Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Ινφ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Αριστοφάνης: Λυσιστράτη (Μέρος 2ον)

  2). ΠΑΡΟΔΟΣ (254-349) & ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ (350-386)
 
      (η σκηνή παριστά την προς τα Προπύλαια πλευράν της Ακροπόλεως, άνωθεν της οποίας φαίνονται τα τείχη. Εισέρχεται ο χορός των Γερόντων, κρατούντων επ' ώμου κλάδους ξηρούς δένδρων κι ανερχομένων το ύψωμα μετά κόπου. Ο κορυφαίος του Χορού κρατεί πύραυνον εις τάς χείρας μ' άνθρακας ανημμένους.)

Χορός Γερόντων:
           Τράβα, Δράκη, εμπρός με θάρρος,
           κι αν τον ωμό σου τσακίζη της χλωρής ελιάς το βάρος,
           συφορές ο βίος έχει πού κανείς δεν της παντέχει.
           Ώ Στρυμόδωρε! ποιος τάχα ήθελε στο νου του βάλη,
           πώς θ' ακούση της γυναίκες, -πούνε συφορά μεγάλη
           του σπιτιού καί φανερή,
           και της βόσκουμε οι μωροί-,
           την Ακρόπολι να πιάσουν και το άγαλμα ν' αρπάξουν
           της Θεάς καί με ταμπάρια τα προπύλαια να φράξουν;
           Πάμε γρήγορα απάνω, ώ Φιλούργε, ν' ανεβούμε,
           και να βάλουμ' ένα γύρω όλα τούτα πού κρατούμε,
           τα κλαδιά απ' την εληά,
           κι όσες θέλησαν να φτειάσουν τούτη τη βρωμοδουλεια,
           μια φωτιά ν' ανάψουμ' όλοι, σύμφωνοι καί με μια γνώμη,
           και με τούτα μας τα χέρια να της κάψουμεν ακόμη,
           καί του Λύκωνος πειό πρώτη τη γυναίκα. Όσο 'ζώ, 
           μα τη Δήμητρα! δέν πρέπει να με πάρουν για χαζό.
           Ούτ' αυτός ο Κλεομένης που την είχε καταλάβη,
           εφυγ' από τούτην δίχως καί κακή ποινή να λάβη,
           αλλά μολονότι Λάκων, παλληκάρι στην εντέλεια,
           βγήκε καί με δίχως όπλα καί με φόρεμα κουρέλια,
           λερωμένος καί βρωμιάρης κι έξη χρόνια να λουσθή,
           καί χωρίς να κουρευθή.
           Του 'στησαν πολιορκία καί τον έσφιξαν αυτού
           δεκαφτά γραμμές στρατού,
           πού της νύχτες εκοιμάτο
           στα Προπύλαι' από κάτω.
           Τώρα πούμαι 'δώ καί πάλι,
           στης εχθρές του Ευριπίδη κι όλων των θεών, μεγάλη
           τιμωρία να τους δώσω,
           τάχα δεν θα κατορθώσω;
           Μήπως καί στο Μαραθώνα
           τρόπαιό μου δεν υπάρχει που θα μείνη στον αιώνα;
           Αλλ' αυτό το μέρος μένει απ' το δρόμο ως εκεί
           -τούτος ο ανηφοράκης- κι ας τραβούμε βιαστικοί. 
           Και το φόρτωμα καθένας εις την ράχη ας το πάρη
           μονομιάς, χωρίς σαμάρι,
           μολονότι αυτά τα ξύλα απ' το βάρος κι απ' το δρόμο
           μου τσακίσανε τον ώμο.
           Μα τώρα όμως πρέπει να βαδίσουμε,
           και τη φωτιά μας πρέπει να φυσήσουμε,
           μη τύχη καί μας σβύση και τη χάσουμε,
           όταν στου δρόμου την κορφή θα φθάσουμε.
(φυσά εις το πύραυνον.)
           Φύ! φύ!
           Πώ, πώ! καπνός, βρέ αδελφοί!
           Ώ Ηρακλή μου! ο καπνός που απ' τη χύτρα βγαίνει,
           δαγκώνει μες στα μάτια μου σα σκύλα λυσσασμένη.
           Εγώ δεν αμφιβάλλω
           πώς απ' τη Λήμνο η φωτιά θα είνε δίχως άλλο,
           κι αν την πολυφυσήσω
           μα τους θεούς, σαν τους Λημνιούς τσιμπλής θα καταντήσω.
           Αλλιώς δεν θα μου δάγκωνε στο κάθε φύσημα μου
           τα δυο τσιμπλόμματά μου.
           Τρέχα συ λοιπόν, ώ Λάχη, στην Ακρόπολι επίσης
           τη Θεά να βοηθήσης,
           γιατί τώρ, αν την αφήσης,
           δεν ξανάχεις ευκαιρία, για να την υπερασπίσης.
(φυσά εκ νέου είς το πύραυνον.)
           Φύ! φύ!
           πώ, πώ, καπνός, βρε αδελφοί!
           Τούτ' η φωτιά να ζή καί να μη σβύνη,
           κάποιου Θεού βοηθάει καλωσύνη.
           Τί λέτε: πειό καλά δεν θα τα φτιάναμε, 
           εδώ τα δυο τα ξύλα αν τα βάναμε,
           κι αφού στη χύτρα το δαυλό αφήσουμε,
           με τη φωτιά τη θύρα να κτυπήσουμε;
           Κι αν όταν της καλέσουμε τ' αμπάρια δεν ανοίγουν,
           καίμε της πόρτες γρήγορα καί οι καπνοί της πνίγουν.
           Κάτω λοιπόν το φόρτωμα μου. 
           Ποιος τάχ' από τους στρατηγούς τους δυστυχείς της Σάμου
           τα ξύλα θα συλλάβη αυτά; -Μωρέ καπνός! βάϊ-βάϊ!...
(αποθέτουν τα ξύλα εντός του παρασκηνίου, ένθα αποσύρονται οι λοιποί, πλην του Κορυφαίου κρατούντος το πύραυνο κι ετέρου κρατούντος δαυλόν.)
           Το σπάσιμο της ράχης μου ετέλειωσε καί πάει. 
           Καί τώρα, χύτρα! χρέος σου το έργο σου ν' αρχίσης 
           καί άναψε τα κάρβουνα. -Φέρε κι εσύ επίσης
           τον αναμμένο το δαυλό!
(λαμβάνει τον ανημμένον δαυλόν κι επικαλείται:)
           Ώ Νίκη! σε παρακαλώ
           κατά των γυναικών αυτών, πού κλείσθηκαν στα τείχη,
           η νίκη μου κι ο θρίαμβος βοήθει να πιτύχη!
(απέρχεται μετά του χορού εις τα παρασκήνια. Εισέρχεται αριστερόθεν ο Χορός των Γυναικών.)
Χορός Γυναικών: 
           Γυναίκες ρίχτε μια ματιά
           βλέπω μια φλόγα καί καπνό, σαν νάρχεται από φωτιά.
(παρατηρούν προς το μέρος της Ακροπόλεως.)
           Όλες γρήγορα τρεχάτε! πέτα, πέτα, Νικοδίκη
           πρίν να κάψουν την Καλύκη
           -καί την Κρίτυλλα η φλόγες-, από νόμους φοβερούς
           κι απο γέρους βρωμερούς.
           Aλλά φοβάμαι τώρα
           μήπως αργά εφθάσαμε καί χάσαμε την ώρα.
           Να 'ρθώ στη βρύσι για νερό πρωί-πρωί σηκώθηκα
           κι εσπρώχθηκα καί χώθηκα-
           στο θόρυβο πού κάνανε η στάμνες καί η δούλες,
           πού έχουνε στα πρόσωπα ζωγραφισμένες βούλες
           Αρπάζω το σταμνί λοιπόν μη χάσω τον καιρό
           καί φέρνω το νερό
           βοήθεια να κάνω-
           σ' αυτές της συνδημότιδες πού καίονται 'κεί πάνω.
           Μούπαν πώς μερικοί, στραβοί από τα γερατεία,
           εκάμαν' εκστρατεία,
           καί ξύλα τρία τάλαντα κουβάλησαν βαρειά,
           στων Προπυλαίων τη μεριά,
           λες καί νερό για λούσιμο γυρεύουν να ζεστάνουν, 
           κι ότι με λόγια τρομερά φρικτές φοβέρες κάνουν
           τα παληογυναικάρια με τη φωτιά να ψήσουνε,
           καί κάρβουνο ν' αφήσουνε.
           Είθε αυτό πού λένε
           να μη γενή, ούτε να ιδώ, Θεά μου, να της καίνε,
           τον τόπο καί τους Έλληνας να σώσουν μόνο εκείνες
           απ' του πολέμου τα κακά κι' απ' της παραφροσύνες.
           Για τούτο, ώ Χρυσόλοφη, σ' αυτή τη σκέψι εφθάσανε
           καί το ναό σου πιάσανε.
           Αλλά, ώ Τριτογένεια! εάν φωτιά μεγάλη
           προφθάση κι από κάτω του κανένας άνδρας βάλη,
           μ' εμάς να συμμαχήσης,
           κι εσύ νερό να χύσης.
(εισέρχεται δεξιόθεν η ΣΤΑΤΥΛΛΙΣ καταδιωκομένη υπό τινος γέροντος όστις την έχει συλλάβη εκ του ενδύματος. Ακολουθεί ο Χορός των Γερόντων καί λαμβάνει θέσιν έναντι.)
Στρατ: Βρε άφες με!
(Διαφεύγει των χειρών του Γέροντος κι ενούται με τάς λοιπάς του Χορού.)
           Τί είν' εκεί;
           'Ανδρες κακοί!
           Αυτά πού κάνετε εσείς, όσ' είνε τιμημένοι
           καί ευσεβείς δεν κάνουνε. Ποιος να το περιμένη
           αυτό το πράμα πώς θα ιδή; Να, πούχει ξεκινήση
           κι άλλο γυναικομάζωμα στης πόρτες να βοηθήση.
Χ. Γν: Τί; μας εφοβηθήκατε; ημείς πού τώρα βγήκαμε
           πολλές σας εφανήκαμε;
           δεν είδατε ακόμα
           ούτε καί το μυριοστόν απ' το δικό μας κόμμα.
Χ. Γρ: Φαιδρία! πώς; θ' αφήσουμε αυτές με τέτοια γλώσσα
           να κοπανάνε τόσα ;
           Δεν πρέπει να της πιάσουμε
           καί όλα τούτα τα ραβδιά στη ράχη τους να σπάσουμε ;
Χ. Γν: Και από μας ή κάθε μιά
           θα βάλη κάτω τα σταμνιά,
           να μη μας εμποδίζουνε και τότε διορθώνει
           αυτόν, πού κατ' απάνω μας το χέρι του ξαμώνει.
Χ. Γρ: Ώ, μα τον Δία! αν κανείς, με χαστουκιές γερές,
           τους τσάκιζε δυό-τρείς φορές,
           -όπως κι' αυτού τού Βούπαλου- της δυο τους της μασέλες,
           τώρα δεν θάχανε φωνή να λένε τέτοιες τρέλες!
Χ. Γν:  Εδώ στεκόμαστε μπροστά,
            κι ας ερθη όποιος του βαστά
            μά θα σε κάμω εγώ να ειπής, πώς ούτε σκύλα είδες,
            να σ' έχη αρπάξη πειό γερά από της δυό σου αρχίδες.
Χ. Γρ:  Αν ίσως δεν σωπάσης,
           το τελευταίο γήρας μου κακά θα δοκιμάσης.
Χ. Γν:  Σαν θέλης πάρ' τα μούτρα σου,
            την Σρατυλλίδαν άγγιξε, να δής πού πάει η κούτρα σου.
Χ. Γρ:  Τι θα μου κάνης, στης σβερκιές αν έλθω καί σ' αρχίσω;
Χ. Γν:  Τ' άντερα καί πλεμόνια σου με δαγκανιές θά χύσω.
Χ. Γρ:  Κανείς δεν είνε πειό σοφός από τόν Ευριπίδη,
            που της γυναίκες πάντοτε της στρώνει στο βρισίδι,
            γιατί ως σήμερα στη γη δεν είνε γεννημένα
            πλάσματα αναιδέστερα καί πειό ξετσιπωμένα.
Χ. Γν:  Εμπρός, Ροδίππη, τα σταμνιά, μη χάνουμε καιρό.
Χ. Γρ:  Γιατί, θεοκατάρατες! εφέρατε νερό;
Χ. Γν:  Γιατί, μωρέ ψοφήμι συ, ήλθες φωτιά ν' ανάψης;
            το σώμα σου θα κάψης;
Χ. Γρ:  Ήλθα ν' ανάψω τη φωτιά της φίλες σου να ψήσω.
Χ. Γν:  Έ, ήλθα τη φωτιά κι εγώ με το νερό να σβήσω.
Χ. Γρ:  Θα ρίψης στη φωτιά νερά;
Χ. Γν:  Θα στ' αποδείξω μια χαρά.
Χ. Γρ:  Σε ξεροψήνω στη στιγμή με το δαδί πού φέρω.
Χ. Γν:  Άν είσαι βρώμιος κι' άπλυτος λουτρό θα σου προσφέρω.
Χ. Γρ:  Θα κάμης συ λουτρό 'ς εμέ, μωρή βρωμοσουπιά;
Χ. Γν:  Θάν' και λουτρό του γάμου σου.
Χ. Γρ:  Ακούς ξεδιαντροπιά!
Χ. Γν:  Μα είμ' εγώ ελεύθερη.
Χ. Γρ:                                        Κι εγώ θα στο βουλώσω
           το στόμα σου, πού τάφησες καί τσαμπουνάει τόσο.
Χ. Γν:  Αλλά στο δικαστήριο δεν θα 'χης πειά δουλειά.
Χ. Γρ:  Μώρ' δεν της καίτε τα μαλλιά!
Χ. Γν:  (κενώνουσι τας υδρίας των επί των Γερόντων.)
            Ο Αχελώος ποταμός το χρέος του ας κάνη!
Χ. Γρ:  Ωχ! ωχ! κακόμοιρος εγώ!
Χ. Γν:                                           Μήπως ζεστό σου εφάνη;
Χ. Γρ:  Βρέ τί ζεστό! δεν παύεις πειά; κατάλαβες τι κάνεις;
Χ. Γν:  Τί έκανα; σε πότισα βλαστούς να ξαναβγάνης.
Χ. Γρ:  (ριγών) Ξεράθηκ' από τη νοτιά.
Χ. Γν:  Σαν άναψες καί τη φωτιά,
            τρέχα κοντά της να σταθής
            καί γρήγορα να ζεσταθής.   
(εισέρχεται ο ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ ακολουθούμενος υπό τοξοτών κρατούντων μοχλούς)

                   3).IΑΜΒΙΚΗ ΣΚΗΝΗ (387-466) 

Χ. Γρ:  'Αναψε στης γυναίκες μας φωτιές το φαγοπότι,
            τα όργια του Σαβάζιου καί του τυμπάνου οι κρότοι,
            κι αυτός ο Αδωνιασμός μέσα στο κάθε δώμα,
            πού άκουα τον ήχο του κι ως στη Βουλήν ακόμα.
            Τη μέρα πού ο Δημόστρατος έλεγε, πώς τα πλοία
            δεν πρέπει να κινήσουνε να πάν στη Σικελία,
            εχόρευε η γυναίκα του στο σπίτι και γλεντούσε
            καί, άου-άου! τον 'Αδωνι κι αυτή μοιρολογούσε!
            στα όπλα αυτός Ζακυθινούς ζητούσε να καλέση,
            καί η γυναίκα του στουπί στην κάμερα είχε πέση
            καί κλαίοντας τον 'Αδωνι κι ο Χολοζύγης πάλι
            έβαζε πειό μεγάλη
            φωνή, ο σιχαμένος
            καί θεοσκοτωμένος!
            Να τ' ατιμοκαμώματα πού φτιάνουν κάθε μέρα !  
            Κι αν μάθαινες την προσβολή καί τούτην εδώ πέρα!
            Αφού καλά μας βρίσανε, της στάμνες τους επιάσανε
            κι απάνω μας αδειάσανε,
            καί τώρα να, τα ρούχα μας κουνάμε τα βρεμένα,
            σαν νάν' κατουρημένα.
Προβ:  Μα το Θεό της θάλασσας! δικαίως τα παθαίνουμε,
            Αφού εμείς οι ίδιοι στα γλέντια τής μαθαίνουμε,
            καί της βοηθούμε σ' όλες τους της πονηριές που κάνουν,
            τέτοιες ιδέες βεβαία θα ιδούμε να μας βγάνουν.
            Αφού εμείς οι ίδιοι πηγαίνουμε τρεχάτοι
            μέσα στα εργοστάσια καί λέμε στον εργάτη:
            Τη νύχτα που η γυναίκα μου εχόρευε με βιάσι,
            από το περιδέραιον όπου της είχες φτιάση,
            ώ χρυσοχόε, γλίστρησε καί βγήκε το κεφάλι 
            από την τρύπα πάλι.
            Στη Σαλαμίνα σήμερα θα πεταχθώ με βία
            γι' αυτό λοιπόν του λόγου σου, αν εύρης ευκαιρία,
            πέρνα το βράδυ από κεί κι όπως μπορείς να κάνης,
            μα το κεφάλι στερεά στην τρύπα να το βάνης.
            Ο άλλος πάλι τρέχοντας τον παπουτσή γυρεύει,
            -πούνε παιδί, μα 'χει ψωλή πού δεν σου χωρατεύει-
            καί λέει: -Της γυναίκας μου το πόδι, το πληγώνει,
            στο τρυφερό της δάκτυλο απάνω, στο κορδόνι.
            Το μεσημέρι κόπιασε στο σπίτι να στο δείξη,
            καί τέντωσε το γρήγορα, όσο μπορεί ν' ανοίξη.
            Μα να τ' αποτελέσματα όλων αυτών. Καί τώρα
            πού κωπηλάτες γύρισα κι εμάζεψα στη χώρα,
            καί πρέπει νάχω χρήματα, μαζεύτηκαν η φίλες 
            καί μου 'κλεισαν της πύλες!
            Αλλά δεν είν' αυτό δουλειά
            να στέκωμαι σαν κούτσουρο και με χωρίς μιλιά!
            Φέρ' τους μοχλούς εσύ εδώ και θα τιμωρηθούν πολύ
            γι' αυτήν την προσβολή.
(προς Τοξότην κρατούντα μοχλόν)
            -Τί χάσκεις, κακορρίζικε, εκείθε τί χαζεύεις
            χωρίς να κάνης τίποτε; το καπηλειό γυρεύεις;
            Γιατί δεν πάτε τους μοχλούς στης πύλες να τους χώσετε.
            να της ανασηκώσετε;
            Εμπρός! καί από δω κι εγώ για βοηθός πηγαίνω. 
(ετοιμάζονται να θέσουν τους μοχλούς εις τας πύλας)
Λυσιστράτη: (εξερχόμενη)
            Της πύλες μη σηκώνετε και μοναχή μου βγαίνω.
            Για τους μοχλούς πού φέρνετε, δεν είν' ανάγκη τόση, 
            Ανάγκη μόνον έχετε από μυαλό καί γνώσι, 
            όπου σας λείπει ακόμα.
Προβ:  Μπα! σ' είσαι μωρή βρώμα!
            Πού είνε ο τοξότης μου! τρέξε και σύλλαβε τη
            καί πισθαγκώνιασέ τη!
Λυσ:    Μά τη Θεά την Αρτεμι! αν ίσως καί τολμήση
            καί με το δακτυλάκι του μονάχα να μ' εγγίση,
            θα κλάψη πολύ γρήγορα, κι ας είνε κι εξουσία.
Προβ:  Βρε συ, την εφοβήθηκες; Δεν πάτε με τη βία
            κι οι δυο να την αρπάξετε, ένας από τη μέση,
            κι ο άλλος να την δέση;
Γν. Α': (εμφανιζόμενη πλησίον της Λυσιστράτης)
            Αν βάλης, μα την Πάνδροσο, χέρι σ' αυτήν απάνω,
            θα πάθης τσαλαπάτημα ευθύς, πού θα σε κάνω
            καί θα χεσθής απάνω σου.
Προβ:                                               Α, έτσι; τώρα στάσου,
             κι αυτό το χέσιμο, πού λες, θα πάθ' ή αφεντιά σου.
             Πουν' ο τοξότης; -Δέσε την προτήτερ' απ' της άλλες
             αυτήν, πού της παλληκαριές μας κάνει της μεγάλες.
Λυσ:     Αν κάνης, μα την Αρτεμι, καί δάκτυλο ν' απλώσης,
             σου κάνω της μασσέλες σου στο μούσκιο να της χώσης.
Προβ:   Μα τέλος πάντων τ' είν' αυτά; Πούν' ο τοξότης; Πίσω!
             κι αυτήν την καταβόθρα σας εγώ θα σας την κλείσω!
Γν. Α':  Να την εγγίσης μοναχά μοίρα κακήν αν είχες,
             κι ευθύς σε σουρομάδησα απ' όλες σου της τρίχες.
Προβ:   Αλίμονό μου, ο δύστυχος! καί ο τοξότης πάει.
             Τους άνδρας είνε δυνατόν γυναίκα να νικάη;
(προς τους λοιπούς τοξότας)
             Σκύθαι! εμπρός! όλοι μαζύ! χτυπήσατ' ενωμένοι!
Λυσ:     Μα της Θεές! να ξέρετε πώς είν' εδώ κλεισμένοι
             τέσσαρες λόχοι γυναικών, πού κάθε μία τάχει
             ακονισμένα κι έτοιμα τα όπλα της για μάχη.
Προβ:   Τα χέρια τους πισθάγκωνα δέσετ' αμέσως, Σκύθαι!
Λυσ:     Έ, σείς! γυναίκες σύμμαχοι! εβγήτε από κείθε !
             αυγολαχανοφασουλομανάβισσες! τρεχάτε!
             Σκορδοχατζηξενοδοχοφουρνάρισσες! ελάτε!
             δεν θα μαλλιοτραβήσετε;
             καί δεν θα κοπανίσετε;
             δεν θα καταξεσχίσετε;
             καί δεν θα σκυλοβρίσετε;
             δεν θα ξετσιπωθήτε; 
(γυναίκες εξορμώσιν εκτός των τειχών καί συμπλέκονται με τους Τοξότας, οίτινες τρέπονται εις φυγήν. Η ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ ηπιώτερον καί θριαμβευτικώς προς τάς γυναίκας:)
             Αρκεί, αρκεί, σταθήτε !
             Γυρίστε πίσω, στον εχθρό τα όπλα πάλι δότε.
Προβ:   Αλίμονο! τί συφορά μου πάθανε οι Τοξόται!
Λυσ:     Τί νόμισες; με δουλικά λοιπόν πώς πολεμάς,
             ή με χωρίς παλληκαριά μας πέρασες ημάς;
Προβ:   Πολλή, μα τον Απόλλωνα και η παλληκαριά σας,
             καί μάλιστα σαν βρίσκεται και κάπελας κοντά σας.

                                  ...συνεχίζεται... εδώ --->

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers