-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Arouet Francois Marie (Voltaire):

  Francois Marie Arouet (1694-1778)

                                        Βιογραφικ

     Πρκειται για μιαν απ τις μεγαλτερες δινοιες στη γαλλικ ιστορα. Υπρξε μγας μελετητς, φιλσοφος, ποιητς, συγγραφας θεατρικν αλλ και μεγλων ργων, ταν ευφυστατος, με σπνιαν ασθηση χιομορ κι ετοιμλογος. Γνωστς για το αιχμηρ πνεμα, τα φιλοσοφικ κεμενα και την υπερσπιση των αστικν ελευθεριν, συμπεριλαμβανομνης της ελευθερας της θρησκεας και του δικαιματος σε δκαιες δκες. Ειλικρινς υποστηρικτς της κοινωνικς μεταρρθμισης παρ τους αυστηρος νμους λογοκρισας στη Γαλλα και τις σκληρς ποινικς ρτρες για κενους που τους πατον. Επσης ταν απ τους κορυφαους εκπροσπους του Ντεσμο (Deisme λγεται η ποψη πως λογικ μλλον, παρ θεα αποκλυψη παρδοση, πρπει να τοποθετονται στη βση της πστης στο Θε. Οι ντεστς απορρπτουν την οργανωμνη θρησκεα και προωθονε τη λογικ ως τον κρσιμο παργοντα στη λψη ηθικν αποφσεων. Η λογικ αυτ βση εθισται να θεμελινεται στο κοσμολογικ επιχερημα (επιχερημα σχετικ με το Πρτο Ατιο), το τελεολογικ επιχερημα (επιχερημα του Σχεδιασμο), καθς κι λλες πλευρς αυτο που ονομαζταν φυσικ θρησκεα. Ο ντεσμς κατληξε να ταυτιστε με την κλασσικ πεποθηση τι ο Θες δημιοργησε μεν τον κσμο, αλλ δεν παρεμβανει πλον στη λειτουργα του, μολοντι τοτο δεν αποτελε απαρατητο συστατικ του ντεσμο.).
     Γεννθηκε στις 21 Νομβρη 1694 στο Παρσι, 5ο παιδ ενς συμβολαιογρφου, του Francois Arouet (1650-1722), που ταν δευτερεων αντερος υπλληλος του Υπουργεου Οικονομικν και της Marie Μarguerite d' Aumart (1660-1701), κρη ευγενος οικογνειας του Poitou, που μως πθανε, ταν ο μικρς ταν 7 ετν. λαβε τις πρτες του σπουδς σε ιησουτικο κολλγιο εκε, το Louis-le-Grand. πως θα πει ο διος αργτερα, εκε δεν μαθε, παρ μνο λατινικ κι ηλιθιτητες. Ωστσο εκε μαθε κι ελληνικ, ισπανικ, ιταλικ κι αγγλικ. Στα 17 του παρατ το κολλγιο και μελετ μνος του Νομικ, για 2 χρνια περπου. Σγκαιρα μως, πινει φιλες στον αριστοκρατικ κκλο, λγω των χιουμοριστικν του στχων και της ευφρδεις του. Πριν αφοσιωθε πλρως στο γρψιμο, εργζεται σα γραμματας στον Γλλο πρεσβευτ στην Ολλανδα, που κι ερωτεεται μια γαλλδα πρσφυγα, τη Catherine Olympe Dunoyer.
     Σντομα μως αναγκζεται να επιστρψει στο Παρσι, γιατ ο πατρας του επμενε, να τονε σπουδσει Νομικ κι τσι ο Βολταρος προσποιθηκε πως σποδαζε και πως εργαζτανε σε κποιο δικηγρο σα βοηθς, μα πραγματικ γραφε, γραφε μανιωδς. ταν ο πατρας του ανακλυψε την αλθεια, επμεινε κι αυτ τη φορ τον στειλε στην επαρχα να σπουδσει. Στα 1717, λγω μιας καυστικς στιρς του που ενχλησε τη γαλλικ κυβρνηση, -πιο συγκεκριμνα, τον διο το βασιλι Λουδοβκο 15ο και τον αντιβασιλα του, Φλιππο τον 2ο της Ορλενης- συλλαμβνεται κι αναγκζεται να περσει 11 μνες γκλειστος στη Βαστλλη. Μες στη φυλακ, δε χνει χρνο, ξαναγρφει τον "Οιδποδα" -τον εχε γρψει πριν μερικ χρνια μα στη φυλακ τον συμπληρνει και τονε βελτινει-, που 'ναι κι η πρτη του μεγλη θεατρικ επιτυχα. Βγανει απ τη φυλακ ταν διαπιστνεται πως εχε γνει λθος. Ανεβζει τον "Οιδποδα" στο Theatre Francais στις 18 Νομβρη 1717 κι η παρσταση μνει για 45 βραδις. Ττε αποφασζει να χρησιμοποισει το καλλιτεχνικ ψευδνυμο Βολταρος. Αυτ η επιτυχα τον ανβασε στα μτια λου του κσμου, στε να κερδσει αρκετ χρματα και να στραφε στις επενδσεις -ιδιατερα στη Compagnie des Indes (Εταιρεα Των Ινδιν)- και τον μπασε και με τα δυο πδια στο Γαλλικ Διαφωτισμ.
     Συνεχζοντας τη θεατρικ του παραγωγ, τλειωσε το "Artemire" Φλεβρη του 1720. Το ργο απτυχε και δεν το δημοσευσε ποτ στο σνολ του, αν κι αργτερα αναπλστηκε μ' επιτυχα και κποια μρη του ξαναχρησιμοποιηθκανε σ' λλες εργασες. λλα ργα του που δημοσιευθκανε στη διρκεια αυτς της περιδου ταν η τραγωδα "Μαριννα" (Marianne) κι η κωμωδα "Ο Αδικριτος" (L' Ιndiscret).




     Το 1726, προσεβλθη απ ναν ισχυρ νεαρ ευγεν, τον Chevalier de Rohan κι απντησε με πολ σχημο τρπο, χλευζοντς δημσια. Τονε καλε σε μονομαχα μα η οικογνεια Rohan, χοντας μεγλην επιρρο στο παλτι, κανε χρση ενς lettre de cachet, για ν' αποφγει οποιαδποτε προβλματα. Κενη την εποχ, ταν να πρσωπο μ' επιρρο θελε να διωχθε κποιος εχθρς του, που μως δεν τονε βραινε καννα γκλημα, μποροσε να προμηθευτε να μυστικ νταλμα που περπου λεγε πως εναι δυνατ να τιμωρηθε κποιος, χωρς δκη, ακμα και χωρς να 'χει κνει κτι επιλψιμο, αρκε και μνο ν' απειλε τη τξη και τη Βασιλεα. τσι τη μρα της μονομαχας κατφερε αυτ το πλγμα στον θρασ νεαρ εξυπνκια, που δη δεν επχαιρε ιδιαιτρας συμπθειας απ το Παλτι και του δοθκανε δυο επιλογς: Εξορα φυλκιση. Φυσικ ταν δε δικζεται κποιος δε κατηγορεται για κτι, δεν χει καν το δικαωμα να υπερασπσει τον εαυτ του. (Αυτ το γεγονς δε, τανε και το ναυσμα για να ξεκινσει αργτερα ολκερον αγνα για τη βελτωση των γαλλικν νμων και δικαστηρων.) Ο Βολταρος επιλγει οργλος, την εξορα κι απ το 1726 ως το 1729 ζησε στην Αγγλα, που την... ερωτετηκε πραγματικ.
     Γοητετηκε απ τις θεωρες του φιλσοφου John Locke και τις ιδες του φυσικομαθηματικο κι επιστμονα, Sir Isaac Newton. Μσω του φλου του λρδου Bolingbroke ρθε σ' επαφ με τα πνευματικ αναστματα της αγγλικς λογοτεχνας της εποχς. Μελτησε τη συνταγματικ μοναρχα της Αγγλας και την ελευθερα λγου και θρησκεας, που επικρατοσε κει. Ενδιαφρθηκε ιδιατερα για το φιλοσοφικ ορθολογισμ του χρνου και τη μελτη των φυσικν επιστημν. Μελτησε πολ τον Shakespeare, που ακμα δεν ταν ευρως γνωστς στη λοιπν Ευρπη, για να τον απορρψει αργτερα με την ησυχα του. Επσης γραψε στ' αγγλικ τα πρτα δοκμι του, το "Δοκμιο Για Την Επικ ποηση" και το "Δοκμιο Για Τους Γαλλικος Εμφυλους Πολμους", που δημοσιεθηκαν το 1727. Η πιο ενδιαφρουσα παραγωγ του στην Αγγλα ταν η συγγραφ της ιστορας του Κρολου 12ου της Σουηδας που παραμνει κλασσικ στο χρο της βιογραφας.
    Τον εχε συνεπρει λοιπν που 'χε βρει εκε μια καινορια ιδα, τις εργασες του Νετωνα, που αντιπροσπευαν εκενο που μποροσε να εναι το αντθετο του αρχαου, κλειστο αριστοκρατικο συστματος που εχε γνωρσει στη Γαλλα. Ο Νετωνας εχε δημιουργσει να σστημα νμων που δεχνανε λεπτομερς και μ' εξαιρετικν ακρβεια πως κινιταν κθε τμμα του σμπαντς μας. Οι πλαντες λικνζονταν στο διστημα με ρυθμ και στην κατεθυνση που περιγραφαν οι νμοι του Νετωνα. Μια οβδα που θα εκτοξευτανε στον αρα θα 'πεφτε ακριβς στο σημεο κενο που 'δειχναν οι υπολογισμο του Νετωνα για τη τροχι της τι πρεπε να πσει. Πργματι τανε σα να ζοσαμε μσα σε να γιγαντιαο κουρδιστ ρολι κι λοι οι νμοι του Νετωνα ταν απλ τα γρανζια που το κναν να δουλεει. Αλλ' αν μποροσαμε ν' απαιτομε μιαν ορθολογικ εξγηση του μεγλου σμπαντος πρα απ τον πλαντη μας, δεν θα 'πρεπε να απαιτομε το διο εδ κτω στη γη; Η Γαλλα εχε να βασιλι που απαιτοσε υποταγ με την αιτιολογα πως ταν ο αντιβασιλας του Θεο επ γης. Οι αριστοκρτες αντλοσανε την εξουσα τους απ το βασιλι κι ταν λλειψη σεβασμο ν' αμφισβητηθε αυτ. Αλλ τι θα συνβαινε αν μποροσε να εφαρμοστε η δια ανλυση που χρησιμοποιταν απ τον Νετωνα στην επιστμη για ν' αποκαλψει το ρλο του χρματος της ματαιοδοξας των λλων κρυφν δυνμεων του πολιτικο κσμου, επσης;




     Αυτ αναρωτιτανε προβληματισμνος ο Βολταρος, καθς επστρεφε μετ 3 χρνια εξορας, πσω στο Παρσι. ρχισε λοιπν να προωθε τις νες του ιδες με ιδιωτικς επιστολς και τυπωμνα δοκμια. Θα υποστριζε σ' λη του τη ζω το καινοριο ραμα του Νετωνα. ταν νας καλς υποστηρικτς. Αλλ' ακμη κι νας ικανς συγγραφας, σο πρθυμος κι αν εναι να προωθσει κποιο συγκεκριμνο διανοητ, δε μπορε ν' αλλξει να ολκερο θνος απ μνος του. πρεπε να μπορσει να θσει τα ταλντα του σ' να καθοδηγητικ κντρο που θα μποροσε να τα πολλαπλασισει. Συνχισεν μως τη λογοτεχνικ του παραγωγ. Δημοσευσε το επικ ποημα "Ερρικεις" (Henriade), με θμα τους θρησκευτικος πολμους στη Γαλλα, που σατριζε τη θρησκευτικ μισαλλοδοξα. Το ργο του αυτ προκλεσε εντπωση στο αναγνωστικ κοιν και κυκλοφρησε σε 300.000 ανττυπα. Συνμα παρουσασε αρκετς τραγωδες μεταξ των οποων και οι "Βροτος" (Brutus, 1730), "Ζαρα" (Zaire, 1733), "Εριφλη" (Eriphile) & "Αγγλικ Γρμματα" (Letters Concerning The English Nation) δημοσιευμνο στ' αγγλικ το 1733 και στα γαλλικ ως "Lettres Philosophiques
" το 1734, μπορε να ειπωθε πως δωσε θηση στην αγγλικ φιλοσοφικ σκψη κι επιστμη, που χαρακτρισε τη περοδο του Διαφωτισμο. Το βιβλο επσημα απαγορεθηκε στη Γαλλα. Η Βασιλικ Ακαδημα Επιστημν τανε πολ οπισθοδρομικ, εξαιρετικ προσηλωμνη στο τρπο σκψης της παλις φρουρς. Τα Παρισιν σαλνια δε διαφρανε και πολ. Χρειαζτανε βοθεια. Και βρκε απροσδκητα!
     Μια βραδι του 1733, στην περα και μλιστα καθτανε δπλα του. Εχε νομα και μλιστα μακρ, πρμα που 'δειχνε το αριστοκρατικ της καταγωγς και του γμου της και τη λγαν Εμιλ, -επ το συντομτερο. Αλλ γνωριστκανε καλλτερα, στους γμους του Δοκα του Ρισελι, του πρην εραστ της. Μλιστα τη βρκε σχεδν πνω στην ρα που 'τανε και πλι κυνηγημνος απ το γαλλικ καθεστς, λγω ακριβς αυτν των απψεων, περ ελευθερας κι η αφορμ ταν να βιβλο που γραψεν εκθειζοντας τα βρεττανικ τελωνεα. Αυτ το πρανε προσβολ, οι κυβερνντες τη Γαλλα, μα τελικ ο Βολταρος ξφυγε και τον κρυψε η να του αυτ γνωριμα. "Σκφτεται πως εγ εκτς απ να σημεο" μονολογον κι ερωτεονται. Πο διαφωνονε; Στο ερτημα που τη βασανζει σαν αληθιν φυσικ ερευντρια. "Τι εναι γαμτο η ενργεια; Πση ενργεια χει να σμα που κινεται"; Ο Νετωνας χει δη απαντσει. Ο Βολταρος τον υποστηρζει κι εκλακεει τις απψεις του, σ' να βιβλο: "Eléments De La Philosophie De Newton" το γρφει το 1736, αλλ το εκδδει με τ' νομ του το 1738 κι εναι προφανς πως τον χει βοηθσει σημαντικ η Εμιλ. Ο συλλογισμς του Νετωνα οδηγε στο συμπρασμα πως η ενργεια χνεται κι ο παντοδναμος την αναπληρνει σα κποιος που κουρντζει συνεχς το μηχανοκνητο ρολι του σμπαντος. Σιγ μη συμφωνσει η Εμιλ. Επαναφρει το ερτημα μ' επιμον. Οι κυρες στους παρισινος κκλους απορον κι ειρωνεονται."Μα ποι εναι αυτ να τα βλει με τον Νετωνα"; Το διο πιστεει ο Βολταρος για τον εαυτ του, χι μως και για τη καλ του. Η Εμιλ χρησιμοποιε το μυαλ της, σο ελεθερα χρησιμοποιε το σμα της. Ο Βολταρος ταν νθερμος οπαδς της επιστμης. Με την Εμιλ τον νωσε νας παρνομος δεσμς και δεκδες... πειρματα.


    
     "Εχα κουραστε απ τη τεμπλικη, καβγατζδικη ζω του Παρισιο", θυμταν αργτερα, "απ τα βασιλικ προνμια, τους κομματισμος, τις ντριγκες και τις δολοπλοκες ανμεσα στους μορφωμνους. Το 1733 συνντησα μια νεαρ κυρα που συνβαινε να σκφτεται σχεδν πως εγ..." Ο φιλσοφος την ερωτετηκε και τελικ, τον ερωτετηκε κι εκενη. Μαζ μοιρζονταν βαθι ενδιαφροντα, πως για τη πολιτικ μεταρρθμιση. Και πνω απ' λα, μοιρζονταν τη κλση για τη προαγωγ της επιστμης. Ο σζυγς της εχε ναν εγκαταλελειμνο πργο στο Cirey-sur-Blaise, στη NA Γαλλα. Γιατ λοιπν να μη τονε χρησιμοποισουνε γι' αυθεντικν επιστημονικν ρευνα; Τονε ζητ κι ο σζυγος της τονε προσφρει. Αποφασζουν να τον ανακαινσουν μαζ με το Βολταρο. Εκενη την εποχ αυτς της αλλζει την ορθογραφα του ονματς της: Αντ Chastellet, σε Chatelet.
     Μσα σε δυο χρνια ο πργος εχε τελεισει κυρως μ' ξοδα του ενθουσιασμνου φιλοσφου κι τσι ο σζυγος δε βγκε δα και τσο πολ ζημιωμνος. Πολ ευχριστος στη θωρι, εκπληκτικ θα, του φτιξανε θαυμσιους κπους κι εγκατασταθκαν εκε. Για τους δυο ερωτευμνους μελετητς, αυτ ταν να ασφαλς κι ρεμο λιμνι, απμακρο απ την αναταραχ της ζως του Παρισιο και της Βαστλλης.  Η Εμιλ εχε το δικ της επαγγελματικ εργαστριο, υπρχε μια προσωπικ πτρυγα για το Βολταρο, υπρχεν επσης νας διακριτικς διδρομος που συνδεε την κρεβατοκμαρ του με τη δικ της. Οι περιστασιακο επισκπτες απ τις Βερσαλες, βλεπαν μιαν μορφη γυνακα να μνει πρθυμα μσα (φανταστετε μια γυνακα κοσμικ, που λαχταροσε τσα και τσα πργματα και να 'χει εγκλειστε ουσιαστικ, σ' να πργο κοντ στα σνορα Σαμπν και Λωρρανης), δουλεοντας στο γραφεο της μχρι αργ το απγευμα, με εκοσι κερι γρω απ σωρος υπολογισμν και μεταφρσεων. Ο προηγμνος επιστημονικς εξοπλισμς εχε τοποθετηθε στη μεγλη αθουσα. Δημιουργσανε τερστιαν επιστημονικ βιβλιοθκη κι να επιστημονικ εργαστριο με τον πιο σγχρονο εξοπλισμ της Ευρπης.
     ταν τους επισκφτηκε ο Henault, γραψε χαρακτηριστικ: "Ο πργος χει θαυμσια θα. Οι δυο τους εναι βυθισμνοι στις ασχολες τους: Εκενος γρφει στχους στο γραφεο του κι εκενη με τργωνα και διαβτες στο δικ της να μελετ. Η αρχιτεκτονικ του σπιτιο εναι ρομαντικ κι εκπληκτικ θαυμσια".
     Ο Βολταρος ερχτανε στο γραφεο της, χι μνο γιατ θελε να κουβεντισουνε για τον ρωτ τους -αν και δε μποροσε ν' αντισταθε εντελς σ' αυτ-, αλλ και για ν' αντιπαραβλλει τα λατινικ κεμενα του Νετωνα με κποια απ τα πιο πρσφατα σχλια των Ολλανδν. Μερικς φορς η Ντι Σατλ πλησασε πολ στο να κνει το αρχικ λμα προς τις μελλοντικς ανακαλψεις. Εκτλεσε μια παραλλαγ του πειρματος του Λαβουαζι με τη σκουρι κι αν οι κλμακες που 'τανε σε θση να επεξεργαστε μηχανικ ταν ελχιστα πιο ακριβες, σως να 'ταν εκενη που θα 'χε ανακαλψει το νμο της διατρησης της μζας πριν ακμη γεννηθε ο Λαβουαζι. Το 1737 υποβλλει μιαν εργασα στη Γαλλικν Ακαδημα Τεχνν, για το βραβεο κενης της χρονις. Η Εμιλ υπβλλει κι εκενη, μα το κνει κρυφ. ταν τελικ τ' αποτελσματα τους δνουνε χαμνους και τους δυο, μνο ττε του το εκμυστηρεεται. Εκενος γελ με τη ξεροκεφαλι της. Το βραβεο κενη τη χρονια το κρδισε ο Euler.
     Οι επιστημονες-επισκπτες, πως ο Koenig (Κνιχ) κι ο Μπερνολι, μερικς φορς μεναν επ εβδομδες και μνες. Ο Βολταρος ταν ευχαριστημνος που η εθραυστη, νευτνεια επιστμη κρδιζε δαφος μσω των προσπαθειν τους. Αλλ ταν εκενος κι η Εμιλ μπλκανε στους περιπαικτικος, χλευαστικος καβγδες τους, δεν μοιαζε ακριβς με τον κοσμογυρισμνο και πολυδιαβασμνο ντρα που αποφασζει πτε θα αφσει τη νεαρ του ερωμνη να νικσει. Εκενη ταν η αληθιν ερευντρια του φυσικο κσμου κι εκενη που αποφσισε πως υπρχε να βασικ ερτημα στην ρευνα του οποου πρεπε να στραφε: Τι εναι η ενργεια; Η ενργεια του πθους!





                       Ο Πργος τους ττε και σμερα
     
     Καυγαδζουνε συχν για το θμα του Νετωνα.
     Η Εμιλι χει να κουσορι, μιλ πολ γργορα ειδικ ταν τσακνονται και τσο περισστερο σο αυτς δν φνει την νεαρ ερωμνη του να τον νικσει:
 -"Χνεις τον χρνο σου καλ μου και δε βζεις γλσσα μσα".
     Σκφτεται γργορα αλλ στο ερευνητικ της ργο εναι αργ και μεθοδικ.
     Η επιστημονικ κοιντητα εναι διχασμνη.
     Η αγγλφωνη υποστηρζει Νετωνα, η γερμανφωνη Λιμπνιτς.
     Η Γαλλα κι η ντι Σατλ θα δσουνε τη τελικν απντηση:
 -"Νετωνα κνεις λθος. Η ενργεια εξαρτται απ το τετργωνο της ταχτητας. Ο Θες χρειστηκε στην αρχ αλλ χι και στη συνχεια"! 
     Στον πργο της σχεδιζει και πραγματοποιε το περαμα που το αποδεικνει.
     Αυτ το τετργων της ταχτητας θα εμφανιστε και στη δισημη εξσωση του Ανστιν πολλς εκατονταετες μετ.
     Η γυνακα εναι τρακσα χρνια μπροστ.
     Το ξρει και το ζει. Στη βιβλιοθκη, στο εργαστριο, στο κρεββτι της.
 -"Απντησα. Τλος! Καιρς για διακοπς καλ μου". 
     Ταξιδεει με τον καλ της (το Βολταρο ββαια), διασκεδζει, συνεχζει να κνει υπολογισμος αλλ με τη τρπουλα, μεταφρζει, γρφει, χαρεται. Κποιες φυσικς θεωρες κι απλο μαθηματικο τποι εναι το τλος πολπλοκων διαδρομν ρωτα και πθους. Ενα βρδυ ο Βολταρος πηγανει στη κρεβατοκμαρ της χωρς αυτ να τονε περιμνει και τη βρσκει μ' ναν εραστ. Η Εμιλ του εξηγε τι το εχε ανγκη αλλ δεν δεν θελε να τον ενοχλσει, καθς ξερε πως δεν ταν καλ και χρειαζταν ανπαυση.
     Αυτ η δουλει την απορρφησε πρα πολ. Εν τω μεταξ με τον Βολταρο δεν εναι πια και τσο μαζ. χει ερωτευτε, απ την 'Ανοιξη του 1748 να νεαρ αυλικ κι ελσσονα ποιητ, ονματι Marquis de Saint-Lambert. Συνεχζει να δουλεει και να περν με τον νο εραστ της μερικς στιγμς. Σε μιαν απ' αυτς μνει ξαν γκυος, στα 43 της. Ξρει πως θα 'ναι πολ δσκολα τα πρματα μιας κι εναι πια πολ μεγλη, μα θλει να χαρσει τοτο το παιδ στον ποιητ της. Για να μη ρεζιλψει τον ντρα της, πως του 'χεν υποσχεθε, συμβουλεεται τον Βολταρο που δεν χουνε πψει στιγμ να 'ναι καλο φλοι. Εκενος της συνιστ να προσποιηθε πως το παιδ εναι του ντρα της και συνεπς θα πρπει να τηρσει τα... δοντα. Πργματι τσι συμβανει και συνεχζει να δουλεει ακμα πιο πυρετδικα και με προγραμματισμ. Απ πολ νωρς το πρω, μχρι πολ αργ το βρδυ, εν σταμτησε τελεως τη κοσμικ ζω και δεχταν μνο λγους φλους κι αυτ σπνια. Λες κι νιωθε το τλος να 'ρχεται...
Τη 1η Σεπτμβρη 1749, παραδνει το ργο και 3 μρες μετ γενν να κοριτσκι. Εναι σε κακ χλι μα τελικ γενν καλ. Το κοριτσκι μως πεθανει στις 5 μρες κι εκενη καταβλλεται σημαντικ. Κοντ σε τοτο, ρχεται να προστεθε και μια μλυνση, καταπφτει με ψηλ πυρετ -δυστυχς οι γιατρο της δεν εναι σα κι αυτν, 300 χρνια μπροστ- κι τσι, 10 μρες μετ τη γννα της πεθανει κι η δια, παρουσα του συζγου, του Βολταρου και του νεαρο μαρκσιου. Η Γαλλα εχε κερδσει τη μοναδικ ακμα και σμερα μετφραση της Principia στα γαλλικ, (ανατυπθηκε πρσφατα το 1966), μα εχε χσει μια πρα πολ σπουδαα γυνακα κι επιστμονα... 



     Ο Βολταρος, μετ το θνατ της εξδωσε λα της τα ργα. Ακμα κι αυτ που διαφωνοσαν μ' αυτν. Η αλληλογραφα τους 8 τμοι, δυστυχς, χθηκε. Ο Βολταρος θα γρψει γι' αυτν:
   "Δεν χασα μιαν ερωμνη αλλ τον μισ εαυτ μου, μια ψυχ για την οποα μοιζει να φτιχτηκε η ψυχ μου!"
     Στο Cirey, ο Βολταρος δολεψε πνω σε πειρματα φυσικς και χημεας. Το 1736 ρχισε τη μακροχρνια αλληλογραφα του με τον κατ 20 χρνια νετερ του διδοχο του θρνου της Πρωσας Φρειδερκο (τον μετπειτα Φρειδερκο Β). Επιπλον, γραψε τα Στοιχεα της νευτνειας φιλοσοφας (Éléments de la philosophie de Newton, 1736), το οποο φερε την αναγνριση της νευτνειας φυσικς στην Ευρπη, μια κωμικ εκδοχ των θρλων για την Ιωννα της Λωρρανης Η παρθνος (La Pucelle, 1755) και τα δρματα Μωμεθ (Mahomet, 1742), Μερπη (Mérope, 1743), και Σεμραμις (Sémiramis, 1748). Μσω της επιρρος της Μαντμ Πομπαντορ (Madame de Pompadour), γινε βασιλικς ιστοριογρφος και μλος της Γαλλικς Ακαδημας.
     Πρωτοσττης και πλον σκληρς κριτικς του ταν αυτ την περοδο ο αβς Desfontaines, και κορωνδα των κριτικν του Desfontaines ταν το βιβλο Le Voltairomanie, σε απντηση ενς λβελου του Βολταρου με τον ττλο Ο Προληπτικς (Le Preservatif). Τον Απρλιο του 1739 πραγματοποησε να ταξδι στις Βρυξλλες, οι οποες ταν η δρα του για κποιο χρονικ διστημα, εξ αιτας μερικν νομικν υποθσεων των du Châtelets. Ο Φρειδερκος, βασιλις πλον της Πρωσας απ το 1740, κατβαλε πολλς προσπθειες να απομακρνει τον Βολταρο απ τη Madame Du Châtelet, αλλ ανεπιτυχς, και τσι κρδισε την εγκρδια χθρα της αρνομενος διαρκς παραλεποντας να την προσκαλσει. Επιτλους, τον Σεπτμβριο του 1740, ο δσκαλος και ο μαθητς συναντθηκαν για πρτη φορ στο Κλεβ (Cleves), και τρεις μνες αργτερα, τον Νομβριο, στο Βερολνο μετ απ πρσκληση του Φρειδερκου.
     Ο Βολταρος επισκφτηκε ξαν το Βερολνο και το Πτσδαμ το 1743 στο πλασιο διπλωματικς αποστολς, για να πεσει τον Φρειδερκο, να συμμαχσει με την Γαλλα, χωρς μως αποτλεσμα. (Πλεμος της Αυστριακς Διαδοχς, 1740-48). Μετ το θνατο της Madame Du Châtelet δχτηκε την πρσκληση του Φρειδερκου να ζσει στην αυλ του (1750-53). Οι σχσεις του με το Φρειδερκο ταν γενικ θυελλδεις. Η παρμβαση του Βολταρου στη φιλονικα μεταξ Maupertuis και König οδγησε στην ανανωση της ψυχρτητας εκ μρους του Πρσου μονρχη και το 1753 ο Βολταρος εγκατλειψε βιαστικ την Πρωσα. Απ απσταση οι δο νδρες συμφιλιθηκαν αργτερα και η αλληλογραφα τους επαναλφθηκε.
     Ανεπιθμητος στη Γαλλα ο Βολταρος εγκαταστθηκε στη Γενεη, που αγρασε το κτμα "Les Délices" και απκτησε επσης να ακμα σπτι κοντ στη Λωζνη. Οι αρχς της Γενεης αντιτθηκαν σντομα στις ιδιωτικς θεατρικς παραστσεις, που πραγματοποιονταν στο σπτι του Βολταρου, εν εξοργστηκαν ακμα περισστερο λγω του ρθρου "Genève" που γρφτηκε για την Εγκυκλοπαδεια του Ντιντερ, με την υποκνηση του Βολταρου, απ τον Ντ’ Αλαμπρ. Το ρθρο, που δλωνε τι οι καλβινιστς πστορες της Γενεης εχαν δει το φως και εχαν πψει να πιστεουν στην οργανωμνη θρησκεα, ξεσκωσε μια βαιη διαμχη.Αργτερα επιχερησε να μεταβε στην Ρωσα αλλ η Αικατερνη Β του αρνθηκε την εσοδο πιεζμενη απ την Ρωσικ εκκλησα και τις σφοδρς αντιδρσεις του ρωσικο λαο.
     Το 1759, αγρασε το κτμα Φερν (Ferney) κοντ στα γαλλο-ελβετικ σνορα που ζησε μχρι και λγο καιρ πριν το θνατο του. Το Φερν γινε σντομα η διανοητικ πρωτεουσα της Ευρπης. Ο Βολταρος παρμεινε ενεργς καθ' λη τη διρκεια αυτν των ετν, παργοντας σταθερ ρο βιβλων, θεατρικν ργων και λλων δημοσιεσεων. γραψε επσης εκατοντδες επιστολς στον κκλο των φλων του. ταν πντα μια φων της λογικς. Υπρξε ειλικρινς κριτικς της θρησκευτικς αδιαλλαξας και των θρησκευτικν διξεων. Τα τελευταα τη του παργαγε αρκετ ργα με κριτικ προς την οργανωμνη εκκλησα. Στο Φερν οικοδμησε να παρεκκλσι με την επιγραφ "Deo Erexit Voltaire". Οδγησε επσης την εκστρατεα για την εκκνηση δκης, στην οποα ο ουγεντος μπορος Jean Calas βρθηκε νοχος της δολοφονας του μεγαλτερου γιου του και εκτελστηκε. Το Κοινοβολιο των Παρισων κρυξε κατπιν το 1765 τον Calas και λη την οικογνει του αθους.



     Το 1778, διανοντας το 84ο τος του, παρευρθηκε στην πρτη απδοση της τραγωδας του Ειρνη (Irène), στο Παρσι. Το ταξδι του και η υποδοχ του ταν μια αποθωση, αλλ η συγκνηση τον κατβαλε και πθανε λγο αργτερα στην πρωτεουσα στις 30 Μη 1778. Προκειμνου να χει χριστιανικ κηδεα εχε υπογρψει μια μερικ ανκληση των γραπτν του. Αυτ θεωρθηκε ανεπαρκς απ την εκκλησα, αλλ αρνθηκε να υπογρψει μια γενικτερη ανκληση. Σε ναν φλο δωσε την ακλουθη γραπτ δλωση: "Πεθανω λατρεοντας το Θε, που αγαπ τους φλους μου, που δεν μισε τους εχθρος μου και που απεχθνεται την καταπεση". νας ηγομενος μετφερε κρυφ το πτμα του Βολταρου σε να αβαεο στην πλη Champagne, που θφτηκε. Τα λεψαν του διακομστηκαν στο Παρσι το 1791 κι ενταφιστηκαν στο Πνθεον.
     Η θεατρικ παραγωγ του ανρχεται μεταξ 50-60 ργων, που ορισμνα εναι γνωστ μνο απ αναφορς απεικονσεις. Εναι εκ πρτης ψεως αξιοπρσεκτο τι ο Βολταρος, του οποου η κωμικ ικαντητα ταν αναμφισβτητα πολ αξιολογτερη απ την τραγικ, χει γρψει πολλς τραγωδες αρκετ αξιλογες, αλλ μνο μια μτρια, δετερης κλσης, κωμωδα, τη Nanine. Οι λλες προσπθεις του σε αυτν την κατεθυνση εναι ετε μικρς αξας και σχεδν ασμαντες, ετε, πως στην περπτωση του κπως δισημου Ecossaise, αντλον λο το ενδιαφρον τους ντας προσωπικο λβελοι. Οι τραγωδες του, αφ' ετρου, εναι εργασες εξαιρετικς αξας. Αν και ο Βολταρος δεν κατεχε οτε την τλεια στιχουργα του Ρακνα, οτε την ευγεν ποιητικτητα του Κορνλιου, ξεπρασε αυτς τις ελλεψεις, κατ τη γνμη των ειδικν, στην πλοκ του δσκολου και τεχνητο παιχνιδιο της γαλλικς τραγωδας Ζαρα (Zaire), μεταξ εκενων που η αγπη αναγνωρζεται ως βασικ κνητρο, και Μερπη (Merope), μεταξ εκενων που αυτ το κνητρο εναι αποκλεισμνο κι υποταγμνο. ξερε πως η κοιν γνμη της εποχς του απδιδε τα εσημ της σ' ναν ικαν και πετυχημνο δραματουργ κι ταν αποφασισμνος να κερδσει αυτ τα εσημα. Επομνως θεσε λη τη θαυμαστ του ευφυα σ' αυτ το στχο.
     σον αφορ στα ποιματ του, (απ τα οποα ξεχωρζουν δο μακροσκελ, η Ερρικειδα (Henriade) και η Παρθνος (Puccele), εν υπρχουν και πολλ μικρτερα) η αξα τους εναι νιση. Η Ερρικεις με καθολικ συγκατθεση υφσταται ως διδασκμενο σχολικ βιβλο. Γραμμνο σχεδν κατ δουλικ μμηση του Βιργιλου, χρησιμοποιε τεχνικ να απρσφορο μτρο -το αλεξανδριν δστιχο (το οποο καθσταται μοντονο στις δραματικς αφηγσεις)- και χωρς να διακρνεται οτε για τον ενθουσιασμ την κατανησ του θματος, δεν μπορε παρ να εναι μα ανεπαρκς προσπθεια. Η Παρθνος, αν και καττερης ηθικς αξας, εναι πολ καλτερο απ λογοτεχνικ ποψη. Το ποημα εναι ασυστηματοποητο ως ναν βαθμ και αποτελε λβελο ενντια στη θρησκεα και την ιστορα. Διαφρει απ το πρτυπο του, Orlando Furioso (Mαινμενος Ορλνδος) του Αριστο, ντας, χι πως εκενο, να μεγμα ρομαντισμο και παρωδας, αλλ νας εν μρει ανιαρς ιστς απλς και φτηνς παρωδας. Μεγλο μρος της διασκεδαστικς του αξας εξαρτται απλ απ το γεγονς τι υπρχαν και υπρχουν πολλο νθρωποι που πιστεουν βαθι στο χριστιανισμ και αυτο οι αστεσμο καταφρνουν να τους ταρξουν καθιστντας την αποστροφ τους κωμικ προς λλους. Εντοτοις, παρ’ λα τα ελαττματ της η Παρθνος καταφρνει να εναι διασκεδαστικ.
     Στα δευτερεοντα ποιματ του εναι αλθεια τι δεν υπρχει τποτα, σχεδν τποτα, που να τα κνει να αξζουν να φρουν το νομα της ποησης -οτε πθος, οτε ασθηση της ομορφις της φσης, μνο μια στεν "κριτικ της ζως," μνο συμβατικ και περιορισμνη επιλογ της γλσσας, περιορισμνη και μοντονη προσωδα και καθλου απ εκενη την αριστη ασθηση, που χει ειπωθε σωστ, τι καθορζει την ποιητικ ουσα. Αλλ υπρχει απραντο πνεμα, μια θαυμσια αντληψη του μτρου και της γλσσας, που το γοστο της εποχς υπαγρευε στον ποιητ, περιστασιακ εμφανζεται ενικς αριθμς με την υπθεση μιας κπως τεχνητς χρης και μια περεργη ικαντητα δινθισης του λγου με τον τρπο γραφς και το φος.
     Το 3ο τμμα των εργασιν του αποτελεται απ τα μυθιστορματα και τα αφηγματα του. Αυτς οι παραγωγς -ασγκριτα οι πιο αξιλογοι καρπο της μεγαλοφυας του- συντθονταν συνθως ως τεχη, με κριο σκοπ την πολεμικ στη θρησκεα την πολιτικ. Το Candide επιτθεται στη θρησκευτικ και φιλοσοφικ αισιοδοξα, το L'Homme aux quaranteecus σε ορισμνες κοινωνικς και πολιτικς πρακτικς της εποχς, εν το Zadig κι λλα στις παραδεδειγμνες μορφς ηθικς και μεταφυσικς ορθοδοξας, εν μερικ εναι λιβελλογραφικς στιρες στη Ββλο, την ατρμονη πηγ του βολταιρικο πνεματος.



     Αλλ (πως πντα συμβανει στην περπτωση του λογοτεχνικο ργου που η μορφ ταιριζει ακριβς στη μεγαλοφυα του συντκτη) ο σκοπς στα καλτερα απ αυτ εξαφανζεται σχεδν εξ ολοκλρου. Σε αυτς τις εργασες εμφανζεται, περισστερο απ' τι σε οποιεσδποτε λλες, η ιδιατερη ποιτητα του Βολταρου -ειρωνικ, χωρς υπερβολ, φος. τι το διδχθηκε εν μρει απ τον γιο Ευρυμνδο, ακμα περισστερο απ τον ντονι Χμιλτον και μερικς ακμη και απ το πολμι του Le Sage, εναι απλυτα σωστ, αλλ αυτς του δωσε την τελειτητα και την ολοκλρωση. Αν μπορε να επιλεχτε μα ιδιαιτερτητα, αυτ εναι ο απλυτος λεγχος και η απλτητα της λεκτικς επεξεργασας. Ο Βολταρος δεν εμμνει σε αυτ το σημεο, μνει απλ για να γελσει με αυτ που χει πει, διευκρινζει σχολιζει τα αστεα του, καγχζει με αυτ.
     Το 4ο τμμα του ργου του, το ιστορικ, εναι το ογκωδστερο λων εκτς της αλληλογραφας του, και μερικ μρη του εναι μεταξ των πλον πολυδιαβασμνων, αλλ απχουν πολ ως προς το να εναι και τα καλλτερα. Οι μικρς πραγματεες του για τον Κρολο το 12ο και το Μεγλο Πτρο εναι πργματι πρτυπα οξυδερκος κι ευφυος αφγησης αν κι ως να βαθμ χαρακτηρζονται απ επιφανειακ κατανηση και ταξινμηση. Τα αποκαλομενα Εποχ του Λουδοβκου ΙΔ (Siècle de Louis XIV) και Εποχ του Λουδοβκου ΙΕ (Siècle de Louis XV) (το τελευταο καττερο του πρτου αλλ παρ τατα πολτιμο) περιχουν μια μεγλη σμμειξη ενδιαφροντος υλικο, που επεξεργζεται απ να τομο μεγλης οξυδρκειας και με αξεπραστη ικαντητα στη γραφ, ο οποος εχε επσης πρσβαση σε πολλς σημαντικς εμπιστευτικς πληροφορες. Αλλ ακμη και σε αυτ τα βιβλα οι ατλειες εναι παροσες, εμφανιζμενες μως εντοντερα στο μοναδικ ανακτεμα που τιτλοφορεται Essai sur les moeurs, στο Annales de l'Empire και στις δευτερεουσες ιστορικς εργασες. Αυτς οι ατλειες εναι μια σχεδν συνολικ απουσα οποιασδποτε κατανησης της αποκαλομενης απ ττε φιλοσοφας της ιστορας, η σταθερ παρουσα χονδροειδος προκατληψης, η συχν ανακρβεια στις λεπτομρειες και, προ πντων, μια πλρης ανικαντητα για να εξετσει οτιδποτε πρα απ τη στεν σκοπι ενς μισ-πεσιμιστ και μισο-αυτοκανοποιομενου φιλοσφου του 18ου αι.
     Στη φιλοσοφα του, βασισμνη στο σκεπτικισμ και τον ορθολογισμ, ταν βαθι επηρεασμνος απ το Λοκ (Locke) καθς επσης και απ τους Montaigne και Bayle. Παρ το πθος του για τη σαφνεια και τη λογικ, συχν υπρξε ανακλουθος προς τον εαυτ του. τσι εν αρχικ υποστριζε τι η ανθρπινη φση ταν τσο αμετβλητη σο αυτ των ζων αργτερα εξφρασε την πεποθηση για εξλιξη και βαθμιαο εξανθρωπισμ της κοινωνας μσω της δρσης των τεχνν, των επιστημν και του εμπορου. Στη πολιτικ υποστριζε τη μεταρρθμιση αλλ νιωθε φρκη για την αμθεια και τον πιθαν φανατισμ των ανθρπων καθς και για τη βα της επανστασης. σον αφορ τη θρησκεα θεωροσε πως ο χριστιανισμς ταν μια καλ πστη για καμαριρες και ρφτες, αλλ για την αντερη τξη πρτεινε ναν απλ θεσμ. Αντιτχθηκε στον αθεσμ και τον υλισμ του Ελβτιου και του Χλμπαχ. Εναι παροιμιδης η θση του τι "αν ο Θες δεν υπρχε, θα 'πρεπε να εφευρεθε", που περιχεται σ' να απ τα ποιματ του. Τλος η επιρρο του στην εκλακευση της επιστμης και της φιλοσοφας του καιρο του ταν ιδιατερα σημαντικ.



    ΣΗΜ.: Στον Βολταρο αποδδεται λανθασμνα η φρση "Διαφων με αυτ που λες, αλλ θα υπερασπιστ μχρι θαντου το δικαωμ σου να το λες". Στη πραγματικτητα η φρση αυτ γρφτηκε πρτη φορ απ την Evelyn Beatrice Hall στο βιογραφικ βιβλο της The Friends of Voltaire.
-------------------------------------------------------

ΕΡΓΑ:

Œdipe (Οιδποδας), 1718, τραγωδα
La Henriade (Ερρικεις), 1728, πος σε ξι σματα για τον Ερρκο Δ της Γαλλας
Histoire de Charles XII (Ιστορα του Καρλου ΙΒ' [της Σουηδας]), 1730
Brutus (Βροτος), 1730, τραγωδα
Zaïre (Ζαρα), 1732, τραγωδα
Le temple du goût, 1733, ποιητικ αφγημα σε πρζα και στχους
Lettres philosophiques ou Lettres anglaises (Φιλοσοφικς Αγγλικς επιστολς), 1734
Adélaïde du Guesclin (Αδελαδα ντυ Γκεσλν), 1734, τραγωδα
Le Mondain (Ο κοσμικς), 1736
Alzire, ou les Américains, (Αλζρα Οι Αμερικανο), 1736, τραγωδα
Traité de métaphysique (Δοκμιο μεταφυσικς), 1736
L’enfant prodigue (Ο σωτος υις), 1736, κωμωδα
Le Songe de Platon (Το νειρο του Πλτωνα), 1737, φιλοσοφικ διγημα
Essai sur la nature du feu et sur sa propagation, (ρευνα περ της φσεως της φωτις και περ της διαδσες της), 1738
Éléments de la philosophie de Newton (Στοιχεα της νευτνειας φιλοσοφας), 1738
Zulime (Ζουλμ), 1740, τραγωδα
Le fanatisme ou Mahomet le prophète (Ο φανατισμς Μωμεθ ο προφτης), 1741, τραγωδα
Mérope (Μερπη), 1743, τραγωδα
Zadig ou La Destinée (Ζαντγκ Το πεπρωμνο), 1748, φιλοσοφικ διγημα
Le monde comme il va (Ο κσμος πως πει), 1748, φιλοσοφικ διγημα
Semiramis, 1748, τραγωδα
Le Siècle de Louis XIV (Η αινας του Λουδοβκου ΙΔ'), 1751
Micromégas (Μικρομγας), 1752, φιλοσοφικ διγημα
Micromégas (Μικρομγας), 1752, φιλοσοφικ διγημα
L'Orphelin de la Chine (Το ορφαν της Κνας), 1755, δρμα
Poème sur le désastre de Lisbonne (Ποημα για την καταστροφ της Λισαβνας), 1756
Étude sur les mœurs (Σπουδ περ των ηθν), 1756
Histoire des voyages de Scarmentado écrite par lui-même, (Ιστορα των ταξιδιν του Σκαρμεντντο υπ του ιδου), 1756, φιλοσοφικ διγημα
Memoires (Απομνημονεματα), 1759
Candide ou l'optimisme (Καντντ Η αισιοδοξα Ο αγαθολης ), 1759, φιλοσοφικ διγημα
Histoire de l’empire de Russie sous Pierre le Grand (Ιστορα της αυτοκρατορας της Ρωσας υπ τον Πτρο τον Μγα), 1759
La Pucelle d'Orléans (Η Παρθνος της Ορλενης), 1762, ποημα ηρωικ-κωμικ
Ce qui plait aux dames (,τι αρσει στις κυρες), 1764, φιλοσοφικ διγημα
Dictionnaire philosophique (Φιλοσοφικ λεξικ), 1764
Jeannot et Colin (Ζανν και Κολν), 1764, φιλοσοφικ διγημα
De l'horrible danger de la lecture (Περ των φρικτν κινδνων της ανγνωσης), 1765, λιβελογρφημα
Le Philosophe ignorant (Ο αδας φιλσοφος), 1766
Traité sur la tolérance (Πραγματεα περ της ανεκτικτητας), 1767
L'ingénu, 1767, φιλοσοφικ διγημα
Princesse de Babylone (Πριγκπισσα της Βαβυλνος), 1767, φιλοσοφικ διγημα
Les lettres de Memmius (Οι επιστολς του Μμμιου), 1771
Il faut prendre un parti (Πρπει να προυμε θση), 1772
Le Cri du Sang Innocent (Η κραυγ του αθου αματος), 1775
De l’âme (Περ ψυχς), 1776
Dialogues d’Euhémère (Διλογοι του Ευμερου), 1777

λλες ελληνικς μεταφρσεις
Φιλοσοφικ κριτικ, Εκδ. Ιω.Καμπνης, 1971, Αθνα
Περ των διχονοιν των εν ταις εκκλησαις της Πολωνας. Δοκμιον ιστορικν και κριτικν. Μετφρ. Ευγνιος Βολγαρης, Επιμ. Βασλης Λζαρης. «Πουκαμισας», Αθ. 2008.


=====================


                                       Ο Αγαθολης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I:
Πς ο Αγαθολης ανατρφηκε σ' ναν ωραο πργο και πς διχτηκε απ' εκε.

Ζοσε στη Βεστφαλα, στον πργο του κυρου βαρνου Τοντερ-τεν- τρονκ, νας νος, που η φση τοχε δσει το μαλακτερο χαρακτρα. Η φυσιογνωμα του φανρωνε την ψυχ του. Η κρσις του τανε πολ σωστ και το πνεμα του πολ απλ: γι' αυτν το λγο, νομζω, τον ωνμασαν Αγαθολη. Οι παλιο υπηρτες του σπιτιο εχαν την υποψα, πως τανε γυις της αδελφς του κυρου βαρνου κι ενς τιμου ευπατρδη απ τα περχωρα, που η δεσποινς αυτ δε δχτηκε ποτς να τον παντρευτ, γιατ, δε μποροσε να δεξει περισστερες απ εβδομντα μια γεννις, εν το υπλοιπο του γεννεαλογικο του δνδρου χαντανε μσα στο ασχος του χρνου.
Ο κριος βαρνος ταν νας απ τους δυναττερους ρχοντες της Βεστφαλας, γιατ ο πργος του εχε πρτα και παρθυρα. Μλιστα η μεγλη του σλα ταν στολισμνη με χαλι. λα τα φυλακσκυλλ τους τα μεταχειριζτανε σε ρα ανγκης, για κυνγι. Οι σταυλτες του σαν και κυνηγο του. Ο εφημριος του χωριο ταν ο ιδιατερος του παππς. Τον ωνμαζαν λοι Αφντη και γελοσαν, ταν διηγτανε καμι ιστορα!
Η κυρα βαρωνσσα, που ζγιαζε πνω-κτω τριακσιες πενντα λτρες, εχε γι' αυτ τη γενικν εχτμηση και δεχτανε τον κσμο με αξιοπρπεια, που την καμνε ακμα πιο επιβλητικ. Η κρη της η Κυνεγνδη, ηλικας δεκαεπτ χρονν, τανε ροδοκκκινη, δροστη, παχουλ, ορεχτικ.
Ο γυις του βαρνου φαιντανε σε λα ξιος του πατρα του. Ο καθηγητς Παγγλσσης τανε το μαντεο του σπιτιο κι ο μικρς Αγαθολης κουε τη διδασκαλα του μ' λη την καλ πστη της ηλικας του και του χαρακτρα του.
Ο Παγγλσσης δδασκε τη μεταφυσικ-θεολογο-κοσμολογο- μηδαμινολογα. Απδειχνε θαυμσια, πως δεν υπρχει αποτλεσμα χωρς αιτα και πως σ' αυτν τον κσμο, τον καλτερον απ' λους, ο πργος του ρχοντα βαρνου ταν ωραιτερος απ' λους τους πργους κι η κυρα η καλτερη απ' λες τις βαρωνσσες.
Εναι αποδειγμνο, λεγε, πως τα πργματα δε μπορον νναι αλλις, διτι, αφο λα γιναν για κπιο σκοπ, λα αναγκαστικ γιναν για τον καλτερο σκοπ. Παρατηρστε καλ, πως οι μτες γιναν για να φορον γυαλι, κι τσι χομε γυαλι. Τα πδια εναι ολοφνερα, κανωμνα για να φορον παποτσα, κι τσι χουμε παποτσα. Οι πτρες επλσθηκαν για να πελεκιονται και για να κμνομε πργους, τσι ο Αφντης χει να υπερβολικ ωραον πργο: ο μεγαλτερος βαρνος της επαρχας οφελει νχει την καλτερη κατσκα, και επειδ τα γουρονια γειναν για να τργονται, τρμε χοιριν κρας λον το χρνο. Συνεπς, εκενοι, που παραδχονται, πως λα εναι καλ, επαν μια ανοησα, πρεπε να πουν, πως λα εναι καλτερα!
Ο Αγαθολης κουε προσεχτικ και πστευε αθωτατα. Γιατ βρισκε τη δεσποινδα Κυνεγνδη εξαιρετικ μορφη, αν και δεν λαβε ποτ το θρος να της το πη. φτανε στο συμπρασμα, πως μετ την ευτυχα νχει κανες γεννηθ βαρνος του Τοντερ-τεν-τρονκ, ο δετερος βαθμς της ευτυχας τανε να υπρχει η δεσποινς Κυνεγνδη, ο τρτος να τη βλπει καθημεριν, και ο τταρτος ν' ακοει τον Διδσκαλο Παγγλσση, τον μεγαλτερο φιλσοφο της επαρχας και συνεπς λης της Γης!
Μια μρα, η δεσποινς Κυνεγνδη, περιδιαβζοντας κοντ στο παλτι, μσα στο μικρ δσος που τ' ωνομζανε πρκο, εδε μσα σε κτι χαμκλαδα τον δχτορα Παγγλσση, που δινε να μθημα φυσικς πειραματικς στην καμαριρα της μητρας της, μια μικρολα μελαχροιν και πολ καλβολη. Και καθς η δεσποινς Κυνεγνδη εχε μεγλη κλση για τις επιστμες, παρατηροσε χωρς ν' ανασανει τα δευτερωμνα πειρματα, στα οποα βρθηκε θεατς. Εδε καθαρ τον αποχρντα λγο του δχτορα, τις αιτες και τ' αποτελσματα, κι επστρεψε λη ταραγμνη, λη σκεφτικ, λη γεμτη απ την επιθυμα να γνει σοφ, συλλογιζμενη πως μποροσε πολ καλ να γνει κι αυτ ο αποχρν λγος του νεαρο Αγαθολη, πως κι αυτς δικς της.
Γυρζοντας στο παλτι συνντησε τον Αγαθολη και κοκκνισε. Ο Αγαθολης κοκκνισε κι αυτς. Τον καλημρισε με μια φων κομμνη. Ο Αγαθολης της μλησε χωρς να ξρει τι λεγε. Την λλη μρα, μετ το δεπνο, καθς βγανανε απ την τραπεζαρα, η Κυνεγνδη και ο Αγαθολης βρεθκανε πσω απ να παραβν η Κυνεγνδη φησε να της πση το μαντλι, ο Αγαθολης το σκωσε, εκενη τοπιασε το χρι αθα, ο νος φλησε αθα το χρι της νεαρς δεσποινδος με μια ζωηρτητα, να ασθημα, μια χρη ολτελα ξεχωριστ, τα στματ τους συναντθηκαν, τα μτια τους εφλογστηκαν, τα πδια τους τρεμουλισανε, τα χρια τους παραστρτησαν. Ο Κριος βαρνος του Τοντκρ- τεν-τρονκ πρασε πλι απ το παραβν, και βλποντας αυτν την αιτα κι αυτ το αποτλεσμα, διωξε τον Αγαθολη απ τον πργο με δυνατς κλωτσις στον πισιν, η Κυνεγνδη λιποθμησε, μλις συνλθε μπατσστηκε απ την κυρα βαρωνσσα: και λα γιναν θλιβερ μσα στο ωραιτερο και ευχαρισττερο παλτι, που ταν δυνατ να υπρξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: Τι παθε ο Αγαθολης με τους Βουλγρους.

Ο Αγαθολης, διωγμνος απ τον επγειο παρδεισο, περπτησε πολν καιρ χωρς να ξρει για πο, κλαοντας, σηκνοντας τα μτια του στον ουραν, στρφοντας τα συχν προς τ' ωραιτερο των παλατιν, που εχε μσα του την ωραιτερη απ τις βαρωνσσες. Κοιμθηκε νηστικς μσα στους αγρος ανμεσα σε δυο αυλκια, το χινι πεφτε σε μεγλες τουλοπες. Ο Αγαθολης καταμουσκεμνος, εσρθηκε την λλη μρα προς την γειτονικ πλη Βαλντμπεργ- κοφφ-τραρμπει-ντικντρφφ, απνταρος, πεθαμνος απ πενα και κοραση. Σταμτησε θλιβερ στην πρτα μιας ταβρνας. Δυο νθρωποι, ντυμνοι γαλζια, τον παρατρησαν:
Σντροφε, λγει ο νας, να νας νος πολ καλοφκιασμνος και που χει το απαιτομενο ανστημα.
Προχρησαν προς τον Αγαθολη και τον πραν να δειπνση με πολλν ευγνεια.
Κριοι, τους επε ο Αγαθολης με γοητευτικ μετριοφροσνη, μου κμνετε πολλ τιμ, μα δεν χω να πληρσω το ρεφεν μου.
Α! κριε, του επε ο νας απ τους γαλζιους, οι νθρωποι του δικο σου αναστματος και της δικις σου αξας δεν πληρνουν ποτς τποτε. Δεν εσασθε ψηλς πντε πδια και πντε δχτυλα;
Μλιστα, κριοι, αυτ εναι το ανστημ μου, επε κμνοντας μαν υπκλιση.
Α! Κριε, καθστε στο τραπζι, χι μονχα θα πληρσουμε για σας, μα δε θα δεχτομε ποτς νας νθρωπος σαν και σας να μην χει χρματα. Οι νθρωποι εναι κανωμνοι ν' αλληλοβοηθιονται.
χετε δκαιο, επεν ο Αγαθολης, αυτ μολεγε πντα ο κριος Παγγλσσης και παρατηρ καλ, πως λα εναι ριστα.
Τον παρακλεσαν να δεχτ λγα σκοδα. Τα παρνει και κνει να δσει απδειξη, αλλ κενοι δεν το επιτρπουν και κθουνται στο τραπζι.
Δεν αγαπτε τρυφερ.....;
Ω! ναι, απντησε, αγαπ τρυφερ τη δεσποινδα Κυνεγνδη.
χι, επε ο νας απ τους κυρους, σας ρωτομε, αν αγαπτε τρυφερ τον βασιλα των Βουλγρων.
Καθλου, απντησε κενος, γιατ δεν τον εδα ποτ!
Πς! εναι ο πιο χαριτωμνος απ τους βασιλιδες και πρπει να πιομε στην υγει του.
Ω! με πολλν ευχαρστησι, κριοι. Και πιε.
Αυτ φτνει, του επαν, ιδο εσες στριγμα, υπερασπιστς, ρως των βουλγρων! Εκματε την τχη σας και εξασφαλσατε τη δξα σας.
Του βζουν αμσως τα σδερα στα πδια και τον πνε στο σνταγμα. Τον βζουν να κλνη δεξι, αριστερ, να βγζη την τουφεκβεργα, να ξαναβζη την τουφεκβεργα, να πφτη πρηνηδν, να πυροβολ, να περπατ γργορα και του δνουν τριντα ξυλις, την επομνη κμνει την σκηση του κπως λιγτερο σκημα και τρει μνο εκοσι ξυλις, τη μεθεπομνη του δνουν μνο δκα και θεωρεται απ τους συντρφους του ως θαμα.
Ο Αγαθολης τχε χσει και δεν καταλβαινε καθλου πως τανε ρωας. να ωραο ανοιξιτικο πρω αποφσισε να πει να περπατση, βαδζοντας ολισα μπροστ του, και πιστεοντας πως τανε προνμιο του ανθρωπνου γνους, καθς και του ζωικο, να μεταχειρζονται τα πδια τους, πως τους αρσει. Δεν εχε κμει δυο λεγες και να τσσερις λλοι ρωες ξ ποδιν ψους τον πλησιζουν, τον δνουν και τον πνε σε μια φυλακ. Τον ρωτσανε δικαστικ τι προτιμοσε καλτερα: να ραβδισθ τριανταξ φορς απ λο το σνταγμα να δεχθ με μιας δδεκα μολυβνιες σφαρες στο κρανο. Μταια επε, πως οι θελσεις εναι ελεθερες και πως δεν θελε οτε τνα οτε τλλο, πρεπε να διαλξη, αποφσισε εν ονματι του θεου δρου, που ονομζουν ελευθερα, να ραβδισθ τριανταξ φορς και φαγε τις δυο. Το σνταγμα εχε δυο χιλιδες ντρες. φαγε λοιπν τσσερις χιλιδες ξυλις, που απ' το σβρκο ως τον πισιν του ξεγμνωσαν λα τα ποντκια και τα νερα. Εν ετοιμαζντανε ν' αρχσουν την τρτη βλτα, ο Αγαθολης μη βαστνοντας πια, ζτησε ως χρη να ευαρεστηθον να λβουν την καλωσνη να του τινξουν τα μυαλ, του κμανε αυτ το χατρι, του δνουν τα μτια, τον βζουν να γονατση. Αυτν τη στιγμ περν ο βασιλις των Βουλγρων και πληροφορεται το γκλημα του καταδκου: κι πως αυτς ο βασιλις τανε μεγαλοφυς, κατλαβε, απ' ,τι του επεν ο Αγαθολης, πως ταν νας νεαρς μεταφυσικς, που αγνοοσε ολτελα τα πργματα του κσμου τοτου και του δωσε χρη με μια καλοκαγαθα, που θα υμνεται σ' λες τις εφημερδες και σ' λους τους αινες. νας γρος χειροργος εγιτρεψε τον Αγαθολη σε τρεις βδομδες με μαλαχτικ διδαγμνα απ το Διοσκορδη. Εχε τρα λιγκι δρμα και μποροσε να περπατ, ταν ο βασιλις των Βουλγρων κρυξε πλεμο στο βασιλι των Αβρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: Πς ο Αγαθολης φυγε απ τους Βουλγρους και τι απγινε

Τποτε δεν τανε τσο ωραο, τσο ευκνητο, τσο καλ συνταγμνο σαν τα δυο εχθρικ στρατεματα. Οι τρομπτες, τα φλουτα, τα μποα, τα τομπανα, τα καννια αποτελοσαν μιαν αρμονα, που παρμοια δεν υπρξε ποτ στην Κλαση. Τα καννια πρτα-πρτα ρξανε κτου ξη σχεδν χιλιδες απ κθε μερι. πειτα τα ομαδικ πυρ απλλαξαν τον καλτερο των κσμων απ ενι ως δκα χιλιδες κατεργαρους, που του λρωναν την επιφνεια. Η ξιφολγχη γινε επσης ο αποχρν λγος του θαντου μερικν χιλιδων ανθρπων. Το λον μποροσε πολ καλ να λογαριαστ σε καμι τριανταρι χιλιδες ψυχς. Ο Αγαθολης, που τρεμε σαν φιλοσοφος, κρφτηκε σο μποροσε καλτερα κατ τη διρκεια αυτο του ηρωικο μακελλιο.
Τλος, εν οι δυο βασιλιδες καναν δοξολογες, καθνας στο στρατπεδ του αποφσισε να πη σ' λλον τπο να φιλοσοφ για τις αιτες και τ' αποτελσματα. Πρασε πνω απ τους σωρος των σκοτωμνων και κενων που ξεψυχοσαν κι φτασε πρτα σ' να γειτονικ χωρι. Ολκληρο τανε στχτη. ταν να χωρο αβαρικ, που οι Βολγαροι τχαν κψει, σμφωνα με τους νομος του δημοσου δικαου. Εδ γροι κατατρπιοι απ σφαρες, βλεπαν να πεθανουν οι σφαγμνες γυνακες τους, βαστντας τα παιδι τους στα ματωμνα τους βυζι, εκε κορτσια ξεκοιλιασμνα, αφο ικανοποησαν τις φυσικς ανγκες μερικν ηρων, ξεψυχοσαν, λλοι μισοκαμμνοι φναζαν να τους αποτελεισουν σκοτνοντς τους. Μυαλ τανε σκορπισμνα απνω στη γη πλι σε κομμνα χρια και πδια.
Ο Αγαθολης τσκασε σο μποροσε γρηγορτερα σ' να λλο χωρι: αυτ τανε Βουλγαρικ και οι βαροι ρωες τχαν περιποιηθ με τον διο τρπο. Ο Αγαθολης πντα βαδζοντας πνω σε μλη, που σπραζαν ανμεσα σε ρημδια, φτασε τλος, ξω απ το θατρο του πολμου, χοντας μερικ τρφιμα μσα στο δισκκι του και μη ξεχνντας ποτ τη δεσποινδα Κυνεγνδη. Τα τρφιμα του τλειωσαν γργορα, ταν φτασε στην Ολλανδα, αλλ' χοντας ακουσμνα πως λος εδ ο κσμος τανε πλοσιος και καλο χριστιανο, δεν αμφβαλλε πως θα τον μεταχειριζοντανε τσο καλ, σο στον πργο του κυρου βαρνου πριν διωχτ για τα ωραα μτια της δεσποινδας Κυνεγνδης.
Ζτησε ελεημοσνη απ πολλ σοβαρ προσπατα, μα λοι του απαντοσαν, πως αν εξακολουθοσε να κμνη αυτ το επγγελμα, θα τον κλενανε σε καννα σωφρονιστριο για να μθη να δουλεη. Απευθνθηκε κατπι σ' ναν νθρωπο, που μλις εχε πψη να μιλ μνος μιαν ολκληρη ρα περ ευσπλαχνας μπροστ σε μια μεγλη σναξη ανθρπων. Ο ρτορας αυτς, κυττζοντς τον λοξ, του επε:
Τι ρχεστε να κμετε εδ. Σας φερε κανες καλς σκοπς;
Δεν υπρχει διλου αποτλεσμα χωρς αιτα, απντησε με μετριοφροσνη ο Αγαθολης, λα εναι αλληλνδετα αναγκαστικ και κανωμνα για τον καλτερο σκοπ. Με διξαν κοντ απ τη Δεσποινδα Κυνεγνδη, πρασα απ ραβδισμος και πρπει τρα να ζητιανεω το ψωμ μου, σο να μπορσω να το κερδζω. λ' αυτ δε μποροσαν να συμβον αλλις.
Φλε μου, του επεν ο ρτορας και πιστεεις πως ο Ππας εναι ο Αντχριστος.
Δεν τχα ως τρα ακοσει να το λνε, απντησε ο Αγαθολης, μα ετε εναι ετε δεν εναι, εγ δεν χω ψωμ!
Δεν εσαι ξιος να το φας, επεν ο λλος: Φεγα, κατεργρη, θλιε μη με λερνης με την παρουσα σου.
Η γυνακα του ρτορα εχε βγλει το κεφλι της στο παρθυρο και βλποντας ναν νθρωπο, που αμφβαλλε πως ο Ππας εναι ο Αντχριστος, τορριξε στο κεφλι να τσουκλι γεμτο. . . .
Ω! ουρανο! Σε τι σημεο φτνει ο θρησκευτικς ζλος των γυναικν!

νας νθρωπος, που δεν εχε καθλου βαφτισθ, νας αγαθς αναβαφτιστς, ονομαζμενος Ικωβος, εδε το σκληρ κι ατιμωτικ τρπο, που μεταχειρστηκαν ναν αδερφ του, να ον δπουν, πτερον, μψυχον. Τον επρε σπτι του, τον καθρισε, τοδωσε ψωμ και μπρα, του χρισε δο φιορνια, θλησε μλιστα να τον μθη να δουλεη στο εργοστσι του, που φκιανε περσικ χαλι στην Ολλανδα. Ο Αγαθολης σχεδν προσκυνντας τον αναφνησε!
Ο διδσκαλος Παγγλσσης τπε πολ σωστ πως λα εναι ριστα σ' αυτ τον κσμο, γιατ εμαι πειρα πιο συγκινημνος, με τη δικ σας υπρτατη γενναιτητα παρ λυπημνος με τη σκληρτητα αυτο του κυρου με το μαρο μανδα και της κυρας γυνακας του.
Την λλη μρα, περιδιαβζοντας, συνντησε να ζητινο, γεμτον πληγς, με μτια σβυσμνα, την κρη της μτης φαγωμνη, το στμα στραβωμνο, τα δντια μαρα, που μιλοσε με το λαργγι, βασανιζμενος απ να σφοδρ βχα και που σε κθε του βξιμο φτυοσε κι να δντι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV: Πς ο Αγαθολης συνντησε τον παλι δσκαλο της φιλοσοφας, δχτορα Παγγλσση και τι απγινε.

Ο Αγαθολης, περισστερο απ συμπθεια παρ απ φρκη, δωσε σ' αυτν τον τρομαχτικ ζητινο τα δο φιορνια, ποχε λβει απ τον ντιμο του αναβαφτιστ, τον Ικωβο. Το φνταγμα τον εκτταξε στα μτια, δκρυσε και ρχτηκε στο λαιμ του. Ο Αγαθολης τρομαγμνος πισωδρμησε.
Αλλμονο! επεν ο νας θλιος στον λλον θλιο, δεν αναγνωρζετε πια τον αγαπημνο σας Παγγλσση;
Τι ακοω! Σεις, αγαπημνε μου διδσκαλε! Σεις σ' αυτ τα φριχτ χλια! Τι συμφορ λοιπν σας βρκε; Γιατ δεν εσθε πια στον ωραιτερο των πργων; Τι απγινε η δεσποινς Κυνεγνδη, το μαργαριτρι των κοριτσν, το αριστοργημα της φσης;
Δεν βαστ πια, επεν ο Παγγλσσης.

Ευθς ο Αγαθολης τον ωδγησε στο σταλο του Αναβαφτιστ, που τοδωσε να φγη λιγκι ψωμ. κι ταν ο Παγγλσσης ανλαβε,
Λοιπν, τον ξαναρωτ, η Κυνεγνδη;. . . . .
Απθανε, απντησεν ο λλος.
Ο Αγαθολης στ' κουσμα αυτς της λξης λιποθμησε. Ο φλος του τον ξανφερε στις αισθσεις του με λγο κακ ξδι, που βρθηκε κατ τχη μσα στο σταλο. Ο Αγαθολης ξαννοιξε τα μτια.
Η Κυνεγνδη απθανε! Α! ριστε των κσμων πο εσαι; κι απ τι αρρστια πθανε; σως ραγε γιατ μ' εδε να με διχνουν απ τον ωραον πργο του κυρου πατρα της με δυνατς κλωτσς;
χι! απντησε ο Παγγλσσης. Την ξεκολιασαν Βολγαροι στρατιται, αφο πρτα την εβασαν σο μπορε να συμβ αυτ σε νθρωπο. Σπσανε το κεφλι του κυρου βαρνου, που θλησε να την υπερασπισθ, την κυρα βαρωνσσα την κψανε κομματκια κομματκια, ο αγαπητς μου μαθητς παθε τα δια με την αδελφ του, σο για τον πργο, δεν μεινε περα σε περα, οτε αποθκη, οτε πρβατο, οτε ππια, οτε δνδρο. μως εκδικηθκαμε καλ, γιατ οι βαροι κμανε τα δια σε μια γειτονικ βαρωνεα, που ανκε σ' ναν Βολγαρο ευπατρδη. Πνω σ' αυτ τη διγησι, ο Αγαθολης λιποθμησε λλη μια φορ. Μα ταν συνλθε και επε ,τι πρεπε να πη, ρτησε για την αιτα και το αποτλεσμα και για τον αποχρντα λγο, που κατντησε τον Παγγλση σε μια τσο οιχτρ κατστασι.
Αλλμονο, επεν ο λλος. Εναι ο ρωτας: ο ρωτας ο παρηγορητς του ανθρωπνου γνους, ο διατηρητς του κσμου, η ψυχ λων των ντων, πχουν αισθσεις, ο τρυφερς ρωτας!
Αλλμονο! επεν ο Αγαθολης. Τνε γνρισα αυτν τον ρωτα, αυτν το βασιλη των καρδιν, αυτ την ψυχ της ψυχς μας. Ποτς δε μου κστισε περισστερο απνα φιλ και εκοσι κλωτσις στον πισιν. Πς μια τσο ωραα αιτα μπρεσε να προκαλση σε σας να τσο αποτρπαιο αποτλεσμα;
Ο Παγγλσσης απντησε ως εξς:
Ω αγαπημνε μου Αγαθολη, χεις γνωρσει την Πακττα, αυτ την νστιμη ακλουθο της σεβαστς μας βαρωνσσας.
Γετηκα στην αγκλη της τις χαρς του παραδεσου, που μου φραν αυτ τα δειν της κλασης, απ τα οποα με βλπετε φαγωμνον. τανε η δια μολυσμνη κι σως απθανε απ' αυτ. Η Πακττα εχε πρει αυτ το δρο απ ναν κορδελιρο (1) πολ σοφν, ο οποος εχε ανερει την πρτη πηγ του κακο, αυτς τχε πρει απ μια γρη κμησσα, που τχε πρει απναν αξιωματικ του ιππικο,
που το χρεωστοσε σε μια μαρκησα, που τχε πρει απναν υπηρτη, που τχε πρει απ ναν ιησουτη, ο οποος ντας δκιμος, τχε πρει απ' ευθεας απ ναν σντροφο του Χριστοφρου Κολμβου. σο για μνα δεν θα το δσω σε καννα, γιατ πεθανω.
Ω Παγγλση, φναξε ο Αγαθολης, να μια παρξενη γενεαλογα! Δεν ταν ο διβολος ο πρτος σπρος της;
Καθλου, απντησε ο μγας αυτς νθρωπος. ταν να πργμα απαρατητο στον καλτερο των κσμων, να συστατικ του αναγκαο, γιατ αν ο Κολμβος δεν ρπαζε σ' να νησ της Αμερικς αυτν την αρρστεια, που φαρμακνει λη τη γενε, που συχν μλιστα την εμποδζει ολτελα και που εναι, φανερ, το αντθετο του μεγλου σκοπο της φσης, δε θχαμε οτε τη σοκολτα οτε την κοκκινμπογια της κοχενλλης. Πρπει ακμα να παρατηρσομε, πως σαμε σμερα, αυτ η αρρστεια εναι ξεχωριστ της δικς μας ηπερου, πως οι θεολογικο καυγδες. Οι Τορκοι, οι Ινδο, οι Πρσες, οι Κινζοι, οι Σιαμαοι, οι Γιαπωνζοι δεν την γνωρζουν ακμα, αλλ' υπρχει αποχρν λγος να τη γνωρσουν κι αυτο σε μερικος αινες. Στο αναμεταξ καμε θαυμαστ προδο αναμεταξ μας και πιο πολ σ' αυτος τους μεγλους στρατος, που αποτελονται απ μισθοφρους, οι οποοι αποφασζουν για την τχη των Κρατν. Μπορομε να βεβαισομε, πως, ταν τριντα χιλιδες νθρωποι πολεμον ταχτικ μχη ενντια σε δυνμεις ισριθμες, υπρχουν περπου εκοσι χιλιδες σιφιλιδικο απ κθε μρος.
Ιδο τι εναι αξιοθαμαστο, επεν ο Αγαθολης. Αλλ πρπει να σε γιατρψομε.
Και πς μπορ; επε ο Παγγλσσης. Δεν χω πεντρα, φλε μου, και σ' λη την χταση αυτς της σφαρας δε μπορε κανες οτε αφαμαξη να κνη οτε μια πλση, χωρς να πληρση κανες λλος γι' αυτν.
Αυτς ο τελευταος λγος καμε τον Αγαθολη να πρη μιαν απφαση.
Πγε κι πεσε στα πδια του εκλεκτικο αναβαφτιστ Ιακβου και του ζωγρφισε τσο συγκινητικ τα χλια, στα οποα εχε καταντσει ο φλος του, στε ο αγαθς νθρωπος δε δστασε να συντρξη τον δχτορα Παγγλσση. Και τον εγιτρεψε μ' ξοδ του. Ο Παγγλσσης κατ τη θεραπεα χασε μνο τνα μτι και τον' αυτ. γραφε καλ κι ξερε τλεια την αριθμητικ. Ο αναβαφτιστς Ικωβος τον καμε λογιστ του. Μετ απ δυο μνες βρθηκε στην ανγκη να πη στη Λισσαβνα για υποθσεις του εμπορικς και πρε μσα στο πλοο του τους δυο φιλοσφους. Ο Παγγλσσης του εξγησε, πως λα ταν σο δεν μποροσε καλτερα. Ο Ικωβος δεν εχε την δια γνμη.
Πρπει, λεγεν, οι νθρωποι νχουν διαφθερη τη φση, γιατ δεν γεννθηκαν λκοι κι γειναν λκοι. Ο Θες δεν τους δωσε οτε καννια των εικοσιτεσσρων, οτε μπαγιονντες, κι φκιασαν μπαγιοντες και καννια για να αλληλοσκοτνονται. Θα μποροσα να λογαρισω ακμα τις χρεωκοπες και τη Δικαιοσνη, που κατσχει τις περιουσες των χρεωκπων για να κλψη τους δανειστς.
λ' αυτ σαν απαρατητα, απαντοσε ο μονφθαλμος δχτορας, και οι ατομικς δυστυχες κμνουν την καθολικ ευτυχα, σε τρπο, που σο υπρχουν περισστερες ατομικς δυστυχες, τσο περισστερο το σνολο εναι καλτερα.
Εν συζητοσαν ο ουρανς σκοτενιασε, οι νεμοι φσηξαν απ τα τσσερα σημεα τουρανο και το καρβι τπιασε η τρομερτερη τρικυμα μπροστ στο λιμνι της Λισσαβνας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V: Τρικυμα, ναυγιο, σεισμς και τι απγινε ο Παγγλσσης, ο Αγαθολης κι ο αναβαφτιστς Ικωβος.

Οι μισο επιβτες ρρωστοι, ξεψυχντας απ' αυτς τις ανυπφορες αγωνες, που το κονημα του καραβιο προξενε στα νερα και σ' λα τα υγρ του σματος, που ταρζονται σε αντθετες διευθνσεις, δεν εχαν οτε καν τη δναμη ν' ανησυχσουν για τον κνδυνο. Οι λλοι μισο ξεφωνοσαν και προσευχντανε. Τα πανι τανε σκισμνα, τα κατρτια σπασμνα, το καρβι ανοιγμνο. Σλευε ποιος μποροσε, κανες δε συνενοοτανε, καννας δεν κυβερνοσε. Ο αναβαπτιστς βοηθοσε λιγκι στην κυβρνησι του καραβιο, τανε πνω στη γφυρα: νας νατης θυμωμνος τνε χτυπ απτομα και τον ξαπλνει στα σανδια: Αλλ' απ το χτπημα, που τοδωσε, τινχτηκε κι ο διος τσο δυνατ, ποπεσε ξω απ το καρβι με το κεφλι κτω. μενε κει κρεμασμνος και γαντζωμνος απ να κομμτι σπασμνου καταρτιο. Ο αγαθς Ικωβος τρχει να τον βοηθση, τον βαστει να ξανανβη, αλλ' απ την προσπθεια, που κμνει, γλυστρει και πφτει στη θλασσα μπροστ στα μτια του νατη, που τον αφνει να χαθ χωρς να γυρση να τον ιδ. Ο Αγαθολης πλησιζει, βλπει τον ευεργτη του που ξαναφανεται μια στιγμ και που βυθζεται για πντα. Θλει να ριχτ στη θαλασσα, ο φιλσοφος Παγγλσσης τον εμποδζει, αποδεχνωντς του, πως ο κρφος της Λισσαβνας κατασκευσθηκε επτηδες για να πνιγ σ' αυτν ο αναβαφτιστς. Εν το απδειχνε a priori, το καρβι ανογει στη μση κι λοι χνονται εξν απ τον Παγγλσση, τον Αγαθολη και αυτν τον βναυσο νατη, ποχε πνξη τον ενρετο αναβαφτιστ, ο κατεργρης κολμπησε πετιχυμνα ως την παραλα που ο Παγγλσσης και ο Αγαθολης εχαν φτσει πνω σε μια σανδα.
ταν συνλθαν λιγκι βδισαν προς τη Λισσαβνα, τους μειναν ολγα χρματα, με τα οποα λπιζαν να γλυτσουν απ την πενα, αφο γλτωσαν απ την τρικυμα.
Μλις επτησαν το πδι τους στην πλη, κλαοντας το θνατο του ευεργτη τους, και νοιθουν να τρμει η γης κτου απ τα πδια τους. Η θλασσα υψνεται βρζοντας μσα στο λιμνι και σπζει τα αγκυροβολημνα κακια. Φλογοστρβιλοι με στχτες σκεπζουν τους δρμους και τις δημσιες πλατεες. Τα σπτια γκρεμζονται, οι στγες αναποδογυρζονται πνω στα θεμλια, τα θεμλια σκορπζονται. Τριντα χιλιδες κτοικοι κθε ηλικας και κθε γνους πλακωθκαν κτου απ τα ερεπια. Ο νατης λεγε σφυρζοντας και βλασφημντας: Κτι θα βγλουμε δω πρα.
Ποιος εναι ο αποχρν λγος αυτο του φαινομνου; λεγεν ο Παγγλσσης.
Να! η τελευταα μρα του κσμου, φναξε ο Αγαθολης. Ο νατης τρχει αβσταχτος μσα στα χαλσματα, αντιμετωπζει το θνατο για ναρη χρματα, βρσκει, τα παρνει, μεθ, κι αφο κοιμθηκε για να χωνψει το κρασ, αγορζει την ενοια της πρτης καλβολης κοπλλας, που συναντ πνω στα ερεπια των γκρεμισμνων σπιτιν κι ανμεσα στους πεθαμνους και σ' αυτος που ξεψυχοσαν. Ο Παγγλσσης ωστσο τνε τραβοσε απ το μανκι:
Φλε μου, τολεγε, αυτ δεν εναι σωστ. Παραβανετε την παγκσμια λογικ, ξοδεετε σκημα τον καιρ σας.
Ξεροκφαλο, του απντησε ο λλος, εμαι νατης γεννημνος στην Παλαβα, πτησα τσσερις φορς πνω στον εσταυρωμνο σε τσσερ μου ταξεδια στην Ιαπωνα, βρκες τον νθρωπ σου με την παγκσμι σου λογικ!
Μερικ κομμτια πτρας πλγωσαν τον Αγαθολη, που ξαπλωμνος στο δρμο και σκεπασμνος απ χαλσματα, λεγε στον Παγγλσση:
Αλλμονο! βρε μου λιγκι κρασ και λδι, πεθανω.
Αυτς ο σεισμς δεν εναι κτι νο, απντησε ο Παγγλσσης. Η πλη της Λμας δοκμασε τα δια τινγματα πρσυ στην Αμερικ. διες αιτες, δια αποτελσματα. Υπρχει ασφαλς να μακρ στρμα θειφι κτου απ τη γης απ τη Λμα ως τη Λισσαβνα.
Τποτε δεν εναι πιθαντερο απ' αυτ. μως, για το θε, λγο λδι και κρασ.
Πς πιθαν; απντησε ο φιλσοφος. Υποστηρζω, πως το πργμα εναι αποδειγμνο.
Ο Αγαθολης χασε τις αισθσεις του κι ο Παγγλσσης τοφερε λιγκι νερ απ μια γειτονικ βρση.
Την λλη μρα, αφο βρκαν μερικ φαγσιμα, γλυστρντας ανμεσα στα χαλσματα, αναστλωσαν λιγκι τις δυνμεις των. πειτα βοηθσανε μαζ με τους λλους στο φρντισμα εκενων, που γλτωσαν απ το θνατο. Μερικο κτοικοι, που τους εχαν βοηθση, τους δσαν να τσο ωραο δεπνο, σο εναι δυνατ μσα σε ττοια καταστροφ. Εναι αλθεια, πως τανε λιγκι θλιβερ, γιατ οι συμπτες βρχαν το ψωμ τους με δκρυα. Αλλ' ο Παγγλσσης τους παρηγρησε, βεβαινοντς τους, πως τα πργματα δε μποροσαν να γνουν αλλις. Γιατ λεγε, λ' αυτ εναι σο μπορονε καλτερα, γιατ αν υπρχη να ηφαστειο στη Λισσαβνα, αυτ δε μποροσε νναι αλλο γιατ εναι αδνατο τα πργματα να μην εναι κει που εναι, γιατ λα εναι καλ.
νας κοντς νθρωπος, μαρος, που σχετιζτανε με την Ιερ Εξταση, καθισμνος πλι του, λαβε ευγενικ το λγο και επε!
Εναι φανερ, πως ο κριος δεν πιστεει στο προπατορικ αμρτημα, γιατ αν λα εναι ριστα, ττε δεν υπρχει οτε αμρτημα οτε τιμωρα.
Ζητ πολ ταπειν συγγνμη απ την εξοχτητ σας, απντησε ο Παγγλσσης πολ ευγενικτερα. Η πτση του ανθρπου και η κατρα του Θεο μπανουν αναγκαστικ μσα στον ριστο των κσμων.
Ο κριος δεν πιστεει λοιπν στην ελευθερα; επε ο μαρος νθρωπος
Η εξοχτητ σας θα με συγχωρση, επε ο Παγγλσσης. Η ελευθερα μπορε να συνυπρχη με την απλυτη αναγκαιτητα, γιατ τανε αναγκαο νμαστε ελεθεροι. Γιατ επ τλους η ετεραρχικ θλησις, . . .
Ο Παγγλσσης δεν πρφθασε να τελειση τη φρση, ταν ο μαρος νθρωπος καμε να σημδι στον ακλουθ του, που του σερβριζε κρασ του Πορτ του Οπρτο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI: Πς καμαν να ωραο ουτο-ντα-φε για να σταματσουν οι σεισμο και πς ο Αγαθολης μαστιγθηκε

Μετ το σεισμ, ποχε γκρεμσει τα τρα τταρτα της Λισσαβνας, οι σοφο του τπου δεν μπρεσαν να βρουν λλο μσο πιο αποτελεσματικ για να προλβουν την τλεια καταστροφ απ το να δσουν στο λα να ωραο ουτο- ντα-φε. Εχεν αποφασισθ απ το Πανεπιστμιο της
Κομπρας, πως το θαμα μερικν ανθρπων ψημνων με σιγαν φωτι σε μεγλη επσημη τελετ, εναι να αλνθαστο μυστικ για να εμποδσουν τη γης να τρμη.
Πισαν λοιπν ναν Βισκααν, γιατ εχε παντρεφτ τη νουν του και δυο Πορτογλους, οι οποοι τργοντας να κοτπουλο, πταξαν το λαρδ του. Προ μικρο εχαν δσει, μετ το δεπνο, τον δχτορα Παγγλσση και τον μαθητ του τον αφελ, τον να γιατ μλησε και τον λλο γιατ κουσε με φος επιδοκιμαστικ. Και τους δυο τους βλανε χωριστ μσα σε κτι διαμερσματα υπροχης δροσερτητος, μσα στα οποα ποτ κανες δεν μποροσε να ενοχληθ απ τον λιο.
Μετ οχτ μρες τους ντσανε και τους δυο με να κτρινο ρσο και στλισαν το κεφλι τους με μια μτρα απ καρτνι: η μτρα και το ρσο του Αγαθολη εχε ζωγραφισμνες φλγες ανποδες και διαβλους χωρς ουρ και νχια, οι διβολοι μως του Παγγλση εχαν και ουρ και νχια και οι φλγες σαν ρθιες. Εβδισαν, τσι ντυμνοι σα σε λιτανεα κι κουσαν να λγο πολ παθητικ, ακολουθημνον απ μιαν ωραα ψαλμουδι με σα.
Εν ετραγουδοσαν μαστγωναν τον Αγαθολη στον πισιν με ρυθμ, το Βισκααν και τους δο Πορτογλους, που δε θελσανε να φνε λπος, τους κψανε και τον Παγγλση τον κρεμσανε, αν και αυτ δεν τανε συνθεια. Την δια μρα γινε νος σεισμς με τρομαχτικος κρτους.
Ο Αγαθολης τρομαγμνος, απομονωμνος, απελπισμνος, λος τρμοντας, λεγε μσα του!
Εν αυτς εναι ο καλτερος των κσμων, ττε τι εναι οι λλοι; Πλι καλ, που μνο με μαστγωσαν. Το διο παθα στους Βουλγρους. Αλλ' ω αγαπημνε μου Παγγλσση!
Μεγαλτερε των φιλοσφων, πρεπε να σε ιδ κρεμασμνον χωρς να ξρω γιατ! Ω αγαπημνε μου αναβαφτιστ! ριστε των ανθρπων, πρεπε να σε ιδ να πνγεσαι μσα στο λιμνι! Ω! δεσποινδα Κυνεγνδη, μαργαριτρι των παρθνων, πρεπε να σου χουν σκση την κοιλι!
Ξεκνησε λοιπν μλις στεκμενος στα πδια του, αφο του βγλαν λγο, τνε μαστγωσαν του δσαν φεση αμαρτιν και ευλογα, ταν μια γρη τον εζγωσε και τοπε: Παιδ μου, λβε θρρος, ακολοθα με.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII: Πς μα γρη φρντισε για τον Αγαθολη και πς ξανβρε κενην, που αγαποσε

Ο Αγαθολης δεν πρε καθλου θρρος, ακολοθησε μως τη γρη μσα σ' να χαμσπιτο. Τοδωσε να βζο με αλοιφ να τριφτ, τον φησε να φγη και να πι, τοδειξε να κρεββατκι αρκετ καθαρ και κοντ στο κρεββτι να κοστομι ροχα.
Φτε, πιτε, κοιμηθτε, του επε, και η παναγα της Ατσσας, και ο αφντης μας ο ης-Αντνης της Πδοβας, και ο αφντης μας ο γιος Ικωβος της Κομποστλλας ας σας προστατψουν. Θα ξανρθω αριο.
Ο Αγαθολης πντα απορντας για τα σα εδε, σα υπφερε, και ακμα περισστερο για το σπλχνος της γρης, θλησε να της φιλση το χρι.
Δεν εναι το δικ μου χρι που πρπει να φιλσετε, του επε. Θα ξανρθω αριο. Τριφττε με την αλοιφ, φτε, κοιμηθτε.
Ο Αγαθολης, παρ' λα του τα βσανα, φαγε και κοιμθηκε. Το πρω η γρη τοφερε το πργευμ του, ξτασε τη ρχη του, την τριψε η δια με μιαν λλη αλοιφ, τοφερε κατπι να γευματση και το βρδι ξαναγρισε και τοφερε να δειπνση. Την μεθαυριαν μρα τοκαμε τις διες περιποισεις.
Ποι εστε, τη ρωτοσε πντα ο Αγαθολης. Ποιος σας δωσε τση καλωσνη; Πς μπορ να σας το ανταποδσω;

Η αγαθ γρι δεν απαντοσε τποτε. Το βρδυ ξανρθε χωρς να του φρη να δειπνση.
Ελτε μαζ μου, του λγει και μη βγζετε τσιμουδι.
Τον παρνει απ το μπρτσο και βαδζει μαζ του στην εξοχ ως να τταρτο της λεγας. Φτνουν σ' να σπτι μοναχικ τριγυρισμνο απ κπους και κανλια.
Η γρι χτυπ μια μικρ θρα. Ανογουν. Οδηγε τον Αγαθολη απ μια σκλα κρυφ σε μια χρυσ σλλα, τον αφνει πνω σ' ναν καναπ απ πολχρωμο μεταξπανο, κλει την πρτα και φεγει. Ο Αγαθολης νμιζε, πως ονειρευτανε και του φαινταν η λη του προτητεριν ζω να νειρο θανατερ και η τωριν στιγμ να νειρο γλυκ.
Η γρι ξαναφνηκε σε λγο. Κρατοσε με κπο απ το μπρτσο μια γυνακα, που τρεμε, ποχε ανστημα μεγαλπρεπο, κι λαμπε ολκληρη μσα σε πετρδια κι τανε σκεπασμνη μ' ναν ππλο.
Τραβχτε αυτν τον ππλο, επε η γρι στον Αγαθολη.
Ο νος πλησιζει, σηκνει τον ππλο με φοβισμνο χρι. Τι στιγμ! Τι ξφνισμα! Νομζει πως βλπει τη δεσποινδα Κυνεγνδη. Τη βλπει πραγματικ, ταν η δια. Οι δυνμεις του παραλυονε, δε μπορε να προφρη λξη, πφτει στα πδια της. Η Κυνεγνδη πφτει πνω στον καναπ. Η γρι τους χνει μυρωδις, αναλαβανουν τις αισθσεις τους, ομιλον: στην αρχ λνε λξεις κομμνες, ερωτσεις κι απαντσεις διασταυρομενες, στενζουνε, κλανε, ξωφωνζουν. Η γρι τους συμβουλεει να κμνουν λιγτερο θρυβο και τους αφνει μνους.
Πς! Εστε σεις; της λγει ο Αγαθολης, ζτε! Σας ξαναβρσκω στην Πορτογαλλα! Δε σας εβασαν λοιπν; Δε σας ξεκοιλισανε, πως με βεβαωσε ο φιλσοφος Παγγλσσης;
Ναι, επε η ωραα Κυνεγνδη, αλλ δεν πεθανει κανες πντα απ' αυτ τα δυο δυστυχματα.
Αλλ' ο μπαμπς σας κι η μαμ σας σκοτωθκανε;
Αυτ εναι πρα πολ αληθιν, επε η Κυνεγνδη κλαοντας.
Κι ο αδερφς σας;
Τον αδερφ μου τον σκοτσαν επσης.
Και γιατ βρσκεστε στη Πορτογαλλα; Και πς μθατε, πως μουνα κι εγ εδ; Και με τι παρξενη σμπτωση με φρατε σ' αυτ το σπτι;
Θα σας τα πω λ' αυτ, απντησε η κυρα, μα πρπει προττερα να μου διηγηθτε ,τι σας συνβη μετ απ' το αθο εκενο φλημα, που μου δσατε, και τις κλωτσις που λβατε.
Ο Αγαθολης υπκουσε με βαθτατο σεβασμ. Και, αν και κουρασμνος, αν και η φων του ταν αδνατη κι τρεμε, αν και η ραχοκοκαλι του πονοσε ακμα λγο, της διηγθηκε με τον πιο απροσποητο τρπο ,τι του συνβη απ τη στιγμ του αποχωρισμο τους. Η Κυνεγνδη ψωνε τα μτια στον ουραν. κλαψε για το θνατο του αγαθο αναβαφτιστ Ιακβου, και κατπι μλησε ως εξς στον Αγαθολη, που δεν χανε λξη και την καττρωγε με τα μτια του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII: Ιστορα της Κυνεγνδης

μουνα στο κρεββτι μου και κοιμμουνα βαθυ, ταν ευδκησεν ο ουρανς να στελη τους Βουλγρους στον ωραο μας πργο του Τοντερ- τεν-τρονκ. Σφξανε τον πατρα μου και τον αδελφ μου και κμανε τη μητρα μου κομματκια. νας ψηλς βολγαρος ξη ποδιν, βλποντας, πως σ' αυτ το θαμα χασα τις αισθσεις μου, ρχισε να με βιζη. Αυτ με συνφερε, ανλαβα τις αισθσεις μου, πλαιψα, δγκασα, γρατσονισα, θελα να βγλω τα μτια αυτο του χοντροβοργαρου, μη ξροντας, πως ,τι συνβαινε μσα στον πργο του πατρα ταν να πργμα συνειθισμνο. Ο αγριθρωπος μοδωσε μια μαχαιρι στο αριστερ μρος της κοιλις, που χω ακμη το σημδι.
Αλλομονο! Ελπζω να το ιδ, επεν ο απλοκς Αγαθολης.
Θα το ιδτε, επεν η Κυνεγνδη. Αλλ' ας εξακολουθσομε.
Εξακολουθστε, επε ο Αγαθολης. Ξαναπρε το νμα της διγησς της.
Ττες νας Βολγαρος αξιωματικς μπανει. Με βλπει μσα στα αματα, αλλ' ο στρατιτης δεν ταρζεται. Ο αξιωματικς θυμνει για την λλειψη σεβασμο, που τοδειχνε αυτς ο χτηνδης στρατιτης και τον σκοτνει απνω μου. στερα βζει να μ' επιδσουν και με φρνει αιχμλωτο στη σκην του. Εκε πλενα τα λγα πουκμισα, που εχε, του μαγερευα, μ' ερισκε πολ νστιμη, πρπει να το ομολογσω, και δε θ' αρνηθ, πως τανε κι αυτς πολ καλοφκιασμνος κι εχε το δρμα λευκ κι απαλ. Αλλ' ξω απ' αυτ, λγο πνεμα, λγη φιλοσοφα. Φαιντανε καλ, πως δεν εχε μορφωθ απ τον δχτορα Παγγλση, Στο τλος των τριν μηνν, αφο χασε τα χρματ του κι αφο με χρτασε, με πολησε σ' ναν Εβραο ονομαζμενο δον Ισσχαρ, που εμπορευτανε στην Ολλανδα και στην Πορτογαλλα και που αγαποσε με πθος τις γυνακες. Αυτς ο Εβραος αφοσιθηκε πολ σε μνα, αλλ δεν κατρθωσε να με νικση. Του αντιστθηκα καλτερα απ' τι στο Βολγαρο στρατιτη. να ντιμο πρσωπο μπορε να βιαστ μια φορ, μα η αρετ του δε χνεται. Ο Εβραος για να με δαμση, μ' φερε σ' αυτ το εξοχικ σπτι, που βλπετε. Πστευα ως τρα, πως δεν υπρχε τποτε στη γη τσο ωραο σαν τον πργο του Τοντερ-τεν-τρονκ: εχα απατηθε.
Ο μγας Ιεροξεταστς με παρατρησε μια μρα στη λειτουργα. Με κτταξε πολ με τα γυαλι του και μου παργγειλε, πως εχε να μου μιλση για πολ μυστικς υποθσεις. Με ωδγησε στο παλτι του, του επα την καταγωγ μου μο παρστησε, πσο τανε καττερο της τξης μου ν' ανκω σ' ναν Ισραηλτη. Πρτεινε απ μρος μου στον δον Ισσχαρ να με παραχωρση στο σεβασμιτατο. Ο δον Ισσχαρ, που εναι ο τραπεζτης της αυλς κι νθρωπος μεγλης υπληψης δε δχτηκε να κμη τποτε. Ο Ιερεξεταστς τον απελησε μ' να ουτο-ντα-φε. Τλος ο Εβραος μου φοβισμνος κλεισε μια συμφωνα κατ την οποα το σπτι κι εγ θ' ανκαμε και στους δυο απ κοινο. Ο Εβραος θχε για τον εαυτ του τις Δευτρες, τις Τετρτες και τα Σββατα και ο Ιερεξεταστς τις λλες μρες της βδομδας. Εναι ξη μνες τρα, που βαστει αυτ η σμβαση, αλλ' χι και χωρς καυγδες, γιατ συχν δε μπορονε να ορσουν, αν η νχτα του Σαββτου ανκει στον παλαι η στο νο νμο! σο για μνα αντιστθηκα ως τρα και στους δυο, και νομζω πως γι' αυτ το λγο με αγαπονε πντα.
Τλος για ν' απομακρνουν τη συφορ των σεισμν και για να φοβσουν τον δον Ισσχαρ, ευαρεστθηκε ο σεβασμιτατος Ιεροξεταστς να τελση να ουτο- ντα-φε. Μου καμε την τιμ να με καλση. Με βλανε σε πολ καλ θση. Προσφρανε στις κυρες αναψυχτικ μεταξ της λειτουργας και της εκτλεσης. Μ' πιασε, αληθιν, φρκη βλποντας να κανε αυτος τους δυο Ιουδαους κι αυτ το χρηστ Βισκααν, ποχε παντρεφτ τη νουν του. Αλλ ποια ταν η κπληξ μου, ο τρμος μου, η ταραχ μου, σαν εδα μσα σ' να κτρινο ρσο και κτου απ μια μτρα κποιον, που μοιαζε του Παγγλσση. τριβα τα μτια μου, βλεπα προσεχτικ, εδα να τον κρεμον, πεσα λιπθυμη. Μλις συνρθα, εδα εσς γυμνωμνον τσιτσδι. Αυτ τανε το αποκορφωμα της φρκης, του τρμου, του πνου της απελπισας. Θα σας πω αληθιν, πως το δρμα σας εναι πολ πιο λευκ και πιο ρδινο απ του βουλγρου αξιωματικο. Αυτ η θα διπλασασε λα τα αισθματα, που με καταπιζανε, που με κατατργαν. Φναξα, θλησα να πω: Σταθτε, βρβαροι! Μα η φων μου πνγηκε και τα λγια θταν ανφελα. Αφο σας μαστιγσανε καλ: πως συμβανει, λεγα, ο αγαπητς Αγαθολης κι ο σοφς Παγγλσσης να βρσκονται στη Λισσαβνα, ο νας για να φγη εκατ καμουτσικις κι ο λλος να κρεμαστ κατ διαταγ του σεβασμιτατου Ιεροξεταστ, του οποου εμαι η ερωμνη; Ο Παγγλσσης λοιπν μ' εχε πολ σκληρ απατσει, ταν μολεγε, πως λα εναι ριστα στον κσμο.
Ταραγμνη, τρομαγμνη, λλοτες ξω φρενν κι λλοτε τοιμη να πεθνω απ αδυναμα, εχα το κεφλι μου γεμτο απ τη σφαγ του πατρα μου, της μητρας μου, του αδερφο μου, γεμτο απ το θρσος του βολγαρου παλιοστρατιτη, απ τη μαχαιρι, που μοδωσε, απ τη σκλαβι μου, απ το επγγελμ μου της μαγερισσας, απ τον Βολγαρο αξιωματικ μου, απ τον θλι μου δον Ισσχαρ, απ το σιχαμερ μου Ιεροξεταστ, απ το κρμασμα του δχτορα Παγγλσση, απ το μεγλο αυτ miswerer το μουρμουριστ εν σας μαστιγνανε, και προ πντων απ το φιλ, που σας δωσα πσω απ το παραβν την ημρα, που σας εχα δει για τελευταα φορ. Δξασα το θε, που σας ξανφερνε σε μνα στερ' απ τσες δοκιμασες. Σστησα στη γρι μου να σας περιποιηθ και να σας φρη εδ, μλις θα τανε δυνατ. καμε πολ καλ την παραγγελα μου. Απλαυσα την ανκφραστη χαρ να σας ξαναδ, να σας ακοσω, να σας μιλσω. Πρπει να πειντε πολ, χω μεγλη ρεξη, ας αρχσουμε απ το φαγητ.
Να τους λοιπν καθισμνοι οι δυο τους στο τραπζι.! Και μετ το δεπνο ξανακθονται στον ωραο καναπ, για τον οποο μιλσαμε παραπνω. Εν σαν εκε, ιδο φτνει ο σινιρ δον Ισσχαρ, ο νας απ τους κυρους του σπιτιο! τανε Σββατο. Ερχτανε να εξασκση τα δικαιματ του και να εκφρση το μεγλο του ρωτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX: Τι συνβη στην Κυνεγνδη, στον Αγαθολη, στο μγαν Ιεροξεταστ και στον Εβραο.

Αυτς ο Ισσχαρ ταν ο πιο χολερικς Εβραος, που υπρξε στη φυλ του Ισραλ απ την εποχ της αιχμαλωσας της Βαβυλνας.
Πς! επε, σκλλε Γαλιλαε, δε μας φτνει ο Κριος Ιεροξεταστς; Πρπει κι αυτς ο κανγιας να κμνη μαζ μου μοιρασ;
Λγοντας τοτα τραβ να μακρ μαχαρι, που τχε πντα μαζ του και νομζοντας, πως ο αντπαλος του ταν οπλος, ρχνεται πνω του. Αλλ' ο αγαθς μας Βεστφαλιανς εχε πρει να ωραο σπαθ απ τη γρι μαζ με το κοστομι. Τραβει το σπαθ του, αν και ταν νθρωπος μαλακς, και σου ξαπλνει τον Ισραηλτη ξερν πνω στις πλκες, στα πδια της ωραας Κυνεγνδης.
Παναγα Παρθνε! φναξεν εκενη, τι θα κνομε τρα; νας νθρωπος σκοτωμνος σπτι μου! Αν η δικαιοσνη ρθη, μαστε χαμνοι. Εν δεν εχαν κρεμσει τον Παγγλσση, επεν ο Αγαθολης, θα μας δινε καλ συμβουλ σ' αυτ μας την απγνωση, γιατ τανε μγας φιλσοφος. Τρα που λεπει, ας συμβουλευτομε τη γρι.
τανε πολ μυαλωμνη κι ρχισε να λγη τη γνμη της, ταν μια λλη θρα ανογει. τανε μια μετ τα μεσνυχτα, ρχιζε η Κυριακ. Αυτ η μρα ανκε στο σεβασμιτατο Ιεροξεταστ. Μπανει και βλπει το μαστιγωμνον Αγαθολη με το σπαθ στο χρι, ναν σκοτωμνον χμου, τη Κυνεγνδη ξφρενη και τη γρι δνοντας συμβουλς.
Ιδο τι συνβη αυτ τη στιγμ μσα στην ψυχ του Αγαθολη και πς σκφτηκε: Εν ο γιος νθρωπος καλση βοθεια, θα με κψη ασφαλς στη φωτι και μπορε να κνη το διο και στην Κυνεγνδη. Μ' χει μαστιγσει ανελητα, εναι ο αντπαλς μου, ρχισα τρα να σκοτνω, δεν υπρχει καιρς για δισταγμος.
Αυτς οι σκψεις υπρξαν καθαρς και γργορες, και δχως να δση καιρ στον Ιεροξεταστ να συνρθη απ την κπληξ του, τον τρυπ πρα ως πρα και τον ρχνει πλι στον Εβραο.
Να κι λλος, επε η Κυνεγνδη. Δεν υπρχει γλυτωμς, εμαστε αφωρισμνοι, η τελευταα μας ρα φτασε. Πς γινε σεις, που γεννηθκατε τσο μερος να σκοτνετε σε δυο λεφτ ναν Εβραο κι ναν επσκοπο!
Ωραα μου Κυνεγνδη, απντησεν ο Αγαθολης, ταν κανες εναι ερωτευμνος, ζηλιρης και μαστιγωμνος απ τα ιεροδικεα, δε γνωρζει πια τον εαυτ του!
Ττες η γρι λαβε το λγο και επε: Υπρχουν τρα ανδαλοσια λογα στο σταλο με τις σλλες τους και τα χμουρ τους. Ο γενναος Αγαθολης ας τα ετοιμση, η κυρα χει χρυσαφικ και διαμντια, ας ανεβομε γργορα στ' λογα, αν και δε μπορ να κτσω παρ στο να κωλομρι, κι ας το δνομε για τα Γδειρα. Κμνει τον ωραιτερο καιρ του κσμου κι εναι πολ ευχριστο να ταξιδεη κανες με τη νυχτεριν δροσι.
Ευθς ο Αγαθολης σελλνει τα τρα λογα. Η Κυνεγνδη, η γρι κι αυτς κβουν τριντα μλλια μονοροφι. Εν αυτο απομακρυνντανε, η Ιερ Εξταση φτνει στο σπτι, θβουν τον σεβασμιτατο σε μαν ωραα εκκλησα και ρχνουν τον Ισσχαρ στα σκουπδια. Ο Αγαθολης, η Κυνεγνδη κι η γρι σαν τρα στη μικρ πλη Αβασνα, ανμεσα στα βουν της Σιρρα Μορνα και μιλοσαν ως εξς μσα σε μια ταβρνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ: Σε τι θλια χλια ο Αγαθολης, η Κυνεγνδη κι η γρι φτνουνε στα Γδειρα και πως μπαρκαρζονται.

Ποιος λοιπν μπρεσε να μου κλψει τις πιστλες (2) μου και τα διαμαντικ μου, λεγε κλαοντας η Κυνεγνδη. Πο νβρη κανες Ιεροξεταστς κι Εβραους να του δσουν λλες;
Αλομονο! επεν η γρι, υποψιζομαι ναν αιδεσιμτατον πατρα κορδελιρο, που κοιμθηκε ψες στο διο ξενοδοχεο μαζ μας στο Μπανταγις. Ο θες φυλξοι να κμω κρση δικη! μως μπκε δυο φορς στο δωμτι μας κι φυγε πολ προττερα απ μας.
Αλλμονο! επεν ο Αγαθολης. Ο καλς Παγγλσσης μου εχε συχν αποδεξει, πως τα αγαθ της γης εναι κοιν σ' λους τους νθρωπους και πς λοι χουν σ' αυτ σα δικαιματα. Αυτς ο κορδελιρος θα πρεπε, σμφωνα μ' αυτ τη θεωρα, να μας αφση με τι ν' αποτελεισουμε το ταξδι μας. Δε σας απομνει λοιπν τποτες, ωραα Κυνεγνδη;
Οτε να μαραβεντ (3) επεν αυτ.
Τι ν' αποφασσουμε; επεν ο Αγαθολης.
Ας πουλσομε να απ τα τ' λογ μας, επεν η γρη. Εγ θα κτσω στα καπολια του ζου, πσω απ τη δεσποινδα Κυνεγνδη, αν και δε μπορ να βαστιμαι παρ στο να κωλομρι, και θα φτσομε στα Γδειρα.
Μσα στο διο ξενοδοχεο ταν νας ηγομενος Βενεδικτνος, αγρασε φτην το λογο. Ο Αγαθολης, η Κυνεγνδη κι η γρι πρασαν απ τη Λουκνα, τη Χλλα, τη Λεμπρξα και φτσανε τλος στα Γδειρα. Εκε ετομαζαν να στλο και μαζεανε στρατ για να τιμωρσουν τους αιδεσιμτατους Ιησουτες πατρες της Παραγουης, γιατ κπιο τγμα τους κνησε επανσταση εναντο των βασιλων της Ισπανας και της Πορτογαλας κοντ στη πλη της Αγας Μετληψης. Ο Αγαθολης, επειδ εχε υπηρετσει στο βουλγαρικ στρατ, καμε τα βουλγαρικ γυμνσια μπροστ στο στρατηγ του μικρο στρατο με τση χρη, σβελτωσνη, δεξιτητα, περηφνεια και λυγερδα, που του δσανε να διευθνη να σμα πεζικο. Να τονε λοιπν αξιωματικ! Μπαρκαρζεται με τη δεσποινδα Κυνεγνδη, τη γρι, δυο υπηρτες και τα δυο ανδαλοσια λογα, που ανκαν λλοτες στον κριο μγαν Ιεροξεταστ της Πορτογαλλας. Σ' λο το ταξδι μιλσανε πολ για τη φιλοσοφα του τυχου Παγγλσση.
Πηγανομε σ' λλον κσμο, λεγεν ο Αγαθολης: σ' αυτν, χωρς αμφιβολα, λα θναι ριστα, γιατ πρπει να ομολογσομε, πως μπορε κανες να κλαη λιγκι με ,τι γνεται στο δικ μας απ ποψη φυσικ και ηθικ.
Σας αγαπ μ' λη μου την καρδι, λεγε η Κυνεγνδη, μα χω ακμα την ψυχ μου κατατρομαγμνη απ ,τι εδα κι απ ,τι παθα.
λα θα παν καλ, απαντοσε ο Αγαθολης, δη η θλασσα αυτο του νου κσμου εναι καλτερη απ τις θλασσες της Ευρπης μας, εναι πιο γαλνια και οι νεμοι σταθερτεροι. Ασφαλς ο νος κσμος εναι ο καλτερος των κσμων.
μποτες! λεγεν η Κυνεγνδη, υπρξα ως τρα τσο φριχτ δυστυχς στο δικ μας, στε η καρδι μου σχεδν εναι κλεισμνη στις ελπδες.
Παραπονιστε, τους επε η γρη, αλομονο! δεν επθατε συφορς σαν τις δικς μου.
Η Κυνεγνδη ρχισε σχεδν να γελ κι ερισκε αυτ την αγαθ γυνακα παρ πολ διασκεδαστικ με το να λγη πως τανε πιο δυστυχισμνη απ κενην.
Αλομονο! της επε, αν δεν χετε βιασθ απ δυο βουλγρους, αν δεν ελβατε δυο μαχαιρις στην κοιλι, αν δε σας χαλσανε δυο πργους σας, αν δε σφξανε μπροστ στα μτια σας δυο πατρες, δυο μητρες κι αν δεν εδατε δυο εραστς σας μαστιγωμνους σ' να ουτο-ντα-φε, δε βλπω πς θα μποροσατε να με υπερβτε. Προσθστε, πως γεννθηκα βαρνη με εβδομηνταδυ γενες κι τι κατντησα μαγρισσα.
Δεσποινς, απντησε η γρι. Δεν ξρετε την καταγωγ μου. κι αν σας δειχνα τον πισιν μου, δε θα μιλοσατε, πως μιλσατε και θα σταματοσατε στην κρση σας.
Αυτ τα λγια προκλεσαν υπερβολικ περιργεια στο πνεμα της Κυνεγνδης και του Αγαθολη. Η γρι τους μλησε ως εξς:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI: Η ιστορα της γρις

Δεν εχα πντα τα μτια θαμπ και κκκινα ολογρω. Η μτη του δεν γγιζε πντα το πηγονι μου και δεν μουνα πντα υπηρτρια. Εμαι η κρη του ππα Ουρβανο Χ και της πριγκιπσσας Παλεστρνα. Μ' ανθρεψαν ως τα δεκατσσερ μου χρνια μσα σ' να παλτι, που μπροστ του λοι οι πργοι των Γερμανν βαρνων σας δε θα μποροσανε να χρησιμψουν οτε για σταλοι. κι να μου μονχα φουστνι κστιζε περισστερο απ' λα τα πλοτη της Βεστφαλας. Μεγλωνα σε ομορφι, χρες, ταλντα μσα σε απολασεις, σεβασμος κι ελπδες. ρχισα να εμπνω ρωτα. Το στθος μου δενε, και τι στθος! Λευκ, στερε, φκιασμνο σαν της Αφροδτης των Μεδκων. Και τι μτια! τι βλφαρα! τι τσνορα μαρα! Τι φλγες καγανε μσα στις κρες των ματιν μου και σβνανε την αχτιδοβολι των στρων, πως μου λγαν οι ποιητς του τπου. Οι γυνακες, που με ντνανε και με ξεντνανε πφτανε σ' κσταση κυττζοντς με απ μπροστ κι απ πσω.
Αρραβωνιστηκα μ' ναν πργκηπα της Μσσα-Καρρρας. Τι Πργκηπας! Τσο ωραος σο κι εγ, καμωμνος απ γλυκδες και χρες, λμποντας απ πνεμα και καοντας απ ρωτα. Τον αγαποσα, πως αγαπον για πρτη φορ, ειδωλολατρικ, παρφορα, Οι γμοι μας ετοιμαστκαν, τανε μια τελετ, μια μεγαλοπρπεια ανκουστη, γιορτς αμαξδες, περες-μποφφες αδικοπες κι λη η Ιταλα μου καμε σονντα, που καννα δεν τανε της προκοπς. γγιζα τη στιγμ της ευδαιμονας μου, ταν μια γρι μαρκησα, που τανε πρτα ερωμνη του πργκηπ μου, τον προσκλεσε σπτι της να του προσφρη σοκολτα, πθανε σε λιγτερο απ δυο ρες με τρομαχτικος σπασμος. Αλλ τοτο εναι μηδαμιν. Η μητρα μου πνω στην απελπισα της και λιγτερο λυπημνη απ μνα, θλησε ν' απομακρυνθ για λγον καιρ απ ναν τπο τσι καταραμνο. Εχε κποιο πολ ωραο χτμα κοντ στη Γατα. Μπαρκαριστκαμε σε μια ντπια γαλρα, κατχρυση σαν την για Τρπεζα του γιου Πτρου της Ρμης. Και να νας κορσρος απ τη Σλη χνεται απνω μας και μας διπλαρνει, οι στρατιτες μας αμυνθκανε, σαν στρατιτες του ππα: γοντισαν λοι τους κλαοντας και ζητντας απ τον κουρσρο φεση αμαρτιν, που δνεται στους πεθαμνους.
Αμσως τους γδσανε τσιτσδι σαν μαμοδες, καθς και τη μητρα μου, τις κυρες της τιμς και μνα. Εναι κτι αξιοθαμαστο η προσοχ με την οποα αυτο οι κριοι γδνουν τον κσμο. Αλλ' τι μ' εξπληξε περισστερο τανε, που βλανε σε λους μας το δχτυλο σ' να μρος, που μεις δεν αφνομε συνθως να μας βλουν λλο τποτε απ το σερβιτσλι. Αυτ η τελετ μου φνηκε πολ παρξενη: να πς κρνει κανες λα, ταν δεν χει βγει απ τον τπο του. μαθα αμσως, πως θλανε να ιδον, μπως κρψαμε κει τποτε διαμντια! Εναι θιμο καθιερωμνο απ αμνημονετων χρνων μεταξ των πολιτισμνων λαν, που διαπλουν τις θλασσες. μαθα, πως οι κριοι καλγεροι ιππτες της Μλτας δεν το παραλεπουν ποτ, ταν πινουνε Τορκους και Τορκισσες: εναι νμος του διεθνος δικαου, που δεν παραβανεται ποτς.
Δε θα σας πω, πσο εναι σκληρ για μια να πριγκιπσσα να τη φρνουνε σκλβα στο Μαρκο μαζ με τη μητρα της: καταλαβανετε καλ, τι τραβξαμε μσα στο μαροκιν καρβι! Η μητρα μου τανε ακμη αρκετ μορφη: οι κυρες της τιμς, οι καμαριρες μας εχαν περισστερα θλγητρα απ' σα μπορε κανες να βρη σ' λη την Αφρικ: σο για μνα μουνα θαμπωτικ, μουνα η δια ομορφι, η δια χρη κι μουνα κορτσι. Δεν μεινα για πολ. Αυτ το νθος, που τανε φυλαγμνο για τον ωραο πργκιπα της Μσσα-Καρρρας, μου πρθηκε απ τον κουρσρο καπετνιο. ταν νας απασιος νγρος, που πστευε μλιστα, πως μου κμνει μεγλη τιμ. Ασφαλς πρεπε νχουμε η κυρα Πριγκιπσσα του Παλεστρνα κι εγ πολ δυνατ κρση για να βαστξουμε σε σα πθαμε σαμε να φτξουμε στο Μαρκο. Αλλ' ας τ' αφσομε. Εναι πργματα τσο συνειθισμνα, που δεν αξζουνε τον κπο να τα διηγιται κανες.
ταν εφτσαμε, το Μαρκο πλεε μσα στο αμα. Πενντα γιοι του σουλτνου Μουλι-Ισμαλ εχαν πλεμο μεταξ τους, πενντα εμφλιοι πλεμοι, μαρων ενντια σε μαρους, μαρων ενντια σε μελαχροινος, μιγδων ενντια σε μιγδες: ταν να αδικοπο μακελει σ' λη την κταση της αυτοκρατορας.
Μλις ξεμπαρκαριστκαμε, δυο μαροι μιας φατρας εχθρικς με τον κορσρο μας παρουσιαστκανε να του προυν τη λεα του. Εμεθα μετ τα διαμντια και το χρυσφι ,τι εχε πολυτιμτερο. Βρθηκα μρτυρας σε μια μχη, που παρμοια δεν χετε στα δικ σας κλματα της Ευρπης. Οι βρειοι λαο δεν χουν το αμα τσο αψ. Δεν χουν τη λσσα για τις γυνακες, που εναι κοιν σ' λη την Αφρικ. Θαρρες, πως οι Ευρωπαοι σας χουν γλα στις φλβες τους, βιτριλι, φλγα τρχει στις φλβες των κατοκων του τλαντος και των γειτονικν μερν. Πολεμσανε με τη μανα των λιονταριν, των τγρηδων, των φειδιν της χρας τους, για το ποιος θα μας πρη. νας Μαρος ρπαξε τη μητρα μου απ το δεξ μπρτσο, ο υπολοχαγς του καπετνιου μου την κρατοσε απ το αριστερ, νας μαρος στρατιτης την πιασε απ τνα πδι, νας απ τους κουρσρους την κρατοσε απ τ' λλο. λες μας οι κοπλλες βρεθκανε σε μια στιγμ να τραβινται απ τσσερις νομτους. Ο καπετνιος μου μ' κρυβε απ πσω του. Κρατοσε το λζο στο χρι και σκτωνε ποιον αντιστεκτανε στη λσσα του. Τλος εδα λες μας τις Ιταλδες και τη μητρα μου σκισμνες, σφαγμνες απ τα τρατα, που τις διαμφισβητοσαν. Οι σκλβοι, οι σντροφο μου, οι κουρσροι μας, στρατιτες, νατες, μαροι μελαχροινο, σπροι, μιγδες και τλος ο καπετνιος μου, λοι σκοτωθκανε κι μενα εγ ξεψυχντας απνω σ' να σωρ πτματα. Παρμοιες σκηνς γινντανε, καθς λοι ξρουν, σε μιαν κταση περισστερη απ τριακσιες λεγες χωρς να ποραλεπη καννας εκε τις πντε προσευχς κθε μρα, που διατζει ο Μωμεθ.
Με πολν κπο κατρθωσα να βγω απ' αυτ το πλθος των ματωμνων πτωμτων, που τανε σωρς, και σρθηκα κτου απ μια πορτοκαλλι στην χθη ενς γειτονικο ρυακιο. πεσα κει απ την τρομρα την κοραση, τη φρκη, την απελπισα, την πενα. Σε λγο οι καταβλημνες μου αισθσεις παραδοθκανε σ' ναν πνο, που μοιαζε περισστερο με λιποθυμα παρ με ανπαυση. μουνα σ' αυτν την κατσταση αδυναμας κι αναισθησας και ανμεσα ζως και θαντου, ταν νοιωσα να με πλακνει κτι, που σλευε απνω στο σμα μου. νοιξα τα μτια κι εδα ναν νθρωπον σπρο, που αναστναζε κι λεγε ανμεσα στα δντια του. Ω τι συφορ να μην χης αρχδια!
Ξαφνισμνη και χαρομενη, που κουσα τη γλσσα της πατρδας μου κι χι λιγτερο απορντας για τα λγια, που μουρμοριζε αυτς ο νθρωπος, του απντησα, πως υπρχανε μεγαλτερες δυστυχες απ' αυτν που παραπονιτανε. Του εξγησα σε λγες λξεις τις φρικαλετητες, που εχα υποστ και ξανπεσα λιπθυμη. Μ' φερε σ' να γειτονικ σπτι, μ' βαλε στο κρεββτι, μοδωσε να φγω, με περιποιθηκε, με παρηγρησε, μου καμε διφορες κολακεες και μοπε πως δεν εδε ποτς τποτε τσο ωραο σαν κι εμνα και πως ποτ δε λυπθηκε τσο, που χασε αυτ, που κανες δε μποροσε να του το ξαναδση.
Γεννθηκα στη Νεπολη, μου επε. Εκε μουνουχζουν δυο ως τρεις χιλιδες παιδι το χρνο, τα μισ πεθανουνε, τα μισ κμνουν μια φων ωραιτερη απ των γυναικν κι οι λλοι γνονται κυβερντες κρατν. Μου κμανε αυτ την εγχερηση με πολ μεγλη επιτυχα κι γινα ψλτης, στο εκκλησκι της κυρας πριγκιπσσας του Παλεστρνα.
Της μητρας μου, κραξα εγ.
Της μητρας σας! φναξε κλαοντας. Πς! Εσαστε σεις εκενη η μικρολα πριγκηπσσα, που την ανθρεψα ως την ηλικα των ξη χρονν και που φαινταν απ ττε, πως θα γιντανε τσο ωραα, σο εστε σεις;
Εμαι η δια! Η μητρα μου τετρακσια βματα απ δω, εναι κομματκια κτου απ να σωρ πτματα.
Του διηγθηκα, τι μας συνβη. Μου διηγθηκε επσης τις περιπτεις του κι μαθα, πως τον εχε στελει στο σουλτνο του Μαρκου μια χριστιανικ Δναμη για να κλεση μ' αυτν το μονρχη συνθκη, με την οποαν θα του προμηθεανε μπαροτι, καννια, καρβια κι αυτς θα βοηθοσε στο ξεπτωμα του εμπορου των λλων χριστιανν. Η αποστολ μου τλειωσε, επε ο ντιμος ευνοχος, Θα μπαρκαριστ στην Κιοτα και θα σας πω πσω στην Ιταλα. Μα τι συφορ να μην χης αρχδια!
Τον ευχαρστησα με δκρυα λο τρυφερτητα, αλλ' αντς να με πη στην Ιταλα μ' φερε στο Αλγριο και με πολησε στον μπη αυτς της χρας. Μλις εχα πουληθ, αυτ η πανοκλα, ποχε κμει το γρο της Αφρικς, της Ασας, της Ευρπης, πεσε στο Αλγριο με μανα. χετε δει σεισμος, αλλ, δεσποινς, πθατε ποτς πανοκλα;
Ποτς! απντησε η βαρωνσσα.
Αν την παθανατε, επανλαβε η γρι, θα ομολογοσατε, πως εναι πολ χειρτερη απ να σεισμ.
Εναι πολ συνειθισμνη στην Αφρικ, κλλησα. Φαντασθτε, τι κατρα για την κρη ενς ππα, δεκαπντε χρονν, που σε τρες μνες δοκμασε τη φτχεια, τη σκλαβι, εβιστηκε σχεδν κθε μρα, εδε την μητρα της κομμνην στα τσσερα, δοκμασε την πενα και τον πλεμο και να πεθανη πανωλικ στην Αφρικ! Ωστσο δεν πθανα, αλλ' ο ευνοχος μου κι ο μπης μου και σχεδν λο το σαρι πεθνανε.
ταν οι πρτες καταστροφς αυτς της φριχτς πανοκλας περσανε, πουλσανε τις σκλβες του μπη. νας μπορος μ' αγρασε και μ' φερε στο Τονεζι. Με πολησε σ' ναν λλον μπορο, που με ξαναπολησε στην Τρπολη, απ την Τρπολη ξαναπουλθηκα στην Αλεξντρεια, απ την Αλεξντρεια στη Σμρνη, απ τη Σμρνη στην Πλη. Τλος με πρε νας αγς των γιανιτσρων, που σε λγο λαβε διαταγ να πη να βοηθση το Αζφ, που το πολιορκοσαν οι Ροσσοι.
Ο Αγς, που ταν νθρωπος πολ γαλντης, πρε μαζ του λο το σαρι του και μας τοποθτησε σ' να μικρ φροριο απνω στη Μαιτιδα λμνη, που το φυλγανε δυο μαροι ευνοχοι και εκοσι στρατιτες. Σκοτσανε φθονους Ροσσους, μα μας το πληρσανε καλ: Οι γιανιτσροι περσανε το Αζφ δι πυρς και σιδρου χωρς να χαριστον οτε σε γνος οτε σε ηλικα. μεινε μνο το δικ μας μικρ φροριο. Οι εχθρο θελσανε να μας πισουν με την πενα. Οι εκοσι γιανιτσροι ωρκιστκανε να μην παραδοθονε ποτ. Η σχατη πενα στην οποα καταντσανε τους ανγκασε να φνε τους δυο ευνοχους μας απ φβο μην παραβισουν τον ρκο τους. Μετ εκοσι μρες αποφασσανε να φνε τις γυνακες.
Εχαμε κποιον ιμμη πολ ευσεβ και πολ πονψυχο, που τους βγαλε ναν ωραο λγο, με τον οποον τους πεισε να μη μας σκοτσουν ολτελα. Κψτε, επε μονχα να κωλομρι απ κθε κυρα, θα κμετε πολ καλ τσιμποσι. Αν χρειαστ να ξανακνετε το διο, θχετε ακμα λλα τσα κωλομρια σε λγες μρες. Ο ουρανς θα σας αναγνωρση αυτ τη φιλνθρωπη πρξη και θα σας βοηθση.
Εχε μεγλην ευγλωττα, τους πεισε: μας κμανε αυτ τη φρικαλα εγχερηση, ο ιμμης μας βαλε το διο βλσαμο, που βζουν στα παιδι, που σουνετζουν: λες εμαστε του θαντου.
Μλις οι γιανιτσροι εχαν τελεισει το φαγ, που τους προμηθψαμε, κι οι Ροσσοι φτνουν απνω σε ανβαθα κακια. Οτε νας γιαντσαρος δε γλτωσε. Οι Ρσσοι δε δσανε καμμι προσοχ στην κατσταση, που βρισκμαστε! Υπρχουν παντο χειροργοι Γλλοι: νας απ' αυτος, που τανε πολ ικανς, μας φρντισε, μας θερπεψε. Και θα θυμμαι σ' λη μου τη ζω, πως, ταν οι πληγς μου κλεσανε καλ, μοκανε προτσεις. λλωστε, επε σε λες μας να μας παρηγορση. Μας βεβαωσε, πως σε πολλς πολιορκες το διο χει συμβ και πως αυτ τανε ο νμος του πολμου.
ταν οι συντρφισσες μου μπορσανε να περπατσουνε, τις πγανε πεζς ως τη Μσχα. Βλανε κλρο κι πεσα σ' να βογιρο, που μ' καμε κηπουρ του, και μοδινε εκοσι καμουτσικις την ημρα. Αλλ' αυτς ο Αφντης μετ δο χρνια καταδικστηκε στο θνατο του τροχο μαζ με λλους τριντα βογιρους για κποιαν αυλικ ραδιουργα, δεν χασα την ευκαιρα, τσκασα, πρασα λη τη Ρουσσα, γινα πολν καιρ υπηρτρια σε μια ταβρνα της Ργας, κατπι στο Ροστκ, στο Βσμαρ, στη Λειψα, στην Κσσελ, στην Ουτρχτη, στη Λεδη, στη Χγη, στη Ρτερνταμ: γρασα μσα στην αθλιτητα και το νειδος, χοντας τον μισ μονχα πισιν μου, θυμομενη πντα, πως μουνα κρη ενς ππα. Θλησα εκατ φορς να σκοτωθ, αλλ' αγαποσα ακμα τη ζω. Αυτ η γελοα αδυναμα εναι σως να απ τα πιο απασια μας νστιχτα, διτι, τι υπρχει πιο ανητο απ το να κουβαλομε διαρκς να βρος, που θλομε πντα να το ρξομε απ πνω μας; να μας κνη φρκη η παρξη μας κι μως να τη διατηρομε; τλος να χαηδεομε το φδι, που μας τργει, σο που να μας φγη ολτελα την καρδι;
Εδα στους τπους, που η μορα μ' καμε να περσω, και στις ταβρνες που δολεψα, ναν πειρο αριθμ προσπων, που μισοσανε την παρξ τους, αλλ' εδα μονχα δδεκα, που δσανε θεληματικ τλος στη δυστυχα τους, τρεις νγρους, τσσερις εγγλζους, τσσερις απ τη Γενεη κι να γερμαν καθηγητ, ονομαζμενο Ρμπεκ. Στο τλος γινα υπηρτρια του δον Ισσχαρ μ' βαλε σε σας, ωραα μου δεσποινς. Αφωσιθηκα στη μορα σας κι απασχολθηκα περισστερο για τις δικς σας δυστυχες παρ για τις δικς μου. Δε θα σας μιλοσα μλιστα ποτς για τα δεινοπαθματ μου, αν δεν μ' εχατε πειρξει λιγκι κι αν δεν τανε συνθεια, μσα στο πλοο, να διηγονται οι νθρωποι ιστορες για να σκοτνουν την ανα. Τλος, δεσποινς, χω περα, ξρω τον κσμο, λβετε την ευχαρστηση να παρακαλσετε κθε επιβτη να σας διηγηθ την ιστορα του κι αν ευρεθ νας, που να μην χη συχν καταραστ τη ζω του, που να μην επε συχν μσα του, πως ενε ο δυστυχστερος των ανθρπων, ρξτε με στη θλασσα με το κεφλι κτου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII: Πς ο Αγαθολης αναγκστηκε να χωριστ απ την ωραα Κυνεγνδη κι απ τη γρι.

Η ωραα Κυνεγνδη, αφο κουσε την ιστορα της γρις, της καμε λες τις φιλοφρονσεις, που οφελονται σ' να πρσωπο της σειρς της και της αξας της. Δχτηκε την πρταση, παρακλεσε λους τους επιβτες, τον να μετ τον λλο, να της διηγηθονε τη ζω τους. Ο Αγαθολης και κενη ομολογσανε, πως η γρι εχε δκιο.
Εναι μεγλη ατυχα, λεγεν ο Αγαθολης, που ο σοφς Παγγλσσης κρεμστηκε παρ το θιμο σ' να ουτο-ντα- φε. Θα μας λεγε θαυμσια πργματα για το φυσικ και ηθικ κακ, που σκεπζουνε τη γη και θα νοιωθα αρκετς δυνμεις για να τολμοσα να του φρω με πολ σεβασμ μερικς αντιρρσεις.
Εν καθνας διηγτανε την ιστορα του, το πλοο προχωροσε. Προσεγγσανε στο Βουνος-υρες. Η Κυνεγνδη, ο λοχαγς Αγαθολης κι η γρι πγανε στον Κυβερντη Ντ' Ιμπαρα, υ Φιγγουρα, υ Μασκαρνες, υ Λαμπορδος, υ Σοζα. Αυτς ο κριος εχε μιαν αλαζονεα ανλογη με τα τσα του ονματα. Μιλοσε στους ανθρπους με την ευγενικτερη περιφρνηση, σηκνοντας τη μτη τσο ψηλ, υψνοντας τσο ανελητα τη φων του, παρνοντας ναν τνο τσο επιβλητικ, προσποιομενος να βδισμα τσο αγρωχο, που σοι τνε χαιρετοσαν αισθανντανε τη διθεση να τονε δερουν. Αγαποσε τις γυνακες μανιακ. Η Κυνεγνδη του φνηκε το ωραιτερο πργμα, που εδε στη ζω του. Το πρτο, που καμε, τανε να ρωτση, αν τανε γυνακα του λοχαγο. Το φος με το οποον καμε την ερτηση αυτ, ανησχησε τον Αγαθολη.
Δεν τλμησε να πη, πως τανε γυνακα του, γιατ πραγματικ δεν τανε, δεν τλμησε να πη, πως ταν αδερφ του, γιατ επσης δεν τανε. Και αν και αυτ το ασμαντο ψμα ταν κποτε πολ της μδας στους παλαιος και μποροσε νναι ωφλιμο και στους νετερους, η ψυχ του ωστσο τανε πολ καθαρ, στε να μη προδση την αλθεια.
Η Δεσποινς Κυνεγνδη, επε πρκειται να μου κνη την τιμ να με παντρευτ και παρακαλομε την εξοχτητ σας να ευαρεστηθ να μς στεφανση.
Ο Δον Φερνδος ντ' Ιμπαρα, υ Φιγγουρα, υ Μασκαρνες, υ Λαμπορδος, υ Σοζα, στρβοντας το μουστκι, μειδασε πικρ και διταξε τον λοχαγν Αγαθολη να πη να επιθεωρση το λχο του. Ο Αγαθολης υπκουσε. Ο κυβερντης μεινε με τη δεσποινδα Κυνεγνδη. Της εξφρασε το πθος του, τη διαβεβαωσε, πως αριο θα την πατρευτανε ενπιον της Εκκλησας, αλλως, πως θα τανε ευχαρισττερο στα θλγητρ της. Η Κυνεγνδη του ζτησε να τταρτο της ρας να συνρθη, να συμβουλευτ τη γρι κι αποφασση.
Η γρι επε στην Κυνεγνδη:
Δεσποινς, χετε εβδομντα δυο γενις κι οτε να βολο. Απ σας εξαρτται να γνετε η γυνακα του μεγαλτερου ρχοντα της Ντιας Αμερικς, ο οποος χει να πολ ωραο μουστκι. Μσα σε τσους κινδνους δοκιμστηκε η ερωτικ σας πστη, χετε βιασθ απ τους βουλγρους, νας Εβραος κι νας Ιεροξεταστς απλαυσαν τις χρες σας. Οι δυστυχες δνουνε δικαιματα. Ομολογ, πως αν μουνα στη θση σας, δε θχα καννα δισταγμ να παντρευτ τον κριο Κυβερντη και να κμω πλοσιο τον κριο λοχαγν Αγαθολη.
Εν η γρι μιλοσε μ' λη τη φρνηση, που η ηλικα και η περα δνουν, βλπουνε να μπανη να μικρ κακι στο λιμνι, φερνε να δικαστ και αστυνμους, να τι εχε συμβ.
Η γρη εχε καλ μαντψει, πως ταν νας κορδελιρος με τα φαρδομνικα, ποκλεψε τα χρματα και τα κοσμματα της Κυνεγνδης στην πλη Βαλδαγις, ταν φεγανε βιαστικ με τον Αγαθολη. Αυτς ο καλγερος θλησε να πουλση μερικ πετρδια σ' ναν μπορο. Ο μπορος τ' αναγνρισε, πως τανε του μεγλου Ιεροξεταστ. Ο κορδελλιρος, πριν τον κρεμσουνε, μολγησε, απ πο τχε κλψει, υπδειξε τα πρσωπα και το δρμο ποχανε πρει. Η φυγ της Κυνεγνδης και του Αγαθολη γινε πια γνωστ. Τους κυνγησαν ως τα Γδειρα, στελανε, χωρς να χνουνε καιρ, να πλοο κατπι τους. Το πλοο εχε φτσει τρα στο λιμνι του Μπουνος-υρες. Αμσως διαδθηκε η φμη, πως νας αλκδης (δμαρχος) εχε αποβιβασθ και πως κυνηγοσανε το δολοφνο του σεβασμιτατου Αρχιεροξεταστ. Η συνετ γρι εδε αμσως τι πρεπε να κμουν.
Δε μπορετε να φγετε, επε στη Κυνεγνδη, και δεν χετε τποτε να φοβηθτε, δεν σκοτσατε σεις το σεβασμιτατο, λλωστε ο κριος Κυβερντης που σας αγαπ, δε θ' αφση να σας κακομεταχειριστον. Μενετε.
Τρχει αμσως στον Αγαθολη.
Φγετε, του λγει, σε μια ρα θα σας ψσουνε στη φωτι. Δεν χετε στιγμ να χνετε.
Αλλ πς να χωριστ απ την Κυνεγνδη και πο να καταφγη;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙΙ: Πς δεχτκανε τους Αγαθολη και Κακαμπ οι Ιησουτες της Παραγουης

Ο Αγαθολης εχε φρει μαζ του απ τα Γδειρα ναν υπηρτη, που μοιοι του βρσκονται πολλο στις αχτς της Ισπανας και στις αποικες. τανε κατ το να τταρτο ισπανς, γιος ενς μιγδα απ το Τουκουμν. Εχε κνει ψλτης, νεωκρος, νατης, καλγερος διανομας, στρατιτης, λακς. Ονομαζτανε Κακαμπς κι αγαποσε πολ τον κρι του, γιατ ο κριος του ταν υπερβολικ καλς νθρωπος. Σλλωσε τα δυο λογα σο πιο γργορα μποροσε.
Εμπρς, κρι μου, ας ακολουθσαμε τη συμβουλ της γρις, ας φγομε κι ας τρχομε δχως να κυττμε πσω μας.
Ο Αγαθολης κλαψε:
Ω αγαπημνη μου Κυνεγνδη! Πρπει να σ' εγκαταλεψω την ρα, που ο κριος Κυβερντης επρκειτο να μας στεφανση! Κυνεγνδη, φερμνη απ τσο μακρυ, τι θ' απογνης;
Θα γνη τι μπορε, επεν ο Κακαμπς. Οι γυνακες δεν χνονται ποτς. Ο Θες τις φροντζει. Δρμο.
Πο με πς; Πο πμε; Τι θα κνουμε χωρς την Κυνεγνδη; λεγεν ο Αγαθολης;
Στ' νομα του Αγου Ιακβου της Κομποστλλας, επεν ο Κακαμπς, ως τρα πηγανατε να πολεμσετε τους Ιησουτες, ας πμε τρα να πολεμσουμε γι' αυτος. Ξρω καλ τους δρμους, θα σας φρω στο βασλει τους, θα καταγοητευθον αποχτντας να λοχαγ, που ξρει τα βουλγαρικ γυμνσια. Θα κμετε τερστια περιουσα. ταν κανες δεν χει τχη σ' να κσμο, την βρσκει σ' λλονε. Εναι μεγλη ηδον να βλπει κανες και να κμνη να πργματα.
χεις λοιπν πει στη Παραγουη; επεν ο Αγαθολης.

Ε! ββαια, επεν ο Κακαμπς. καμα επισττης στο κολλγιο της Ανληψης και ξρω τη διοκηση των λος πδρες, πως ξρω τα σοκκια των Γαδερων. Εναι κτι θαυμσιο αυτ η διοκηση. Το βασλειο χει κρα πιτερο απ τριακσες λεγες διμετρο, εναι διαιρεμνο σε τριντα επαρχες. Οι λος πδρες τχουν λα κι ο λας τποτε: εναι το αριστοργημα της λογικς και της δικαιοσνης. σο για μνα δε βρσκω τποτες θειτερο απ τους λος πδρες, που εδ μεν πολεμονε το βασιλα της Ισπανας και το βασιλα της Πορτογαλλας, αλλ στην Ευρπη εναι μαζ τους: που σκοτνουν εδ τους Ισπανος, αλλ στη Μαδρτη τους αποστλλουν στους ουρανος. Αυτ μ' ενθουσιζει. Προχωρομε: θα γνετε ο πιο ευτυχισμνος απ λους τους ανθρπους. Τι ευχαρστηση θα λβουν οι λος πδρες, ταν μθουνε, πως τους ρχεται νας λοχαγς, που ξρει τα βουλγαρικ γυμνσια!
ταν φτσανε στα πρτα φυλκια, ο Κακαμπς επε στο φρουρ, τι νας λοχαγς ζητοσε να μιλση στον κριο διοικητ. Πγανε να ειδοποισουνε τη μεγλη φρουρ. νας αξιωματικς Παραγουανος τρεξε στον διοικητ να του μεταδσει την εδηση. Τον Αγαθολη και τον Κακαμπ πρτα πρτα τους αφπλισαν, τους πρανε τα δυο τους ανδαλοσια λογα. πειτα τους οδγησαν ανμεσα σε δυο σειρς στρατιτες. Ο διοικητς στκεται στην μιαν κρη με τον τρικρατο σκοφο στο κεφλι, με το ρσο ανασηκωμνο, το σπαθ στο πλευρ, το κοντρι στο χρι. καμε να σημεο, αμσως εικοσιτσσερις στρατιτες περικυκλνουν τους δυο ξνους. νας λοχας τους λγει, πως πρπει να περιμνουνε, πως ο διοικητς δε μπορε να τους μιλση, πως ο αιδεσιμτατος πατρ της επαρχας δεν επιτρπει σε κανναν Ισπαν ν' ανοξη το στμα του, παρ μνο επ παρουσα του και να μενη περισστερο απ τρεις ρες στον τπο.
—Και πο εναι ο αιδεσιμτατος πατρ της επαρχας; επεν ο Κακαμπς.
—Εναι στην παρταξη, αφο λειτοργησε, απντησε ο λοχας και δε μπορετε να φιλσετε τα σπιρονια του παρ σε τρεις ρες.
—Αλλ, επεν ο Κακαμπς, ο κριος λοχαγς, που πεθανει της πενας, πως κι εγ, δεν εναι ισπανς, εναι Γερμανς. Δεν μπορομε να γευματσουμε περιμνοντας την αιδεσιμτητ του;
Ο λοχας τρεξε αμσως να μεταδση αυτ την πληροφορα στο διοικητ.
—Ευλογητς ο Θες! φναξε, αφο εναι γερμανς, μπορ να του μιλσω. Ας τον φρουνε στη φυλλωσι μου. Αμσως φρνουνε τον Αγαθολη σ' να κισκι με κολννες απ πρσινο και χρυσ μρμαρο και με καφσια, ποχανε μσα παπαγλους, κολβρια, φραγκκοττες κι λα τα σπανιτερα πουλι. να θαυμσιο γεμα τανε ετοιμασμνο μσα σε χρυσ πιτα, κι εν οι Παραγουιανο τργανε καλαμπκι μσα σε ξλινα πινκια στον ανοιχτ κμπο, μσα στη κψα του λιου, ο αιδεσιμτατος πατρ διοικητς μπκε στη φυλλωσι.
ταν να πολ ωραο παλληκρι, με γεμτο πρσωπο, πολ λευκ, πλοσιο σε χρματα, με τα φρδια καμαρωτ, το μτι ζωηρ, το αυτ ρδινο, τα χελη κκκινα, το φος περφανο, αλλ μια περηφνεια οτε ισπανικ οτε ιησουιτικ. Ξαναδσανε τα πλα στον Αγαθολη και στον Κακαμπ πο τους τχανε πρει, καθς και τα δυ ανδαλοσια λογα. Ο Κακαμπς τους βαλε να φνε βρμη κοντ στη φυλλωσι, χοντας πντα τα μτια του σ' αυτ απ φβο κανενς ξαφνικο.
Ο Αγαθολης φλησε τον ποδγυρο του ρσου του διοικητ και κατπι καθσανε στα τραπζι.
Εστε λοιπν Γερμανς; του επε Γερμανικ ο Ιησουτης.
Μλιστα, αιδεσιμτατε πτερ, επεν ο Αγαθολης. κι ο νας κι ο λλος, προσφροντας αυτς τις λξεις, κυτταζντανε με μια υπρτατη απορα και μια συγκνηση, που δεν μποροσανε να την κρψουν.
κι απ πιο μρος της Γερμανας εσαστε, τοπε ο Ιησουτης.
Απ τη βρωμοεπαρχα της Βεστφαλας, επεν ο Αγαθολης. Γεννθηκα στον πργο του Τοντερ-τεν-τρονκ.
Ουραν! εναι δυνατν, φναξε ο διοικητς.
Τι θαμα! φναξε ο Αγαθολης.
Εστε σεις; επεν ο διοικητς.
Αυτ δεν εναι δυνατ! επε ο Αγαθολης.
Πφτουνε κι οι δυο ανσκελα, μετ αγκαλιζονται, χνουνε ποταμος δκρυα.
Πς! εστε σεις λοιπν, αιδεσιμτατε πτερ, ο αδερφς της ωραας Κυνεγνδης! Σεις, που σας σκοτσανε οι Βολγαροι! Σεις ο γυις του κυρου βαρνου! Σεις Ιησουτης στην Παραγουη! Πρπει να ομολογσουμε πως αυτς ο κσμος εναι παρξενο πργμα! Ω! Παγγλση! Παγγλση! πς θα χαιρσουν, αν δεν εχες κρεμαστ!
Ο διοικητς διταξε να τραβηχτον οι νγροι σκλβοι και οι Παραγουιανο, που σερβριζαν κρασ μσα σε ποτρια απ ορυχτ κρσταλλο. Ευχαρστησε χλιες φορς το Θε και τον γιο Ιγντιο, σφιγγε τον Αγαθολη μσα στην αγκαλι του, τα πρσωπ τους τανε λουσμνα στα δκρυα.
Θα ξαφνιζσαστε πολ περισστερο, θα συγκινσαστε περισστερο και θα γινσαστε πιο τρελλς απ χαρ, επε ο Αγαθολης, αν σας λεγα, πως η δεσποινς Κυνεγνδη, η αδερφ σας, που τη θεωρετε ξεκοιλιασμνη, εναι λη υγεα!
Πο;
Εδ κοντ, στου κυρου Κυβερντη του Μπουνος υρες κι ερχμουν να σας πολεμσω.
Κθε λξη που λγανε σ' αυτ τη συνδιλεξη, πρσθετε θαμα στο θαμα. Η ψυχ τους ολκληρη πετοσε πνω στη γλσσα τους, κουε μσα στ' αυτι τους και σπιθοβολοσε στα μτια τους. κι πως σαν Γερμανο, μενανε πολ στο τραπζι, περιμνοντας τον αιδεσιμτατο πατρα της επαρχας. κι ο διοικητς μλησε ως εξς τον αγαπημνο του Αγαθολη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙV: Πς ο Αγαθολης σκτωσε τον αδερφ της αγαπητς του Κυνεγνδης

Θχω πντα, σ' λη μου τη ζω, ζωνταν στη μνμη μου τη φριχτν ημρα, που εδα να σκοτνουν τον πατρα μου και τη μητρα μου και να βιζουνε την αδερφ μου. ταν φγανε οι Βολγαροι, δε βρκαμε πουθεν αυτ τη λατρευτ αδερφ, βλανε σ' να αμξι τη μητρα μου, τον πατρα μου και μνα, δυο υπηρτριες και τρα παιδι σφαγμνα, για να μας πνε να μας θψουνε σε μια εκκλησι Ιησουιτν, δο λεγες μακρυ απ τον πργο των προγνων μου. νας Ιησουτης μας ρριξε αγιασμ, τρομερ αλατισμνο, μερικς στλες μπκανε στα μτια μου, ο πτερ παρετρησε, πως το βλφαρ μου σλεψε λιγκι, βαλε το χρι του πνω στην καρδι μου και την νοιωσε να χτυπ. Με περιποιηθκανε και σε τρεις εβδομδες δε μομεινε σημδι. Ξρετε, αγαπητ μου Αγαθολη, πως μουν υπερβολικ ωραος, γινα ακμη περισστερο, τσι ο αιδεσιμτατος πατρ Κρουστ, ο ηγομενος, αισθνθηκε για μνα την τρυφερτερη φιλα, μοδωσε το νδυμα του δοκμου, μετ λγον καιρ με στελανε στη Ρμη. Ο πατρ στρατηγς εχε ανγκη να στρατολογση νους Γερμανος Ιησουτες, γιατ οι αφντες της Παραγουης δχονται σα μπορονε λιγτερο τους Ισπανος Ιησουτες, προτιμονε τους ξνους, γιατ μπορονε να τους διευθνουνε καλτερα, θεωρθηκα κατλληλος απ τον αιδεσιμτατο πατρα στρατηγ να πω να δουλψω σ' αυτ την μπελο. Αναχωρσαμε νας Πολωνς, νας Τυρολζος κι εγ. Με τιμσανε, ταν φθασα, με το αξωμα του υποδιακνου και του υπολοχαγο: εμαι σμερα ταγματρχης και παπς. Θα δεχθομε γενναα τα στρατεματα του βασιλα της Ισπανας, σας λω, πως θα τ' αφορσουμε και θα τα νικσουμε. Η Θεα Πρνοια σας στλνει εδ να μας συντρξετε. Μα εναι πραγματικ αληθιν, πως η αδελφ μου Κυνεγνδη εναι δω κοντ, στου κυβερντη του Μπουνος-υρες;
Ο Αγαθολης του βεβαωσε με ρκο, πως τποτε δεν ταν αληθιντερο απ' αυτ. Τα δκρυ τους ξαναρχσανε να τρχουν.
Ο βαρνος δεν μποροσε να κουρασθ φιλντας τον Αγαθολη, τον ονμαζε αδερφ του, σωτρα του.
Α! σως, του επε, θα μπορσουμε μαζ, αγαπητ μου Αγαθολη, να μπομε νικητς στην πλη και να προυμε την αδερφ μου Κυνεγνδη.
Αυτ εχομαι κι εγ, επεν ο Αγαθολης, γιατ λογριαζα να την παντρευτ και το ελπζω ακμα.
Σεις, αυθδη! του απντησε ο βαρνος, θχετε την αναδεια να παντρευθτε την αδερφ μου, πχει εβδομντα- δυο γενις! Σας βρσκω πολ ξετσπωτο να τολμτε να μιλτε για να σχδιο τσο θρασ!
Ο Αγαθολης απολιθωμνος απ τοτα τα λγια, του απντησε:
Αδεσιμτατ μου πτερ, λες οι γενις του κσμου δεν χουνε καμι σημασα. Απσπασα την αδελφ σας απ τα χρια ενς Εβραου κι ενς Ιεροξεταστ, χει μεγλες υποχρεσεις σε μνα και θλει να με παντρευθ. Ο διδσκαλος Παγγλσσης μοπε πολλς φορς, πως οι νθρωποι εναι σοι και ασφαλς θα την παντρευτ.
Αυτ θα το ιδομε, κατεργρη, του επε ο Ιησουτης βαρνος του Τοντερ-τεν-τρνκ και συγχρνως τοδωσε μια δυνατ χτυπι με το πλατ μρος του σπαθιο του πνω στο πρσωπο. Ο Αγαθολης την δια στιγμ τραβ το δικ του και το μπγει ως το μανκι μσα στην κοιλι του βαρνου Ιησουτη.
Θε μου! επε, σκτωσα τον παλι μου κριο, το φλο μου, τον κουνιδο μου! Εμαι ο καλτερος νθρωπος του κσμου και να που χω σκοτσει ως τρα τρεις ανθρπους, και μσα σ' αυτος τους τρεις οι δο εναι παπδες.
Ο Κακαμπς, που φλαγε σκοπς στην εσοδο της φυλλωσις τρεξε μσα.
Δε μας μνει λλο απ το να πουλσουμε ακριβ τη ζω μας, τοπε ο αφντης του. Θα μπονε, χωρς αμφιβολα, στη φυλλωσι, πρπει να πεθνουμε με τα πλα στο χρι.
Ο Κακαμπς ποχε δη πολλ ττια, δεν τχασε καθλου. Πρε το ρσο του Ιησουτη, μα πως του τβγαζε, ρχισε να κλαη. Αλλομονο! ,τι φοροσε ο βαρνος, το φρεσε του Αγαθολη, τοδοσε τον τετργωνο σκοφο του σκοτωμνου και τον ανβασε στο λογο. λ' αυτ γνανε σ' να λεφτ.
Τρα δρμο! αφντη μου, λοι θα σας προυνε για Ιησουτη, που πει να δση διαταγς, και θα περσουμε τα σνορα πριν μπορσουνε να τρξουνε κατπι μας.
Πετοσε, λγοντας αυτ, και φναζε ισπανικ!
Τπο, τπο στον αιδεσιμτατο πτερ ταγματρχη!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XV: Τι συνβη στους δυο ταξιδιτες με δυο κορτσια, δυο μαμοδες και με τους γριους, Αυτιδες

Ο Αγαθολης κι ο σντροφος του σαν μακρυ απ τα χαρακματα και καννας δεν ξερε ακμα στο στρατπεδο το θνατο του Γερμανο Ιησουτη. Ο γρυπνος Κακαμπς εχε φροντσει να γεμση τη βαλτσα του ψωμ, ζαμπνι, σοκολτα, φροτα και μερικς μποτλιες κρασ. Μπκανε βαθυ με τ' ανδαλοσια τους λογα σ' ναν γνωστο τπο, που δε βρκανε καννα δρμο. Τλος να ωραο λειβδι λο ρυκια παρουσιστηκε μπροστ τους. Ο Κακαμπς προτενει στον κρι του να φνε και του δνει πρτος το παρδειγμα.
Πς θλεις, του λεγε ο Αγαθολης να φγω ζαμπνι, ταν χω σκοτσει το γυι του κυρου βαρνου και βρσκομαι καταδικασμνος να μην ξαναδ ποτ στη ζω μου την ωραα Κυνεγνδη; Τι θα μου χρησιμψη να παρατενω τις θλις μου μρες, αφο εμαι αναγκασμνος να τις σρνω μακρυ της λο τψεις κι απελπισα; Και τι θα πη η εφημερδα του Τρεβο;
Μιλντας τσι, δεν παψε να τργει. Ο λιος βασλευε. Οι δυο χαμνοι ταξιδιτες ακοσανε κποιες μικρς φωνς που μοιζανε γυναικεες. Δεν ξρανε, αν αυτς οι φωνς τανε χαρς πνου, μως πεταχτκανε ορμητικ επνω με την ανησυχα και τον τρμο, που εμπνουν λα σ' ναν τπο γνωστο. Αυτ τα ξεφωνητ προερχντανε απ δυο κορτσια ολγυμνα, που τρχανε ανλαφρα στην κρη του λειβαδιο, εν δυο μαμοδες τις κυνηγοσανε και τις δαγκνανε τους πισινος. Ο Αγαθολης τις συμπνεσε κι πως εχε μθει να σημαδεη καλ απ τους Βουλγρους, θα μποροσε να χτυπση φουντοκι μσα στο θμνο του, χωρς να γγξη τα φλλα. Σηκνει λοιπν το δκαννο του ισπανικ τουφκι, τραβ και σκοτνει τις δυο μαμοδες.
Ευλογητς ο Θες! αγαπημνε μου Κακαμπ! σωσα απ μεγλο κνδυνο αυτ τα δυο δυστυχισμνα πλσματα, Αν κανα αμαρτα σκοτνοντας ναν ιεροξεταστ κι ναν Ιησουτη, την επανρθωσα σζοντας τη ζω των δυο κοριτσιν. Εναι, φανεται, κορτσια καλς τξης και τοτη η περιπτεια μπορε να μας δση μεγλα ωφελματα σ' αυτ τον τπο.
θελε να εξακολουθση, μα η γλσσα του πιστηκε, μα εδε τα δυο κορτσια ν' αγκαλιζουνε τρυφερ τις δυο μαμοδες, να ξεσπονε σε κλματα πνω στα σματ τους και να γεμζουνε τον αρα απ τα πιο πονεμνα ξεφωνητ.
Δεν περμενα τση ψυχικ αγαθτητα, επε τλος στον Κακαμπ, ο οποος του απντησε.
Κνατε τρα δα μια περφημη δουλει! Σκοτσατε τους ερωμνους των κοριτσν.
Τους ερωμνους! εναι δυνατ; Με κοροδεεις, Κακαμπ. Πς να σε πιστψω;
Αγαπητ μου κριε, απντησε ο Κακαμπς. Ξαφνιζεστε πντα με λα. Γιατ βρσκετε τσο παρξενο να υπρχουνε μερικο τποι, που οι μαμοδες δχονται τις περιποισεις των γυναικν; Οι μαμοδες εναι τταρτα ανθρπων, πως εγ τταρτο Ισπανο.
Αλλομονο, επανλαβε ο Αγαθολης, θυμομαι, πως χω ακοσει να λη ο διδσκαλος Παγγλσης, τι τον παλι καιρ παρμοια γεγοντα χουνε γνει και οι ττοιες μξεις γεννσανε τους αιγιπνες, τους φανους, τους σατρους, που πολλο μεγλοι ντρες της αρχαιτητας τους εχανε δει. Μα τα νμιζα λ' αυτ παραμθια.
Οφελετε τρα να πεισθτε, επε ο Κακαμπς, πως ενε αλθεια, και βλπετε, πς τη θεωρον σοι δε λβανε κποια μρφωση. Μα ,τι φοβομαι εναι, μπως αυτς οι κυρες μας σκαρσουνε καμιν σκημη δουλει.
Αυτς οι βσιμες σκψεις αναγκσανε τον Αγαθολη ν' αφση το λειβδι και να χωθ μσα σ' να δσος. Εδεπνησαν εκε με τον Κακαμπ, κι οι δο τους, αφο καταρστηκαν τον Ιεροξεταστ της Πορτογαλλας, τον Κυβερντη του Μπουνος υρες και το βαρνο, κοιμθηκαν πνω στα βρα. ταν ξπνησαν, νοισαν πως δεν μποροσαν να σαλψουν, η αιτα τανε, πως τη νκτα οι Αυτιδες, οι κτοικοι του τπου, στους οποους οι δο κυρες τους εχανε καταγγελει, τους δσανε με σκοινι απ δεντρφλουδο. τανε περικυκλωμνοι απ καμι πενηνταρι Αυτιδες ολγυμνους, ωπλισμνους με βλη, ρπαλα και μπαλτδες απ πτρα. Μερικο βζανε να βρσει να μεγλο καζνι' λλοι ετοιμζανε σοβλες κι λοι τους φωνζανε: Εναι Ιησουτης! νας Ιησουτης! Θα εκδικηθομε, θα κνουμε ωραο τσιμποσι! Φμε τον Ιησουτη! Φμε τον Ιησουτη!
Σας εχα πει σωστ, αγαπητ μου κριε, φναξε θλιβερ ο Κακαμπς, πως αυτ τα δυο κορτσια θα μας σκαρνανε σκημη ιστορα!
Ο Αγαθολης βλποντας το καζνι και τις σοβλες, φναξε:
Ασφαλς θα μας ψσουν θα μας βρσουν! Α! τι θλεγε ο διδσκαλος Παγγλσης, αν βλεπε, πως εναι κανωμνη η καθαρ ανθρπινη φση. λα εναι καλ! στω: μα ομολογ, πως εναι πολ σκληρ νχω χσει τη δεσποινδα Κυνεγνδη και να σουβλιστ απ τους Αυτιδες.
Ο Κακαμπς δεν τχανε ποτς.
Μην απελπζεστε απ τποτε, επε στον απαρηγρητο Αγαθολη. Καταλαβανω λγο τη γλσσα αυτν των λαν, θα τους μιλσω.
Μην παραλεψης, του επε ο Αγαθολης, να τους παραστσης, τι φριχτ απανθρωπι εναι να ψνουνε τους ανθρπους και πσο εναι αντιχριστιανικ!
Κριοι, επε ο Κακαμπς, φαντζεστε, πως θα φτε σμερα να Ιησουτη; Πολ καλ! Τποτε δεν εναι δικαιτερο απ το να μεταχειρζεται κανες τσι τους εχθρος του. Πραγματικ το φυσικ δκαιο μας διδσκει να φονεουμε τον πλησον μας κι τσι γνεται σ' λη τη γη. Aν εμες δεν κμνουμε χρση του φαγματος των εχθρν μας, τοτο οφελεται στο τι βρσκομε λλη φθονη τροφ. Αλλ σε σας δε συμβανει το διο. Ββαια αξζει περισστερο να τργη κανες τους εχθρος του παρ ν' αφνη στα κορκια τον καρπ της νκης του. Αλλ κριοι, δε θα θλατε να φτε τους φλους σας. Νομζετε, πως πρκειται να περσετε στη σοβλα να ιησουτη κι μως εναι ο υπερασπιστς σας, ο εχθρς των εχθρν σας, που πρκειται να ψσετε. Εγ χω γεννηθ στον τπο σας, ο κριος, που βλπετε, εναι ο αφντης μου κι χι μονχα δεν εναι ιησουτης, μα χει σκοτσει προ ολγου να ιησουτη και του πρε τα ροχα. Να το λθος σας. Για να βεβαιωθτε για ,τι σας λγω, πρτε το ρσο του και φρτε το στα πρτα χαρακματα του βασιλεου των λος πδρες. Δε θα σας χρειαστ πολς καιρς. Μπορετε πντα να μας φτε, αν βρτε, πως σας επα ψματα. Αλλ' αν σας επα την αλθεια, γνωρζετε πολ καλ τις αρχς του δημοσου δικαου, τα θιμα, τους νμους για να μη μας κνετε χρη.
Οι Αυτιδες βρκανε αυτ την κουβντα πολ λογικ. Διαλξανε δυο απ τους καλτερους να πνε γργορα να πληροφορηθονε την αλθεια. Οι δυο απεσταλμνοι εκτελσανε την αποστολ τους σαν φρνιμοι νθρωποι και γυρσανε σε λγο φρνοντας καλ να. Οι Αυτιδες λσανε τους δο αιχμαλτους και τους κνανε πλθος περιποισεις, τους προσφρανε κορτσια, τους δσανε αναψυχτικ και τους συνωδψανε ως τα σνορα του κρτους των φωνζοντας εθυμα:
Δεν εναι καθλου Ιησουτης! Δεν εναι καθλου Ιησουτης!
Ο Αγαθολης δεν παψε να θαυμζη τον απελευθερωτ του.
Τι λας! λεγε. Τι νθρωποι! Τι θη! Αν δεν εχα την τιμ να δσω μια μεγλη σπαθι περνντας πρα-πρα το κορμ του αδερφο της δεσποινδας Κυνεγνδης, θα εχα φαγωθ χωρς λλο. μως παρ' λα αυτ η καθαρ φση εναι αγαθ, αφο αυτο εδ οι νθρωποι, αντ να με φνε, μου κνανε χλιες τιμς, ταν μθανε, πως δεν μουνα ιησουτης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVI: Ο Αγαθολης κι ο Κακαμπς φτνουνε στο Ελδορδο και τι βλπουν εκε

ταν φτσανε στα σνορα των Αυτιδων:
Βλπετε, επε ο Κακαμπς στον Αγαθολη, πως αυτ εδ το ημισφαριο δεν εναι καλτερο απ τλλο. Πιστψετ με,ας γυρσουμε στην Ευρπη με το συντομτερο δρμο.
Πς να γυρσουμε; επε ο Αγαθολης. Και που να πμε; Αν πω στην πατρδα μου, εκε οι Βολγαροι και οι βαροι σφζουνε τα πντα. Αν γυρσω στην Πορτογαλλα, θα με ψσουνε. Αν μενουμε σ' αυτν εδ τον τπο, κινδυνεουμε κθε στιγμ να μας περσουνε στη σοβλα. Αλλ πς ν' αποφασσω ν' αφσω το μρος του κσμου, που η δεσποινς Κυνεγνδη κατοικε;
Ας στρψουμε προς τη Γαννα, επεν ο Κακαμπς, θα βρομε κει Γλλους, που γυρζουνε λο τον κσμο: θα μπορσουνε να μας βοηθσουνε. Ο Θες σως μας λυπηθ.
Δεν ταν εκολο να πνε στη Γαννα, ξρανε καλ προς ποιο μρος πρεπε να βαδσουν, αλλ παντο βουν, ποτμια, γκρεμο, ληστς, γριοι, υπρχαν παντο τρομερ εμπδια. Τ' λογ τους ψοφσανε απ την κοραση, οι προμθεις τους τελεισανε, τραφκαν να ολκληρο μνα με γριους καρπος και βρεθκανε τλος κοντ σ' να μικρ ποταμκι, που σ' λο του το ρμα εχε κοκοφονικες, μ' αυτος διατηρσανε τη ζω τους και τις ελπδες τους.
Ο Κακαμπς, που δινε πντα καλς συμβουλς σαν τη γρι, επε στον Αγαθολη:
Δε μπορομε πια, περπατσαμε αρκετ, βλπω μια μικρ βρκα στην χθη, ας τη γεμσουμε κοκοκρυδα, ας ριχτομε εμες μσα κι ας αφεθομε στο ρμα να μας πη, να ποτμι φρνει πντα σε κποιο κατοικημνο μρος. Αν δε βρομε πργματα ευχριστα, θα βρομε τουλχιστο πργματα να.
Εμπρς! επε ο Αγαθολης, ας αφεθομε στη θεα πρνοια. Πλξανε μερικς λεγες ανμεσα σε χθες, λλοτε ανθισμνες, λλοτε χρσες, λλοτε ομαλς, λλοτε απκρημνες. Το ποτμι φρδαινε πντα, τλος χαντανε κτου σε μια καμρα απ βρχους τρομαχτικος, που υψωνντανε ως τον ουραν. Οι δυο ταξιδιτες εχανε το θρρος, να εγκαταλειφτονε στα κματα κτου απ' αυτ την καμρα. Το ποτμι, στενεοντας σ' αυτ το μρος, τους σερνε με μια φριχτ ταχτητα. Μετ εικοσιτσσερις ρες ξανειδαν την ημρα, αλλ' η βρκα τους τσακστηκε ανμεσα στις πτρες, χρειστηκε να συρθονε απ βρχο σε βρχο σ' να διστημα μιας ολκληρης λεγας, τλος ανακαλψανε ναν απραντο ορζοντα περικλεισμνο απ βουν ασμωτα.
Ο τπος τανε καλλιεργημνος κι απ ευχαρστηση απλ κι απ ανγκη, παντο το χρσιμο τανε ενωμνο με το ευχριστο: οι δρμοι τανε γεμτοι καλτερα στολισμνοι με αμξια απ υλικ λαμπερ, κουβαλντας ντρες και γυνακες μοναδικς ομορφις, και που τα σρνανε μεγλα κκκινα πρβατα, που ξεπερνοσανε, στη γρηγορδα τα καλτερα λογα της Ανδαλουσας, του Ζετουν και του Μεκινζ.
Να, ωστσο, επε ο Αγαθολης, νας τπος, που αξζει καλτερα απ τη Βεστφαλα. Πδησε στη γη με τον Κακαμπ κοντ στο πρτο χωρι που απαντσανε. Μερικ παιδι του χωριο, φορντας χρωματιστ μεταξρρουχα καταξεσκισμνα, παζανε τις αμδες στο μπα του χωριο. Οι δυο μας νθρωποι του λλου κσμου διασκεδζανε κοιτζοντς τα: οι αμδες τους τανε πολ πλατις και στρογγυλς, κτρινες, κκκινες, πρσινες, και λαμποκοποσαν εξαιρετικ. Τους ρθε επιθυμα να μσουνε μερικς, τανε μλαμμα, σμαργδια, ρουμπνια, που το μικρτερ τους θα μποροσε νναι το μεγαλτερο στλισμα του θρνου της Μογγολας.
Χωρς αμφιβολα, επεν ο Κακαμπς, αυτ τα παιδι, θναι τα βασιλπουλα του τπου, που παζουνε τις αμδες.
Ο δσκαλος του χωριο παρουσιστηκε αυτ τη στιγμ για να τα μπση στο σκολει.
Να, επε ο Αγαθολης, ο παιδαγωγς της βασιλικς οικογνειας.
Οι μικρο διαβολκηδες πψανε αμσως το παιχνδι τους αφνοντας καταγς τις αμδες τους κι ,τι τους χρησμεψε στη διασκδασ τους. Ο Αγαθολης τα μαζεει, τρχει στον παιδαγωγ και του τα παρουσιζει ταπειν, δνοντς του να καταλβη με σημεα, τι οι βασιλικς τους υψηλτητες εχανε λησμονσει το χρυσφι τους και τα πολτιμα πετρδια τους. Ο δσκαλος του χωριο χαμογελντας τα πταξε χμω, παρατρησε μια στιγμ το πρσωπο του Αγαθολη με πολλν απορα κι εξακολοθησε το δρμο του.
Οι ταξιδιτες δεν παραλεψανε να μαζψουνε χρυσφι, ρουμπνια και σμαργδια.
Πο εμαστε; φναζε ο Αγαθολης. Πρπει τα βασιλπουλα αυτο του τπου νναι πολ καλ αναθρεμμνα, αφο τα μαθανουν να περιφρονονε το χρυσφι και τα πολτιμα πετρδια.
Ο Κακαμπς θμαζε σαν τον Αγαθολη. Πλησισανε τλος στο πρτο σπτι του χωριο, τανε χτισμνο σαν ευρωπακ παλτι. Πλθος κσμος σφιγγτανε στην πρτα κι ακμα περισστερο μσα, μια πολ ευχριστη μουσικ ακουτανε και μια ηδονικ μυρωδι κουζνας τους φτανε. Ο Κακαμπς πλησασε στην πρτα κι κουσε να μιλονε περουβιαν, τανε η μητρικ του γλσσα, γιατ λος ο κσμος ξρει, πως Κακαμπς εχε γεννηθ στο Τουκουν, σ' να χωρι που δεν ξρανε λλη γλσσα απ' αυτν.
Θα σας κνω το διερμηνα, λγει στον Αγαθολη. Ας μπομε, εναι ταβρνα.
Ευθς δυο γκαρσνια και δυο κοπλλες του ξενοδοχεου, ντυμνοι χρυσ φορματα, με μαλλι δεμνα με κορδλλες, τους προσκαλονε να κτσουνε στο τραπζι. Τους σερβρανε τσσερες σοπες γαρνιρισμνες καθεμα με δυο παπαγλους, να μποτι βραστ που ζγιζε διακσιες λτρες, δυο μαμοδες ψητς εξασιας γεσης, τριακσια κολβρια σ' να πιτο και εξακσια μυγοπολια σ' να λλο, επσης ραγγο εκλεχττατα, γλυκσματα νοστιμτατα λα μσα σε πιτα απ ορυχτ κρσταλλο. Τα γκαρσνια κι οι κοπλλες του ξενοδοχεου τους κερνοσανε διφορα λικρ φκιασμνα απ ζαχαροκλαμο.
Οι συμπτες σαν οι περισστεροι μποροι κι αμαξδες, λοι τους ασγκριτα ευγενικο, που κνανε μερικς ερωτσεις στον Κακαμπ με την πιο μεγλη δικριση κι απαντσανε στις δικς τους με τρπο ικανοποιητικ.
ταν τελεωσε το φαγ, ο Κακαμπς νμισε, καθς κι ο Αγαθολης, τι πληρσανε καλ το λογαριασμ τους, ρχνοντας απνω στο τραπζι δο απ' αυτ τα πλατι κομμτια του χρυσαφιο, ποχαν μαζψει. Ο ξενοδχος κι η ξενοδχα σπσανε στα γλια και βαστοσανε πολλιρα τα πλευρ τους. Τλος συνλθανε.
Κριοι, επε ο ξενοδχος, βλπουμε καλ, πως εστε ξνοι, δεν εμαστε συνηθισμνοι να βλπουμε ξνους. Συχωρστε μας, αν αρχσαμε να γελμε, ταν μας προσφρατε για πληρωμ τα χαλκια των μεγλων μας δρμων. Δεν χετε, χωρς αμφιβολα, χρματα του τπου, μα δε χρειζονται για να φτ' εδ. λα τα ξενοδοχεα τα ιδρυμνα για την ευκολα του εμπορου πληρνονται απ το κρτος. Δεν εσαστε τυχερο εδ, γιατ ναι φτωχ το χωρι, μα κθε αλλο θα φιλοξενηθτε, πως σας αξζει.
Ο Κακαμπς εξηγοσε στον Αγαθολη λα τα λγια του ξενοδχου κι ο Αγαθολης τον κουε με τον διο θαυμασμ και το διο ξφνισμα, που ο φλος του Κακαμπς του τα μετδινε.
Ποιος τπος λοιπν εναι αυτς, λγανε κι ο νας κι ο λλος, γνωστος απ' λο τον λλο κσμο κι που λη η φση εναι τσο διφορη απ τη δικ μας; Εναι πιθανς ο τπος που λα εναι καλ: γιατ πρπει απολτως να υπρχη νας ττοιος τπος! κι ,τι κι αν επε ο διδσκαλος Παγγλσης, συχν παρατρησα, πως λα τανε κακ στη Βεστφαλα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII: Τι εδανε στη χρα του Ελδορδο

Ο Κακαμπς παρστησε στον ξενοδχο λη του την περιργεια. Ο ξενοδχος του επε:
Δεν ξρω πολλ πργματα, μα δεν εμαι δυσαρεστημνος. χουμ' εδ να γρο, πρην αυλικ, που εναι ο πιο σοφς νθρωπος του βασιλεου κι ο πιο ομιλητικς! Αμσως οδηγε τον Κακαμπ στου γρου. Ο Αγαθολης παιζε τρα το δετερο ρλο κι ακολουθοσε τον υπηρτη του. Μπκανε σ' να σπτι πρα πολ απλ, γιατ η πρτα τανε μνο απ ασμι και τα κουφματα των διαμερισμτων μνο απ χρυσφι, αλλ δουλεμνα με τσο γοστο, που τα πλουσιτερα κουφματα δε μπορονε να τους παραβγονε. Ο αντιθλαμος, αληθιν, δεν τανε στολισμνος παρ μνο με ρουμπνια και σμαργδια, αλλ' η τξη, που σαν λα βαλμνα αντικαθιστοσε αρκετ αυτ την σχατη απλτητα.
Ο γρος υποδχτηκε τους ξνους απνω σ' να σοφ που το στρμα του τανε κανωμνο απ φτερ κολυβρων, και τους πρσφερε λικρ σε ποτρια απ διαμντι, κατπι ικανοποησε την περιργει τους ως εξς:
Εμαι εκατν εβδομντα δυο χρονν κι μαθα απ το μακαρτη πατρα μου, υπασπιστ του βασιλι, τις καταπληχτικς επαναστσεις του Περο, που τις εδε με τα μτια του. Το βασλειο, που βρισκμαστε, εναι η παλι πατρδα των Ινκς, που βγκανε απ' εδ πολ απερσκεπτα για να πνε να υποτξουν να λλο μρος του κσμου και που τλος καταστραφκανε απ τους Ισπανος.
Οι πργκηπες της φυλς τους, που δε φγανε απ τον τπο τους, σαν σοφτεροι. Νομοθτησαν με τη συγκατθεση του θνους κανες κτοικος να μη βγη στο μλλον απ το μικρ μας βασλειο, κι αυτ διατρησε την αγντητ μας και την ευτυχα μας. Οι Ισπανο χουνε μια συγχισμνη ιδα για τον τπο μας, τον ωνμασαν Ελδορδο, κι νας γγλος ονομαζμενος ιππτης Ρλαχ κατρθωσε να πλησιση ως εδ προ εκατ χρνια. Αλλ' πως μαστε περικυκλωμνοι απ βρχους αζγωτους κι απ γκρεμος, σταθκαμε ως τρα εξασφαλισμνοι απ την αρπαχτικτητα των λαν της Ευρπης, που χουνε μιαν ακατανητη μανα για τα χαλκια και τη λσπη της γης μας και που για να τ' αποχτσουνε, θα μας σκοτνανε λους ως τον τελευταο.
Η συνομιλα βσταξε αρκετ, κουβεντισανε για τη μορφ του πολιτεματος, τα θιμα, τις γυνακες, τα δημσια θεματα, τις τχνες. Τλος ο Αγαθολης, ποχε πντα κλση προς τη μεταφυσικ, ρτησε μσον του Κακαμπ εν στον τπο τους υπρχε θρησκεα. Ο γρος κοκκνησε λιγκι.
Πς λοιπν! επε, μπορετε ν' αμφιβλλετε; Μπως μας θεωρετε αχριστους;
Ο Κακαμπς ρτησε ταπειν ποια τανε η θρησκεα του Ελδορδο. Ο γρος κοκκνησε λλη μια φορ.
Μπως μπορε να υπρχουν δυο θρησκεες; επε. χουμε νομζω, τη θρησκεα λων των ανθρπων, λατρεουμε το Θε απ' το βρδυ ως το πρω.
Λατρεετε να Θε; ρτησε ο Κακαμπς, χρησιμεοντας πντα ως διερμηνας των αποριν του Αγαθολη.
Φανερ, επε ο γρος, πως δεν υπρχουνε οτε δυο, οτε τρεις, οτε τσσερις. Ομολογ, πως οι νθρωποι του κσμου σας κνουνε πολ παρξενες ερωτσεις.
Ο Αγαθολης δεν παψε να ρωτ το γρο. Θλησε να μθη, πς προσευχντανε στο Ελδορδο.
Δεν προσευχμαστε καθλου, επε ο αγαθς και σεβσμιος σοφς. Δεν χουμε τποτε να του ζητσουμε, μας τδωσε λα, σα μας χρειζονται, τον ευχαριστομε ακατπαυτα.
Ο Αγαθολης εχε την περιργεια να ιδ καννα παπ, ρτησε πο εναι. Ο αγαθς γρος χαμογλασε.
Φλοι μου, επε, εμαστε λοι παπδες. Ο βασιλις κι λοι οι αρχηγο οικογενειν ψλνουνε μνους ευχαριστριους πανηγυρικ κθε πρω και πντε ως εξ χιλιδες μουσικο τους συνοδεουνε.
Πς! δεν χετε καθλου καλογρους που διδσκουνε, συζητονε, κυβερνονε, ραδιουργονε και που ψνουνε τους ανθρπους, που δε συμφωνονε μαζ τους;
Θπρεπε νμαστε τρελο, επε ο γρος, εδ εμαστε λοι σμφωνοι και δεν καταλαβανω, τι θλετε να πτε με τους καλογρους σας.
Ο Αγαθολης σ' λον αυτ το διλογο στεκτανε εκστατικς κι λεγε μσα του:
Αυτς ο τπος διαφρει πολ απ τη Βεστφαλα κι απ τον πργο του κυρου βαρνου. Αν ο δικς μας ο Παγγλσσης βλεπε το Ελδορδο, δε θλεγε πλον πως ο πργος του Τοντ-τεν-τρονκ τανε ,τι καλτερο υπρχε πνω στη γη, εναι ββαιο, πως πρπει κανες να ταξιδεη!
Μετ απ' αυτ τη μακρυ συνομιλα, ο αγαθς γρος διταξε να ζψουνε μια καρτσα μ' ξη πρβατα κι δωσε δδεκα υπηρτες του στους δυο ταξιδιτες, για να τους οδηγσουνε στο Παλτι.
Συχωρστε με, τους επε, αν η ηλικα μου με στερε την τιμ να σας συνοδψω. Ο βασιλις θα σας δεχθ με τρπο, που δε θα μενετε δυσαρεστημνοι και θα παραβλψετε τα θιμα του τπου, αν μερικ δε σας αρσουν.
Ο Αγαθολης και ο Κακαμπς ανεβανουνε στην καρτσα, τα ξι πρβατα πετοσανε και σε λιγτερο απ τσσερις ρες φτνουνε στο παλτι του βασιλι, που βρισκτανε σε μιαν κρη της πρωτεουσας. Η πλη τανε διακσια εκοσι πδια ψηλ κι εκατ πλατυ, εναι αδνατο να εκφρασθ απ τι υλικ τανε, καταλαβανει κανες εκολα πση τερστια υπεροχ πρεπε νχη σχετικ μ' αυτ τα χαλκια και μ' αυτν την μμο που τα ονομζομε μεις χρυσφι και πολτιμα πετρδια.

Εκοσι κοπλλες της φρουρς υποδεχτκανε τον Αγαθολη και τον Κακαμπ, μλις κατεβκανε απ την καρτσα, τους ωδηγσανε στο λουτρ και τους ντσανε με φορματα κανωμνα απ χνοδι κολυβριο, στερα οι αντεροι αξιωματικο, οι αντερες αξιωματικνες του στμματος τους ωδηγσανε στο διαμρισμα της μεγαλειτητς του, ανμεσα σε δυο σειρς απ χλιους μουσικος, καθεμι σμφωνα με το θιμο. ταν πλησισανε στην αθουσα του θρνου, ο Κακαμπς ρτησε ναν αντερο αξιωματικ, τι πρεπε να κνουνε για να χαιρετσουνε την μεγαλειτητ του: αν πρπει να πσουνε στα γνατα να συρτονε με την κοιλι, αν πρπει να βλουνε τα χρια στο κεφλι στον πισιν, αν φιλονε τη σκνη της σλλας: μ' να λγο ποια εναι η εθιμοτυπα.
Η συνθεια, επε ο αντερος αξιωματικς, εναι ν' αγκαλιζουνε το βασιλι και να τον φιλονε απ τα δυο μγουλα.
Ο Αγαθολης κι ο Κακαμπς πηδσανε στα λαιμ του βασιλι, ο οποος τους δχτηκε με τη μεγαλτερη καλωσνη, που μπορε κανες να φαντασθ και τους προσκλεσε ευγενικ στο δεπνο.
Στο αναμεταξ τους σεργιανσανε να ιδον την πλη, τα δημσια χτρια, ψηλ ως τα σγνεφα, τις αγορς με τις χλιες κολννες, τις βρσες του καθριου νερο, τις βρσες του ρδινου νερο και των λικρ απ ζαχαροκλαμο, που τρχουνε ακατπαυτα σε μεγλες πλατεες, στρωμνες μ' να εδος πετραδιν, που σκορποσανε μια μυρουδι μοια με του μοσκοκαρφιο και της κανλλας. Ο Αγαθολης ζτησε να ιδ το δικαστριο, τη βουλ. Του επανε πως δεν υπρχανε και πως δεν κνουνε δκες. Ρτησε, αν υπρχανε φυλακς, και του επαν χι. ,τι τον ξφνισε περισστερο και τον ευχαρστησε περισστερο, τανε το Μγαρο των Επιστημν, μσα στο οποο εδε μια γαλαρα δυο χιλιδες βματα μκρος, λο γεμτην απ ργανα μαθηματικς και φυσικς.
Αφο σεργιανσανε λο το απγευμα σχεδν το χιλιοστ μρος της πολιτεας, τους ωδηγσανε στο βασιλι. Ο Αγαθολης κθησε στο τραπζι ανμεσα στη Μεγαλειτητ του και στον υπηρτη του τον Κακαμπ και πλθος κυρες. Ποτς δεν γινε λαμπρτερο γεμα, και ποτς δεν δειξε κανες περισστερο κφι απ' σο η μεγαλειτητ του. Ο Κακαμπς εξηγοσε τα καλ λγια του βασιλι στον Αγαθολη κι αν και μεταφρασμνα, φαινντανε πντα καλ λγια. Απ' λα, που θαμασε ο Αγαθολης, αυτ δεν τανε το λιγτερο εκπληχτικ.
Πρασαν να μνα φιλοξενομενοι τσι. Ο Αγαθολης λεγε πντα στον Κακαμπ:
Εναι αλθεια, φλε μου, λλη μια φορ, πως ο πργος, που γεννθηκα, δεν αξζει τον τπο, που βρισκμαστε τρα, μα επ τλους η δεσποινς Κυνεγνδη δεν εναι εδ κι χετε χωρς αμφιβολα, κποιαν ερωμνη στην Ευρπη. Αν μενουμε εδ, θα εμαστε, πως λοι οι λλοι, εν αν γυρσουμε στον κσμο μας, μονχα μ' ξι πρβατα φορτωμνα απ τα χαλκια του Ελδορδου, θα εμαστε πιο πλοσιοι απ' λους μαζ τους βασιλιδες, δε θα φοβμαστε τους ιεροξεταστς και θα μπορσουμε εκολα να ξαναπρουμε τη δεσποινδα Κυνεγνδη.
Αυτς ο λγος ρεσε του Κακαμπ, εναι τσο ευχριστο να τρχη κανες στον κσμο, νχη υπληψη στους συμπατριτες του, να διηγται με στμφο ,τι εδε στα ταξδι του, στε οι δυο ευτυχισμνοι αποφασσανε να μην εναι πια ευτυχισμνοι και να ζητσουνε την δεια απ τη μεγαλειτητ του να φγουνε.
Κμνετε ανοησα, τους επε ο βασιλις, ξρω καλ, πως ο τπος μου εναι ασμαντος, μα ταν κανες εναι βολεμνος κπου, πρπει να μνει. Δεν χω ββαια το δικαωμα να κρατ τους ξνους, αυτ εναι τυραννα που δεν υπρχει οτε στα θη μας οτε στους νμους μας, λοι οι νθρωποι εναι ελεθεροι: φγετε, ταν θλετε, αλλ' η ξοδος εναι πολ δσκολη. Εναι αδνατο ν' ανεβτε τορμητικ ποτμι, με το οποον ρθατε εδ σαν απ θαμα, και που τρχει κτου απ τη καμρα των βρχων. Τα βουν, που περιγυρζουνε το βασλει μου, χουνε ψος δκα χιλιδων ποδιν κι εναι σα σαν τοχοι, πινουνε το καθνα σε πλτος περισστερο απ δκα χιλιδες λεγες, δε μπορε κανες να κατβη απ' αυτ παρ απ γκρεμος. μως, επειδ το θλετε απλυτα να φγετε, θα δσω διαταγ στους μηχανικος να κνουνε μια μηχαν, που να μπορ να σας μεταφρη με νεση. ταν θα σας φρουνε απ' το πσω μρος των βουνν, κανες δε θα μπορση να σας συνοδψη: γιατ οι υπκοο μου, ωρκιστκανε να μη βγονε ποτς απ τον περβολ τους κι εναι αρκετ φρνιμοι, που να μη παραβονε τον ρκο τους. Ζητστε μου λλωστε ,τι ευαρεστεσθε.
Δε ζητομε απ τη μεγαλειτητ σας, επεν ο Κακαμπς, παρ λγα πρβατα φορτωμνα τρφιμα, χαλκια και λσπη του τπου.
Ο βασιλις γλασε:
Δεν καταλαβανω, επε, τι γοστο βρσκουνε οι Ευρωπαοι στην κτρινη μας λσπη, αλλ πρετε ση θλετε κι μποτε να σας χρησιμψη.
δωσε διαταγ αμσως στους μηχανικος του να κνουνε μια μηχαν για να σηκσουνε ψηλ αυτος τους δυο παρξενους ανθρπους ξω απ το βασλειο.
Τρεις χιλιδες ξιοι φυσικο δουλψανε γι' αυτν, ταν τοιμη σε δεκαπντε μρες και δεν κστισε περισστερο απ εκοσι εκατομμρια λρες στερλνες, νμισμα του τπου.
Βλανε μσα στη μηχαν τον Αγαθολη και τον Κακαμπ, βλανε ακμα δυο μεγλα κκκινα πρβατα με σλλες και με χαλινρια για να τους χρησιμψουνε για καβλλα, εν θα περνοσανε τα βουν, εκοσι πρβατα σαμαρωμνα, κατφορτα απ τρφιμα, λλα τριντα φορτωμνα με διφορα δρα απ ,τι ο τπος χει πιο αξιοπερεργο και πενντα φορτωμνα μλαμα, πετρδια και διαμντια. Ο βασιλις φλησε τρυφερ τους δυο τυχοδιχτες.
ταν ξοχο θαμα η αναχρησ τους και ο μεγαλοπρεπς τρπος με τον οποον υψωθκανε αυτο και τα πρβατ τους πνου απ τα βουν. Οι φυσικο τους αποχαιρετσανε, αφο τους φρανε σε μρος ασφαλισμνο κι ο Αγαθολης δεν εχε πια λλη επιθυμα κι λλη σκψι απ το να πη να προσφρη τα πρβατ του στη δεσποινδα Κυνεγνδη.
χουμε, επε, με τι να πληρσουμε τον Κυβερντη του Μπουνος- υρες, αν η δεσποινς Κυνεγνδη ημπορε να ξετιμηθ. Ας βαδσουμε προς την Γαννη, ας μπομε σ' να κακι και θα ιδομε κατπι ποιο βασλειο μπορομε ν' αγορσουμε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVIII: Τι τους συνβη στη Σουρινμ και πς ο Αγαθολης γνρισε το Μαρτνο

Η πρτη μρα των δο ταξιδιωτν μας υπρξε πολ ευχριστη. Εχανε πολ θρρος με την ιδα πως σαν οι κτοχοι περισστερων θησαυρν απ' σους η Ασα, η Ευρπη και η Αφρικ μποροσανε να μσουνε. Ο Αγαθολης ενθουσιασμνος γραφε τ' νομα της Κυνεγνδης απνου στα δνδρα. Τη δετερη μρα δυο απ τα πρβατ τους βουλιξανε μσα στα λη και χαθκανε μαζ με τα φορτματ τους. Δυο λλα πρβατα ψοφσανε απ' την κοραση λγες μρες αργτερα, εφτ οχτ ψοφσανε κατπι απ την πενα σε μια ρημο, λλα πσανε σε λγες μρες μσα σε γκρεμος. Τλος μετ εκατ μερν πορεα τους μενανε μονχα δυο πρβατα. Ο Αγαθολης επε στον Κακαμπ:
Φλε μου, βλπεις πσο τα πλοτη αυτο του κσμου εναι φθαρτ, δεν υπρχει τποτε σταθερ ξω απ την αρετ κι απ την ευτυχα του να ξαναδομε την δεσποινδα Κυνεγνδη.
Τ' ομολογ, επε ο Κακαμπς, αλλ μας μνουνε ακμα δυο πρβατα με περισστερους θησαυρος απ' σους θα μποροσε ν' αποχτση ποτς ο βασιλις της Ισπανας και διακρνω πολ μακρυ μια πολιτεα και θαρρ, πως εναι η Σουρινμ, που ανκει στους Ολλανδος. Εμαστε στο τλος των ταλαιπωριν μας και στην αρχ της ευτυχας μας.
Ζυγνοντας στην πολιτεα, απαντσανε να νγρο ξαπλωμνο στο χμα, που φοροσε μονχα μισ φρεμα δηλ. μισ πανταλνι απ γαλζιο παν. Του λεπανε η αριστερ γμπα και το δεξ χρι.
Ε! Θε μου, του επε ο Αγαθολης, τι κνεις εδ φλε μου σε ττοια φριχτ κατσταση;
Περιμνω τον αφντη μου, απντησε ο νγρος, τον κριο Βντερ Ντντουρ, τον περφημο μεγαλμπορο.
Μπως ο κριος Βντερ Ντντουρ σ' κανε σ' αυτ τα χλια;
Μλιστα, κριε, απντησε ο νγρος. Αυτ εναι η συνθεια, μας δνουν να παννιο βρακ για φορεσι δυο φορς το χρνο. ταν δουλεουμε στα ζαχαροποιεα κι ο τροχς μας αρπξη το δχτυλο μας κβουνε το χρι, ταν αποπειραθομε να φγουμε, μας κβουνε το πδι, μου τχανε κι οι δυο αυτς περπτωσες. Αυτ κοστζει η ζχαρη, που τρτε στην Ευρπη. Ωστσο, ταν η μητρα μου με πολησε για δυο σκοδα παταγωνικ στις αχτς της Γουινας, μολεγε: « Αγαπητ μου παιδ, ευλγα τα φετς, λτρευ τα πντα και θα σε κνουνε να ζσης ευτυχς, χεις την τιμ νσαι σκλβος των αφεντδων μας των λευκν και κμνεις τσι πλοσιους τον πατρα σου και τη μητρα σου». Αλμονο! δεν ξρω, αν τους κανα πλοσιους, μως αυτο δε με κνανε εμνα! Οι σκλλοι, οι μαμοδες κι οι παπαγλοι εναι χλιες φορς λιγτερο δυστυχισμνοι απ μας, τα ολλαντικ φετς τα οποα μ' χουνε προσηλυτσει, μου λνε κθε Κυριακ, πως εμαστε λοι παιδι του Αδμ, λευκο και μαροι. Δεν εμαι γεννεαλγος, αλλ' αν αυτο οι ιεροκρυκες λνε την αλθεια, θα παραδεχθτε, πως δεν εναι δυνατ να μεταχειρισθ κανες με φριχττερο τρπο τους συγγενες του.
Ω! Παγγλσση, φναξε ο Αγαθολης, δεν εχες φαντασθ ττοια βδελυγμα, θ' αρνηθ κθε αισιοδοξα!
Τι ' ναι η αισιοδοξα; ρωτοσε ο Κακαμπς.
Αλμονο! επε ο Αγαθολης, εναι η λσσα να υποστηρζης, πως λα εναι καλ, ταν εναι κακ! Κι χυνε φθονα δκρυα κοιτζοντας το νγρο, και κλαοντας μπκανε στη Σουρινμ.
Το πρτο πρμα που ρτησαν τανε αν υπρχη στο λιμνι καννα κακι που μπορε να τους πη στο Μπουνος υρες. Αυτς, στον οποο απευθυνθκανε, τανε νας Ισπανς πλοαρχος που προσεφρθηκε να τους υπηρετση τμια. Τους δωσε ραντεβο σε μια ταβρνα. Ο Αγαθολης κι ο Κακαμπς πγανε και τον περιμνανε με τα δυο τους πρβατα.
Ο Αγαθολης, ποχε την καρδι στα χελια, διηγθηκε στον Ισπαν λες του τις περιπτειες και του ωμολγησε, πως θελε ν' απαγγη την δεσποινδα Κυνεγνδη.
Αδυνατ να σας πω στο Μπουνος υρες, επε ο πλοαρχος: θα με κρεμσουνε, καθς και σας. Η ωραα Κυνεγνδη εναι η ευνοομενη μαιτρσσα του Κυβερντη.
Η πληροφορα αυτ το 'ρθε του Αγαθολη σαν κεραυνς, κλαψε πολ. Τλος τρβηξε ιδιαιτρως τον Κακαμπ.
Ιδο αγαπητ μου φλε, του επε, τι πρπει να κνεις. χουμε καθνας στις τσπες μας πντε ως ξι εκατομμυρων διαμντια, εσαι πιο επιτδειος απ μνα, πγαινε να πρης τη δεσποινδα Κυνεγνδη στο Μπουνος υρες. Αν ο Κυβερντης παρουσιση δυσκολες, δστου να εκατομμριο: αν δεν υποχωρ, δστου δυο, συ δε σκτωσες καννα ιεροξεταστ, δε θα σε υποψιαστον, θα ναυλσω λλο πλοο και θα πω να σε περιμνω στη Βενετα: ενε τπος ελεθερος, που δεν χει κανες να φοβηθ οτε Βουλγρους, οτε Αβρους, οτε Εβραους, οτε Ιεροξεταστς.
Ο Κακαμπς χειροκρτησε αυτ τη σοφ λση. τανε απελπισμνος, αν θα χωριζτανε απ ναν καλν αφντη που τοχε γνει φλος εγκρδιος. Αλλ' η χαρ να του φαν χρσιμος νκησε τη λπη που θα τον φηνε. Φιληθκανε κλαοντας: ο Αγαθολης του σστησε να μην ξεχση την αγαθ γρι: Ο Κακαμπς φυγε την δια μρα: τανε πολ καλ καρδι αυτς ο Κακαμπς.
Ο Αγαθολης μεινε ακμα λγον καιρ στο Σουρινμ και περμενε σο νβρη κανναν λλον πλοαρχο να τον πη στην Ιταλα, αυτν και τα δυο πρβατα, που του εχαν απομενει. Πρε υπηρτες κι αγρασε ,τι του χρησμευε για να τσο μακρ ταξεδι. Τλος ο κριος Βντερ Ντντουρ, αφντης ενς μεγλου καραβιο, παρουσιζεται σ' αυτν. Πσα θλετε, τνε ρτησε ο Αγαθολης, για να με πτε κατ' ευθεαν στη Βενετα, εμνα, τους ανθρπους μου, τις αποσκευς μου κι αυτ τα δυο πρβατα;
Ο πλοαρχος ζτησε δκα χιλιδες πιστρα, ο Αγαθολης δεν ανττεινε.
Ω! ω! επε μσα του ο πονηρς Βντερ Ντντουρ, αυτς ο ξνος δνει μονομις δκα χιλιδες πιστρα! Πρπει νναι πολ πλοσιος.
στερα, χαλντας την συμφωνα μετ να λεπτ, δλωσε, πως δε μπορε να ταξιδψη μ' ολιγτερα απ εκοσι χιλιδες.
Ε! καλ, θα τα λβης, επε ο Αγαθολης.
Ου! επε χαμηλφωνα ο μπορος, αυτς ο νθρωπος δνει εκοσι χιλιδες πιστρα με την δια ευκολα, που δωσε δκα.
Τστριψε πλι και τοπε, πως δε μποροσε να τον πη στη Βενετα μ' ολιγτερα απ τριντα χιλιδες πιστρα.
Θα λβης λοιπν τριντα, απντησε ο Αγαθολης.
Ω ω! επε πλι μσα του ο Ολλανδς μπορος, τριντα χιλιδες πιστρα δεν κοστζουν τποτε σ' αυτ τον νθρωπο! χωρς αμφιβολα τα δυο πρβατα εναι φορτωμνα πειρους θησαυρος. Ας μην επιμενω περισστερο: ας πληρωθομε πρτα τις τριντα χιλιδες πιστρα κι πειτα βλπουμε.
Ο Αγαθολης πολησε δυο μικρ διαμντια, που το μικρτερ τους ξιζε περισστερο απ' λα τα χρματα, που ζητοσε ο πλοαρχος. Τον προπλρωσε, τα δυο πρβατα μπαρκαριστκανε πρτα. Ο Αγαθολης ακολουθοσε μσα σε μια μικρ βρκα για να σμξη το πλοο στο λιμνι, ο πλοαρχος προλαβανει, ανογει τα πανι, ξεκινει, ο αρας εναι πρμος. Ο Αγαθολης απελπισμνος και κατπληχτος τον χνει σε λγο απ τα μτια του.
Αλμονο! να μια κατεργαρι ξια του παλαιο Κσμου. Ξαναγρισε στη παραλα συντριμμνος απ τη λπη: γιατ, επ τλους, χασε περιουσα δκα βασιλιδων.
Πηγανει αμσως στον Ολλανδ δικαστ, κι πως τανε λιγκι ταραγμνος, χτυπ απτομα την πρτα, μπανει, εκθτει το δυστχημ του, φωνζει λιγκι περισστερο απ' ,τι πρεπε. Ο δικαστς πρτα τον βζει να πληρση δκα χιλιδες πιστρα για το θρυβο, που κανε, κατπι τον κουσε υπομονητικ, του υποσχθηκε να εξετση την υπθεσ του, μλις ο μπορος ξαναγυρση, και τον βαλε να πληρση λλες δκα χιλιδες πιστρα για ξοδα ακροσεως.Αυτς ο τρπος φερε σε τλεια απελπισα τον Αγαθολη. Εχε, αλθεια, δοκιμσει δυστυχματα χλιες φορς μεγαλτερα, αλλ' η ψυχραιμα του δικαστ και του πλοιρχου, που τον κλεψε, ερθισε τη χολ του και τον βθισε σε μαρη μελαγχολα. Η κακα των ανθρπων παρουσιαζτανε στα μτια του μ' λη της την ασχημι και τρεφταν λο με θλιβερς σκψεις. Τλος, επειδ να γαλλικ καρβι ταν τοιμο να φγη για το Μπορντ, αφο πια δεν εχε να μπαρκαρση πρβατα φορτωμνα διαμντια, νοκιασε μια καμπνα στη σωστ τιμ της και κοινοποησε, εν ακμα τανε στην πλη, πως θα πληρση το ταξδι, την τροφ και δυο χιλιδες πιστρα σε ποιον τμιο νθρωπο θθελε να τον συνοδψη στο ταξδι, με τον ρο, πως αυτς ο νθρωπος θτανε ο πιο απογοητευμνος απ την κατστασ του κι ο πιο δυστυχισμνος της επαρχας.
Παρουσιαστκανε πλθος υποψφιοι, που ολκληρος στλος δε θα μποροσε να τους χωρση. Ο Αγαθολης θλοντας να διαλξη μεταξ τους τον πιο ολοφνερα δυστυχισμνο, ξεχρισε καμι εικοσαρι που φαινντανε πιο κοινωνικο και που λοι αξιοσανε να προτιμηθονε. Τους μζεψε μσα στην ταβρνα του, τους δωσε να φνε με τον ρο, πως καθνας τους θα ορκιζτανε να διηγηθ την ιστορα του δνοντας την υπσχεση, πως θα διαλξη τον πιο αξιολπητο, τον πιο δικαιολογημνα δυσαρεστημνο απ την κατστασ του και πως θδινε στους λλους κποιο δρο. Η συντροφι κρτησε ως τις τσσερες το πρω.
Ο Αγαθολης ακοοντας λες τους τις περιπτειες θυμτανε ,τι τολεγε η γρι, ταν ερχτανε στο Βουνος υρες, και το στοχημα που βαλε, πως δεν υπρχε καννας μσα στο καρβι, που να μη του συνβηκαν οι πιο μεγλες δυστυχες. Συλλογιζτανε τον Παγγλσση σε κθε περιπτεια, που του διηγντανε. Αυτς ο Παγγλσσης, λεγε μσα του, θα δυσκολευτανε ν' αποδεξη την αλθεια του συστματς του. Θθελα νταν εδ. Ασφαλς, αν λα εναι καλ, αυτ συμβανει μνο στο Ελδορδο και σε καννα μρος του λλου κσμου.
Τλος προτμησε να δυστυχισμνο σοφ, ποχε δουλψει δκα χρνια για τους βιβλιοπλας του μστερνταμ. Σκφτηκε, πως δεν υπρχει λλο επγγελμα στον κσμο, που ν' απαγοητεη περισστερο.
Αυτς ο σοφς, που ταν λλωστε νας αγαθς νθρωπος, τον εχε κλψει η γυνακα του, τον εχε δερει ο γυις του, τον εχε εγκαταλεψει η κρη του, ακολουθντας ναν Πορτογλλο.
Προ μικρο τον εχαν απολσει απ μια μικρ θση, με την οποα ζοσε. Οι ιεροκρυκες του Σουρινμ τον καταδωκαν ως σοσινιαν. Πρπει να ομολογσουμε, πως κι οι λλοι τανε τουλχιστο τσο δυστυχισμνοι, σο κι αυτς. Αλλ' ο Αγαθολης λπιζε, πως ο σοφς θα τον καμνε να ξεχν τις λπες του στο ταξδι, οι αντπαλοι του σοφο βρσκανε, πως ο Αγαθολης τους αδκησε πολ, αλλ τους κατενασε δνοντας στον καθνα εκατ πιστρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XΙX: Τι συνβη στο ταξδι του Αγαθολη και του Μαρτνου

Ο γρο-σοφς, που ονομαζτανε Μαρτνος, επιβιβσθηκε τλος με τον Αγαθολη για το Μπορντ. κι ο νας κι ο λλος εχανε πολλ ιδε και πολλ πθει. κι ταν το καρβι θνοιγε πανι απ το Σουρινμ για την Ιαπωνα περνντας απ το ακρωτρι της Καλς Ελπδας θχανε καιρ να συζητσουνε σε λο τους το ταξδι για το φυσικ και ηθικ κακ.
Ωστσο ο Αγαθολης υπερτεροσε κπως τον Μαρτνο, στο τι λπιζε πντα να ξαναδ τη δεσποινδα Κυνεγνδη, εν ο Μαρτνος δεν λπιζε τποτα: επ πλον εχε χρυσφι και διαμντια, και μολοντι εχε χσει εκατ μεγλα πρβατα κκκινα, φορτωμνα απ τους πιο μεγλους θησαυρος της γης, μολοντι εχε πντα στην καρδι του την ατιμα του ολλανδο πλοιρχου, ωστσο, σαν συλλογιζταν αυτ, που του μενανε στις τσπες, και σαν μιλοσε για την Κυνεγνδη, μλιστα στο τλος του φαγητο, κλινε ττε προς το σστημα του Παγγλσση.
Μα σεις, κριε Μαρτνε, επε στο σοφ, τι σκπτεστε για λ' αυτ; Ποια εναι η ιδα σας για το ηθικ κακ και για το φυσικ κακ;
Κριε, απντησε ο Μαρτνος, οι παπδες μου με κατηγρησαν ως σοσινιαν, αλλ' η πραγματικ αλθεια εναι, πως εμαι μανιχαος.
Με κοροδεετε, επε ο Αγαθολης, δεν υπρχουνε πια μανιχαοι στον κσμο.
Εμ' εγ! επεν ο Μαρτνος, σωστ στραβ, δε μπορ να σκεφτ αλλιτικα.
Πρπει νχετε το διβολο μσα σας, επε ο Αγαθολης. Ανακατεεται τσο πολ στα πργματα του κσμου τοτου, επε ο Μαρτνος, που μπορε πολ καλ νναι μσα μου, πως και παντο αλλο, αλλ σας ομολογ, πως ρχνοντας το βλμμα μου απνου σ' αυτ τη σφαρα καλτερα τη σφαιρτσα, σκπτομαι, πως ο Θες την εγκατλειψε λην σε κποιο πνεμα κακοποι, εξν απ το Ελδορδο. Δεν χω διλου ιδωμνα πολιτεα, που να μη θλη την καταστροφ της γειτονικς πολιτεας, οτε οικογνεια που να μη θλη το ξεπτωμα λλης οικογνειας. Παντο οι αδνατοι μισονε τους δυνατος, που μπροστ τους σρνονται κι οι δυνατο τους μεταχειρζονται σαν κοπδια και πουλονε το μαλλ τους και το κρας τους. να εκατομμριο δολοφνοι καταταγμνοι σε συντγματα, τρχοντας απ τη μια στην λλη κρα της Ευρπης, σκοτνουνε και ληστεουνε με πειθαρχα για να κερδσουνε το ψωμ τους, γιατ δεν υπρχει επγγελμα εντιμτερο απ' αυτ. Και στις πολιτεες που φανονται πως χαρονται την ειρνη κι που οι τχνες ανθονε, οι νθρωποι κατατργονται απ περισστερες επιθυμες, φροντδες κι ανησυχες, απ' σα δοκιμζει δειν μια πολιορκημνη πολιτεα. Οι μυστικς λπες εναι πολ δριμτερες απ τα δημσια δειν. Μ' να λγο, χω τσα ιδε και τσα υποφρει, στε εμαι μανιχαος.
Υπρχουν ωστσο και καλ, απαντοσε ο Αγαθολης.
σως, λεγε ο Μαρτνος, αλλ δεν το γνωρζω.
Κει που συζητοσαν, ακοσανε μια κανονι. Ο κρτος διπλασιζεται απ μια στιγμ σε λλη. Παρνουν καθνας τα κιλια του. Διακρνουνε δυο καρβια που πολεμοσανε σε απσταση περπου τριν μιλλιν, ο νεμος φερε και τνα και τλλο τσο κοντ στο γαλλικ καρβι, που λβανε την ευχαρστηση να βλπουνε τη μχη με τλειαν νεση. Τλος τνα απ τα δυο καρβια ρριξε στο λλο μια ομοβροντα τσο χαμηλ και τσο πετυχημνη που το βθισε ολτελα. Ο Αγαθολης κι ο Μαρτνος διακρνανε πολ καθαρ καμμι εκατοστ ανθρπους πνω στη γφυρα του πλοου που βυθιζτανε. Σηκναν λοι τους τα χρια στον ουραν και ξεφωνζανε με φρκη. Σε μια στιγμ λα καταπιοθκανε!
Καλ! επε ο Μαρτνος, να πς οι νθρωποι φρνονται αναμεταξ τους.
Εναι αλθεια, επε ο Αγαθολης, πως υπρχει κτι διαβολικ σ' αυτ την υπθεση.
Εν μιλοσε, παρατρησε κτι λαμπερ κκκινο, που κολυμποσε κοντ στο καρβι τους. Κατεβσανε τη βρκα να ιδονε τι τανε, ταν να απ τα πρβατ του, που εχε χσει λλα εκατ ττοια, φορτωμνα χοντρ διαμντια του Ελδορδο.
Ο Γλλος καπετνιος παρατρησε σε λγο, πως ο καπετνιος του καραβιο που νκησε ταν ισπανς και του βυθισμνου ταν νας ολλανδς πειρατς. ταν ο διος που κλεψε τον Αγαθολη. Τ' πειρα πλοτη, που αυτς ο κακοργος εχε αρπξει, θαφτκανε μσα στη θλασσα μαζ με τον διο και δε σθηκε παρ να πρβατο.
Βλπετε, επε ο Αγαθολης στο Μαρτνο, τι το γκλημα καμμι φορ τιμωριται, αυτς ο κατεργρης ο πλοαρχος λαβε την τχη, που του ξιζε.
Μλιστα, επε ο Μαρτνος, αλλ' εναι σωστ νχουνε χαθ μαζ του κι οι ταξειδιτες, που σαν στο καρβι του; Ο Θες τιμρησε τον απατενα, ο διβολος πνιξε τους λλους.
Ωστσο το γαλλικ κι ισπανικ καρβι εξακολουθσανε το δρμο τους κι ο Αγαθολης εξακολοθησε τις συζητσεις του με το Μαρτνο. Συζητσανε δεκαπντε μρες συνεχς κι εχανε προχωρσει τσο στο θμα, σο και την πρτη μρα. Μα επ τλους μιλοσαν, λεγαν τις ιδες τους, παρηγοριντανε. Ο Αγαθολης χηδευε το πρβατ του:
Αφο σε ξαναβρκα, λεγε, ελπζω να ξαναβρ και την Κυνεγνδη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX: Αγαθολης και Μαρτνος πλησιζουν στις αχτς της Γαλλας και συζητονε

Εδαν επ τλους τις αχτς της Γαλλας.
ρθατε ποτ στη Γαλλα κριε Μαρτνε; επε ο Αγαθολης.
Μλιστα, επε ο Μαρτνος, χω διατρξει πολλς επαρχες. Αλλο οι μισο κτοικοι εναι τρελο, αλλο πολ πονηρο, αλλο πολ μαλακο και πολ κουτο, αλλο κνουνε πνεμα, και παντο η πρτη απασχληση εναι ο ρωτας, η δετερη να κακολογονε κι η τρτη να λνε ανοησες.
Αλλ κριε Μαρτνε, χετε ιδε το Παρσι;
Ναι, τχω ιδε το Παρσι. Εκε εναι λα τα εδη των ανθρπων, να χος, μια σαλτα, που καθνας ζητε την ηδον κι που σχεδν κανες δεν τη βρσκει, τουλχιστο πως μου φνηκε. μεινα λγον καιρ, ταν φτασα μου κλψαν ,τι εχα οι λωποδτες στην αγορ του Σαιν-Ζερμαν, με πρανε και μνα για κλφτη και με κλεσανε οχτ μρες στη φυλακ, πειτα καμα το διορθωτ σε κποιο τυπογραφεο, για να κερδσω τ' απαιτομενα για την επιστροφ μου με τα πδια στην Ολλανδα, Γνρισα λους τους κανγηδες, συγγραφες ραδιοργους, θεληπτους. Λγεται, πως υπρχουν νθρωποι πολ ευγενικο σ' αυτ την πλη, ας το πιστψουμε.
σο για μνα, δεν χω καμι περιργεια να ιδ τη Γαλλα, επε ο Αγαθολης. Μαντεετε εκολα, πως ταν κανες χει ζσει να μνα στο Ελδορδο, δε φροντζει να ιδ τποτε επ της γης παρ μνο τη δεσποινδα Κυνεγνδη. Θα την περιμνω στη Βενετα, θα διασχσουμε τη Γαλλα για να πμε στην Iταλα, δε θα με συνοδψετε;
Πολ ευχαρστως, επε ο Μαρτνος, λγουν, πως η Βενετα εναι καλ μονχα για τους ευγενες Βενετσνους, και πως, ωστσο, δχονται πολ καλ τους ξνους ποχουνε παρδες. Εγ δεν χω, χετε σεις, θα σας ακολουθσω παντο.
Μια στιγμ! Πιστεετε, πως η γης τανε πρτα θλασσα, πως διατενεται αυτ το χοντρ βιβλο του καπετνιου;
Δεν πιστεω τποτα, επε ο Μαρτνος, οτε σ' λα τα ονειροπολματα, που μας διηγονται αυτ τον τελευταο καιρ.
Αλλ για ποιο σκοπ λοιπν πλστηκε αυτς ο κσμος;
Για να μας κνη να λυσσξουμε, επε ο Μαρτνος.
Δε σας εκπλσσει πολ, εξακολοθησε ο Αγαθολης, ο ρωτας αυτν των δυο κοριτσιν της χρας των Αυτιδων για τις δυο μαμοδες, που σας χω μιλσει;
Καθλου, επε ο Μαρτνος, δε βλπω τι παρξενο υπρχει σ' αυτ το πθος. χω δη τσα αλλκοτα πργματα, στε δεν υπρχει πλον τποτε αλλκοτο.
Πιστεετε, πως οι νθρωποι σφαζντανε πντα αναμεταξ τους, πως το κνουνε σμερα; Πως τανε πντα ψετες, δλιοι, πιστοι, αχριστοι, κλφτες, αχαρακτριστοι, επιπλαιοι, νανδροι, φθονερο, λαμαργοι, μθυσοι, φιλργυροι, φλαρχοι, αιμδιψοι, συκοφντες, παραλυμνοι, φανατικο, υποκριτς και μωρο;
Παραδχεστε, επε ο Μαρτνος, πως τα γερκια τργανε πντα περιστρια, ταν τα βρσκανε;
Ββαια, δεν υπρχει αμφιβολα.
Ε! λοιπν, αν τα γερκια εχανε πντα την δια φση, πως θλετε νχουν αλλξει οι νθρωποι τη δικι τους;
Ω! υπρχει μεγλη διαφορ, επε ο Αγαθολης. Γιατ η ελευθερα της βουλσεως....
Συζητντας τσι φτσανε στο Μπορντ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXI: Τι τους συνβηκε στη Γαλλα

Ο Αγαθολης μεινε στο Μπορντ τσο μονχα καιρ, σος του χρειαζτανε να πουλση μερικ βτσαλα του Ελδορδο και να πετχη να καλ αμξι με δυο θσεις, γιατ δε μποροσε πια να στερηθ τον φιλσοφ του Μαρτνο, μονχα λυπθηκε πολ, που χωρστηκε το πρβατ του, αφνοντς το στην Ακαδημα των επιστημν του Μπορντ, η οποα θεσε ως θμα για το βραβεο κενης της χρονις «γιατ το μαλλ αυτο του προβτου τανε κκκινο», και το βραβεο δθηκε σ' να σοφ απ τη βρεια Γαλλα, ο οποος απδειξε με το Α συν Β πλην Γ δια Ζ, πως το πρβατο φειλε νναι κκκινο και πως θα πεθνη απ βλογι.
Ωστσο λοι οι ταξιδιτες, που συνντησε στις ταβρνες του δρμου, του λγανε!
Πμε στο Παρσι.
Αυτ η γενικ σπουδ του γννησε επ τλους την επιθυμα να ιδ αυτν την πρωτεουσα, δεν θ' απομακρυντανε και πολ απ το δρμο της Βενετας.
Μπκε στην πλη απ το προστειο του Σαιν-Μαρσ και θρρεψε, πως βρισκτανε στο χειρτερο χωρι της Βεστφαλας.
Μλις ο Αγαθολης εγκαταστθηκε σ' να ξνο δοχεο, τον πιασε ελαφρς πυρετς απ τους πολλος κπους. Επειδ εχε στο δχτυλο να τερστιο διαμντι κι εχανε παρατηρση μσα στις αποσκευς του μια βαλζα τρομερ βαρι, βρεθκανε αμσως γρω του δυο γιατρο, χωρς να τους καλση, μερικο επιστθιοι φλοι, που δεν τον αφσανε ποτς μνο του, και δυο θρησκληπτες γυνακες, που του ζεστανανε τις σοπες. Ο Μαρτνος λεγε:
Θυμομαι, πως αρρστησα κι εγ στο Παρσι στο πρτο μου ταξδι, μουνα πολ φτωχς, τσι δεν εχα οτε φλους, οτε γυνακες οτε γιατρος κι γιανα.
Εν τω μεταξ χρη στα γιατρικ και τις αφαμαξες η αρρστια του Αγαθολη χειροτρεψε. νας παπς της συνοικας ρθε με πολ γλυκδα να του ζητση να γραμμτιο πληρωτον στο νεκροφρο. Ο Αγαθολης αρνθηκε, οι θρησκληπτες τον βεβαιοσαμε, πως τανε καινοργια μδα, ο Αγαθολης απντησε, πως δεν τανε καθλου νθρωπος της μδας. Ο Μαρτνος θλησε να πετξει απ' το παρθυρο αυτν τον κριο. Ο παπς ορκιζτανε πως δε θα θψει τον Αγαθολη, ο Μαρτνος ορκιζτανε, πως θα θψη τον παπ, αν εξακολουθοσε να τους ζαλζη. Ο καυγς ναψε: Ο Μαρτνος αρπζει τον παπ απ τον μο και τον πετει ξω, αυτ προκλεσε μεγλο σκνδαλο και τους κνανε αγωγ.
Ο Αγαθολης γιανε, και κατ την ανρρωσ του εχε πολ καλ συντροφι στο φαγητ του. Παζανε δυνατ παιχνδι. Ο Αγαθολης αποροσε πολ, πς ποτ δεν του ερχντανε οι σσοι, ο Μαρτνος δεν αποροσε καθλου!
Μεταξ εκεινν, που τνε συργιανζανε στη πλη, ταν κι νας κοντς αββς Περιγουρδνος, απ' αυτος τους πρθυμους ανθρπους, πντα ευκνητος πντα περιποιητικς, αδιντροπος, χαηδευτικς, ικανς για λα, απ' αυτος που παραμονεουνε τους ξνους, ταν περνονε, τους διηγονται τη σκανταλιστικ ιστορα της πλης και τους προσφρουνε ηδονς σε οποιαδποτε τιμ. Αυτς οδγησε πρτα-πρτα τον Αγαθολη και το Μαρτνο στην Κομεντ, Παζανε μια να τραγωδα. Ο Αγαθολης βρθηκε καθισμνος πλι σε μερικος, που ξραν απ τραγωδες. Αυτ δεν τον εμπδισε να κλαη σε σκηνς, παιγμνες τλεια. νας απ τους ειδικος, που τανε πλι του, τοπε σε κποιο διλειμμα:
χετε πολ δικο να κλατε, αυτ η ηθοποις εναι πολ κακ, ο ηθοποις, που παζει μαζ της, εναι πολ χειρτερος, το ργο εναι ακμα πιο χειρτερο απ τους ηθοποιος, ο συγγραφας δεν ξρει λξι αραβικ, κι μως η σκην υποτθεται στην Αραβα: Επ πλον εναι νας νθρωπος, που δεν πιστεει στις μφυτες ιδες, θα σας φρω αριο εκοσι μπροσορες εναντον του.
Κριε; πσα θεατρικ ργα χετε στη Γαλλα; επε ο Αγαθολης στον αββ.
Πντε ως ξι χιλιδες.
Εναι πολλ; επε ο Αγαθολης. Πσα απ' αυτ ενε καλ;
Δεκαπντε ως δεκξι; απντησε ο λλος.
Πολλ! επε ο Μαρτνος.
Του Αγαθολη του ρεσε πολ μια ηθοποις, που παιζε τη βασλισσα Ελισσβετ, σε μια πολ περολογικ τραγωδα, που την παραστανουν κποτε.
Αυτ η ηθοποις επε στο Μαρτνο, μου αρσει πολ, ομοιζει υπερβολικ με τη δεσποινδα Κυνεγνδη, θα χαιρμουνα πολ αν τνε γνριζα.
Ο Περιγουρδνος αββς προσεφρθηκε να τον εισαγγη στην ηθοποι. Ο Αγαθολης, αναθρεμμνος στη Γερμανα, ρτησε, ποια τανε η ετικττα και πς φρνονται στη Γαλλα προς τη βασλισσα της Αγγλας.
Κατ τις περιστσεις, επε ο αββς. Στις επαρχες τις πνε στην ταβρνα, στο Παρσι τις σβονται, σαν εναι ωραες, και τις πετονε στα σκουπδια, σαν πεθανουνε.
Τις βασλισσες στα σκουπδια! επε ο Αγαθολης.
Μλιστα, επε ο Μαρτνος. Ο κριος αββς χει δκιο. μουνα στο Παρσι, ταν η δεσποινς Μονμη πρασε απ' αυτ τη ζω στην λλη. Της αρνηθκανε, πως λεν εδ, τις τιμς της ταφς, δηλ. το να σαπση μ' λους τους ζητινους της συνοικας σ' να θλιο νεκροταφεο. Τη θψανε χωριστ απ τους συντρφους της στη γωνι της οδο της Βουργουνδας, αυτ θα της εκστισε πολ, γιατ το πνεμα της τανε πολ ευγενικ.
Αυτ ενε μεγλη αγνεια, επε ο Αγαθολης.
Τι θλετε, επε ο Μαρτνος, οι εδ κτοικοι εν' τσι κανωμνοι, λες τις αντιφσεις, που μπορετε να φαντασττε, λες τις δυνατς ασυμφωνες θα τις βρτε στην κυβρνηση, στα δικαστρια, στις εκκλησες, στα θεματα αυτο του αλλκοτου θνους.
Εναι αλθεια πως γελονε πντα στο Παρσι; επε ο Αγαθολης.
Ναι, επε ο αββς, αλλ σαν μανιακο, γιατ κλαονται για λα ξεσπντας στα γλια, επσης κνουνε γελντας τις πιο μυσαρς πρξεις.
Ποιο τανε αυτ το χοντρογορουνο, που μου κακολογοσε τσο το δρμα, που μ' κανε να κλαω, και τους ηθοποιος, που μου αρσανε τσο;
Εν' νας φαρμακψυχος, που κερδζει τη ζω του κακολογντας λα τα δρματα κι λα τα βιβλα, μισε οποον πετυχανει, πως οι ευνοχοι μισονε τους ρτιους, εν' να απ' αυτ τα φδια της φιλολογας, που τρφονται απ λσπη και φαρμκι, εν' νας λιβελλογρφος.
Τι θα πει λιβελλογρφος; ρτησε ο Αγαθολης.
Εν' νας που κνει φυλλδες, νας Φρερνος. (4) τσι ο Αγαθολης, ο Μαρτνος κι ο Περιγουρδνος, συνομιλοσανε απνου στη σκλα βλποντας να περν ο κσμος μετ το τλος της παρστασης.
Αν και βιζομαι πολ να ξαναδ τη δεσποινδα Κυνεγνδη, επε ο Αγαθολης, θθελα μως να δειπνσω με τη δεσποινδα Κλαιρν, γιατ μου φνηκε θαυμαστ κοπλλα.
Ο αββς δεν τανε νθρωπος, που μποροσε να πλησιση τη δεσποινδα Κλαιρν, η οποα βλεπε μονχα πρσωπα της υψηλς περιωπς.
Ενε στα νερα της απψε, επε, μα θα λβω την τιμ να σας οδηγσω σε μια κυρα καθς πρπει, που θα γνωρσετε το Παρσι, σα νχατε μενει σ' αυτ τσσερα χρνια.
Ο Αγαθολης, που τανε φυσικ περεργος, δχτηκε να τον οδηγσουνε στην κυρα αυτ, στο βθος του προαστεου του Αγου Ονωρου. Παζανε εκε φαρα. Δδεκα θλιβερο πονταδροι κρατοσανε στα χρια μια τρπουλα με τσακισμνα χαρτι, που κθε τσκιση σμαινε και μια χασορα.
Μια βαθει σιωπ βασλευε, ωχρτητα τανε απλωμνη στα πρσωπα των πονταδρων, ανησυχα στου μπανκαδρου η οικοδσποινα καθισμνη πλι στον ανελητον αυτ μπανκαδρο, παρακολουθοσε με μτια αλωπος λες τις προλες και τα σιτε, που κθε παχτης σημδευε στα χαρτι του τσακζοντς τα, με μια προσεχτικτητα αυστηρ, μα ευγενικ, και δε θμωνε καθλου απ φβο μη χση την πελατεα της.
Η κυρα λεγε πως ονομαζτανε μαρκησα Παρολινικ. Η κρη της, ως δεκαπντε χρονν, τανε μαζ με τους πονταδρους κι ειδοποιοσε μ' να κλεσιμο του ματιο τις διφορες κατεργαρις των δυστυχισμνων αυτν ανθρπων, που προσπαθονε να επανορθσουνε μ' αυτ τον τρπο τις σκληρτητες της τχης. Ο Περιγουρδνος αββς, ο Αγαθολης κι ο Μαρτνος μπκανε, κανες δε σηκθηκε, οτε τους χαιρτισε, οτε τους εδε. λοι τανε βαθτατα απασχολημνοι με τα χαρτι τους.
Η κυρα βαρνη του Τοντερ-τεν-τρονκ τανε πιο φιλοφρονητικ, επε ο Αγαθολης.
Ωστσο ο αββς πλησασε στ' αυτ της κυρας μαρκησας, η οποα μισοσηκθηκε, ετμησε τον Αγαθολη μ' να χαριτωμνο μειδαμα και το Μαρτνο με μια κνηση της κεφαλς ολτελα αριστοκρατικ, επε να δσουνε κθισμα και μια τραπουλχαρτα στον Αγαθολη, ο οποος χασε πενντα χιλιδες φργκα σε δυο τγια, μεθ' δειπνσανε πολ εθυμα, κι λοι θαυμσανε, που ο Αγαθολης δεν ταρχτηκε απ το χσιμ του. Οι λακδες λγανε αναμεταξ τους στη γλσσα των λακδων:
Πρπει νναι καννας γγλος μυλρδος!
Το δεπνο τανε πως τα περισστερα δεπνα του Παρισιο: στην αρχ σιωπ, κατπι μια αντρα απ λγια, που δε μπορε κανες να ξεχωρση τποτα, στερα οικειτητες, οι περισστερες ηλθιες, ψετικα να, κακς κρσεις, λγη πολιτικ και πολλ κακολογα, μιλσανε επσης για τα καινοργια βιβλα.
Εδατε, επε ο Περιγουρδνος αββς, το μυθιστρημα του κυρου Γκωσσ, διδκτορος της Θεολογας;
Μλιστα, απντησε νας απ τους συνδαιτυμνες, μα δε μπρεσα να το τελεισω. χουμε πλθος αδιντροπα ντυπα, μα λα μαζ δε φτνουνε την αδιαντροπι του Γκωσσ, διδκτορος της Θεολογας. Εμαι τσο αηδιασμνος απ τοτη την απειρα των μυσαρν βιβλων, που μας πλημμυρονε, στε αποφσισα να ποντρω στο φαρα.
Και τα «Ανμικτα» του αρχιδιακνου Τρουμπλ, πς σας φανονται; επε ο αββς.
Α! επε η κυρα ντε Παρολινικ, τι πληχτικς θνητς! Πς σας λγει με σπουδαιτητα ,τι λος ο κσμος το ξρει. Πς συζητε σοβαρ ,τι δεν αξζει τον κπο οτε ελαφρ να σημειωθ! Πς ιδιοποιεται, δχως πνεμα, το πνεμα των λλων! Πς καταστρφει ,τι κλβει! Πς με αηδιζει! Αλλ δε θα με αηδιση πια, εναι πολ νχη διαβση κανες λγες σελδες του αρχιδιακνου.
τανε στο τραπζι νας κριος σοφς, με καλαισθησα, που υποστριζε ,τι λεγε η Μαρκησα. Μιλσανε κατπιν για τραγωδες, η κυρα ρτησε, γιατ υπρχουνε τραγωδες, που παζονται κποτε και που δε μπορε κανες να τις διαβση. Ο νθρωπος με την καλαισθησα εξγησε πολ καλ, πως να ργο μπορε νχη κποιο ενδιαφρο και καμι αξα: Απδειξε με λγα λγια, πως δεν αρκε ν' αναπτξη κανες μιαν δο απ τις θσεις εκενες, που βρσκονται σ' λα τα μυθιστορματα και που γοητεουνε πντα τους θεατς:
Αλλ πρπει νναι κανες καινοργιος, χωρς νναι παρδοξος, συχν υψηλς και πντοτε φυσικς, να γνωρζη την ανθρπινη καρδι και να την κμνη να μιλ, νναι μεγλος ποιητς, χωρς τα πρσωπα του ργου να φανονται ποιητς, να γνωρζη τλεια τη γλσσα του, να τη μιλ καθαρ, με συνεχ αρμονα, χωρς ποτ η ρμα να ζημινη το νημα. ποιος, επρσθεσε, δεν τηρε αυτος τους καννες, μπορε να κνη μιαν δυο τραγωδες, που να χειροκροτηθονε στο θατρο, μα [δεν] θα λογαριαστ ποτ μεταξ των καλν συγγραφων. Υπρχουνε πολ λγες καλς τραγωδες! λλες εναι διαλογικ ειδλλια καλογραμνα, καλοριμαρισμνα, λλες εναι πολιτικς συζητσεις, που αποκοιμζουν πλατυασμο αποκρουστικο, λλες εναι νειρα τρελλο σε φος βρβαρο, κουβντες κομμνες, μακρυς αποστροφς προς τους θεος, γιατ δεν ξρουνε να μιλονε στους ανθρπους, ψετικοι κομπασμο, κοινοτυπες πομπδικες.
Ο Αγαθολης κουσε αυτν την ομιλα με προσοχ, σχημτισε μεγλη ιδα για τον συζητητ! κι πως η κυρα Μαρκησα εχε φροντσει να τον βλη πλι της, γειρε στ' αυτ της και τη ρτησε, ποιος ταν αυτς ο νθρωπος, που μιλοσε τσο καλ!
Εν' νας σοφς, επε η κυρα, που δεν ποντρει ποτς, και που ο αββς μου τνε φρνει κποτε στο δεπνο.
Γνωρζει τλεια το ζτημα των τραγωδιν και των βιβλων, κι καμε και μια τραγωδα που την σφυρξανε, κι να βιβλο, που καννα του ανττυπο δε βγκε απ το μαγαζ του εκδτη του, εξν να, που μου αφιρωσε.
Μεγλος νθρωπος! Επε ο Αγαθολης, εν' νας δετερος Παγγλσσης.
Ττες γυρζοντας προς αυτν, του επε:
Κριε, πιστεετε, χωρς αμφιβολα, πως λα εναι καλ στον ηθικ και στο φυσικ κσμο και πως τποτα δε μποροσε νναι αλλιτικα;
Εγ, κριε, του απντησε ο σοφς, δεν πιστεω τποτ' απ' λα αυτ:
Βρσκω, πως λα πνε ανποδα σε μας, πως κανες δε ξρει οτε ποια εναι η θση του, οτε ποια η δουλι του, οτε τι κμνει, οτε τι πρπει να κμνη κι ξω απ το δεπνο, που εναι αρκετ εθυμο κι που φανεται αρκετ εντητα, λος ο λλος καιρς περν με καυγδες: Ζανσενστες εναντον μολινιστν, νθρωποι του παρλαμντου εναντον ανθρπων της εκκλησας, νθρωποι των γραμμτων εναντον ανθρπων των γραμμτων, αυλικο εναντον αυλικν, τραπεζτες εναντον του λαο, γυνακες εναντον ανδρν, συγγενες εναντον συγγενν, εν' νας αινιος πλεμος.
Ο Αγαθολης του απντησε:
Εδα πολ χειρτερα, αλλ' νας σοφς, που κατπι του συνβη το δυστχημα να τον κρεμσουνε, μ' μαθε, πως λ' αυτ εναι θαυμσια, οι σκιοι ενς ωραου πνακος.
Ο κρεμασμνος σας κοριδευε τον κσμο, επε ο Μαρτνος, οι σκιοι σας εναι στγματα φοβερ.
Οι νθρωποι κνουνε τα στγματα, επε ο Αγαθολης, και δε μπορονε να κνουνε κι αλλις.
στε δεν εναι δικ τους λθος, επε ο Μαρτνος.
Οι περισστεροι πονταδροι, που δεν καταλαβανανε τποτε απ' αυτ τα λγια, πνανε, κι ο Μαρτνος συζτησε με το σοφ, κι ο Αγαθολης διηγθηκε μερικς του περιπτειες στην οικοδσποινα.
Μετ το δεπνο, η Μαρκησα οδγησε τον Αγαθολη στην κμαρ της και τον βαλε να καθση σ' ναν καναπ.
Ε! καλ, του επε, αγαπτε πντα τρελ τη δεσποινδα Κυνεγνδη του Τοντερ-τεν-τρονκ;
Μλιστα, κυρα, απντησε ο Αγαθολης.
Η Μαρκησα συνχισε μ' να τρυφερ μειδαμα.
Απανττε σαν νας νος της Βεστφαλας, νας Γλλος θα μολεγε: εναι αλθεια, πως αγπησα την δεσποινδα Κυνεγνδη, αλλ βλποντς σας, φοβομαι, μη δεν την αγαπ πια!
Αλμονο! Κυρα, επε ο Αγαθολης, θ' απαντσω, πως σας αρσει.
Το πθος σας γι' αυτν ρχισε, ταν εσηκσατε απ χμου το μαντλι της, επιθυμ να μου σηκσετε την καλτσοδττα.
Μ' λη μου την καρδι, επε ο Αγαθολης. Και τνε σκωσε.
Αλλ' επιθυμ να μου την ξαναβλετε στην θση της, επε η κυρα.
κι ο Αγαθολης την ξανβαλε.
Βλπετε, επε η κυρα, εστε ξνος! Κμνω συχν τους εραστς μου του Παρισιο να ξεροσταλιζουν επ δεκαπντε μρες, αλλ παραδνομαι σε σας απ την πρτη νχτα, γιατ πρπει να φαν φιλξενη σ' να νον της Βεστφαλας.
Η ωραα εχε παρατηρσει δο τερστια διαμντια στα δο χρια του νεαρο ξνου και τα πανεσε με τση καλ πστη, στε απ τα δχτυλα του Αγαθολη περσανε στα δχτυλα τα δικ της.
ταν ο Αγαθολης φυγε με τον αββ Περιγουρδνο αισθνθηκε κποιες τψεις, που κανε απιστα στη δεσποινδα Κυνεγνδη. Ο κριος αββς συμμερστηκε τη στενοχρια του. Πολ λγο εχε λβει μρος στις πενντα χιλιδες λβρες, ποχασε ο Αγαθολης στα χαρτι και στην αξα των δο μπριλλαντιν, που μισ τδωσε, μισ του τα κλψανε. Το σχδιο του αββ τανε να εκμεταλλευτ, σο μποροσε, τα πλεονεκτματα, που τοδινε η γνωριμα του Αγαθολη. Του μλησε πολ για την Κυνεγνδη, κι ο Αγαθολης του επε, πως θα ζητοσε συγγνμη απ την ωραα του για την απιστα, που της κανε, ταν θα την βλεπε στη Βενετα.
Ο Περιγουρδνος διπλασασε τις φιλοφρονσεις, τις περιποισεις του κι δειχνε τρυφερ ενδιαφρο για ,τι λεγε ο Αγαθολης, για ,τι καμνε, για ,τι θελε να κνη.
χετε λοιπν, κριε, του επε, ραντεβο στη Βενετα;
Μλιστα, κριε αββ, απντησε ο Αγαθολης. Εναι απλυτη ανγκη να πω να συναντσω τη δεσποινδα Κυνεγνδη.
Ττε, καθς τον ξανπιασε η ευχαρστηση να μιλ για ,τι αγαποσε, διηγθηκε, κατ την συνθει του, να μρος απ τις περιπτεις του μ' αυτ τη περφημη Βεστφαλιαν.
Νομζω, επε ο αββς, πως η δεσποινς Κυνεγνδη εναι πολ ξυπνη και γρφει χαριτωμνες επιστολς.
Ποτς δεν λαβα επιστολ της, επε ο Αγαθολης: γιατ, φαντασθτε, επειδ με διξαν απ τον πργο για τον ρωτ της, δε μπρεσα να της γρψω, λγο κατπι μαθα, πως εχε πεθνει, αργτερα την ξαναβρκα και την ξανχασα και της στειλα απ δυμιση χιλιδες λεγες ναν αγγελιοφρο, απ τον οποον περιμνω απντηση.
Ο αββς κουε προσεχτικ και φαιντανε λιγκι ρεμβδης. Αποχαιρτησε σε λγο τους δυο ξνους, αφο πρτα τους φλησε τρυφερ. Την επομνη ο Αγαθολης λαβε, μλις ξπνησε, μιαν επιστολ, που λεγε τα εξς!
« Κριε πολυαγαπημνε μου. Δω κι οχτ μρες εμαι ρρωστη σ' αυτν εδ την πλη, μαθανω, πως εστε και σεις εδ, θα πετοσα στην αγκαλι σας, αν μποροσα να κινηθ. μαθα, πως περσατε απ το Μπορντ, φησα εκε τον πιστ το Κακαμπ και τη γρι, που σε λγο θρτουνε να με βρονε. Ο κυβερντης του Μπουνος υρες μου τα πρε λα, αλλ μου μνει η καρδι σας. Ελτε, η παρουσα σας θα μου ξαναδση τη ζω θα με σκοτση απ χαρ. »
Αυτ η χαριτωμνη επιστολ, αυτ η ανλπιστη επιστολ, γμισε ανκφραστη χαρ τον Αγαθολη, η αρρστια της αγαπημνης του Κυνεγνδης τνε βθισε στη λπη.
Μ' αυτ τα δυο αντθετα συναισθματα, παρνει το χρυσφι του και τα διαμντια του, βζει να τον οδηγσουνε με το Μαρτνο στο ξενοδοχεο, που μενε η δεσποινς Κυνεγνδη. Μπανει τρμοντας απ τη συγκνηση, η καρδι του χτυπ, η φων του πινεται, θλει ν' ανοξη τους μπερντδες του κρεββατιο, ζητ να φρουνε φως.
Μη για το Θε, λγει η υπηρτρια, το φως θα τη σκοτση! Και ξαφνικ κλενει τους μπερντδες.
Αγαπημνη μου Κυνεγνδη, λγει ο Αγαθολης κλαοντας, πς εστε; Αν δε μπορετε να με ιδτε, μιλστε μου τουλχιστο.
Δε μπορε να μιλση, λγει η υπηρτρια.
Τραβει να χρι καλοθρεμμνο απ το κρεββτι, που ο γθολης το πτιζε πολν καιρ με δκρυα, το γεμζει διαμντια, αφνοντας να σακκ γεμτο χρυσφι απνου στο κθισμα.
Απνω στους ενθουσιασμος του φτνει νας αστυνμος ακολουθημνος απ τον Περιγουρδνο αββ κι απ να απσπασμα.
Να τους, λγει, οι δυο ποπτοι ξνοι!
Τους πινει αμσως και διατζει τους γενναους του να τους πνε στη φυλακ.
Δε μεταχειρζονται τσι τους ξνους στο Ελδορδο, επε ο Αγαθολης.
Εμαι περισστερο απ κθε λλη φορ μανιχαος, επε ο Μαρτνος.
Αλλ, κριε, πο μας πτε; ρτησε ο Αγαθολης.
Στο μπουδρομι, απντησε ο αστυνμος.
Ο Μαρτνος ξανβρε την ψυχραιμα του και σκφτηκε, πως η κυρα, που καμνε την Κυνεγνδη, τανε μια λωποδτισσα, ο κριος Περιγουρδνος αββς νας λωποδτης, κι ο αστυνμος νας λλος λωποδτης, απ τον οποον θα μποροσαν εκολα να γλυτσουνε.
Αντ να υποβληθη στις διατυπσεις της δικαιοσνης, ο Αγαθολης, φωτισμνος απ τη συμβουλ του Μαρτνου, κι εξ λλου πντα ανυπμονος να ιδ την αληθιν Κυνεγνδη, προτενει στον αστυνμο τρα μικρ διαμντια, που καθνα θα κστιζε τρεις χιλιδες πιστλες πνου-κτου.
Α! κριε, επε ο νθρωπος με το φιλντισνιο μπαστονι, κι αν εχετε κνει λα τα εγκλματα, που μπορε να φανταστ κανες, εστε ο πιο ντιμος νθρωπος του κσμου! Το καθνα τρες χιλιδες πιστλες! Κριε, μπορ να σκοτωθ για σας, αντ να σας οδηγσω στη φυλακ. Πινουν λους τους ξνους, αλλ' αφστε σε μνα την υπθεση, χω ναν αδερφ στη Λιππη της Νορμανδας, θα σας στελω εκε, κι αν χετε καννα διαμντι να του δσετε, θα σας φροντση, πως κι εγ.
Και γιατ πινουν λους τους ξνους; ρτησε ο Αγαθολης.
Ο Περιγουρδνος αββς, λαβε ττε το λγο, και επε:
Γιατ νας ζητινος απ τη χρα της Ατρεβατας κουσε να λμε ανοησες, αυτ μονχα τον θησε σε πατροχτονα, χι πως εκενη του 1610, το Μη το μνα, αλλ σαν εκενη του 1594 το μνα Δεκμβρη, και σαν εκενες λλων χρνων κι λλων μηνν απ λλους αλτες, που εχαν ακοσει ανοησες.
Ο αστυνμος ττες εξγησε τι συνβαινε.
Α! τα τρατα! φναξε ο Αγαθολης. Ττοιες φρικαλετητες σ' να λα, που χορεει και τραγουδε! Δε θα μπορσω να φγω, σο το γρηγορτερο απ' αυτ τον τπο, που μαμοδες και τγρεις παζουνε μαζ. Εδα αρκοδες στον τπο μου, ανθρπους εδα μνο στο Ελδορδο.
Για τνομα του Θεο, κριε αστυνμε, στελε με στη Βενετα, που πρπει να περιμνω τη δεσποινδα Κυνεγνδη.
Δε μπορ να σας στελω αλλο παρ στην Κτω Νορμανδα, επε ο σακαρκας.
Αμσως λγει να του βγλουνε τα σδερα, λγει πως κανε λθος, διχνει τους ανθρπους του κι οδηγε στη Διππη τον Αγαθολη και το Μαρτνο και τους αφνει στα χρια του αδερφο του.
Υπρχε στο λιμνι να μικρ κακι ολλανδικ.
Ο Νορμανδς, χρη σε λλα τρα μικρ διαμντια γινε ο πιο φιλοφρονητικς νθρωπος του κσμου, μπαρκαρζει τον Αγαθολη και τους ανθρπους του στο κακι, που επρκειτο να κνη πανι για το Πρτσμουθ της Αγγλας. Δεν τανε ββαια ο δρμος της Βενετας, αλλ' ο Αγαθολης πστευε, πως θα γλτωνε απ την κλαση κι ελογριαζε να ξαναπρη το δρμο για τη Βενετα σε πρτη ευκαιρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXII: Αγαθολης και Μαρτνος τραβν για την Αγγλα. Τι βλπουν εκε.

Αχ! Παγγλσση! Παγγλσση! Αχ! Μαρτνιε, Μαρτνε! Αχ! αγαπημνη μου Κυνεγνδη! Τι εναι αυτς ο κσμος; λγει ο Αγαθολης απνου στο ολλανδικ καρβι.
Κτι τρελ κι απασιο, απαντοσε ο Μαρτνος.
Γνωρζετε την Αγγλα; Εναι κι εκε τσι τρελο, πως στη Γαλλα;
λλου εδους τρελο, επε ο Μαρτνος. Ξρετε, πως αυτ τα δο θνη βρσκονται σε πλεμο για λγα στρμματα χινια προς το μρος του Καναδ, και πως ξοδεουνε γι' αυτ τον πλεμο πολ περισστερα απ' σο κοστζει ολκληρος ο Καναδς; Το να σας πω ακριβς σε ποιν τπο υπρχουνε περισστεροι για δσιμο, η ασθενς μου μρφωση δε μου το επιτρπει, ξρω μονχα, πως γενικ οι νθρωποι, που θα ιδομε, εναι υπερβολικ χολερικο.
Μιλντας τσι ζυγσανε στο Πρτσμουθ, πλθος κσμου εχε γεμσει την παραλα και παρατηροσε με προσοχ ναν νθρωπο πολ χοντρ γονατισμνο, με τα μτια δεμνα, πνω στη γφυρα ενς πλοου του στλου, τσσερις στρατιτες, τοποθετημνοι απναντ του, του τραβξανε καθνας τρεις σφαρες στο κρανο, με τον πιο γαλνιο τρπο του κσμου, κι λος ο συναθροισμνος λας γρισε σπτι του ικανοποιημνος.
Τι ναι λοιπν λ' αυτ; φναξε ο Αγαθολης, και ποιος δαμονας εξουσιζει παντο;
Ρτησε ποιος τανε αυτς ο χοντρς νθρωπος, που τον σκοτσανε με τση πομπ.
Εν' νας νααρχος, του απαντσανε.
Και γιατ τον σκοτσανε αυτν το νααρχο;
Γιατ δε σκτωσε πολν κσμο εναυμχησε μ' να Γλλο νααρχο κι αποδεχθηκε, πως δεν τον επλησασε αρκετ.
Αλλ, επε ο Αγαθολης, ο γλλος νααρχος τανε τσο μακρυ απ τον γγλο, σο τοτος απ τον λλον!
Αυτ εναι αναμφισβτητο, του αποκριθκανε, μα σ' αυτν τον τπο θεωρεται καλ, απ καιρ σε καιρ να σκοτνουν να νααρχο για να κνουνε γενναους τους λλους.
Ο Αγαθολης τσο ταρχθηκε και τσο αγανχτησε απ' ,τι βλεπε, στε δε θλησε οτε να πατση το πδι του στη στερι και συμφνησε με τον ολλανδ πλοαρχο (κι ας τον κλεβε κι αυτς σαν τον λλον του Σουρινμ), για να τον φρη χωρς αναβολ στη Βενετα.
Ο πλοαρχος ετοιμστηκε σε δυο μρες, περσανε πλι απ τις ακτς της Γαλλας, περσαν αντκρα απ τη Λισσαβνα κι ο Αγαθολης ανατρχιασε. Μπκανε στα στεν του Γιβραλτρ και στη Μεσγειο, και τλος φτσανε στη Βενετα.
Ευλογητς ο Θες! επε ο Αγαθολης, αγκαλιζοντας το Μαρτνο. Εδ θα ξαναδ την ωραα Κυνεγνδη. χω πεποθηση στον Κακαμπ, και στον εαυτ μου. λα εναι καλ, λα πνε καλ, λα πνε σο το δυνατ καλτερα!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIΙΙ:  Περ Πακττας και του αδελφο Γαρουφλη.

Μλις ρθε στη Βενετα, ζτησε τον Κακαμπ σ' λες τις ταβρνες, σ' λα τα καφενεα, σ' λα τα πορνεα, και δεν τον βρκε πουθεν. στελνε κθε μρα να ψχνουν λα τα καρβια κι λες τις βρκες, καμι εδηση απ τον Κακαμπ!
Πς! λεγε στο Μαρτνο, εχα τον καιρ να περσω απ το Σουρινμ στο Μπορντ, να πω απ το Μπορντ στο Παρσι, απ το Παρσι στη Διππη, απ τη Διππη στο Πρτσμουθ, να παραπλεσω την Πορτογαλα και την Ισπανα, να διασχσω λη τη Μεσγειο, να μενω μερικος μνες στη Βενετα, κι η ωραα Κυνεγνδη δεν ρθε ακμα!
Συνντησα, αντς αυτν, μιαν τιποτνια, κι ναν περιγουρδνο αββ! Η Κυνεγνδη πθανε χωρς λλο! Δε μου μνει παρ να πεθνω. Αχ πσο θτανε καλτερα νμενα στον παρδεισο του Ελδορδο παρ να γυρσω σ' αυτν την καταραμνη Ευρπη. Πσο χετε δκιο, καλ μου Μαρτνε! λα εναι πλνη και συφορ!
Τον πιασε μαρη μελαγχολα και δεν λαβε μρος στην περα alla moda οτε στις λλες διασκεδσεις του καρναβαλιο, οτε μια γυνακα δεν τοδωσε τον παραμικρτερο πειρασμ. Ο Μαρτνος του επε:
Εστε πολ απλοκς, αλθεια, να φαντζεστε πως νας υπηρτης μιγς, πχει πντε ως ξι εκατομμρια στις τσπες του, θα πη να ζητση την ερωμνην σας στην κρη του κσμου, για να σας τνε φρη στη Βενετα. Θα την πρη για τον εαυτ του, αν την ερη: αν δεν την ερη, θα πρη μιαν λλη: σας συμβουλεω να ξεχστε τον υπηρτη σας τον Κακαμπ και την ερωμνη σας την Κυνεγνδη.
Αλλ τα λγια αυτ δεν παρηγορσανε τον Αγαθολη. Η μελαγχολα του μεγλωσε κι ο Μαρτνος δεν παυε να του αποδεχνη, πως υπρχε πολ λγη αρετ και πολ λγη ευτυχα πνω στη γη, εξν απ το Ελδορδο, που μως κανες δε μποροσε να πη.
Εν συζητοσανε γι' αυτ το σπουδαο θμα, περιμνοντας πντα την Κυνεγνδη, ο Αγαθολης παρατρησε να νεαρ θεατνο (5) στην πλατεα του Αγου Μρκου, που κρατοσε στο μπρτσο του μια κοπλλα. Ο θεατνος φαιντανε πολ δροσερς, παχουλς, δυνατς. Τα μτια του λμπανε, το φος του τανε λο πεποθηση, το ανστημ του ψηλ, το βδισμ του περφανο. Η κοπλλα τανε πολ μορφη και τραγουδοσε, κτταζεν ερωτικ το θεατνο της και απ καιρ σε καιρ του τσιμποσε τα παχυ του μγουλα.
Θα παραδεχττε, τουλχιστο, επε ο Αγαθολης στο Μαρτνο, πως αυτο εδ οι νθρωποι εναι ευτυχισμνοι. ως τρα σ' λη την οικουμνη βρκα, εξν απ το Ελδορδο, μονχα δυστυχισμνους, μα γι' αυτ την κοπλα και για τοτο τον θεατνο στοιχηματζω, πως εναι πολ ευτυχισμνα πλσματα.
Στοιχηματζω, πως χι! επε ο Μαρτνος.
Παρακλεσ τους, αν θλης, επε ο Αγαθολης, να δειπνσουνε μαζ μας και θα ιδς, αν γελιμαι.
Ευθς τους πλησιζει, τους χαιρετ και τους προσκαλε νρθουνε στο ξενοδοχεο του να φνε μακαργια, πρδικες της Λομβαρδας, χαβιρι μαρο, και να πιονε κρασ του Μοντεπουλστινο, δκρυα του Χριστο, κυπριτικο και σαμιτικο.
Η δεσποινς κοκκνησε, ο θεατνος δχτηκε κι εκενη τον ακολοθησε κοιτζοντας τον Αγαθολη μ' κπληξη και ταραχ, εν δκρυα θαμπνανε τα μτια της. Μλις μπκε στο δωμτιο του Αγαθολη, τοπε:
Πς λοιπν, κριε Αγαθολη, δεν αναγνωρζετε πια την Πακττα;
Σ' αυτ τα λγια ο Αγαθολης, που δεν την εχε ως τρα προσξει, απντησε:
Αλμονο, δυστυχισμνο μου παιδ, σεις λοιπν εφρατε τον δχτορα Παγγλσση στα μορφα χλια, που τον εδα;
Αλμονο, κριε, εμ' εγ, επε η Πακττα. Βλπω, πως τχετε πληροφορηθ λα. μαθα λα τα τρομερ δυστυχματα, που πσανε σ' το σπτι της κυρας Βαρωνσσας και στη δεσποινδα Κυνεγνδη. Σας ορκζομαι, πως η μορα μου δεν υπρξε λιγτερο θλιβερ. μουνε πολ αθα, ταν με γνωρσατε. νας κορδελιρος, που τανε ο εξομολογητς μου, με πλνεψε. Οι συνπειες υπρξανε φριχτς, βρθηκα στην ανγκη να φγω απ τον πργο λγο αργτερα απ ττε, που ο κριος βαρνος σας εχε διξει με δυνατς κλωτσις στον πισιν. Αν νας περφημος γιατρς δε με λυπτανε, θα πθαινα. κανα λγον καιρ, απ ευγνωμοσνη, μαιτρσσα αυτο του γιατρο. Η γυνακα του, που λσσαε απ ζλεια, μ' δερνε κθε μρα ανελητα, τανε μανιακ. Αυτς ο γιατρς τανε ο πιο σχημος απ' λους τους ντρες κι εγ η πιο δυστυχισμνη απ' λα τα πλσματα, αφο τρωγα ξλο για ναν ντρα, που δεν τον αγαποσα. Ξρετε, κριε, πσο εναι επικνδυνο, για μια ζηλιρα νναι γυνακα γιατρο. Αυτς, μην υποφροντας τις γκρνιες της, της δωσε μια μρα, για να τη γιατρψη απ κποιο μικρ συνχι, να γιατρικ τσο αποτελεσματικ, που πθανε σε δυο ρες με φριχτος σπασμος. Οι γονες της κυρας καταγγελανε το γιατρ για φνο κι εκενος τσκασε κρυφ, μα βλανε μνα στη φυλακ. Η αθωτητ μου δε θα μ' σωζε, αν δεν μουνα λιγκι μορφη. Ο δικαστς μ' απλλαξε με τον ρο να διαδεχτ το γιατρ. Σε λγο με υποσκλισε μια λλη, με διξανε χωρς να με πλερσουνε κι αναγκστηκα να εξακολουθσω αυτ το απασιο επγγελμα, που σας αρσει τσο εσς των αντρν και που εναι για μας βυσσο αθλιτητας. ρθα να εξασκσω την εργασα μου στη Βενετα. Αχ! κριε, δε μπορετε να φαντασττε, τι θα πη νσαστε υποχρεωμνη να χαηδεετε με την δια αδιαφορα να γρο μπορο, να δικηγρο, ναν καλγερο, να γονδολιρο, ναν αββ, νσαστε εκθεμνη σ' λους τους εξευτελισμος, σ' λους τους διασυρμος, να κατανττε συχν στο σημεο να δανεζεστε να πουκμισο, να πηγανετε να σας το σηκνη νας ντρας συχαμερς: να σας κλβη ο νας, ,τι κερδσατε απ τον λλο, να σας φορολογον οι αστυνμοι και να σας περιμνουνε στο βθος του μλλοντς σας φριχτ γηρατει, να νοσοκομεο και μια κοπρι, ε! ττε θα συμπερνετε, πως εμαι να απ τα πιο δυστυχισμνα πλσματα του κσμου.
τσι η Πακττα νοιγε την καρδι της στον καλν Αγαθολη, μσα σ' να δωμτιο, μπροστ στο Μαρτνο, ο οποος λεγε στον Αγαθολη.
Βλπετε, πως χω κερδσει ως τρα το μισ στοχημα.
Ο αδελφς Γαρουφλης εχε μενει στην τραπεζαρα κι πινε απ λγο- λγο προσμνοντας το δεπνο.
Αλλ, επε ο Αγαθολης στην Πακττα, εχατε το φος τσο εθυμο, τσο ευχαριστημνο, ταν σας συνντησα, τραγουδοσατε, χαηδεατε το θεατνο με μια χρη ολτελα φυσικ, μου φανκατε τσο ευτυχισμνη, σο τρα λτε, πως εσαστε δυστυχισμνη.
Αχ! κριε, απντησε η Πακκττα, κι αυτ ακμα εναι μια απ της αθλιτητες του επαγγλματος. Χτες μ' κλεψε και μ' δειρε νας αξιωματικς και πρπει σμερα να φανομαι, πως χω κφι, για ν' αρσω σ' ναν καλγερο.
Ο Αγαθολης δε ζτησε περισστερα, ωμολγησε, πως ο Μαρτνος εχε δκιο. Καθσανε στο τραπζι με την Πακττα και το θεατνο, το δεπνο στθηκε πολ ευχριστο και στο τλος μιλσανε με κμποση εμπιστοσνη.

Πατρα μου, επε ο Αγαθολης στον καλγερο, μου φανεστε, πως η μορα σας χει ευνοσει σε βαθμ, που λοι να σας ζηλεουνε, Το νθος της υγεας λμπει στο πρσωπ σας, η φυσιογνωμα σας δεχνει την ευδαιμονα, χετε μια πολ ωραα κοπλλα για να σας διασκεδζη, και μοιζετε πολ ευχαριστημνος, που εσαστε θεατνος.
Μα την πστη μου, επε ο αδελφς Γαρουφλης θα πεθυμοσα λ' οι θεατνοι να πνιγονε στο βθος της θλασσας. Εκατ φορς μου ρθε ο πειρασμς να βλω φωτι στο μοναστρι και να πω να γνω τορκος. Οι γονες μου με αναγκσανε στην ηλικα των δεκαπντε μου χρνων, να ζωστ αυτ το απασιο ρσο, για ν' αφσουνε περισστερη περιουσα σ' ναν καταραμνο μεγαλτερο αδερφ μου, που μποτες ο Θες να τον πνξη!
Η ζλεια, η διχνοια, η λσσα, κατοικονε στα μοναστρια. Εναι αλθεια, πως βγαλα μερικος κακος λγους, απ τους οποους κρδισα λγα χρματα, αλλ' ο ηγομενος μοκλεψε τα μισ, τα υπλοιπα τα διαθτω να διατηρ γυνακες, αλλ' ταν επιστρφω το βρδυ στο μοναστρι, εμ' τοιμος να σπσω το κεφλι μου στους τοχους του κοιτνα, κι λοι οι συνδερφοι μου χουνε την δια επιθυμα.
Ο Μαρτνος γυρζοντας προς τον Αγαθολη με τη συνειθισμνη του ψυχραιμα:
Ε! λοιπν του λγει, κρδισα λο το στοχημα!
Ο Αγαθολης δωσε δυο χιλιδες πιστρα στην Πακττα και χλια στον αδερφ Γαρουφλη.
Σας απαντ, επε, πως μ' αυτ τα χρματα τους κανα ευτυχες.
Δεν το πιστεω καθλου, επε ο Μαρτνος, θα τους κνετε μ' αυτ τα χρματα πολ πιο δυστυχες.
Ας γνη ,τι θλη, αλλ' να πργμα με παρηγορε: βλπω, πως ξαναβρσκει κανες συχν πρσωπα που δεν λπιζε
ποτς να τα συναντση. Εναι πολ πιθαν, αφο ξαναβρκα το κκκιν μου πρβατο και την Πακττα, να ξανασυναντσω επσης την Κυνεγνδη.
Εχομαι, επε ο Μαρτνος, να σας δση μιαν ημρα την ευτυχα, αλλ γι' αυτ αμφιβλλω πολ.
Εστε πολ σκληρς, επε ο Αγαθολης.
Γιατ χω ζσει πολ, επε ο Μαρτνος.
Αλλ παρατηρστε αυτος τους γονδολιρους, επε ο Αγαθολης, τραγουδον ακατπαυτα.
Να τους ιδτε σπτι τους με τις γυνακες τους και τα κουτσοβελ τους, επε ο Μαρτνος. Ο δγης χει τις πκρες του, οι γονδολιροι τις δικς τους. Εναι αλθεια, πως γενικ η τχη ενς γονδολιρου εναι προτιμτερη απ του δγη, αλλ βλπω τη διαφορ τσο ασμαντη, στε δεν αξζει τον κπο να σημειωθ.
Μιλονε, επε ο Αγαθολης, για κποιον συγκλητικ Ποκοκουρντη, που κατοικε σ' αυτ το ωραο παλτι στη Μπρντα και που δχεται αρκετ φιλφρονα τους ξνους. Ισχυρζονται πως εναι νας νθρωπος, που δε γνρισε ποτ πκρες.
Θθελα να ιδ να τσο σπνιο ον, επε ο Μαρτνος.
Ο Αγαθολης αμσως στειλε να ζητση την δεια απ τον εξοχτατο Ποκοκουρντη να πη την επομνη να τον επισκεφθ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXΙV: Επσκεψη στον Ποκοκουρντη Βενετσνο ρχοντα.

Ο Αγαθολης κι ο Μαρτνος πγανε με γνδολα στη Μπρντα και φτσανε στο παλτι του ρχοντα Ποκοκουρντη. Οι κποι ταν εξασιοι και στολισμνοι με ωραα μαρμρινα αγλματα του παλατιο η αρχιτεχτονικ κομψτατη. Ο οικοδεσπτης ηλικας εξντα χρονν, υποδχτηκε πολ ευγενικ τους δο περεργους αλλ με πολ ολγη προθυμα, κι αυτ σγχισε τον Αγαθολη και δεν ρεσε του Μαρτνου.
Και πρτα-πρτα δυο κορτσια καθαροντυμνα σερβρανε σοκολτα καλ αφρισμνη. Ο Αγαθολης δεν κρατθηκε απ το να επαινση την ομορφι, τους καλος τρπους και την επιδεξιωσνη τους.
Εναι πολ καλ κορτσια, επε ο συγκλητικς Ποκοκουρντης: τις βζω κποτε να κοιμονται στο κρεββτι μου γιατ μαι πολ αηδιασμνος απ τις κυρδες της πολιτεας, απ τις κοκκεταρες τους, τις ζλιες τους, τους καυγδες τους, τα νερα τους, τις μικρολογις τους, τις αλαζονεες τους, τις ανοησες τους κι απ τα σονττα, που πρπει να τις κμνω να παραγγλω να τις κμνουν: αλλ μ' λα αυτ, κι αυτς η δυο κοπλλες αρχζουνε να μου γνονται κουραστικς.
Ο Αγαθολης μετ το γεμα περιδιαβζοντας μσα σε μια μακρυ γαλαρα, θαμαζε την ομορφι των ζωγραφικν πινκων. Ρτησε ποιανο μεγλου τεχντη τανε οι δυο πρτοι.
Εναι του Ραφαλου, επε ο συγκλητικς, τους αγρασα πολ ακριβ απ ματαιτητα δω και λγα χρνια, λγουν, πως εναι ,τι ωραιτερο υπρχει στην Ιταλα, αλλ μνα δε μου αρσουνε καθλου: το χρμα εναι πολ σκοτειν, τα πρσωπα δεν εναι αρκετ στρογγυλεμνα και δεν ξεκβουν αρκετ, οι ενδυμασες δε φανονται καθλου νναι απ φασμα: με να λγο, ,τι κι αν λνε, δε βρσκω σ' αυτς μιαν αληθιν ομοιτητα με τη φση: αλλ ττοιου εδους δεν υπρχουν. χω πολλος πνακες, μα δεν τους προσχω πια.
Εν περιμνανε το δεπνο, ο Ποκοκουρντης βαλε να παξουνε να κοντσρτο. Ο Αγαθολης βρκε τη μουσικ υπροχη.
Αυτς ο θρυβος, επε ο Ποκοκουρντης, ημπορε να διασκεδση για μισ ρα, αλλ' αν βαστξει περισστερο, κουρζει λους, αν και κανες δεν τολμ να το ομολογση. Η μουσικ σμερα εναι μονχα η τχνη, που εκτελε πργματα δσκολα, ,τι εναι δσκολο, δε μπορε ναρση πολλ ρα.
Θα προτιμοσα σως την περα, αν δεν εχαν ερει, το μυστικ να φτινουνε τερατουργματα που μ' εξοργζουν. ποιος θλει ας πηγανη να βλπη κακς τραγωδες βαλμνες σε μουσικ, καμωμνες για να δυο γελοα τραγοδια, που δοκιμζεται η αξα του λαρυγγιο μιας ηθοποιο, ας χλωμιανη απ ηδον ποιος θλει οποος μπορε, βλποντας να μουνοχο να τσαμπουν το ρλο του Κασαρα του Κτωνα και να περιφρεται μ' να φος αδξιο πνου στα σανδια: σο για μνα παψα απ πολν καιρ να ενδιαφρομαι γι' αυτς τις μιζριες, που αποτελονε σμερα τη δξα της Ιταλας και που οι ηγεμνες τις πληρνουνε τσο ακριβ.
Ο Αγαθολης το αμφισβτησε λιγκι, αλλ με πολλ δικριση. Ο Μαρτνος τανε τλεια σμφωνος με το συγκλητικ.
Καθσανε στο τραπζι, και μετ να ξοχο δεπνο, περσανε στη βιβλιοθκη. Ο Αγαθολης βλποντας ναν μηρο μεγαλπρεπα δεμνο, πανεσε τον εκλαμπρτατο για την καλαισθησα του.
Να! να βιβλο, που ταν η απλαυση του δχτορα Παγγλσση, του καλτερου φιλοσφου της Γερμανας.
Δεν εναι και δικ μου, επε ψυχρ ο Ποκοκουρντης: με κνανε λλοτες να πιστεω, πως ευχαριστιμουνα διαβζοντς τον, αλλ' αυτ η συνεχς επανληψη μαχν, που λες μοιζουν αναμεταξ τους, αυτο οι θεο που ενεργονε πντα, χωρς να κμνουνε τποτε το οριστικ, αυτ η Ελνη, που εναι η αιτα του πολμου και που μλις εμφανζεται στο ργο, αυτ η Τροα, που την πολιορκονε και δεν την κυριεουνε ποτ, λ' αυτ μου προξενοσανε την πιο θανσιμη πλξη. Ρτησα μερικος σοφος, αν πλητταν σο κι εγ σ' αυτ το διβασμα: λοι οι ειλικρινες νθρωποι μου ομολογσανε, πως το βιβλο τους πεφτε απ' τα χρια, αλλ' πρεπε πντα να το χουνε στη βιβλιοθκη, σαν να μνηνεο της αρχαιτητας, πως αυτ τα σκουριασμνα νομσματα, που δεν περνονε πια.
Η εξοχτητ σας σκπτεται τα δια και για το Βιργλιο; ρτησε ο Αγαθολης,
Παραδχομαι, επε ο Ποκοκουρντης, πως το δετερο, το τταρτο και το χτο βιβλο της Αινειδας του εναι ξοχα, αλλ για τον ευσεβ του Αινεα, το δυνατ Κλονθη και το φλο του τον Αχτη και το μικρν Ασκνιο και τον ηλθιο βασιλι Λατνο και τη χωριτισσα Αμτα και την νοστη Λαβινα, πιστεω, πως δεν υπρχει τποτε πιο κρο και πιο δυσρεστο. Προτιμ τον Τσσο και τους μθους του Αριστου, που σε κνουνε να κοιμσαι ρθιος.
Να τολμσω να σας ρωτσω, κριε, επε ο Αγαθολης, αν δε σας δνει μεγλη ευχαρστηση το διβασμα του Ορατου;
χει γνωμικ, επε ο Ποκοκουρντης, που μπορονε να ωφελσουν ναν νθρωπο του κσμου και που ντας βαλμνα σε στχους ενεργητικος, χαρζονται ευκολτερα στη μνμη: αλλ λγο μ' ενδιαφρει το ταξδι του στο Βρινδσιο κι η περιγραφ του ενς κακο δεπνου κι οι χαμλικοι καυγδες μεταξ ενς κποιου Πουπλου, που τα λγια του, λγει, τανε γεμτα μπυο, κι ενς λλου, που τα λγια του τανε γεμτα ξδι. Διβασα μ' σχατη αηδα τους χονδροειδες στχους του ενντια στις γρις και τις μγισσες, και δε βλπω, τι αξα χει το να λγη στο φλο του Μαικνα, πως, αν τον λογαριση μεταξ των λυρικν ποιητν, θα χτυπση τστρα με το υψηλ του μτωπο. Οι μωρο τα θαυμζουν λα σ' ναν ποιητ αναγνωρισμνο. Εγ διαβζω για τον εαυτ μου, αγαπ μονχα ,τι μου κνει.
Ο Αγαθολης εχε μθη να μην κρνη τποτα μνος του κι αποροσε πολ απ' ,τι κουε. Αλλ' ο Μαρτνος ερισκε τον τρπο της σκψης του Ποκοκουρντη πολ λογικ:
Ω, να νας Κικρωνας, επε ο Αγαθολης, αυτν το μεγλον ντρα, εμαι ββαιος, πως δεν παετε να τον διαβζετε.
Δεν τον διαβζω ποτς, απντησε ο Βενετσνος, Τι μ' ενδιαφρει, αν υπερσπισε το Ραβριο τον Κλουντιο; χω αρκετς δκες, που κρνω: περισστερο θα μου κνανε τα φιλοσοφικ του ργα, μα σαν εδα πως αμφβαλλε για λα, συμπρανα, πως ξερα σα κι αυτς και πως δεν εχα ανγκη απ καννανε, για να τ' αγνο λα.
Α! να ογδντα τμοι μιας ακαδημας των επιστημν, φναξε ο Μαρτνος, μπορε να υπρχη δω μσα κτι καλ.
Θα υπρχε, επε ο Ποκοκουρντης, αν νας απ τους συγγραφες αυτν των ανακατεμνων σωρν εχε εφερει την τχνη να κμνη καρφτσες, μα σε λ' αυτ τα βιβλα υπρχουνε μονχα κοφια συστματα και τποτα ωφλιμο.
Ω! πσα θεατρικ ργα βλπω εδ, επε ο Αγαθολης, Ιταλικ, Ισπανικ, Γαλλικ.
Ναι, απντησε ο συγκλητικς, εναι τρεις χιλιδες και δεν χει οτε τρεις ντουζνες καλ. Αυτς τις συλλογς λγια, που λες μαζ δεν αξζουνε μια σελδα του Σενκα, κι λους αυτος τους χοντρος τμους θεολογας, δεν τους ανογω ποτ, οτ' εγ οτε κανες λλος.
Ο Μαρτνος παρατρησε θσεις γεμτες αγγλικ βιβλα.
Νομζω, πως νας δημοκρτης πρπει να βρσκη ευχαρστηση στα περισστερα απ' αυτ τα ργα, τα γραμμνα με τση ελευθερα.
Ναι, απντησε ο Ποκοκουρντης, εναι καλ να γρφη κανες ,τι σκπτεται: αυτ εναι το προνμιο του ανθρπου. Σ' λη μας την Ιταλα γρφουν ,τι δεν σκπτονται, αυτο που κατοικονε στην πατρδα των Καισρων και των Αντωννων, δεν τολμονε νχουνε μιαν ιδα χωρς την δεια ενς Ιακωβνου. Θμουν ευχαριστημνος απ την ελευθερα, που εμπνει τους γγλους διανοουμνους, αν η εμπθεια κι η προκατληψη δεν καταστρφαν ,τι ξιο χει αυτ η πολτιμη ελευθερα. Ο Αγαθολης παρατρησε να Μλτωνα και ρτησε αν θα ερισκε ο Ποκοκουρντης αυτν τον συγγραφα μεγλον νθρωπο.
Ποιν; επεν ο Ποκοκουρντης, αυτν το βρβαρο, που υπομνηματζει φλυαρτατα το πρτο κεφλαιο της «Γενσεως» σε δκα βιβλα και σε στχους τραχες; αυτν τον χονδροειδ μιμητ των Ελλνων, που παραμορφνει τη δημιουργα, κι ο οποος, εν ο Μωυσς παραστανει τον Αινιο να κμνη τον κσμο με το λγο, βζει τον Μεσσα να παρνη να μεγλο διαβτη απ' να ερμριο τουρανο και να το δνει του Θεο να σχεδιση το ργο του; Εγ θα εχτιμσω εκενον, που χλασε την κλαση και το διβολο του Τσσου, που μεταμορφνει τον Εωσφρο λλοτε σε βτραχο, λλοτε σε πυγμαο; που τον βζει να επαναλαβανη εκατ φορς τα δια λγια; που τον βζει να συζητ Θεολογα; ο οποος μιμομενος σοβαρ την κωμικν ερεση των πυροβλων πλων απ τον Αριστο, βζει τους διαβλους να τραβονε κανονις στον ουραν; Οτε σε μνα οτε σε λλον καννα στην Ιταλα δε μπορσανε ν' αρσουν λες αυτς οι θλιβερς παραδοξτητες. Ο γμος της Αμαρτας και του θαντου και τα φδια, που γενν η Αμαρτα, προκαλονε τον μετο κθε ανθρπου με λεπτ γοστο, κι η μακρυ του περιγραφ ενς νοσοκομεου εναι καλ μονχα για νεκροθφτες. Αυτ το σκοτειν, αλλκοτο, κι αηδιαστικ ποημα περιφρονθηκε στη γννησ του, το θεωρ σμερα, πως το θεωρσανε στην πατρδα του οι σγχρονο του. Το κτου-κτου λγω ,τι σκπτομαι και πολ λγο με μλει, τι σκπτονται οι λλοι για μνα.
Ο Αγαθολης τανε λυπημνος απ' αυτ τα λγια, σεβτανε τον μηρο, αγαποσε λγο το Μλτωνα.
Αλμονο! επε πολ σιγ στο Μαρτνο ω! τι αντερος νθρωπος! μουρμορισε ανμεσα στα δντια του. Τι μεγαλοφυα αυτς ο Ποκοκουρντης! Τποτε δεν μπορε να του αρση.
Αφο τσι επιθεωρσανε λα τα βιβλα, κατεβκανε στον κπο. Ο Αγαθολης πανεσε λες του τις ομορφις.
Δεν ξρω τποτε τσο κακο γοστου, επε ο οικοδεσπτης, εναι μικροπργματα, αλλ απ αριο θα φυτψω λλα με σχδιο πολ ευγενικτερο.
ταν οι δυο φιλοπερεργοι αποχαιρετσανε την εξοχτητ του:
Λοιπν, επε ο Αγαθολης στο Μαρτνο, θα ομολογσετε, πως αυτς, εναι ο πιο ευτυχισμνος απ λους τους ανθρπους, γιατ ναι πνω απ ,τι κατχει.
Δε βλπετε, πως τον αηδιζει ,τι κατχει; Ο Πλτων επε, δω και τσον καιρ, πως τα καλτερα στομχια δεν εναι κενα, που αρνιονται λες τις τροφς.
Αλλ, επε ο Αγαθολης, δεν υπρχει ηδον στο να κριτικρη κανες τα πντα, να αισθνεται ελαττματα, εκε που οι λλοι νομζουνε, πως βλπουν ομορφις;
Π να πη, απντησε ο Μαρτνος, πως εναι μια ηδον το να μην χης καμμι ηδον!
Ω! καλ, επε ο Αγαθολης, δεν υπρχει λοιπν λλος ευτυχς απ μνα, ταν θα ξαναδ τη δεσποινδα Κυνεγνδη.
Εναι πντα καλ να ελπζη κανες, επε ο Μαρτνος. Ωστσο οι μρες, οι μνες περνοσανε. Ο Κακαμπς δεν ερχτανε καθλου κι ο Αγαθολης τανε τσο βυθισμνος στη λπη του, που οτε καν συλλογστηκε, πως η Πακττα κι ο αδερφς Γαρουφλης δεν ρθανε να τον ευχαριστσουνε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXV:  Για να δεπνο, που κανε ο Μαρτνος μ' ξι ξνους και ποιοι τανε αυτο.

να βρδι, που ο Αγαθολης κι ο Μαρτνος πηγανανε να καθσουνε στο τραπζι μαζ με τους ξνους, που μνανε στο διο ξενοδοχεο, νας νθρωπος καρβουνοπρσωπος τον πλησασε απ πσω και πινοντς τον απ το μπρτσο του επε:
Ετοιμασττε ν' αναχωρσετε μαζ μας, μην αρνηθτε. Γυρζει και βλπει τον Κακαμπ. Ε, μονχα η θα της Κυνεγνδης θα μποροσε να τον εκπλξη και τον χαροποιση περισστερο. Λγο λειψε να τρελαθ απ χαρ. Αγκαλιζει τον αγαπημνο του φλο.
Η Κυνεγνδη εν' εδ, χωρς λλο; Πο εναι; Πγαιν με κοντ της, για ν' αποθνω απ χαρ!
Η Κυνεγνδη δεν εν' εδ, επεν ο Κακαμπς, εναι στην Κωσταντινοπολη.
Α! ουραν! στην Πλη! Αλλ και στην Κνα ντανε, θα πετοσα ως εκε, πμε!
Θα φγουμε μετ το δεπνο, επε ο Κακαμπς. Δε μπορ να σας πω περισστερα, εμαι σκλβος, ο αφντης μου με περιμνει, πρπει να πω να του σερβρω στο τραπζι, μη λτε λξη, φτε και νστε τοιμος.
Ο Αγαθολης, μισς χαρ, μισς λπη, γοητευμνος, που ξανδε τον πιστ του υπηρτη, ξαφνισμνος, που τον εδε σκλβο, γεμτος απ τη σκψη να ξανβρη την αγαπημνη του, με την καρδι ταραγμνη το πνεμα νω κτω, κθισε στο τραπζι με το Μαρτνο, που παρακολουθοσε με ψυχραιμα λες αυτς τις περιπτεις, μαζ με τους λλους ξι ξνους, που εχαν ρθει να περσουνε τα καρναβλια στη Βενετα.
Ο Κακαμπς, που χυνε κρασ σ' ναν απ' αυτος τους ξι ξνους, πλησασε στ' αυτ του αφντη του, κατ το τλος του δεπνου, και τοπε:
Η Μεγαλειτητ σας ημπορε ν' αναχωρση ποτε θλη, το καρβι εναι τοιμο.
Αφο επε αυτς τις λξεις, βγκε ξω. Οι λλοι, που τργανε στο διο τραπζι, κοιταζντανε μ' κπληξη χωρς να προφρουνε λξη, ταν νας δετερος υπηρτης πλησιζει τον αφντη του και του λγει:
Το φορεο της Μεγαλειτητ σας εναι στην Πδοβα κι η βρκα τοιμη. Ο αφντης καμε να σημδι κι ο υπηρτης βγκε ξω. λοι οι λλοι ξανακοιταχτκανε πλι κι η κοιν κπληξη διπλασιστηκε. νας τρτος υπηρτης πλησασε επσης ναν τρτο ξνο και τοπε:
Η Μεγαλειτητ σας δε θα μενη πολν καιρ εδ, θα τα ετοιμσω λα. κι ευθς εξαφανστηκε.
Ο Αγαθολης κι ο Μαρτνος δεν αμφιβλανε πως εχαν εμπρς τους μασκαρδες του καρναβαλιο. νας τταρτος υπηρτης επε στον τταρτον αφντη.
Η μεγαλειτητ σας θ' αναχωρση, ποτε θλη, και βγκε ξω σαν τους λλους.
Ο πμπτος υπηρτης επε τα δια στον πμπτο αφντη. Αλλ ο χτος υπηρτης, μλησε διαφορετικ στον χτο αφντη, που καθτανε πλι στον Αγαθολη.
Μα την πστη μου, Μεγαλειτατε, δε θλουνε πια να κνουνε πστωση στη μεγαλειτητ σας, οτε και σε μνα,και μπορε αξιλογα απψε να μας φυλακσουνε και σας και μνα, πω να φροντσω για τον εαυτ μου! Χαρετε!
Αφο λοι οι υπηρτες εξαφανιστκανε, οι ξι ξνοι, ο Αγαθολης κι ο Μαρτνος μνανε βυθισμνοι σε βαθει σιγ. Επ τλους ο Αγαθολης τη δικοψε!
Κριοι, επε, να μια μοναδικ αστειτητα. Γιατ σαστε λοι βασιλιδες; σο μια μνα, σας ομολογ, πως δεν εμαι βασιλις, καθς κι ο φλος ο Μαρτνος.
Ο αφντης του Κακαμπ λαβε ττε με πολλ σοβαρτητα το λγο και επε Ιταλικ!
Δεν αστειεομαι καθλου! Ονομζομαι Μεχμτ ο Γος. κανα Σουλτνος πολλ χρνια, εχα εκθρονσει τον αδερφ μου, ο ανεψις μου μ' εκθρνισε, κψανε τον λαιμ των βεζρηδν μου, αποτελεινω τις μρες της ζως μου μσα στο παλι Σαρι. Ο ανεψις μου, ο μγας σουλτνος Μαχμοτ, μου επιτρπει να ταξιδεω κποτε για την υγεα μου, κι τσι ρθα να περσω τα καρναβλια στη Βενετα.
νας νος, που βρισκτανε πλι στον Αχμτ μλησε κατπι και επε:
Ονομζομαι Ιβν, μουν αυτοκρτορας πασν των Ρωσσιν, μ' εκθρνισαν, ταν ακμα μουνα στην κονια, τον πατρα μου και τη μητρα μου τη φυλακσανε, μ' αναθρψανε μσα στη φυλακ, χω κποτε την δεια να ταξιδεω, συνοδευμνος απ τους φυλακς μου, κι ρθα να περσω τα καρναβλια στη Βενετα.
Ο τρτος επε:
Εμαι ο Κρολος Εδουρδος, βασιλις της Αγγλας, ο πατρας μου, μου παραχρησε τα δικαιματ του στη βασιλεα, πολμησα για να τα υποστηρξω, ξερριζσανε την καρδι απ οχτακσιους του κμματς μου, και τους τη χτυπσανε στα μοτρα, με βλανε στη φυλακ, πω στη Ρμη να επισκεφτ τον πατρα μου, εκθρονισμνον πως κι εγ κι ο παπος μου, κι ρθα να περσω τα καρναβλια στη Βενετα.
Ο τταρτος επε:
Εμαι βασιλις των Πολκων, η τχη του πολμου μου στρησε τις κληρονομικς μου χρες κι ο πατρας μου παθε το διο, αφνομαι στη Θεα Πρνοια, πως ο Σουλτνος Αχμτ, ο αυτοκρτορας Ιβν κι ο βασιλις Κρολος Εδουρδος, στους οποους μποτε ο Θες να δνει χρνια πολλ, κι ρθα να περσω τα Καρναβλια στη Βενετα.
Ο πμπτος επε:
Κι εγ εμαι βασιλις των Πολκων, χασα δυο φορς το βασλει μου, αλλ' η Πρνοια μου δωσε λλο κρτος, στο ποιο κανα τσα αγαθ, σα δεν κνανε λοι οι βασιλιδες των Σαρματν μαζ στις χθες του Βιστολα. Αφνομαι κι εγ στη Θεα Πρνοια, κι ρθα να περσω τα καρναβλια στη Βενετα.
μενε να μιλση ο χτος μονρχης.
Κριοι, επε, δεν εμαι τσο μγας Αφντης πως εσες, αλλ' επ τλους υπρξα βασιλις, πως κθε βασιλις, εμαι ο Θεδωρος, μ' εκλξανε βασιλι της Κορσικς, με ωνομσανε, Μεγαλειτατον, αλλ τρα μλις μ' ονομζουνε Κριο, κοψα νομσματα και δεν χω οτ' να δηνριο, Εχα δυο γραμματες της Επικρατεας, και δεν χω ναν υπηρτη, εχα καθσει σε θρνο κι μεινα πολν καιρ, στη Λντρα, φυλακ πνω στ' χερα, φοβομαι πολ, μην πθω τα δια κι εδ, αν κι ρθα να περσω, πως οι Μεγαλειτητς σας, τα καρναβλια στη Βενετα.
Οι λλοι πντε βασιλιδες ακοσανε αυτ τα λγια μ' ευγενικ συμπθεια: Ο καθνας απ' αυτος δωκε εκοσι τσεκνια στο βασιλι Θεδωρο, για ν' αγορση ροχα και πουκμισα, ο Αγαθολης του χρισε να διαμντι, πκανε δυο χιλιδες τσεκνια.
Ποιος νναι ραγε αυτς ο νθρωπος, λγανε οι πντε βασιλιδες, που μπορε να δνη εκατ φορς περισστερα απ μας και τα δνει; Μπως σαστε και σεις βασιλις, κριε;
χι, κριοι, και δεν το επιθυμ καθλου! Την ρα, που φεγανε απ το τραπζι, φτσανε στο διο ξενοδοχεο ξι γαληντατες υψηλτητες, που εχανε χσει ομοως τα κρτη τους εξ αιτας του πολμου και που ρθανε να περσουνε τα καρναβλια στη Βενετα. Αλλ' ο Αγαθολης δεν τους πρσεξε καθλου: τανε ολτελα απασχολημνος να πη νβρη την αγαπημνη του Κυνεγνδη στην Κωνσταντινοπολη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVI: Ταξδι του Αγαθολη στην Κωνσταντινοπολη

Ο πιστς Κακαμπς εχε καταφρει τον τορκο πλοαρχο, που θα μετφερνε το σουλτνο Αχμτ στην Κωσταντινοπολη, να δεχτ στο καρβι τον Αγαθολη και το Μαρτνο. κι ο νας κι ο λλος επιβιβαστκανε, αφο πρτα προσκυνσανε την θλια Μεγαλειτητ του. Ο Αγαθολης, εν βαδζανε προς το καρβι, λεγε στο Μαρτνο:
Να, ωστσο, ξι ξεθρονισμνοι βασιλιδες, με τους οποους δειπνσαμε! κι επ πλον μσα σ' αυτος τους ξι υπρχε κι νας, που τοκανα ελεημοσνη. σως υπρχουνε πολλο λλοι πργκιπες πιο κακτυχοι. Εγ χασα μνο ξι πρβατα και τρα πετ στην αγκαλι της Κυνεγνδης. Αγαπητ μου Μαρτνε, λλη μια φορ ο Παγγλσης εχε δκιο, πως λα εναι καλ.
Το εχομαι, επε ο Μαρτνος.
Αλλ, επανλαβε ο Αγαθολης, να μια περιπτεια πολ ολγο αληθοφανς, που μας τυχε στη Βενετα. Δεν χει ποτς ακουστ ειπωθ, πως ξι βασιλιδες ξεθρονισμνοι δειπνσανε μαζ σε μια ταβρνα.
Αυτ δεν εναι περισστερο παρξενο, επε ο Μαρτνος, απ τα περισστερα πργματα, που μας συμβκανε. Εναι πολ κοιν πργμα να ξεθρονζονται βασιλιδες. κι εξν απ την τιμ, που λβαμε να δειπνσομε μαζ τους, εναι κτι, που δεν αξζει το προσξουμε περισστερο. Δεν ενδιαφρει με ποιους συντργει κανες, αρκε να τργει καλ!
Μλις ο Αγαθολης μπκε στο καρβι, πδησε στο λαιμ του παλιο του υπηρτη, του φλου του Κακαμπ.
Ε, λοιπν; τον ερτησε, τι κμνει η Κυνεγνδη; Εναι πντα θαμα ομορφις; Μ' αγαπ πντα; Πς εναι; Της αγρασες καννα παλτι στην Πλη;
Αγαπητ μου κριε, απντησε ο Κακαμπς, η Κυνεγνδη πλνει στην Προποντδα τα πιτα ενς πργκιπα, που δεν χει αρκετ πιτα. Εναι σκλβα στο σπτι ενς παλιο ηγεμνα, που ονομζεται Ραγκνσκης, στον οποον ο μγας σουλτνος δνει τρα σκοδα την ημρα κι συλο, Αλλ το πιο θλιβερ, εναι, που χασε την ομορφι της και που γινε φριχτ σκημη.
Αχ! ωραα σκημη, επε ο Αγαθολης, εμαι τμιος νθρωπος και καθκο μου εναι να την αγαπ παντοτειν. Αλλ πς μπρεσε να ξεπση σ' αυτ την ελεειν κατσταση με τα πντε ως ξι εκατομμρια, που εχες πρει μαζ σου;
Καλ, επε ο Κακαμπς, μου χρειαστκανε να δσω δυο στο σενρ ντον Φερννδο ντ' Ιμπαρα, υ Φιγγουρα, υ Μασκαρνες, υ Λαμπορδος, υ Σοζα, κυβερντη του Μπουνος-υρες, για να λβω την δεια να ξαναπρω τη δεσποινδα Κυνεγνδη, νας πειρατς κατπι μας ξεγμνωσε απ' ,τι μας μεινε. Αυτς ο πειρατς μας φερε στο ακρωτριο Ματαπν, στη Μλο, στην Ικαρα, στη Σμο, στην Πτρα, στα Δαρδανλλια, στο Μαρμαρ, στο Σκοταρι. Η Κυνεγνδη κι η γρι υπηρετονε σ' αυτν τον πργκιπα, για τον οποον σας μλησα, κι εγ εμαι σκλβος του ξεθρονισμνου σουλτνου.
Τι τρομερ δυστυχματα δεμνα τνα με τλλο σαν αλυσδα! επε ο Αγαθολης. Μα το κτω-κτω μου μνουν ακμα λγα διαμντια, θα λευτερσω εκολα την Κυνεγνδη. Εναι μεγλη συφορ, που γινε τσο σκημη.
πειτα, γυρζοντας στο Μαρτνο:
Ποιος, νομζετε, πως εναι πιο αξιολπητος απ το σουλτνο Αχμτ, τον αυτοκρτορα Ιβν, το βασιλι Κρολο- Εδουρδο και μνα;
Δεν ξρω, επε ο Μαρτνος, θπρεπε νμαι μσα στις καρδις σας για να το γνωρζω.
Αχ! επε ο Αγαθολης, αν ταν εδ ο Παγγλσσης, θα τξερε και θα μας το μθαινε.
Δεν ξρω με ποια ζυγαρι ο Παγγλσσης σας μποροσε να ζυγιζη τα δυστυχματα των ανθρπων να εχτιμ τις λπες τους. ,τι πιστεω εναι, πως υπρχουν εκατομμρια νθρωποι πνω στη γη πιο αξιολπητοι απ το βασιλι Εδουρδο, τον αυτοκρτορα Ιβν και το σουλτνο Αχμτ.
Αυτ εναι πολ πιθαν, επε ο Αγαθολης.
Σε λγες μρες φτσανε στο Βσπορο. Ο Αγαθολης πρτα- πρτα ξαγρασε τον Κακαμπ πολ ακριβ, και, δχως να χνη καιρ, ρχτηκε σε μια γαλρα με τους συντρφους του, για να πη στις αχτς της Προποντδας να ζητση την Κυνεγνδη, σο σκημη κι αν τανε.
Υπρχανε μσα στους κατδικους, που τραβοσανε κουπ, δυο, που τραβοσανε πολ κακ και στους οποους ο λεβαντνος πλοαρχος δινε απ καιρ σε καιρ μερικς χτυπις μ' να βονευρο στις γυμνς τους πλτες. Ο Αγαθολης μ' να πολ φυσικ κνημα τους κοιτοσε προσεχτικ και τους πλησασε με σπλχνος. Μερικ χαραχτηριστικ του μεταμορφωμνου προσπου των του φανκανε, πως μοιζουνε λιγκι με του Παγγλσση και του δυστυχισμνου Ιησουτη, αυτο του βαρνου, του αδερφο της Κυνεγνδης. Αυτ η σκψη τον συγκνησε και τον λπησε. Τους παρατρησε ακμα πιο προσεχτικτερα.
Αληθιν, επε στον Κακαμπ, αν δεν εχα ιδε με τα μτια μου να κρεμνε το δχτορα Παγγλσση κι αν δεν εχα τη δυστυχα να σκοτσω το βαρνο, θα πστευα, πως εναι αυτο, που τραβονε κουπ μσα σ' αυτ τη γαλρα.
Μλις ακοσανε τα ονματα Παγγλσσης και βαρνος, οι δυο κατδικοι βγλανε μεγλο ξεφωνητ, σταματσανε πνω στον μπγκο τους, αφνοντας τα κουπι τους να πσουνε.
Ο λεβαντνος πλοαρχος τρεξε καταπνω τους και οι χτ