-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

    Βιογραφικ

     Ο Δημτρης Χατζς ταν λληνας συγγραφας, ιστορικς, δημοσιογρφος κι αντιστασιακς.
     Γεννθηκε στα Ιωννινα 13 Νομβρη 1913. Ο πατρας του Γεργιος Χατζς, ταν διηγηματογρφος, λγιος και παλαμικς ποιητς, γνωστς με το ψευδνυμο Πελλερν. ταν επσης εκδτης της εφημερδας πειρος. Παρακολοθησε εγκκλια μαθματα στην Ινιο Σχολ της Αθνας μαζ με τον αδερφ του γγελο, που δικοψε μετ τον ξαφνικ θνατο του πατρα του το 1930 κι επστρεψε στην γεντειρ του. Εκε ανλαβε τη συνχιση της κδοσης της εφημερδας και τη συντρηση της οικογενεας του. Τλειωσε το Γυμνσιο στη Ζωσιμαα Σχολ και γρφτηκε στη Νομικ Σχολ της Αθνας. Τις σπουδς του δεν τις ολοκλρωσε ποτ λγω οικονομικν δυσχερειν.
     Στα μσα της 10ετας του 1930 γινε μλος του ΚΚΕ. Το 1936 συνελφθη απ τη Δικτατορα της 4ης Αυγοστου και μετ απ βασανιστρια εξορστηκε στη Φολγανδρο. Λγους μνες αργτερα αφθηκε ελεθερος και εγκαταστθηκε στην Αθνα. Στον Ελληνοταλικ πλεμο του 1940 κατατχθηκε στον στρατ αλλ δεν στλθηκε στο μτωπο. Τη περοδο της Κατοχς, συμμετεχε στη λειτουργα του παρνομου τυπογραφεου του ΕΑΜ στη Καλλιθα αρθρογραφντας και διορθνοντας ρθρα σε εφημερδες πως η Ελεθερη Ελλδα κι ο Απελευθερωτς. Αρθρογραφοσε ακμη στον επσης παρνομο Ριζοσπστη. Εργστηκε επσης στο τυπογραφεο του βουνο. Το 1947 επιστρατετηκε στα Ιωννινα, εν το καλοκαρι της διας χρονις εξορστηκε στην Ικαρα.


                         Στο Γρμμο ρθιος τρτος απ αριστερ

     Το Μρτη του επμενου τους εντχτηκε στο Δημοκρατικ Στρατ της Ελλδας δημοσιεοντας ανταποκρσεις και διηγματα στα ντυπ του. Το καλοκαρι του διου τους μαθε τη καταδκη του αδερφο του γγελου απ το κτακτο Στρατοδικεο και την εκτλεσ του. Μετ την ττα του Δημοκρατικο Στρατο, το κτακτο Στρατοδικεο τον καταδκασε δις εις θνατον για λιποταξα κι τσι αναγκστηκε να καταφγει στο εξωτερικ. Πρτοι του σταθμο ταν η Ουγγαρα και η Ρουμανα. Στη Βουδαπστη σποδασε βυζαντιν και μεταβυζαντιν ιστορα και λογοτεχνα, εν αρθρογραφοσε και στην εφημερδα του κομμουνιστικο κμματος. Ο βυζαντινολγος Ιολιος Μορβσικ τον βοθησε να κερδσει υποτροφα για την Ακαδημα Επιστημν Ανατολικο Βερολνου, που εργστηκε ως ερευνητς. Το 1962 ολοκληρνει στο Πανεπιστμιο Χομπολτ του Βερολνου τη διατριβ του με θμα Μονωδες για την λωση της Κωνσταντινοπολης απ τους Τορκους. Το διο τος επστρεψε στη Βουδαπστη, που διορστηκε βοηθς στην δρα της Βυζαντινς Φιλολογας κι δρυσε το Νεοελληνικ Ινστιτοτο. Παρλληλα επιμελθηκε την κδοση ργων νεοελληνικς λογοτεχνας στην ουγγρικ γλσσα.

     Μετ τα γεγοντα του Μη του ''68, θλησε να εγκατασταθε στο Παρσι. Η αστυνομα μως τον πεζε να ζητσει πολιτικ συλο, με αποτλεσμα να επιστρψει στη Βουδαπστη. Αρνθηκε ωστσο να λβει την ουγγρικ υπηκοτητα παρ τις προτσεις που του γναν, παραμνοντας πατρις. Μετ τη πτση της Χοντας, επστρεψε  Νομβρη του 1974 στην Ελλδα. Αναγκστηκε μως να εγκαταλεψει ξαν τη χρα λγω της μη νομοθετικς ρθμισης σχετικ με τη καταδκη του. Τον Ιονιο του επμενου τους, του δθηκε χρη κι επστρεψε οριστικ στην πατρδα του. Το ακαδημακ τος 1975-76 προσκλθηκε να διδξει νεοελληνικ πολιτισμ και λογοτεχνα στο Πανεπιστμιο Πατρν. Η μη επικρωση του διορισμο του λγω των μη εκπληρωμνων στρατιωτικν του υποχρεσεων εχε ως αποτλεσμα τη διακοπ των μαθημτων αλλ και διαδηλσεις των φοιτητν.



     Απ το 1975 δωσε πλθος διαλξεων και συμμετεχε σε πολλς δημσιες συζητσεις, -εναι η νθηση του πολιτιστικο κινματος, στο οποο αφοσινεται, μχρι να το δει να καπελνεται και να ηττται.. Απ το 1980 μχρι το θνατ του εξδωσε το περιοδικ Το Πρσμα. Νυμφετηκε σε 2ο γμο με την αρχαιολγο Κατη Αργυροκαστρτου κι απκτησαν μα κρη, την Αγγελνα. Το Μρτη του 1981, προσβλθηκε απ καρκνο των βργχων. Πθανε 4 μνες αργτερα, στις 20 Ιουλου 1981 σε σπτι φλων του στη Σαρωνδα.
     Ο Δημτρης Χατζς πρωτοεμφανστηκε στα γρμματα το 1946 με το μυθιστρημα Φωτι. Το 1952 κυκλοφρησε η συλλογ διηγημτων Το Τλος Της Μικρς Μας Πλης, βιβλο που θεωρεται το σημαντικτερο ργο του. Τα διηγματα αυτ κυκλοφρησαν στην Ελλδα το 1963 κι εν βρισκταν ακμη εξριστος. Ασχολθηκε επσης με το δοκμιο.
     Με το Τλος Της Μικρς Μας Πλης χουμε να πυκντατο και γλαφυρτατο διγραμμα της κοινωνικς μας περιπτειας απ κει που την φησαν οι γενις του μεσοπολμου, ς εκε που την παραλαβανει η γενι της Αντστασης. Ο Χατζς φερε σε πρας αυτ τη δσκολη αποστολ που πρεπε να καλψει να μεγλο ργμα στο νεοελληνικ μθο. Δεν θα μποροσε να το κατορθσει αν δεν διθετε μεγλο ταλντο και γνση που του επτρεψαν ν' αφομοισει τη παρδοση ολκληρης της νεοελληνικς πεζογραφας. Ποια εναι αυτ η παρδοση; Πρτοι και καλτεροι οι μεγλοι ηθικο της γραμματολογας μας, ο Μακρυγιννης, ο Βιζυηνς, ο Παπαδιαμντης, ο Παπαντωνου. Οι λογικο, οι τεγκτοι, ο Καρκαβτσας, ο Ροδης, ο Καραγτσης. Οι προφητικο, ο Θεοτκης, ο Βουτυρς. Οι τυπστες, οι σαρκαστς, οι μεγλοι μαστροι του μθου και του φους, οι παλιο διδακτικο κι οι σγχρονοι οργισμνοι. Ο αμνς κι ο λγος, η αγιαστορα και η ρομφαα, το θος και το πθος των νεοελληνικν.
     Στο ιστορικ του ργο μελετ το ζτημα της συνχειας του νεοελληνικο πολιτισμο με τον αρχαο και το βυζαντιν και τον τρπο με τον οποο το νεοελληνικ θνος συγκροτθηκε ως θνος στη νεοτερικ εποχ. Σκοπεει τσι να διαγρψει το Πρσωπο του Νου Ελληνισμο και να συμβλει στην αυτογνωσα και στη δημιουργα μιας νεοελληνικς συνεδησης. Στο πεζογραφικ του ργο, με λλα μσα βεβαως, επιχειρε να ανασρει στην επιφνεια εκενα τα στοιχεα της ελληνικς πραγματικτητας που θα οδηγσουν στη συνειδητοποηση των αλλαγν της νεοελληνικς κοινωνας, εν ταυτχρονα θτει στο επκεντρο του ενδιαφροντς του τον νθρωπο. Μλιστα, την αλλαγ αυτ τη δεχνει σε λες τις παραμτρους της, οικονομικς, κοινωνικς, πολιτικς, συνειδησιακς, συναισθηματικς και αισθητικς ακμη.



     Ξεκινντας απ τις συνειδησιακς αλλαγς που φρνει ο πλεμος κι η αντσταση στο παρν (Φωτι), στρφεται στο κοντιν προπολεμικ παρελθν (Το Τλος Της Μικρς Μας Πλης) για να αναζητσει τις αιτες της βαθις και πολυεππεδης κρσης που βωσε η ελληνικ κοινωνα στη δεκαετα του '40 και ξαναγυρν στο παρν για να ανιχνεσει τις συνπειες της κρσης αυτς (Ανυπερσπιστοι) στο συναισθηματικ κσμο των ανθρπων, τσο με ευθεες αναφορς σ' αυτν, σο και με συμβολικ τρπο, δημιουργντας δηλαδ μυθιστορηματικς συνθκες που την απηχον. Η ιστορικ του προσπθεια συγκεφαλαινεται στο Διπλ Βιβλο, εν στις Σπουδς γνεται περισστερο αφηρημνη κι αποκτ εντοντερο δοκιμιακ και φιλοσοφικ χαρακτρα.
     Στο κντρο της ιστορικς σκψης του Χατζ βρσκεται η ννοια του θνους. Εχει πλον επικρατσει στη βιβλιογραφα να διακρνονται οι λγοι περ θνους σε δο -ασυμββαστες μεταξ τους- κατηγορες, τον λγο περ εθνικς αφπνισης και τον λγο περ εθνογνεσης. Η δικριση αυτ δεν μας βοηθ να κατανοσουμε την αντληψ του για το θνος οτε τον τρπο με τον οποο χρησιμοποιε την ιστορα. Γιατ, εν αντιμετωπζει το θνος ως μα να ονττητα που γεννται στη νεοτερικ εποχ και χι ως μια ονττητα που υπρχε απ πντα και κποια στιγμ αφυπνστηκε, δεν παει ποτ να το βλπει ως μια ονττητα υπαρκτ που χει μια αληθιν ιστορα την οποα διερευν. Δεν φτνει ποτ στο σημεο να μιλσει για "κατασκευ" του θνους. Εκενο που τον ενδιαφρει εναι να συνδσει την ιστορα της συγκρτησης του νεοελληνικο θνους με την λευση του σγχρονου κσμου, την εδραωση των καπιταλιστικν σχσεων, την εκκοσμκευση της πνευματικς ζως, τον εξορθολογισμ της κοινωνας. Το ργο του εναι προσηλωμνο στη μελτη αυτς της ιστορικς διαδικασας και επιδικει να μετασχηματσει αυτ που γνωρζαμε ως "συνεδηση της εθνικς συνχειας" σε συνεδηση της νεοτερικτητας.

                                     ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

     Το κομμτι της πολυτραχης βιογραφας του Χατζ που εναι συνδεδεμνο με την ουγγρικ πρωτεουσα, ξεκιν χρονικ τον Μη του 1950. Προηγομενα δολευε μαζ με λλους δημοσιογρφους στον παρνομο ραδιοφωνικ σταθμ της Ελεθερης Ελλδας στο Βουκουρστι, στο οποο εχε εγκατασταθε την νοιξη του 1949, χοντας εγκαταλεψει πριν τα φλεγμενα υψματα του Γρμμου. Η 1η περοδος της ζως στην Ουγγαρα διρκησε ως την νοιξη του 1957, εποχ που μετοκησε στο Ανατολικ Βερολνο για να εργαστε στην εκε Ακαδημα Επιστημν κι η 2η, απ την νοιξη του 1963 ως το καλοκαρι του '75, οπτε επστρεψε οριστικ στην Ελλδα, μετ απ 26 χρνια εξορας.


                                           Εν διδσκει

     Στη Βουδαπστη εργζονταν ως δημοσιογρφος στο ελληνγλωσσο πργραμμα του ραδιοφωνικο σταθμο της πλης καθς και στην εφημερδα των Ελλνων πολιτικν προσφγων Λακς Αγνας. Οι ραδιοφωνικς εκπομπς του σταθμο αυτο εχαν αρχσει το 1949 και σταμτησαν οριστικ το 1983. Το πργραμμα εκπμπονταν στα βραχα, 2 φορς καθημεριν και με τη προδο του χρνου εχε αποκτσει ακροατς τσο στην Ελλδα σο και στους μετανστες στη δυτικ Ευρπη. Συνεργτες του στο σταθμ, στη 1η κυρως περοδο στην Ουγγαρα, υπρξαν, μεταξ λλων, ο Γιννης Δελαγραμμτικας, ο Μιλτιδης Κρητικς κι ο Γεργιος Γεωργαλς (ο μετπειτα υφυπουργς της δικτατορας), με τους οποους μλιστα για να διστημα στην αρχ συγκατοικοσε προσωριν.



     Η εφημερδα Λακς Αγνας κυκλοφρησε 1η φορ τον Ιονιο του 1950 κι εκδδονταν τακτικ, επ 27 χρνια, στην αρχ ημερσια και μετ 2 φορς τη βδομδα. να τμμα της εφημερδας τυπνονταν και στα σλαβομακεδονικ, για τους πολυριθμους σλαβφωνους μεταξ των πολιτικν προσφγων. Τα θματα της εφημερδας κλυπταν ειδσεις απ την Ελλδα, την Ουγγαρα αλλ κι απ τη ζω και δραστηριτητα της προσφυγικς κοιντητας. Οι 1οι συντκτες της εφημερδας μαζ με το Χατζ υπρξαν οι Θωμς Δρτσιος, Λζος Μλιος, Μαρνος Μαρινλης κι Αργρης Αργυριδης. Μεταξ των μετπειτα συντακτν της εφημερδας αξζει να αναφερθον εδ και οι Ηπειρτες Γιργος Οικονμου, (καθηγητς φυσικομαθηματικς, απ τον Πωγωνσκο του Ν. Ιωανννων), ο Αποστλης Πολζος (νομικς, απ την ρτα) κι ο Χριστφορος Αθανασου (ιστορικς, απ τον Πολγυρο Ν. Ιωανννων).



     Η συντριπτικ πλειοψηφα των Ελλνων πολιτικν προσφγων στη Βουδαπστη, (ο αριθμς των οποων το 1952 ανρχονταν σε 3.252 τομα), διμενε ττε σε να ειδικ μετασκευασμνο κι ανακαινισμνο συγκρτημα αποθηκν ενς καπνεργοστασου, με την ονομασα Ντχανγκιαρ (Dohánygyár). Το συγκρτημα αποτελονταν απ 6 κτρια, εκ των οποων το μεγαλτερο (επ της οδο Köbányai út) προορζονταν για αντργυνα οικογνειες. Για τους εργνηδες προβλπονταν ξεχωριστ κτριο, εν στα λλα κτρια στεγζονταν η αθουσα παραστσεων και το εστιατριο, μια σχολ θηλων και τα γραφεα του Συλλγου των προσφγων κι αργτερα, σ' λλο κτριο, δημοτικ σχολεο και βρεφονηπιακο σταθμο. Οι χροι διθεταν ηλεκτρικ ρεμα, κεντρικ θρμανση και ζεστ νερ -πργμα χι αυτονητο εκενη την εποχ- και παρ τη σχετικ στεντητ τους και διφορους λλους περιορισμος, αποτελοσαν εδος πολυτελεας για τους επ χρνια κυνηγημνους μαχητς και πρσφυγες, οι περισστεροι απ τους οποους, προρχονταν απ καθυστερημνες αγροτικς περιοχς της Ελλδας. Το συγκρτημα αυτ στγασε μχρι το 1966 λληνες πολιτικος πρσφυγες, που στο μεταξ διστημα εχαν μετακομσει σταδιακ σε νετερες κατοικες σε λλες περιοχς της Ουγγαρας.



     Ο Χατζς δεν χρειστηκε να κατοικσει στο Ντχανγκιαρ, αφο με τον ερχομ του στη Βουδαπστη συνδθηκε με την Ουγγαρζα Ελισβετ Βτκο, στενοδακτυλογρφο, γνο μιας πρην αστικς οικογνειας. ζησαν μαζ για να μεγλο διστημα σε κεντρικ περιοχ της πλης, στην πλατεα Kossuth Lajos tér 16, εν παντρετηκαν, μετ απ πολλς γραφειοκρατικς δυσκολες, μλις στις αρχς του 1957, λγους μνες πριν αναχωρσουν για το Ανατολικ Βερολνο. Στο μεταξ, το 1950, του αφαιρθηκε απ το ελληνικ κρτος η ελληνικ ιθαγνεια ως βουλγαρφρονα εν το 1952, καταδικστηκε ερμην στο Διαρκς Στρατοδικεο Ιωανννων για λιποταξα και του επιβλθηκε η ποιν του θαντου. Την δια χρονι διαγρφηκε απ το ΚΚΕ, χωρς, μετ απ αυτ, να απαρνηθε τα αριστερ του ιδεδη, στε στους ουγγρικος (αλλ κι ανατολικογερμανικος) ακαδημακος κκλους να θεωρεται, παρ τις κατ καιρος αποστασιοποισεις του, ως νας καλς κομμουνιστς.
     Στη 1η περοδο της Βουδαπστης, πρα απ τις υποχρεσεις του στην εφημερδα και στο ραδιοφωνικ σταθμ, αφοσιθηκε στη μελτη και παρακολοθηση μαθημτων του γνωστο ελληνιστ καθηγητ Gyula Moravcsik, στο τμμα Κλασσικν και Βυζαντινν Σπουδν του Πανεπιστημου. Εναι το διστημα που θα δημιουργσει τα γνωστικ θεμλια για τη μετπειτα φιλολογικ του δραστηριτητα. Τα γεγοντα της εξγερσης του 1956 στην Ουγγαρα, (για τα οποα η εμπλοκ κι ο ρλος των Ελλνων προσφγων δεν χει ακμη διερευνηθε διεξοδικ), τον οδγησαν, λγω του βεβαρυμμνου κλματος που επικρατοσε, να πρει την απφαση να μετοικσει με τη σζυγ του στο Ανατολικ Βερολνο. Εκε ο επσης φημισμνος νεοελληνιστς καθηγητς Johannes Irmscher, του εξασφλισε μια θση ερευνητ στο Ινστιτοτο του (Ελληνορωμακν Σπουδν) στην Ακαδημα Επιστημν, εν παρλληλα ανλαβε και την επβλεψη της διδακτορικς του διατριβς.



     Η 2η περοδος της ζως του στη Βουδαπστη (1963-1975) συνπεσε με την σως πιο λαμπρ περοδο των Νεοελληνικν Γραμμτων στην Ουγγαρα. Σ' αυτ συνετλεσαν και οι πολυριθμες επαφς που εχανε ξεκινσει στις αρχς της 10ετας του '60, με τις ολονα συχντερες επισκψεις απ την Ελλδα και τη Κπρο. Ιδιατερη αξηση του ενδιαφροντος για τα ελληνικ πολιτικ και πολιτιστικ πργματα εμφανστηκε στη χρα με την επιβολ της στρατιωτικς δικτατορας στην Ελλδα. Στη περοδο αυτ οι Ογγροι θα γνωρσουν τον Καζαντζκη, τον Καβφη, το Βρναλη, τον Ρτσο και τον Σεφρη.
     Ο Χατζς γινε ττε γνωστς στην Ουγγαρα χι τσο σα συγγραφας (αν κι ργα του εχαν δη μεταφραστε στα Ουγγρικ) αλλ κυρως ως επιμελητς διαφρων ανθολογιν νετερης και μεσαιωνικς ελληνικς λογοτεχνας, για την κδοση των οποων εχε κερδσει τη συνεργασα των καλλτερων μεταφραστν ποησης και λογοτεχνας της Ουγγαρας. Στη περοδο αυτ αρθρογραφοσε και πλι στο Λακ Αγνα, εν προσελφθη στο Πανεπιστμιο Eötvös Loránd της Βουδαπστης, στην αρχ ως βοηθς και μετ την απκτηση του διδακτορικο του (1969), ως επιμελητς (ανλογο του επκουρου καθηγητ) μχρι την οριστικ επιστροφ του στην Ελλδα. Το διστημα αυτ μενε με την ττε σζυγ του στη νεκτιστη, την εποχ εκενη, πολυκατοικα στην οδ Váci út 132A. Εκενο που χει μενει αξχαστο στους περισστερους, εναι ο ενθουσιασμς και το πθος που συνεπαρνανε το Χατζ ταν μιλοσε, ειδικτερα στους νους, για τα Ελληνικ Γρμματα, τη γλσσα και τη λογοτεχνα της πατρδας του, η οποα, σαν σκληρ μητρι, τον εχε ττε απαρνηθε, μαζ με χιλιδες λλα παιδι της.



                                              ΚΡΙΤΙΚΗ

     Ο Δημτρης Χατζς ως πολιτικς διανοομενος, αν και πρτιστα εκφρζεται ως λογοτχνης και φιλλογος, διθετε μια οξεα ασθηση των πολιτικν πραγμτων, επικεντρνοντας το ενδιαφρον του στις μετατοπσεις και στους αναπροσανατολισμος που συντελονταν στη σκψη και στην πρακτικ της Αριστερς. Σπεδω να διευκρινσω τι απ τη σκοπι των κοινωνικν και πολιτικν ιδεν θα μποροσε να στοιχειοθετηθε η εξς υπθεση εργασας:

   α) στο λογοτεχνικ του ργο εναι περισστερο απ προφανς η πολιτικ δισταση, αρκε να ληφθον υπψη και να καταγραφον με πληρτητα οι αναγκαες διακυμνσεις και μεταθσεις των ιδεολογικν του αναζητσεων που ανιχνεονται απ τη δημοσευση της Φωτις (1946) ως το Διπλ βιβλο (1976)·


   β) ο Χατζς, με κποιες αυξομεισεις, εχε κατακτσει μια αυθπαρκτη παρουσα ως πολιτικς διανοομενος που εγγρφεται ββαια στη συνολικτερη πορεα της Αριστερς·


   γ) οι δο αυτς πτυχς, μολοντι εμφανζονται ενιαες και ομοιογενες, απαιτον διαφορετικ αντιμετπιση για την ανδειξη της ιδιοσυστασας τους. Εδ θα επιμενω στην ανασυγκρτηση των αναβαθμν διαμρφωσης του Χατζ ως πολιτικο διανοουμνου, χωρς ββαια να ελαχιστοποι το γεγονς τι ο διος δημιουργε πρτιστα ως λογοτχνης και ως φιλλογος.

     Τα κεμενα των ετν 1932-1936, δημοσιευμνα στην εφημερδα Ηπειρος, αποτελον μαρτυρες πολτιμες για τον προσδιορισμ των απαρχν του κοινωνικο λγου που αρθρνει ο υπ εκκλαψη συγγραφας. Η συνθης ωστσο πορεα, στην δια περοδο του Μεσοπολμου με κορφωση τη Κατοχ και την Αντσταση, ταν η βαθμιαα και κποτε με τη μορφ ρξης αποδσμευση απ το δδυμο Βενιζελισμς-Δημοτικισμς, μσα απ την οδυνηρ επγνωση των ενδοαστικν αδιεξδων και στα πλασια υπρβασης των δο πλων του «εθνικο διχασμο» απ την αντθεση Δεξις κι Αριστερς που αναδεται ως κυραρχη στη 10ετα του '40. Ως προς τον Χατζ, που γαλουχεται σε διαφορετικ μτρα ιδεν και πολιτικς πρακτικς, εναι δυνατν να διαφανε η δυναττητα που χει ως φηβος, στους κλπους μως του Λακο Κμματος και σε λγο διευθυντς του γιαννιτικου δημοσιογραφικο του οργνου, να στοιχειοθετσει μια πρωτογεν κοινωνικ κριτικ που βρσκεται σε μια διεργασα ντροπαλς σμωσης με τον ιδεολογικ λγο της Αριστερς.
     Ως προς το Λακν Κμμα σως εναι αναγκαο να διευκρινισθε τι τσο στη 1η περοδο (με την ηγετικ παρουσα του Δημ. Γοναρη, βουλευτ αρχικ της ομδας) εχε εξαρθε η σημασα της νομοθετικς προστασας των εργαζομνων, γεγονς που δε μποροσε να εξασφαλσει η προνομιοχος ολιγαρχα, σο και στη δετερη, κατ την εποχ του Μεσοπολμου, συνεχζεται ,τι περιγρφει συναφς ο Σ. Μξιμος (1930): τα κοινωνικς καταπιεζμενα στρματα ανμιζαν την αντιβενιζελικ σημαα ως σμβολο αγνος κατ του κεφαλαου με αποτλεσμα ο αντιβενιζελισμς να διαχεται συχν με αντικαπιταλιστικ αισθματα.


     Στα πρωτλεια του Χατζ διαπιστνεται με ευκρνεια η κοινωνικ σκπευση της αντιβενιζελικς του αρθρογραφας που συμμερζεται επσης τις εκτιμσεις του φιλαγροτισμο, ταν σημεινεται για παρδειγμα το 1932 στην Ηπειρο: "Τους χωρικος που υπρξαν επ εκοσιν ολκληρα τη οι δολοι, οι ραγιδες, οι ελωτες των δημοκπων και των Ζακχαων της κοινωνικς και πολιτικς ζως, των ανεβασμνων εις την Βενιζελικν συκομωραν. Τους χωρικος που δειρεν ο Μακρυγιννης, που εξηπτησαν λοι [...] χομεν την φορν αυτν θαρραλους μαζ μας, πως θα ηθλαμεν εις κθε αγνα δι τα ιδικ των δκαια και τα ιδικ των συμφροντα".
     Στην επμενη φση, κατ την εποχ της Αντστασης και του εμφυλου πολμου, ο Χατζς δη εχε διανσει τα αποφασιστικ βματα κι εχε κιλας συνταχθε με την Αριστερ, γεγονς μως που πιστοποησε η αιφνιδιαστικ εξορα του απ τη μεταξικ δικτατορα. Τα σχετικ κεμενα λανθνουν και δεν ταυτστηκε η συνεργασα με την Ελεθερη Ελλδα κατ τα 2 1α τη της κυκλοφορας της (1943, 1944), σε αντθεση με ,τι συνβη με τα δημοσιεματα (ελληνικ γαλλικ) της περιδου του εμφυλου. Ως προς το λογοτεχνικ ργο του η Φωτι, συμπυκννει τις αισθητικς του προτιμσεις κι πως υποδεκνυε ο Αυγρης, με το "ορθδοξο ρεαλιστικ φος της και την «αλθεια της ζως που κλενει μσα της χαρακτηρζεται ρτιο μυθιστρημα με θμα την Αντσταση".
     Ακολουθε η μακρχρονη εξορα, απ το 1949 ως το 1975, στη Βουδαπστη και στο Ανατολικ Βερολνο. Ενδιαφρουσα εναι η παρμβαση του Χατζ στη συζτηση για το σχδιο προγρμματος του ΚΚΕ, ενδεικτικ λλωστε των αντιλψεων του φιλολγου - ιστορικο πια Χατζ που επομνως θα πρπει να διαβαστε μαζ με τα σχεδισματ του για τη νεοελληνικ φιλολογικ σπουδ που δη εμφανστηκαν το 1953. Η αππειρα πντως επιβολς αυτο του προγρμματος αποτλεσε το κκνειο σμα της ζαχαριαδικς ηγεσας που επμενε στην επερχμενη επανσταση στην Ελλδα με χαρακτρα λακ-δημοκρατικ και προοπτικ σοσιαλιστικς ανοικοδμησης. Οι καριες διαφοροποισεις, σες κι ποιες υπρξαν, στα επ μρους τμματα της Μικρς μας πλης (πως δηλαδ πρωτοδημοσιεθηκαν το 1953 στο Βουκουρστι, στη συνχεια 1958, 1959, 1962 στην Επιθερηση Τχνης κι αυτοτελς, σε 2η κδοση, απ το διο περιοδικ το 1963) αξινουν ιδιατερη προσοχ. Ειδικτερα η συνεργασα του Χατζ με την Επιθερηση Τχνης προδδει τους αισθητικος-πολιτικος αναπροσανατολισμος του, γεγονς λλωστε που καταφανεται κι απ τους συντκτες των ευνοκν κριτικν που δχθηκε ττε η Μικρ μας πλη (Πορφρης, Καλιρης, Ροζνης, Ραυτπουλος κ..), δηλαδ απ σους μεσα μμεσα χουν απομακρυνθε απ τις συνταγς της μαρξιστικς-λενινιστικς λογοτεχνικς κριτικς. Οπως παρατηροσε ο Ραυτπουλος (1964), διαθτει ιδες και μθοδο χωρς να ξεκιν απ τα a priori συμπερσματα: οι κρες μτρες της προκατασκευασμνης αλθειας και της ανυποψαστης βεβαιτητας δεν ευδοκιμον στον κσμο της Μικρς μας πλης.



     Η στερη περοδος του Χατζ, απ την επνοδο στην Ελλδα ως τον θνατ του, σημαδεεται απ το εγχερημα υπρβασης των σχημτων της εγχριας Αριστερς και την εναγνια αναζτηση της Νας Αριστερς. Ηδη μετ τη δισπαση του 1968, την οποα θεωροσε τη πιο σημαντικ ενργεια του υγιστερου τμματος της ελληνικς Αριστερς, εχε στραφε προς την απατηση δρυσης ενς κμματος δημοκρατικο σοσιαλισμο, χωρς ωστσο να τη συνοδεει μ' ναν υψηλ τνο βεβαιτητας για την επτευξ του: "Αστεγος, ανστιος, ηττημνος και μνος χω τουλχιστον την ασθηση πως βρσκομαι κονττερα στο ασθημα και την πκρα του λαο μας νας απ τους πολλος". Το κριτριο αυτ των πολιτικν πραγμτων αποτυπνεται ρητ στο Διπλ βιβλο, τσο στο κριο σμα του ργου σο και στους Επιλγους που επισυνπτονται. Κατ' αρχν τοτο αφορ τον τρπο γραφς: "Δεν μπορ να προχωρσω, να τα δσω πρσωπα και καταστσεις σε μιαν εντητα. Τα πρσωπα σπζουν, το σκηνικ που 'ναι πσω δε φανεται καθαρ οι δυνμεις, οι διαρθρσεις, οι ροπς, οι αντιστσεις. Το σκηνικ... Δεν εναι ακριβς ερεπια, εναι κομμτια, ψηφι σκορπισμνα. Και δεν εννονται το 'να με τ' λλο".
    Επσης γνεται να με τη πολιτικ συμπεριφορ του Βασιλειδη: "Αριστερς και δεν τα πγε καλ μ' αυτος τους δημαγωγος, τις επιτροπς τους, τις εκδηλσεις που λγανε, τα μτωπ τους. Επε πντα συχα και στρογγυλ πως να καινοργιο αριστερ κμμα χρειζεται στην Ελλδα -αριστερ μα μακρι απ' αυτος. Και πως θα 'ναι δσκολο να γνει. Εμνα μ' ρεσε πντα να τον ακοω και για το καινοργιο κμμα μπορε, λω, στο τλος σ' αυτ να πω και γω και για τη δυσκολα την καταλαβανω και γω με το μικρ το μυαλ μου, σο τους βλπω και τους ακοω
τοτους εδ στο ελληνικ καφενεο μας". Αναμφβολα πρκειται για μια ιδιζουσα πολιτικ ασθηση που διαποτζει τον Μικρ πρλογο που προαναγγλλει το δετερο βιβλο: "Βιβλο της μοναξις εναι κι αυτ της δικς σου της μοναξις το βιβλο, στον καννα τπο, στον καννα καιρ που βρσκεσαι εσ πεταγμνος και που 'χω φτσει και γω. Η παλι μας κληρονομι δεν σε βοηθει σε τποτα, η φαντασα για τ' αριο λεπει. Το δικ μας πνεμα κουρνιζει πια σωπασμνο μες στο λυκφως των καιρν. Και το βιβλο δεν χει μσα τις συμβουλς και τις οδηγες που σου δνουν απ παντο, τις παρηγορις που ξεγελνε για λγο, δεν χει την πυξδα που σου λεπει, την πανοπλα που σου χρειζεται να ντυθες να φυλαχτες, να χτυπηθες, να νικσεις".
    Οι τσσερις λοιπν φσεις της σταδιοδρομας του Χατζ συγκροτον τους αναβαθμος στη διαμρφωσ του ως πολιτικο διανοουμνου που εκφρζεται πρτιστα και ομοιογενς ως λογοτχνης και φιλλογος. Ταυτχρονα συνιστον την προσωπικ εσωτερκευση της πορεας που δινυσε κατ τις διες δεκαετες η Αριστερ, χι μνο στην εγχρια κφανσ της. Η πικρ μως γεση της αποτυχας στον σχεδιασμ του αντκοσμου της υπρχουσας κοινωνας με τους «μηχανισμος που σε δνουν» και τα «γρανζια που σε κρατονε στην εντλεια ταιριασμνα» δεν σημανει και γι' αυτν παρατηση και νοσηρ εσωστρφεια. Το 2ο βιβλο θα μποροσε να γραφε "για το σημεριν, το δικ μας τον κσμο, που δεν τον βλπεις ακμα, δεν ξρεις πς εναι -και δεν τον φοβσαι. Για τη ζω των ανθρπων που πει πιο πρα. Με τη δικ σου την εφηβεα: Αμλευτη απ την πρληψη και την τψη που βασανσαν εμς, τις αυταπτες που αφσαμε εμες να μας βαυκαλζουν, γυμν κι απ τα στολσματα τα δικ μας...".
     Για να γνουν κατανοητ ορισμνα στοιχεα που απαντνται στο παρν, αλλ και σε λλα ργα του Χατζ, εναι αναγκαα η συνοπτικ αναφορ σε στοιχεα του βου του -εκενα που καθρισαν τον τρπο της γραφς του. Το διγημα, πως και η ποηση, εκφρζει σε μικρ μεγλο βαθμ την ψυχ του συγγραφα του. Σε να βαθμ, τις εσωτερικς συγκροσεις του συγγραφα υποδεικνουν οι ρωες, οι χαρακτρες του διηγματος με τις περιπτεις τους και τις συγκροσεις τους. Δεν περιγρφει απλς τον χαρακτρα-ρλο του νεαρο σοσιαλιστ που παγιδεεται στο αδιξοδο της πραγμτωσης των πεποιθσεν του, εναι ο διος νας απογοητευμνος σοσιαλιστς.



     Γεννημνος στα Ιωννινα το 1913 ο συγγραφας στρατεθηκε απ νωρς στο Kομμουνιστικ Kμμα, λαβε μρος στον Εμφλιο και κατπιν ζησε πολιτικς εξριστος στην Ουγγαρα, την Ανατολικ Γερμανα και τη Ρουμανα, σχεδν τριντα χρνια, μχρι τον επαναπατρισμ του το 1974. Η βαιη καταστολ της ουγγρικς εξγερσης του 1956 επφερε μια ντονη συνειδησιακ μεταβολ πνω του, ωθντας τον σε αμφισβτηση του σταλινικο δγματος και του διου του το δογματισμο, εμφανος στην πριμη λογοτεχνικ παραγωγ του.[3] Τοτη η μεταλλαγ πραν των προσωπικν απογοητεσεων του συγγραφα εναι και η προσωπικ του αντιμετπιση στο ζτημα της προσαρμογς μη κομμουνιστικν πολιτισμικν στοιχεων στις ανγκες μιας εξελισσμενης κοινωνας.
     Ο Χατζς ως συγγραφας εναι δεμνος με το ψυχογρφημα και την ηθογραφα. Επηρεασμνος απ τον σοσιαλιστικ ρεαλισμ χρησιμοποησε και στο παρν ργο ρεαλιστικ γραφ, χωρς να γνεται λαογρφος μτε ρομαντικς, αλλ πλρως διεισδυτικς στον εσωτερικ κσμο των ηρων του δνοντας τη ζεστασι της ανθρπινης σχσης τους. Το Τλος Της Μικρς Μας Πλης εναι μα συλλογ διηγημτων με ενιαους θεματικος ξονες που συνδουν τα επτ αφηγματα, επιτρποντας την ανγνωσ του ως ενιαο ργο. Σμφωνα με τον Λνο Πολτη τα διηγματα της συλλογς δνουν κυρως ναν κσμο που φθνει, επειδ χουν αλλξει οι οικονομικς και οι κοινωνικς συνθκες. Εντοπζεται επσης ο σημαντικς αντκτυπος που χουν οι κοινωνικο κι οικονομικο μετασχηματισμο στους κεντρικος χαρακτρες στα διηγματα της συλλογς, εν παρλληλα προβλλεται η σγκρουση μεταξ ατμου και κοινωνικο συνλου, ο εντοπισμς του προσωπικο οφλους και η διαχεριση της διαφορς απ τους λλους, ο κοινωνικς αποκλεισμς και η περιθωριοποηση ορισμνων χαρακτρων.
     Ο κοινς θεματικς ξονας εναι η μικρ επαρχιακ πλη κι οι διαδικασες μετασχηματισμο της μσα απ κοινωνικς, ιστορικς κι οικονομικς αλλαγς. Στη πραγματικτητα εναι ο χαρακτρας της επαρχιακς πλης των Ιωανννων, που αλλοτρινεται σταδιακ ετε υπ την επδραση της ανπτυξης νων μεθδων βιοτεχνικς και βιομηχανικς παραγωγς, ετε υπ τη δημογραφικ κοινωνικ πεση στον καιρ του πολμου και τη σκοτειν ανπτυξη του κεφαλαου. Η χρση της μικρς κοιντητας (η μικρ μας πλη) προκειμνου να αναδειχθε το τομο συνθως ως θμα των συνθηκν εναι να χαρακτηριστικ που μοιρζεται ο συγγραφας με λλους ομτεχνος του της 10ετας του '60. Κοινς, επσης, θεματικς ξονας εναι η ηθογραφικ ανλυση των ηρων του, των απλν ανθρπων γρω απ τους οποους πλκει τους λογοτεχνικος του μθους, η οπτικ γωνα με την οποα διερευν αληθινος χαρακτρες. Στην προκειμνη περπτωση ο συγγραφας παρουσιζει μια φανερ κρυφ αφηγηματικ στση που λειτουργε ενοποιητικ στο συνολικ φος του ργου μαζ με τη χρονολογικ θα λεγε κανες παρταξη των διηγημτων.



     Στο διγημα Ο Σιολας ο ταμπκος, ο συγγραφας, με την μμεση αναφορ του στο κστρο και στην λμνη, οριοθετε τον κοινωνικ του χρο στην πλη των Ιωανννων, διαμορφνοντας εκ των προτρων το σκηνικ μιας κοινωνικς διαφορς που θεμελινεται πνω στον παρντα ξεπεσμ την λλοτε ευημερα αυστηρ ιεραρχημνων κοινωνικν ομδων, πως ταν τα ισνφια στις Βαλκανικς πλεις του 18ου και 19ου αι. Στα Ιωννινα, στη Λρισα και στη Θεσσαλονκη, σημαντικ κντρα παραγωγς και συγκντρωσης δερμτων, εξακολοθησαν να επιβινουν εργαστρια με τη παραδοσιακ τους μορφ μχρι και τη 10ετα του '60. Οι ταμπκοι θεωροσαν τι ανκαν σε μια παλαι συντεχνα, συνεπς κλειστ κοινωνικ ομδα, που κατοικοσε εντς του κστρου στην ανατολικ πλευρ της λμνης. Σα κλειστ κστα χουνε διαμορφσει την υποστηρικτικ μυθολογα της διαφορς τους με τις καττερες κστες διατηρντας μνο σχση με τους κακτσδες, εξαιτας κυρως του πθους του κυνηγιο. Παρλο που στο συγκεκριμνο διγημα ο συγγραφας εξετζει ναν μνο εκπρσωπο τοτης της συντεχνας, εναι σαφς τι μσω του Σιολα εκπροσωπεται το συνολικ συντεχνιακ ρεμα αντθεσης προς το κοινωνικ περιβλλον.
     Μσα σε αυτ το κλειστ, υποθετικ αταρκες, περιβλλον (Αυτρκεια. Ηθικ. Κοινωνικ. Πολιτικ), ο Σιολας ο ταμπκος γεννθηκε, μεγλωσε και δημιοργησε τη δικ του οικογνεια, αρνομενος να βισει τις εξελξεις του περιβλλοντς του, καθς κθε νεωτερισμς εταν ξιπασμς, αρνομενος ακμα και να αποδεχθε ναν ξενιτεμνο της συντεχνας του. λα εναι κρυφ, ακμη κι η απγνωση της συζγου του που δεν μπορε να μιλσει για τη φτχεια. Ο μετασχηματισμς κι η εκβιομηχνιση της ελληνικς επαρχας επηρασε καταλυτικ το ισνφι των ταμπκων, φρνοντας τον νθρωπο αντιμτωπο με τη μηχαν που κατεργαζτανε τα δρματα κι ευκολτερα και φθηντερα. Ο κσμος των βυρσοδεψν και των εργαστηρων τους ρχισε να φθνει με την αλλαγ των κοινωνικν και οικονομικν συνθηκν, σε σημεο που, παρ την ρνησ τους να βισουν τις επερχμενες αλλαγς, οι ταμπκοι στο πρσωπο του Σιολα υποκπτουν κι αρχζουν να μεταλλσσονται, ερχμενοι σε επαφ με τις καττερες κστες. Πρκειται για μια οδυνηρ αλλ απλυτα απαρατητη αλλαγ που αφυπνζει και ταυτχρονα δνει την ευκαιρα. Ο Σιολας ο ταμπκος αποφασζει να πουλσει το δκανν του στο γφτο. O γφτος, αντθετα απ κεντρικος ρωες των επμενων διηγημτων που πραγματευμαστε, αρνεται το προσωπικ κρδος. Γνωρζει τι σημανει το πλο για τον κυνηγ κι χι μνο αρνεται να το αγορσει σ' εξευτελιστικ τιμ αλλ του δανεζει κι να κατοστρικο. Η συνειδητοποηση πως ο γφτος κι ο βαρελς αργτερα εναι καλο νθρωποι, γνεται το τλος της απομνωσης κι η αρχ της αλλαγς: "τσι πγε ο πρτος ταμπκος, στθηκε στο παζρι και πολησε το κυνγι του".



     Αντθετα, σε να λλο διγημα της συλλογς στο Ο Τφος, καμμα αναφορ δεν κνει ο συγγραφας, στω και μμεση για τη πλη, ζωγραφζει μονχα να τοπο στα περχωρα που σμερα χει αλλξει. Εδ χει σημασα η σημαντικ αντθεση ανμεσα στον κυρ Αντνη τον Τσιγαλο ευηπληπτο πολτη και στριγμα της κοινωνας και τον μπρμπα Σποργο, τον μιαρ ξνο, τον ολομναχο. Ο νας εναι απλυτα ενταγμνος στο δικ του σστημα αστικν αξιν, με τη δραστρια συμμετοχ του στις δημοτικς εκλογς και με τη θση του επιτρπου, ο λλος διωγμνος απ τον τπο του, απ τη δνη μιας εσωτερικς σγκρουσης της οικογνειας για ζητματα κληρονομικ. Εναι περιθωριοποιημνος που και να πει, δεν μπορε καν να διαχειριστε τη διαφορ του απ τα κοινωνικ σνολα με τα οποα ρχεται σε επαφ. Κι οι 2 χαρακτρες ενοικιζουν απ μα δημοτικ παργκα στα περχωρα της πλης. Ο νας τη θεωρε κεφλαιο, αποκομπι των γερατειν του, ο λλος απλ να τπο ρεμο για να γαληνψει. Εκενος που θεωρε τη καλβα του κεφλαιο θα προσπαθσει και θα τα καταφρει να διξει τον ξνο, προσπτοντς του φονικ που δεν κανε, διχνοντς τον με τη συνεργασα της υπλοιπης κοιντητας, με τον διο τρπο δηλαδ που διωχναν τον ξνο τα κλειστ κοινωνικ συστματα δη απ την 1η αστικ επανσταση στο διβα της ιστορας και τις αρχγονες συγκροσεις γαιοκτησας.
     Για διαφορετικος λγους καννας απ τους δο δεν επιχειρε να βελτισει τις δημοτικς καλβες. Ο κυρ Αντνης γιατ περιμνει τη δημιουργα ενς δρμου που θα του φρει πελατεα, ο μπρμπα Σποργος γιατ δεν ενδιαφρεται παρ μνο για τη γαλνη του. ταν ο δρμος ρχεται ο Σποργος πρπει να βγει απ τη μση χριν της επιδωξης του προσωπικο κρδους του κυρ Αντνη που τον Σποργο στο χρι τον εχε. Παρλα αυτ ο ανταγωνισμς θα ρθει με τη μορφ νων κεφαλαων και καλοσχεδιασμνων επιχειρσεων με αποτλεσμα να μη χαρε καθλου ο κυρ Αντνης για την πρρεια νκη του. Με τη βοθεια δικηγρων και της αστυνομας, με τη βοθεια δηλαδ του συστματος που ευνοε το οικεο, ο Σποργος απομακρνεται και τη θση του στον ανταγωνισμ του κυρ Αντνη παρνει το πραγματικ μαγαζ. Ο κυρ Αντνης βρσκεται σε ευθεα σγκρουση με τις νεοτερικς εξελξεις και την τουριστικ αξιοποηση του τπου, σε ευθεα δηλαδ σγκρουση με το κοινωνικ σνολο. Θαμμνος στις παραδοσιακς αξες του αρνεται κι αυτς να δει τι οι γυνακες χορεουν πλον εδ και καιρ στην αγκαλι των ανδρν, αρνεται να δει στο βθος πως ο μπρμπα-Σποργος, ο ενντιος, τανε στη πραγματικτητα ο σντροφος και συμπλρωμ του. Εναι φυσικ, λοιπν, να νισει την απραντη μοναξι του τφου, ταν συνειδητοποιε πως ο Σποργος επστρεψε μονχα για να πεθνει.



     Στο Η θεια μας η Αγγελικ, το κεντρικ πρσωπο, η θεια η Αγγελικ ζει στη πλη των Ιωανννων της περιδου του Αλβανικο μετπου, μια πλη με ντονες δημογραφικς πισεις εξαιτας της λλειψης του μαχμενου πληθυσμο, που δη απ το 1922 πσχει συνολικ απ φτχεια, αισχροκρδεια κι ανεργα. Ο πλεμος εναι μα κφραση της βιαιτερης πιθανς κοινωνικς πεσης κι αλλαγς, την οποα υφστανται οι ρωες, πως τους αφηγεται ο συγγραφας στα πλασια της μικρς τους πλης. Φτωχ δια με πενιχρ εισδημα βρσκεται, ωστσο, σε αρμονικ συνφεια με τον κοινωνικ της περγυρο, παρνοντας και δνοντας συναισθματα, τρφιμα, την γνοια της για τον κσμο, την τρυφερτητα του περγυρου ανεξαρττως κοινωνικς θσης. "Φχαριστομε κυρ' Αγγελικ, λεγε ο φουκαρς ο Καμινρης κι η καρδι του γλυκαιντανε". Η θει Αγγελικ ζει σ' να κσμο, σ' να μαχαλ που οι καλο αλλ φτωχο νοικοκυραοι συνυπρχουν με τους παλιος αρχντους, οι Χριστιανο με τους Οβραους στο παζρι, οι κουδουνδες, οι χαλκωματδες κι οι τσαρουχδες στα στεν του παζαριο να παλεουν περιθωριοποιημνοι πλον ενντια στη μηχαν που τους παρνει το ψωμ. Για λλη μια φορ παρουσιζεται εδ το μοτβο της εκβιομηχνισης που απειλε την ευημερα, αλλζοντας τις οικονομικς συνθκες παραγωγς και τα κοινωνικ τους συμφραζμενα, οδηγντας στην περιθωριοποηση λλοτε επικερδ επαγγλματα. Η προδοσα της αντιπροσωπευτικς ηρωδας ρχεται με την επιδωξη προσωπικο κρδους σε βρος της κοιντητας, του μαυραγορτη, του Αντνιου Γωγοση, ο οποος χρη στην εμπιστοσνη της θεας Αγγελικς μετατρπει το κελρι της σε αποθκη μαρης αγορς, οδηγντας τη σε σγκρουση με το περιβλλον, που δεν μπορε να κατανοσει την γνοι της στο δεδομνο θμα. "Ωχο τρα… Το κελρι κυρ' Αγγελικ, ποιος τους το 'δωσε των φονιδων -εγ τους το 'δωσα; Παρτα μας, λω". Ο διος ο Γωγοσης εναι το τομο που στρφεται ενντια στην κοιντητ του ετε για λγους αισχροκρδειας, ετε για λγους επιβωσης στις αντξοες συνθκες που παργει για τον τπο η πολεμικ σγκρουση.
     Σε λο το ερος της συλλογς διηγημτων του Χατζ παρατηρεται σαφς επδραση των οικονομικν και κοινωνικν μετασχηματισμν μιας κοινωνας που εκσυγχρονζεται απναντι στους παραδοσιακος τρπους επιβωσης και κυρως στα παραδοσιακ επαγγλματα. Οι ρωες των διηγημτων ετε ρχονται σε σγκρουση με τις παλις αξες αλλζουν την οπτικ γωνα με την οποα βλπουν τον κσμο υπ την πεση της φτχειας, πως ο Σιολας ο ταμπκος. Ενοτε αισχροκερδον εκμεταλλεονται, χριν προσωπικο οφλους, πως στην περπτωση του Αντνιου Γωγοση του Μαυραγορτη του κυρ Αντνη του Τσιγαλου. Διατηρντας μια πεισματικ προσλωση στην κοινωνιολογικ δισταση του μθου του , αναδεικνει τις αντιθσεις που παργει το τομο σε σχση με το περιβλλον του κι αντθετα. Ταυτχρονα διαμορφνει μια δικ του ανθρωπολογα του ξνου στην περπτωση του μπρμπα Σποργου, φρνοντας στην επιφνεια στοιχεα τοπικισμο και καχυποψας προς καθετ ξνο. Μπροστ σε ναν κσμο που αλλζει ραγδαα τα κλειστ συστματα δεν χουν οτε την παλαιτερη θση, μτε την προγενστερη αξα τους. χοντας δει τον κσμο να αλλζει ο συγγραφας, μεταφρει το βωμ του με τον καλλτερο δυνατ τρπο μσω της τχνης του.

ργα που χουν εκδοθε:

Φωτι, μυθιστρημα εκδσεις Γκοβστη, Αθνα, 1946.

Το τλος της μικρς μας πλης, διηγματα, εκδοτικ Νας Ελλδας, Ρουμανα, 1953, εκδσεις «Επιθερηση Τχνης», Αθνα, 1963 (τελικ μορφ), εκδσεις Κεμενα, Αθνα, 1981 και εκδσεις Το Ροδακι, Αθνα, 1999.

Θητεα (αγωνιστικ κεμενα 1940-1950), διηγματα, εκδσεις Κεμενα, 1979.

Ανυπερσπιστοι, διηγματα, εκδσεις Θεμλιο, 1966.

Το διπλ βιβλο, μυθιστρημα, εκδσεις Εξντας, 1976 και Κεμενα, 1977 (αναθεωρημνη κδοση).

Σπουδς, διηγματα ξανατυπωμνα και λλα, εκδσεις Κεμενα, 1976.


Το πρσωπο του Νου Ελληνισμο, διαλξεις και δοκμια, εκδσεις Το Ροδακι,


======================


                                         Ανυπερσπιστοι...

Επεισδιο απ τον Εμφλιο Πλεμο του 1947-1949 στην Ελλδα. Η κρια δναμη των ανταρτν εχε συντριβε στη Ρομελη. Κυκλνοντας τα βουν, ο κυβερνητικς στρατς τραβοσε τρα σιγ και μεθοδικ την εκκαθριση, χτενζοντας λη την περιοχ κι’ εξοντνοντας τις τελευταες δυνμεις τους, τσακισμνες και σκορπισμνες. Παραπνω, στη Μακεδονα και την πειρο, ο πλεμος δεν εχε κριθε, συνεχιζταν μ’ λο το πεσμα μιας τελικς αναμτρησης που θα γινταν σε λγο.
Η μικρ ομδα των αναρτν, δεκατισμνη και ξεκομμνη, νοιωθε πια τον κλοι και την σφιγγε – κλεινε, μκραινε γρω της με θανσιμη σταθερτητα. Η ξαφνικ παγωνι στο τλος του Απρλη –ακμα νας θνατος πνω σε κενα τ’ αγριοβονια. Μια τελευταα δυναττητα εκλογς, να πνε να χτυπηθονε – πλι θνατος. Να μενουν εκε σο να ’ρθουν να τους πισουν αργ και γι’ αυτ – τους σκοτνανε πια τους αιχμαλτους, τους τραυματες που πφταν στα χρια τους. Οι προθεσμες για την παρδοση εχαν περσει – τους σκοτναν και τους αυτμολους.
Εχανε κνει και την τελευταα προσπθεια που μποροσαν να κνουν. Τραβξανε δεξι, μσ’ απ’ το δσος, να τον σπζανε τον κλοι, μπορε να βρσκαν δικ τους τμματα. Πσαν πνω σε φυλκια με πολυβλα, τους δεχτκαν με πυκν πυρ. νας τους πεσε πινοντας την κοιλι του – θερισμνη απ ριπ. Δεν μποροσαν να τον προυν, να τον βοηθσουν, τποτα δεν μποροσανε να του κνουν. Τον σκοτσανε να μη βασανζεται – μεινε εκε. Οι λλοι γυρσανε πσω και ξαναμπκανε στην τρπα που τους απμεινε.
Τρεις μρες βρισκνταν εκε και δεν κνανε τποτα – μονχα τρμαν απ το κρο. Φωτι δεν ανβανε, φοβντανε τον καπν. Ξαναμετρσανε τα τελευταα τους εφδια, τα πυρομαχικ και τα τρφιμα. Δεν τανε πολλ, δεν τανε για πολ. Αναμετρσανε και τις δυνμεις που τους απμειναν – δεν ταν κι αυτς για πολ. Απ τη μρα που δοκμασαν να περσουν, πρπει να τους ξραν πως κρυβντανε σε κενο το μρος του δσους, να τους εχαν επισημνει. Αριο, μεθαριο το πολ, θ’ αρχζανε να τους ψχνουν, ορισμνα, σημαδεμνα γι’ αυτος. Να μενουν εκε, να μενουν ακμα – πλι θνατος. Μονχα θνατος. Ολοθε. Απ’ ολοθε.
Τα μεσνυχτα εχαν περσει. Χινιζε συνχεια.
Το πρω θα ’ρθουνε πια, επε κποιος.
Καννας δε μλησε.
Τι δε σκοτωνμαστε, βρε παιδι, μεταξ μας; επε σε λγο ο Σατλης. Ο τελευταος κρατει μια σφαρα… Και πεθανουμε λετεροι…
Ο Σατλης τανε κομμουνιστς απ την Αθνα. Φοιτητς. γραφε και ποιματα, λγαν.
σε τα αυτ τα δικ σου, να ζσεις, επε συχα ο διμοιρτης ο Γρβας. Στα βιβλα γνονται, Σατλη.
Ο διμοιρτης τανε λοχας στην Αλβανα. Πολμησε στερα στον ΕΛΑΣ. Και πολεμοσε τρα – κπου δκα χρνια. Χωρς ξαρση και χωρς φρκη για τον πλεμο.
Φοβσαι τρα, Σατλη; επε κποιος μσα στο σκοτδι.
Ντρπομαι, επε αυτς.
Δεν αυτοκτονον οι επανασττες, Σατλη, επε επσημα ο Λλης. Οτε ντρπονται για τις δυσκολες.
Ο Λλης ταν ο πολιτικς επτροπος του λχου τους. Στις μχες βρθηκε να ’ναι στη διμοιρα τους, ξεκοπκαν απ τους λλους – μεινε μαζ τους. Τα λγια του ταν πντα παρμνα απ κομματικς αποφσεις και μαθματα πολυγραφημνα.
Μα προς τι; ακοστηκε πλι ο Σατλης. Επανσταση το λες ακμα; Να μας κυνηγονε πνω στον πγο; Σα λκους;
Σπασαν λοι – κι ο Λλης. Σκεφτταν τα λγια του – την επανσταση, την ντροπ. Και σκεφττανε και τους λκους. Τις τελευταες μρες, καθς αραωσαν τα πυρ, αρχσαν να ουρλιζουνε γρω τους – ακμα νας θνατος.
Να πμε εμες να τους βρομε, επε ο Στρμος. Ελπδα δεν χει, δεν χει επτροπε, κατλαβ το… Πεθανεις μως ορθς… Και ζωντανς, σαν ντρας.
Ο Στρμος δεν τανε κομμουνιστς, τποτα δεν ταν. Βρθηκε να ’ναι μαζ τους μνο γιατ ’ταν αντρτες. Και δεν φυγε ταν το μετνιωσε – να μην πονε πως δελιασε.
Εγ δεν πω πουθεν, επε ο Φαρμκης. Οτε αυτ που λει ο Σατλης – παλαβομρες δικς του. Καθστε εδ, να παραδοθομε.
Ο Φαρμκης θελε να παραδοθε. Το ’θελε απ καιρ, μα φοβθηκε να το κνει. Κρατοσε ακμα μια ελπδα, δε θα τους σκτωναν, τουλχιστον αυτν.
Πμε που σας λω γω, ξανπε ο Στρμος. Ο Σατλης σκοτνεται κει μοναχς του, εσ παραδνεσαι…
ευχαριστημνος κι ο επτροπος – δεν αυτοκτονσαμε, επε ο Βερβρης. Σηκθηκε, χτυποσε τα πδια του κτω, χοροπηδοσε.
Τρελθηκες; επε συχα ο διμοιρτης.
Κρυνω, επε αυτς. Μονχα κρυνω…
Ο Βερβρης τα μοραζε λα: φανλες, τα τσιγρα, τις σφαρες του. Τρα εχε μενει ο γυμντερος απ’ λους.
Να μην πεθνουμε ακμα, παιδι, ακοστηκε σε λγο σρνοντας τα λγια του ο Βασλης ο Μουλαρς.
Ο Βασλης ο Μουλαρς ταν νθρωπος του βουνο κι απ κενα τα μρη. Μια φορ το χρνο μιλοσε. Γρισαν λοι τα μτια τους καταπνω του – να μποροσαν να τον βλπαν κενη την ρα.
Την κορφ του βουνο, τους επε, σρνοντας πλι κθε του λξη, δεν μπορε να την χουν πιασμνη. Πμε απ κει, να φγουμε.
Καννας δε μλησε. λοι τους εχαν σκεφτε γι’ αυτ την κορφ, να φγουν και μνο γι’ αυτ δεν επανε τποτα. Η διαταγ τους ταν ρχισε η επθεση ταν αυστηρ, να μη φγουν, να μην αφσουνε το βουν, να κρατηθον ως την τελευταα τους σφαρα, σο να ’ρθουν ενισχσεις κι εχανε δσει στις συνελεσεις που γνανε, το λγο της επαναστατικς τους τιμς. Τρα πια δεν ξρανε τποτα για το λχο τους, για τις λλες δυνμεις, για λον τον πλεμο. Τα πυρ εχαν αραισει πρα πολ, φαινντανε κποτε να ’χουν ολτελα σταματσει – η σιωπ του τλους. Οι φωτοβολδες που πφταν εχανε μενει ο τελευταος τους δεσμς με τον κσμο – μετροσανε μ’ αυτς απ νχτα σε νχτα πσο κονττερα φτσανε τα φυλκια του στρατο που τους ζναν.
Μπροστ μας βρσκονται ωστσο, επε κποιος σε λγο. χουνε φυλκια ψηλτερα απ μας.
Δυο μλιστα, επε νας λλος.
χουν επε ο διμοιρτης. Το ’να βρσκεται δω, χαμηλ, πολ κοντ μας. Το μαρκρισα εγ, σας περνω απ δπλα.
Τ’ λλο βρσκεται ψηλτερα, στα μισ του βουνο, επε ο Βασλης. Εναι κανα δυο καλβια, αυτ θα ’χουν πισει. Σας περνω εγ μσα απ’ το δσος.
Η διαταγ μας εναι να μενουμε εδ, επε ο Λλης.
τανε, σντροφε επτροπε, επε ο διμοιρτης.
Οι κομμουνιστς δεν αυτοκτονον, σντροφε επτροπε, επε νας λλος. Εσ δεν το ’πες;
Μα πο θλετε να πτε; ξανπε ο Λλης.
Σωπσαν. Στ’ αλθεια, δεν ξραν που θλουν να πνε.
Καλ, επε σε λγο ο Φαρμκης, το περσαμε αυτ το φυλκιο το κτω. Και περσαμε, ας πομε και τ’ λλο. στερα;
στερα, επε ο Βασλης, ξρω το μονοπτι του γκρεμο, που περνει στην κορφ. Δεν το ’χουν ακμα πιασμνο, δε γνεται να το πισαν. Μτε το ξρουν. Και να το ξρανε, δεν προφτανανε να το πισουν – κι εναι και αυτς ο καιρς…
Σα να λμε, δηλαδ, να φγουμε πια, επε ο Λλης. Πς το μπορετε;
Πσος δρμος εναι ως εκε; ρτησε ο διμοιρτης σα να μην τον κουσε.
Ως τον γκρεμ;
Ναι, ως τον γκρεμ.
Απ τρα ως το βρδυ, χωρς στση.
Κι απ κει στην κορφ; ρτησε κποιος.
Η κορφ εναι στην λλη κρη απ’ το πρασμα του γκρεμο. Φτσαμε στο γκρεμ, φτσαμε πια στην κορφ, τους εξγησε ο Βασλης.
Δηλαδ, σα να λμε, δδεκα δεκατσσερις ρες…
Τσο.
Καλ… Πες εσ τις κναμε αυτς τις δεκατσσερις ρες. Και τα περσαμε τα φυλκια. Και πες πως βγκαμε στην κορφ. στερα;
στερα πφτουμε πσω…
Και πσω; Τι λες εσ; δεν το ’χουν πισει;
Απ’ την λλη πλευρ του βουνο; Δεν πιστεω να πρφτασαν. Εναι μεγλα τα δση, τι να φυλξουν; Δεν μπορε να τα πισαν ακμα, μτε πινονται αυτ, ττοια δση, τα περσματα θα ’χουνε πισει.
Και λοιπν, τα μεγλα δση, επε κποιος. Δηλαδ πλι κλεισμνοι.
χι, επε ο Βασλης. Απ κει περνομε στον Πνδο. Γλιτσαμε.
Γλιτσαμε, επε ο Φαρμκης. Και ποιος σου λει πως δεν τον πρανε και τον Πνδο;
χι, χι, επε ο Λλης. Οι δικο μας εναι κει. Τον κρατνε τον Πνδο.
Ττε τι μας λες εσ να κτσουμε δω; ρτησε κποιος.
Να κρατσουμε και μεις εδ. Αυτ.
Και γω σου λω πως τον πρανε και τον Πνδο, μουρμορισε κποιος. κουσ την αυτ την ησυχα τριγρω μας… Τλειωσε ο πλεμος. Μονχα εμες απομεναμε…
Δεν ξρω, μπορε κι αυτ, επε ο Βασλης. Μ’ αν την περσουμε μεις αυτ την κορφ και πσουμε πσω στα δση, στερα, αν τλειωσαν λα, σκορπζουμε… Εναι και τα χωρι… Τι να σας πω;..
Και πς μπορομε εμες να την περσουμε ττοια κορφ; Με ττοιο κρο; Μ’ αυτ τα πδια; κανε μια τελευταα προσπθεια ο Φαρμκης. χι, δεν το μπορομε…
σο μπορομε, σοι μπορομε, επε ο Στρμος και σηκθηκε. Τι τα ψιλολογτε δω πρα;
Τι χουμε να χσουμε; επε ο Βερβρης και σηκθηκε κι αυτς. Αν περσουμε, αν ζσουμε, πμε στον Πνδο, τους βρσκουμε…
Και μας περννε στρατοδικεο, επε κποιος.
Μονχα εμνα. Εγ την δωσα τη διαταγ, επε ο διμοιρτης και σηκθηκε. Ξεκινμε.
Σηκθηκαν λοι, κι ο Φαρμκης. Κι ο Λλης σηκθηκε, δεν επε τποτα, δεν κανε τποτα. Φορτωθκαν τα πλα τους, τους δειους γυλιος, τα λγα τρφιμα που τους μειναν, συμμζεψαν πνω στο σμα τους τα κουρλια τους, χτυποσαν στο χμα τα πδια τους, αραωσαν. Μερικο κνανε το σταυρ τους μσα στο σκοτδι.
Ο Βασλης μπροστ τους οδηγοσε μσ’ απ’ το δσος. φησε το μονοπτι, κοψε ψηλτερα, πιασε τον ανφορο, ευθεα. Κθε λγο σταματοσε, κοταζε γρω, σα να ’βλεπε μες στο σκοτδι, σκυβε κτω, σα να μυριζταν τον τπο – σταματοσανε λοι. Κινοσε πλι – κινοσανε πσω του. Μσ’ απ τα τρπια ποδματα που φοροσαν, λλοι κουρλια δεμνα με σπγκους, τα δχτυλα των ποδιν τους ξυλιζανε. Ο αγρας περνοσε μσ’ απ’ τις τριμμνες τους χλανες. νας ξεπγιασε. Σταθκανε λγο μπροστ του, του κλεσαν τα μτια, στερα πρανε το γυλι του, ξεκνησαν πλι. Πνω απ’ τα δντρα ξημρωνε να φως σκοτωμνο.
Ο Βασλης σταμτησε, στθηκαν λοι, μαζετηκαν γρω του.
Το φυλκιο, τους επε, τ’ αφσαμε δεξι. Πει αυτ…
Δρμο τρα για τ’ λλο, επε ο διμοιρτης.
Και πτε λες να το φτσουμε; ρτησε κποιος.
Τα βλπετε; Τρα βιζεστε κιλας, επε κποιος και γλασαν λγο.
Μιλτε σιγ, επε ο διμοιρτης. καλτερα μη μιλτε ακμα…
Ξεκινσανε πλι, περπατοσαν αμλητοι. λο το πρω. Πριν απ το μεσημρι φτσανε στην κρα του δσους. Στθηκαν εκε, φγαν ρθιοι λγο ψωμ, ξεκνησαν πλι. Εχανε τρα μια πλαγι ν’ ανεβονε, γυμν κι απτομη, πνιγμνη στο χινι – κι πεφτε ακμα, εκενο το χινι το πυκν, το παχ, που πφτει βουβ. Πηγανανε με τα χρια και με τα πδια. Κθε βμα γινταν βαρτερο, δυσκολτερο. Κθε λγο σταματοσαν, βοηθοσανε, τραβοσανε κποιον.
Αχ, ας μενουμε λγο, επε η Κατνα.
ταν η τελευταα γυνακα της διμοιρας τους π’ απμεινε ζωνταν. Βραδυποροσανε στην ουρ της φλαγγας με το Σατλη – πντα με το Σατλη. Παλιτερα τους εχανε κατηγορσει στη συνλευση του λχου – ερωτοτροπες και μικροαστικ υπολεμματα. Τρα της πρανε το γυλι, κποιος λλος φορτθηκε την κουβρτα της.
Δω μου το πλο σου, της επε ο Σατλης. Εδ, στον ανφορο λγο.
Στθηκαν. Σκωσε τα δυο της τα χρια και του τρβηξε τη μλλινη κουκολα, που του σκπαζε λο το πρσωπο, αργ και την σιαζε. Χαμογλασαν ο νας στον λλο. Του ’δωσε το ντουφκι της. Πιστηκαν απ το χρι και κνησαν να φτσουν τη φλαγγα.
Δε χρειστηκε να το κουβαλει πολ. Σε λγο στθηκε, ακουμπντας την πλτη του σ’ να βρχο. στερα κθισε κτω με την πλτη, το κεφλι του ακουμπισμνο στο βρχο. Η Κατνα βαλε τις φωνς, σταμτησαν λοι.
Σκω απνω, θα ξεπαγισεις, πρσταξε ο διμοιρτης.
Ο Σατλης χαμογελοσε.
χω μια ζστη, επε. Εναι καλ…
Ο Βασλης ο Μουλαρς, τρεξε κοντ του. Τον ρπαξε απ τα χρια, τον τναξε.
Φτνουμε στο φυλκιο… Στο φυλκιο.. Κστα…
Ο Σατλης τον κοιτοσε, δεν σηκωνταν. Χαμογελοσε πντα, εχε μια ζστη και τα μτια του βασιλεανε μακρι, σα να νσταζε. Ο Βασλης την ξερε αυτ τη ζστα κι αυτ τη νστα πριν το ξεπγιασμα – λοι την ξρανε πια. Τ’ φησε τα χρια, του ’δωσε να μπτσο, δετερον, μταια. Ο Σατλης γειρε δπλα. Τον ρπαξε ττε στην αγκαλι του, κλλησε τα χελη του στο στμα του. Τα χρια του Σατλη κρεμαστκανε κτω. Τον ακομπησε στο χμα σιγ, σα να τον ξπλωνε, του ’κλεισε τα μτια, το δικ του το πρσωπο ταν λουσμνο στα δκρυα –τραβχτηκε παραπρα να μη τον βλπουν. Η κραυγ της Κατνας ξσκισε την ερημι του τπου. Στθηκαν λοι, κπως περισστερο, μπροστ σ’ αυτν το Σατλη το φοιτητ, με τα βιβλα και τα ποιματα, την επανσταση, την Κατνα και τα μικροαστικ υπολεμματα – τον κοιτοσαν που τον σκπαζε το χινι, κτω απ κενο τον ολγυμνο βρχο. στερα, κποιος σκυψε, τον γρισε, του ’βγαλε το πουλβερ – το δσανε στο Βερβρη, το φρεσε. Ψξανε στις τσπες του – τα δσαν λα σ’ αυτν. Κποιος του ’βγαλε και την κουκολα, της τη δσαν αυτηνς, τη φρεσε με το ζρι. Πραν απ το γυλι του το λγο ψωμ και τις σφαρες, ο Βασλης μπκε μπροστ, ο διμοιρτης μεινε πσω πσω, κινσανε πλι. Η Κατνα κλαιγε και τα δκρυ της τρχανε μσα την κουκολα του Σατλη.
Και περπατοσανε πλι. λο το μεσημρι. Με τα χρια και με τα πδια σ’ αυτ την πλαγι, σπου φτσανε πλι σε δασωμνο μρος. Πσανε ττε ξπνοοι πνω στα δντρα, ακουμποσανε τις πλτες τους στους κορμος, τους αγκλιαζαν να σταθον ορθο.
Μη στκεστε δω, επε ο Βασλης. Φτσαμε στο φυλκιο.
Κουργιο, παιδι, επε κι ο διμοιρτης. Να το περσουμε γργορα. Αραιωθετε. Γργορα. Αμλητοι.
Σταθετε, επε ο Λλης και βγκε μπροστ. Στθηκε, γρισε το κεφλι του, τους κοταξε λους. Σντροφοι… θα το χτυπσουμε αυτ το φυλκιο.
ταν τοιμος να τους θυμσει το λγο της επαναστατικς τους τιμς να μην αφσουνε το βουν. ταν τοιμος γι’ αυτ τη μχη. Απ τα μεσνυχτα που ξεκνησαν και δεν ξαναμλησε, τη σχεδαζε μσα στο νου αυτ τη μχη, μια νκη, να στσουν φυλκιο εκε, να σταθον, να ξαναρχσουν εκε, να τον ξαναρχσουν απ κει τον πλεμο σ’ αυτ το βουν, με τα εφδια που θα παρναν, με τα σκορπισμνα τμματα που θα μαζεονταν, με τις ενισχσεις που θα φτναν σε λγο – θα φτναν σε λγο. Τα δανεισμνα λγια εχαν τελεισει, δεν εχε καθλου λγια. νοιξε τα χρια του σα να τους αγκλιαζε, το πρσωπ του ακριο γνηκε φως.
Θα το χτυπσουμε, σντροφοι… Σντροφοι…
Ο μικρς του στρατς στεκταν μπροστ του, ασλευτος, απρθυμος. Τον εχαν κνει τον περισστερο δρμο, κοντεανε πια στην κορφ της σωτηρας. Καννας δε μλησε, μνα λοι με τα μτια σκυμμνα. στερα, σαν λοι μαζ, τα σηκσανε, ζητοσαν του Βασλη τα μτια. Σκωσε το κεφλι του, γρισε, κοιτοσε το διμοιρτη – λα τα μτια καρφθηκαν απνω του. Στεκτανε δπλα στο Λλη και κενη η βαθι χαρακι του στα φρδια φαιντανε ν’ αυλκωνε λο το μτωπο. Η σιωπ φαιντανε να ’πηξε, σα να πγωσε γρω τους.
Ξεκινμε, επε ο διμοιρτης σε λγο.
Το φυλκιο, επε ο Λλης. Και θα το προυμε… κανε να βμα μπρος.
Ο διμοιρτης κανε να βμα προς τα πσω. Γργορα, δυνατ, ζυγιασμνα, τον χτπησε πσω στο κεφλι με τη λαβ του πιστολιο του. Ο Λλης γειρε μπρος, δετερο χτπημα κι πεσε.
Εμπρς… Στη γραμμ… Προχωρετε, επε ο διμοιρτης.
Η ομδα στεκταν ακμα, ασλευτη σα μαζωμνη, με τον επτροπο μπροστ στα πδια της. Ο Βασλης κνησε πρτος, μπκε μπροστ, οι λλοι πγανε πσω του, ο διμοιρτης μεινε τελευταος. Ο Βερβρης πγε, στθηκε δπλα του. Κοιταχτκανε στα μτια.
Πες πως το ’κανα γω, επε ο Βερβρης – αυτς που τα ’δινε λα.
Ο διμοιρτης πλωσε το χρι του στον μο του, πγαν τσι κοντ στους λλους.
Ξεκνησαν. Περπατοσανε τρα με το κεφλι σκυμμνο – ο νεκρς επτροπος βραινε πνω στις πλτες τους. Μσα στο μρος το δασωμνο, που βρσκονταν ακμα, τανε λγο καλτερα – δεν εχαν εκενο το χινι που τους κουκολωνε και τους πνιγε. Σε λγο περνοσαν ψηλτερα απ’ το φυλκιο, ξω απ’ τον κλοι του στρατο. Το κρο δυνμωνε. Σηκσανε τα κεφλια τους, πετξανε τους νεκρος που τους βραιναν, να λευτερσουν τις πλτες τους, να γρηγορψουνε το περπτημα, να φτσουν.
Ως το βρδυ θα πεθνω κι εγ, επε η Κατνα και στθηκε.
Σταθκανε, την αρπξανε, την τρβηξαν, ξεκνησαν πλι. Κθε λγο πρεπε τρα να σταματονε, να μαζεουν τη μικρ τους φλαγγα που ’σπαζε, να χαστουκζουν, να σηκνουν κποιον που καθτανε κτω. λο τ’ απγεμα. Κατ την ρα που πρε και βρδιαζε, τα δντρα αρχσαν κι αραωναν.
Παιδι, βγκαμε πνω… Μπανουμε τρα στο μονοπτι, ακοσανε μπρος τη φων του Βασλη.
Περπατσανε λγο, βγκαν απ τα δντρα, να το δονε το μονοπτι. Καννα μονοπτι δεν τανε, καμι κορφ της σωτηρας. Δε χινιζε εκε. νας τπος ολγυμνος απλωνταν μπροστ τους, σιος πρα για πρα και λυσσασμνος αγρας τον δερνε, σκωνε σκνη το χινι και το ’παιζε. Το σνορ του απ’ την λλη μερι χανταν, δε βλπανε σνορο, δε φαιντανε καννα σνορο σ’ αυτν τον τπο, τποτα δε φαιντανε, να χος μονχα μπροστ τους και το χινι που σκωνε ο αγρας και το ’παιζε. Το τρμαξαν λοι αυτ το τποτα π’ απλωντανε μπρος τους, κνανε πσω, να ξαναμπονε στα δντρα.
Προχωρετε, ακοστηκε πσω ο διμοιρτης μ’ ση φων του ’χε μενει.
Προχρησαν. Το δσος χθηκε πσω τους, ξαφνικ, σα να ρουφχτηκε. Τους τλιξε η καταχνι. Βρσκονταν τρα πνω σε κενη την πλα, πσω και μπρος τους δεν τανε τποτα και κθε βμα που κναν λο και βολιαζαν μσα στο χος της. Ξεχυθκανε μπρος, σαν να κοπδι λαχταρισμνα ζα. Σρνονταν λοι, σρνοντας ο νας τον λλον. Δεν πηγανανε πια πουθεν. Ο κσμος, επανσταση, διαταγς, πλεμος, ο στρατς, τα φυλκια, κορφ, σωτηρα, λα λα εχαν τελεισει στην κρη εκενου του δσους που βολιαζε. Ουρλιζοντας πσω τους, νας σπρος θνατος τους κυνγαγε…
Εγ θα πεθνω ως το βρδυ, επε ο επιλοχας, ο Κρκας. καμε λγο να σηκωθε, κοταξε γρω του με τα σβησμνα του μτια κι πεσε πλι.
Ο Κρκας τανε μνιμος στο στρατ. Και τον αγαποσε – λα του τ’ αγαποσε, την πειθαρχα, την τξη, τον κανονισμ, τις γυαλισμνες αρβλες, τα στρατιωτκια, τους λοχαγος, την αναφορ το πρω. Και τρα πως θα πεθνει ως το βρδυ, για την τξη τους το επε, σα να ’δινε την αναφορ του.
λοι θα ψοφσουμε δω… Απψε κι εμες, επε ο λοχας, ο Δημκης.
Κι ο Δημκης μνιμος ταν. Λωποδτης, αγαπητικς, τραννος στο στρατνα, εχε τρα δυο παρσημα στον εμφλιο πλεμο, και τα δυο προκινδυνεοντας για τους ντρες της διμοιρας τους. Πγε κοντ στον Κρκα, γοντισε δπλα του. τανε πλι μοσκεμα στον ιδρτα, κτω απ’ τις κουβρτες του τρεμε ολκληρος. Του σκοπισε το μτωπο με την πετστα που ’ταν πεταγμνη δπλα, του σιαξε τις κουβρτες, σκυψε πνω του.
Θλεις τποτα; Επιλοχα…
Ο Κρκας δεν αποκρθηκε. πεφτε πλι σε βθος. Ο Δημκης σηκθηκε, κοταξε γρω τους στρατιτες μσα στη σκην.
Τλειωσε το κονικ; ρτησε κποιος.
Το κονικ το ’χανε τελεισει με τη διανομ της περασμνης μρας. Ο Δημκης σκυψε, πρε το δικ του παγορι, πγε πλι κοντ στον Κρκα, τ’ αναποδογρισε στο στμα του.
Σηκθηκε, τους κοταξε πλι, τναξε το παγορι του ανποδα, το πταξε στην κρη.
Μην τον αφνετε μνο του, τους επε βγανοντας.
Πει ο Κρκας… Ο καλς ο Κρκας, μουρμορισε νας και κουλουριστηκε στις κουβρτες του.
Ο Δημκης μπκε στην λλη σκην. τανε και κει μερικο και τουρτοριζαν.
Τι δε δοκιμζεις πλι, μωρ Γιαννολη, επε κποιος.
Τι να δοκιμσω, μωρ; Δεν χω ασρματο. Απ χτες ακμα. Πρτε το απφαση.
Ο ασυρματιστς Γιαννολης εχε περσει τον εμφλιο πλεμο σε ζεστος καταυλισμος, κοντ σ’ εφοδιασμος και σε διοικσεις. Το ’χε σγουρο πως θα πγαινε τσι σαμε το τλος. Η απστευτη περιπτεια να βρσκεται τρα δω πνω, τον τρλαινε, χειρτερα απ’ το κρο.
Δε γνεται τποτα; τον ρτησε κι ο Δημκης.
Δε γνεται τποτα, λοχα, επε ο Γιαννολης. πρεπε να μ’ αφνατε χτες να κατβω. Τρα κλειστκαμε δω…
Ρξε μια φωτοβολδα, επε νας στρατιτης.
Απαγορεεται φωτοβολδες, επε ο Δημκης.
Θα πεθνουμε, λοιπν…
ταν η Τρτη μρα που το μικρ τμμα του κυβερνητικο στρατο βρισκτανε πνω σε κενο το πρασμα της κορφς. Δυο στοιχεα πολυβλου , δυο στοιχεα πεζικο, νας ασρματος.
Ο λοχαγς τους τανε κι αυτς απ κενα τα μρη, πως ο Βασλης ο Μουλαρς – και τα ’ξερε, το ’ξερε κι αυτς πως χει να ττοιο μονοπτι στην κορφ του βουνο, πνω στο γκρεμ το ’χε ακοσει μικρς μσα σε παλις ιστορες για καραβνια, αγωγιτες, κλφτες και δρκους. ψαξε, το βρκε πνω στο χρτη, το σημεωσε καλ, πρε το χρτη, σηκθηκε και πγε στη διοκηση του τγματος – να το πισουν αυτ το πρασμα, πριν ακμα τελεισουν οι μχες στα χαμηλματα του βουνο.
Μνο απ κει μπορονε να πνε…
Ο λοχαγς τανε νος. Και μισοσε τους κομμουνιστς – δικ του μσος. φεδρος, πρτη φορ πολεμοσε – και πολεμοσε σαν λος ο πλεμος να κρινταν απ’ αυτν, απ το δικ του το μσος.
Και δεν πνε; επε συχα ο ταγματρχης κι οτε κοταξε το χρτη που του ’δειχνε. Πο θα πνε; Θα πεθνουν απ το κρο.
Ο ταγματρχης τανε μνιμος. Γερασμνος μσα στους πολλος πολμους της γενις του, δεν τους βρισκε καμι νοστιμι – νικητς, νικημνοι, οι νεκρο που πεθανουν, οι ζωντανο που ξεχννε και πλι τα δια. Ετοτος ταν ο τελευταος του πλεμος πριν απ τη σνταξη.
Το κρο, μλιστα, επε κι ο λοχαγς. Μα δεν εναι ββαιο πως θα ψοφσουν λοι τους απ’ το κρο…
Κι οι δικο σου που θλεις να στελεις; Δεν παγνουν αυτο;
Ο λοχαγς τρβηξε λγο τις πλτες… σωστ κι αυτ, μα τη θση.
Θα βαστξουν, επε. Σμερα, αριο, μια δυο μρες, σο που να πμε και μεις – θα βαστξουν.
Λογριασε τις διπλς, τις τριπλς, επε ο ταγματρχης. Πντα τις διπλς λογριαζε…
Ο λοχαγς – πλι τις πλτες – κι αυτ σωστ, μα τη θση.
Θα διαλξω καλος, ψωμωμνους, επε. Και τον ξρετε, τον επιλοχα τον Κρκα.
Πλι τον Κρκα, μωρ παιδ μου;
Δεν χω καλτερον.
Καλτερον… Αυτο οι καλτεροι χνονται πντοτε στον πλεμο απ τον καιρ του Φιλοκττη, σ’ λους τους πολμους, αυτο, λοχαγ… Μα δεν εναι ντιμο να τους σκοτνουμε μεις, με τα χρια μας… επειδς εναι καλτεροι…
Ο λοχαγς δεν ξερε ποιος ταν αυτς ο Φιλοκττης. Τρβηξε πλι τις πλτες του, νοιξε λγο τα χρια – τη θση.
Σωπσαν. Ο λοχαγς στεκταν ορθς με το χρτη στα χρια – θελε να πισουν αυτ τη θση. Κι θελε να στελει τον Κρκα. Ο ταγματρχης σκωσε τα μτια του, τον κοταξε μια φορ, σαν να τον μετροσε. Ξανσκυψε το κεφλι με τ’ σπρα μαλλι. Ο λοχαγς εχε δκιο. Και για τη θση και για τον Κρκα – ξανασκωσε το κεφλι του και τον κοταξε.
Να την πισεις τη θση, επε. Στελε τους. Και τον Κρκα.
Κι ναν ασρματο; επε ο λοχαγς;
Ασρματο;
Μλιστα. Να μη ρξουν απ κει φωτοβολδες.
Ο ταγματρχης σηκθηκε.
Σωστ, λοχαγ. Το Γιαννολη θα στελεις.
Νομζετε; Αυτ το μμολο;
Ο ταγματρχης ξερε πως αυτς ο Γιαννολης τανε σπιονος του λοχαγο. ριξε στο τραπζι το μολβι που κρατοσε στα χρια του. Το χελι του τρεμε λγο.
Δε νομζω τποτα, επε. Διαταγ του τγματος – κι η φων του ταν εχθρικ, σμπως να ’τανε να ξεπληρσει τον Κρκα, μ’ αυτ την πρξη δικαιοσνης για το Γιαννολη.
Την δια μρα η μικρ δναμη του κυβερνητικο στρατο φυγε για την κορφ. Ο Κρκας δε θλησε να το πει πως ταν ρρωστος – κρυωμνος. Ο Δημκης το ’ξερε, πγε πλι μαζ του.
Πρτε μπλικο κονικ, τους εχε πει ο λοχαγς. Για δυο μρες, για τρεις.
Πρανε για τσσερις μρες, για πντε, σο μποροσαν να κουβαλσουν. Με την ξαφνικ παγωνι τη δετερη μρα το ’χαν τελεισει.
Και σπρτο να πρετε.
Και σπρτο πρανε, πολ. Το ξοδψαν για τους πρησμνους, τλειωσε κι αυτ.
Επιμελητεα μην περιμνεις εκε πνω, επιλοχα, σο να ’ρθουμε. Πρε φα, λιπαρ, σοκολτα.
Πρε. Δε βοηθσαν σε τποτα.
Τα σκαπανικ τα πρες;
λα τα ’χε πρει ο Κρκας. Περσανε μια νχτα στο μικρ καταυλισμ στο τελευταο φυλκιο, ζεσταθκανε στα καλβια, ξεκουρστηκαν. Την λλη μρα φτασε πνω με τη μικρ του δναμη. δωσε το σμα με τον ασρματο που λειτουργοσε ακμα, στησε τα πολυβλα του ακριβς απνω στο πρασμα, οργνωσε τις θσεις, βγαλε σκοπις απνω στο πλτωμα ως εκε π’ αρχζαν τα δντρα. Τα ’κανε λα σωστ και με τξη, πως εναι στον κανονισμ. Τη νχτα ρθε το κρο, του τα χλασε λα. Οι στρατιτες ξυλισανε μσα στις σκηνς, οι μικρς φωτις μσα στα κρνη δε βοηθοσαν σε τποτα, οι περιπολες δεν ξεμτισαν πρα απ’ το μονοπτι, τρεις σκοπο του πθαν κρυοπαγματα. Το πρω τα πλα, τα πολυβλα βρεθκαν κοκαλωμνα, τα λδια πξανε μσα, ο πγος εχε σκεπσει τα οργματα. Χωρς βλαστμιες, χωρς βιασνη, επμονα, μερα, χωριτικα αυτς ξανρχισε με ψηλ πυρετ.
Πτρο, εσαι σχημα, επε ο Δημκης. Να σε κατεβζαμε στο φυλκιο;
Κνε τη δουλει σου, λοχα, επε αυτς.
Το μεσημρι ο πυρετς του ανβηκε στα σαρντα, στθηκε ορθς ως το βρδυ, στειλε μια ομδα, φρανε ξλα, ανψαν φωτις – δε βοηθοσαν. Επιθερησε τις σκηνς, τις σκοπις, τους πρησμνους, τους δωσε λο το σπρτο. Μοιρσανε το τελευταο κονικ, πιε το δικ του μονοροφι, κοιμθηκε αμσως, παραμιλοσε λη τη νχτα. Το πρω της τρτης μρας κανε να σηκωθε, βγκε ως τ’ νοιγμα της σκηνς – πεσε πια. Φναξε το Δημκη.
Πρε τη διοκηση, Σωτρη, μπρεσε κι επε. Κρτα τη θση… σο να ’ρθουν… Και τα παιδι… Σωτρη.
Δεν ξαννοιξε το στμα του ως το μεσημρι που τους επε πως θα πθαινε. Η μικρ μονδα εχε ολτελα παραλσει. Οι στρατιτες γυρνοσανε σαν τρελο, μπανανε στις σκηνς, κουκουλωννταν με τις κουβρτες τους, τα κκαλ τους αρχζανε και πονοσαν, ττε κνανε να βγονε, ξεπγιαζαν, ξαναμπανανε μσα, πονοσαν πλι τα κκαλ τους.
Ας κνουμε κτι, επε νας στρατιτης. Να μην πεθνουμε τσι.
Τι να κνουμε, μωρ παιδ μου; επε ο Δημκης.
Να κατεβζαμε τουλχιστο τον επιλοχα στο φυλκιο. Να μη μας πεθνει εδ, επε ο Σαββπουλος.
Ο Σαββπουλος τανε τερστιος, νας γγαντας που ’τρεμε τρα. Μποροσε να το ’χει για σγουρο – θα τον βζανε στη μεταφορ και περνοσε στο φυλκιο τη νχτα.
Θα σας μενει στο δρμο. Μην κνετε ττοια πρματα, επε ο Κρκελος.
τανε ξερακιανς, λειψανβατος – μποροσε να το ’χει για σγουρο, δεν τον βζανε αυτν στη μεταφορ.
Ο Δημκης πγε να χαμογελσει στραβνοντας λγο τα χελια.
τσι κι αλλις θα πεθνει, επε κποιος. Εμες τι κνουμε, να τη βγλουμε αυτ τη νχτα…
Πμε κτω στο φυλκιο, επε κποιος.
Στρατοδικεο.
Στρατοδικεο, ναι… Μα θα λυπηθονε – δεν μπορε.
ταν να στρατιωτκι, ο μικρτερος απ’ λους, να παιδ. Ο Δημκης γρισε και το κοταξε – το λυπθηκε πολ.
Ο Βαλκης ο δεκανας βγκε μπροστ.
Ν’ αφσουμε τη θση, λοχα. Να κατεβομε πιο κτω, απ’ την λλη μερι. Το πρω ξαναρχμαστε.
Ο Βαλκης τανε δσκαλος. Βαρς νθρωπος, δσκολος, σιος. λοι το ’χανε σκεφτε – καννας δεν το ’πε. Η σιωπ φαιντανε να ’πηξε, σα να πγωσε γρω τους.
Θα μας μαρτυρσει αυτς ο Γιαννολης, επε σε λγο ο ανσωτος, εκενος ο Κρκελος.
Κμε το λοχα, επε ο Βαλκης, σα να μην κουσε. Τσες ψυχς εδ στο λαιμ σου…
Γρισε κι φυγε – οι λλοι σκορπσαν. Ο Δημκης μεινε κει με το κεφλι σκυμμνο. στερα τυλχτηκε στη μαντα του, τον εδαν που πρε το μονοπτι. Τρβηξε ως την κρη – κατβαινε. Στθηκε κει μια στιγμ, κοταξε γρω του, πσω του, σα να τον μτραγε αυτν τον κατφορο – στερα ρχισε και κατβαινε απ’ την λλη μερι του βουνο. Κατβηκε πιο κτω, προχρησε ακμα. Πνω στην κορφ ακουγταν ο αγρας που ’χε αρχσει και λσσαζε. Εδ ταν να βαθολωμα, ο αγρας κοβταν, τα βρχια απ πνω το σκπαζαν. Γρισε, κοταξε λο το μρος – ταν στ’ αλθεια ημερτερο λγο.
Ο Βαλκης μπκε στη σκην του Γιαννολη. τανε πντα πεσμνος στην κρη, κουκουλωμνος με τη χλανη και τις κουβρτες του. Καννας λλος δεν τανε μσα. Ο Βαλκης πγε κοντ του, γοντισε δπλα του. Ο Γιαννολης ανασηκθηκε λγο, τον κοταξε – πγε κτι να πει. Εδε τον λλο που γρισε το κεφλι του κατ το νοιγμα της σκηνς νας τρμος πρασε μσ’ απ’ τα μτια του.
Εσ τον χλασες τον ασρματο; επε ο δσκαλος.
Δεν αρνθηκε, δεν επε τποτα, εχε παραλσει. Ο Βαλκης σκυψε πνω του, πλωσε τα χρια του και του ’πιασε το λαιμ. Τα ’σφιξε, δυνατ, δυναττερα. Ττε τρβηξε τις κουβρτες, τον ξανασκπασε και σηκθηκε τινζοντας τα χρια του σα να ’τανε σκονισμνα. ξω ακουγταν η σφυρχτρα του Δημκη – οι στρατιτες μαζευντανε γρω του. Πγε κι αυτς. Ο Δημκης ξανασφριξε δυναττερα, μαζετηκαν λοι.
Μαζετε τις σκηνς, τους επε. Και τα πρματ σας…
Οι στρατιτες τον κοταζαν, κοιταζντανε.
Τις σκηνς σας, επα, μαζετε τις. Μαρς.
Σκορπσανε γρω, ξηλνανε τις σκηνς, τις διπλναν, μαζεαν τα πλα τους, τους γυλιος, τις κουβρτες. Απ τη σκην του Γιαννολη τρξανε κι επαν, τον βρκανε μσα ξεπαγιασμνον.
Αφστε τον εκε, επε ο Δημκης. Το πρω τον θβουμε.
Τα πολυβλα;
Το πρω.
Ετοιμαστκανε. Ο Δημκης μπκε μπροστ, περσαν το πρασμα, κατεβκαν λοι, προχωρσαν απ την λλη μερι του βουνο, φτσανε σ’ αυτ το βαθολωμα. Στσαν εκε μια σκην, στρσανε κτω τις λλες. Ο Σαββπουλος κι λλοι δυο κουβαλσαν τον Κρκα, τον απιθσανε κοντ στο βρχο, τον σκεπσανε καλ, βοηθσανε και τους λλους τρεις με τα πρησμνα πδια να κατεβονε. Μαζευτκαν λοι μσα στη σκην τανε λγο καλτερα. Βρδιαζε ξω, μσα σκοτενιαζε. Ο Δημκης πγε και κθισε δπλα στον Κρκα.
Και το ξρετε, επε, εγ τρα πω επ εγκαταλεψει…
λοι θα πμε, επε ο Σαββπουλος. Μη φοβσαι, λοχα. ντρες εμαστε…
Τρχες, Σαββπουλε, επε ο Δημκης.
Καννας δεν πει στρατοδικεο, επε ο Κρκελος, ο ξερακιανς. Ο Κρκας δωσε τη διαταγ. Τον κουσα εγ με τ’ αυτι μου…
Ψματα, ρουφινε, Κρκελε, επε ο Δημκης. Μην τον βνεις τον Κρκα στο δικ σου το στμα…
Μα γιατ, επε ο μικρς. Ο Γιαννολης που θα μαρτυροσε…
Δεν ξαναμλησαν. Μερικο κνανε το σταυρ τους, μαζετηκαν λοι, κολλσαν ο νας δπλα στον λλον, κουκουλωθκανε με τις κουβρτες τους. Σκοτενιασε ολτελα μσα. Μερικο βγκαν ξω, πολεμοσαν ν’ ανψουν φωτι – χαμνος κπος και τα παρτησαν, ξαναγυρσανε μσα με δντια που χτπαγαν, γνατα που πονοσαν, ξαναπσανε δπλα στους λλους. Ο Κρκας κθε λγο παραμιλοσε – το Δημκη φναζε. Οι λλοι τρεις με τα κρυοπαγματα βογκοσαν. λοι νιθανε τους αρμος του κορμιο τους, ξεκλειδωνντανε και πονοσαν. Δε σαλεανε πια. Λγο αργτερα, την δια ρα που οι αντρτες χαροπαλεανε πνω σε κενο το πλτωμα, τανε κι αυτο πρα για πρα ανκανοι ν’ αντισταθον στο ξεπγιασμα, να το πολεμσουν. Η θανσιμη νστα του εχε αρχσει και τους κυρευε.
Οι αντρτες περσανε τ’ σπρο πλτωμα. Σε λγο νισανε τα πδια τους να κατηφορζουν. τανε το πρασμα, το μονοπτι του γκρεμο. Περσαν μπροστ στ’ αφημνα πολυβλα –δεν τα ’δανε. Μ’ ση ζω τους απμεινε αφεθκαν και ροβολοσαν, κατρακυλντας απ την λλη μερι του βουνο, κυνηγημνοι ακμα απ κενο το φβο του χους. Κατεβαναν πως τους πγαινε αυτς ο κατφορος. Η σκην των στρατιωτν βρισκταν πιο κτω, μσα στο γοβωμα –δεν την εδαν, δεν βλπανε πια. ταν φτσανε μπρος της, ττε σταμτησαν. Πσανε πνω της, πασπατεοντας βρκανε τ’ νοιγμα, μπκανε μσα.
Για μια στιγμ οι στρατιτες σα να ξυπνοσανε, κνανε κπως να σηκωθονε. Οι λλοι στκαν ασλευτοι, δε λγαν, δεν κνανε τποτα, δεν προστξανε τποτα. Ττε το ’νιωσαν πως ταν αντρτες, δεν ταν ο λχος τους που τρομξαν. Μια φων πνιγμνη, σαν μογκρισμα ζου, ακοστηκε μνον και ξαναπσαν εκε που βρισκνταν.
Μη βαρτε εσες, μπρεσε κι επε ο Βαλκης.
Για μια στιγμ οι αντρτες, σα να ξυπνοσανε τρα, να βγαναν απ το χος, πγαν να κνουνε πσω. Οι λλοι δεν εχαν σαλψει να τους δεχτονε, να τους χτυπσουν – ττε ξρανε πως δεν εχαν πσει σε δικ τους τμματα, που τρομξαν. λλη μια φων πνιγμνη, πλι σα μογκρισμα ζου, ακοστηκε μνο.
Αντρτες εμαστε… Μη βαρτε, μπρεσε κι επε ο Βασλης.
στερα λοι μαζ πσανε δπλα στους στρατιτες. Δε βλπανε τποτα, δεν κνανε τποτα, καννας δεν επε τποτα. Ακουγτανε μνο το βγκημα αυτν που πονοσαν, λοι πονοσαν, λοι βογκοσαν. Ο αγρας λσσαζε στην κορφ. Το κρο δυνμωνε.
Σε λγο αρχσαν και σλευαν, κποιοι ζωντνευαν – λοι ζωντνευαν λγο. Στριμωχνταν ο νας κοντ στον λλον που ’τανε δπλα του να χωρσουν – δε βλπαν, δεν ξραν ποιος ταν, στρατιτης αντρτης. Πφτανε πλτη με πλτη, αγκαλιζονταν, μπλκαν τα σκλια τους, να ζεσταθονε κοντ του. Ο Βασλης σκοντησε αυτν που ’τανε δπλα του. Δε σλεψε, μεινε πως ταν, μπρομυτα πεσμνος. πλωσε το χρι του, το ’νιωσε απ τη χλανη του πως ταν στρατιτης, τον πιασε απ το σβρκο, τον σφιγγε σο μποροσε, ζεσταινταν κι αυτς με το σφξιμο. Ο στρατιτης σλεψε λγο, γρισε απ’ το πλευρ, νοιξε την κουβρτα του, τον πρε μσα. Ο μικρς ταν. Κουκουλωθκαν μαζ, γινε λγο ζεσττερα.
Μην κοιμσαι, του ’πε ο Βασλης.
Μην κοιμηθες, επε κι ο μικρς.
Η Κατνα κρωνε ακμα πολ. Εχε πσει κοντ στον Κρκα. Απ το λλο του πλευρ τανε πεσμνος ο Δημκης. Αυτ τρεμε ακμα, τρεμε ολκληρη. Τραβχτηκε κοντ στον Κρκα, πολ κοντ του. Ο ψηλς πυρετς του αναδιντανε γρω του, τον νιωθε. Παραμιλοσε ακμα – πντα με το Δημκη. πλωσε τα χρια της στα σκοτειν και του σκοπισε το μτωπο, μουσκεμνο στον δρωτα. φησε κει την παγωμνη παλμη της και το δρσιζε, το χρι της ζεσταινταν. Το ξαναπρε, το ’βαλε πλι και πλι. Το παραμλημα σε λγο σταμτησε. Η ανσα του ακουγτανε μσα, ξεχριζε, βαρι, κομμνη, δυσκολεμνη. στερα ακοστηκε η φων της Κατνας – σαν εκενη μες στο δσος.
Κρκα μου, ακοστηκε απ δπλα κι η φων του Δημκη.
Το κρο δυνμωσε μονομις. Απ κενη τη γωνι που κετεται ο Κρκας ανεβανει κι απλνεται, περνει τις κουβρτες, τις χλανες και μπανει μσα στα κκαλα. Σφγγονται λοι κοντ στους λλους, κονττερα, να ζεσταθονε, να τ’ αποδιξουν. Δε λνε τποτα, σφγγονται μνο κοντ στον λλον, να ζεσταθονε, να τον ζεστνουν, τα χρια κποτε τρομαγμνα τον πασπατεουν – εναι ζεστς ακμα, αυτς ο δικς τους.
Κοντεουνε τα μεσνυχτα.
Το κορμ τους ζεστθηκε λγο μ’ αυτ τ’ αγκλιασμα – αρχζει ττε κι ο νους και ξυπνει. Ξυπνει λγο – φοβονται αμσως.
Οι αντρτες θλουνε ττε να σηκωθονε να φγουν, να τραβξουνε το δρμο τους μσα στο δσος, να μην εναι δω το πρω με το φως. Οι στρατιτες ζεσταθκανε λγο, θλουνε τρα να φγουν, να ξαναγυρσουν στ’ αφημνα πολυβλα, να την προυν απ δω τη σκην, να μη μενει τποτα το πρω απ’ αυτ τη νχτα της προδοσας. Σαλεουν λοι, ανασηκνονται λγο, να το ξεφγουν αυτ τ’ αγκλιασμα, να τελεισουν. τσι που πσαν ανκατοι δεν ξρουνε τους δικος τους πο βρσκονται, εναι επικνδυνο ν’ αρχσουν τρα να τους φωνζουν. Η τξη χλασε μσα, ξεσκεπστηκαν, κρυνουνε πλι. Φοβονται και σφγγονται πλι δπλα στον λλον. Λουφζουν. Το πρω θα βρεθον εκε, θα βρεθον τσι. Οι στρατιτες θα ξαναγνουν στρατιτες, αυτο οι αντρτες θα γνουν αντρτες. Ο λχος, το πρασμα, τα πολυβλα, τα τμματα, ο σκοτωμνος επτροπος – τα φοβονται. Οι περισστεροι και πιο δυνατο θα τους σκοτσουνε το πρω τους λλους, τους λιγτερους και λιγτερο δυνατος – τον φοβονται αυτν που βρσκεται δπλα τους. Τα χρια σαλεουνε μσα στο σκοτδι, ψχνουν τα πλα τους, να ζεστνουνε τη σκανδλη τους, να ξεπαγσουνε τις θαλμες με τα χρια τους που ζεσταθκανε λγο, τα πασπατεουν, τα σιγουρεουνε δπλα τους. Ακογονται που τα σρνουν κοντ τους – να χτπημα σε κουμπι, σε ζωστρα, να κρακ μιας ασφλειας – κποιος την νοιξε. Το κορμ κρυνει ξαν, οι αρμο τους αρχζουν ξαν να πονονε, στην κορφ ακογεται εκενος ο αγρας, απ τη γωνι που κετεται ο Κρκας ανεβανει εκενο το κρο και μπανει στα κκαλα. Και ττε πλι φοβονται και σφγγονται πλι κοντ στον λλον που βρσκεται δπλα τους. Μικρς γροθις ακογονται βιαστικς σε μια πλτη, μια κουβρτα που τραβιται, να χρι που τρβεται κπου, να βγκημα – η νοχη φων σρνεται πλι μες στη σκην, χαμηλ, μητρικ:
Μην κοιμσαι…
Το πρω ο καιρς μαλκωσε κπως, ο αγρας πεσε, χινιζε πλι. Μλις εχε ξημερσει ταν απ το προχωρημνο φυλκιο δσαν στη διοκηση του λχου να σμα με τον ασρματο: Στην κορυφ του βουνο ακουστκαν πριν απ λγο πυκν πυρ, ησυχα στερα απλυτη. Κοντ στο φυλκιο βρκαν παγωμνον ναν αξιωματικ των ανταρτν, προφανς επτροπος, σκοτωμνος απ τους δικος του και περιμνουν διαταγς. Ο λοχαγς ριξε στην πλτη τη χλανη του κι τρεξε στη διοκηση του τγματος με το πολτιμο σμα.
Ο ταγματρχης το πρε, το διβασε, του το ’δωσε πσω. Σκωσε τα μτια του και τον κοταξε – λαμποκοποσε ακριος.
Εχαμε δκιο, επε αυτς, χαρζοντς του το μισ του θραμβο, που την πισαμε αυτ τη θση.
Ναι, επε συχα ο ταγματρχης. Δεν παγσανε, λοιπν. Σκοτωθκαν εκε πνω. Εχες δκιο λοχαγ… Μονχα εσ… Εσ – κι αυτς ο επτροπος ββαια που τον σκτωσαν οι δικο του… Πρε τσι… σο να μθουμε τι απγινε εκε.
Θα μετακινσω αμσως το φυλκιο στην κορφ, επε ο λοχαγς, γεμζοντας να τσι.
Φυσικ… Ο πλεμος συνεχζεται…


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers