Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Το Στυλό

 

τελη αυγουστου 2004...

     Έμοιαζεν απίστευτο! Ο μεσήλικας βγήκε σα χαμένος στο κήπο. Διέσχισε μηχανικά το μικρό διάδρομο, ανάμεσα στις λεμονιές και τις πορτοκαλιές. Ένιωθε τρομερή ταραχή, έκανε κι ανυπόφορη ζέστη, καταμεσήμερο βλέπεις. Πλησίασε στη πόρτα της αποθηκούλας, έπιασε το πόμολο της πόρτας της και προσπάθησε ν' ανοίξει. Αυτή αντιστάθηκε και τονε παραξένεψε τούτο προς στιγμή, μα θυμήθηκε το κλειδί. Πάντα κλείδωνε και πάντα άφηνε το κλειδί πάνω, άχρηστες προφυλάξεις και τα δυο. Τα 'βαλε με τον εαυτό του για την ηλίθια τούτη συνήθεια κι ...όχι μόνο.
     Μπήκε μέσα και κοίταξε παντού. Στ' αριστερά, ράφια με τόσα πολλά κι άχρηστα πλέον εργαλεία και στα δεξιά καμιά εικοσαριά κούτες, στοιβαγμένες, όσο πιο μεθοδικά επέτρεπεν ο χώρος. Ένα μέρος της βιβλιοθήκης του βρισκόταν εδώ. Τονε πονούσε να βλέπει τα βιβλία, τ' αγαπημένα του βιβλία να 'ναι αραδιασμένα σε κούτες, αντί να κοσμούνε μια βιβλιοθήκη, μα ....δε βαριέσαι! Να 'ταν αυτό μονάχα το πρόβλημα... Τα μάτια του ψάξανε το χώρο προσεκτικά. Δε γύρευε κανά βιβλίο από τις καταμετρημένες, καταγεγραμμένες κούτες. Όχι σήμερα, όχι τώρα... Τα μάτια του αναζητούσανε κάτι πιο συγκεκριμένο. Ένα κουτί. Ένα μικρό κουτί που με τα χρόνια είχε αντικαταστήσει άλλα, λόγω φθοράς.
     Τούτο 'δω το 'χε βάλει πρόπερσι. Το περιεχόμενο, τα τελευταία χρόνια έμενε σταθερό. Το περίεργο ήτανε πως μόλις πριν λίγα χρόνια, είχε ξεχάσει πως υπήρχε τούτο το περιεχόμενο, παρ' όλο που 'χε καλή μνήμη. Όταν είχε χωρίσει προ τριετίας και μετακομίσει οριστικά, θεωρούσε πως είχε πάρει τα πάντα, όλα όσα τον ενδιέφεραν. Κι όμως, ένα χρόνο μετά, η πρώην του, τον είχε πάρει τηλέφωνο για να τονε ρωτήσει τι να κάνει μερικά πράματά του, που 'χε βρει. Ε λοιπόν μήτε και τότε του 'χε περάσει από το νου τι πράματα εννοούσε κι η περιέργειά του κόρωσε! Εντόπισε το μικρό κουτί, που το 'χε βάλει ξεχωριστά και το πήρε με χέρια που τρέμανε πολύ.
     Ένιωθε το κεφάλι του να φουντώνει...

μεσα αυγουστου 1979...

     Το προαύλιο της Θεολογικής ήτανε τεράστιο κι εκείνη τη μέρα φιλοξενούσε πάνω από δυόμιση χιλιάδες αγόρια, μεταξύ δεκαεφτά κι είκοσι ετών. Όμορφο Δευτεριάτικο πρωϊνό μ' αμφιβάλλω αν θα το πρόσεχε κανείς. Σήμερα θα μάθαινε κι αυτός μαζί με τους άλλους, αν είχε περάσει τα τεστ για να μπορεί να συμμετάσχει στη συνέχεια των εξετάσεων της στρατιωτικής σχολής που 'χεν επιλέξει να δοκιμάσει τη τύχη του. Πρώτο μάθημα: Έκθεση.
     Μόλις μπήκε λοιπόν στο περίβολο, αναζήτησε με τα μάτια του να βρει τα πρόσφατα τακίμια. Συνέπεσε να 'ναι κοντά, αλφαβητικά, σε σχεδόν όλα τα τεστς κι είχανε κάπως κολλήσει έξη άτομα. Ανακατεύτηκε με το πλήθος κι άξαφνα ένα χέρι τον άρπαξε από τον αγκώνα. Στράφηκε κι είδε τον έναν απ' αυτούς.
 -"Ωωω καλημέρα και καλή μας βδομάδα!" είπε χαμογελαστά. "Που 'ν' οι άλλοι";
 -"Έλα, εκεί πέρα δε τους βλέπεις;" του απάντησε κι ο άλλος χαμογελαστός.
     Σε λίγο ήταν όλοι μαζί σ' ένα πηγαδάκι και κουβεντιάζανε... Τι άλλο; Για το αν είχανε περάσει ή όχι και για τα ...περί μέσων κι έτσι. Τους είχανε πει να 'ναι 'κει κατά τις οχτώ και τώρα κόντευε σχεδόν εννιάμιση, όταν ένας Ανθύπας με ντουντούκα γύρεψε τη προσοχή τους, μ' αυστηρό τόνο. Τους φώναξε να ησυχάσουνε γιατί θ' άρχιζε να διαβάζει αλφαβητικά τα ονόματα των επιτυχόντων.
     Δυόμιση χιλιάδες για διακόσιες είκοσι πέντε θέσεις! και να σκεφτεί κανείς πως είχανε ξεκινήσει περί τα τεσσερισήμιση χιλιάδες άτομα κι ότι είχαν αρχικά γραφτεί, πάνω από πέντε χιλιάδες.  Το ...σαράκι της ...πορείας είχεν αφαιρέσει πάνω από τους μισούς κι αναμενόταν να 'χουνε πέσει κι άλλα κορμιά στα τελευταία ψυχολογικά (κι άλλου είδους) τεστς. Όλοι κάτω οκλαδόν πειθήνια κι η παρέα φυσικά κάθισεν όλη μαζεμένη κοντά.
     Τελικά, ύστερα από κάμποσην ώρα, στον ήλιο, ένας μόνον άτυχος από τη παρέα είχε δει τη πόρτα της ...εξόδου. Χαιρέτησε, έδειχνε γελαστός μα το πιθανότερο, μέσα του θα 'τανε συντρίμμι. Ο Ντουντούκας όταν τέλειωσε την ανάγνωση των ονομάτων, συνέστησε στους απορριφθέντες να εγκαταλείψουνε το χώρο και ζήτησεν από τους υπόλοιπους να παραμείνουνε στις θέσεις τους γιατί σε λίγο θα μπαίνανε στις αίθουσες για να γράψουνε. Τους υπενθύμισε δε τ' απαραίτητα: 2 στυλό και τις ταυτότητές τους, την αστυνομική κι αυτή του υποψηφίου. Έκλεισε ζητώντας απ' όσους δεν ακούσανε τ' όνομά τους, να πάνε να τονε βρούνε κι η ξερή αυστηρή βραχνή φωνή του, ενισχυμένη από τη ντουντούκα, δε ξανακούστηκε.
     Η παρέα, την ώρα που ο ντουντούκας είχε πει για τα στυλό και τις ταυτότητες, όλοι μαζί, ασυναίσθητα ψαχτήκανε, μη τύχει κι η κακιά στιγμή τους είχε παίξει κανά κακό παιχνίδι. Όλοι μαζί με μια κίνηση σχεδόν ταυτόχρονη, βάλανε τα χέρια στις τσέπες κι όταν βεβαιωθήκανε πως είχαν ακόμα το ...απαραίτητο εισιτήριο για την ελπίδα, χαμογέλασαν ανακουφισμένοι κι αρχίσανε τα μεταξύ τους πειράγματα. Ωστόσο όλοι στραφήκανε στον ένα τους με θαυμασμό και ζήλεια.
     Κρατούσε δυο στυλό, όπως κι αυτοί, αλλά ο ένας ήτανε PARKER, ένα πανάκριβο και πολύ κομψό στυλό. Όπως όλοι τους ήτανε φτωχόπαιδα -κι αυτός που τονε κρατούσε- κι όπως ξέρανε πως ήτανε πολύ ακριβή πολυτέλεια, κείνη την εποχή, αρχίσανε να ...σφυρίζουνε με θαυμασμό και μ' αρκετή δόση πειράγματος. Ο νεαρός μας, θυμήθηκε τον πλούσιο θείο του, που 'χε τέτοιο στυλό, παρ' όλο που κείνος δεν ήτανε τόσο κομψός όσο τούτος 'δω... και... δεν άντεξε:
 -"'Ατσα ρε μάγκα... και με ...πάρκερ ε; Μαγκιάααα"!
 -"Ε καλάαα... τσ... Τι νομίζατε ρε; Έτσι άειντε-άειντε;" απάντησεν αυτός όλο κόρδωμα κι ιδέα.
 -"Να δεις που θα γράψεις καλά σήμερα" του αντιγύρισεν ο νεαρός μας.
 -"Μπα! Δεν γράφω καλές εκθέσεις γαμώτο".
 -"Ε θα εμπνευστείς από το ...στυλό".
 -"'Αστε ρε παιδιά... αν ξέρατε πως βρέθηκε στα χέρια μου, θα παθαίνατε πλάκα..." είπε με θλιμένο υφάκι κι όλοι μυριστήκανε λαβράκι.
 -"Δηλαδή; Ε πες μας ρε μαλάκα, μας έσκασες! Παρακάλια θες"; του φωνάζαν οι άλλοι, γιατί κείνος είχε καταλάβει πως τους ...κρατούσε στο χέρι και το 'παιζε δύσκολος.
 -"Ακούστε λοιπόν..." κι όλοι κρεμάστηκαν από τα χείλη του...

     "Χθές το απομεσήμερο, κατηφόριζα τη Πανεπιστημίου, από την αριστερή πλευρά, όπως κατεβαίνουμε. Ήμουνα περίπου στο ύψος της Βουκουρεστίου και φυσικά, τέτοια μέρα, τέτοιαν ώρα, τέτοιο μήνα, η πόλη έρημη! Είχα κατεβεί από τον Αυλώνα για τις εξετάσεις κι αυτό το πράμα, ενώ το 'χα ακούσει, δε το 'χα δει με τα μάτια μου. Μόνο χθές το 'βλεπα και το συνειδητοποιούσα: Μόνος στην Αθήνα! Δε πρόκαμα να το σκεφτώ και πιο κάτω, χαμηλότερα στη Πανεπιστημίου, στην ίδια μάλιστα μεριά με μένα, ανηφόριζεν ένα ζευγάρι. "Α ωραία" σκέφτηκα "τρία άτομα μόνα στην Αθήνα. Μήτε αυτοκίνητα, μήτε πολύβουο πλήθος, μήτε τίποτε άλλο, παρά μόνο πλήρης ησυχία, πνιγερή ζέστη, αντηλιά και καθαρή ατμόσφαιρα".
     "Όσο πλησιάζαμε μεταξύ μας, αργά και σταθερά, -πηγαίναμε όλοι μας σιγανά, απολαμβάνοντας τούτη την αίσθηση, τολμώ να υποθέσω-, διαπίστωσα πως η κοπέλα ήταν έγκυος. Δηλαδή τι έγκυος; Πολύ έγκυος! Με τη κοιλιά στο ...στόμα, που λέει κι η γιαγιά μου! Λίγο ακόμα και θα 'μαστε πρόσωπο με πρόσωπο. Αυτός περπατούσε από την έξω πλευρά: η κλασσική στάση προφύλαξης του άντρα, προς το θηλυκό -που τελικά δεν οφελεί πάντα- και την ώρα που το ζεύγος έφτασε κάτω από μια τέντα μαγαζιού, εκείνη, λες και περίμενε ακριβώς τούτη την ώρα, ακριβώς τούτο το κορίτσι, για να πέσει μ' όλη τη μανία και το βάρος της, πάνω στο κεφάλι της δύσμοιρης.
     "Πάγωσα! Δε πίστευα στα μάτια μου! Κι εκείνος για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε κόκαλο! Έπειτα έσκυψε σα τρελός, τηνε λευτέρωσεν όπως-όπως και βάλθηκε να τη βοηθήσει. Φαίνεται πως είδε πολύ σκούρα τα πράματα, γιατί αμέσως τη ξάπλωσε κάτω απαλά και πετάχτηκε απεγνωσμένα, κοιτάζοντας να βρει βοήθεια. Με είδε καρφωμένο κι έκπληκτο στη θέση μου και μου φώναξε να βοηθήσω. Συνήρθα από τη παγωμάρα κι έτρεξα κοντά, μα ...τι μπορούσα να κάνω; Την είδα αναίσθητη κι αιμόφυρτη και ...δεν άντεξα να τη κοιτώ άλλο. Πάσχισα να σκεφτώ τι θα μπορούσαμε να κάνουμε δυο άτομα μονάχα, τέτοια ώρα, τέτοια μέρα, τέτοιο μήνα στην άδεια πόλη. (Ακόμα δε πιστεύω πως είδα να συμβαίνει κάτι τέτοιο!).
     "Εκείνος φώναζε συνεχώς παλαβωμένος -"
Βοήθειαααα, κάποιος ρε παιδιάααα" μα του κάκου! Το ίδιο έκαμα κι εγώ μα κυλούσε πολύτιμος χρόνος κι εμείς ανήμποροι. Ήτανε να σου 'ρχότανε τρέλα, από τη μια η κακοτυχία, η κακή, κάκιστη συγκυρία, κι από την άλλη η ερημιά! Απέραντη ερημιά. Ένα αμάξι ρε γαμώτο, ένας άνθρωπος... 'Αφριζε και τραβούσε τα μαλλιά του ο καημένος. Εγώ στράφηκα, -δε βάσταξα- και κοίταξα τη κακότεχνη τέντα. Πολυκαιρισμένη το δίχως άλλο. Εκείνος άρχισε να μονολογεί κλαίγοντας, πως δεν έπρεπε να τη βγάλει περίπατο, πως φταίει που συνιστούν οι γυναικολόγοι στις έγκυες να περπατάνε, πως εκείνη δεν είχε και πολλή διάθεση, πως εκείνος την είχε πείσει με τον ενθουσιασμό του, πως σε δέκα μέρες το πολύ θα 'χε γεννήσει ... έλεγε... τα 'βαζε με τον εαυτό του... έλεγε... ένα σωρό και το δάκρυ του έτρεχε ποτάμι.
     "Δε κοίταξα, μήτε μέτρησα για να μπορώ να σας πω με ακρίβεια, πόσος πολύτιμος χρόνος κύλησε. Ίσως κανα τέταρτο, ίσως μισή ώρα, κάπου 'κει, όταν επιτέλους φάνηκε κάποιο αυτοκίνητο. Πεταχτήκαμε -με κείνον πρώτο φυσικά- στο δρόμο σα παλαβοί να κάνουμε νοήματα και να φωνάζουμε, που θα πρέπει να τρόμαξε κι ο οδηγός. Πάντως προς τιμή του, σταμάτησεν αμέσως κι όταν του εξήγησε ο φουκαράς τι και πως, όλοι μας σηκώσαμε τη δύστυχη και τηνε βάλαμε στο πίσω κάθισμα, προσεκτικά. Όταν είχε σκύψει ο άντρας της, του 'πεσε το πάρκερ κι εγώ μηχανικά το μάζεψα και μόλις επιβιβάστηκε κι εκείνος δίπλα της και πήγε να κλείσει τη πόρτα, τον έκοψα: -"
Κύριε... το στυλό σας έπεσε..." με κοίταξε με το πιο θανατερό βλέμμα που μπορείτε να φανταστείτε, μου πέταξε ένα: -"παράτα με ήσυχο"... κι έκλεισε τη πόρτα του αυτοκινήτου βιαστικά, ενώ την αμέσως επόμενη στιγμή, ξεκινήσαν μ' ορμή και κορνάροντας. Έμεινα μονάχος να κοιτάζω που χανόντανε στο βάθος, κρατώντας στο χέρι μου το στυλό που τώρα βλέπετε!"
     Εδώ σταμάτησε τη διήγησή του κι όλοι μας είχαμε μείνει κάγκελα.
 -"Απίστευτο!" είπε κάποιος. 'Αλλος τα 'βαλε με τη τύχη, άλλος με τη τέντα μα ο φίλος μας δεν είχε τελειώσει:
 -"Σήμερα το πρωΐ που 'ρχόμουνα κατά 'δω, πήρα εφημερίδα και κοιτάξτε τι γράφει..." είπε κι έβγαλε προσεκτικά έν' απόκομμα, από το σημερινό φύλλο της Χ... (προσεκτικά γιατί τότε ακόμα, απαγορευότανε να κρατάν εφημερίδες, ακόμα κι οι υποψήφιοι στρατιωτικών σχολών) και μας το 'δειξε. Όλοι διαβάσαμε τον πηχιαίο τίτλο:

                           ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ

...κι από κάτω:
     "Τέντα πέφτει πάνω σε ετοιμόγεννη και τη τραυματίζει θανάσιμα, χθες Κυριακή μεσημέρι, στην Οδό Πανεπιστημίου, που η πόλη ήταν άδεια. Η άτυχη κοπέλα έχασε πολύ χρόνο χωρίς να 'χει βοήθεια κι αυτό τελικά ήταν μοιραίο. Εξέπνευσε λίγες ώρες μετά, αφού πρώτα έφερε στο κόσμο ένα υγιέστατο κοριτσάκι, μιας κι οι γιατροί είδανε πως η διαδικασία τοκετού είχε ξεκινήσει και πως μπορούσαν να προσπαθήσουν.
     Το άτυχο ζευγάρι έκανε το περίπατό του
..."
 κλπ κλπ
     "...θα ζητηθούν ευθύνες..."
κλπ κλπ ... έγραφε κι άλλα και παρέπεμπε στη
                                            "...σελίδα 7 για το πλήρες ρεπορτάζ..."

     Όλοι συμφωνήσαμε κουνώντας θλιμένα τα κεφάλια μας, πως ήτανε κάτι απίστευτο, κάτι τραγικό και μέχρι να ξαναβγεί ο ντουντούκας και να μας καλέσει στις αίθουσες δεν είχαμε άλλο θέμα συζήτησης, ξεχνώντας τη δική μας αγωνία. Μπήκαμε στην αίθουσα και κάτσαμε σχετικά κοντά, ένας σε κάθε θρανίο. Ο νεαρός μας έκατσε πίσω από τον νεαρό με τον πάρκερ.
     Όλοι τους σχεδόν είχανε τελειώσει πριν απ' αυτόν κι είχανε βγει. Όταν πια τέλειωσε, σηκώθηκε να παραδώσει το γραπτό του και περνώντας από το θρανίο του μπροστινού του, είδε παρατημένο το πάρκερ. Αμήχανα κι ασυναίσθητα, τονε πήρε. Σκέφτηκε πως τον είχε ξεχάσει το φιλαράκι και πως θα του τον έδινε όταν έβγαινε έξω. Όταν όμως βγήκε, διαπίστωσε πως δεν είχε μείνει κανείς τους να τονε περιμένει, πράμα λογικό, μιας κι είχε καθυστερήσει με την έκθεση. Δε βαριέσαι, θα του το 'δινε στο επόμενο ραντεβού, στη Πρακτική Αριθμητική, τη προσεχή Παρασκευή.
     Γύρισε σπίτι και το πρώτο πράμα που 'καμε, ήταν να κάτσει και να γράψει με το στυλό. Διαπίστωσε πως του 'χε τελειώσει το μελάνι. Γι' αυτό τον είχε παρατήσει ο φίλος κι ακόμα και τ' ανταλλακτικό του ήταν εξ ίσου ακριβό για τα βαλάντιά τους εκείνη την εποχή. Σκέφτηκε ν' αποσιωπήσει το θέμα και κράτησε το στυλό, με σκοπό κάποια στιγμή όταν πιάσει δουλειά και λεφτάκια, να πάρει το ανταλλακτικό.
     Την επόμενη Παρασκευή ο φίλος με τον πάρκερ, όπως το περίμενε, δεν είχε γράψει καλά κι έτσι σιωπηλός και θλιμένος, αναγκάστηκε να παρατήσει τη παρέα και τα όνειρα να γίνει αξιωματικός της Ελληνικής Αεροπορίας. Ο νεαρός μας, εγκατέλειψεν αργότερα, λίγο πριν το τέλος, μιας και κόπηκε στο προτελευταίο μάθημα, την 'Αλγεβρα, που 'τανε λένε, το μεγάλο τσεκούρι.
     Δε ξανάδε ποτέ κανέν' απ' αυτά τα παιδιά...

αρχες φθινοπωρου 2003

     Πάνω από σαράντα πια, πήγαινε βαρύθυμος στην εβδομαδιαία συνάντηση. Γνωστά κι άγνωστα πρόσωπα, με κοινόν ενδιαφέρον, τη λογοτεχνία. Διαπίστωσεν άκεφα, πως ήτανε καμμιά εικοσαριά άτομα. Είχε τόση ακεφιά, λύπη... ένιωθε τόση μοναξιά που προτίμησε να κάτσει κοντά σε γνωστούς, μα με το ζόρι πετούσε λίγες φράσεις, που και που. Η ώρα κυλούσε κι αραίωνε η παρέα. Σκόπευε να μείνει μέχρι τέλους, μιας και δεν είχε να κάνει τίποτ' άλλο. Είχανε μείνει έξι άτομα εκ των οποίων τα τέσσερα γνωστά. Τα δυο άλλα, ήτανε μια μεγάλη κυρία μ' έξυπνες ατάκες κι ένα κοριτσόπουλο, γύρω στα εικοσιπέντε, κάπως στρουμπουλό, με κόκκινα μάγουλα, μακρύ πυρόξανθο μαλλί κι εύκολο, πανέμορφο χαμόγελο.
     Φαίνεται πως η συνάντηση, είχεν ενδιαφέρον, -εκείνος δεν είχε προσέξει τίποτε φυσικά-, γιατί ενώ είχε ξεκινήσει κατά τις οχτώ, τώρα που πλησίαζε εντεκάμιση, δε δείχνανε να θέλουν να τη διαλύσουν, έστω αυτοί οι λίγοι που 'χανε μείνει ακόμα. Εκείνη την ώρα, έπεσε στο τραπέζι κάτι ενδιαφέρον κι ο μεσήλικας, αρπάχτηκεν απ' αυτό κι άρχισε να μιλά. Η μικρή κοίταξε το ρολόι της, δυσανασχέτησε:
 -"Τι κρίμα! τώρα που θα πείτε κάτι ενδιαφέρον, θα πρέπει να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο..."
 -"Ε ... μείνε... δε πειράζει... μπορώ να σε πετάξω εγώ με τ' αυτοκίνητο. Που μένεις;" τη ρώτησεν αυτός χαριεντιζόμενος. Του είπε την περιοχή, της είπε πως βόλευε και ...συνέχισε να μιλά. Στη πορεία της κουβέντας, η μικρή του ψιλοχώθηκε, με κάποιες αντιρρήσεις κι αμφιβολίες κι αυτός άλλο που δεν ήθελε. Μάλιστα θα 'παιρνεν όρκο πως τονε προκαλούσε συγκαλυμμένα κι έτσι απαντούσε στο ίδιο, πάνω-κάτω, στυλ. Αυτού του είδους διφορούμενες φράσεις είχανε το πλεονέκτημα, σε περίπτωση σφαλερής εντύπωσης, να κρατήσει ο σφάλλων το σίγουρο μετερίζι της ...άλλης έννοιας, της άλλης πλευράς.
     Όταν πια σηκώθηκαν να φύγουνε, την οδήγησε στο αμάξι, που το 'χε παρκάρει κάπως μακρύτερα. Στο δρόμο, περπατώντας, μιλήσανε κάπως γενικά. Έπειτα, μέσα, του 'μπηξε ...νύχι:
 -"Αλήθεια... είσαι πάντα τόσον απόμακρος και μουρτζούφλης ή μόνον απόψε;" του 'πε και ...χαμογέλασε. Μα τι χαμόγελο! Φέγγισεν όλο το ημισκότεινο βολάν.
 -"Μα..." άρχισε να λέει μισοπαραξενεμένος, μισομαγεμένος και μισογελαστός αυτός, "ήμουν αληθινά έτσι;" σήκωσε το αριστερό του φρύδι.
 -"Χα χα! το φρύδι σε προδίδει" του χαμογέλασε πάλι. "Ήσουν... ήσουν σχεδόν όλη την ώρα".
 -"Με κολακεύεις, το ξέρεις;" της πέταξε το ...γελαστό σηκωμένο φρύδι.
 -"Εγώ; Πως; Επειδή σ' είπα μουρτζούφλη;" τονε ρώτησε παραξενεμένη, μην έχοντας δει τη ...παγίδα.
 -"Εεε πως! να 'σαι σαραντατρία και για πάνω από τρισήμιση ώρες να σε παρατηρεί ένα κοριτσόπουλο, ε ... είναι κάτι! Δεν έχω δίκιο;" το σηκωμένο του φρύδι έπεσε μερικά χιλιοστά. Εκείνη χαμογέλασε, μα τα μάγουλά της κοκκινήσανε. 'Αφησε να κυλήσει λίγος σιωπηλός χρόνος και σε λίγο επανήλθε:
 -"Λοιπόν, είσαι πάντα έτσι μουρτζούφλης κι ...αδιάκριτος;" προσπάθησε να ξεστριμωχτεί. Εκείνος γέλασε με τη καρδιά του, δίνοντάς της τον χρόνο να νιώσει έξω από το δόκανο. Μετά ...αμύνθηκε:
 -"Αν είχα τούτο το χαμόγελο, έστω μόνο να το κοιτάζω, δε θα 'μουνα τίποτ' από τα δυο. Μα βλέπεις ...λιονταρίνα... δεν..." οπισθοχώρησε ζημιάρικα.
 -"Εεε... πως ξέρεις τι ζώδιο είμαι;" του 'πεν αληθινά έκπληκτη αυτή.
 -"Μα... βλέπω... νιώθω... τα νυχάκια... ευτυχώς που η λιονταρίνα είν' ακόμα μικρούλα κι άμαθη στο κυνήγι, ειδεμή θα 'χα τώρα αίματα και γρατζουνιές στο γέρικο μου κορμί" της είπε και γέλασεν ευχαριστημένος. Εκείνη συνοφρυώθηκε:
 -"Είμαι εικοσιτέσσερα και κλεισμένα μάλιστα. Δεν είμαι δα και μικρούλα" του 'πεν ορμητικά.
     Τους έπιασε φανάρι. Επωφελήθηκε να τη κοιτάξει. Δε μίλησε, της χαμογέλασε και ...ξεχάστηκε. Εκείνη του ξαναγέμισε φως στο βολάν και τονε συνέφερε:
 -"'Αναψε το πράσινο, παπούλη." τονε πείραξε. "Αλήθεια, συ τι ζώδιο είσαι;"
 -"Γκκρροοαααρρ" της χαμογέλασε τάχα πικραμένα, "δε μου πετυχαίνει πια ο βρυχηθμός". Είπανε πολλά τέτοια μέχρι που φτάσανε στο σπίτι της. Τον ευχαρίστησε κι εκείνος αντέδρασε. Καληνυχτιστήκανε και χωριστήκανε δίχως τίποτ' άλλο.
     Την επόμενη βδομάδα, κάτι έτυχε και δε πήγεν αυτός στη συνάντηση. Στις δυο επόμενες που πήγε, δεν ήταν εκείνη. Σχεδόν ξέχασε το συμβάν και μπήκε κοντά μήνας ανάμεσα μιας και στην επόμενη δεν πήγε πάλι εκείνος. (Όπως έμαθεν αργότερα, εκείνη τύχαινε να πάει σ' όσες έλειπεν αυτός.) Η πέμπτη όμως ήταν η ...τυχερή. Καθίσαν απέναντι, έτυχε πάλι ν' ανταλλάξουνε διφορούμενες φράσεις και να διασταυρώσουνε τα ξίφη τους. Κοντά στις εντεκάμιση, πάλι το ίδιο σκηνικό κι η συμφωνία, το αμάξι, τα πειράγματα και το φως από τα χαμόγελά της. Όταν μάλιστα διευκρινίστηκε το ...ασυμβίβαστο των προηγουμένων συναντήσεων, γελάσανε κι οι δυο κι αυτός πέταξε αθώα, μα με σηκωμένο φρύδι:
 -"Την επόμενη θα 'ρθεις;"
 -"Γιατί ρωτάς;" του 'πε γελαστή.
 -"Να ξέρω ή να λείπω ή να 'χω φορέσει το μη μουρτζούφλικό μου" της είπε καθησυχαστικά, με το φρύδι πάντα όρθιο.
 -"Μήπως μου ζητάς ραντεβού, παπούλη;" τονε στρίμωξεν άγρια, γελαστή. Αχ πάλι εκείνο το χαμόγελο! Ένιωσε στριμωγμένος γερά. Πάσχισε να το καλύψει προσποιούμενος πως σκεφτότανε σοβαρά. Επέλεξε τη μέση οδό.
 -"Όχι, δε θα ζητούσα κάτι τέτοιο, παρ' όλο που θα 'θελα..." κι έκοψε τη φράση.
 -"Γιατί όχι; Μήπως επειδή είμαι μικρούλα κι άμαθη; Δε σου γεμίζω το μάτι, παπούλη;" συνέχισεν ανελέητη και χαμογελαστή.
 -"Τελικά, είχα λάθος για τα νυχάκια" ξέφυγε πρόσκαιρα, γιατί κείνη συνέχισεν απτόητη:
 -"Ξέρω πολλές κοπέλες στην ηλικία μου που θα θέλανε να 'ναι με κάποιον άντρα στην ηλικία σου" του 'πε θριαμβευτικά. Τα 'χασε κείνος μα αντέδρασεν άμεσα, αρπάζοντας τη σανίδα σωτηρίας που του προσέφερε, άθελά της.
 -"Ε καλά... κι εγώ ξέρω πολλούς άντρες στην ηλικία μου που θα θέλαν να 'ναι με μια κοπελιά της ηλικίας σου" της απάντησε γελαστός και με ξανασηκωμένο το φρύδι στο έπακρο!
 -"Τελικά... ξέρουμε πολλά" του 'πεν αφοπλιστικά και ...χαμογέλασε ξανά.
 -"Προτείνω, μεθαύριο απόγευμα, ένα καφέ, εδώ κοντά στη γειτονιά σου. Ξέρεις κανά καλό κι ήσυχο μέρος;" τη ρώτησε σοβαρά.
 -"Ναι! ξέρω..." του 'πε γελαστή και κατέβηκε.
     Χωριστήκανε αφού ανταλλάξανε τηλέφωνα...

τελη αυγουστου 2004

     ...'Ανοιξε το κουτί ταραγμένος! Κοίταξε μέσα.
     Μια φωτογραφία πάνω-πάνω τονε κοίταζε. Ήτανε τότε, στα δεκαεννιά και κρατούσε ένα ποτήρι κονιάκ και πίπα. Μουσάκι, κοντά μαλλιά όπως πάντα κι ένα βλέμμα χαμένο στο κενό.
     Πιο δίπλα ήταν η πίπα. Για την ακρίβεια, είχε τρεις πίπες φυλαγμένες από παλιά. 'Αλλη μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία, τραβηγμένη στα δεκάξι-δεκαεφτά, για ταυτότητα και για ποδοσφαιρικό δελτίο. Καλοκαιράκι στο ξεκίνημα τότε, ανακατωμένα σγουρά σκούρα μαλλιά, μαυρισμένος κιόλας, χωρίς μούσι.
    Πίσω από τη μικρή φωτογραφία, μια άλλη μεγαλύτερη, από το στρατό και με στολή εξόδου, φρεσκοξυρισμένος με το δίκωχο στον ώμο. Αεροπορία βάλλεσθε! Εικοσιενός.
     Σήκωσε τις φωτογραφίες κι από κάτω ένα σωρό μικροπραγματάκια...

αρχες φθινοπωρου 2003

     ...Έφτασε πρώτος στο ραντεβού. Λίγες ώρες νωρίτερα, είχανε συνεννοηθεί για που και πότε, με τα κινητά. Παράγγειλε καφέ και πάσχισε να συνθέσει την εικόνα της. Γύρω στο ένα κι εβδομήντα, στρουμπουλή, με πλούσιο στήθος, καστανοπράσινα μάτια, ένας χείμαρρος μακριά πυρόξανθα μαλλιά κι εκείνο το φωτεινό χαμόγελο που 'φερνε σε κέφι και πεθαμένο.
     Έφτασε κάπως καθυστερημένη, από τη δουλειά της κι ήτανε σκασμένη. Τα λιοντάρια βλέπετε, έχουνε μανία με την ακρίβεια κι όταν πέφτουν έξω στους υπολογισμούς, -και τους συμβαίνει συχνά- τα βάζουνε μ' όλα τ' άλλα. Έκατσε απέναντι, με παρότρυνσή του, γιατί ήθελε -της είπε- να κοιτάζει το χαμόγελό της. Εκείνη τότε ...χαμογέλασε κι ανάδεψε τα πάντα μέσα του. Εκεί όμως που 'νιωσε να παραλύει και να μπλέκεται στον ιστό της ανήμπορος, ήταν όταν ο ήλιος, βρίσκοντας ένα μικρό κενό στο σκιάδι, πέρασε μια δέσμη ακτίνων και την έρριξε στο πρόσωπό της. Συγκλονιστικό θέαμα! Εκείνη προσπάθησε να κρυφτεί, αλλάζοντας θέσεις στη στάση του κορμιού και του κεφαλιού της, μα ο ήλιος μπαγάσας, κατάφερνε να τη βρίσκει. Μισόκλεισε τα μάτια νικημένη και χαμογελαστή κι όταν είδε πως τηνε κοιτούσε μαγεμένος, κατάλαβε και ομόρφηνε κι άλλο το χαμόγελό της.
     Δε βάσταξεν άλλο και τεντώθηκε μπροστά, άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε το μάγουλο. Τονε κοίταξε κοκκινισμένη και χαμογελαστή:
 -"Βλέπω πως απολαμβάνεις το τι τραβάω για χάρη σου παπούλη ε;" του πέταξε θηλυκότατα. Στο άκουσμα της λέξης "παπούλη" ένιωσε πως την ήθελε... την ήθελε πάρα πολύ. Ερεθίστηκε! Ίσως να φάνηκε πολύ τούτο. "Πάμε σπίτι μου ν' ακούσουμε Αλκίνοο και να πιούμε κανά ποτάκι ήσυχα;" του πρότεινεν αιφνιδιαστικά. Αυτή τη φορά όμως δε τα 'χασε. Η διαύγεια της στύσης!
 -"Πως θα μπορούσα ν' αρνηθώ κάτι τέτοιο μικρούλα μου; Ειδικά κάτω από τη πίεση των ...περιστάσεων!"
 -"Σου ασκώ πίεση παπούλη;" του γέλασε.
 -"Εσύ ίσως όχι, νεαρά! Το ηλιολουσμένο σου χαμόγελο και τα κόκκινα μαγουλάκια  σου όμως ...ναι! Βέβαια..." πρόσθεσε σκεφτικός τάχα και με σηκωμένο το φρύδι, "το ξέρω πως δε το κάνεις επίτηδες, αλλά..." σταμάτησε και τη κοίταξε.
 -"Πως θα μπορούσα; Είμαι μικρούλα κι άμαθη, παπούλη" τον αποτελείωσε. Σηκωθήκανε ταυτόχρονα πάνω για να φύγουνε.
     Λίγον αργότερα, ακούγοντας "Προσκυνητή", με μια βότκα, καθόντουσαν στον καναπέ της και τα λέγανε. Είχανε πια τέτοιαν οικειότητα κι εκείνος υπακούοντας σε μιαν έντονη παρόρμηση και σε μιαν ακόμα πιο έντονη πίεση, ξάπλωσε νωχελικά κι ανέμελα πάνω στους μηρούς της. Εκείνη δίστασε κάπως κι έδειξε να τα χάνει, μα γρήγορα συνήλθε. Το δεξί της χέρι, σηκώθηκε κι αφού πάλαιψε κάπως, ελάχιστα εκατοστά πάνω από το κεφάλι του, κατέβηκεν απαλά κι άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Αυτό ήταν! Από κει και πέρα όλα είναι θολά.
     Θυμάται αμυδρά πως την αγκάλιασε, έτσι πεσμένος στους μηρούς της. Μετά κενό! Μετά θυμάται πως της είχε γυμνώσει τα στήθια, που τόσο λαχταρούσε και πως τα φιλούσε, τα χάιδευε... Μετά πάλι κενό. Ύστερα, γυμνός κι ερεθισμένος να προσπαθεί να της σκίσει το κιλοτάκι κι όταν το κατάφερε επιτέλους, εκείνη το καταφχαριστήθηκε! Μετά πάλι κενό... Μέχρι το χάραμα, ύπνος, έρωτας, εναλλάξ και ξανά και ξανά... και το χάραμα πάλι θέλανε κι άλλο... Τελικά ξεκολλήσανε κατά τις οχτώ. Όλα αμυδρά και θολά!
     Έτσι ξεκίνησε...

τελη αυγουστου 2004

     ...Σκάλωσε να ξεψαχνίζει τα ενθύμια. Εικόνες και σημάδια μιας άλλης εποχής, ένα τέταρτο του αιώνα σχεδόν πίσω. Σε κάθε τι που 'πιανε με το χέρι, μνήμες ξεκολλούσαν από τα βάθη του νου κι έρχονταν να κατακλύσουνε το κεφάλι του, σαν αποσπάσματα ταινίας. Μνήμες θολές, μνήμες έντονες, άλλες θλιβερές, άλλες χαρούμενες, απλά κομμάτια ενός προχωρημένου πια παζλ, όλες όμως νοσταλγικές. Μια μικρη πέτρα από την Αρχαία Κόρινθο, μαζί με την εποχή της, άλλη μια από την Αρχαία Ολυμπία, από το Θέατρο της Επιδαύρου, από το Μαντείο των Δελφών, από τη Σάρτη στη Χαλκιδική, τη Ρόδο, όλες εκδρομές, είτε γυμνασιακές είτε άλλες. Μερικές κιτρινισμένες επιστολές, κάρτες εορτών, άλλες φωτογραφίες και μια επιστολή που δεν έστειλε ποτέ. Εκεί στάθηκε κάμποσο. Τη διάβασε κι έφριξε! Πάνω από δεκαπέντε χρόνια πριν κι είδεν έκπληκτος πόσο λίγο είχεν αλλάξει η επιχειρηματολογία κι ο τρόπος που σκεφτόταν. Ίδιο ξεδίπλωμα συλλογισμών...
     Μα... γιατί δε την είχε στείλει άραγε; Θυμότανε τη φάση, μα δε θυμότανε πια γιατί δε την έστειλε. Ίσως επειδή ήτανε κάπως σκληρή... τέλος πάντων... Την έβαλε πίσω στη θέση της και κοίταξε πιο μέσα. Ένας μεγάλος κίτρινος φάκελος, τιγκαρισμένος στα χειρόγραφα. Α! ήτανε τότε που 'χεν αρχίσει να καταγράφει τη ζωή του. Τι βλακεία! Ευτυχώς είχε σταματήσει κάποια στιγμή, όχι όμως πριν γεμίσει ένα κάρρο σελίδες. Είχε χαθεί το ενδιαφέρον μάλλον. Ευτυχώς! Ποιος νοιάζεται; Τάχα... Μα τι κάνει; 'Αλλος είναι ο σκοπός του και καθυστερεί. Ίσως και να καθυστερεί σκόπιμα. Η βουτιά στο παρελθόν κόπηκεν απότομα. Ξαναβούτηξε στο κουτί με τα ενθύμια, ψάχνοντας κάπως πιο ...πυρετώδικα!
     Πήρε μια βαθιάν ανάσα...

χειμωνας 2003 - άνοιξη 2003

     ...Όλες οι καλές συγκυρίες, θαρρείς και μαζευτήκανε κείνη τη περίοδο. Τώρα που κοιτάζει πίσω, μπορεί να πει με βεβαιότητα πως ήταν η καλύτερη φάση στη σχέση τους. Μπορεί να μην ήτανε συνεχώς μαζί, μα βλέπονταν συχνά και κάθε συνάντησή τους ήταν έν' ...εύρημα έκρηξης κι ομορφιάς που πάντα τους άφηνεν ανικανοποίητους και πεινασμένους, για μιαν επόμενη φορά. Ο ...παπούλης ωστόσο μπορεί να 'τανε γλυκός και πολύτιμος -βάσει λεγομένων της- αλλά δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις πως αυτό το -ας πούμε βάσει λεγομένων του- θεϊκό δωράκι θα 'χε μεγάλη διάρκεια. Βέβαια αυτή η ανασφάλεια, μη βρίσκοντας τροφή, έμενε στο παρασκήνιο. Χρειάστηκε να φτάσει και να προχωρήσει η άνοιξη του επόμενου έτους για να βρει ευκαιρίες και να βγει από τις σκιές κι ίσως άδικα!
     Τη θαύμαζε πάντως. Μπορεί να 'τανε μικρούλα μα ήτανε στιγμές -και μάλιστα πολλές- που 'νιωθε πως είχε δίπλα του ώριμη γυναίκα. Βέβαια κυκλοφορούσαν ελάχιστα μαζί έξω μόνοι και σε παρέες πάντα τον έβγαζε ... "ασπροπρόσωπο". Γνωστοί και φίλοι τονε παινεύανε και τονε μακαρίζανε, χαρακτηρίζοντάς τονε τυχερό, ενώ αυτός καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι. Οι παρέες τους ήτανε κοντοσυνομίληκοί του. Δεν είχανε βγει ποτέ μα δικούς της συνομιλήκους. Αυτός δε το 'ξερε μα κι αυτή -ίσως για χάρη του, ίσως κι όχι- έλεγε πως δεν άντεχε τ' άτομα της ηλικίας της. Όμως όχι... δε τη θαύμαζε μονάχα για τούτα. Σιγά που θα 'δινε και λογαριασμό... είχε δει αυτός πράματα... ου... πολλά! Όχι! Αν κι έπαιζε κι αυτό το ρόλο του.
     Τη θαύμαζε γιατί, ενώ ήταν ορφανή κι από τους δυο γονιούς και μάλιστα από πολύ μικρή, έδειχνε τόσο δραστήρια, τόσον αυτάρκης, τόσο γεμάτη κι ασφαλής -όσο μπορεί να το πει κανείς αυτό για κάποιο άτομο-, τόσον επιτυχημένη. Έδειχνε σα να μη της είχε λείψει αυτή η ζέστα, το συναισθηματικόν υπόβαθρο που εξασφαλίζει συνήθως η διπλή ομαλή γονεϊκή παρουσία. Ήτανε καταφερτζού και καπάτσα, γλυκειά, ήξερε να παίρνει και να κρατά τη θέση της, ανάλογα τη περίσταση. Ήτανε πνευματικός άνθρωπος, ώριμη κι έξυπνη, σε βαθμό μάλιστα δυσανάλογο με την βιολογική ηλικία της. Είχε σχηματίσει τη βεβαιότητα, πολύ πριν μάθει για τους γονείς της, πως για να επιδιώξει και να ενδώσει σε μια σχέση μαζί του, υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τον πατέρα της. Όπως συμβαίνει συνήθως δηλαδή σε τέτοιες περιπτώσεις. Είχε το μισό δίκιο, γιατί το άλλο μισό ήτανε πως ένα τόσον ανήσυχο και πλούσιο πνεύμα, δύσκολα θα παραδιδότανε σε κάποιο ξερό κορμί, εξόν κι αν σε κάποια στιγμή αδυναμίας -πράμα σχετικά σπάνιο γι' αυτή- αποκτούσε κάποιον εφήμερο δεσμό με κανά νταβραντισμένο κι εμφανίσιμο νεαρό επιβήτορα.
     Τη θαύμαζε γιατί, εκτός που 'ξερε να στηρίζει και να δείχνει τόσο γυναίκα, ώριμη κι έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο, εκεί μπορεί να γινόταν ευάλωτο μικρό κοριτσάκι που αναζητούσε μια πατρική αγκαλίτσα, ένα ζεστό και στιβαρό χάδι, ενώ εκείνη γουργούριζεν ευχαριστημένη -το πρώτο στάδιο εκκίνησης του υπέρμετρου και γενναιόδωρου ερωτισμού της- σα μικρό παιχνιδιάρικο γατάκι. Αυτό το κράμα γυναίκας-παιδούλας, το 'παιρνε μαζί και κατά τη διάρκεια των ερωτικών στιγμών τους κι ήτανε μάλλον εκείνο που τον έκανε να λειτουργεί σαν ...έφηβος, εκτός της τρυφερής, νεανικής, όμορφης, πλούσιας και τραγανής της σάρκας και φυσικά και του υψηλού νοητικού επιπέδου ταύτισής τους.
     Τη θαύμαζε γιατί πολλές φορές, όταν την έπαιρνεν αγκαλιά στα γόνατά του και της έλεγε παραμύθια, είτε γνωστά είτε παραμύθια που 'χε φτιάξει, είτε που τα 'φτιαχνε κείνη την ώρα για χάρη της, την έβλεπε να κοκκινίζει, προσπαθώντας να κρύψει τα δάκρια και τον ερεθισμό της. Μερικές φορές δε κατάφερνε να συγκρατήσει κανένα και τότε γινότανε χαμός. Τη θαύμαζε γιατί, υπό τη καθοδήγηση της γιαγιάς της, μιας σχετικά αγράμματης μα καλής γιαγιούλας, είχε κατορθώσει ν' αναδυθεί, έν' ίδιο θαύμα, σ' αυτό που γνώρισεν εκείνος. Είχε συγκεντρώσει όλα τα εφόδια, είχε σπουδάσει μοναχιά της και χωρίς φροντιστήρια -και πλούσιους γονείς να χρηματοδοτούνε, παρά από τα δικά της κόπια και μόνο-, δουλεύοντας παράλληλα. Δούλευε από πολύ μικρή. Εδώ παρακαλώ να μη νομισθεί πως θέλει κανείς να παραγνωρίσει και να παρακάμψει τη ζεστήν αγκαλιά και την ολόθερμη συναισθηματική στήριξη που τις παρείσχεν αυτή η καλοκάγαθη και γλυκειά γιαγιούλα, που ο Θεός λίγο καιρό πριν γνωριστούνε, την είχε καλέσει κοντά του, κρίνοντας ασφαλώς πως η τόσο μεγάλη και σοβαρή αποστολή της στη γη, είχεν ολοκληρωθεί μ' επιτυχία και πως εκεί στον παράδεισο, είχανε πιότερην ανάγκη από τη παρουσία της. Όχι! δε το παραγνωρίζει κανείς. Μα σ' όλα τ' άλλα, η μικρούλα ήτανε μοναχιά της. Ό,τι μα ό,τι πέτυχε, το οφείλει κυρίως στις δικές της δυνάμεις. Ιδιαίτερα το γεγονός πως είχεν επιλέξει αυτόν, ανάμεσα σε τόσο κόσμο που γνώριζε, για να του προσφέρει την εύνοιά της και μαζί κι όλο της το είναι, τον έκανε να τη θαυμάζει πιότερο.
     Ναι, τώρα που το ξανασκέφτεται πιο ψυχρά, πιο ήρεμα και πιο ώριμα, μάλλον εκείνος έφταιγε κι εκείνη η λανθάνουσα, κρυμμένη στις σκοτεινές σκιές του νου του, ανασφάλεια. Ανασφάλεια ενός ταλαιπωρημένου και κακόπαθου σαραντατριάρη, σε συνδυασμό με τη φρεσκάδα, τη νεανικότητα και την ομορφιά μιας εικοσιτετράχρονης. Ωστόσο να... ακόμα και τώρα που... ακόμα και τώρα... έρχεται το έτοιμον άλλοθι να καθησυχάσει και να σταματήσει τη προσωπικήν αυτοτιμωρία, να πάψει τις εσώτερες έρευνες και να κόψει τις διαδικασίες. -"Έλα μωρέ... σιγά... άντε και δεν ... ως πόσο δηλαδή θα μπορούσε να κρατήσει κάτι τέτοιο..." Αυτή η σκέψη ήτανε πάντα η ακύρωση, η αθώωση και το σταμάτημα. Εδώ που τα λέμε... αλήθεια! ως πόσο θα μπορούσε να κρατήσει δηλαδή; Κανείς δε ξέρει! Πάντως όχι και πολύ! Στοπ! Κανείς μη σκεφτεί και κανείς μην εκφράσει τις εύλογες ίσως παρατηρήσεις του στυλ: -"Ε όσο! Όσο ρε παιδί μου! Μα όσο ρε παιδί μου, τόσο που να 'τανε κάτι όμορφο και καλό, χωρίς εσωτερικά υποσκάμματα, πίκρες και χωρίς μαζοχιστικούς αυτοδηλητηριασμούς!" Γιατί τότε θ' απαντήσει ο ...κακός: -"Και δηλαδή θα 'τανε καλύτερα, τούτο να 'χε μπει μέσα μέχρι μεδούλι, να 'χε πια καταστεί σαφές, πως όλα είναι καλά και μιαν ωραία πρωΐα, η μικρά να 'χει διαπιστώσει πως ήθελε δίπλα της ένα πανέμορφο, σφριγηλό τριαντάρη κλπ και να τον έστελνε άναυλο;" Πάψτε επιτέλους! Δεν έχει καμμιά σημασία πια. Πάψτε!
     Τα προβλήματα αρχίσαν εκεί στη προχωρημένη άνοιξη του επόμενου έτους. Εκεί που όμως ήρθανε, αντίθετα με τον χειμώνα τούτο, ένα σωρό κακές, ανάποδες κι ατυχείς συγκυρίες. Το πόσο ήτανε θέμα συγκυριών όμως ή κάτι άλλο βαθύτερο και διαφορετικό, κανείς δεν είναι σε θέση να πει με σιγουριά. -"Αν θέλει κανείς κάτι πολύ, παρακάμπτει και μερικά τουλάχιστον εμπόδια!" -"Συνομωτεί και το σύμπαν μαζί του!" -"Ναι μα όχι κι άμα του αλλάξει κανείς τον αδόξαστο με τις φοβίες του!" Ωωω... πάψτε πια... Δεν έχει νόημα!
     Η σχέση ξεσούρνει έτσι, μέχρι αρχές καλοκαιριού, με καυγάδες και φιλιώματα. Η οργή έδιωχνε με ορμή! Η έλλειψη εγκαλούσε με πάθος και δύναμη! Η θλίψη από τον εφήμερο χωρισμό, βαθειά σαν απύθμενη, μαύρη, νεκρή νύχτα στον Αχέροντα. Η χαρά κι η ηδονή από το μετέπειτα ξανασμίξιμο, τεράστια σα γκρεμός.
     Αυτό το είδος σκωτσέζικου ντους, φθείρει άσχημα τα πάντα μέσα...

τελη αυγουστου 2004

     ...Κάτω απ' όλα, ήταν εκείνο που 'ψαχνε να βρει...
     Είχε καθυστερήσει σε ταξίδια πίσω στο χρόνο, σκόπιμα μάλλον, γιατί ήθελε ν' αναβάλλει τη στιγμή. Μα πόσο πια;
     Εκεί κάτω, στον πάτο του κουτιού, κείνο το απίστευτο μικρό αντικείμενο! Κείμενο στη πλαγινή γωνιά του πάτου του κουτιού, καταλαμβάνει ελάχιστο χώρο. Το στυλό PARKER!
     Το 'πιασε στο χέρι του τρέμοντας. Προσπάθησε να γράψει κάτι, πάνω στον φουσκωμένο κίτρινο φάκελο, μα του κάκου! Ήταν άδειο εδώ κι εικοσιπέντε χρόνια και μάταια περίμενε το ανταλλακτικό του. Έκλεισεν όπως-όπως το κουτί και το 'βαλε στη θέση του, πάνω από τις τιγκαρισμένες κούτες των βιβλίων του.
     Το στυλό PARKER του 'καψε τη τσέπη...

λιγες μερες πριν τα τελη αυγουστου 2004

     ...Είχανε περάσει μαζί τα δυο τους γενέθλια. Τα 'χανε κοντά-κοντά.
     Τα 'χανε περάσει μαζί με προσπάθεια και προσποίηση. Είχανε κάνει κι έρωτα μάλιστα, που τους βγήκε κάπως με το ζόρι... Το σκωτσέζικο ντους φθείρει τα μέσα, αν γίνει μερικές φορές. Μάλλον είχανε δει κι οι δυο, το επερχόμενο τέλος κι απλά κανείς δεν έπαιρνε πρωτοβουλία και θάρρος να το ορίσει.
     Κάποιο βράδυ, που 'τανε μαζί, μα ήτανε ...κουρασμένοι -και καλά, γιατί πόσες άλλες ήταν έτσι αλλά είχε γίνει ...σεισμός-, πέσανε στο κρεβάτι για ύπνο. Εκείνος, χωρίς καθόλου ερωτική διάθεση, μα λαχταρούσε σα τρελός να μπορούσε να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Ένιωθε την έλλειψη της αγκαλιάς, του ερωτικού βασανοσκιρτήματος, του προτέρου όμορφου καιρού και τον είχε πιάσει βαθειά θλίψη. Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. Το ταβάνι κατέβαινε χαμηλά και τα ντουβάρια στενεύανε, πνίγοντάς τον. Αδύνατο να κοιμηθεί.
     Σηκώθηκε έτσι γυμνός καθώς ήταν να πάει στη κουζίνα. Εκείνη η καημένη, -ίσως στ' αλήθεια να 'τανε πολύ κουρασμένη, ίσως να της έλειπεν αυτό, για τ' οποίο τον είχεν επιλέξει: τα στιβαρά, τρυφερά, αγαπημένα, αντρικά χέρια κι ήρεμη αγκαλιά-, τον ένιωσε μέσα στον ύπνο της που σηκώθηκε. Μουρμούρισε μπερδεμένα κάτι σαν: -"Που πας;" κι αυτός της απάντησε μ' ήρεμη φωνή κάτι επίσης μασημένο. Ξανακοιμήθηκεν αμέσως καθησυχασμένη από την ήρεμη φωνή του, κλέβοντας κι άλλο λεύτερο χώρο στο μικρό, σχετικά, κρεβάτι και που η παρουσία του εκεί, δε της το επέτρεπε πριν. Σε δευτερόλεπτα, ανάσαινε βαθιά.
     Κατευθύνθηκε γυμνός και ξυπόλητος στη κουζίνα, μ' ένα βάρος να του πνίγει νου και λαιμό. Ένιωθε παγιδευμένος. Δεν ήθελε να κάνει έρωτα, δεν ήθελε να φύγει, δεν ήθελε να κάτσει, δεν ήθελε να πάει να ξαπλώσει μιας και δεν είχεν ύπνο, μα κι όχι να ξαπλώσει έτσι σκέτα και να σκέφτεται και τέλος δεν ήθελε να κάθεται μόνος στη κουζίνα, να πίνει καφέ και να καπνίζει. Ωστόσο αυτό ακριβώς το τελευταίο έκανε. Ένιωσε ζέστη, το καλοκαιράκι ακόμα βαστούσε κι όπως οι σκέψεις του ήτανε ταραγμένες, ο ιδρώτας δεν άργησε να κυλήσει πάνω στο κορμί του. 'Ανοιξε το παράθυρο. Από τη θέση που καθόταν είδε το φεγγάρι. Είχε πανσέληνο. Ταράχτηκε. Εκείνη τη στιγμή, λες κι ο διάολος το 'χε σχεδιάσει -κι όχι μόνο τούτο τελικά-  από κάποιο κοντογειτονικό διαμέρισμα φτάσανε στ' αφτιά του γυναικεία ερωτικά βογγητά και μάλιστα έντονα. Κρατήσανε κάμποσο, αφού πρώτα, βαθμιαία, μετατραπήκανε σε κραυγές οργασμού. Ένιωσε συντρίμμι.
     Σηκώθηκε κι έφυγε από τη κουζίνα. Πήγε στο γραφείο της κι άνοιξε τον υπολογιστή της. Μέχρι να τεθεί σε πλήρη λειτουργία, σκέφτηκε να κοιτάξει την ηλεκτρονική του αλληλογραφία και μετά να παίξει καμμιά κούπα, να του περάσει η ώρα, μέχρι να νυστάξει. Όταν όμως άνοιξε ο υπολογιστής, είχεν ήδη εγκαταλείψει την ιδέα του παιγνιδιού, έχοντας κιόλας βαρεθεί. Θα 'βλεπε μόνο την αλληλογραφία του και θα το 'κλεινεν αμέσως. Συνδέθηκε και πάτησε την εξερεύνηση κι αμέσως μετά γύρεψε να μπει στο YAHOO!, που διατηρούσε προσωπικό λογαριασμό. Περίμενε λιγάκι και τότε ο διάολος... έκανε τη δεύτερη ζαβολιά του... Το YAHOO! ...άνοιξε μόνο του και μπήκε στο ...λογαριασμό της. Επειδή εκείνη μόνον έμπαινε, είχε ρυθμίσει στον αυτόματο κι έτσι... βρέθηκε μέσα στην αλληλογραφία της, χωρίς καμιάν ειδοποίηση και ψυχολογική προετοιμασία. Τρελάθηκε! ένιωσε φόβο και ταραχή! Μα ...δεν έφταιγεν αυτός! Αυτό το ...κέρατο! Κοίταξε προς το κρεβάτι της. Ησυχία! Το πρώτο πράμα που σκέφτηκε, ήταν να το κλείσει αμέσως, μα η ...περιέργεια νίκησεν άλλη μια φορά σε τούτο το κόσμο.
     Ένα τέταρτο αργότερα, βλαστήμησε τον διάολο κι όλες εκείνες τις κακές συγκυρίες κι ειδικά εκείνη τη -έτσι νόμισε τότε- τελευταία! Είχε δει στην αλληλογραφία της, πως εδώ και κάμποσες βδομάδες αλληλογραφούσε, στην αρχή αραιά και κάπως αδιάφορα, με κάποιον και τελευταία όλο και πιο πυκνά και με πιότερον ενδιαφέρον που 'φτανε στο προκεχωρημένο φλερτ. Κάτι απολύτως επιλήψιμο δε μπορούσε να της χρεώσει μα ... είχε κείνη τη παιχνιδιάρικη διάθεση, που ο ίδιος είχε γνωρίσει πάρα πολύ καλά, στα μηνύματά της κι όσο για τον άλλο, ε ...εκείνος έδειχνε μαγεμένος και πως θα μπορούσε να μην ήτανε δηλαδή! Και σα να μην έφταν' αυτό, είδε πως είχανε συναντηθεί και μια φορά προχθές, αθώα βέβαια, μα ήτανε ...προχθές... προχθές που του 'χε πει πως δεν είχε διάθεση να βγει, ήτανε κουρασμένη και πως θα πήγαινε να κοιμηθεί νωρίς. Κι αυτός ο βλάκας της είχε μηνύσει νωρίς την "καληνύχτα με πολλά-πολλά φιλάκια για όνειρα μελένια" για να μη την ανησυχήσει μετά που θα ...κοιμότανε! Μα ήτανε τότε που ενώ τα 'χανε χαλάσει με δική του πρωτοβουλία, πάλι με δική του παραίνεση, τα 'χανε ξαναβρεί κι άρα... Τι βλάκας! Έσπρωξε κάθε σκέψη πίσω και βαθιά μέσα... Δεν είχε πια σημασία. 'Ακουγε τα βήματα... τ' ανατριχιαστικά βήματα κι αυτό του 'φτανε προς το παρόν...
     Μηχανικά πιότερο, έκλεισε τον υπολογιστή, χωρίς να τονε πειράξει άλλο. Έμεινε σκεφτικός να καπνίζει και να πίνει καφέ. Γλυκό -φαρμάκι- όπως πάντα! Η ανασφάλεια είχε σκάσει για τα καλά μύτη. Είχεν αφήσει πια τις σκιές, πιο ζωντανή από κάθε άλλη φορά και τώρα είχε και στοιχεία ατράνταχτα. Αυτή τη φορά δεν ψιθύριζε, φώναζε: "ΕΙΔΕΣ! ΣΤΑ 'ΛΕΓΑ 'ΓΩ!" Ένιωθε το κεφάλι του σα καζάνι φουσκωμένο, το στομάχι σφιγμένο, έτσι όπως νιώθει κανείς όταν πέφτει απότομα στο γκρεμό. Και το αστείο: λίγο πιο κάτω ένας μαραμένος αντρισμός να χλευάζει με τη παρουσία του τη σκηνή. Αυτό τονε χάλασε κι άλλο. Καθόταν ακόμα στο γραφείο της κι άνοιξε το συρτάρι της. Βρήκε το ημερολόγιό της. Αν μπεις μια φορά, έστω κι άθελα, στην αγκαλίτσα του διαόλου, μετά δε πολυδυσκολεύεσαι. Το άνοιξε στις μέρες εκείνες. Τίποτε! 'Αδειο! Πήγεν ακόμα πιο πίσω! Τίποτε και πάλι! Το γύρισε μέχρι τη πιο πρόσφατη καταγραφή. Ήτανε τότε που πέθανε η γιαγιά της. Λίγο καιρό δηλαδή, πριν συναντηθούνε πρώτη φορά. Αυτό τον ευχαρίστησε κάπως μα ... η ανασφάλεια κατάφερε να τον εκνευρίσει και πάλι. Γιατί τόσο καιρό μαζί του δεν είχε καταγράψει κάτι; Μια φρασούλα έστω...κάτι!
     Θαύμασεν ωστόσο κι άλλη μια φορά, τον όμορφο γραφικό της χαρακτήρα και την τακτοποίηση ... Από την άλλη πάλι, ήξερε πως έγραφε κι εκείνη μα ποτέ δε του 'χε δείξει γραπτό της, ενώ κείνος πάντα της έδειχνε ό,τι νέο είχε γράψει. Ειδικά μάλιστα, όταν έγραφε κάτι για κείνη. Και της έγραφε μπόλικα... Μιαν απλή φράση για τη γιαγιά της, μα φαινόνταν τα δάκρια της ψυχής της, για τη λογική μα τεράστιαν απώλεια της:
 "Γειά σου γιαγιάκα μου, καλό σου ταξίδι... να με κοιτάς... Θα σε θυμάμαι πάντα... Σ' ευχαριστώ γιαγιούλα μου... Πόσο σ' αγαπώ... πόσο θα μου λείψεις"!
     Δάκρυσε. Διάλυσε!
     Ο διάολος δυστυχώς δεν είχε τελειώσει ακόμα τα ...έργα του! Φύλαγε το ...καλό για το τέλος!
     Εκείνη ξύπνησε και μη βρίσκοντάς τον δίπλα της, φώναξε, μισοκοιμισμένη, τ' όνομά του. Τονε τρόμαξε ξαφνικά. Τινάχτηκεν απότομα, το σημειωματάριο έφυγεν από το χέρι του για λίγο κι έπεσε, κακήν-κακώς, μέσα στ' ανοιχτό συρτάρι. Δε της απάντησεν αμέσως, παρά έκλεισε το συρτάρι βιαστικά. Σηκώθηκε και πήγε στη κουζίνα, έκατσε και συνέχιζε να καπνίζει. 'Ακουσε τα ξυπόλητα ποδαράκια της και σε λίγακι την ένιωσε να μπαίνει στη κουζίνα. Γυμνή κι αγουροξυπνημένη, ουσιαστικά κοιμόταν όρθια. Αυτός ήτανε θλιμμένος, πολύ θλιμμένος...
 -"Τι κάνεις εδώ; Το ντουμάνιασες βλέπω! Γιατί δεν έρχεσαι να ξαπλώσεις μαζί μου;" του 'πε με χασμουρητό.
 -"Θα 'ρθω... σε λιγάκι... άσε με..." είπε και συνέχισε να καπνίζει, κοιτάζοντας κάτω τα πλακάκια του δαπέδου. Αυτή ήπιε λίγο νερό και γύρισε πίσω μουρμουρίζοντάς του να μη κάτσει πολύ. Αυτό τον εκνεύρισεν ακόμα περισσότερο. Μόλις βεβαιώθηκε πως είχε ξανακοιμηθεί, γύρισε στο γραφείο. Ήθελε να βάλει το ημερολόγιό της στη σωστή θέση, όπως το 'χε βρει, για να μη το καταλάβει εκείνη. 'Ανοιξε το συρτάρι. Το ημερολόγιο είχε πέσει σχεδόν ανοιχτό κι ανάποδα. Το 'πιασε, το σήκωσε και τότε κόντεψε να πάθει ... συγκοπή. Μέσα από τις σελίδες, -άγνωστο πως- είχε πέσει έν' απόκομμα εφημερίδας, κιτρινισμένο από τον καιρό, μα... τόσο γνώριμο. Ένιωσε να χάνει τον κόσμο κι έκατσε βαριά στο κάθισμα. Σα να γύρισε ο χρόνος εικοσιπέντε χρόνια πίσω κι έβλεπε το ίδιο απόκομμα, να λέει τα ίδια πράματα, στον περίβολο της Θεολογικής... Μόνο που σε τούτο 'δω, πάνω στη φωτογραφία του ζεύγους, κάποιος -η ίδια προφανώς- με αβέβαια παιδικά γραμματάκια: "μαμά και μπαμπάς"!
     Ε αυτό ήταν από τ' 'Αγραφα! Ένιωσε να πνίγεται! Τακτοποίησε το συρτάρι όπως το 'χε βρει. Ευτυχώς δε τονε πρόδωσε η καλή του μνήμη. Έγραψεν ένα σημείωμα που της εξηγούσε πως δεν άντεχε να μείνει άλλο γιατί πνιγότανε και της ζητούσε να χωρίσουν οριστικά. Τέλος μετά λίγη σκέψη, προσέθεσε πως ήθελε να της δώσει κάτι τελευταίο που της το χρωστούσε, σαν ενθύμιο και της όριζε ραντεβού λίγες μέρες μετά, στο γνωστό μέρος και για να δώσει έμφαση στα γραμμένα, πρόσθεσε πως ό,τι της ζητούσε ήταν επιτακτική ανάγκη: και το να φύγει τώρα κι ο χωρισμός και το στερνό ραντεβού με το ενθύμιο και πως δε θα τη καθυστερούσε πολύ.
     Έκλεισε το σημείωμα και το άφησε στο τραπέζι της κουζίνας, σε πολυ εμφανές μέρος. Έπειτα, σιγά-σιγά, ντύθηκε, προσέχοντας μη τη ξυπνήσει, άνοιξε τη πόρτα και βγήκεν έξω στη νύχτα της πανσελήνου.
     Περπάτησε κάμποσο στον καθαρό αγέρα κι όταν ένιωσε ήρεμος, μπήκε στο αυτοκίνητο και γύρισε σπίτι του...

τελη αυγουστου 2004

    ...Το στυλό PARKER έκαψε και τη τσέπη του πουκαμίσου που φόρεσε πάνω από το τζην. Το φόρεσε κατάσαρκα για να νιώσει ...δροσιά. Έκανε ζέστη... πολύ ζέστη. Τον έβγαλε από κει και τον έρριξε στο τσαντάκι του. Βλαστήμησεν άλλη μια φορά τον διάολο και την ανασφάλειά του και κατευθύνθηκε προς το αμάξι... προς το τελευταίο τους ραντεβού!
     Ένιωθε χάλια...

"...Όταν σωρός ψηγμάτων
αλήθειας, φτιάνει μια                                   Μάρτης 2004
ψεύτικη ιστορία..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers