-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: & ...

Εν Θερμοπλαις
                               
(γρμμα ενς στρατιτη)                                  

                                                                    -Ως πτε οι γενναοι
                                                                    των ενχων θα 'ναι
                                                                           το λευκ λλοθι;
-

Λιγστεψαν πια αυτ που καρτερ
στις Θερμοπλες πατρα
Χλασε το κορμ μου η αναμον
-πονω πριν τις βροχς
και τρβω τους αστραγλους με λδι
πως οι γροι παλι-

Με πειρζει κι η θμησ σου
να περιμνεις τη μεγλη μου νκη
εφημερδες στο καφενεο
κθε μρα διαβζοντας 

μως εγ, πολυμχανος της εποχς ποτ δεν υπρξα
οτε σκωσα Δορειους ππους, λλους να κψω
Οδυσσες της συμφορς θα μου πεις
αφο δε μπρεσα ποτ να στηρξω μια νκη 
πνω σε λλων δυστυχα
-σως γι' αυτ να γινα
της μυνας στρατιτης-

Μα η πικρ αλθεια πατρα
εναι πως εχθρ ακμη δεν εδαμε
αντ τους Πρσες, κουνοπια απωθομε
με πλο μας το Αουτν

Χρνια καθμαστε πραγοι καταστρνοντας σχδια
δοκιμζοντας τα νερα μας λη μρα
Μας χει τρελνει αυτ η αναμον
κι οι ανιχνευτς μετ απ μρες
ωχρο γυρζουν με δειο βλμμα

Ακονζουμε σπαθι κι ακντια μα εχθρς πουθεν
λο νομζουμε πως ρχεται μσα σε σννεφα σκνης
και τρχουμε ασθμανοντας στις γραμμς
μα τποτε λλο απναντι τελικ
παρ ο ψετης αγρας

Καθς φανεται
ο Ξρξης μας περιφρονε
δε μας υπολογζει
σως πλι, ποτ να μη ζλεψε
σα τξαμε εμες να φυλμε
μπορε να πρασε κιλας
-χωρς να προυμε εδηση-
κι δη να μας κυβερν

-Πντως εδ ευρως ψιθυρζεται
πως οι μχες δε δδονται πια σε Θερμοπλες
μπορε με τα τηλφωνα να κανονζονται
των πλεων οι παραδσεις
σ' εχθρος που τις κατχουν
χωρς να φανονται ποτ-

Οπτε νκες απ μας μη καρτερς
τρελο θα γυρσουμε
καθλου
-γιατ γυρισμς χωρς μχη στο σπτι
εναι, πατρα, ντροπ-

Φλησ μου τη μνα
-θα 'χει πολ γερσει-
και τον ρρωστο αδερφ
-πσο νοστλγησα τη μουρι στην αυλ
κι ναν καφ στη σκι της!-

Ξεχστε με τρα
βγλτε τα πρα μνοι
σως λιποτακτσω και στα βουν χαθ
αν δε με βρονε παγωμνο το πρω
απ συντρφου χρι

                                     Ο Υις σου
ο εν Θερμοπλαις καπνος στρατιτης 
                                                                         τη πολλ

      'Αυλη Πλη

ο αρχιτκτονας

Κποτε φτωχς

σμα σφριγηλ και διψασμνο

τους πρτους αποπειρθηκε
ασνετους στχους

σκβοντας σε χαρτι

με περισσ αποκοτι

Τρα ξεφτισμνο φτερ

να μτσο ρυτδες πνω σε κκαλα

με κπο τα βματ του σρνει

στην υλη πλη

στα σπουδαα των ργων του κτσματα

στο μσον μιας κουστωδας

οψμων πιστν και μαθητν

Επιφωνματα υμνον θαυμασμο

την ολοφνερα μεσημβριν

των κτισμτων διταξη

κουβντες

πς παζουν με του λιου το φως

οι χραντοι δρμοι, οι μετπες

και τα σοφ δεσματα

Παρατηρον τη γυαλδα των λξεων

την μεγαλπρεπη υμνον, ευλυγισα των στχων

με μπειρο μτι μετρον

την αντοχ στον χρνο θεμτων και ρυθμν

Τα ποσοστ ρεαλισμο εκθειζουν

και των υπγειων νερν

που συχν σε κρυστλλινους πδακες ξεσπον

τη κρυφ συνδρομ-

Υποκλνεται η κουστωδα σεμν

στην σεπτ του αρχιτκτονα σκι

   το πηγδι

Μα αυτς αλλο.

Με μτι ψηλαφζει υγρ

ανασασμος των στχων του

στη πλη του βλπει

σα στους λλους

παντοτιν θα μενουν κρυμμνα
-πτε στθηκε και πς το κθε ποημα

την ανχεια που δνει τα θεμλια

την χρνια περιφρνηση των ζωντανν

φαντους πθους

χδια

τελειωμνα λγια και χαμνα πρσωπα

που παζουν κρυφτ πσω απ' τους κονες

και απαλ αερκια που ανεβανουν τις σκλες

εν τρλιες πεθαμνων πουλιν κουβαλον

και μυρωδις

απ παλις αγαπημνες Κυριακς-

Μ' αυτς αλλο.

κπληκτος

πς τον αποστγνωσε μια ττοια πλη

μια υλη πλη

πσο πουλα του ροφηξε το αμα

Αλλο.

Στο μαρο της πλης του τρομαχτικ πηγδι

του παλαιο του χρσου τρομαχτικ πηγδι

που γρω του χτιζε μπως το εξαλεψει

μα τρα ντο πλι σκοτειν

που σιωπηλ του γνφει

απ τη πλη που ψωσε

να τον αποχωρσει...

     Προσμον 
   
Μικρ, δροστη βρση
διψ, μη κελαρζεις

Εναι οι παλις αγπες που με πλσανε
και πτισαν με τη μορφ τους τη μορφ μου
εναι οι ριγηλο οι χωρισμο
κρινα ομοιματα βουβ
στις πιο βαθις σπηλις
κι ακνητα
μα που φοβσαι σα περνς
μπως σ' αγγξουν

Εναι οι δρμοι που αφθηκαν μισο
στη προσμον του στθους σου
λου του κσμου το ανεκπλρωτο
στην ευωδι του στθους σου να με καλε
να ξαναζσω ,τι μοιζει με χαμνο

Θα εγερθον τα σματα
και τα χαμνα ονματα
ταν σ'αγγξω
και οι παλις ημρες
λησμονημνα αρματα
τα χρια τους θα πλξουν στα μαλλι μου

      Φεγγοβολι
  
Φεγγοβολι στη νχτα μου
πς ν'αφεθ στον νεμο
και την αδστακτη φωτι που με προστζει
καπνς ο εαυτς μου
χνεται αψηλφητος κι αλλζει
καθς μια χμαιρα με λες τις ευχς
και μ' λες τις κατρες με προετοιμζει
γι' λλο ταξδι ονειρευτ
γιατ με σνα την Ιθκη μου ζυγιζει...

Ο Αθατος Των Συζγων Κσμος

σοι υπγραψαν
ευλογθηκαν
κτμα να τις χουν για πντα

Μα ταν ησυχασμνοι μακαρως κοιμονται
αυτς σε μουσκεμνα εσρουχα ονειρεονται
ν' αποδρον απ την δικη κλνη

Και μ' να φιλ
στων παιδιν τ' ανυποψαστα πρσωπα
τσι ιδρωμνες ιππυουν λογα φτερωτ
και μσα σε ναστρους πετντας ουρανος

ξεπεζεουν ξπνοες, αλλκοτες, τρελλς
σε ξνα κρεββτια
χωρς νομα
χωρς πρσωπο
εραστν

            Σμρνη
 
Υποψιασμνα τα δντρα
πως οι θανατερς πνος φτνουν
τις ρζες απ' το χμα τραβξαν
και δκρυα πνου απ' τις σχισμδες ανβλυσαν
 
τσι, με ξεριζωμνα πλοκμια
σχημτισαν ουρς
κι πιασαν αργ να προχωρνε τα δντρα
κρατντας μπγους στα κλαρι
και μωρ που σκουζαν
μσα στ' νθη τ' αλλοπαρμνα
 
Προχωροσαν σκυφτ
σαν αρατο πνω τους βρος
να βγουν απ' της φωτις τον θρακα
να φγουν απ'το χμα που δικ τους ταν
και τρα χσκει ρημο με ανοιχτ στματα
τρπες που μαρτυρνε τον λεθρο
 
Που να κατοικσουν τσες μνμες πια
παρ σ' αυτς τις ζαρωμνες πεταλοδες
που ακολουθον την πορεα των δντρων
προς τα αλμυρ νερ...

                 Μινταυρος

Καιρς να δομε στα μτια την αλθεια
για ,τι συνβη ττε στη μακριν τη Κρτη
στου Μνωα το βασλειο, που την Αθνα εχε
με κατρα πολχρονη γερ δεμνη
 
Ο Θησας στον σκοτειν λαβρινθο
βρκε τον Μινταυρο μα δε τον σκτωσε
αντθετα ο γιος του Αιγαα πεσε απ' το τρας
που ακολουθντας το κουβρι
ξω στο κσμο βγκε
με του Θησα τη μορφ
 
Δε τον αναγνρισε κανες
η λπη
-μαρη πεταλοδα-
πταξε απ' το στθος των ταμνων νων
που ξσπασαν σε αναφιλητ λυτρωτικ
οι νατες ζητωκραγασαν, ετομασαν γιορτ
με σφγια, με κκκινα κρασι
κι η Αριδνη σκρτησε κρυφ απ χαρ
 
Μονχα ο Αιγαας, μονχα εκενος
απ μακρι αντικρζοντας το πλοο
κατλαβε το φοβερ το μυστικ
και πεσε απ' τον βρχο...
 
Απ ττε στο δειο θρνο
κθεται ο Μινταυρος
κι ψεις αλλζοντας
τη δλια Αθνα κυβερν
 
Τη μρα
φορντας το στμμα και τα μπιχλιμπδια του
για ργα, νμους, για προδο μιλ
και το καλ των πολιτν
μα σαν η νχτα πσει
τον πνγει η μσκα
παλις συνθειες τον τραβον
 
τη πρωιν αμφεση με ανακοφιση πετ
κι ξω στη πλη νεμος
νεμος κακς φυσ...

 Σαρκοφγα Μοσχρια
 
Φοβμαι τους μνους πια
κι ας χω μσα μου βαθι
ποτμια αναμακτα τραγοδια
 
πως να ρεμβσω φανταστικς εποχς
πς ν' αποστρψω απ' το κσμο τα μτια
τις νχτες
λυπημνα τη πρτα χτυπν οι αλθειες
κι αγκθια σε στχους ανθζουν τις νχτες
Δε τραγουδ
 
-Κποτε
ταν οι βελουδνιοι αποκαρδωναν
με τεχνσματα τους γενναους
οι ζωντανς μεραρχες του λιου
ανμεναν πεισματικ παρεταγμνες
ν' αποδσουν τιμς
 
με χρωμτων χειροκροτματα
με ασπασμος πανδαισας
τις πλες ν' ανοξουν σε κθε γενναο
 
Μα τρα να πνε που
μισματα στις μεραρχες κι αταξα
 
σε συμπληγδες μαρτυρον οι γενναοι
χρνια λαθεοντας
η κραυγ των σοφν πως εναι σιγ
γι' αυτ γερσαν και δε μλησαν ακμη-
 
Δε τραγουδ
ταν πα να τραγουδσω
στο στμα μου μπερδεεται
νας ψφιος αχινς
και πως αλλις
που αντικρζω ο τυχος
σαρκοφγα μοσχρια
Στο σμα του καλοκαιριο
να κακ Μπωντλαρ
 
πουλο το παγκσμιο δντρο
στο καρποφρο γλιο του, αρατο σρνεται
να σκουλκι που μας οργεται
 
Ποιος ξρει τι κνεια κουβαλ ο Μαστρος
κι ο Λεβντες
 
-δεν ταν μνος αυτς, τανε θρνος
επιτφιο σλπισμα ομορφις προγραμμνης-

      Οι Πολιτεες Το Πρω...
 
Οι πολιτεες το πρω, αθες μοιζουν
 
ο λιος κατεβανει σα πραματευτς
ανογει τα μπαγκζια του στις γειτονις
λαλντας τη πραμτεια
 
κυρδες ρχονται με τσντες πλαστικς για να γεμσουν
μες στα κεφλια τους σφυρζουνε οι γνοιες
πως οι σφκες γρω απ' τη φωλι
 
φτνουν με τα τραπζια τους οι γροι
ρουφντας καφδες αχνιστος
γτος ο θνατος στα πδια
που λο να φγει τον σκουντον
μ' αυτς σα χδι απαλς και παιχνιδιρης
στα πδια που τον διχνουν επιστρφει
 
κορνρουν αυτοκνητα στους δρμους να προφτσουν
πλευρζουν τρανα τους σταθμος να ξεφορτσουνε
παραγγελις, φορτα
 
για λγα ψχουλα φωτς πεσμνα κτω
που δε τα καταδχτηκε κανες
να μυρμγκι ασθμανοντας
τρχει να φρει τ' λλα
 
Χιλιδες μλισσες κινον, χιλιδες πεταλοδες
Μπανουν τα δντρα στη σειρ
κνουν σημειωτν και περιμνουν
 
Τραβον κουπ λουλουδικ μσα στις γλστρες
κι να παιδ
τη μπλα βαστντας τρυφερ σα να κρατει πλαντη
το βμα ζυγιζει για λμα ζηλευτ
σε ουρνιο καλθι
 
Τα λεωφορεα της γραμμς φρνουν απθανα πουλι
που φτερουγζουν στις χειρολαβς και τα καθσματα
σαρες, βατρχια λιζονται στην οροφ
και νας αλιγτορας τρχει βαρι στο δρμο
 
Κι ο προς ο ηλιματευτς με τη τραγισκα του στραβ
καπνζοντας να χρυσσκονης τσιγρο
τυλγει σε χρτινα το φως και το ζυγζει
χορεουν σε πλκτρα δχτυλα, πηδον
της μοιρασις της ξφρενης προβλλοντας
τον ισολογισμ
 
οι πολιτεες το πρω, αθες
κι αφελες ομοιζουν

       Ιδιωτικ Θλψη
                  (σ' να φλο που χθηκε)
 
Φλε, απψε η παρα μας συνχτηκε
εναι γεμτο το ποτρι και σε περιμνει
βρχει στο δρμο, το φεγγρι χθηκε
μα κτι στον αρα μας πικρανει
 
μως σαν ρθεις θα καθσουμε
πως παλι, συχα να τα πομε
μπορε, που ξρεις, να μεθσουμε
και στη βροχ αγκαλιαστ να βγομε
 
λα με το βρεμμνο πανωφρι σου
τναξε τα γκρζα σου μαλλι
παξε τ' ασημνιο κομπολι σου
κι ας κτσουμε στη γνριμη γωνι
 
Ττε μπορε να ταξιδψουμε
πσω απ' τα σννεφα, πρα στ' αστρια
μπορε ακμα και τη μορα να πλανψουμε
και να της κλψουμε του πνου τα μαχαρια
 
Μπορε με τα τραγοδια μας να υψσουμε
μα φων στον ουραν μεγλη
τους σπλαχνους θεος να μαλακσουμε
που ρχνουνε φωτι στη γη κι ατσλι
 
Μπορε με τ' λογ μας να καλπσουμε
στα πρσινα αμραντα λιβδια
μπορε εμες να μη σκουρισουμε
να μη... να μη μας προυν τα σκοτδια
.............................
μως τα τσιγρα μας καπνσαμε
αδεισαν τα ποτρια
η ρα πρασε, δε φνηκε
η ωραα σου μορφ
 
επανε... -"κποιος χθηκε"
κοπκαν τα γεφρια
τα μτια μας βουρκσανε
στου δρμου τη στροφ...
___________________________________________________________

                           1928: Σ' να Μικρ Χωρι

     Το πρω, ο Παλος ο Φορκας, βγκε κατσοφης απ' το σπτι, κατορησε στο πεκο και κουμπνοντας το παντελνι ριξε μια ματι στον καιρ. Μαρα σννεφα ταν μαζεμνα απ' κρη σ' κρη του ουρανο και μπουφριζε. ''Σκατομρα!'' ψιθρισε και πρε τορ για τη πλατεα. Σε λγο μως, αντθετα απ τον δρμο του, ρχισε να συναντει κσμο που πγαινε στην εκκλησα και μνο ττε θυμθηκε πως ταν Κυριακ. ''Τον αντιοβραο μου!'' σκφτηκε σιχτιρζοντας τον εαυτ του, που δε ξπνησε νωρτερα να πει στο καφενεο.
 -''Καλημρα Παλο!'' κουγε κθε τσο. Μουρμοριζε κτι μσα απ τα δντια του και τχενε το βμα.  ταν φτασε στη πλατεα και χθηκε στο καφενεο, νιωσε ττοιαν ανακοφιση, που παραλγο να πει καλημρα στον Λιτα, που φορντας μιαν σπρη ποδι σιγριζε περιμνοντας πελτες. Ο Παλος που ταν ο πρτος, διλεξε μια γωνι κι κατσε.
 -''να κατοστρι!'' πρσταξε με τη μγκικη προφορ του.
     Ο Παλος ο Φορκας, ταν γεννημνος για το καλτερο  το χειρτερο. Σπνιο κοφτερ μυαλ, μα ο τπος κι η εποχ που γεννθηκε, τον αδικσανε. τσι πστευε τουλχιστον. Γι' αυτ, μισοσε και τον τπο και την εποχ. Κτω απ διαφορετικς συνθκες, θα ταν σως νας μεγλος ντρας, διανοομενος, καλλιτχνης  κτι ττοιο, μα τρα δεν ταν, παρ νας φτωχς εργτης στ' αμπλια και τα χωρφια ξνων, με μοναδικ περιουσα τα δυο του χρια, που πρεπε να κνουν τα πντα για να θρψουν μια μεγλη οικογνεια.
     Ο Παλος εχε πλρη επγνωση αυτς της κατστασης κι τσι, αντιπαθοσε ,τι φαινταν αντερο απ κενον: νοικοκυρους και φρνιμους, και δεν χανε την ευκαιρα να ρχνει τα φαρμακερ του βλη παντο. Απστευτα ετοιμλογος, εχε το ταλντο να γρφει μια μεγλη ιστορα σε τρεις λξεις, συμπυκννοντας μσα τους μιαν εκρηκτικ δναμη που αποδιοργνωνε τον λλο και τον φηνε θεγυμνο σ' να αδστακτα ειρωνικ βλμμα που τον φτυνε. Ο Παλος μως εχε κι να κουσορι. Δε μποροσε να λειτουργσει χωρς κρασ. ταν δεν πινε, μοιαζε τρωτς και ξεκορδιστος σα γρος. Το κρασ, δεν ταν γι' αυτν μνο πηγ δναμης που τον βοηθοσε ν' αντχει τη σκληρ χειρωνακτικ δουλει. ταν και πηγ μπνευσης, για να βλπει βαθτερα ανθρπους και πρματα. Να κατεβζει πιο εκολα, μανδες και προσωπεα. Κι αυτ για τον Παλο, ταν η μεγαλτερη ηδον. ,τι απολμβανε περισστερο στη ζω του, ταν η αμηχανα των θυμτων του στις ακαριαες του επιθσεις. Κι οι επιθσεις, ταν απαρατητες στο πλεμο που εχε ανοξει, εδ και χρνια με τα πντα γρω του. Και προπαντς με τη μιζρια. Ακμη και τη δικ του...
     Ο Λιτας φησε στο τραπζι τη καρφα κι να ποτρι και κατ το συνθει του, φτυσε με δναμη τις χοφτες κι ρχισε να τις τρβει κατευθυνμενος στο πγκο. ''Ξεφτιλισμνε βρωμιρη!'' ψιθρισε αηδιασμνος ο Παλος και γμισε το ποτρι. Αν ταν λλη ρα, θα του πταγε στα μοτρα καν καντλι, μα ταν ακμη στεγνς, γι' αυτ φερε το κρασ στα χελη κι ρχισε να το γεεται παρατηρντας με τα μικρ πονηρ μτια του τον καφετζ, που πρμα παρξενο σμερα, δειχνε ανσυχος. Δεν βαζε κλο κτω. Εχε μια περεργη ταραχ. Σκοπιζε το πτωμα, το σφουγγριζε, περνοσε τα τραπζια συνχεια μ'να παν, καθριζε τα τζμια κι λο ριχνε ξλα στη σμπα που μσα της φουρτονιαζε η φωτι, εν λλες φορς ψυχοραγοσε. φτασε στο σημεο να γρψει σ'να τετργωνο χαρτνι ''ΤΡΙΣ ΔΕΚΑΡΕΣ Ο ΚΑΦΕΣ" με μεγλα ανορθγραφα γρμματα και να το κολλσει φτσα-κρτα στο μπροστιν τζμι.
     Ο Παλος σο τον παρατηροσε, τσο τον τργανε τα φδια. ''Τι να 'χει αυτς σμερα" αναρωτιταν "τι νειρο εδε!...ριξε μχρι και τη τιμ του καφ ο τσιφοτης μπαααα...'' Το 'φερε απ 'δω, το τριβλισε απ 'κει και ξαφνικ κατλαβε. Κατλαβε και του 'ρθε να χτυπηθε απ τα γλια. ''Α τη σουπιααααα... α τη λουμπνααααα... α τη σιγανοπαπαδιααα...'' Ο Παλος θυμθηκε οτι σμερα νοιγε δπλα στο μαγαζ του Λιτα, καινοριο καφενεο. Ολοκανουριο! Βαμμνο στη τρχα, με καινορια τραπζια, καρκλες και φλυτζανοπτηρα. πιε το κρασ του και παργγειλε κι λλο. Η μρα ρχισε να φτιχνει...
     Θα τον προτιμσουν; Και γιατ να μη τον προτιμσουν δηλαδ, τι τους κανε; Δε τους εχε εξυπηρετσει τσα χρνια; Δε τους εχε σταθε σα δολος; Απ τη μαρη νχτα σηκωντανε να τους προλβει και μαρη νχτα το 'κλεινε τοτο το ρημδι. Κι αν πεις για πσα κουγε; ποιος θελε να ξεσπσει, πνω του ξσπαγε, ποιος θελε να βρσει, αυτν βριζε. Μα αυτς εκε, χωρς βαρυγκμια και να οι καφδες, να το κρασ, να τα ουζκια, να οι μεζδες. Πσες φορς δε ξαγρπνησε μχρι τα ξημερματα, εν του κλενανε τα μτια απ τη νστα, μνο και μνο για να μη χαλσει μια παρα που τανε στο κφι; Κι αν πεις τα βερεσδια; Να πχτρα το τετρδιο! "Βασλη δεν χω σμερα... Βασλη εμαι στεγνς.. Γρφ' τα Βασλη!"
     Γιατ να μη τον προτιμσουν; Επειδ εχε αυτ το ελλτωμα -το μνο του ελλτωμα δηλαδ- να φτνει τις χοφτες τη στιγμ που σρβιρε; Μα αυτ δεν ταν τποτα, απ ικανοποηση το 'κανε. Που σρβιρε. Για τη δουλει. Δε χαρεσαι εσ μα η δουλει πει καλ; Κι πειτα ταν κτι που δε μποροσε να το κψει. ταν σαν ανοιγκλεισμα του ματιο να πρμα, μπορες εσ να κψεις το ανοιγκλεισμα του ματιο; Μπως δε προσπθησε; Τβαζε σκοπ, "δε θα το κνω τρα, δε θα το κνω..." και μλις ακουμποσε τη παραγγελα στο τραπζι φραπ!... τα χρια σηκνονταν μνα τους και τα 'φτυνε. μως σμερα, πει τλειωσε κι αυτ θα 'κοβε, ναι κι αυτ το ανοιγκλεισμα του ματιο για χατρι τους...
     Γιατ δηλαδ; Επειδ νοιξε καινοριο καφενεο νας χχας; νας αρχιτεμπλαρος, που μχρι να σηκσει το να πδι βρωμει τ' λλο; νας αποτυχημνος που χαρι στη ζω του δεν εδε; Και που ξρει αυτς... χι που ξρει αυτς απ πελτες; Διτι το κατστημα κριε, πρπει να γνωρζει απ ψυχολογα πελτη, χι ψετικα πρματα! Γιατ δηλαδ, επειδ μοστρρει πεντξι καινοριες καρκλες; Ε και; Να σε καναδυ μνες, θα παλισουν κι αυτς. Οι βλκες! Που θα πνε; Εδ, στη σιγουρι θα 'ρθουνε. Δοκιμασμνα πρματα... Εγγυημνα!
     Ττοια σκεφτταν ο Λιτας κι σο πλησαζε η ρα να σχολσει η εκκλησα, τσο η ταραχ του δυνμωνε. Ξαφνικ στη πρτα φνηκε, λιγκι λαχανιασμνος ο Νκος, ο αδικημνος απ τη φση κι ελαφρς στο μυαλ γιος του.
 -"Που 'σαι ρε, το φλρο μου;'' τον πργκηξε ο Λιτας μλις τον εδε. Το παιδ, εχε τση εμπιστοσνη κι τρεφε ττοιον θαυμασμ στον πατρα, που αν τον ρωτοσες ποιος ταν ο σημαντικτερος ντρας στην ιστορα του ανθρπινου γνους, θα σου τον δειχνε. ταν δεμνο μαζ του και παρ' λη του την ελαφρτητα, εχε αναπτξει κοντ του μια συμφεροντολογικ κουτοπονηρι, στε να νιθει απλυτα νοχο σμερα, που το πρε λγο παραπνω ο πνος, μια τσο σημαντικ μρα για το μαγαζ τους. Γι' αυτ, χωρς να πει τποτα, πγε στα ενδτερα, φρεσε μιαν σπρη ποδι και στθηκε στην εξπορτα, γελντας ηλθια και κνοντας υποκλσεις στον αρα. ''Θα χαμογελς και θα σκβεις συνχεια το κεφλι!'' του 'χε πει απ βραδς ο πατρας...
 -"Μπαμπ....μπαμπ ε...ε...ρχονται!'' επε ξαφνικ το αγρι, που ταν και βραδγλωσο κι ρχισε να εντενει τα χαμγελα και τις υποκλσεις. Με το ''ρχονται'' του μικρο, ο Λιτας -καθριζε εκενη τη στιγμ για πολλοστ φορ τα τραπζια- πταξε το παν πσω απ τον πγκο κι αστραπιαα κθισε σ' να τραπζι. πιασε να σιγοσφυρζει να σκοπ, παριστνοντας τον αδιφορο...
     Ο Φορκας που ταν ικανς να πληρσει για να δει ττοιο θαμα, πταγε στους εφτ ουρανος. Κιχ δεν βγαζε. Εχε μαζευτε στη γωνι του και προσπαθοσε να περσει σο πιο απαρατρητος γνεται, για να τους αφσει να λειτουργσουν αυθρμητα. Και το 'χε μισοκαταφρει. Οι λλοι μσα στη ταραχ τους, τον εχαν σχεδν ξεχσει.
     Η πρτη που φτασε στη πλατεα, ταν η παρα του δσκαλου. Ο Νκος ταν πρασαν απ μπροστ του, εχε γνει ολκληρος μια υπκλιση, μα αυτο τον αγνησαν και προχρησαν για το καινοριο καφενεο. Ο Λιτας αν και κντευε να πθει συμφρηση, συνχιζε να το παζει νετος σιγοσφυρζοντας κι κανε πως δε πρσεξε καν τη παρα που πρασε.
     Το διο γινε με τη δετερη και τρτη παρα. Πρασαν απ μπροστ του και χωρς καν να ρξουν μια ματι προσπρασαν. Ο Λιτας σταμτησε να σφυρζει, πλωσε τα χρια πνω στο τραπζι, τα 'πλεξε κι ρχισε να κοιτζει φανερ πια τις παρες. 'Εβραζε! ταν φτασε το μεγλο κμα με τον πρεδρο και τους συμβολους, ο Λιτας αναθρρησε. "Αυτο θα 'ρθουν! Δε μπορε... τους χω ψηφσει!'' σκφτηκε, μα το μεγλο κμα συνχισε πως οι λλοι. Η χειρτερη μαχαιρι... προδοσα!
     Πρασαν κι λλοι, μχρι που ρχισαν ν' αραινουν. Κανες, οτε νας δε φιλοτημθηκε να μπει στο παλι καφενεο κι ας εχε γνει ο Νκος ερπετ απ τις υποκλσεις. Ο Λιτας πια δε βαστιταν. Εχε αρχσει να τρμει... Και ττε, την οριακ εκενη στιγμ, κανε το λθος να γυρσει και ν' αντικρσει το βλμμα του Φορκα, που φαινταν να εναι απ ρα καρφωμνο πνω του. να βλμμα διεισδυτικ, ειρωνικ κι να αμυδρ κοροδευτικ μειδαμα, που κανε τον Λιτα να νισει πρα για πρα ξεβρκωτος. ταν το τελειωτικ χτπημα. Πετχτηκε απ'τη καρκλα, σα να καθταν πνω σε αχινος.
 -''Παλο γαμισαι!'' επε κι τρεξε στη πρτα. δωσε μια σπρωξι στο Νκο που σωριστηκε και βγζοντας αφρος απ το στμα, φναξε στους αποσβωλομνους συγχωριανος του... "Ρε σεις πουλημνοι! Εμες χειρομπομπδες πουλμε"; Κι επειδ τυχε κενη τη στιγμ να περνει η παρα του παπ με τους ψαλτδες συνχισε... "Χιτνες μου λτε μνα... χιτνες! Δστε μου και μνα νανε ντε!" βγαλε πως-πως τη ποδι, τη πταξε στο δρμο κι φυγε για το σπτι, ολοκκκινος, οικτρς, δυστυχισμνος...
     Ο Νκος μπκε στο μαγαζ, ξεσκονζοντας τη ποδι του. πιασε μια γωνι και μνο που δεν κλαιγε.
 -"Μωρ το χρειαζσταν το καζκι!'' ψιθρισε ο Παλος.
     Εκενη την ρα εδε τον φλο του, τον Αγγελ τον τελλη να περν στη πλατεα. ριξε να σφριγμα και σκωσε το χρι. Ο Αγγελς τον εδε και κατευθνθηκε προς το καφενεο του Λιτα.
 -"Καλως τον αηδονρη!'' του 'πε ο Παλος, μλις εκενος φτασε "Κτσε!'' Ο Αγγελς τναξε απ την υγρασα τα μαλλι του.
 -"Κωλκαιρος!" επε και κθισε. ''Τ κερνς";
 -",τι θες, λλος πληρνει...'' επε με νημα ο Φορκας.
 -"Ποις";
 -"Ο Λιτας απ τη χαρ του... 'Ασε, χασες θατρο με τον τσιφοτη" και του εξγησε εν ολγοις τι συμβανει.
 -"Ρε το φουκαρ!" επε στο τλος ο Αγγελς
 -"Ρε τον μασκαρ να λες! Νκο!'' Ο Νκος σηκθηκε απ την θση του και πλησασε κεφος. "Πισε να ποτρι κι να κατοστρι!'' Ο Νκος κανε να φγει. "Και μεζ!'' πρσταξε ο Παλος.
 -"Τ λες ρε; κληρονμησες τποτα;'' επε απορημνος ο φτωχς Αγγελς. ταν μαθημνοι χρνια στο ξεροσφρι λγω αφραγκας. Μνο σε ειδικς περιπτσεις παργγελναν κρασ με μεζ. Κθε Πσχα που λμε. Ο Παλος φερε το δχτυλο κτω απ' τη μτη.
 -"Μκο!... 'Αλλος πληρνει!'' ταν ο Νκος φερε το κατοστρι κι να πιτο με μεζεκλκια, στρθηκαν να πνουν και να μασουλνε. πειτα απ λγο, ο Πυλος παργγειλε κι λλη παρτδα. πειτα κι λλη, καθησυχζοντας κθε φορ τον καημνο τον Αγγελ, που διαμαρτρονταν για το πως θα πληρσουν. Κποια στιγμ ο Αγγελς σηκθηκε.
 -"χω δουλει ρε, πρπει να φγω...'' δειξε τα μεζεκλκια. "Τ θα γνει;''
 -"Φγα!'' τοκανε ο λλος.
Μλις φυγε ο τελλης, ο Παλος φναξε το Νκο.
 -"Νκο!''
 -''Νννν...ναι....ναι θεο!''
 -"Βρε παιδ! Δε βαστω λεφτ. Φρε αυτο το τεφτρι να γρψω το λογαριασμ... μη χσετε κι εσες...".Το παιδ δεν υποψιστηκε τποτα, μα και να υποψιστηκε, δεν θελε να πει κντρα στον μοναδικ πελτη που προτμησε σμερα το μαγαζ τους.
 -"Ννννν...να...να το φρω θε...θ..θεο!''
     Ο Παλος, ξερε φυσικ πως ο μικρς εναι μπιτ για μπιτ αγρμματος και ββαια εχε κτι παλιος λογαριασμος, που του 'χανε γνει βραχνς. Σε λγο ο Νκος, που ταν ο μνος που ξερε, πο ο πατρας του κρυβε το τεφτρι, το 'φερε και το 'δωσε στον Παλο. Εκενος το ξεφλλισε, βρκε τ' νομ του κι πιασε το μολβι.
 -"Πσο το 'χετε το κατοστρι Νκο";
 -''Τε..τσσερις δεκρες''.
 -"Πντε εγ και τρα ο Αγγελς οκτ... επ τσσερα.. τρεις κι εκοσι" επε ο Παλος και διγραψε με μια γραμμ, λους τους παλιος λογαριασμος. "Οι μεζδες";
 -"..ε..να πε....πενηνταρκι!'' επε το παιδ
 -"να πενηνταρκι...επ τρα, μιμισυ!" επε ο Παλος κι γραψε δπλα να ανορθγραφο εξοφλθη. "Πισε και δκα τσιγρα!" Ο Νκος τρεξε να φρει τα τσιγρα. "Κντα εκοσι! Πσο πνε";
 -"..εε...να φργκο!''
 -"να φργκο!'' επανλαβε ο Παλος μιμομενος τη τζφρα του Λιτα, που πιστοποιοσε το γνσιο της διαγραφς. Πρε τα τσιγρα, τβαλε στη τσπη κι δωσε το τεφτρι στον Νκο. "Πρτο ρε παιδ... Μη χσετε κι εσες. Αρκετ πθατε σμερα!''

                               Φσουρας & Πλι Φσουρας...

     Τρα, πτε ακριβς πρωτοεμφανστηκαν τα γκοντις, δε θυμμαι. Θα πρπει να ταν εκε περπου, λγο μετ το ογδντα. Μχρι ττε, στις επαρχιακς τουλχιστον πλεις, ο κσμος συνθιζε να τρει παραδοσιακ. Σ' εστιατρια. να ττοιο στην μορφη πλη μας, ταν και του Φσουρα. Ξακουστ εστιατριο, ελληνικτατο. Μπανοντας μσα, χρταινες μονχα με τις μυρωδις. Κι οι πελτες, ζεστο νθρωπο, απλο. Χωριτες που ρχονταν στη πλη για δουλεις κι θελαν λγο πριν φγουν, ν' απολασουν μια ζεστ σοπα με λγο κρασκι, δημσιοι υπλληλοι, καταστηματρχες, μποροι, ακμα και μαθητς. Ζεστ περιβλλον που δενε με τη νοοτροπα του κσμου. Μπανοντας εκε, δεν σε κοταζε κανες ποπτα καχποπτα κι αν κποιος σε φναζε, σε φναζε μονχα γιατ ταν γνωστς κι θελε να σε προσκαλσει στο τραπζι του. Αν τχαινε μλιστα κι ταν χειμνας, βρεχε κι κανε κρο, στου Φσουρα ταν σκτο μεγαλεο. Τα τζμια νοτζονταν απ την χνα τσο, που δε μποροσες να διακρνεις ξω, παρ μνο τις σκις των περαστικν, που περπατοσαν στο πεζοδρμιο τυλιγμνοι στα παλτ τους. Παντο μυρωδις, κουταλοπρουνα που χτυποσαν στα πιτα, ζεστς κουβντες κι εββα και τα γκαρσνια που πηγαινορχονταν, κουβαλντας δσκους με διφορα. Σωστς παρδεισος.
     Ο Γιαλς κι ο Ταλιαπς ταν μαθητς του Λυκεου. Κατγονταν κι οι δυο απ το διο χωρι, μα νοκιαζαν να μικρ δωματικι στη πλη για να παρακολουθον τα μαθματα του σχολεου τους. να δωμτιο που χωροσε σα-σα, δυο κρεβτια και δυο καρκλες. Λεφτ δεν εχανε πολλ. Σχεδν καθλου. Τη τρτη κιλας μρα της εβδομδας, τους τλειωνανε. Μετ, τη βγζανε μ' αβγ και παττες που φρναν απ το χωρι. Μα κθε Δευτρα, το 'χανε συνθειο, να πηγανουν στο εστιατριο του Φσουρα για ν' απολασουν την ατμσφαιρα και προπαντς, το φαγητ που τους ρεσε πιο πολ. Μια ζεστ φασολδα με φρσκο ψωμ. μως δεν ργησαν να κνουν τη γνωριμα τους με τα γκοντις, μιας κι αυτ ρχισαν κποτε να φυτρνουν σα μανιτρια, σε κθε γωνι της Ελλδας.
     Εκενη την ημρα, εχαν τσεπσει απ το σχολεο, το ποσ των επτακοσων δραχμν ο καθες, να βοθημα που 'δινε δυο φορς το χρνο η πολιτεα, για τα ξοδα μετακνησης σων παιδιν ταν απ τα χωρι. Με το σχλασμα λοιπν, εχανε κθε λγο να αισθνονται Πλοσιοι, γιατ αυτ την εποχ, επτακσιες δραχμς στη τσπη ενς φτωχο μαθητ, δεν ταν καθλου ευκαταφρνητο ποσ. Επμενο τανε λοιπν, εκενο το μεσημρι, να μη τους χραγε το δωματικι. Οτε τανε δυνατ να συμβιβαστον με τηγανιτς παττες. Αφο φησαν τα βιβλα στο τραπζι, αποφσισαν να βγουν ξω για φαγητ. Ο καιρς ταν μουντς. Βαρι σννεφα ταν απλωμνα στον ουραν κι ριχνε χιοννερο.
 -"Μπορε να το γυρσει σε χινι" επε ο Γιαλς και σκωσε το γιακ του. Πγαιναν γραμμ για του Φσουρα, μα πσανε πνω στο γκοντις, που εδ και λγο καιρ, εχε κνει την εμφνισ του στη πλη. Δεν εχανε ξαναμπε μσα οτε εχαν ιδα, τι ακριβς ταν το γκοντις. Ξρανε μνο πως τανε φαγδικο. Ο Γιαλς κοντοστθηκε.
 -"Ρε συ, δε μπανουμε σ' αυτ το καινοριο; Καλ φανεται!" επε και κλλησε τη μτη του στη τζαμαρα. Σχεδν λο το κεφλι του τανε χωμνο στο γιακ κι εχε τα χρια στις τσπες. Πρσωπο, κατακκκινο απ το κρο.
 -"Ρε πμε στου Φσουρα!" επε ο Ταλιαπς και κνησε να φγει. ταν μως αργ. Ο Γιαλς εχε σπρξει τη πρτα κι μπαινε μσα. Μλις μπκε, τριψε ικανοποιημνος τα χρια, διλεξε τραπζι και κθισε. Ο λλος, θλοντας και μη τον ακολοθησε, κοιτζοντας καλ-καλ τα ιερογλυφικ αγγλικ της ασπροκκκινης φρμας. Δε σκαμπζανε κι οι δυο γρι αγγλικ κι ας διδσκονταν στο σχολεο. Τα 'χαν εξορσει παντελς απ τα ενδιαφροντα τους και δεν τους διναν καμι σημασα. Απμειναν να εξετζουν το χρο, χωρς να μιλον.
 -"Καλ φανεται!" επε κποια στιγμ ο Γιαλς.
 -"Σα του Φσουρα, χι".
 -"Και καθαρ!"
 -"Μνο οι γκμενες αξζουν", επε ο Ταλιαπς, κοιτντας στο βθος τις κοπλες με τα ομοιμορφα κατακκκινα ροχα. Ο Γιαλς τρβηξε το φερμουρ απ το μπουφν του κι πλωσε τα χρια στο τραπζι.
 -"Τι θα φμε";
 -"Μια απ τα δια. Φασολδα!"
 -"Κι χω μια πενα..."
     Περμεναν κνα τταρτο, μα καννας δεν ρθε στο τραπζι για παραγγελα. Στο μεταξ, πελτες μπαινβγαιναν. Κποτε η υπομον τους εξαντλθηκε. Ο Γιαλς εχε ανψει κιλας απ τη ζστη. βγαλε το μπουφν και το φρεσε πσω του, στη πλαστικ καρκλα.
 -"Καλ ρε, που 'ναι το γκαρσν;" επε αγανακτισμνος ψχνοντας τριγρω. Ο Ταλιαπς σκυψε συνωμοτικ προς το μρος του.
 -"Αυτο εδ", δειξε μ' να αδιρατο νεμα του κεφαλιο, το ζευγρι που τρωγε δπλα τους, "ρθαν μετ απ μας και τρνε!"
 -"Μας γρφουν!" κανε τσαντισμνος ο Γιαλς και σηκθηκε κοιτζοντας προς το βθος που βρσκονταν οι κοπλες. Μια απ' αυτς, τον εδε. Ο Γιαλς σκωσε το χρι.
 -"Το κατστημα εναι σελφ-σρβις", φναξε κενη. Κμποσοι απ τους πελτες στρφηκαν προς το μρος τους. Ο Γιαλς τα 'χασε. Κονησε λγο το κεφλι και ξανακθισε σα βρεμνη γτα.
 -"Τι επε ρε;" ψιθρισε ανσυχος. Ο Ταλιαπς, ρχισε να νιθει κι εκενος βολα.
 -"Ρε, μπως εναι τποτα φαγδικο της υψηλς κοινωνας και δε θλουν να μας σερβρουν";
     Ο Γιαλς απμεινε για λγο σκεφτικς. Λες να 'ταν τσι τα πρματα; Λες να 'ρχονται τποτα δμαρχοι και ττοιοι εδ μσα κι αυτο μποκαραν σα να 'ταν το αφν-κατ της πλης; Πντως ταν χλιδτο το κατστημα. Κοταξε με τρπο τους πελτες τριγρω. Μπα, διοι μ' αυτος φαινντανε, μα πλι που ξρεις... σμπως χουνε καμι στμπα οι δμαρχοι; Μερικο μως λοξοκοιτοσαν περεργα.
 -"Ξρω 'γω... πμε να φγουμε;" ψιθρισε  ρχνοντας τα μτια του στη πρτα. ταν τοιμοι να φγουν, ταν ακοστηκε πλι η φων της κοπλας.
 -"Πρπει να 'ρθετε 'δω να παραγγελετε!"
 -"Πστο μας ντε!" ψιθρισε ανακουφισμνος ο Γιαλς και σηκθηκε. Τον ακολοθησε κι ο λλος, μα ταν φτασαν στο πγκο, τους περμενε κι λλη κπληξη. Εν στου Φσουρα, λα τα φαγητ ταν αραδιασμνα στη βιτρνα, εδ δεν υπρχε τποτα.
 -"Τι θα θλατε;" τους ρτησε ευγενικ η κοπλα.
 -"Φασολδα!" επε ο Ταλιαπς. Η κοπλα πγε να γελσει μα κρατθηκε.
 -"Δεν χουμε φασολδα".
     Απμειναν κι οι δυο αποσβολωμνοι. Γιατ δεν ταν μνον τι αυτ το φαγδικο δε διθετε το αγαπημνο τους φαγητ, δε μποροσαν να κατανοσουν τι σι φαγδικο ταν αυτ χωρς φασολδα. Και μλιστα στη καρδι του χειμνα! Ξαφνικ νισανε ξνοι. Σα να μη βρσκονταν στη γη. Σα μια μαγικ κι αρατη δναμη να τους εχε μετφερει κπου αλλο, κπου πολ μακρι. Στο διστημα. Ναι, σε κποιον απομακρυσμνο γαλαξα. σως σ' να διαστημικ σταθμ. Περεργες καρκλες, τραπζια, μυστρια μταλλα, πλαστικ λουλοδια.
 -"Τι χετε;" κατρθωσε κποια στιγμ να ψελλσει ο Ταλιαπς.
 -"Χμπουργκερ, τσζμπεργκερ, κλαμπ-σντουιτς..."
     Τα παιδι κοιτχτηκαν μεταξ τους με τρμο. Ντο! Διαστημικ φαγητ. νας Θες ξρει τι ταν. 'Αλλος Θες. Για λγην ρα, δε λγανε τποτα. Τι να πουν, ιδα δεν εχανε τι φαγητ ταν αυτ. Ο Γιαλς θελε ν' ανοξει η γη να τον καταπιε. Του 'χε φγει κι η πενα, του 'χανε φγει λα. Τι ν' απαντοσε; Και να 'θελε να παραγγελει κτι απ' αυτ μνο και μνο για να μη γνει ρεζλι, δε θυμταν πως τα 'πε η κοπλα. Και να θυμταν, θα στραμπολαγε τη γλσσα του και δε θα μποροσε να τα προφρει. Ναι, ρεζλι θα γινντουσαν -αν δεν εχαν κιλας γνει- γι' αυτ θελε ν' ανοξει η γη και να τον καταπιε. Γιατ λα τ' ντεχε ο Γιαλς, μνο το ρεζιλκι δεν ντεχε. νιωθε κιλας να σωρ μτια κολλημνα στη πλτη του, τοιμα να ξεσπσουνε σε γλια. Δεν υπρχε αμφιβολα, κουταμρα κνανε που μπκαν εδ μσα, αλλ τρα τι γνεται;
 -"Κοιτξτε πνω, τι σας αρσει" επε η κοπλα και προχρησε λγο αριστερ ν' ανακατψει κτι παττες που τηγανζονταν σ' να συρμτινο δχτυ. Προς στιγμν ανακουφστηκαν. Στρψανε τα κεφλια τους ψηλ. Μεγλες γχρωμες φωτογραφες με διφορα παρξενα φαγητ βρσκονταν εκε. 'Αρχισαν να τα παρατηρον να-να.
 -"Αποφασσατε"; Η κοπλα βρισκταν και πλι μπροστ τους.
 -"Εγ θλω αυτ!" επε ο Ταλιαπς λιγκι νευριασμνος, γιατ ξερε πως εχε κοκκινσει σα παντζρι.
 -"Τσζμπεργκερ;" ρτησε η κοπλα.
 -"Ναι απ' αυτ".
 -"Πσα";
 -"Δο", επε χωρς καλ-καλ να σκεφτε. Τρα πως του 'ρθε αυτ το δο; Ξαφνικ φοβθηκε πως η κοπλα θα ξεσποσε σε γλια. Θα τον περνοσε για λιμρη. Στη φωτογραφα αυτ το τσζμπεργκερ, φαιντανε τερστιο. Αν ταν τσι και στη πραγματικτητα; Θα μποροσε ραγε να τα φει τσο μεγλα που δεχνανε; Και δε θα γελοσε ο κσμος αν βλεπε να 'χει μπροστ του αυτ τα δο τιμα τσζμπεργκερ, που μοιζαν να 'ναι μεγλα σα γαλοπολες; Ρε που μπλεξε... μως η κοπλα, δε ξσπασε σε γλια. Μνο φναξε δυνατ τη παραγγελα προς τις λλες. πειτα στρφηκε στον Γιαλ.
 -"Εσες";
 -"Απ' αυτ..."
 -"Κλαμπ-σντουιτς";
 -"Ναι απ' αυτ..."
 -"να κλαμπ-σντουιτς!" ξαναφναξε δυνατ κενη. "Τι θα πιετε;" τους ξαναρτησε. Ο Γιαλς δεν χασε καιρ:
 -"Νερ!" επε αμσως με θριαμβευτικ φος, πιστεοντας τι της την εχε φρει. χι θα 'κανε το λθος, να παραγγελει τποτε λλο, σα τη φασολδα και να το πηγανανε πλι απ την αρχ. μως... χει πλκα να τους φνηκε πλι αστεο που ζτησε νερ... χει πλκα να μην εχανε... Ακμα κι αυτ θα 'πρεπε να το περιμνει εδ μσα, ανθεμα την ρα και τη στιγμ που μπκανε... μως η κοπλα ρχισε να ετοιμζει δυο κκκινους δσκους με τ' απαρατητα. βαλε στον καθνα απ 'να πλαστικ ποτρι νερ. Ευτυχς ξεμπερδψανε. Ευτυχς...
 -"Στα τσζμπεργκερ, θλετε σος;" φναξε μια κοπλα απ το βθος κοιτζοντας κατματα τον Ταλιαπ. Κενος, τα 'χασε πλι. 'Αλλα βσανα! Τρα, τι σκατ ταν αυτ το σος; Λοξοκοταξε τον Γιαλ, περιμνοντας βοθεια. Μταιος κπος! Ο λλος μοιαζε περισστερο χαμνος απ τον διο. Θα μποροσε απλ να πει χι, αλλ εχε κολλσει. Χωρς καλ-καλ να το καταλβει, σκωσε τρμοντας το χρι κι σμιξε σχεδν τον δεκτη με τον αντχειρα.
 -"Βλτε αλλ... λιιγο..."
Η κοπλα σταξε σε δυο μπιφτκια, μερικς σταγνες απ να παχρρευστο υγρ. πειτα τα καπκωσε με ψωμκια. Αυτ θα 'τανε τα τσζμπεργκερ. χι δεν τανε σα γαλοπολες, μια χαψι τανε! Σε λγο οι δσκοι τανε μπροστ τους. Ετοιμστηκαν να τους προυνε και να πνε επιτλους στο τραπζι μα η κοπλα κτι χτπησε στη ταμειακ μηχαν.
 -"Ογδντα πντε δραχμς!" επε και περμενε να τη πληρσουν.
     "Ωραο μαγαζ! Παρνουνε τα λεφτ μπροστ να μη λακσουμε! 'Αμα με ξαναδετε γρφτε μου!" σκφτηκε ο Ταλιαπς καθς βγαζε απ τη τσπη λεφτ, να πληρσει. Τλος, πραν ο καθες το δσκο του και πγανε στο τραπζι τους. Η αλθεια τανε πως θελαν να φγουν. Αλλ πρεπε να κτσουν να φνε πως-πως αυτ τα πργματα που παραγγελανε και μετ να πνε στην ευχ του Θεο. Η μλλον, στου Φσουρα θα πηγανανε, γιατ αδνατο να χορτσουνε με τοτα 'δω.
     Ο Ταλιαπς πιασε να ξετυλγει σιγ-σιγ το χαρτ περιτυλγματος του τσζμπεργκερ. ταν το ξεγμνωσε, ρχισε να το εξετζει απ' λες τις μερις. Το νοιξε κιλας, κοταξε καλ-καλ το περιεχμενο, το μρισε, ξανκλεισε το καπκι, πλεψε για λγο με τη σκψη αν πρεπε να το πετξει να το φει, στο τλος μως το αποφσισε. Μια ψυχ που 'ναι να βγει ας βγει. 'Αρχισε να το φρνει σιγ-σιγ στο στμα. Μα ττε ακριβς, κουσε το σκοξιμο του Γιαλ. Σκωσε τα μτια.
     Ο Γιαλς δειχνε να 'χει πθει ξαφνικ συγκοπ. Τα μτια του κντευαν να πεταχτον ξω απ τις κγχες. Εχε κοκκινσει σα παπαρονα. Το στμα του ταν ορθνοιχτο και μπουκωμνο απ' αυτ το περεργο πργμα που 'χε παραγγελει. Κι σκουζε... Για λγα δευτερλεπτα ο Ταλιαπς δεν ξερε τι να κνει.
 -"Τ παθες ρε"; Τποτα! Ο Γιαλς δεν δινε απντηση και πς να δσει λλωστε τσι μπουκωμνος που 'τανε. Μνον σκουζε ολονα και περισστερο. Ο Ταλιαπς σηκθηκε κι ρχισε να τον χτυπ με δναμη στη πλτη, νομζοντας πως πνιγταν. Ο λλος μως, με το 'να χρι τον σπρωχνε μακρι, με τ' λλο, προσπαθοσε να βγλει το κομμτι του κλαμπ-σντουιτς που του 'φραζε το στμα. Διφοροι πελτες σηκθηκαν απ τις θσεις τους κι ρχισαν να μαζεονται ανσυχοι τριγρω. Ο Γιαλς κποια στιγμ τα κατφερε. Τρβηξε απ το στμα του το τριγωνικ κομμτι κι ρχισε, λυτρωμνος, να παρνει βαθις ανσες. ταν συνλθε κπως, δειχνε πολ θυμωμνος. 'Αρχισε να ψχνει τα υπλοιπα κομμτια που βρσκονταν απεραχτα στο δσκο του. Ναι, λα εχαν μσα τους, περασμνη κθετα μιαν οδοντογλυφδα που σα-σα φανονταν η μτη της. Αυτ εχε κνει τη ζημι. Ο Γιαλς χωρς να ξρει, πρασε λο το τριγωνκι στο στμα του, μα η οδοντογλυφδα στθηκε ρθια στον ουρανσκο και την υπογλσσια χρα μην αφνοντας περιθριο στον Γιαλ, ν' ανοιγοκλεσει το στμα. Τρα εχε θυμσει πολ.
 -"Οι παλιοσκρφες, μας κνανε πλκα! χουνε κρψει οδοντογλυφδες εδ μσα!" επε κι ριξε να αγριωπ βλμμα στις κοπλες, που παρακολουθοσαν ανσυχες.
 -"χι κριε!" διαμαρτυρθηκε μια απ' αυτς, "τσι σερβρεται το κλαμπ-σντουιτς..."
 -"Να το φας μνη σου μωρ!" επε ο Γιαλς και πρε το μπουφν του απ τη καρκλα. "Πμε να φγουμε απ δω!" επε στο φλο του και με γοργ βματα δισχισε το μαγαζ, σπρωξε με δναμη τη πρτα και βγκε ξω.
     Αυτ τη φορ, πγανε κατευθεαν στου Φσουρα, χωρς ν' αλλξουνε κουβντα. Μλις πρασαν μσα και τα πδια τους πτησαν το ξλινο πτωμα του εστιατορου, ρθανε στα συγκαλ τους. Σα να πατσανε στρεα γη, σα να επστρεψαν απ το μακριν γαλαξα που μχρι τρα βρσκονταν. να σωρ γνριμοι τρωγπιναν κουβεντιζοντας. Κποιοι τους χαιρετσανε φιλικ. Τα γκαρσνια πως πντα πηγαινορχονταν. Η σμπα πετρελαου στο κντρο του μαγαζιο, καιγε αγρωχα στλνοντας τη ζστη της και στη τελευταα ακρολα. πιασαν να τραπζι και κθισαν. Σχεδν αμσως, τους ρθε να μισκιλο κερασμνο. Ο Γιαλς ανσανε ανακουφισμνος, καθς γμιζε τα ποτρια. Τσουγκρσανε και σκωσανε τα ποτρια στη παρα που τους κρασε. Σε λγο, δυο ξχειλα πιτα ζεστς και μυρωδτης φασολδας, εναποτθηκαν με προσοχ κτω απ τη μτη τους. Και φτα. Κι ελις. Και μπλικο ψωμ.
     'Αρχισαν να τρνε μ' ρεξη, εν κθε τσο σταματοσανε και ρουφοσανε το κρασκι τους. Στο τλος ναψαν τσιγρο. Ο Γιαλς μες απ' τους καπνος, χορτασμνος και λγο ζαλισμνος, απολμβανε τις ωραες στιγμς...
     Θα μποροσαν να καθσουν τσι μχρι το βρδυ μα κποτε σηκθηκανε, πληρσανε και βγκαν. ξω κανε φοβερ κρο, εν χοντρς νιφδες χιονιο, εχαν αρχσει να πφτουν απ παντο. Καθς φοροσαν τα μπουφν, οι ματις τους συναντθηκαν.
 -"Ρε Φσουρας και πλι Φσουρας!" επανε σχεδν ταυτχρονα και ξεσπσανε σε γλια...

                                             Η Επιστμη

     Για τον Κακτση , αυτν τον απθανο γροντα που μχρι τλος της ζως του, δεν χασε το κουργιο και το κφι του να πειρζει και να στνει φρσες στους ανθρπους, χω ξαναγρψει. Μα νας Κακτσης, δε μπορε να μενει για πολ συχος. Μπορε να μην χει τη δυναττητα πια να ενοχλε αφο εδ και κμποσα χρνια κοιμται συχος στην αγκαλι της γης, χει μως τη δναμη να τσιγκλ να συγγραφα. Γιατ ο Κακτσης ταν με τον τρπο του ρωας. νας απλς κι αγαπημνος ρωας, που η απουσα του φτχυνε μια για πντα τη πλατεα του χωριο μας. Γιατ η πλατεα ταν ο τπος της δρσης του. Εκε και το σπτι του, να μικρ πτρινο σα χελιδονοφωλι. Με τη περγουλι και τη τζιτζιφι στη στεν αυλ και τις γλστρες πνω στη μαντρολα που με τση φροντδα διατηροσεν εκενος, μαζ με τη γρι του τη κυρ Πηνελπη. τσι σμερα, τοτο το καλοκαιριτικο απγευμα, πρα το τραπζι, τα χαρτι, τη πνα και βολετηκα κτω απ' τον σκιο της μουρις, να γρψω κτι για κενον. Θα σας διηγηθ λοιπν, πως την φερε κποτε στον ελαφρ κι ευκολπιστο Μπελκεμ...
     Εκενος ο αθεφοβος πλι, ερχταν στο καφενεο για να κοιμηθε λες και δεν εχε σπτι. Δε προλβαινε καλ-καλ να καθσει να πει δυο κουβντες μ' ναν νθρωπο, τον παιρνε ο πνος κανονικ στη καρκλα και ροχλιζε του σκοτωμο. Οι περισστεροι κοριδευαν, μα κατ βθος κατανοοσαν αυτ τη τση για πνο του Μπελκεμ και λγο πολ, την εχαν αποδεχτε. Μα χι κι ο Κακτσης. σο τον βλεπε να κοιμται μακαρως στο καφενεο, τσο του την δινε. θελε λοιπν, απ καιρ να του τη φρει. Κποτε λοιπν, πραγματοποησε το μεγαλοφυς σχδιο του.
     Μα να πως γιναν τα πρματα:
     Μεσοκαλκαιρο κι ο Μπελκεμς εχε αποκτσει τη συνθεια, να 'ρχεται στη πλατεα καταμεσμερο που συνθως δεν ταν κανες. πιανε μια καρκλα κτω απ' τη ροδι, χζευε για λγο, χασμουριταν και τελικ παραδιδταν στην αγκαλι του Μορφα. Κενη την ημρα ο Κακτσης, τη περμενε πως και πως. Κρατοσε στο ψυγεο καμι δεκαρι τσαμπι σταφλια, ειδικ παραγγελα για τη δουλει που 'χε βλει στο νου του. Μλις δειασεν η πλατεα για το μεσημεριτικο πνο, τα πρε μαζ με μια αδιρατη χρωμη κλωστολα, πγε απναντι στο καφενεο και για λγη ρα, επιδθηκε στο ργο του... Τλος, απμεινε για λγο να το θαυμσει. Πργματι, ταν ωραο θαμα! Τα τσαμπι των σταφυλιν, κρμονταν ανμεσα στα φλλα και τ' γουρα ρδια, περφανα και μυρωδτα! Και το κυριτερο, η κλωστολα που τα ‘χε δσει πνω στα κλαδκια της αθας ροδις, δε φαινταν καθλου. Ο Κακτσης, χαμογλασε πονηρ κι τρεξε σπτι του. Μολωξε κτω απ' τη τζιτζιφι περιμνοντας...
     Σε λγο, φνηκε να 'ρχεται με το τεμπλικο βμα του ο Μπελκεμς. Διλεξε μια καρκλα απ τις τσες που ταν αραδιασμνες ξω απ' το κλειστ καφενεο κι ραξε. πιασε να παρατηρε τον ασβεστωμνο κορμ της ροδις που ανεβοκατβαινε μια ατλειωτη σειρ απ μυρμγκια... Ο Κακτσης τρεφε την ελπδα, πως ο Μπελκεμς θα σκωνε κποια στιγμ τα μτια και θα 'βλεπε το παρλογο της εικνας. θελε να κνει χαβ με τη κουτ κπληξ του. Θα συγκρατοσε τις κινσεις και τους μορφασμος του για μνες, σως για χρνια και θα ξεκαρδιζταν στα γλια. Απ μσα του μως. Γιατ ο Κακτσης, σπνια γελοσε φανερ. Διατηροσε πντα, να σοβαρ κι αμελικτο φος σα θυμωμνο γαλμα. Μσα του μως, ταν σκασμνος στα γλια. να ακρτητο γλιο που βσταγε μια ζω. πως πγαινε μως ο Μπελκεμς, θα του χλαγε τη δουλει. Δεν λεγε να σηκσει το κουφιοκφαλ του και το χειρτερο, εχε αρχσει να χασμουριται. Λγο ακμα και θα τον παιρνε ο πνος!
 -«Κουτογρο!»  ψιθρισε ο Κακτσης και σηκθηκε τοιμος να εφαρμσει το εναλλακτικ σχδιο του. Πλησασε, στθηκε κτω απ' τη ροδι κι ρχισε φανερ πια να παρατηρε τα σταφλια που κρμονταν απ' τα κλαρι της ροδις. Ο Μπελκεμς, εχε δη αρχσει να τα βλπει λα θολ. τοιμος να τον πρει ο πνος, οτε ενδιαφρθηκε να δει τι κοιτζει, με τση προσοχ ο λλος. Σα να 'ταν ο Κακτσης να δχτυλο που του 'δειχνε το φεγγρι, εκενος κοιτοσε το δχτυλο σα χαζσκυλο. κλεισε περισστερο τα μτια. Ο Κακτσης τσαντστηκε. Τρβηξε με θρυβο μια καρκλα, ανβηκε πνω κι κοψε να τσαμπ απ' τη ροδι. τσι ανεβασμνος στη καρκλα, ρχισε να δοκιμζει τις ργες. Ττε μνο, πρε πρφα ο λλος. Ξαφνικ, τα μτια του νοιξαν διπλατα. Μια κοιτοσε τη ροδι, μια το τσαμπ στα χρια του Κακτση που μασολαγε ανκφραστος κι αδιφορος. Πετχτηκε ρθιος κι αυτ τη φορ, ριξε τα μτια σα πνω στη ροδι.
     μαρτον Κριε! να σωρ σταφλια κρμονταν απ' αυτ! Για μια στιγμ, νμισε πως ονειρεεται κι τριψε τα μτια του. Τποτα μως. ταν τα ξαννοιξε, τα δια αντκρισε. Για λγα δευτερλεπτα, χασε τη μιλι του. Ανοιγκλεινε το στμα μη μπορντας ν’ αρθρσει λξη.
 -«Εεεεε...»  φναξε κποτε.
 -«λα», κανε αδιφορα ο Κακτσης.
 -«Τιιιι κνεις εκε
 -«Τρω
 -«Τιιιι τρως
 -«Σταφλια
 -«Ααπ... ααπ' τη ροδι ρε βλμη
 -«Απ' τη ροδι. Θλεις
     Ο Μπελκεμς πλωσε το χρι και πρε τη ργα που του τεινε ο λλος. Πρτα τη μρισε και μετ την φερε μ' επιφλαξη στο στμα. Ναι, ταν πραγματικ σταφλι. Και νοστιμτατο... Ο Κακτσης του 'δωσε κι λλη ργα μα ο Τσος δε τη πρε. Δε πγαινε τποτα κτω. 'Αρχισε να φρνει γυροβολι τη ροδι, μα τη κοιτοσε με ττοιο φβο, σα να 'ταν εκενη κποιο ανμερο θερι που κοιμταν και μποροσε αν πσα στιγμ να ξυπνσει και να τον αρπξει.
 -«Καιαι... βγα... βγζει σταφλια η ροδι;», κατρθωσε να ψελλσει στο τλος, μη μπορντας να πιστψει στα μτια του. Ο λλος κονησε, αγανακτισμνος τχα, τα χρια.
 -«Ομποο... που να σου εξηγ εσνα τρα...»
     Ο Μπελκεμς σωριστηκε αξιολπητος σε μια καρκλα.
 -«Ξγα ρε...», επε, σχεδν παρακαλεστικ.
     Ο Κακτσης, κοψε να τσαμπ, κατβηκε απ' τη καρκλα και του το 'δωσε. Ο λλος το πρε απ αμηχανα περισστερο, μα το βσταγε σα να βσταγε σκαντζχοιρο απ τα αγκθια. Ο Κακτσης κθισε σε μια καρκλα δπλα και συνχισε να τσιμπολογ το δικ του.
 -«νας φλος μου γεωπνος... μεγλο μυαλ!» επε κι φτυσε μερικ κουκοτσια, «μου 'δωσε το χειμνα μιαν νεση. Μου 'πε να τη κνω της ροδις περασμνο Φλεβρη, για να βγλει πριμα σταφλια και μετ ρδια».
     Ο Μπελκεμς, βγαλε ναν αδιρατο στεναγμ ανακοφισης. νιωσε σα να 'πιασε επιτλους, το μτο της Αριδνης. Για λγα δευτερλεπτα μως, παρμεινε ακνητος. μοιαζε να σκφτεται.
 -«Σοβαρς;» επε στο τλος, ελαφρ αναθαρρημνος.
 -«Σοβαρς
     φαγε μια ργα. Οι χυμο της χθηκαν στο στμα του. Ευχαριστθηκε.
 -«στε νεση
 -«νεση».
     κανε μια τελευταα προσπθεια αμφισβτησης.
 -«Και πως δε τα 'χα πρει πρφα εγ μχρι τρα...»
     Ο Κακτσης σα ν' αγρεψε. ψωσε τη φων του:
 -«Ναι! Εσαι κι ανοιχτομτης! Τι πρφα να πρεις εσ ρε Τσο που κοιμσαι ρθιος; Αφο εσαι και κουτς! Να, τρα μα δεν ερχμουν εγ, θα τα 'βλεπες
 -«...»
 -«Θα τα 'βλεπες
     Ο Μπελκεμς κονησε αρνητικ το κεφλι. Ναι, εχε δκιο ο Κακτσης. Τσο καιρ κρμονταν απ' τη ροδι να σωρ σταφλια σα λαμπινια χριστουγεννιτικου δντρου κι αυτς δεν εχε πρει χαμπρι. Μπορε να 'τανε πραγματικ κουτς. πρεπε να το πρει απφαση πια. Τσοι και τσοι του το 'λεγαν. πνο τον ανεβζανε, κουτ τον κατεβζανε.
 -«Ε, ττε βολωστο κι σε με να φω», επε ο Κακτσης.
     Πρασε λγη ρα. Ο Μπελκεμς ρχισε να τρει σιγ-σιγ το τσαμπ του.
 -«στε νεση ε
 -«Ναιαιαι...»
 -«Νστιμο πρμα
 -«Πρτο...»
 -«Και πριμα
 -«Πριμα...»
 -«Ρε κοτα να δεις τι φτινουνε...»
 -«Και που 'σαι ακμα...»
 -«Η επιστμη
 -«Η επιστμη...»
     Συνχισαν να τρνε χωρς να μιλον.
 -«χουνε κτι απ γψη ροδιο μως...» επε κποια στιγμ ο Μπελκεμς.
     Του Κακτση του 'ρθε να πσει απ' τη καρκλα, μα κρατθηκε.
 -«Λγο... δε το καταλαβανεις...» απντησε προσπαθντας να μενει σοβαρς.
 -«Και δε μου λες, χεις ακμα απ' αυτ την νεση
 -«Ναι, γιατ
 -«Να, χω μια ροδι στο σπτι...»
     Ο Κακτσης κανε τον σκεφτικ:
 -«Να μου το θυμσεις Φλεβρη, γιατ μου 'χουνε πει πολλο».
     δειξε τα τσαμπι που κρμονταν απ' το δντρο.
 -«Θλεις λλο
 -«Μετ ρε, φοσκωσα...»
     Τα μτια του Μπελκεμ μισκλεισαν. πιασε να χαζεει πλι τα μυρμγκια που ανεβοκατβαιναν στο κορμ της ροδις, μια εικνα που λο θλωνε. Αφο εχε φορτσει τα πντα στην επιστμη, τποτα δεν ταν παρλογο πια. Στο κτω-κτω, επιστμη ταν αυτ. Ας κανε ,τι θελε. Μπορε να 'ρχταν ρα, να 'βγαζε αφτι και στου γαδρου τα καπολια... Τα μτια του, σιγ-σιγ, βρυναν. Σε λγο ροχλιζε μακαρως. Μια μγα προσγειθηκε στη μτη του.
     Ο Κακτσης, περμενε λγο κι ταν σιγουρετηκε, βγαλε απ' τη τσπη να σπγκο και του 'δεσε το πδι στο ποδρι της καρκλας. πειτα μζεψε τα σταφλια απ το δντρο κι γινε καπνς.
     Το διο απγευμα, σοι βρσκονταν στη πλατεα, προσπαθοσαν να βρουν κρη απ τα μπερδεμνα κι ακατληπτα λγια του Μπελκεμ. Μλις εχε ξυπνσει και πγε να φγει, μα η καρκλα του 'πιασε το πδι και κουτρουβαλιστηκε μαζ μ' αυτ, φαρδς-πλατς στο τσιμντο. δειχνε μια τη ροδι, μια το σπτι του Κακτση, μια τους σκελετος δυο σταφυλιν που βρσκονταν κτω. Μονχα ο υπατιος λων αυτν, που πτιζε αδιφορος τα λουλοδια, προσπαθοσε να κρατσει τα γλια. Κοταζε με την κρη του ματιο του τον Μπελκεμ κι αναλογιζταν πσο ευτυχισμνος πραγματικ ταν και χλια χρνια να 'χε μπροστ του, σε τοτη την απθανη πλατεα θα 'θελε να ζσει...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers