπει να 'ρχομαι με το κεφάλι ασκέπαστο.
ΒΑΣ. (Ιδιαίτερα στον ΑΡΙΑΣ) Περήφανη φιλοσοφία.
ΑΡΙΑΣ. (Ιδιαίτερα στο ΒΑΣΙΛΙΑ) Αλήθεια, δεν υπάρχει δεύτερος σαν αυτόν.
ΒΑΣ. Μα τη ζωή μου, δε θα 'θελα, Ταβέρα, να το σκεπάσεις, πριν να σου αποδείξω την αγάπη που τρέφω στο άτομο σου με το αξίωμα που θέλω να σου δώσω, για να μην είσαι πια μόνο Ταβέρα. Θα σε κάνω αρχηγό στο μέτωπο μας που ορφάνεψε στα νότια σύνορα, όπου το ηρωικό το ανάστημα σου θα χτυπήσει σα κεραυνός.
ΒΟΥΣΤ. Όμως εγώ, κύριέ μου, δε σ' έχω ως τώρα σε κανένα πόλεμο υπηρετήσει.
ΒΑς. Και χωρίς αυτό είσαι για με άξιος να φυλάς τούτη τη χώρα τόσο, που σε προκρίνω από τούτους τους δυο που τις τόσο σπουδαίες υπηρεσίες τους αναφέρουν σε τούτα τα υπομνήματα. Κι επιθυμώ να τα διαβάσεις τώρα ενώπιόν μου. (Δίνει τις αναφορές) Τρεις έχουν δικαιώματα: συ και τούτοι οι δυο. Κοίταξε ποιοι είναι οι αντίζηλοί σου.
ΒΟΥΣΤ. (Διαβάζει)
     «Κραταιέ μου κύριε! 0 Δον Γκονθάλο δε Ουλιόα ικετεύει το μεγαλείο
σου να τονε διορίσεις στρατηγό στο νότιο μέτωπο μας, τιμώντας έτσι τη μνήμη του πατέρα μου, που υπηρέτησε πάνω από δεκατέσσερα χρόνια, προσφέροντας σπουδαίες υπηρεσίες στο Θεό και στο στέμμα σου, και πέθανε στη μάχη. Ζητεί δικαιοσύνη κτλ.
».
Αν τω όντι ο Δον Γκονθάλο κληρονόμησε την αντρεία του πατέρα, είναι δίκαιο να πάρει αυτό το αξίωμα.
ΒΑΣ. Διάβασε τ' άλλο.
ΒΟΥΣΤ. (Διαβάζει)
     «Βασιλιά μου! 0 Φερνάντο Πέρες δε Μεδίνα έχει κάνει είκοσι χρόνια στρατιώτης κι έχει υπηρετήσει τον πατέρα σου κι ελπίζει να υπηρετήσει το ίδιο και τη χάρη σου, με το σπαθί και το μπράτσο του, μες στις δικές σου χώρες και τις ξένες. Στάθηκε δέκα χρόνια διοικητής στο στρατό της Γρανάδας κι έμεινε τρία χρόνια αιχμάλωτος δουλεύοντας σα σκλάβος. Για όλ' αυτά και για το άξιο σπαθί του -γιατί σ' αυτό στηρίζεται η δίκαιη τούτη απαίτηση- γυρεύει δω να του δοθεί το αξίωμα του στρατηγού στο νότιο μέτωπο».
ΒΑΣ. Τώρα πες μας κι εσύ για τις δικές σου υπηρεσίες.
ΒΟΥΣΤ. Δεν έχω δω να πω καμιά υπηρεσία που να μου δίνει δικαίωμα να ζητήσω απ' τη χάρη σου ούτε να πάρω τίποτε. Θα μπορούσα να πω για τους προγόνους μου, για τη παλιά τους δόξα, για τις σημαίες που πήρανε, για τα κάστρα που είχανε κερδίσει. Όμως γι' αυτά όλα κείνοι, βασιλιά μου, είχανε τιμηθεί καθώς τους έπρεπε. Για τις υπηρεσίες που 'χαν εκείνοι προσφέρει, δε μου πρέπουν οι δικές τους τιμές. Το δίκιο πρέπει να ζυγίζεται για όλους με το ίδιο μέτρο: γιατί ο Θεός μετρά τη δικαιοσύνη του με το βάρος μιας τρίχας. Είναι δίκαιο αυτό το αξίωμα να το δώσεις σ' έναν από τούτους τους δυο. Τι αν το δώσεις σε μένα βασιλιά μου θα κάνεις αδικία. Οι υπηρεσίες που 'χω προσφέρει ως τώρα στη Σεβίλλη είναι μικρές: γιατί ήμουνα στους πολέμους μόνο στρατιώτης και στην ειρήνη, σύνεδρος του κράτους κι αν μπορώ να 'χω γνώμη, αυτή τη θέση είναι άξιος να πάρει ο Φερνάντο Πέρες δε Μεδίνα γιατί έζησε τα χρόνια του στο μέτωπο. Τον Δον Γκονθάλο, που 'ναι ακόμη νέος, -της Κόρδοβας τον Σιδ- μπορούσες να τονε κάνεις καπετάνο, καλέ μου βασιλιά.
ΒΑΣ. Καλά λοιπόν, ας γίνει όπως το θες.
ΒΟΥΣΤ. Δε ζητώ -έτσι όπως είναι λογικό και δίκαιο- αυτοί που σου δουλεύουν, να 'χουνε παρά μόνο την ανάλογη αμοιβή τους.
ΒΑΣ. Σώπαινε πια τι με κάνεις να ντρέπομαι με τα καλά σου λόγια.
ΒΟΥΣΤ. Αυτές οι αλήθειες είναι καθρέφτες που σ' αυτούς η χάρη σου κοιτά τον εαυτό της.
ΒΑΣ. Είσαι ιππότης με μεγάλη αρχοντιά κι επιθυμώ να σε κάνω αυλικό μου γιατί θέλω
να σ' έχω, από δω κι εμπρός, κοντά μου πάντα. Έχεις γυναίκα;
ΒΟΥΣΤ. Όχι, βασιλιά μου, γιατί έχω μιαν αδελφή και δε σκοπεύω να παντρευτώ πριν να της βρω τον άντρα που της ταιριάζει.
ΒΑΣ. Εγώ, Βούστο Ταβέρα, θα της βρω τον καλύτερο. Πώς τη λένε;
ΒΟΥΣΤ. Εστρέλλα.
ΒΑΣ. Εστρέλλα; Ώστε θα 'ναι όμορφη. Ποιός άντρας θα είν' άξιος να πάρει αυτό το αστέρι, παρά μόνον ο ήλιος;
ΒΟΥΣΤ. Άνθρωπο γυρεύω μόνο, γιατί η Εστρέλλα μου δεν είναι άστρι τ' ουρανού.
ΒΑΣ. Μείνε ήσυχος εγώ θα τη παντρέψω και θα της βρω έναν άντρα όπως της πρέπει.
ΒΟΥΣΤ. Ευχαριστώ τη χάρη σου.
ΒΑΣ. Και πες της πως θα τη στεφανώσω εγώ και θέλω να τη προικίσω.
ΒΟΥΣΤ. Τώρα, βασιλιά μου, θα 'θελα να ρωτήσω την αιτία που με κάλεσε η χάρη σου.
Γιατί μολογώ πως ανησύχησα.
ΒΑΣ. Έχεις δίκιο, Ταβέρα. Είναι κάτι που αφορά τη Σεβίλλη και που θα 'θελα πρώτα να μιλήσω γι' αυτό μαζί σου. Κι όταν μας δοθεί καμιά ήσυχη ώρα, θέλω να μιλήσουμε οι δυο μας. Από σήμερα σε παίρνω κοντά μου, στο παλάτι, σύμβουλό μου και βοηθό. Τώρα πήγαινε κι ας είναι προστάτης σου ο Θεός.
ΒΟΥΣΤ. Δώσ' μου τα πόδια σου.
ΒΑΣ. Όχι τα δυο μου μπράτσα θα σου δώσω.
ΒΟΥΣΤ. Τόση για μένα καλοσύνη ξεπερνά κάθε μου φαντασία. (Μόνος του) Αυτή η ιστορία δε μ' αρέσει καθόλου. Να μου δείχνει τόσην αγάπη! Χωρίς να με γνωρίζει, να μ' ανεβάζει έτσι ψηλά! Μου φαίνεται πως θέλει, πιο πολύ, να δωροδοκήσει τη τιμή μου, παρά να με τιμήσει.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 6η: (ΒΑΣΙΛΙΑΣ & Δον ΑΡΙΑΣ)

ΒΑΣ. Πολύ φρόνιμος είναι τούτος ο άνθρωπος, ξύπνιος και τίμιος.
ΆΡΙΑΣ. Αυτοί οι τίμιοι άνθρωποι δε μου αρέσουνε πολύ. Πόσοι απ' αυτούς δεν ήτανε τίμιοι ως να δειχτούν αλλιώτικοι σε μια καλή ευκαιρία! Χωρίς αυτήν είναι όλοι τίμιοι. Μα όλοι δεν είναι πάντα ίδιοι, βασιλιά μου. Βάζουνε στη ζυγαριά, απ' το 'να τάσι τη τιμή και στ' άλλο βάλε συ χατίρια και τιμές και κολακείες και θα δεις που θα γείρει.
ΒΑΣ. Επιθυμώ ν' ανταμώσω κρυφά κείνη την όμορφη στο σπίτι της, είναι για με ήλιος,
αφού τόσο με καίει κι ας είναι για τους άλλους μόνον άστρι. Θέλω να ζήσω και δε νοιάζομαι τι θα πούνε στη Καστίλλη. Είμαι βασιλιάς τυφλός και θέλω ν' ακλουθήσω τ' άστρο της Σεβίλλης. Μου θαμπώσανε τα μάτια και θέλω, σα κείνους τους Μάγους της Περσίας ν' ακλουθήσω της Σεβίλλης τ' άστρι.

(Φεύγουν)

ΣΚΗΝΗ 7η: (Στο σπίτι του Βούστου Δον ΣΑΝΤΣ0, ΕΣΤΡΕΛΛΑ, ΜΑΤΙΛΔΗ & ΚΛΑΡΙΝΤO)

ΣΑΝ. Άγγελε τ' ουρανού μου, πότε θά 'ρθει κείνη η ώρα να σε δω δική μου λευτερώνοντας έτσι απ' τη καρδιά μου τη λαχτάρα του πόθου μου; Πότε τις στάλες της δροσιάς που τρέχουν από τα δυο μου μάτια, λαμπερέ μου ήλιε, βγαίνοντας μες από κοράλλια όμοια με των χειλιώ σου θα τις κάνεις με τη γλυκιά σου αγάπη μαργαριτάρια που θα μπούνε στολίδια γύρω απ' τις ψυχές μας;
ΕΣΤ. Αν πορεύονταν οι καιροί σα τους πόθους της καρδιάς μου, θα ξεπερνούσανε του ήλιου τα γιγαντένια βήματα κι ήθελε γιορτάσει όλ' η Σεβίλλη τη νίκη της αγάπης μου. Η τύχη μου δε θα 'χε να ζηλέψει την ευτυχία της ντροπαλής τρυγόνας που με το ερωτικό μουρμουρητό της στρώνει τα νυφικά της τα κρεβάτια στις κουφάλες των δέντρων.
ΣΑΝ. Τι ευτυχία χαρίζουνε στη ζωή μου αυτοί σου οι πόθοι! Τις αμάραντες δάφνες η ψυχή μου επιθυμεί της δόξας, για να μπορεί να προσφερθεί σε σένα.
ΕΣΤ. Κι εγώ της δίνω τη ζωή μου για να ζω μες σ' αυτές.
ΣΑΝ. Αχ, ακριβό μου αστέρι, όλο φωτιά και φως!
ΕΣΤ. Αχ, γλυκύτατε κλέφτη της ζωής μου!
ΣΑΝ. Αχ, της καρδιάς μου βλογημένο λάφυρο, αστέρι του Βοριά στη ταραγμένη
θάλασσα των ματιών μου!
ΚΛΑΡ. (Στη ΜΑΤΙΛΔΗ) Δε λέμε κάνα δυο γλυκά αχ και βαχ κι εμείς οι δυο, καθώς τα αφεντικά μας;
ΣΑΝ. Δε σωπαίνεις;
ΚΛΑΡ. Καλά, καλά, σωπαίνουμε. (Κρυφά στη ΜΑΤΙΛΔΗ) Αχ, γλυκύτατο εσύ στυλωτικό
του λαγγεμένου μου έρωτα!
ΜΑΤ. Αχ, γλυκύτατε σεΐζη, που όταν παίρνεις το ξυστρί σου στο χέρι είσαι ποιητής!
ΚΛΑΡ. Αχ, ευτυχία μου!
ΜΑΤ. Ω, ευτυχισμένε!
ΚΛΑΡ. Ούτε οι λεπροί τόσα αχ όπως εμείς δε λένε!
ΣΑΝ. Τάχα τί λέει ο αδερφός σου γι' αυτό;
ΕΣΤ. Πως όλα τα χαρτιά είναι τώρα πια έτοιμα κι υπογραμμένα, είπε ο αδερφός μου ο γάμος μας είναι αποφασισμένος. Του χρειάζονται μόνο λίγες μέρες, να ετοιμαστεί κι αυτός.
ΣΑΝ. Άσκημο τέλος μπορεί να πάρει η αγάπη μας, αν πάει γι' αυτήν ενάντιος καιρός. Θα 'θελα να γινότανε σήμερα κιόλας ο γάμος μας: γιατί ο καιρός είναι άστατος κι έχει μύρια γυρίσματα.
ΕΣΤ. Άμα δεις ότι τραβά πολύ, πήγαινε να μιλήσεις του αδερφού μου.
ΣΑΝ. Θα του μιλήσω γιατί όσο καιρό χάνω απ' τον έρωτα μου, τονε χάνω απ' τη ζωή μου.
ΚΛΑΡ. Ο Βούστο Ταβέρα!

ΣΚΗΝΗ 8η: (ΒΟΥΣΤΟ ΤΑΒΕΡΑ κι οι ίδιοι)

ΒΟΥΣΤ. Φίλε μου Σάντσο!
ΕΣΤ. Ω Θεέ μου! Τί έχεις πάθει;
ΣΑΝ. Πώς έτσι ταραγμένος;
ΒΟΥΣΤ. Χαρά μαζί και θλίψη με κρατούνε σε μεγάλη αγωνία. Καλή μου Εστρέλλα άσε μας μόνους μια στιγμή.
ΕΣΤ. Θεός να μ' ελεήσει: αυτή η ιστορία με κάνει να τρομάζω.

(Φεύγουν ΕΣΤΡΕΛΛΑ & ΜΑΤΙΛΔΗ)

ΣΚΗΝΗ 9η: (Δον ΣΑΝΤΣΟ, ΒΟΥΣΤΟ & ΚΛΑΡΙΝΤΟ)

ΒΟΥΣΤ. Άκου, Σάντσο Ορτίς δε λας Ροέλας...
ΣΑΝ. Δε με λες πια αδερφό σου;
ΒΟΥΣΤ. Το άλογο μου με πήρε και δε θέλει ν' ακούσει πια σπιρούνια. Λοιπόν μάθε
πως σήμερα με κάλεσε κοντά του ο βασιλιάς, δε ξέρω για ποιο λόγο. Γιατί αν και τονε ρώτησα, δε θέλησε να μου εξηγήσει, φίλε μου. Με διόρισε στο μέτωπο του Νότου στρατηγό, χωρίς να το ζητήσω κι έκανε χρεία να του αρνηθώ το αξίωμα, για να μη μου το δώσει. Τέλος με έκανε...
ΣΑΝ. Λέγε, αυτά είν' ευχάριστα και πες μου τί σε θλίβει, τί σε κάνει να 'σαι έτσι ταραγμένος;
ΒΟΥΣΤ. ...αυλικό του, με παίρνει στο παλάτι.
ΣΑΝ. Κι αυτό ευχάριστο...
ΒΟΥΣΤ. Σε στενοχώριες πάμε.
ΣΑΝ. (Μόνος) ...που φοβάμαι πως θα με βάλει σ' έγνοιες.
ΒΟΥΣΤ. Μου 'πε να μη παντρέψω την Εστρέλλα εγώ, γιατί είναι λέει, πεθυμιά του να τη προικίσει αυτός, παντρεύοντάς την ο ίδιος μ' άντρα δικής του εκλογής.
ΣΑΝ. Μου είπες πρωτύτερα πως είχες θλίψη και χαρά μαζί. Όμως εγώ μόνον είμαι ο θλιμμένος, τί συ παίρνεις τις χάρες και τ' αξιώματα κι εγώ τις στενοχώριες. Άσε λοιπόν τη θλίψη σου για μένα και κράτα τη χαρά. Γιατί μια θέση σαν κι αυτή, στο παλάτι κι ένας γάμος καλός της αδερφής σου ανοίγουνε δρόμο ευτυχισμένοτης δικής σου ζωής. Όμως δε μένεις πιστός στο νόμο της φιλίας. Έπρεπε να του 'χες πει πως η Εστρέλλα είναι αρρεβωνιασμένη.
ΒΟΥΣΤ. Ήτανε τόσο απ' τις αναπάντεχες τιμές ταραγμένος ο νους που δε μπόρεσα να του το πω κείνη την ώρα.
ΣΑΝ. Τότε εμποδίζεται ο γάμος μου;
ΒΟΥΣΤ. Θα πάω στο βασιλιά και πάλι και θα του φανερώσω πως η ένωση σας είναι αποφασισμένη κι ότι όλα τα χαρτιά σας είναι πια έτοιμα κι υπογραμμένα κι ότι πρέπει η θέληση του να σεβαστεί το δίκιο.
ΣΑΝ. Άμα κείνος θελήσει να το πνίξει, ποιά δύναμη μπορεί να τον κρατήσει, αν του κάνει ευχαρίστηση, ή έχει κάποιο σκοπό;
ΒΟΥΣΤ. Θα του μιλήσω εγώ κι αν θέλεις, πήγαινε κι εσύ να του μιλήσεις, γιατί κείνη την ώρα, ήτανε τόση η ταραχή μου που δε του 'πα τίποτα για το λόγο που δώσαμε.
ΣΑΝ. Θανάσιμη είναι για με τούτη η στεναχώρια. Καλά το 'λεγα γω πως δε μπορούμε να 'χουμε εμπιστοσύνη στον καιρό που περνά κι οι στεναγμοί κι η θλίψη ρίχνουνε στις χαρές μας τον ίσκιο τους... Κι αν θέλει ο Βασιλιάς να στραγγαλίσει το νόμο...
ΒΟΥΣΤ. Σάντσο Ορτίς, ο Βασιλιάς είναι Βασιλιάς. Γι' αυτό σώπα κι υπομόνεψε!

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 10η: (Δον ΣΑΝΤΣΟ & ΚΛΑΡΙΝΤΟ)

ΣΑΝ. Σ' αυτή τη θλιβερή θέση που βρίσκομαι πώς να έχω υπομονή; Πώς να σωπάσω; Ω, τύραννε που μπήκες στη Σεβίλλη με τιμές και με ζήτω να ταράξεις το ποθητό μου γάμο, ποτέ σου να μη δεις ήσυχη μέρα μες στη Καστίλλη! Δίκαια ονομάστηκες Σάντσο ο Αντρειωμένος γιατί τώρα μπορώ πια να σε ξέρω απ' τα έργα σου. Αυτό το όνομα σ' το δώσανε για τη σκληρή καρδιά σου. Μα ο Θεός θέλει σε ταπεινώσει... Φεύγουμε απ' τη Σεβίλλη και πηγαίνουμε στο Γιβραλτάρ: εκεί θ' αγωνιστούμε δίνοντας τη ζωή μας.
ΚΛΑΡ. Και χωρίς να πάμε στο Γιβραλτάρ είναι κιόλα χαμένη δω η ζωή μας.
ΣΑΝ. Κάτω απ' την αγάπη της όμορφης Εστρέλλα, γιατί να 'ναι τόσο άτυχο τ' αστέρι της ζωής μου!
ΚΛΑΡ. Γι' αυτό τ' όμορφο αστέρι θα μας πάρει στο τέλος το σκοτάδι. Θα προτιμούσα πιο καλά τον ήλιο.
ΣΑΝ. Όχι, δε θα χαρείς τη βασιλεία σου μες σ' αυτή τη χώρα.

(Φεύγουν κι οι δυο)

ΣΚΗΝΗ 11η: (Σ' ένα δρόμο ΒΑΣΙΛΙΑΣ Δον ΑΡΙΑΣ κι ακολουθία Κατόπιν ο ΒΟΥΣΤΟ)

ΒΑΣ. Πες τους πως είμαι εδώ.
ΑΡΙΑΣ. Το ξέρουνε, κύριε και να που βγαίνει ο Δον Βούστο Ταβέρα να σε υποδεχτεί.
ΒΟΥΣΤ. (Βγαίνοντας απ' τη πόρτα του σπιτιού) Τόση τιμή! Μια τέτοια συγκατάβαση! Στο σπίτι μου η Μεγαλειότητα σου!
ΒΑΣ. Τυλιγμένος σε τούτον το μαντύα βγήκα να δω τη πόλη της Σεβίλλης κι όπως έτυχε
να περνώ απ' αυτό το δρόμο μου 'πανε πως ετούτο είναι το σπίτι σου. Θέλησα να το δω γιατί είχα ακούσει πως είναι έξοχο σπίτι.
ΒΟΥΣΤ. Είναι σπίτι ενός απλού αρχοντόπουλου.
ΒΑΣ. Ας μπούμε.
ΒΟΥΣΤ. Το σπίτι μου είναι καμωμένο κύριε, για το μικρό μου ανάστημα και δεν είναι αρκετό να χωρέσει τη Μεγαλειότητα σου. Για ένα τέτοιο μεγάλο κύριο, οι σάλες του
είναι πολύ μικρές. Και θα το δουν μ' άσκημο μάτι στη Σεβίλλη, αν το μάθουνε πως ήρθες σπίτι μου.
ΒΑΣ. Άκουσε Ταβέρα, δεν ήρθα για το σπίτι σου, αλλ'α για σένα.
ΒΟΥΣΤ. Ω, τρανέ μου κύριε, πολύ μεγάλη τιμή για μένα, μα δε θα 'ταν ευγενικό αν δεχόμουν εγώ ο απλός υπήκοος, να 'ρθει σπίτι μου ο βασιλιάς μου. Υπήκοος κι υπηρέτης σου είμαι γω, κύριε μου και θα 'τανε πιο σωστό, νομίζω, να 'ρθω στο παλάτι σου εγώ, αν τόσο πεθυμάς να με τιμήσεις, γιατί τούτη η μεγάλη συγκατάβαση θα μπορούσε να βάλει σ' υποψία τον κόσμο.
ΒΑΣ. Σε υποψία! Για τί πράγμα;
ΒΟΥΣΤ. Θα πούνε, έστω κι αν δεν είναι αλήθεια, ακόμα, πως ήρθες να δεις την αδερφή μου. Κι όταν αρχίσουνε πια να τη μιλούνε, είναι φόβος να χάσει το καλό της τ' όνομα
γιατί η τιμή είναι ένα παρθένο κρύσταλλο που αρκεί, πολλές φορές, για να το σπάσει
κι ένα μονάχα φύσημα.
ΒΑΣ. Μια τώρα κι είμαστε δω, θέλω να σου μιλήσω για κάποιο ζήτημα. Έλα, πάμε μέσα.
ΒΟΥΣΤ. Με την άδεια σου, ας γίνει αυτό καλύτερα καθώς θα περπατάμε: το σπίτι μου δεν είναι ετοιμασμένο να σε υποδεχτεί.
ΒΑΣ. (Ιδιαίτερα στον ΑΡΙΑΣ) Μεγάλη αντίσταση μας κάνει.
ΑΡΙΑΣ. (Ιδιαίτερα στο ΒΑΣΙΛΙΑ J Τότε κοίτα με τρόπο, να τον απομακρύνεις και θα της μιλήσω γω για σε.
ΒΑΣ. Μίλα πιο σιγά μην ακούσει. Γιατί αυτός ο βλάκας έχει όλη τη τιμή του μες στ' αφτιά του.
ΑΡΙΑΣ. Το πολύ βάρος θα τα σπάσει.
ΒΑΣ. Αρκεί: δε θέλω με τη βία να μπω στο σπίτι σου.
ΒΟΥΣΤ. Σα θα 'ρθεις να παντρέψεις βασιλιά μου την Εστρέλλα, θα το βρεις στολισμένο,
όπως ταιριάζει.
ΑΡΙΑΣ. Να 'ρθουνε τα αμάξια!
ΒΑΣ. Έλα μαζί μου, Βούστο.
ΒΟΥΣΤ. Αν μου δίνεις την άδεια, θα 'ρθω πεζός.
ΒΑΣ. Το αμάξι είναι δικό μου κι είμαι εγώ που ορίζω μες σ' αυτό.
ΑΡΙΑΣ. Είναι έτοιμα τα αμάξια.
ΒΑΣ. Θα πάμε στο παλάτι.
ΒΟΥΣΤ. (Μόνος του) Καλοσύνες πάρα πολλές και τιμές είναι τούτες του βασιλιά σε μένα: ο Θεός να δώσει να βγούνε σε καλό.

(Φεύγουν ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ κι ο ΒΟΥΣΤΟ)

ΣΚΗΝΗ 12η: (Σάλα στο σπίτι των Ταβέρα ΕΣΤΡΕΛΛΑ, ΜΑΤΙΛΔΗ κατόπιν Δον ΑΡΙΑΣ)

ΑΣΤ. Τι λες, Ματίλδη;
ΜΑΤ. Ήταν ο βασιλιάς.
ΑΡΙΑΣ. (Καθώς μπαίνει) Εκείνος ήταν. Δεν είναι παράξενο να 'ρχονται βασιλιάδες ακλουθώντας σα κείνους τους Μάγους, ένα τέτοιο αστέρι του ουρανού. Ερχότανε στο σπίτι σας ζητώντας την άφταστη ομορφιά. Τί κι αν είναι αυτός βασιλιάς της Καστίλλης,
είσαι της ομορφιάς εσύ η βασίλισσα. Ο βασιλιάς Δον Σάντσο, που ο λαός τον ονομάζει αντρείο για την ανίκητη παλικαριά του και που οι Μαύροι τρέμουν ακούοντας τ' όνομα του, είδε τη θεϊκή τούτη ομορφιά σου σ' ένα μπαλκόνι. Ήσουνα σαν την Αυγή, όταν ανάμεσα απ' τα ρόδα και τα κρίνα τη ξυπνούνε τα τραγούδια των πουλιών και τη κάνουν να κλαίει σκορπίζοντας παντού μαργαριτάρια πάνω στη γη. Και θέλει να σου δώσει τα πλούτια της Σεβίλλης, -αν και τα πλούτη αυτά είναι πάλι λίγα μπρος στις δικές σου χάρες- αν θέλεις να δεχτείς τη πρόταση του. Και αν δεχτείς κι ανταμείψεις την αγάπη του, συ που 'σουν ως τώρα της Σεβίλλης τ' άστρι, θα 'σαι από δω και πέρα ο ήλιος της.
Θα σου χαρίσει πολιτείες και χώρες, που θα είσαι συ η αφέντρα και κυρά τους και θα σου δώσει τρανό αρχοντόπουλο γι' άντρα σου, που κοντά του έχεις να γίνεις η δόξα κι η κορόνα της γενιάς σου κι η τιμή των Ταβέρα. Τί έχεις να μου απαντήσεις.
ΕΣΤ. Ν' απαντήσω; Αυτό που βλέπεις. (Του γυρνά τη πλάτη)
ΑΡΙΑΣ. Στάσου! Άκουσε με!
ΕΣΤ. Για τις αδιαντροπιές που μου ζητάς, αυτή είναι η απάντηση μου.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 13η: (Δον ΑΡΙΑΣ & ΜΑΤΙΛΔΗ)

ΑΡΙΑΣ. (Μόνος του) Υπέροχη είναι αυτή η υψηλοφροσύνη αδερφής κι αδερφού!Κατάπληχτο μ' αφήνουνε κι οι δυο τους. Της Ρώμης η αρχοντιά κάνει να λάμπει η Σεβίλλη μ' αυτούς τους δυο. Μου φαίνεται, ποτέ δε θα μπορέσει ο βασιλιάς να νικήσει το πνεύμα τους. Ωστόσο επιμονή και δύναμη γκρεμίζουνε βουνά, κόβουνε βράχους. Θα μιλήσω σε τούτη τη κοπέλα τί τα πλούσια χαρίσματα είναι πόρτες για να φτάσει κανείς στις Λουκρητίες και τις Πορκίες. (Στη ΜΑΤΙΛΔΗ) Συ είσαι υπηρεσία σ' αυτό το σπίτι;
ΜΑΤ. Είμαι μα στανικά.
ΑΡΙΑΣ. Πώς στανικά;
ΜΑΤ. Γιατί είμαι σκλάβα.
ΑΡΙΑΣ. Σκλάβα;
ΜΑΤ. Φυλακισμένη εδώ κι υποταγμένη, χωρίς την άγια λευτεριά, για πάντα, ως να πεθάνω.
ΑΡΙΑΣ. Ε, εγώ θα φροντίσω για να σε λευτερώσει ο βασιλιάς και να σου δώσει για τη νέα ζωη σου χίλια δουκάτα εισόδημα, αν τον βοηθήσεις σ' ό,τι σε χρειαστεί.
ΜΑΤ. Για τη λευτεριά και το χρυσάφι δεν υπάρχει κακία ούτε αμαρτία που να με αποκρατούσε. Πες μου μόνο τι θα 'πρεπε να κάνω. Θα κάνω ό,τι μπορώ.
ΑΡΙΑΣ. Πρέπει να μπάσεις το βασιλιά μες στο σπίτι απόψε.
ΜΑΤ. Όλες τις πόρτες θα τις βρει ανοιχτές, αν γίνει ό,τι μου τάζεις.
ΑΡΙΑΣ. Θα σου δώσω υπόσχεση γραφτή του βασιλιά με την υπογραφή του, προτού περάσει μέσα.
ΜΑΤ. Εγώ λοιπόν θα τονε βάλω στο ίδιο το κρεβάτι της Εστρέλλα, απόψε.
ΑΡΙΑΣ. Τί ώρα ο Βούστο πέφτει να κοιμηθεί;
ΜΑΤ. Τα ξημερώματα πλαγιάζει κάθε μέρα. Όλες τις νύχτες είναι δοσμένος σ' έρωτες κι η τέτοια αστόχαστη ζωή που κάνουν οι άντρες, πολύ συχνά ζημιώνουνε το καλό όνομα
των γυναικώνε.
ΑΡΙΑΣ. Τί ώρα πρέπει να 'ρθει απόψε ο βασιλιάς;
ΜΑΤ. Ας έρθει, αφέντη μου, στις έντεκα. Η κυρά μου, αυτή την ώρα θα 'χει πλαγιάσει.
ΑΡΙΑΣ. Πάρε καπάρο τούτο το σμαράγδι, να θυμάσαι τα καλά και τις χάρες που σου τάζει με μένα ο βασιλιάς.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 14η: (Αίθουσα παλατιού: Δον ΙΝΙΓΟ ΟΣΟΡΙΟ, ΒΟΥΣΤΟ & Δον ΜΑΝΟΥΕΛ με χρυσά κλειδιά στα χέρια)

MAN. Άμποτε η ευγένια σου να τα χαίρεται τούτα τα κλειδιά κι αυτό το αξίωμα πολύ καιρό και να δει μεγαλύτερες τιμές ακόμη.
ΒΟΥΣΤ. Ήθελα να 'τανε τρόπος να ξεπληρώσω αυτές τις καλοσύνες που ο βασιλιάς παραχωρεί σε μένα χωρίς να είμαι άξιος.
ΙΝΙΓΟ. Είσαι και παράξιος. Κι ο βασιλιάς μας πρέπει να 'σαι βέβαιος, δε γελιέται σ' αυτό.
ΒΟΥΣΤ. Δίνει στα χέρια μου τα κλειδιά του, με κάνει τ' ουρανού του κλειδοκράτορα μ' όλο που από κάτω η γη με φοβερίζει βλέποντας με που φτάνω έτσι ψηλά. Γιατί, όπως έτσι ανέλπιστα μου χάρισε τόσες τιμές, φοβάμαι μήπως πάλι, αυτός που μ' ανυψώνει αλλάξει γνώμη με την ίδια ευκολία.

ΣΚΗΝΗ 15η: (Οι ίδιοι κι ο Δον ΑΡΙΑΣ)

ΑΡΙΑΣ. Ώρα, αρχοντάδες μου, για ν' αποτραβηχτείτε. Ο βασιλιάς θέλει να γράψει.
MAN. Τότε ας πάμε κάπου να περάσουμε ευχάριστα τη νύχτα μας.

(Φεύγουνε: ΒΟΥΣΤΟ, Δον ΙΝΙΓΟ & Δον ΜΑΝΟΥΕΛ)

ΣΚΗΝΗ 16η: (ΒΑΣΙΛΙΑΣ & Δον ΑΡΙΑΣ)

ΒΑΣ. Λες θα χαρώ τα λαμπερά της κάλλη, Δον Άρια, απόψε;
ΑΡΙΑΣ. Σίγουρα, κύριε μου: κείνη η σκλαβοπούλα είναι ολοπρόθυμη να μας υπηρετήσει.
ΒΑΣ. Της αξίζει να της στήσει η Καστίλλη το άγαλμα της.
ΑΡΙΑΣ. Πρέπει να γράψουμε όμως το χαρτί που της έταξα.
ΒΑΣ. Πήγαινε, Δον Άρια, πες να το ετοιμάσουνε και φέρτο δω να το υπογράψω, ο πόθος μου με σπρώχνει να βιαστώ.
ΑΡΙΑΣ. Καλά την έχει, μα τη τιμή μου, κείνη η σκλαβοπούλα!
ΒΑΣ. Μπα, εγώ κερδίζω. Δίνοντας μου κείνη το Αστέρι της Σεβίλλης, μου πουλά τον ήλιο τ' ουρανού.

                                Π Ρ Α Ξ Η   Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Η

ΣΚΗΝΗ 1η: (Δρόμος, ξώπορτα των ΤΑΒΕΡΑ: ΒΑΣΙΛΙΑΣ, Δον ΑΡΙΑΣ & ΜΑΤΙΛΔΗ)

ΜΑΤ. (Στον ΑΡΙΑΣ) Μόνος θα 'ναι πιο σίγουρος γιατί όλοι έχουν κιόλας ησυχάσει.
ΒΑΣ. Κι η Εστρέλλα;
ΜΑΤ. Κι αυτή κοιμάται κι είναι η κάμαρα της αυτή την ώρα σκοτεινή.
ΒΑΣ. Γυναίκα, μ' όλο που θα 'ταν αρκετός ο λόγος μου να, αυτό είναι το χαρτί που σου χαρίζει τη λευτεριά. Όσο για το Βούστο, σύχασε: θα του δώσω άλλη σκλάβα.
ΑΡΙΑΣ. Για τα χρήματα κι όλα τ' άλλα είναι μέσα κει γραμμένα.
ΜΑΤ. Να φιλήσω τα πόδια σου.
ΑΡΙΑΣ. (Ιδιαίτερα στο ΒΑΣΙΛΙΑ) Όταν είναι για το συμφέρον, όλες κύριε μου, είναι ίδιες κι όμοιες.
ΒΑΣ. (Ιδιαίτερα στον ΑΡΙΑΣ) Είναι έξοχο πράγμα, κανείς, να βασιλεύει.
ΑΡΙΑΣ. (Ιδιαίτερα στο ΒΑΣΙΛΙΑ) Ποιός μπορεί ν' αντισταθεί στο βασιλιά;
ΒΑΣ. Λοιπόν πρέπει ν' ανέβω μόνος μου έτσι, πιο εύκολα θα περάσω απαρατήρητος.
ΑΡΙΑΣ. Θ' αποκοτήσεις τέτοια περιπέτεια μονάχος;
ΒΑΣ. Τί εννοείς θ' αποκοτήσω; Μήπως εγώ κι εκεί που υπάρχει κίνδυνος, δε πάω μόνος;
ΑΡΙΑΣ. Και πού πρέπει να σε προσμένω;
ΒΑΣ. Έξω από το δρόμο: κάπου που να μπορώ εύκολα να σε βρω.
ΆΡΙΑΣ. Θα μπω στον Άγιο Μάρκο.

(Φεύγει ο Δον ΑΡΙΑΣ)

ΒΑΣ. Ο Βούστος τι ώρα θα 'ρθει;
ΜΑΤ. Έρχεται πάντα του την ώρα που το κόρο των πουλιών χαιρετά την αυγή. Κι η πόρτα μένει πάντα ανοιχτή ώσπου να 'ρθει κείνος.
ΒΑΣ. (Μόνος του) Ο έρωτας μου συχωρνά το θράσος μου.
ΜΑΤ. Η αφεντιά σου ας με ακολουθήσει στο σκοτεινό χαγιάτι.

(Μπαίνουνε σπίτι)

ΣΚΗΝΗ 2η: (Δον ΜΑΝΟΥΕΛ, ΒΟΥΣΤΟΣ, Δον ΙΝΙΓΟ)

ΒΟΥΣΤ. Τούτο είναι το σπίτι μου.
ΙΝΙΓΟ. Καλόν ύπνο.
ΒΟΥΣΤ. Νωρίς είναι για μένα.
MAN. Μην έρχεσαι μαζί μας πάρα πέρα.
ΒΟΥΣΤ. Καλά.
ΙΝΙΓΟ. Εμείς ακόμη έχουμε, οι δυο μας, κάπου να πάμε.
ΒΟΥΣΤ. Αλήθεια, πώς σας φάνηκε η Φελισιάνα;
MAN. Θα μιλήσουμε αύριο στο παλάτι γι' αυτή, καλέ μου φίλε. Γιατί έχουμε πολλά καλά να πούμε για μια τέτοια γυναίκα.

(Φεύγουν ο Δον ΜΑΝΟΥΕΛ κι ο Δον ΙΝΙΓΟ)

ΣΚΗΝΗ 3η: (ΒΟΥΣΤΟ ΤΑΒΕΡΑ μόνος)

ΒΟΥΣΤ. Νωρίς έρχομαι για ύπνο. (Κοιτά του σπιτιού του την εξώπορτα) Κατασκότεινο
είναι το σπίτι. Ούτ' είναι δω κανένα παιδόπουλο. Ε, Λουχάν, Χουανίκο, Αντρέα, Οσόριο! Όλοι κοιμούνται. Χούστα, Ινες! Θα κοιμούνται κι αυτές. Ε Ματίλδη! Κι η σκλαβοπούλα επίσης. Ο ύπνος είναι θεός και κυβερνά τις αίσθησες του κόσμου.

(Μπαίνει στο σπίτι του)

ΣΚΗΝΗ 4η: (Σάλα των Ταβέρα: ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΜΑΤΙΛΔΗ κι ύστερα ΒΟΥΣΤΟ)

ΜΑΤ. Θαρρώ πως ήταν η φωνή του αφέντη που με καλούσε. Αλί μου, είμαι χαμένη!
ΒΑΣ. Εσύ δεν είπες πως γυρίζει σπίτι μονάχα το πρωί;
ΜΑΤ. Ω, δυστυχία μου!

(Έρχεται ο ΒΟΥΣΤΟ, ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ σκεπάζει το πρόσωπο με το μανδύα του)

ΒΟΥΣΤ. Ματίλδη!
ΜΑΤ. Ω, Θεέ μου. Φεύγω.
ΒΑΣ. (Ιδιαίτερα στη ΜΑΤΙΛΔΗ) Μη φοβάσαι.

(Φεύγει η ΜΑΤΙΛΔΗ)

ΣΚΗΝΗ 5η: (ΒΑΣΙΛΙΑΣ & ΒΟΥΣΤΟ)

ΒΟΥΣΤ. Ποιός είναι εκεί;
ΒΑΣ. Ένας άντρας.
ΒΟΥΣΤ. Τέτοιαν ώρα στο σπίτι μου ένας άντρας! Τ' όνομα σου.
ΒΑΣ. Τόπο να περάσω.
ΒΟΥΣΤ. Οι τρόποι σου δεν είναι καθώς πρέπει. Κι αν θες να περάσεις, πέρνα πρώτα απ' την άκρη του σπαθιού μου. Γιατί αν αυτός ο τόπος είν' ιερός, γω θα το μολέψω τώρα.
ΒΑΣ. Κράτησε το σπαθί σου.
ΒΟΥΣΤ. Πώς θες να το κρατήσω, που βλέπω ν' ατιμάζεται έτσι η κάμαρα της αδελφής μου; Θα μου πεις ποιός είσαι ή σε σκοτώνω αμέσως;
ΒΑΣ. Είμαι πρόσωπο επίσημο. Άσε με.
ΒΟΥΣΤ. Είμαι σπίτι μου κι εγώ είμαι που προστάζω δω μέσα.
ΒΑΣ. Άσε με να περάσω. Και πρόσεξε καλά γιατί είμαι πρόσωπο από μεγάλο γένος. Κι αν με βρίσκεις σπίτι σου σκοπός μου δεν είναι να προσβάλω τη τιμή σου μα να την υψώσω.
ΒΟΥΣΤ. Υψώνεται η τιμή μ' αυτό τον τρόπο;
ΒΑΣ. Στήριξε τη τιμή σου πάνω μου.
ΒΟΥΣΤ. Όχι, πάνω στο σπαθί μου, πιο καλά. Κι αν νοιάζεσαι, όπως λες, για τη τιμή μου,
γιατί σκεπάζεσαι έτσι δά; Τιμώντας με κρύβεις το πρόσωπο σου; Έρχεσαι δω, έτσι κουκουλωμένος, για να δώσεις στο σπίτι μου τιμή; Αυτός ο φόβος σου μαρτυρά την αλήθεια. Γιατί κανείς που πάει να τιμήσει δε σκιάζεται έτσι. Βγάλε το σπαθί σου ή αλλιώς μα το Θεό, θα σε σκοτώσω εδώ!
ΒΑΣ. Είσαι τρελός να μ' ερεθίζεις έτσι.
ΒΟΥΣΤ. (Πιάνει το σπαθί) Αποφάσισα να σε σκοτώσω ή να πάω απ' το σπαθί σου.
ΒΑΣ. (Μόνος του) Θα του πω ποιος είμαι. (Στο ΒΟΥΣΤΟ) Στάσου, είμαι ο βασιλιάς.
ΒΟΥΣΤ. Λες ψέμματα! Πώς μπορεί να μου κάνει ο βασιλιάς τέτοιαν ατιμία, μπαίνοντας στο σπίτι μου μόνος του, δίχως συνοδεία κι έτσι κουκουλωμένος! Όχι, αυτό δε γίνεται. Και προσβάλλεις αχρείε, μ' αυτόν τον τρόπο τη Μεγαλειότητα του, ρίχνοντας του τέτοιαν ελεεινή ατιμία. Ο βασιλιάς θα ζητούσε να βλάψει τη τιμή, ποτέ, ενός τίμιου υπηκόου του; Αυτό είναι κι άλλη ακόμη προσβολή κι ένας λόγος ακόμη παραπάνω να σε σκοτώσω.Κι αν εσύ προσβάλλεις το σπίτι μου, δεν έχεις το δικαίωμα να μουντζουρώνεις το ψηλό του πρόσωπο με μια τέτοιαν ανομία. Γιατί ξέρεις καλά πως θεϊκοί κι ανθρώπινοι καταδικάζουν νόμοι για βαρύτατο φταίξιμο, τον άνθρωπο που 'θελε φανταστεί ή υποψιαστεί ανάξιες πράξες για ένα βασιλιά.
ΒΑΣ. (Μόνος του) Τί ακατάλυτο το πείσμα αυτού του ανθρώπου! (Στο ΒΟΥΣΤΟ) Σου 'πα άνθρωπε πως είμαι ο βασιλιάς.
ΒΟΥΣΤ. Δε σε πιστεύω τί του βασιλιά τ' όνομα εδώ δε συμφωνεί με τα έργα του. Ο βασιλιάς δίνει τιμή όπου πάει, ενώ συ ήρθες εδώ να μ' ατιμάσεις.
ΒΑΣ. (Μόνος του) Αυτός είναι τρελός και πρόστυχος. Τί να κάνω;
ΒΟΥΣΤ. (Μόνος του) Τούτος είναι, σίγουρα, ο βασιλιάς. Θα τον αφήσω να περάσει κι ευτύς τώρα θα μάθω αν έχει κάνει καμιάν ατιμία σε μένα. Γιατί η ψυχή μου είναι γεμάτη οργή κι άγρια μανία και ξέρω πως η τιμή είναι δώρο που όποιος το χαρίζει μπορεί και να το πάρει. (Στο ΒΑΣΙΛΙΑ) Έλα πέρνα όποιος κι αν είσαι. Κι άλλη φορά μην ατιμάζεις τ' όνομα του βασιλιά κι ούτε να λες πως είσαι ο βασιλιάς, παλιάνθρωπε, όταν κάνεις τέτοια άτιμα καμώματα. Ο κύριός μου ο βασιλιάς, φόβος και τρόμος της Αφρικής, είναι πιστός κι άγιος χριστιανός κι εσύ προσβάλλεις το σεμνό πρόσωπό του. Έχει εμπιστευτεί σε μένα το κλειδί του σπιτιού του και δε μπορούσε να 'ρθει στο δικό μου χωρίς κλειδί δικό μου. Λοιπόν βλέπεις αν μπορώ να πιστέψω πως είσαι κείνος; Όμως πέρνα γιατί ντροπή δεν είναι για έναν οπού μπορεί να σε σκοτώσει αμέσως. Μα να ξέρεις: αν σε σέβομαι δω το κάνω μόνο γιατί μου 'πες ότι είσαι ο βασιλιάς, ας ήτανε και ψέματα. Και μην απορείς που δέχομαι έτσι τη προσβολή γιατί ο πιστός υπήκοος χρωστά και μόνο τ' όνομα να σέβεται του κυρίου του. Εγώ κάνω το χρέος μου. Κι ο βασιλιάς θα μάθει ότι δεν είναι
πράγματι βασιλιάς όποιος πατεί τους νόμους της τιμής.
ΒΑΣ. Δεν τον υποφέρω
με κάνει να σαστίζω και να ντρέπομαι. Τρελέ! Επειδή είπα ότι είμαι ο βασιλιάς, μ' αφήνεις να περάσω; Μάθε λοιπόν πως, επειδή είπα ότι είμαι ο βασιλιάς, θέλω να βγω από δω να! με τούτον το τρόπο! (Πιάνει το σπαθί) Αν είμαι λεύτερος, τώρα επειδή μεταχειρίστηκα μόνο του βασιλιά τον τίτλο και σέβεσαι σε μένα αυτό το όνομα, μη σου κακοφανεί ούτε ν' απορήσεις, αν με δεις να 'μαι βασιλιάς και στα έργα. Θα πεθάνεις, αχρείε! Γιατί τ' όνομα αυτό μου δίνει δύναμη και τώρα θέλει ο βασιλιάς σου, εδώ, να σε σκοτώσει.
ΒΟΥΣΤ. Η τιμή μονάχα είναι τούτη την ώρα βασιλιάς μου.

(Ξιφομαχούν)

ΣΚΗΝΗ 6η: (ΥΠΗΡΕΤΕΣ με φώτα, ΜΑΤΙΛΔΗ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ με μανδύα & ΒΟΥΣΤΟ)

ΥΠΗΡ. Τί είναι; Τί τρέχει εδώ;
ΒΑΣ. (Μόνος του) Πρέπει να φύγω, προτού να με γνωρίσουν. Αυτός ο αχρείος με πρόσβαλε φριχτά. Μα θα μου το πληρώσει. (Φεύγει)
ΥΠΗΡ. Έφυγε αυτός ο αδιάντροπος.
ΒΟΥΣΤ. Τρεχάτε και δώστε του ένα μάθημα. Όχι άστε τον. Εχθρό που φεύγει, άστον να φεύγει. Δώστε φως στη Ματίλδη κι οι άλλοι τραβηχτείτε από δω.

(Οι ΥΠΗΡΕΤΕΣ δίνουν ένα φως και φεύγουν)

ΣΚΗΝΗ 7η: (ΒΟΥΣΤΟ και ΜΑΤΙΛΔΗ)

ΒΟΥΣΤ. (Μόνος) Απ' αυτήν είναι τούτη η ιστορία γιατί τη βλέπω μαζεμένη και γεμάτη ντροπή. Τώρα θα μάθω την αλήθεια μ' ένα σίγουρο ψέμα. (Στη ΜΑΤΙΛΔΗ) Κλείσε τη πόρτα. Εδώ θα σε σκοτώσω. Ο βασιλιάς μου τα δηγήθηκε όλα.
ΜΑΤ. (Μόνη της) Αφού δε μπόρεσε το μυστικό να το κρατήσει κείνος, πώς θα μπορούσα, μια άθλια σκλάβα γω να το κρατήσω; (Στο ΒΟΥΣΤΟ) Κύριε αυτά που σου 'πε ο βασιλιάς είναι όλα αλήθεια.
ΒΟΥΣΤ. (Μόνος του) Τώρα είναι φανερό το σχέδιό του ν' ατιμάσει το σπίτι μου. (Στη ΜΑΤΙΛΔΗ) Και τ' ότι εσύ τον έμπασες στο σπίτι το βασιλιά κι αυτό είναι αλήθεια;
ΜΑΤ. Μου 'ταξε τη λευτεριά μου γι' αυτό τον έφερα ακριβώς εδώ που ανταμωθήκατε.
ΒΟΥΣΤ. Και το ξέρει η Εστρέλλα;
ΜΑΤ. Ω, είμαι βέβαιη, η Εστρέλλα τ' ολοκάθαρο αυτό αστέρι, θα με 'καιγε με τη φλόγα του, αν μάθαινε τη προδοσία μου.
ΒΟΥΣΤ. Αυτό είναι φανερό γιατί αν ίσως θάμπωνε το φως της, δε θα 'τανε το αστέρι.
ΜΑΤ. Η λαμπεράδα του δεν μπορεί να θαμπώσει ουδέ να σβήσει γιατί είναι απ' τον ήλιο. Έφτασε μόνον έξω απ' τη κάμαρα της. Για να μπει, μου 'δωσε τούτο το χαρτί κι αμέσως πίσω του ήρθε η αφεντιά σου.
ΒΟΥΣΤ. Αυτό είναι το χαρτί;
ΜΑΤ. Ναι· με τη λευτεριά μου κι ένα εισόδημα από χίλια δουκάτα.
ΒΟΥΣΤ. (Μόνος του) Ανταμοιβή, πολύ γενναία, στ' αλήθεια, πλερωμένη με τη τιμή μου! Ωραία με υποστηρίζει και μ' ανυψώνει! (Στη ΜΑΤΙΛΔΗ) Εμπρός, έλα μαζί μου.
ΜΑΤ. Πού θα πάω;
ΒΟΥΣΤ. Θα σε πάω να σε δει ο βασιλιάς τί έτσι θα του πληρώσω γω το χρέος μου για τη τιμή που μου 'κανε.
ΜΑΤ. Αχ, αλίμονο η άμοιρη σκλάβα!
ΒΟΥΣΤ. (Μόνος του) Κι αν ο βασιλιάς θέλησε να το ρίξει στο σκοτάδι, τιμή της Ισπανίας θα μείνει πάντα και καύχημα το Αστέρι της Σεβίλλης.

(Φεύγουν)

ΣΚΗΝΗ 8η: (Δρόμος μπρος στο βασιλικό παλάτι. ΒΑΣΙΛΙΑΣ & Δον ΑΡΙΑΣ)

ΒΑΣ. Να, εκεί έφτασαν τα πράγματα.
ΑΡΙΑΣ. Ήταν επιθυμία σου να πας μόνος.
ΒΑΣ. Πήγα έτσι παράτολμος κι αστόχαστος κι έρχομαι ντροπιασμένος γιατί είμαι βέβαιος φίλε, πως με γνώρισε. Τράβηξε το σπαθί του καταπάνω μου με διπλονόητα λόγια. Και μ' όλο που κρατήθηκα, στο τέλος το πνεύμα του αντρισμού που κρύβω στο αίμα μου μ' έκανε να παρασυρθώ έξω απ' τα όρια που μου γυρεύει η θέση μου. Άρχισα να χτυπώ κι εγώ. Μα τρέξαν με φώτα οι άνθρωποι του και δεν ήθελα ξεσκεπάσουνε την αλήθεια, που τη μάντευαν κιόλας, αν δεν έστρεφα να φύγω, μήπως με γνωρίσουν. Κι έτσι βρίσκομαι πάλι εδώ. Αυτά έχω πάθει με τον Ταβέρα...
ΑΡΙΑΣ. Κάντον να πληρώσει με τη ζωή του αυτό το φέρσιμο. Κόψε του το κεφάλι. Ο ήλιος αύριο, βγαίνοντας, ας δει τη δίκαιη τιμωρία του. Γιατί νόμος στη γη της Ισπανίας είναι μόνο το δικό σου το θέλημα.
ΒΑΣ. Να βάλω να τον σκοτώσουν δημόσια, Δον Άριας, θα 'ταν μεγάλο λάθος.
ΑΡΙΑΣ. Θα βρεις εύκολα κάποια δικαιολογία γι' αυτό. Ο Ταβέρα είναι απ' τους προεστούς μες στη Σεβίλλη κι ο πιο καλός απ' αυτούς κι ο πιο φρόνιμος, θα κάνει πάντα, βασιλιά μου, κάποια παρανομία, παρασυρμένος απ' τη δύναμη που του δίνει το αξίωμα κι απ' τη φιλοδοξία του.
ΒΑΣ. Αυτός είν' έτσι μετρημένος και τόσο γνωστικός, που 'ναι αδύνατο να βρούμε γι' αυτόν καμιά κατηγορία.
ΑΡΙΑΣ. Ε, τότε, βάλε να τονε σκοτώσουνε στα κρυφά.
ΒΑΣ. Αυτό μάλιστα. Όμως σε ποιόν μπορώ να εμπιστευτώ ένα τέτοιο μεγάλο μυστικό;
ΑΡΙΑΣ. Σε μένα.
ΒΑΣ. Όχι, δε θέλω να σε βάλω σε τέτοιο κίνδυνο.
ΑΡΙΑΣ. Αν είναι έτσι, θα σου δώσω άνθρωπο, γενναίο κι ολάκερο στρατιώτη κι έξοχο ιππότη, που 'κανε το Μαύρο να τρέμει κει που ορθώνεται η περήφανη του Γιβραλτάρ κολόνα και που πολλές φορές εστάθη αρχηγός ανίκητος και πάντα νικητής: έναν άνθρωπο που όλοι στη Σεβίλλη του αναγνωρίζουν σήμερα, για τη πολλή του αντρεία και λεβεντιά του, τη πρώτη θέση και τονε λέγουν ήλιο της τέχνης του πολέμου.
ΒΑΣ. Τ' όνομα του;
ΑΡΙΑΣ. Σάντσο Ορτίς δε λας Ροέλας, που τονε λένε Σιδ της Ανταλουσίας.
ΒΑΣ. Κάλεσε τον νά 'ρθει αμέσως εδώ γιατί κοντεύει να ξημερώσει κιόλας.
ΑΡΙΑΣ. Ωστόσο πήγαινε να συχάσεις, κύριε μου.
ΒΑΣ. Ποιό κρεβάτι μπορεί να δώσει ανάπαψη, Δον Άρια, σ' έναν που τον ανάβει η φλόγα του έρωτα και τον έχουνε προσβάλει; Κάλεσε μου αυτόν που 'πες, αμέσως.
ΑΡΙΑΣ. Μπα, τί κρέμεται στου παλατιού τη θύρα!
ΒΑΣ. Κρέμεται, είπες; Τί μπορεί να 'ναι;
ΑΡΙΑΣ. Κάποιο λόγο θα χει.
ΒΑΣ. Άμε να δεις.
ΑΡΙΑΣ. Η σκλάβα κρεμασμένη με κείνο το χαρτί στο χέρι!
ΒΑΣ. Τέτοια μανία!
ΑΡΙΑΣ. Τέτοια ασέβεια.
ΒΑΣ. Μα το Θεό, θα τα σκοτώσω και τα δυο τ' αδέρφια κι αν σηκωθεί στο πόδι όλη η Σεβίλλη! Πρόσταξε να τη πάρουν από κεί και να τη θάψουν μυστικά και μ' όλη την ευλάβεια που πρέπει. Τέτοια ασέβεια! Των Ταβέρα η γενιά πρέπει να σβήσει.

(Φεύγουν)

ΣΚΗΝΗ 9η: (Στους Ταβέρα ΒΟΥΣΤΟ & ΕΣΤΡΕΛΛΑ)

ΕΣΤ. Τί τρέχει;
ΒΟΥΣΤ. Κλείσε κείνο το παράθυρο.
ΕΣΤ. Ό,τι έχει ο ήλιος βγει απ' της Αυγής τις θύρες, νυσταγμένος, πατώντας στα ζαφείρια τ' ουρανού κι ήρθες να με σηκώσεις από τ' άχαρο, μοναχικό κρεβάτι μου! Σε βλέπω ταραγμένο κι ανήσυχο. Μα πες μου, αδερφέ μου, είδες τίποτε κακό που να 'χω φταίξει;
ΒΟΥΣΤ . Αυτό ακριβώς ζητώ να μου το πεις εσύ.
ΕΣΤ. Εγώ; Τί λες; Είσαι τρελός; Πες μου, μην έχεις χάσει τα λογικά σου; Εγώ κακό! Συ που το λες το 'χεις κάνει. Γιατί και μόνο που με ρώτησες, έχεις φταίξει σε μένα. Δε με γνωρίζεις; Δε ξέρεις ποιά είμαι; Άκουσες απ' το στόμα μου, ποτέ, λόγια να βγαίνουν έξω απ' τη τιμή που 'ναι πάντα οδηγός μου; Γιατί αν δεν έχεις δει σε μένα τίποτε να μαρτυρά ενάντιο μου, ποιό μπορεί να 'ναι το φταίξιμο μου;
ΒΟΥΣΤ. Δε μιλώ δίχως να 'χω αφορμή.
ΕΣΤ. Πώς; Αφορμή!
ΒΟΥΣΤ. Ναι Εστρέλλα! Γιατί τούτη τη νύχτα στο σπίτι...
ΕΣΤ. Λέγε γιατί, αν είμαι πράγματι φταίχτης θα προσφερθώ η ίδια πρόθυμα στη τιμωρία. Τί έγινε αυτή τη νύχτα στο σπίτι μας;
ΒΟΥΣΤ. Αυτή τη νύχτα ο ήλιος ήταν στον επίκυκλό του γιατί άλλαξε, ακριβώς αυτή τη νύχτα, της Εστρέλλα το ζώδιο.
ΕΣΤ. Της τιμής τα καθαρά νοήματα δε πρέπει να λέγονται μ' αυτά τα σκοτεινά λόγια των αστρολόγων. Μίλα καθαρά κι άστον ήλιο με τους πέντε του κύκλους. Γιατί εμένα κι αν είμαι αστέρι, δε μου ορίζει ο ήλιος το δρόμο της ζωής μου.
ΒΟΥΣΤ. Όταν η νύχτα χώριζε, με τους ουράνιους κύκλους της, στα δυο τους κάμπους της Σεβίλλης, μπήκα στο σπίτι μας και βρήκα μέσα Εστρέλλα, κοντά στη κάμαρη σου,
το βασιλιά μονάχο, με το πρόσωπο κρυμμένο στο μανδύα του.
ΕΣΤ. Τί λες;
ΒΟΥΣΤ. Την αλήθεια λέω. Για πες μου Εστρέλλα, τέτοιαν ώρα για ποιόν άλλο μπορούσε
να 'χεν έρθει ο βασιλιάς μες στο σπίτι μας μόνος, παρά για σένα; Ήταν μαζί του κι η Ματίλδη, που 'φυγε μόλις άκουσε βήματα και θόρυβο. Γιατί κείνη την ώρα, η τιμή μου μπορούσε να ξεκρίνει και στο σκοτάδι ακόμη. Έπιασα αμέσως το σπαθί μου κι είπα:
«Ποιός είναι εκεί;». Εκείνος μου αποκρίθηκε: «Ένας άντρας». Τον ζύγωσα μα κείνος
απομακρύνθηκε από μένα κι είπε πως είναι ο βασιλιάς. Μα γω, αν και τονε γνώρισα αμέσως, καμώθηκα ότι δε τονε πιστεύω. Ο ουρανός θέλησε να μου στείλει υπομονή
κείνη την ώρα. Κείνος πειραγμένος και θυμωμένος ήρθε ως βασιλιάς να χτυπηθεί μαζί μου γιατί ένας βασιλιάς, όταν χτυπιέται θυμωμένος, χτυπά αντρειωμένα. Τότε τρέξαν οι υπηρέτες του σπιτιού με φώτα. Κείνος για να μη τονε δούνε, γύρισε αμέσως κι έφυγε. Κι έτσι κανείς δε τονε γνώρισε άλλος εξόν από μένα. Δίχως να χρειαστούνε του Διονυσίου τα μαρτύρια, μου μολόγησε η σκλάβα την αλήθεια. Σ' ένα χαρτί που το 'χε ο βασιλιάς ο ίδιος υπογράψει, της έδινε τη λευτεριά: η απόδειξη της προδοσίας της. Τη τράβηξα αμέσως έξω απ' το σπίτι για να μη μολεύει τούτες τις τίμιες σάλες με τη φαρμακωμένη της ανάσα. Μόλις βγήκα στο δρόμο τη φορτώθηκα στον ώμο και τραβώντας στο παλάτι,
τη κρέμασα γι' αυτή την ατιμία της μπρος στα παράθυρα του. Γιατί θέλω να μάθει ο βασιλιάς πως υπάρχουνε Βρούτοι στη Σεβίλλη για τους Ταρκύνιους. Να τί έγινε, τούτη τη νύχτα. Η τιμή του σπιτιού μας κινδυνεύει. Εγώ είμαι αναγκασμένος να φύγω απ' τη Σεβίλλη κι είναι ανάγκη να σου δώσω έναν άντρα. Πρέπει να παντρευτείς το Σάντσο Ορτίς. Η προστασία του σ' εξασφαλίζει απ' την οργή του βασιλιά κι εγώ πια λεύτερος θα τραβήξω το δρόμο μου.΅
ΕΣΤ. Ω αδερφέ μου, δώσε μου να φιλήσω αυτό το χέρι για την άφταστη αγάπη σου!
ΒΟΥΣΤ. Είναι ανάγκη να γίνει κιόλας σήμερα. Γι' αυτό ετοιμάσου να γενείς γυναίκα του. Και πρόσεξε, αδερφή μου, αυτό που σου 'πα να μείνει μυστικό γιατί είναι ζήτημα που αγγίζει τη τιμή μας.

(Φεύγει)

ΕΣΤ. Ω, έρωτά μου! Τί ευτυχία! Τώρα σ' έχω πια δεμένο. Δε μπορείς να μου φύγεις. Ωστόσο ποιός γνωρίζει απ' την αρχή ποιό θα 'ναι το τέλος; Ο σοφός όπως λένε, φοβότανε τον κίνδυνο ανάμεσα στη κούπα και στο στόμα; *

(Φεύγει)

* "Από κύλικος έως χειλέων πολλά πέλει" αρχαίος μύθος για τα γυρίσματα της τύχης!

ΣΚΗΝΗ 10η: (Παλάτι. ΒΑΣΙΛΙΑΣ & Δον ΑΡΙΑΣ)

ΑΡΙΑΣ. Ο Δον Σάντσο Ορτίς δε λας Ροέλας κύριε μου, περιμένει στον προθάλαμο.
ΒΑΣ. Ο έρωτας με κρατεί κιόλας η συμπόνοια με κάνει να δειλιάζω. Μες σ' αυτό το σφραγισμένο φάκελο βρίσκεται τ' όνομά του κι ο θάνατος του. Και σε τούτονε γράφω
ότι πρόσταξα εγώ να τον σκοτώσουν: έτσι βγάζω από πάνω του το βάρος γι' αυτή τη πράξη. Πες του να 'ρθει μέσα και κλείσ' τη πόρτα. Συ να μείνεις έξω.
ΑΡΙΑΣ. Έξω;
ΒΑΣ. Ναι γιατί θέλω να νομίζει πως ξέρω μόνο γω το μυστικό. Έτσι θα γίνει πιο σωστά η δουλειά μου.
ΑΡΙΑΣ. Πάω να τον φωνάξω.

(Φεύγει)

ΒΑΣ. Ναι, είν' αλήθεια: δεν είναι αυτή πολύ μεγάλη κι ένδοξη νίκη για μένα.

ΣΚΗΝΗ 11η: (Δον ΣΑΝΤΣΟ & ΒΑΣΙΛΙΑΣ)

ΣΑΝΤ. Δώσ' μου την άδεια ν' ασπαστώ τα πόδια της Μεγαλειότητας σου.
ΒΑΣ. Σήκω πάνω θα 'τανε προσβολή για σένα. Σήκω.
ΣΑΝΤ. Κύριε μου...
ΒΑΣ. (Μόνος του) Αλήθεια, είναι σωστό αρχοντόπουλο.
ΣΑΝΤ. Ομολογώ πως είμαι ταραγμένος που βρίσκομαι μπρος σου, βασιλιά μου. Γιατί δεν είμαι γω πλασμένος ρήτορας με του λόγου το χάρισμα.
ΒΑΣ. Γιατί; Τί είναι αυτό που σε κάνει να ταράζεσαι;
ΣΑΝ. Το μεγαλείο σου κι η αρετή σου η εικόνα που βλέπω του Θεού, τί αυτό είναι ο βασιλιάς πάνω στη γη και σ' αυτόνε πιστεύω κι ήρθα δω για να δουλέψω το υψηλό σου θέλημα. Ω μεγάλε μου, κύριε! Ποτέ δεν είδα τον εαυτό μου τόσο τιμημένο όπως τώρα που με κάλεσες να 'ρθω μπρος σου.
ΒΑΣ. Είναι μεγάλη η υπόληψη που 'χω για σένα και σε ξέρω φρόνιμο κι αγαπητό στον κόσμο. Κι επειδή βλέπω που ανησυχείς και θες να μάθεις για ποιο λόγο σε κάλεσα, θέλω να στο πω και να σου δείξω, πως σ' έχω για άξιο και γενναίο στρατιώτη. Είναι σπουδαία υπόθεση για μένα να σκοτωθεί ένας άνθρωπος κρυφά κι είναι η επιθυμία μου, αυτή τη πράξη, να την εμπιστευτώ μόνο σε σέ γιατί σε προτιμώ πιότερο απ' όλους στη Σεβίλλη.
ΣΑΝ. Έχει φταίξει;
ΒΑΣ. Ναι.
ΣΑΝ. Όμως γιατί να σκοτωθεί κρυφά σαν έχει φταίξει; Η δικαιοσύνη σου μπορεί φανερά και δημόσια να προστάξει το θάνατο του. Γιατί έτσι κρυφά, καταδικάζοντας κατηγορείς μόνος τον εαυτό σου. Κι όλοι θα πουν ότι έβαλες αθώο να σκοτώσουν. Μα αν το φταίξιμό του είναι λαφρό, παρακαλώ κύριε μου, να του το συχωρέσεις.
ΒΑΣ. Σάντσο Ορτίς, δε σε κάλεσα εδώ για δικηγόρο του, παρά τιμωρητή του. Κι αν γι' αυτό το σκοπό μου έχω διαλέξει το δυνατό σου μπράτσο, θα πει ότι πρέπει ν' απαιτεί η τιμή μου τέτοιο το θάνατο του. Όποιος είχε το θράσος να προσβάλλει το βασιλιά, δε πρέπει να πεθάνει;
ΣΑΝ. Πάνω στη φωτιά.
ΒΑΣ. Κι αν έχει κείνος κάνει αυτό το κρίμα;
ΣΑΝ. Πρέπει ευτύς να πεθάνει. Κι είμαι πρόθυμος να του δώσω το θάνατο κι αν ήταν ακόμα κι ο αδερφός μου, χωρίς να μετανιώσω.
ΒΑΣ. Δώσε μου το λόγο σου και το χέρι σου.
ΣΑΝ. Κι όλη μου τη πίστη, μαζί και τη ψυχή μου.
ΒΑΣ. Βρίσκοντάς τον αφύλαχτο, μπορείς να τονε σκοτώσεις.
ΣΑΝ. Κύριε μου! Εγώ: ένας Ροέλας, ένας τίμιος στρατιώτης, θες να κάνω τέτοιαν ατιμία;
Να γίνω δολοφόνος! Στήθος με στήθος θα σταθώ μπρος του να τονε σκοτώσω: έτσι που να μας βλέπει ολάκερη η Σεβίλλη, στο δρόμο ή στη πλατεία. Όποιος σκοτώνει δίχως να πολεμήσει, κάνει έγκλημα που δε μπορεί ποτέ να ξεπλυθεί. Κι εκείνος που πεθαίνει, αν και προδότης, κερδίζει πιότερο απ' τον άλλο που τονε σκοτώνει. Κι εκείνος που μένει
ζωντανός, μαρτυρά την ατιμία του σ' όλο τον κόσμο.
ΒΑΣ. Τότε σκότωσε τον όπως θες και πάρε αυτό, για εγγύηση το χαρτί, από μέ υπογραμμένο που δηλώνω πως σου δίνω άφεση για ό,τι κι αν κάνεις. Διάβασε το. (Του δίνει το χαρτί)
ΣΑΝ. Λέει: (Διαβάζει)
   «Αυτόν που 'ναι γραμμένος μες στο φάκελο, Σάντσο Ορτίς, σκότωσε τονε για μένα
και στ' όνομά μου. Γιατί εγώ εγγυώμαι δω για σέ. Κι αν βρεθείς σε κίνδυνο, δίνω με την υπογραφή μου εδώ το λόγο μου να σε σώσω απ' αυτόν.   Ο βασιλιάς
».
Απορώ τω όντι πόσο μικρήν ιδέα η Μεγαλειότητα σου έχει για μένα! Γιατί σ' αυτή πιότερο απ' ό,τι σε τούτο το χαρτί, βάζει τη πίστη του το αρχοντικό μου πνεύμα. Εγώ χαρτί! Εγώ γραμμένη εγγύηση! Αν οι δικοί σου λόγοι έχουνε δύναμη να ισοπεδώνουν όρη κι εκείνο που θα πούνε το κάνουν κιόλας, όταν δίνεις, κύριε μου, εδώ το λόγο σου,
τα χαρτιά περισσεύουν. Σκίσ' το γιατί χωρίς χαρτί πιο πρόθυμα θα το ζητήσει τον εχθρό σου ο θάνατος, παρά μ' αυτό. Γιατί αυτό το χαρτί παίρνει, με κάποιο τρόπο την αξία, απ' το λόγο που μου 'δωσες. (Σκίζει το χαρτί) Χωρίς χαρτί παίρνουμε δω, κύριέ μου, την υποχρέωση οι δυο μας: εγώ να ξεδικήσω τη τιμή σου κι εσύ να με γλιτώσεις. Σαν είναι έτσι, τί χρειάζονται δω πέρα τέτοια αποδειχτικά που πάντα στάθηκαν εμπόδιο! Πηγαίνω ευτύς να κάνω το θέλημα σου. Και για μόνη πληρωμή μου σου ζητώ για γυναίκα μου τη κόρη που θα θελήσω.
ΒΑΣ. Κι αν ακόμη αυτή ήταν η πρώτη της Καστίλλης, θα τη πάρεις.
ΣΑΝ. Είθε να γίνει σκαμνί για τα πόδια σου του Μαύρου ο θρόνος. Οι θάλασσες να δουν παντού περήφανη vα απλώνεται η αρμάδα σου νικώντας τους μακρινούς λαούς ίσαμε πέρα, στις παγωμένες χώρες!
ΒΑΣ. Οι πολύτιμες υπηρεσίες σου Σάντσο Ορτίς, θα λάβουνε τίμια ανταμοιβή. Εδώ μέσα θα βρεις το όνομα κείνου που πρέπει να πεθάνει. (Του δίνει το φάκελο) Όταν τ' ανοίξεις,
μην απορήσεις: ξέρω πως τον έχουνε για ολάκερο άντρα στη Σεβίλλη.
ΣΑΝ. Αυτό θα το δούμε, κύριε μου.
ΒΑΣ. Οι δυο μας Σάντσο, ξέρουμε αυτό το μυστικό. Δεν είναι ανάγκη τίποτε να σου πω. Ας κάνουμε ό,τι πρέπει, και ας σωπαίνουμε.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 12η: (ΚΛΑΡΙΝΤΟ Δον ΣΑΝΤΣΟ)

ΚΛΑΡ. Ήτανε λοιπόν γραφτό να σ' ανταμώσω ίσα πάνω στην ώρα που σου φέρνω τόσο ευχάριστα νέα; Δώσε μου αφεντικό, τα συχαρίκια μου γι' αυτό που λαχταρούσες πάντα.
ΣΑΝ. Πάλι στα κέφια σου είσαι;
ΚΛΑΡ. Δε σου λέει η καρδιά σου τίποτα για τα νέα μου; (Του δίνει ένα γράμμα)
ΣΑΝ. Ποιος σου το έδωσε;
ΚΛΑΡ. Η Εστρέλλα που το πρόσωπο της έλαμπε πιο πολύ κι απ' τον ήλιο. Να σου φέρω,
μου είπε, τούτο το γράμμα και να ζητήσω, λέει, τα συχαρίκια.
ΣΑΝ. Για τι πράμα;
ΚΛΑΡ. Για το νέο πως παντρευόσαστε σήμερα κιόλας.
ΣΑΝ. Τί είπες; Η καρδιά μου θα σταματήσει από χαρά. Δική μου η Εστρέλλα; Το λαμπρό άστρο της αυγής δικό μου πια; Του ηλιού οι χρυσές αχτίδες θα πνίξουνε τώρα σ' ένα πέλαγο από φως τις παλιές στενοχώριες μου. (Διαβάζει)
   «Καλέ μου, του πόθου μας η ευτυχισμένη μέρα έφτασε επιτέλους. Ο αδερφός μου θα 'ρθει να σε ζητήσει ο ίδιος, για να δώσει ζωή σε μένα και να στεφανώσει την αγάπη σου. Αν είσαι πάντα ο ίδιος, πήγαινε να τονε βρεις το γρηγορότερο και μην αφήνεις να χαθεί η ευκαιρία.      Η Εστρέλλα σου».
Ω φως μου αγαπημένο, ποιό καλό δε φυλά για μέ η μοίρα με τέτοιο αστέρι; Πήγαινε Κλαρίντο, στον αρχικαμαριέρη μου και πες του γι' αυτό το ευτυχισμένο σκλάβωμά μου
και να μου βγάλει αμέσως τις στολές που 'χω γι' αυτή την ώρα φυλαγμένες στο σπίτι και να βγάλουν οι λακέδες κι οι ακόλουθοί μου τα λαμπρά στολίδια τους και τα φτερά τους. Και αν θες συχαρίκια για το καλό σου μήνυμα πάρε αυτό τον αμέθυστο, θα σου 'δινα ως και τον ήλιο αν ήτανε δεμένος σ' αυτό το δαχτυλίδι.
ΚΛΑΡ. Είθε να ζήσεις πιότερο κι από τούτο το πετράδι, με τη κυρά σου τυλιγμένη πάνω σου σα το κισσό. Κι άμποτε αφού είναι ίση για σε η αγάπη μου όση κι η δικιά σου, χρόνους πολλούς η τρέλα σου να ζήσει.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 13η: (Δον ΣΑΝΤΣΟ μόνος)

ΣΑΝ. Πάω να βρω τον Ταβέρα. Τί ανάμεσα σ' απαντοχή και πόθο πάω να πεθάνω. Ωστόσο η ταραχή κι η χαρά μου με κάνουν να ξεχνώ το βασιλιά και δε κάνω καλά. Θ' ανοίξω αυτό το γράμμα, να δω ποιος πρέπει να πεθάνει. (Το ανοίγει και διαβάζει):
   «Ο άνθρωπος που πρέπει να πεθάνει, Σάντσο Ορτίς, είναι ο Βούστο Ταβέρα».
Ω, Θεέ μου! Αυτό λοιπόν ζητά από μένα! Υστερ' απ' το χαμόγελο της Τύχης, τούτη η καταστροφή! Όλη η ζωή είναι κακό παιχνίδι με χαρτιά άσκημα μοιρασμένα: όλο κακοτυχίες και στενοχώριες. Με χρώματα λαμπρά είδα μια στιγμή τη τύχη, μα να ευτύς έχασε πάλι τα χρώματα της και το φύλλο γύρισε για να με θανατώσει... Θα το κοιτάξω πάλι αν είναι αλήθεια. (Ξαναδιαβάζει)
   «Ο άνθρωπος που πρέπει να πεθάνει, Σάντσο Ορτίς, είναι ο Βούστο Ταβέρα».
Είμαι χαμένος! Τώρα τί να κάνω; Έχω στο βασιλιά δώσει το λόγο μου... Πρέπει να τον σκοτώσω και να χάσω την αδερφή του. Όχι, Σάντσο Ορτίς, αυτό δε γίνεται... Ο Βούστο θα ζήσει... Όμως δεν είναι δίκαιο να νικήσουν οι πόθοι τη τιμή... Ναι, θα πεθάνει ο Ταβέρα: πρέπει ο Ταβέρα να πεθάνει. Όμως κρατήσου, σκληρό χέρι: πρέπει ο Βούστο να ζήσει, ναι, θα ζήσει. Όμως δε θα μπορέσω έτσι να κάνω το χρέος μου στη τιμή, αν δώσω ακρόαση στη φωνή της καρδιάς μου. Μα ποιός μπόρεσε ν' αντιπαλέψει του έρωτα τη δύναμη; Προτιμότερο θα 'ναι να πεθάνω ή ν' αυτοεξοριστώ. Μ' αυτό τον τρόπο υπηρετώ το βασιλιά κι εκείνος θα μείνει στη ζωή. Ωστόσο πρέπει να γίνει η επιθυμία του βασιλιά. (ξαναδιαβάζει)
   «Ο άνθρωπος που πρέπει να πεθάνει, Σάντσο Ορτίς είναι ο Βούστο Ταβέρα».
Κι αν θέλει να τονε βγάλει απ' τη μέση, για την Εστρέλλα και ζητεί να τη ζυγώσει για δικούς του σκοπούς; Ναι, ναι για την Εστρέλλα τονε σκοτώνει. Γι' αυτό δε πρέπει ο Βούστο να πεθάνει. Θα πάω λοιπόν αντίθετα σε κείνον για κείνης το καλό. Όμως ένα αρχοντόπουλο δε πρέπει να κάνει ό,τι του αρέσει, παρά κείνο που 'ναι το χρέος του μόνο. Λοιπόν, τότε, ποιόν πρέπει να υπακούσω; Κείνο το νόμο που 'ναι πρώτος. Όμως
κανείς νόμος δε ζητεί από μέ αυτό το πράμα. Κι όμως, πώς; Υπάρχει τέτοιος νόμος. Γιατί κι αν είναι σ' άδικο ο βασιλιάς, είναι νόμος για μας πως πρέπει να υπακούουμε και ν' αφήνουμε να τονε κρίνει ο Θεός. Πρέπει η τρελή μου αγάπη να σωπάσει γιατί μ' όλο που αυτό θα μου κοστίσει πόνο σκληρό, έχω χρέος να υπηρετήσω το βασιλιά μου. Πρέπει να πεθάνει ο Ταβέρα... πρέπει ο Ταβέρα να πεθάνει. Συχώρεσε με, ωραίο μου αστέρι τί είναι αρκετή για μέ τιμωρία που θα σε χάσω και θα γίνω οχτρός σου. Τί να κάνω; Μπορώ να κάνω αλλιώς;

ΣΚΗΝΗ 14η: (ΒΟΥΣΤΟ & Δον ΣΑΝΤΣΟ)

ΒΟΥΣΤ. Ω, πόσο τυχερός είμαι, αδερφέ μου, που σ ανταμώνω δω.
ΣΑΝ. (Μόνος) Και πόσο γω κακότυχος. Εσύ ήρθες να με βρεις για να μου δώσεις τη ζωή μα εγώ έρχομαι να σου δώσω το θάνατο.
ΒΟΥΣΤ. Ήρθε η ώρα του ευτυχισμένου γάμου σου, αδερφέ μου.
ΣΑΝ. (Μόνος) Εγώ μόνο για τη δυστυχία μου θα μπορούσα να πω. Ω Θεέ μου! Και ποιός βρέθηκε ποτέ στη θέση μου; Να πρέπει να σκοτώσω τον καλύτερο φίλο μου! Να χάσω
την αδερφή του! Και να βάλω τέλος σ' όλα για μέ πια.
ΒΟΥΣΤ. Μπορείς να πεις ότι είσαι κιόλα ο άντρας της Εστρέλλας.
ΣΑΝ. Ναι, το 'θελα να γίνω. Ωστόσο, όμως δε θέλω πια, μ' όλο που μου τη δίνεις.
ΒΟΥΣΤ. Με γνωρίζεις ποιός είμαι; Και μιλάς έτσι σε μένα!
ΣΑΝ. Επειδή σε γνωρίζω, σου μιλώ έτσι, Ταβέρα.
ΒΟΥΣΤ. Αν με γνωρίζεις πώς μου μιλάς μ' αυτό τον τρόπο.
ΣΑΝ. Ναι, μιλώ, γιατί σε γνώρισα,
ΒΟΥΣΤ. Με γνώρισες σαν άντρα από γενιά, με ανατροφή, γενναίο, και μ' αρετή, πάει να πει με τιμή. Τί δεν υπάρχει τιμή χωρίς αυτή. Και ντρέπομαι στ' αλήθεια, Σάντσο Ορτίς...
ΣΑΝ. Πιότερο γω.
ΒΟΥΣΤ. Συ! Για ποιό λόγο;
ΣΑΝ. Που σου μιλώ.
ΒΟΥΣΤ. Αν μ' αυτό σου το λόγο θες ν' αγγίξεις τη τιμή μου και τη πίστη μου, είσαι ένας ψεύτης άτιμος και θα σου το αποδείξω εδώ. (Πιάνει το σπαθί)
ΣΑΝ. Και τί έχεις αχρείε να μ' αποδείξεις; (Μόνος) Συχώρα με αγάπη μου: η αναπάντεχη οργή του βασιλιά μ' έχει τρελάνει και δε μπορώ ν' αντισταθώ πια. (Ξιφομαχούν)
ΒΟΥΣΤ. Στάσου! Με σκότωσες. (Πέφτει)
ΣΑΝ. Ω, αλί μου, τί έχω κάνει! Σε χτύπησα ο τρελός! Όμως τώρα αδερφέ μου, που 'ρθα πάλι στα λοϊκά μου, σε παρακαλώ να με σκοτώσεις εσύ. Κάρφωσέ μου στη καρδιά το σπαθί σου, ν' ανοίξεις μια πόρτα στη ψυχή μου.
ΒΟΥΣΤ. Σε σένα μόνο την Εστρέλλα εμπιστεύομαι, αδερφέ μου. Έχε γεια. (Πεθαίνει)
ΣΑΝ
. Σκληρό σπαθί συ άγριε κι αιματόχαρε φονιά τώρα που πήρες τη ζωή μου, σκότωσε και τούτο το κορμί, για να μπορέσω να του πληρώσω μ' ένα ακόμη χτύπημα
τη ψυχή που του πήρα.

ΣΚΗΝΗ 15η: (Δον ΠΕΤΡΟ Δε ΓΚΟΥΣΜΑΝ, ΦΑΡΦΑΝ Δε ΡΙΒΕΡΑ, Δον ΣΑΝΤΣΟ & ΒΟΥΣΤΟ νεκρός)

ΠΕΤΡ. Τί είναι αυτό! Κράτα το χέρι!
ΣΑΝ. Πώς μπορώ, αφού σκότωσα την ίδια τη ζωή μου;
ΦΑΡΦ. Ω, τί κακό μεγάλο!
ΠΕΤΡ. Τί είναι αυτό;
ΣΑΝ. Σκότωσα δω τον αδερφό μου. Είμαι ο Κάιν της Σεβίλλης: κακός και μοχθηρός,
που σκότωσα έναν ακριμάτιστο Άβελ! Κοιτάτε δω! Και σκοτώστε με αμέσως! Γιατί αν πεθαίνει αυτός τώρα από μένα θέλω κι εγώ να πεθάνω γι' αυτόν.

ΣΚΗΝΗ 16η: (Ίδιοι & Δον ΑΡΙΑΣ)

ΑΡΙΑΣ. Τί είναι αυτό;
ΣΑΝ. Ένας άγριος σκοτωμός. Σε τέτοιες πράξες οδηγεί τους άντρες ο λόγος που 'χουνε δώσει και τ' αλύγιστο αίστημα της τιμής. Πηγαίνετε να πείτε στον κύριό μου και βασιλιά πώς κρατάνε το λόγο τους οι Σεβιλλιάνοι, αφού όπως οι ίδιοι βλέπετε, σκοτεινιάζουνε τ' αστέρι τους κι ούτε τον αδερφό τους λογαριάζουν.
ΠΕΤΡ. Σκότωσε τον Ταβέρα.
ΑΡΙΑΣ. Φοβερό!
ΣΑΝ. Πιάστε με, φυλακίστε με! Είναι δίκαιο ο φονιάς να πεθάνει. Για κοιτάξτε ποιαν άγρια πράξη μ' έβαλε η τιμή να κάνω δω! Γιατί αυτή με υποχρέωσε να σκοτώσω κι αυτή με υποχρεώνει να πεθάνω και τώρα αυτή είναι η αιτία που γυρεύω το θάνατο από σας!
ΠΕΤΡ. Πηγαίνετε τον στη Τριάνα. Πρέπει να κρατηθεί γιατί έχει μες στη πόλη να γίνει αναβρασμός.
ΣΑΝ. Βούστο Ταβέρα, αγαπημένε φίλε!
ΦΑΡΦ. Είναι τρελός.
ΣΑΝ. Αφήστε με αρχοντάδες, να σηκώσω το παγωμένο αυτό κορμί, λουσμένο στο αρχοντικό του το αίμα, έτσι θα γίνω ο Άτλαντάς του και θέλω να του δώσω τη ζωή που του πήρα.
ΠΕΤΡ. Είναι τρελός.
ΣΑΝ. Εγώ κι αν πάω ενάντια στη καρδιά μου, κρατώ το νόμο. Αυτό ακριβώς θα πει, να 'σαι, άρχοντα μου, βασιλιάς κι αυτό θα πει, άρχοντα μου, να μην είσαι. Να το νιώσεις αυτό ή να μη το νιώσεις, αυτό είναι όλο το ζήτημα. Γιατί εγώ κάνει ανάγκη να σωπαίνω.
Ναι, δεν τ' αρνιέμαι, εγώ τον σκότωσα. Όμως δε θα πω το γιατί. Αυτό ας το μολογήσει κάποιος άλλος, αφού το μολογώ πως εγώ τονε σκότωσα.

(Σηκώνουν το νεκρό και φεύγουν)

ΣΚΗΝΗ 17η: (Στους Ταβέρα: ΕΣΤΡΕΛΛΑ & ΘΕΟΔΩΡΑ)

ΕΣΤ. Δε ξέρω αν ντύθηκα καλά. Τα φόρεσα όλα έτσι βιαστικά! Δώσ' μου, Θεοδώρα,
έναν καθρέφτη.
ΘΕΟΔ. Έπρεπε να 'ναι τρόπος να δεις κυρά μου, η ίδια τον εαυτό σου. Τί δε μπορεί να πει κανένα κρύσταλλο τέτοιαν αλήθεια, ουτε να κλείσει μέσα του τόσην ομορφιά.
ΕΣΤ. Πώς έχει αλλάξει η όψη μου! Τί ξαναμμένη που 'μαι!
ΘΕΟΔ. Είναι το αίμα σου κυρά μου, που 'χει βγει στο πρόσωπό σου, δειλό και ντροπαλό, για να γιορτάσει όλη την ευτυχία σου.
ΕΣΤ. Έτσι μου φαίνεται πως βλέπω κιόλα να 'ρχεται, γελούμενος και χαρωπός, ο αγαπημένος μου άντρας να με πάρει απ' το χέρι τρυφερά, με μύρια χάδια. Μου φαίνεται κιόλας τον ακούω να μου λέει μύρια γλυκόλογα, που κάνουνε τη ψυχή μου ν' ανεβαίνει στα χαρούμενα μάτια μου. Ω, Θεοδώρα, τί ευτυχισμένη ημέρα! Κοίτα ποιο ήτανε το δικό μου αστέρι!
ΘΕΟΔ. Θαρρώ που ακούω το κόσμο να γιορτάζει. Α! σου 'πεσε ο καθρέφτης. (Το σηκώνει) Απ' τη ζήλια του έγινε το γυαλί μες στη κορνίζα του χίλια κομμάτια.
ΕΣΤ. Έσπασε;
ΘΕΟΔ. Ναι, έσπασε.
ΕΣΤ. Καλά έκανε γιατί καταλαβαίνει πως έχω τώρα άλλο καθρέφτη να κοιτάζονται
τα μάτια μου, Θεοδώρα. Και μια που καρτερώ τέτοιο καθρέφτη, έσπασε αυτός. Γιατί όταν έχω εκείνον δε θα χρειάζομαι άλλον.

ΣΚΗΝΗ 18η: (Ίδιες & ΚΛΑΡΙΝΤΟ ντυμένος με τα καλά του)

ΚΛΑΡ. Έρχομαι σα πουλί και γιορτερά πετώντας γιατί τούτα τα φτερά που θωρείς στο καπέλο μου, κυρά, του γάμου σου μηνούνε τη χαρά. Έδωσα εκειό το γράμμα στον αφέντη μου και μου 'δωσε κι αυτός, για συχαρίκια μου, τούτο το δαχτυλίδι.
ΕΣΤ. Εγώ λοιπόν να γίνουνε θέλω ακόμη πιο γιορτάσιμα αυτά τα συχαρίκια. Δώσ' μου το και πάρε τούτο το διαμάντι.
ΚΛΑΡ. Ωστόσο αυτό που παίρνεις είναι χωρισμένο στα δυο και λένε πως τέτοια πετράδια φέρνουνε θλίψη, ακόμη κι αν χαρίζονται για να φέρουν ένωση. Είναι αλήθεια χωρισμένος στη μέση αυτός ο αμέθυστος.
ΕΣΤ. Δε πειράζει γιατί έπρεπε κι η πέτρα να νιώσει τη χαρά μου. Ω, ευτυχισμένη μέρα!
Κοιτάξτε ποιο ήταν το δικό μου αστέρι.
ΘΕΟΔ. Ακούονται βήματα από κόσμο κάτω, κάποιοι είναι στην αυλή.
ΚΛΑΡ. Ακούω στις σκάλες που ανεβαίνουνε κιόλα.
ΕΣΤ. Ποιός αντέχει σε μια τέτοια χαρά;

ΣΚΗΝΗ 19η: (Δον ΠΕΤΡΟ Δε ΓΚΟΥΣΜΑΝ, ΦΑΡΦΑΝ Δε ΡΙΒΕΡΑ κι άλλοι σηκώνουνε το λείψανο του ΒΟΥΣΤΟ ΤΑΒΕΡΑ & Τα πρόσωπα της προηγούμενης σκηνής)

ΕΣΤ. Μα... τί είν' αυτό;
ΠΕΤΡ. Οι δυστυχίες κι οι συφορές δοθήκανε για τους ανθρώπους. Κι είναι αυτή η ζωή
μια θάλασσα από δάκρυα. Ο σενιόρ Βούστο Ταβέρα είναι νεκρός.
ΕΣΤ. Ω, μοίρα, μοίρα κακή!
ΠΕΤΡ. Ας σου γίνει, σενιόρα, παρηγοριά που 'χουμε στα χέρια μας τον απαίσιο φονιά: το Σάντσο Ορτίς δε λας Ροέλας, που αύριο, δίχως άλλο, θα πληρώσει γι' αυτό στη δικαιοσύνη.
ΕΣΤ. Αφήστε με! Πηγαίντε έξω, δαίμονες, που 'ρθατε 'δω με την οργή της Κόλασης
στα στόματά σας! Πώς! ο αδερφός μου νεκρός απ' το χέρι του Σάντσο Ορτίς! Ποιός λέει αυτό το λόγο; Ποιός τον ακούει και δε πεθαίνει; Ω, Θεέ μου, είμαι από πέτρα γω κι ακόμη ζω; Δυστυχισμένη μέρα! Λοιπόν αυτό ήτανε το δικό μου αστέρι! Μα αν υπάρχει στον κόσμο ανθρώπινο έλεος, σκοτώστε με.
ΠΕΤΡ. Της έχει πάρει ο πόνος τα λογικά.
ΕΣΤ. Δυστυχισμένο στάθηκε της ζωής μου τ' άστρι. Ο αδερφός μου νεκρός απ' το χέρι
του Σάντσο Ορτίς! Αυτός χωρίζει τώρα τρεις ψυχές από μιαν άτυχη καρδιά. Είμαι χαμένη. Αφήστε με!
ΠΕΤΡ. Την έχει πάρει η απελπισία.
ΦΑΡΦ. Τη δύστυχη!
ΠΕΤΡ. Μη την αφήσεις μόνη.
ΚΛΑΡ. Σενιόρα...
ΕΣΤ. Ω, άφησέ με κακέ άνθρωπε! Φύγε, αίμα εκείνου του κακού φονιά! Τώρα τελειώσαν όλα. Τώρα θέλω να τελειώσει η ζωή μου. Τί μέρα δυστυχισμένη! Να Θεοδώρα, αυτό ήτανε το δικό μου το αστέρι.

                                             Π Ρ Α Ξ Η   Τ Ρ Ι Τ Η

ΣΚΗΝΗ 1η: (Παλάτι: ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΠΕΤΡΟ Δε ΓΚΟΥΣΜΑΝ, ΦΑΡΦΑΝ Δε ΡΙΒΕΡΑ & ΑΡΙΑΣ)

ΠΕΤΡ. Το αναγνωρίζει πως αυτός τον σκότωσε. Όμως δε λέει γιατί.
ΒΑΣ. Δε λέει τι τον ανάγκασε να κάνει τέτοια πράξη;
ΦΑΡΦ. Η μόνη απάντησή του είναι: «Δε ξέρω».
ΠΕΤΡ. Τί να πει κανείς!
ΒΑΣ. Δε λέει αν του 'δωσε αφορμή;
ΠΕΤΡ. Αδύνατο ν' απαντήσει, κύριε μου.
ΑΡΙΑΣ. Είμαστε όλοι σε μεγάλη αναστάτωση.
ΦΑΡΦ. Το δέχεται πως τονε σκότωσε μα λέει ότι δε ξέρει για ποιαν αιτία. Λέει μόνο πως τονε σκότωσε γιατί το 'χεν ορκιστεί να τονε σκοτώσει.
ΑΡΙΑΣ. Κάποια αφορμή, θα του 'δωσε, όσο να 'ναι.
ΠΕΤΡ. Λέει πως δε του 'χε δώσει.
ΒΑΣ. Άμετε πάλι και πείτε του από μέρους μου πως θέλω να δικαιολογηθεί κι ότι είμαι φίλος του. Ειδάλλως θα 'μαι εχθρός του σε σκληρότητα κι αυστηρή τιμωρία. Να εξηγήσει ποιό λόγο είχε που σκότωσε τον Ταβέρα και ποιά στάθηκε αιτία για τούτο το κακούργημα, αν θέλει να μη χάσει τη ζωή του σαν ανόητος. Να πει ποιός του 'χε δώσει
εντολή να σκοτώσει και για ποιόν έκανε αυτό το φόνο και ποιά αφορμή τον έσπρωξε σ' αυτό. Αυτά ζητώ ν' ακούσω. Αλλιώς, να ετοιμαστεί να πεθάνει.
ΠΕΤΡ. Αυτό είναι η μόνη επιθυμία του η αίστηση του έχει απονεκρωθεί μπρος σε μια πράξη τόσο αποκρουστική, τόσο άσκημη, τόσο φριχτή. Έχει τέλεια πια χαμένα τα λοϊκά του.
ΒΑΣ. Δε λέει για κανένα πως του 'χει φταίξει;
ΦΑΡΦ. Όχι, κύριε μου, είναι παραδομένος στο καημό του.
ΒΑΣ. Υπέροχη αρετή!
ΦΑΡΦ. Δε ρίχνει σε κανέναν άλλο τ' άδικο παρά στον εαυτό του.
ΒΑΣ. Δεν υπάρχουν μες σ' όλο τον κόσμο κι άλλοι δυο άντρες σαν αυτούς: όσο πάω να δοκιμάσω την αρετή του, τόσο περισσότερη γίνεται η αντίσταση του. Να του πείτε απο μέρους μου πως θέλω να μας πει για ποιόν έκανε το φονο και ποιός τον είχε βάλει να τον κάνει. Να μας φανερώσει, αυτό τον άνθρωπο, ακόμη κι αν αυτός ήμουν εγώ. Αν δε μολογήσει, έχει να δώσει δημόσια πείτε του, αύριο ικανοποίηση στο λαό της Σεβίλλης.
ΦΑΡΦ. Θ' απαντήσει πως είναι έτοιμος κιόλας να πεθάνει.
ΒΑΣ. (Στον ΑΡΙΑΣ) Πήγαινε να τονε βρεις.
ΑΡΙΑΣ. Πάω αμέσως.

(Φεύγουν όλοι εξόν απ' το ΒΑΣΙΛΙΑ)

ΣΚΗΝΗ 2η: (Δον ΜΑΝΟΥΕΛ & ΒΑΣΙΛΙΑΣ)

ΜΑΝ. Του Βούστο η αδελφή ζητά την άδεια να φιλήσει τα χέρια σου, κύριε μου.
ΒΑΣ. Και ποιος την εμποδίζει;
ΜΑΝ. Οι πολίτες που 'χουνε μαζευτεί.
ΒΑΣ. Δίκαιη η οργή τους. Άμε πες τους πως είναι θέλημα μου να 'ρθει μέσα.
ΜΑΝ. Πηγαίνω, βασιλιά μου.

(Φεύγει)

ΒΑΣ. (Μόνος) Θα 'ρθει αχτιδοβολώντας ομορφάδα; Όπως σα βγαίνει τ' άστρο τ' ουρανού στο πέρασμα της μπόρας.

(Μπαίνει ο ΜΑΝΟΥΕΛ)

ΜΑΝ. Να την, έρχεται βουτηγμένη στο πένθος.
ΒΑΣ. Φαίνεται σα το ρόδινο ξημέρωμα ανάμεσα απ' τα σύννεφα, όταν ο ήλιος σκορπά στον ανοιξιάτικο ουρανό τις ρουμπινιές του αχτίδες.

ΣΚΗΝΗ 3η: (ΕΣΤΡΕΛΛΑ & οι παραπάνω)

ΕΣΤ. Ευλογημένε του Χριστού, Δον Σάντσο, βασιλιά της Σεβίλλης, περιδόξαστε
για τα λαμπρά σου τα έργα, τιμημένε και πλούσιε σε αρετές! Ένα δύσμοιρο αστέρι που 'χει κρύψει το φως του μες στο πένθος -γιατί μ' έχει το κλάμα μου τυλίξει με μαύρα σύννεφα- έρχεται μπρος σου ζητώντας δικαιοσύνη. Όμως ζητώ της δικαιοσύνης το έργο
να μη γίνει από σέ, μα να τ' αφήσεις στη δική μου θέληση. Δε θα στεγνώσουνε στιγμή τα δάκρυα στα μάτια μου, προτού μου συχωρέσεις το μεγάλο μου πόνο. Γιατί τον αγαπούσα τον αδερφό μου, που βρίσκεται τώρα ψηλά, στης άγιας θλίψης το βασίλειο
και περπατεί με τ' άστρα στ' ουρανού τις ζαφειρένιες στράτες. Με προστάτευε σα καλός αδερφός κι ήτανε για μένα σα πατέρας κι άκουα πάντα υπάκουη με σέβας το λόγο του. Κοντά του περνούσα ευτυχισμένη: ούτε τον ήλιο δεν άφηνε να με πειράξει. Όλη η Σεβίλλη μας ζήλευε γι' αυτή μας την αγάπη κι όλος ο κόσμος έλεγε πως είμαστε τα δίδυμα άστρα που γυρνούν αχώριστα το κύκλο τ' ουρανού. Μα ξάφνου άγριος κυνηγός
δίνει με το δοξάρι, θανάσιμο χτύπημα του αδερφού μου κι η ευτυχία μας με μια διαλύθηκε. Έχασα αδερφό, έχασα κι άντρα. Έχω απομείνει μόνη και ζητώ να μου κάνεις δικαιοσύνη. Παράδωσέ μου μένα, βασιλιά μου, το φονιά του αδερφού μου. Ξόφλησε έτσι αυτό το χρέος σου. Κι άσε μένα να τονε δικάσω.
ΒΑΣ. Ησύχασε και στέγνωσε αυτά τα ωραία σου μάτια, αν δε θέλεις να βάλεις πυρκαγιά
σ' όλο μου το παλάτι γιατί του ήλιου είναι δάκρυα τ' αστέρια κι είναι από διαμάντι η κάθ' αχτίδα τους. Άφησε να συνάξει αυτό το πλούτος της η Αυγή και να ζηλεύουν οι ουρανοί
βλέποντας την. Γι' αυτό δεν είναι δίκαιο να σκορπίζεται εδώ. Να πάρε αυτό το δαχτυλίδι κι άνοιξε της Τριάνας το κάστρο δείχνοντας το. Φόρα το στο χέρι και δείξου σ' αυτόν σκληρή σα τα θηρία που ζούνε στης Υρκανίας τους βράχους, όπου τριγύρω οι πελαργοί,
φτερουγώντας, ζητούν να μας κινήσουνε σ' αδύναμη συμπόνια. Μα δε πιστεύω σ' ένα τόσον ωραίο ουρανό, που μαγεύει τη ψυχή και γεννά την αγάπη, δε πιστεύω ότι μπορεί να διατηρήσει η εκδίκηση τη τρέλα της οργής της. Κείνη που 'ναι χρυσάφι κάτω από το μαύρο βέλο της και που καθάριο ασήμι μπιρμπιλώνει το ρόδινό της στόμα, θα κάνει ακόμη και τη δικαιοσύνη να υποχωρήσει.
ΕΣΤ. Η τιμή κύριε μου, πάνω απ' όλα βάζει τον εαυτό της κι αν είχα ασήμι και χρυσάφι πάνω μου, ήθελα τα πετάξω ευτύς μακριά μου κι ήθελα να μαυρίσω κι ασκημήσω το πρόσωπό μου, ακόμη κι αν χρειαζόταν να το κάψω με κάρβουνα αναμμένα. Τί αν ο Ταβέρα πέθανε, ένας άλλος Ταβέρα ζει κι αν η ατιμία κρυβότανε κάτω απ' το πρόσωπό μου θα τη ρήμαζα αυτή την ομορφιά του έτσι, που ν' απομείνουν ντροπιασμένοι
κι οι σκληρότεροι τύραννοι.

(Φεύγουν όλοι εξόν από το ΒΑΣΙΛΙΑ)

ΣΚΗΝΗ 4η: (ΒΑΣΙΛΙΑΣ μόνος)

ΒΑΣ. Αν ο Σάντσο Ορτίς, πολύ φοβάμαι, παραδοθεί σ' αυτή, θα τονε σκοτώσει με το ίδιο της το χέρι. Πώς συχωρά ο Θεός σ' ένα Του πλάσμα με τέτοια ουράνια κάλλη να 'χει μέσα του τέτοιαν άγρια καρδιά! Κοίτα που θέλει μια αστόχαστη να μ' οδηγήσει τρέλα! Εγώ έσπρωξα το Σάντσο Ορτίς σ' ό,τι έκανε. Θα τονε λευτερώσω. Γιατί ο έρωτας
κι αν μπορεί να κυριεύει μια πορφύρα, δε πρέπει όμως να βάζει, όπως του αρέσει, δικούς του νόμους.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 5η: (Φυλακή: ΣΑΝΤΣΟ ΟΡΤΙΣ & ΚΛΑΡΙΝΤΟ & ΜΟΥΣΙΚΟΙ)

ΣΑΝ. Δεν έγραψες για τούτα τα δικά μου κάνα ποίημα, Κλαρίντο;
ΚΛΑΡ. Αχ, αφέντη μου, ποιός κάθεται να γράψει, όταν πληρώνονται οι στίχοι τόσο λίγο; Πολλοί, στα πανηγύρια, μου γυρεύουν να τους γράψω στίχους. Σα με βλέπουνε στους δρόμους, σάμπως να 'μουνα κανάς μπαλωματής, ή ράφτης, με ρωτούνε: Δε το 'γραψες ακόμη εκειό το ραβασάκι; Κι είναι πιο βιαστικοί παρά αν τους είχε σκιστεί το πανταλόνι ή το παπούτσι. Εγώ όμως, αν είχα να τρώω, θα βουβαινόμουνα κι απ' τον Αναξαγόρα πιότερο και θα καταφρονούσα όλους τους Έλληνες και Λατίνους σοφούς.

ΣΚΗΝΗ 6η: (ΠΕΤΡΟ Δε ΓΚΟΥΣΜΑΝ, ΦΑΡΦΑΝ Δε ΡΙΒΕΡΑ, Δον ΑΡΙΑΣ κι οι πριν)

ΠΕΤΡ. Ελάτε μέσα.
ΚΛΑΡ. Έρχονται, μου φαίνεται, για να σου ανακοινώσουν την απόφαση, κύριε μου.
ΣΑΝ. (Στους ΜΟΥΣΙΚΟΥΣ) Τότε σεις παίξτε μου γρήγορα ένα σκοπό. Ναι τώρα πεθυμώ
να πεθάνω και θέλω με τραγούδια να δείξω τη χαρά μου, να μάθουνε κι αυτοί πόσο γενναία είναι τούτη η καρδιά και πως ούτε κι ο θάνατος μπορεί να μ' αναγκάσει να κάνω τίποτ' άλλο.
ΚΛΑΡ. Μεγαλείο! Μπορούσε τάχα ένας Γερμανός με τη ψυχή του γιομάτη τρυγιά από παλιά κρασοβάρελα, να 'κανε τίποτε πιότερο;
ΜΟΥΣ. (Τραγουδώντας)

Όταν πια τίποτ' άλλο στη ζωή παρά τη θλίψη, δε προσμένεις,
όσον ο θάνατός σου αργεί όλο και πιότερο πεθαίνεις.


ΚΛΑΡ. Ωραίο είν' αυτό το γνωμικό.
ΣΑΝ. Σοφό και ταιριαχτό για τούτη τη περίσταση.
ΜΟΥΣ. (Τραγουδούν)

Ζωή πια τώρα στου Θανάτου το παλάτι θα περιμένεις.

ΠΕΤΡ. Είναι ώρα τούτη για τραγούδια, κύριε;
ΣΑΝ. Γιατί όχι κύριε; Ποιά ώρα είναι καλύτερη για να ξαλαφρωθεί απ' τους καημούς του
ένας φυλακισμένος;
ΦΑΡΦ. Ενώ ο θάνατος παραμονεύει όλη την ώρα κι η απόφαση της αφεύγατης κρίσης μπορεί νά 'ρθει κάθε στιγμή, μπορεί να διασκεδάζει ο άνθρωπος με τραγούδια;
ΣΑΝ. Είμαι κύκνος και τραγουδώ προσμένοντας το θάνατο.
ΦΑΡΦ. Η ώρα σου πια έχει φτάσει.
ΣΑΝ. Φιλώ χέρια και πόδια σου για τα νέα που 'φερες. Ω του πόθου μέρα ευτυχισμένη!
ΠΕΤΡ. Δον Σάντσο Ορτίς, ομολογείς ότι συ έχεις σκοτώσει το Βούστο Ταβέρα;
ΣΑΝ. Ναι, το λέω φανερά μπρος σ' όλους. Ψάξτε λοιπόν να βρείτε τα πιο βάρβαρα
μαρτύρια. Σοφιστείτε νέα, για μένα, βασανιστήρια: τέτοια που να σβήσουνε στην Ισπανία τη θύμηση του Φάλαρη και του Μαξέντιου.
ΦΑΡΦ. Ώστε λοιπόν τονε σκότωσες χωρίς καμιάν αφορμή;
ΣΑΝ. Τονε σκότωσα: αυτό το μολογώ. Όσο για την αιτία -που δε θέλω να μιλήσω γι' αυτήν- αν τη γνωρίζει κανείς, ας τη πει. Τί εγώ δε ξέρω για ποιό λόγο πέθανε. Ξέρω μόνο πως τονε σκότωσα χωρίς να ξέρω.
ΠΕΤΡ. Όμως αυτό είναι πράξη προδοτική να σκοτώσεις άνθρωπο χωρίς καμιά αφορμή.
ΣΑΝ. Κάποια αφορμή θα 'χε κάποτε δώσει βέβαια, αφού έπρεπε να πεθάνει.
ΠΕΤΡ. Σε ποιόν όμως;
ΣΑΝ. Σε κείνον που μ' έφερε στη θέση αυτή που βρίσκομαι στην άκρη του χαμού.
ΠΕΤΡ. Ποιός είν' αυτός;
ΣΑΝ. Δεν μπορώ να τον πω γιατί έχω χρέος να σιωπώ κι αν πρέπει να 'μαι στα έργα μου
σα βασιλιάς, πρέπει σα βασιλιάς να 'μαι και στη σιωπή μου. Για να με θανατώσετε, σας φτάνει πως τονε σκότωσα: δεν είναι ανάγκη να ρωτάτε γιατί.
ΑΡΙΑΣ. Δον Σάντσο Ορτίς, έρχομαι δω απ' το βασιλιά σταλμένος, για να σου πω πως είναι η θέληση του να μολογήσεις ποιός είναι η αιτία για τούτη τη τρελή ιστορία. Αν έκανες ό,τι έκανες για χάρη κάποιου φίλου σου ή για γυναίκα ή για κάποιο δικό σου ή για κάποιο μεγάλον απ' τους άρχοντες τούτης της χώρας κι αν έχεις κάποιαν εγγύηση ή συμφωνία ή κανά χαρτί γραμμένο ή υπογραμμένο απ' τον ίδιο, να το πεις αμέσως κάνοντας έτσι το χρέος σου.
ΣΑΝ. Αν κάνω όπως μου λες, δε θα κάνω το χρέος μου. Να πεις του βασιλιά μας πως το λόγο που δίνω, τονε κρατώ κι αν είναι κείνος ο Σάντσο ο Αντρειωμένος, έχω κι εγώ αυτό τ' όνομα. Και πες του πως θα μπορούσα να 'χα τώρα, αν ήθελα, κάποια χαρτιά στα χέρια μου μα με προσβάλλει όποιος ζητεί χαρτιά, ενώ είδε να τα σκίζω. Τον Ταβέρα εγώ τονε σκότωσα. Όμως, μ' όλο που 'χω τρόπο ν' απαλλάξω τον εαυτό μου μ' ένα μου λόγο, δε το κάνω, ξέροντας πως έτσι θα πατήσω κάποιο λόγο που 'χω δοσμένο. Εγώ σα βασιλιάς
θέλω να τον κρατήσω κι ό,τι είπα πως θα κάνω, αυτό και κάνω. Κι ό που 'δωσε το λόγο του ας φροντίσει να κάνει το ίδιο: ας κρατήσει το λόγο του μιλώντας, ίδια όπως εγώ το κράτησα με τη πράξη.
ΑΡΙΑΣ. Αν κρατάς μες απ' τα χείλη σου το λόγο που θα γίνει η απολογία σου, είναι τρέλα ν' αρνιέσαι να τονε πεις.
ΣΑΝ. Είμαι αυτός που 'μαι κι όντας αυτός που 'μαι, νικώ με τη σιωπή μου τον εαυτό μου
κι αφήνω για τον άλλον που σωπαίνει τη καταφρόνεση μου. Κείνος που 'ναι κείνο που 'ναι, ας κάνει ό,τι ταιριάζει σε κείνο που 'ναι. Και μ' αυτό τον τρόπο θα κάνουμε κι οι δυο καθώς ταιριάζει σε κείνο που 'μαστε.
ΑΡΙΑΣ. Αυτά θα τα πω στη Μεγαλειότητά του.
ΠΕΤΡ. Σάντσο Ορτίς, η πράξη που 'χεις κάνει ήτανε κακή και δείχτηκες αστόχαστος.
ΦΑΡΦ. Πρόσβαλες το κράτος της Σεβίλλης και παράδωσες στην αυστηρή της κρίση τη ζωή σου και στην οργή της το λαιμό σου.

(Φεύγουν οι δυο ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΛΚΑΔΗΔΕΣ & ο Δον ΑΡΙΑΣ)

ΣΚΗΝΗ 7η: (Δον ΣΑΝΤΣΟ ΟΡΤΙΣ & ΚΛΑΡΙΝΤΟ)

ΚΛΑΡ. Πώς! Γίνεται να δέχεσαι κύριε μου, να σ' ατιμάσουν έτσι;
ΣΑΝ. Ναι, Κλαρίντο: να με παιδέψει ο κόσμος κι οι ουρανοί να με ντροπιάσουν και να που αρχίζει κιόλας αυτό να γίνεται! Ακούς αυτό τ' σάλαγο που κάνει να μουγκρίζουν του αέρα τα στοιχειά, οπλισμένα μ' αστραπές και βροντές; Ένα απ' αυτά πέφτει σα φίδι πάνω μου και με τυλίγει με πύρινους κύκλους.
ΚΛΑΡ. (Μόνος του) Φοβάμαι πως τρελάθηκε. Θα κάνω κι εγώ τον παλαβό.
ΣΑΝ. Ω, αλί μου, καίγομαι!
ΚΛΑΡ. Ω, αλί μου, ανάφτω!
ΣΑΝ. Σ' άρπαξε κι εσένα ο κεραυνός, Κλαρίντο;
ΚΛΑΡ. Δε κοιτάς που 'γινα στάχτη;
ΣΑΝ. Ω, Θεέ μου!
ΚΛΑΡ. Ναι, κύριε μου: έγινα στάχτη από ξερά αμπελόκλαδα.
ΣΑΝ. Βρισκόμαστε λοιπόν στον άλλο κόσμο;
ΚΛΑΡ. Και μάλιστα στη Κόλαση.
ΣΑΝ. Στη Κόλαση; Πώς το ξέρεις, Κλαρίντο;
ΚΛΑΡ. Γιατί βλέπω σ' εκειό το βουναλάκι να παιδεύονται πάνω από χίλιοι ράφτες για τα ψέματα που 'χουνε πει στο κόσμο.
ΣΑΝ. Ναι, έχεις δίκιο: η Κόλαση είναι τούτη γιατί βλέπω κει πάνω, σ' ένα πύργο από κορμιά ανθρώπων που σταθήκανε περήφανοι και φαντασμένοι, να καίγετ' η Υπεροψία μες στις φλόγες. Εκεί η Φιλοδοξία καταπίνει πέλαγα από φωτιά.
ΚΛΑΡ. Πιο πέρα βλέπω ολάκερη λεγεώνα από αμαξάδες.
ΣΑΝ. Αν υπάρχουνε Κλαρίντο, δω αμαξάδες θα γκρεμίσουνε τη Κόλαση. Μ' αν είναι
Κόλαση δω, Κλαρίντο, πώς δεν έχει πουθενά δικηγόρους;
ΚΛΑΡ. Δε τους δέχεται. Γιατί κι εδώ θα άρχιζαν απ' το τίποτε να σοφίζονται δίκες.
ΣΑΝ. Αν στη Κόλαση δεν έχει δίκες, τότε θα 'ναι ευχάριστο να ζει κανείς σ' αυτή.
ΚΛΑΡ. Βλέπω εκεί πέρα τον τύραννο που λέγεται Τιμή. Σέρνει μαζί ένα σωρό ανόητους
που υποφέρουνε γι' αυτή.
ΣΑΝ. Θα πάω μαζί τους. -Ω συ Τιμή! Ένας ανόητος τίμιος ήρθε να γίνει δούλος σου,
γιατί έμεινε πιστός κι υπάκουος πάντα στο δικό σου το νόμο. -Ω, έκανες πολύ κακά, Δον Σάντσο, γιατί σήμερα τίμιος είναι μόνον όποιος πατεί το νόμο μου. Με ζητούσες εκεί που 'χω πεθάνει, πάνε πολλές χιλιάδες χρονιά! Χρήματα έπρεπε να ζητάς, καλέ μου φίλε
γιατί τιμή είν' τα χρήματα. Τι έκανες; -Κράτησα το λόγο μου. -Με κάνεις να γελώ. Κρατάς το λόγο σου; Πολύ κουτός μού φαίνεσαι. Δε ξέρεις πως το να μη κρατά κανείς το λόγο του στην εποχή μας, είναι πράξη αντρίκεια; -Είχα τάξει σε κάποιον να σκοτώσω
έναν άνθρωπο κι έκανα το φόνο του σα τρελός, μ' όλο που 'ξερα πως ήταν ο καλύτερος φίλος μου. -Κακό!
ΚΛΑΡ. Όχι πολύ καλό.
ΣΑΝ. Κακό. Ρίχτον στο μπουντρούμι, να πληρώσει τη μεγάλη ανοησία του. -Έχασα, ω Τιμή, την αδερφή του και πάλι με παιδεύει να στοχάζομαι πως την έχω δική μου. -Δε πειράζει.
ΚΛΑΡ. (Μόνος του) Μα το Θεό! Αν τον αφήσω ακόμη θα χάσει τέλεια το νου. Πρέπει
κάτι να σκαρώσω. (Φωνάζει)
ΣΑΝ. Ποιός φωνάζει κει πέρα; Ποιός φωνάζει;
ΚΛΑΡ. Ο Κέρβερος φωνάζει. Είμαι ο πορτιέρης σε τούτο το παλάτι. Δε με γνωρίζεις;
ΣΑΝ. Μα θαρρώ πως ναι.
ΚΛΑΡ. Κι εσύ, ποιός είσαι;
ΣΑΝ. Εγώ; Ένας τίμιος άνθρωπος.
ΚΛΑΡ. Και τί θες εδώ μέσα; Πήγαινε έξω, να πάρει η οργή.
ΣΑΝ. Τί λες;
ΚΛΑΡ. Αμέσως έξω! Δω δεν είναι τόπος για τίμιους ανθρώπους. Ελάτε πιάστε τον αμέσως! Πηγαίντε τον, μες απ' τον αέρα, στον άλλον κόσμο πάλι, στης Σεβίλλης
τις φυλακές. -Πώς θα τον πάμε; -Δέστε του καλά τα μάτια, να μη φοβάται σα πετά στον αέρα. -Του τα δέσαμε. Τώρα να το σηκώσει ευτύς στη πλάτη ο Διάολος ο Κουτσός και μ' ένα σάλτο να τονε ρίξει κει! -Μ' ένα σάλτο; Ω, αυτό πολύ μ' αρέσει.-Τράβα λοιπόν και πάρε απ' το χέρι και τούτο το κοπέλι. (Κάνει μαζί του μια βόλτα και τον αφήνει) -Να φίλε μου, είσαι πάλι στον κόσμο. Σύρε τώρα στου Θεού την ευχή. — Καλά, πηγαίνω.
ΣΑΝ. Πώς είπε; Στου Θεού;
ΚΛΑΡ. Ναι, αφέντη μου. Γιατί τούτος ο διάολος ήταν άλλοτε χριστιανός βαφτισμένος, Γαλικιώτης, απ' το δρόμο των Φράγκων.
ΣΑΝ. Έτσι νιώθω σα να ξύπνησα απ' όνειρο. Ω, Θεέ μου! Ω Εστρέλλα τί δυστυχής που' μαι χωρίς εσένα! Μ' αφού σ' έχασα έτσι, μου πρέπει τούτη η τιμωρία.

ΣΚΗΝΗ 8η: (ΦΡΟΥΡΑΡΧΟΣ της ΤΡΙΑΝΑΣ, ΕΣΤΡΕΛΛΑ σκεπασμένη με βέλο & οι πριν)

ΕΣΤ. Να μου παραδοθεί ευτύς ο υπόδικος!
ΦΡ. Αυτός είναι, σενιόρα. Και, καταπώς προστάζει ο βασιλιάς, τονε βάζω στα χέρια σου. Δον Σάντσο Ορτίς, ο βασιλιάς προστάζει να σε δώσουμε αμέσως στη κυρία.
ΕΣΤ. Σενιόρ, έλα μαζί μου.
ΣΑΝ. Ευχαριστώ για τη συμπόνοια, αν θες να με σκοτώσεις. Γιατί ζητώ το θάνατο.
ΕΣΤ. Έλα. (Τονε παίρνει απ' το χέρι)
ΣΑΝ. (Μόνος του) Πάλι, θαρρώ, είναι μάγια τούτα.
ΕΣΤ. Να μην έρθει κανείς μαζί μας!

(Φεύγει η ΕΣΤΡΕΛΛΑ ΜΕ το ΣΑΝΤΣΟ)

ΚΛΑΡ. Πάει καλά. (Μόνος του) Στη πίστη μου πολύ καλά τα πάμε απ' τη Κόλαση στη Σεβίλλη και πάλι απ' τη Σεβίλλη στη Κόλαση. Είθε αυτή η γυναίκα να γίνει Θεέ μου, το λαμπρό αστέρι που θα μας σώσει.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 9η: (Ανοιχτός τόπος: ΕΣΤΡΕΛΛΑ & ΔΟΝ ΣΑΝΤΣΟ)

ΕΣΤ. Είσαι λεύτερος τώρα, Σάντσο Ορτίς. Πήγαινε στο καλό. Και συλλογίσου πως σε συχωρώ και σε σπλαχνίζομαι. Πήγαινε στην ευχή σ' αφήνω λεύτερο. Τί κοντοστέκεις; Τί κοιτάς έτσι; Γιατί διστάζεις; Η ώρα φεύγει. Πήγαινε! Σε περιμένει άλογο πιο πέρα να ξεφύγεις γρήγορα. Εκεί ένας άνθρωπος μου θα σου δώσει χρήματα για το δρόμο.
ΣΑΝ. Σενιόρα, να φιλήσω τα πόδια σου.
ΕΣΤ. Όχι, φύγε δεν είναι τώρα η ώρα.
ΣΑΝ. Πριν φύγω θέλω να μάθω ποιος με λευτερώνει, για να μπορώ να ευλογώ τ' όνομα του γι' αυτή τη χάρη.
ΕΣΤ. Είμαι κάποια γυναίκα που σε αγαπά πολύ και σου χαρίζω τη λευτεριά σου, που 'ναι στην εξουσία μου. Σύρε τώρα στην ευχή του Θεού.
ΣΑΝ. Δε κάνω βήμα, αν δε μου πεις ποια είσαι ή δε μ' αφήσεις να δω το πρόσωπο σου.
ΕΣΤ. Δεν έχω τώρα καιρό.
ΣΑΝ. Τη ζωή μου θέλω καμιά φορά να σου πληρώσω και τη λευτεριά που μου χαρίζεις. Γι' αυτό θέλω να ξέρω, αυτή τη χάρη σε ποιά θα τη χρωστώ και σε ποιά θα 'χω να πληρώσω το χρέος μου.
ΕΣΤ. Είμαι γυναίκα μ' όνομα τιμημένο στη Σεβίλλη και για να πω καλύτερα, κείνη που σ' αγαπά απ' όλες πιότερο και που την αγαπάς εσύ χειρότερα απ' όλους. Σύρε στο καλό.
ΣΑΝ. Ποτέ δε θα φύγω αν δε δω το πρόσωπο σου.
ΕΣΤ. Ε, τότε, για να φύγεις, κοίτα με. (Ξεσκεπάζει το πρόσωπο)
ΣΑΝ. Σενιόρα! Αστέρι της ψυχής μου!
ΕΣΤ. Ναι το αστέρι είμαι που γίνομαι οδηγός σου στης ζωής σου το δρόμο. Αοιπόν πήγαινε γιατ' η αγάπη νικά όλη τη δύναμη της μεγάλης οργής μου.
ΣΑΝ. Ω, άστρι συ, καλό και λαμπρό για το χειρότερο σου εχθρό! Συ δείχνεσαι τόσο σπλαχνική σε μένα! Ω, γίνε πιο σκληρή! Γιατί η συμπόνοια θα 'ναι δω απονιά και θα 'ναι η τιμωρία συμπόνοια. Κάνε να μου δώσουνε το θάνατο. Μη θέλεις με το καλό, μακροθυμώντας έτσι, να μου κάνεις κακό. Δίνεις ελευθερία σ' ένα που σκότωσε τον αδερφό σου! Όχι, δεν είναι δίκαιο γω να ζήσω, όταν εκείνος έχασε τη ζωή του από μένα. Μένοντας έτσι ελεύθερος, πηγαίνω στο σκληρότερο θάνατο ενώ τότε που 'μουνα στη φυλακή θα 'ταν ο θάνατος ευεργεσία για μένα.
ΕΣΤ. Είν' η αγάπη μου πιο δυνατή και στέρεη απ' τον πόνο, γι' αυτό σου χαρίζω τη ζωή.
ΣΑΝ. Τότε πάω μόνος μου στο θάνατο, αφού με ελευθερώνεις, τί αν εσύ μ' αυτό που κάνεις, είσαι κείνη που 'σαι, θα είμαι κι εγώ με κείνο που θα κάνω, κείνος που 'μαι.
ΕΣΤ. Γιατί θες να πεθάνεις;
ΣΑΝ. Για να σου πάρω εκδίκηση.
ΕΣΤ. Εκδίκηση! Και για τί πράμα;
ΣΑΝ. Για τη προδοσία μου.
ΕΣΤ. Είναι σκληρό.
ΣΑΝ. Είναι τίμιο.
ΕΣΤ. Δε σ' το ζητεί κανένας.
ΣΑΝ. Μου το ζητεί η αγάπη μου.
ΕΣΤ. Αυτό είναι προσβολή.
ΣΑΝ. Αυτό είν' αγάπη.
ΕΣΤ. Πώς μ' αγαπάς;
ΣΑΝ. Πεθαίνοντας.
ΕΣΤ. Αντίθετα, μ' αδικείς.
ΣΑΝ. Εφόσον ζω ακόμα.
ΕΣΤ. Στάσου ν' ακούσεις.
ΣΑΝ. Τί ωφελούν τα λόγια;
ΕΣΤ. Πού πας;
ΣΑΝ. Να πεθάνω, αφού η ζωή μου είναι αδικία για σένα.
ΕΣΤ. Πήγαινε κι άφησε με.
ΣΑΝ. Όχι, δε πρέπει.
ΕΣΤ. Πήγαινε, ζήσε ελεύθερος.
ΣΑΝ. Δε κάνει.
ΕΣΤ. Για ποιόν θες να πεθάνεις;
ΣΑΝ. Για μένα.
ΕΣΤ. Είσαι σκληρός.
ΣΑΝ. Είμαι και τίμιος.
ΕΣΤ. Ποιός σε κατηγορεί;
ΣΑΝ. Η καταφρόνια σου.
ΕΣΤ. Δε σε καταφρονώ.
ΣΑΝ. Λυγά ο βράχος;
ΕΣΤ. Είσαι στα λογικά σου;
ΣΑΝ. Στη τιμή μου είμαι γιατί με τη ζωή μου σ' αδικώ.
ΕΣΤ. Φύγε τότε, τρελέ και άμε να πεθάνεις. Γιατί κι εγώ πηγαίνω να πεθάνω.

(Φεύγουν απ' αντίθετες μεριές)

ΣΚΗΝΗ 10η: (Παλάτι. ΒΑΣΙΛΙΑΣ & Δον ΑΡΙΑΣ)

ΒΑΣ. Να μη το μολογεί πως του 'χα δώσει εγώ εντολή γι' αυτό!
ΑΡΙΑΣ. Ποτέ δεν είδα μπρούντζο τόσο σκληρό. Στο τέλος είπε πως έκανε ένα χρέος
που 'χε αναλάβει κι ότι τώρα θα 'πρεπε να κάνει το δικό του το χρέος, κείνος που 'ταν αιτία να το αναλάβει.
ΒΑΣ. Με τη σιωπή ζητά να με νικήσει.
ΑΡΙΑΣ. Αυτός κράτησε το λόγο που 'χε δώσει.
ΒΑΣ. Ντρέπομαι που δε μπορώ κι εγώ να κάνω τό που 'χα υποσχεθεί πά' στο θυμό μου.
ΑΡΙΑΣ. Δε μπορείς ν' αθετήσεις εσύ το λόγο που 'δωσες. Γιατί αν έχει έκαστος υποχρέωση να κρατά το δικό του, ο κάθε λόγος που θα βγει απ' τα χείλη βασιλιά είναι νόμος και στο νόμο πρέπει όλοι να υπακούουν.
ΒΑΣ. Αυτό είν' αλήθεια ενόσω ο νόμος δε πάει αντίθετα στην κοινή λογική.
ΑΡΙΑΣ. Είναι υποχρέωση. Δεν είναι του υπηκόου δουλειά να κρίνει του βασιλιά το νόμο,
παρά να ακολουθεί τις προσταγές του με κλειστά μάτια. Χρέος του βασιλιά είναι ν' αναμετρά καλά ό,τι αποφασίζει. Συ αυτή τη φορά, έβγαλες νόμο μ' ένα χαρτί που υπόγραψες κι αν εκείνος εκτέλεσε το νόμο σου χωρίς χαρτί, έχεις υποχρέωση να εκτελέσεις το νόμο που μόνος σου τον έχεις βάλει απ' τη στιγμή που του 'δωσες εντολή να σκοτώσει τον Ταβέρα. Γιατί κι αυτός στο νόμο σου υπακούοντας πήγε να τονε σκοτώσει.
ΒΑΣ. Ώστε λοιπόν πρέπει να μολογήσω πως εγώ έδωσα εντολή να τονε σκοτώσει κι ότι
ήμουν έτσι σκληρός γι' αυτό τον άνθρωπο που ποτέ του δε μ' έβλαψε; Τί θα πούνε στη Σεβίλλη όταν ακούσουν ότι είμαι 'γω αιτία; Και τί θα πούνε σ' όλη τη Καστίλλη, που με λέει ο Δον Αλόνσο τύραννο κι όταν από τη Ρώμη ο Άγιος Πατέρας με μαστιγώνει με αυστηρά επιτίμια; Μπορεί να πάρει δύναμη ο ανιψιός μου μ' έναν αφορισμό του κι ίσως να 'χει την υποστήριξη του. Αυτό θα 'τανε λάθος από μέρους μου. Μα επίσης θα 'ταν από μέρους μου άναντρο ν' αφήσω να πεθάνει ο Σάντσο Ορτίς. Τί να κάνω;
ΑΡΙΑΣ. Θα μπορούσες με κάποιες κολακείες να πείσει η χάρη σου τους Μεγάλους Αλκάδηδες να τιμωρήσουν μ' εξορία μόνο το φταίξιμό του, κάπως παραβλέποντας
του νόμου τη πολλήν αυστηρότητα. Έτσι ο Σάντσο Ορτίς πληρώνει για τη πράξη του κι εσύ τον προστατεύεις και μαζί μπορείς να τον αμείψεις στέλνοντας τον μακριά από δω, αρχιστράτηγο σε κάποιο πολεμικό μας μέτωπο.
ΒΑΣ. Η συμβουλή σου είναι καλή μα αν όμως θελήσει να εφαρμόσει η Δόνια Εστρέλλα το νόμο με το δαχτυλίδι κείνο που της έδωσα; Τότε πώς θα κάνουμε;
ΑΡΙΑΣ. Όλα θα διορθωθούν. Θα πάω με κάποια δικαιολογία να τη πάρω από μέρους σου και μυστικά και δίχως συνοδεία θα στη φέρω στο παλάτι. Εδώ εύκολα θα μπορέσεις να τη πείσεις να δεχτεί τους σκοπούς σου κι -αυτο θα 'ναι σπουδαίο- να τη παντρέψεις με κανένα αρχοντόπουλο μεγάλο του παλατιού σου. Γιατί τα πολλά της χαρίσματα κι η ευγένεια του σπιτιού της αξίζουνε τέτοιο γάμο.
ΒΑΣ. Μετανιώνω που δείχτηκα έτσι αδύνατος, Δον Άριας! Καλά το 'πε ο σοφός: σοφός είναι μόνο κείνος που τη πρεπούμενη ώρα ήτανε φρόνιμος και τη πρεπούμενη ώρα ήτανε σκληρός. Άμε λοιπόν να φέρεις την Εστρέλλα, αφού μ' αυτό τον τρόπο θα με βγάλεις
απ' τη δύσκολη θέση. Έχω απόφαση για να τη μερώσω, να τη παντρέψω μ' έναν απ' τους πρώτους άρχοντες της Καστίλλης κι αν μπορούσα, Δον Άριας, θα την έπαιρνα
να κάτσει στο θρόνο μου. Γιατί, αλήθεια στο λέω, σ' αυτά τ' αδέρφια πρέπει αθανασία.
ΑΡΙΑΣ. Μπρος στα τέκνα τούτης της πολιτείας πέφτει στον ίσκιο κι η ξακουστή Ρωμη.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 11η: (ΦΡΟΥΡΑΡΧΟΣ ΤΡΙΑΝΑΣ & ΒΑΣΙΛΙΑΣ)

ΦΡ. Στα πόδια σου, κύριε μου...
ΒΑΣ. Φρούραρχε, τι σε φέρνει εδώ στα πόδια μου;
ΦΡ. Τούτο το δαχτυλίδι, βασιλιά μου, με τη σφραγίδα σου πάνω χαραγμένη, δεν είναι από τη χάρη σου;
ΒΑΣ. Ναι, φρούραρχε. Το δαχτυλίδι αυτό σε προστατεύει και σε γλιτώνει απ' το κάθε κρίμα που μπορεί να 'χεις κάνει.
ΦΡ. Στη Τριάνα κραταιέ μου κύριε, ήρθε μ' αυτό στο χέρι μια γυναίκα, πυκνά κουκουλωμένη, λέγοντας μου πως ήταν ορισμός σου να παραδώσω στα δικά της χέρια
το Σάντσο Ορτίς. Εξέτασα καλά με τη φρουρά μου αυτή τη διαταγή σου κι αυτό το δαχτυλίδι κι η απόφαση μας ήτανε πως έπρεπε να της τονε παραδώσω. Της τον έδωσα.
Μα σε λίγο ακούω το Σάντσο Ορτίς που με φωνές ζητούσε να τ' ανοίξουμε του κάστρου μας τις πόρτες, πάλι, λέγοντας σα τρελός: «Δε θα κάνω αυτό που ορίζει ο βασιλιάς. Δε θέλω να ζήσω πια, γιατί είναι δίκαιο» έλεγε, «όποιος σκοτώνει να πεθαίνει». Εμείς δε τον αφήναμε να μπει: Μα κείνος άρχισε να φωνάζει και να κάνει τέτοιο κακό, που τέλος αναγκάστηκα να πω να τον αφήσουνε. Τώρα βρίσκεται μέσα και χαρούμενος, περιμένει το θάνατο.
ΒΑΣ. Ποτέ, ποτέ μου δεν είδα κόσμο έτσι περήφανο κι έτσι γενναίο, όπως σ' αυτή τη πόλη. Ας σωπάσουν μάρμαρα και μπρούντζοι κι αγάλματα μπρος τους.
ΦΡ. Κείνη η γυναίκα βασιλιά μου, τον είχε αφήσει λεύτερο. Μ' αυτός δε δέχτηκε να φύγει μόλις έμαθε πως ήταν η αδερφή, λέει, του Ταβέρα, που αυτός είχε σκοτώσει.
ΒΑΣ. Αυτό που λες με κάνει να θαυμάζω πιότερο τους ανθρώπους αυτούς. Τούτη η μεγαλοσύνη της ψυχής τους ντροπιάζει ακόμη και τη φύση. Κείνη, την ώρα που 'τανε φυσικό να δείξει πιο μεγάλη ασπλαχνία, τονε συχωρεί και τον αφήνει λεύτερο. Κι εκείνος από μέρους του πάλι -αντιπληρώνοντας τη μεγαλοψυχία της- μπαίνει στη φυλακή για να πεθάνει. Αν εξακολουθήσει ακόμη λίγο αυτή η ιστορία, θα χαραχτούνε τα ονόματα τους
σε αιώνιες πλάκες. Φρούραρχε! πάρε αμέσως τ' αμάξι μου και πήγαινε, κρυφά και δίχως θόρυβο, να μου φέρεις εδώ το Σάντσο Ορτίς. Περιμένω.
ΦΡ. Θα γίνει η προσταγή σου.

(Φεύγει)

ΣΚΗΝΗ 12η: (ΥΠΗΡΕΤΗΣ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΠΕΤΡΟ Δε ΓΚΟΥΣΜΑΝ & ΦΑΡΦΑΝ Δε ΡΙΒΕΡΑ)

ΥΠΗΡ. Βασιλιά μου, οι δυο Μεγάλοι Αλκάδηδες ζητούν να τους δεχτείς.
ΒΑΣ. Να 'ρθουν αμέσως. (Φεύγει ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ) Πρέπει, αν είναι τρόπος να κρατήσω το λόγο που 'χω δώσει του Σάντσο Ορτίς, χωρίς να φανερώσω τούτη τη ταραχή μου.

  (Μπαίνουν οι δυο μεγάλοι ΑΛΚΑΔΗΔΕΣ με τα σκήπτρα του αξιώματος τους)

ΠΕΤΡ. Του υποδίκου μας το φταίξιμο είναι τέλεια βεβαιωμένο. Κι η υπόθεση ζητά τώρα να βγάλουμε τη κρίση πια.
ΒΑΣ. Μπορείτε να τη βγάλετε. Όμως παρακαλώ να στοχαστείτε πως είστε πατέρες της πατρίδας μας και πως η μαλακή κρίση, συχνά, δείχνεται η πιο μεγάλη δικαιοσύνη. Ο Σάντσο Ορτίς είναι ένας από τους πρώτους άρχοντες της Σεβίλλης. Κι αν έπεσε αυτός ο άρχοντας στο κρίμα, του ενός η θέση μας ζητά να δείξουμε συμπάθεια, μολονότι η θέση του άλλου ζητά εκδίκηση.
ΦΑΡΦ. Είμαστε οι πρώτοι δικαστές στη χώρα και μας βαραίνει σήμερα τους ώμους όλη η τιμή κι η εμπιστοσύνη της. Τούτα τα σημάδια εκπροσωπούν τη Μεγαλειότητα σου: κι αν μεταχειριστούν όπως δε πρέπει τη θεϊκή σου εικόνα, θ' ασεβήσουνε προς το υψηλό σου πρόσωπο. Όταν μένουν αλύγιστα, κοιτάνε το Θεό. Μα όταν λυγούν ή γέρνουνε προς τα κάτω, κοιτάνε τους ανθρώπους και χάνουν τον ουράνιο τους σκοπό.
ΒΑΣ. Δε σας ζητώ να τα λυγίσετε, μόνο να γίνει δικαιοσύνη με ανθρώπινη συμπάθεια.
ΠΕΤΡ. Η δικαίωση του έργου της δικαιοσύνης που επιτελούμε, είναι το μέγεθος σου. Για τη κάθε μας πράξη περιμένουμε την έγκριση σου. Χάρισε του τη ζωή κι ας μη πεθάνει. Τί κανείς άνθρωπος δε μπορεί τη πολιτεία να κρίνει του βασιλιά. Γιατί ο Θεός ορίζει τους βασιλιάδες. Ο Θεός περνά εξουσίας στέμμα απ' τους Σαούλ στους ταπεινούς Δαβίδ.
ΒΑΣ. Καλά πηγαίντε και βγάλτε τη κρίση σας όπως ζητά ο νόμος. Ας πληρώσει ο Σάντσο Ορτίς τιμωρία που πρέπει στο φταίξιμο του. Πέτρο δε Γκουσμάν θα 'θελα να σου πω.

(Φεύγει ο ΦΑΡΦΑΝ)

ΣΚΗΝΗ 13η: (ΒΑΣΙΛΙΑΣ & ΠΕΤΡΟ Δε ΓΚΟΥΣΜΑΝ)

ΠΕΤΡ. Τί ορίζει η χάρη σου;
ΒΑΣ. Άκουσε Δον Πέτρο, αγαπητέ μου φίλε: σκοτώνοντας το Σάντσο, δε θα δώσουμε
ζωή στον πεθαμένο. Γι' αυτό θα 'θελα να μη φτάναμε στ' άκρα: να τονε στέλναμε καλύτερα εξορία, στο Γιβραλτάρ ή τη Γρανάδα, κει υπηρετώντας το στρατό, θα πήγαινε
μόνος σε βέβαιο θάνατο. Τί λες κι εσύ;
ΠΕΤΡ. Είμαι ο Πέτρος δε Γκουσμάν και με κρατείς στα πόδια σου. Δική σου είναι η ζωή μου, δικό σου το σπαθί μου κι όλο το έχει μου.
ΒΑΣ. Δώσ' μου το χέρι σου Δον Πέτρο δε Γκουσμάν κι ούτε περίμενα λιγότερα από τέτοια ευγενική καρδιά. Πήγαινε στο καλό κι ας έρθει αμέσως ο Φαρφάν δε Ριβέρα.

(Φεύγει ο ΓΚΟΥΣΜΑΝ)

ΒΑΣ. (Μόνος του) Η κολακεία στρώνει κάτω βουνά.

ΣΚΗΝΗ 14η: (ΦΑΡΦΑΝ Δε ΡΙΒΕΡΑ & ΒΑΣΙΛΙΑΣ)

ΦΑΡΦ. Μπρος στα πόδια σου σκύβω.
ΒΑΣ. Φαρφάν δε Ριβέρα μ' έθλιβε η σκέψη πως ήταν να πεθάνει ο Σάντσο Ορτίς. Μα τώρα στοχαζόμαστε αυτή τη τιμωρία να τη κάνουμε εξορία, που κι αυτή θα 'ναι ένας θάνατος και θα κρατήσει πιότερο, όσο πιότερο ζήσει. Μα γι' αυτή την απόφαση έχω ανάγκη κι απ' τη δική σου γνώμη.
ΦΑΡΦ. Πρόσταξε με τίποτε πιο βαρύ δίχως κανένα δισταγμό, κύριε μου γιατί η πίστη μου σε τίποτε μπρος δε θα διστάσει να σ' υπηρετήσει.
ΒΑΣ. Είσαι ο Ριβέρα, μια ποταμιά -ως είναι τ' όνομα σου- που πάνω της σκορπά η Αυγή της αρετής τα ωραία λουλούδια και σε στολίζει συνοδεύοντάς σε στο πέρασμα σου. Άμε τώρα, φίλε μου, στην ευχή του Θεού.

(Φεύγει ο ΦΑΡΦΑΝ)

ΣΚΗΝΗ 15η: (ΒΑΣΙΛΙΑΣ μόνος)

ΒΑΣ. Να που το ζήτημα κανονίστηκε τώρα. Ο Σάντσο Ορτίς γλιτώνει απ' το θάνατο και σώζεται ο λόγος μου, χωρίς κανείς να μάθει τί έγινε μεταξύ μας. Θα κοιτάξω να πάει ως στρατηγός σε κάποιο μέτωπο. Έτσι τον εξορίζω και μαζί ανταμείβω τη πίστη του.

ΣΚΗΝΗ 16η: (Οι δυο ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΛΚΑΔΗΔΕΣ & ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ)

ΠΕΤΡ. Κύριε μου, η απόφαση μας είναι κιόλας έτοιμη, με τις υπογραφές μας δε μένει άλλο παρά μονάχα να τη δει κι η χάρη σου.
ΒΑΣ. Είμαι βέβαιος πως θα 'ναι όπως την ήθελα από τέτοια σπουδαία μεγάλα πρόσωπα
όπως είστε σεις.
ΦΑΡΦ. Η υποταγή μας στο νόμο είναι η τιμή μας, βασιλιά μου.
ΒΑΣ. (Διαβάζει)
   «Αποφασίζουμε για τούτο και διατάσσουμε: ν' αποκεφαλιστεί στης αγοράς τη μεγάλη πλατεία»...
Αυτή είναι η απόφαση; Έτσι λοιπόν κρατάτε λόγο, ω, άθλιοι, στο βασιλιά σας;
ΦΑΡΦ. Την υπόσχεσή του θα τη κρατήσει, μ' όλη τη ζωή και τη ψυχή του, ακόμη κι ο μικρότερος που του δόθη το αξίωμα να βαστά τούτο το σκήπτρο. Μα έχει κι ο μικρότερος απ' αυτούς υποχρέωση -μπρος σε κάθε ανθρώπινη εξουσία, μπρος σε γη κι σε ουρανό- ποτέ να μη προφέρει άδικο λόγο, ούτε να κάνει άνομη πράξη.
ΠΕΤΡ. Ως υπήκοοι στέκουμε στις προσταγές σου βασιλιά μου. Μα ως Μεγάλοι Αλκάδηδες μη μας ζητάς να βγάλουμε άδικη κρίση. Γιατί το 'να γίνεται χωρίς τ' αξίωμα μας, τ' άλλο, το αξίωμα αυτό μας το μποδίζει κι η ανώτατη εξουσία μες στη Σεβίλλη έχει τη θέση που 'χει.
ΒΑΣ. Πάει καλά. Φτάνει. Με κάνετε όλοι σας να ντρέπομαι.

ΣΚΗΝΗ 17η: (Δον ΑΡΙΑΣ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ & οι πριν)

ΑΡΙΑΣ. Εδώ είναι η Εστρέλλα κύριε.
ΒΑΣ. Ω, Δον Άριας, τί κάνω τώρα; Τί με συμβουλεύεις σε τούτο το κακό;

ΣΚΗΝΗ 18η: (ΦΡΟΥΡΑΡΧΟΣ, ΣΑΝΤΣΟ ΟΡΤΙΣ, ΚΛΑΡΙΝΤΟ, ΕΣΤΡΕΛΛΑ & οι πριν)

ΦΡΤ. Εδώ είναι ο Σάντσο Ορτίς.
ΣΑΝ. Μεγάλε κύριε, γιατί δε βάζεις τέλος με το θάνατο στη δυστυχία μου; Με την αυστηρή σου κρίση, στα βάσανα μου; Σκότωσέ με. Όποιος σκότωσε, πρέπει να πεθάνει.
Σύγκλινε, βασιλιά μου κι ελέησε κάνοντας δικαιοσύνη.
ΒΑΣ. Όμως, στάσου. Ποιός σου 'δωσε εντολή να τονε σκοτώσεις;
ΣΑΝ. Ένα χαρτί γραμμένο.
ΒΑΣ. Από ποιον;
ΣΑΝ. Αν μπόρειε το χαρτί να μαρτυρήσει, ήθελε το πει. Μα σαν είναι σκισμένα τα χαρτιά, κανείς δε τα πιστεύει. Ξέρω μόνο πως σκότωσα τον άντρα που αγαπούσα
πιότερο απ' όλους γιατί είχα δώσει λόγο να το κάνω. Μα δω στα πόδια σου απαντέχει η Αστέρω το γενναίο θάνατό μου, μ' όλο που δε θα της είναι εκδίκηση αρκετή.
ΒΑΣ. Εστρέλλα μάθε ότι σ' έχω παντρέψει μ' ένα τιτλούχο του παλατιού μου, όμορφο, νέο και σ' όλη τη Καστίλλη άρχοντα τιμημένον και γι' αντάλλαγμα, ζητώ από σένα να του δώσεις χάρη και να τονε σώσεις γιατί θα 'ταν άδικο να του την αρνηθείς πια.
ΕΣΤ. Βασιλιά μου αν είμαι παντρεμένη, άφησε λεύτερο το Σάντσο Ορτίς. Δε θέλω πια να γίνει η εκδίκηση μου.
ΣΑΝ. Πώς! Μου δίνεις άφεση επειδή σε παντρεύει ο βασιλιάς μας;
ΕΣΤ. Ναι, γι' αυτό.
ΣΑΝ. Κι είναι εκδίκηση αρκετή για σε αυτός ο γάμος;
ΕΣΤ. Ναι κι ικανοποίηση.
ΣΑΝ. Για να πραγματωθούνε λοιπόν οι ελπίδες σου δέχομαι τη ζωή, μ' όλο που πεθυμούσα να πεθάνω.
ΒΑΣ. Πήγαινε κι ο Θεός μαζί σου.
ΦΑΡΦ. Κύριε, στοχάσου πως αυτό είναι προσβολή για τη Σεβίλλη. Πρέπει να πεθάνει.
ΒΑΣ. (Στον Δον ΑΡΙΑΣ) Τί να κάνω; Αυτοί οι άνθρωποι με κάνουν να τα χάνω και με τρομάζουν.
ΑΡΙΑΣ. Μίλησε.
ΒΑΣ. Ω Σεβίλλη, πάρε μου μένα τη ζωή. Εγώ ήμουν η αιτία γι' αυτό το θάνατο. Εγώ έδωσα εντολή στο Σάντσο Ορτίς να τονε σκοτώσει. Ας είναι αυτό αρκετό για την απαλλαγή του.
ΣΑΝ. Αυτό το λόγο περίμενε η τιμή μου. Είχα εντολή του βασιλιά να κάνω αυτό το φόνο. Γιατί ποτέ δε θα 'πεφτα σε τέτοιο απάνθρωπο έγκλημα, αν δεν ήτανε θέλημα του βασιλιά.
ΒΑΣ. Χρωστώ να βεβαιώσω πως είναι αλήθεια.
ΦΑΡΦ. Έτσι καθαρίζεται απ' το κρίμα η Σεβίλλη. Τί αν είχε δώσει η χάρη σου εντολή
να τον σκοτώσει, βέβαια κείνος ο άνθρωπος πρέπει να σου 'χε φταίξει.
ΒΑΣ. Τούτη η ευγένεια της Σεβίλλης με κάνει να θαυμάζω.
ΣΑΝ. Τώρα πηγαίνω εγώ στην εξορία μου και προσμένω τώρα να κρατήσεις την άλλη υπόσχεσή σου.
ΒΑΣ. Είμαι πρόθυμος.
ΣΑΝ. Σου 'χα πει να μου δώσεις τη γυναίκα που 'θελα να σου ζητήσω.
ΒΑΣ. Στο υποσχέθηκα.
ΣΑΝ. Λοιπόν δηλώνω εδώ πως αγαπώ τη Δόνια Εστρέλλα και στα θεϊκά της πόδια μπρος ζητώ να συχωρέσει το κακό που 'χω κάνει.
ΕΣΤ. Σάντσο Ορτίς, είμαι αρρεβωνιασμένη.
ΣΑΝ. Είσαι αρρεβωνιασμένη;
ΕΣΤ. Ναι.
ΣΑΝ. Ε τότε γω είμαι πεθαμένος!
ΒΑΣ. Άκου Εστρέλλα, έχω δώσει λόγο που οφείλω ως βασιλιάς να κρατήσω. Τί έχεις να μου απαντήσεις;
ΕΣΤ. Θα υπακούσω στο θέλημά σου. Είμαι δική του.
ΣΑΝ. Είμαι κι εγώ δικός της.
ΒΑΣ. Τότε πια τί μένει ακόμη;
ΣΑΝ. Η τρυφερή αρμονία.
ΕΣΤ. Αυτή ποτέ δε θα τη βρούμε ζώντας οι δυο μαζί.
ΣΑΝ. Έτσι θαρρώ κι εγώ γι' αυτό σε λευτερώνω από το λόγο σου.
ΕΣΤ. To ιδιο κι εγώ γιατί θα 'τανε για με βασανιστήριο να 'χω στο τραπέζι μου πάντα και στο κρεβάτι μου, το φονιά του αδερφού μου.
ΣΑΝ. Και για μένα να 'χω την αδερφή, πάντα κοντά μου, ενός ανθρώπου που σκότωσα άδικα μ' όλο που ήταν ο άντρας που αγαπούσα μ' όλη μου τη ψυχή.
ΕΣΤ. Τότε απομένουμε λεύτεροι.
ΣΑΝ. Ελεύθεροι.
ΕΣΤ. Έχε γεια!
ΣΑΝ. Έχε γεια!
ΒΑΣ. Στάσου.
ΕΣΤ. Όχι δε θα γίνει άντρας δικός μου ο άνθρωπος που σκότωσε τον αδερφό μου, μ' όλη την αγάπη και τη λατρεία που του 'χω. (Φεύγει.)
ΣΑΝ. Κι εγώ το ίδιο, ίσα-ίσα επειδή είναι τόση η αγάπη μου γι' αυτή, ποτέ δε θα 'θελα να γίνω ο άντρας της βασιλιά μου. (Φεύγει.)
ΒΑΣ. Αξιοθαύμαστη πίστη!
ΑΡΙΑΣ. Ακατάλυτη ευγένεια της ψυχής!
ΚΛΑΡ. (Μόνος του.) Εγώ το βρίσκω μάλλον πως είναι τρέλα!
ΒΑΣ. Ομολογώ πως όλοι τούτοι οι άνθρωποι μ' αφήνουνε κατάπληχτο.
ΠΕΤΡ. Αυτοί είν' οι άνθρωποι της Σεβίλλης κύριέ μου.
ΒΑΣ. Πρέπει να παντρευτεί η Εστρέλλα και θα φροντίσω να πάρει αυτό που της αξίζει!

                                               Τ Ε Λ Ο Σ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers