-


Dali &








-

/




 
 

 

Balzac Honore De:

 

  Ονορ Ντι Μπαλζκ  Naturalism 

                                             Βιογραφικ

     Ηταν νας απ τους πολυγραφτερους συγγραφες λων των εποχν. Πστευε πως ταν μεγαλοφυα, πως τα ργα του θα τονε καθιρωναν στον πνευματικ κσμο λης της Ευρπης κι τι η πνα θα του χριζε μεγλη περιουσα. Το τελευταο ταν μια χαμνη ψευδασθηση. Εζησε πνιγμνος στα χρη και δολευε λο και περισστερο για ν' απαλλαγε απ' αυτ. Εργαζταν τουλχιστον 18-20 ρες το 24ωρο καταναλνοντας τερστιες ποστητες καφ για να διατηρε διαγεια. Δημιοργησε 2.504 ρωες και κατκτησε το κοιν της εποχς.
     Ο υποτυπδης σκελετς των ργων που παρδιδε στο τυπογραφεο, γινταν αριστοργημα μες απ' αλλεπλληλες τυπογραφικς διορθσεις, σημαδεμνες απ χος προσθηκν, διαγραφν κι αλλαγν. Φβος και τρμος των τυπογρφων, μποροσε να γρψει βιβλο σ' 72 ρες και να του δσει την οριστικ του μορφ, σ' 60 γρυπνες νχτες. χι ιδιατερα καλς μαθητς, αλλ καταβρχθισε τη σχολικ βιβλιοθκη και τις ποιες γνσεις του περ νομικς, τις απκτησεν εμπειρικ, σα βοηθς σε δικηγορικ γραφεο και στα 20 του χρνια κιλας πεισε τον πατρα του πως δε θα γιντανε τποτ' λλο, παρ συγγραφας. "Κθε γενι εναι δρμα με 4-5 εκατομμρια πρωταγωνιστς. Αυτ το δρμα εναι το βιβλο μου!" επε κποτε. Πιστεεται πως επλεξε τον ττλο του σ' αντιδιαστολ με το ργο του Δντη."Θεα Κωμωδα".
     Στο Παρσι, πλη 2.000.000 κατοκων, δοκιμασμνη απ' αλλεπλληλες πολιτικς και κοινωνικς ανακατατξεις, η συγγραφ μποροσε να προσφρει χρμα, δξα, εξουσα. Στη γαλλικ, πρτη μεταξ των γλωσσν, ενισχυμνη με το σφργος των νων ιδεν του μετεπαναστατικο κσμου, οι επιφυλλδες εχαν απχηση στο πλατ κοιν, πως σμερα οι επιτυχημνες τηλεοπτικς σειρς. Χρειστηκαν μως αρκετ χρνια ακατβλητης προσπθειας, γρφοντας μυθιστορματα της σειρς χωρς να υπογρφει καν ωστου αγγξει την επιτυχα. Στον σκληρ ανταγωνισμ, που λα τα ρομαντικ θματα εχαν αξιοποιηθε, απδωσε συστηματικ μιαν ολκληρη κοινωνα, τους νμους και τους αδυσπητους μηχανισμος της: χαρακτρες απ τον επιχειρηματικ, δημοσιογραφικ, καλλιτεχνικ κσμο, ντρες και γυνακες της αριστοκρατας, παιδι του δρμου, παπδες και γιατρο που εξομολογον τις αμαρτες του πνεματος και της σρκας, στη μεγαλοπολη στην επαρχα, διαπλκονται μεταξ τους σ' πειρους συνδυασμος, αναλνουν καθνας τη ζω του στην νταση των παθν. Επ 20 χρνια, ως τον αιφνδιο θνατ του στ' αποκορφωμα της δξας, γραψε συνολικ 91 μυθιστορματα, 30 νουβλες, 5 θεατρικ ργα: μεσα, επκαιρα, αποτελεσματικ, πεσανε τους αναγνστες που πολλαπλασιζανε τις πωλσεις των εφημερδων. Κι λα τοτα σε χρονικ διστημα 25 περπου ετν.
     Φανατικο, σμερα ακμη διαβζουν και ξαναδιαβζουν τα ργα του στο σνολ τους, βυθζονται στον πλασματικ του κσμο αποκομζοντας εμπειρα και πληροφορες, μολοντι τα θματ του κρθηκαν συχν παρατραβηγμνα, προσβλητικ για τα χρηστ θη: η απουσα του καλο φνταζε περισστερο ακμη καθς προκυπτε δηλα απ τα γεγοντα. Για να διστημα τα ργα του θεωρονταν εμπορικ, ελαφρ κι υποδεστερης σημασας. Σμερα χει κατακτσει τη θση που ονειρευταν στο πνθεο της παγκσμιας λογοτεχνας. Η "Ανθρπινη Κωμωδα" του, θεωρεται ξια εκπρσωπος του λογοτεχνικο ρεαλισμο, βαθι και με ζωνταν χρματα τοιχογραφα, που περιγρφει ανθρπινους χαρακτρες κι αδυναμες που ξεπερνονε την εποχ του.
     20 Μαου 1799 γεννιται στη Τουρ και το 1814 η οικογνεια του εγκαθσταται στο Παρσι. Το 1816, 17χρονος, ξεκιν Νομικ στη Σορβνη. Το 1819 πτυχιοχος πλον της Νομικς, αρνεται ν' ακολουθσει το επγγελμα του συμβολαιογρφου. Φεγει απ το πατρικ σπτι για να μενει μνος σε μια φτωχικ σοφτα και ν' αφιερωθε στη συγγραφ: φιλοσοφικ δοκμια, μυθιστρημα σε μορφ επιστολν, τραγωδα. Τποτε δε δημοσιεεται. Το 1822 γνετ' εραστς της κατ 20 χρνια μεγαλτερς του κυρας Ντε Μπερν. Αρχζει να δημοσιεει με διφορα ψευδνυμα μυθιστορματα εμπορικ. Ο λογοτεχνικς του χεμαρρος αρχζει να ρει: μυθιστορματα ξεχωριστ σε κκλους, παραμθια, ρθρα, θεατρικ ργα, αλληλογραφα, μυθιστορματα σε συνχειες, διφορες συνεργασες. Η μνη ενργεια που μπορε να συγκριθε με κενη που αφιερνει στη συγγραφ εναι εκενη που καταναλνει στο ξδεμα των χρημτων του. Οι τμοι και τα χρη συσσωρεονται και μν' ο θνατος θα τονε βγλει απ' αυτ τον φαλο κκλο.
     Το 1825 αρχζει η σχση του με τη Δοκισσα Ντ' Αμπραντς, που τονε βζει στους κοσμικος κκλους του Παρισιο. Χνει την αδελφ του Λορ, που 'ταν μπιστ του. Γνεται εκδτης. Τα 1826-1828 γνεται τυπογρφος μ' ολθριες συνπειες. Καταστρφεται οικονομικ καταρροντας απ τα χρη. Το 1830 δηλνει τι κατγεται απ τους Μπαλζκ της Αντργκ και προσθτει στο νομ του το «Ντε». Στις 18 Φλεβρη 1932, λαμβνει το πρτο γρμμα της «Ξνης», της Εβελνα Χνσκα κι αρχζει φλογερ αλληλογραφα. Η αππειρ του να γοητεσει τη κυρα Ντε Καστρ αποτυγχνει. Το 1834 πηγανει στην Ελβετα για να συναντσει την Εβελνα, που γνετ' ερωμνη του. να χρνο μετ, αναλαμβνει την επιθερηση "La Chronique De Paris". Θα την αφσει τον Ιολιο του 1836 ακμη περισστερο χρεωμνος. Το 1837 κυκλοφορον οι "Χαμνες Ψευδαισθσεις" κι ο συγγραφας τους αγορζει τις «Jardies», ν' αγρκτημα στη περιοχ των Σεβρν που, λγω χρεν, θ' αναγκαστε να πουλσει το 1845.
     Το 1838 κνει αποτυχημνες αππειρες στο χρηματιστριο χωρς να μπορσει να βελτισει στο ελχιστο την οικονομικ κατστασ του. Το 1840 προσπαθε να ξανακυκλοφορσει τη «Revue Parisienne». Η αποτυχα εν' ολοκληρωτικ. Αναγκζεται να κρυφτε στο Πασ για να ξεφγει απ τους πιστωτς του. Την επμενη χρονι πεθανει ο σζυγος της Χνσκα. 1845-1846: Το ζεγος κνει πολλ ταξδια. Η Χνσκα μνει γκυος κι αποβλλει. 1848-1850: Επιστροφ του ζεγους στην Ουκρανα, στο σπτι της Χνσκα. Παντρεονται στις 4 Μαρτου 1850 κι εκενος επιστρφει στο Παρσι, στην οδ Φορτυν. Πεθανει εκε στις 18 Αυγοστου 1850, σ' ηλικα μλις 51 ετν
.

------------------------------------------------------------------------------------------

                               Το Κορτσι Με Τα Χρυσ Μτια
                                                                                     (απσπασμα)

παριζιΑνικες φυσιογνωμΙες
     Εν' απ τα θεματα που προκαλονε το μεγαλτερο τρμο εναι σγουρα η γενικ ψη του παριζινικου πληθυσμο, ενς πληθυσμο απωθητικο, κτισχνου, κιτρινρη, στεγνο. Μπως εξλλου το Παρσι δεν εναι νας απραντος κμπος που σειται διαρκς απ θελλα συμφερντων και παραδρνει κει πλθος ανθρπων, που ο θνατος τους θερζει με μεγαλτερη συχντητα απ' οπουδποτε αλλο, -που ξαναγεννιονται, πντα εξσου φθονοι, με πρσωπα διαστρεβλωμνα, παραμορφωμνα, που αποπνουν απ κθε προ τις σκψεις, τις λαχτρες, τα φαρμκια που εγκυμονε ο εγκφαλς τους μλλον, δεν εναι πρσωπα, εναι προσωπεα, προσωπεα αδυναμας, δναμης, αθλιτητας, προσωπεα χαρς, προσωπεα υποκρισας, λα εξουθενωμνα, λα χαραγμνα απ ανεξτηλα χνη ξπνοης απληστας. Τι γυρεουν οι νθρωποι αυτο; Χρυσφι την ηδον;
     Μερικς παρατηρσεις πνω στη ψυχ του Παρισιο, σως να δσουν μιαν εξγηση για τη νεκρικ ψη του πληθυσμο του, που μονχα δυο ηλικες χει: τα νιτα τα σχατα γερατει, -νιτα χλωμ κι χρωμα, γερατει φτιασιδωμνα, σε μια προσπθεια να παραστσουνε τα νιτα. Βλποντας αυτ το λα που μοιζει ν' αποτελεται απ εκταφιασμνα πτματα, οι ξνοι που δεν χουνε καμιν υποχρωση να εμβαθνουνε στα πρματα, νιθουνε στην αρχ μιαν ασθηση αηδας για τη πρωτεουσα, απραντον εργαστρι κατασκευς απολασεων, που, μως, δεν αργον να παγιδευτον, μ' αποτλεσμα να μνουνε και να εκφυλζονται οικειοθελς κι οι διοι.
     Λγα λγια αρκονε για να δσουν μιαν ιατρικν εξγηση στο σχεδν κολασμνο χρμα των παριζινικων φυσιογνωμιν. Γιατ το Παρσι δε το βαφτσανε κλαση μνο γι' αστεο, -να 'στε σγουροι πως η λξη αυτ εκφρζει την αλθεια. Εκε τα πντα καπνζουνε, καγονται, τα πντα λμπουνε, βρζουνε, τα πντα κορνουν, εξατμζονται, σβνουνε, ξανανβουν, αστρφτουνε, σπινθηρζουνε και καταστρφονται. Ποτ, σε καμι χρα, η ζω δεν υπρξε πιο ντονη, αλλ οτε και πιο οδυνηρ. Η κοινωνα αυτ, που βρσκεται συνεχς σε κατσταση τξης μετ την ολοκλρωση του κθε ργου, μοιζει να σκφτεται: "Ας περσουμε στο επμενο!", -πως η φση. Κι ακριβς πως η φση, ασχολεται μ' ντομα, με λουλοδια εφμερα, με πργματα ευτελ και πρσκαιρα και πετ φωτις και φλγες απ τον αστερευτο κρατρα της. σως πριν αναλσουμε τις αιτες που κνουν τη κθε κατηγορα του ξπνιου και δραστριου αυτο θνους να ξεχωρζει, πρπει να επισημνουμε τη γενικν αιτα π' αποχρωματζει τ' τομα, τα κνει λγο πολ, ωχρ, μπλβα καφετι.
     Επειδ ενδιαφρεται για τα πντα ο Παριζινος, καταλγει να μην ενδιαφρεται για τποτε. Κανν ασθημα δε δεσπζει στο φθαρμνο απ τη τριβ, πρσωπ του, που γνεται γκρζο σα τον γψο των σπιτιν που κατακθεται η σκνη κι η καπνι. Πραγματικ, αδιαφορντας τη προηγομενη, γι' αυτ που θα τον μεθσει την επμενη, ο Παριζινος ζει σα παιδ, ποια κι αν εν' η ηλικα του. Γκρινιζει αδιαφορε για τα πντα, ανχεται, ξεχν θλει τα πντα, τα δοκιμζει λα και τ' αντιμετωπζει με πθος τα παρατ δχως δετερη σκψη, -τους βασιλιδες του, τις κατακτσεις, τη δξα του, τα εδωλ του, χλκινα γυλινα- πως πετ τις κλτσες του, τα καπλα και τη περιουσα του. Στο Παρσι, κανν ασθημα δεν αντιστκεται στον χεμαρρο των γεγοντων, η ορμ τους παρασρει τους ανθρπους σ' ναν αγνα που χαλαρνει τα πθη: ο ρωτας εδ εναι μονχα πθος και το μσος ιδιοτροπα- δεν υπρχει αληθινς συγγενς πρ' απ το χαρτονμισμα των χιλων φργκων, λλος φλος απ τον ενεχυροδανειστ. Αυτ η γενικ αδιαφορα χει τους καρπος της. Και στο σαλνι και στο δρμο, κανες δε περισσεει, κανες δεν εν' απλυτα χρσιμος, αλλ' οτε κι απλυτα βλαβερς, -τσον οι ανητοι οι απατενες, σο κι οι ξυπνοι οι τμιοι νθρωποι. Στο Παρσι υπρχει ανοχ για λα, για τη κυβρνηση και τη γκιλοτνα, για τη θρησκεα και τη χολρα. Πντα θα 'στε ευπρσδεκτοι εδ, ν μως λεψετε, κανες δε θα σας αναζητσει. Εναι μια χρα δχως θη, δχως αρχς, δχως κανν ασθημα κι ωστσο, απ' αυτ ξεκινονε και σ' αυτ καταλγουν λα τα αισθματα, λες οι αρχς κι λα τα θη. Ποιες εναι λοιπν οι δυνμεις που την εξουσιζουν; Το χρυσφι κι η ηδον! Χρησιμοποιστε τις δυο αυτς λξεις για να φωτσετε το δρμο σας και διασχστε το μεγλο, γψινο κλουβ, αυτ τη κυψλη με τα μαρα αυλκια, ακολουθστε τους μαινδρους της σκψης που τη κινε, την αναδεει, την οργνει. Κοιτξτε γρω σας. Εξετστε πρτα τους ανθρπους που δεν χουν τποτα.
     Κοιτξτε τον εργτη, τον προλετριο, τον νθρωπο που δουλεει με τα πδια του, τα χρια, τη γλσσα, τη πλτη και τα μπρτσα του, τα πντε δχτυλα του για να ζσει. Εν εν' ο πρτος που θα 'πρεπε να κνει οικονομα στις ζωτικς του δυνμεις, τις σπαταλ, ζεει τη γυνακα του σε κποιο μηχνημα, εκμεταλλεεται το παιδ του καρφνοντς το σε κποιο γρανζι. Ο κατασκευστς, το δευτερεον κινητριο νμα ενς λαο που με τα βρμικα χρια του πλθει κι επιχρυσνει τις πορσελνες, ρβει τα κοστομια και τα φορματα, χτυπ το σδερο, σκαλζει το ξλο, δνει το ατσλι, υφανει το λινρι, στιλβνει τους μπροντζους, στολζει τα κρσταλα, κατασκευζει ψετικα λουλοδια, πλκει το μαλλ, γυμνζει τ' λογα, κεντ τα χαλινρια και τα σιρτια, κβει το χαλκ, βφει τ' αμξια, κλαδεει τις γρικες φτελις, περν το μπαμπκι στον ατμ, φτιχνει τα τολια, κβει το διαμντι, γυαλζει τα μταλλα, μεταμορφνει το μρμαρο σε φλλα, ταγιρει τους πολτιμους λθους, εξωραζει τη σκψη, χρωματζει, ασπρζει και μαυρζει τα πντα, ε λοιπν, ο μεσζων αυτς ρθε να υποσχεθε σ' να κσμο ιδρτα και θλησης, σπουδς κι υπομονς, πλοσιο μεροκματο, ετε στ' νομα των ιδιοτροπιν της πλης, ετε με τη φων του τρατος που ονομζεται Κερδοσκοπα. Ττε οι τετρχειρες αυτο βλθηκαν να ξαγρυπνον, να υποφρουν, να δουλεουν, να βλαστημνε, να μνουν νηστικο, να περπατον. λοι εξουθεννονται για να κερδσουνε το χρυσφι -τους μαγεει. Κι στερα, αδιαφορντας για το μλλον, γυρεοντας πληστα την ηδον, υπολογζοντας στη δναμη των χεριν τους πως ο ζωγρφος στη παλτα του, σκορπον, κθε Δευτρα, μεγιστνες της μιας μρας, το χρμα τους στα καπηλει που ζνουνε τη πλη με μια ζνη βορβρου, τη ζνη της πιο ξεδιντροπης Αφροδτης που αδικοπα τη λνει και τη δνει ξαν κι που χνεται, πως στα χαρτοπαγνια, η περιουσα ενς λαο, που τσον αχαλνωτος εναι στην ηδον του, σο πειθαρχημνος εναι στη δουλει του. Πντε μρες, λοιπν, καμιν ανπαυση για τον εργατικ πληθυσμ! Παραδνεται σε δραστηριτητες που τονε κνουν να χνει την ευκινησα του να χοντρανει, ν' αδυνατζει, να χλομιζει, αλλ και να ξεσπ σε χλια αναβλσματα δημιουργικτητας. στερα, στη προσπθεια του να διασκεδσει και να χαλαρσει, καταφεγει σε μια κουραστικν ακολασα, απ' που αναδεται μελανς απ τα χτυπματα στους καβγδες, ωχρς απ το μεθσι κτρινος απ τη βαρυστομαχι και μ' λο που η διασκδαση κι η ξεκοραση διαρκονε μονχα δυο μρες, κλβουνε το αυριαν ψωμ, τη βδομαδιτικη σοπα, τα φορματα της γυνακας, τις πνες των παιδιν που περιφρονται ρακνδυτα. Οι ντρες αυτο, που δχως αμφιβολα γεννηθκανε για να 'ν' ωραοι, γιατ κθε πλσμα χει τη δικ του ομορφι, υποτχθηκαν απ τα μικρτα τους στις διαταγς της δναμης, στη βασιλεα του σφυριο, του σκαρπλου, του αργαλιο και δεν αργσαν να βουτηχτονε στο θειφι. Μπως εξ λλου ο φαιστος, με την ασχμια και τη δναμ του, δεν εναι το σμβολο του σχημου και δυνατο αυτο θνους, που 'ν' υπροχο στη μηχανικ του επιτηδειτητα, υπομονετικ ταν θλει, τρομερ μια μρα τον αινα, εφλεκτο σα το μπαροτι, ψημνο απ το ρακ για ν' ανψει τη πυρκαγι της επανστασης, αρκετ πνευματδες, τλος, στε να παρνει φωτι με μια παραπειστικ λξη που γι' αυτ πντα σημανει: χρυσφι κι ηδον! Συμπεριλαμβνοντας λους εκενους που απλνουνε το χρι για μιαν ελεημοσνη, για νμιμα μεροκματα και για τα πντε φργκα που δνονται σ' λα τα εδη της παριζινικης πορνεας, για κθε χρμα καλ κακ κερδισμνο, ο λας αυτς μετρ τρακσιες χιλιδες τομα. Δχως τα καπηλει, δε θ' ανατρεπτανε κθε Τρτη η κυβρνηση; Ευτυχς τη Τρτη, ο λας εναι αποχαυνωμνος, προσπαθε να συνλθει απ το ξενχτι, δεν χει πια δεκρα και ξαναγυρζει στη δουλει, στο ξερ ψωμ, ερεθισμνος απ μιαν ανγκη υλικς παραγωγικτητας που του γνεται δετερη φση. Ωστσο, χει φαινμενα υποδειγματικς αρετς, ξιους ντρες, γνωστους Ναπολοντες, που 'ν' αντιπροσωπευτικο των ικανοττων του ταν ανγονται στη πιο ψηλ κοινωνικ τους δναμη σ' να εδος παρξης που η πνευματικ κι η σωματικ δραστηριτητα συνδυζονται λιγτερο για να δσουνε χαρ και περισστερο για ν' αμβλνουνε την επδραση του πνου.
     Τυχανει νας εργτης να 'ν' οικονμος, προικισμνος με την ικαντητα της σκψης. Κοιτζει το μλλον, γνωρζει μια γυνακα, γνεται πατρας κι πειτα απ μερικ χρνια σκληρν στερσεων, ξεκιν μια μικρν επιχερηση ψιλικν, νοικιζει να μαγαζ. Αν οτ' αρρστια, οτε κποιο βτσιο, φρουν εμπδια στο δρμο του, αν ευημερσει, ορστε με λγα λγια, η ζω που φυσιολογικ, τονε περιμνει.
     Πρτα χαιρετστε αυτν τον βασιλι της παρισινς κνησης, που υπταξε τον χρνο και τον χρο. Ναι χαιρετστε το πλσμα το φτιαγμνο απ ντρο κι αριο, που τις νχτες φροντζει ανελλιπς να δσει παιδι στη Γαλλα και τη μρα κνει ,τι περν απ το χρι του για την υπηρεσα, τη δξα και την ευχαρστηση των συμπολιτν του. Ο νθρωπος αυτς χει να λσει να πολπλευρο πρβλημα: πρπει να φανε συνεπς στις υποχρεσεις του απναντι στην αξιολτρευτη γυνακα του, την οικογνει του, τον "Συνταγματικ" (Σημ. Le Constitutionnel: εφημερδα της ττε εποχς, της φιλελεθερης αστικς τξης), το γραφεο του, την Εθνοφρουρ (Σημ. απ το 1830 κι πειτα, λοι οι πολτες ταν υποχρεωμνοι να υπηρετσουν να διστημα στην Εθνοφρουρ), την περα και τον Θε ταυτχρονα. Με ττοιο τρπον μως, στε να μετατρψει σε μετρητ, τον Συνταγματικ, το γραφεο, την περα, την Εθνοφρουρ, τη γυνακα και τον Θε. Τλος, χαιρετστε ναν ψογο πολυθεστη. Στο πδι κθε πρω απ τις πντε, διασχζει πετντας σχεδν την απσταση που χωρζει τη κατοικα του απ την οδ Μονμρτρ. ,τι καιρ κι αν κνει, με αγρα βροχ, χινι καταιγδα, θα βρεθε στον Συνταγματικ και θα περιμνει το φορτο των εφημερδων, αφο χει αναλβει τη διανομ τους. Παραλαμβνει πληστα τη πολιτικ αυτ τροφ, τη παρνει και φεγει. Στις εννι, βρσκεται πσω στους κλπους της οικογνεις του, χαριτολογε με τη γυνακα του, της κλβει να φιλ, απολαμβνει να φλιτζνι καφ μαλνει τα παιδι του. Στις δκα παρ τταρτο, εμφανζεται στο δημαρχεο. Εκε στημνος στο κθισμ του, σα παπαγλος στο ξλο του, τυλιγμνος στη ζεστασι που του προσφρει ο Δμος, καταγρφει ως τις τσσερις, δχως να τους χαρσει οτε δκρυ οτε χαμγελο, τους θαντους και τις γεννσεις ενς ολκερου διαμερσματος. Η ευτυχα κι η δυστυχα της γειτονις περν απ τη μτη της πνας του, πως το πνεμα του Συνταγματικο ταξδευε προηγουμνως πνω στους μους του. Τποτα δε τονε βαρανει! Προχωρε πντα σια μπροστ, βρσκει προκατασκευασμνο τον πατριωτισμ του στην εφημερδα του, δεν αντιμιλ σε καννα, φωνζει χειροκροτε μαζ μ' λους τους λλους και ζει σα το χελιδνι. Μια κι η υπηρεσα του απχει μλις δυο βματα απ την εκκλησα της ενορας του, χει τη δυναττητα, σε περπτωση κποιας σημαντικς τελετς, ν' αφσει στο πδι του να καττερο υπλληλο και να πει να ψλει να ρκβιεμ στα λατινικ, με τη χορωδα της εκκλησας. Και της χορωδας αυτς, Κυριακς και γιορτς, αποτελε το πιο μορφο στολδι και φων πιο επιβλητικ δεν υπρχει, ταν στραβνει μ' λη του τη δναμη το μεγλο του στμα, βροντοφωνζοντας να χαρομενον Αμν. Εναι ψλτης. Ελεθερος στις τσσερις απ την επσησην υπηρεσα του, εμφανζεται για να σκορπσει χαρ κι ευθυμα στους κλπους του που γνωστο καταστματος στη Σιτ (Σημ. το να απ τα δυο νησκια στο Σηκουνα, στο κντρο του Παρισιο). Τυχερ η γυνακα του, γιατ δε προλαβανει να τη ζηλψει. Εναι νθρωπος της δρσης μλλον, παρ των αισθημτων. τσι, μλις φτνει, αρχζει τα πειργματα με τις πωλτριες, που με τα ζωηρ τους μτια προσελκουν φθονους πελτες. Θεωρε απλαυση να βρσκεται ανμεσα στα στολδια, τα μαντλια, τη μουσελνα που 'χουνε ρψει επιδξιες εργτριες.  ακμα πιο συχν, πριν το δεπνο, εξυπηρετε κποιο πελτη, αντιγρφει μια σελδα απ το πρωτκολλο πηγανει στον δικαστικ κλητρα κποιο καθυστερημνον γγραφο. Μρα παρ μρα, στις ξι, θα τονε βρετε πιστ στο πστο του. Μνιμος μπσος στις χορωδες, βρσκεται στην περα, τοιμος να μεταμορφωθε σε στρατιτη, 'Αραβα, φυλακισμνο, γριο, χωριτη, σκια, πδι καμλας, λιοντρι, διβολο, τζνι, σκλβο, ευνοχο, μαρο λευκ, γνωρζοντας πντα πως να μιμεται τη χαρ, τον πνο, τον οκτο, την κπληξη, να βγζει συμβατικς κραυγς, να σωπανει, να κυνηγ, να μχεται, να εκπροσωπε τη Ρμη την Αγυπτο, αλλ πντα, βαθι στη καρδι του, παραμνει ψιλικατζς. Τα μεσνυχτα ξαναγνεται καλς σζυγος, ντρας, στοργικς πατρας, γλιστρ στη συζυγικ παστδα με τη φαντασα ξαναμμνη ακμη απ τις πλανετρες σιλουτες των νυμφν της περας κι τσι στρφει σ' φελος του συζυγικο ρωτα τις αχρειτητες του κσμου και τις μαγευτικς φιγορες της Ταλινι (Σημ. μεγλη χορετρια της ρομαντικς εποχς). Τλος, ταν κοιμται, ο πνος του εναι γργορος και βιαστικς, πως η ζω του. Εν' η κνηση μεταμορφωμνη σ' νθρωπο, η ενσρκωση του χρου, ο πρωτας του πολιτισμο, -τα συνοψζει λα: ιστορα, λογοτεχνα, πολιτικ, κυβρνηση, θρησκεα, στρατιωτικ τχνη. Εναι μια ζωνταν εγκυκλοπαδεια, νας τραγελαφικς τλας, που προχωρε αδικοπα σαν το διο το Παρσι και ποτ δεν αναπαεται. Σ' αυτν τα πντα εναι πδια. Καμι φυσιογνωμα δε μπορε να παραμενει ανθευτη ταν υποβλλεται σε ττοιο μχθο. σως, πως ισχυρζονται μερικο εισοδηματες φιλσοφοι, ο εργτης που πεθανει γρος στα τριντα του, με το στομχι κατεστραμμνο απ το ρακ, να 'ναι πιο ευτυχισμνος απ τον ψιλικατζ. Ο νας πεθανει μονομις κι ο λλος λγο-λγο. Απ τις οχτ δουλεις του, απ τους μους, το λαργγι του, τα χρια, τη γυνακα του και το εμπρι του, κερδζει σαν απ νοκια, μερικ παιδι, μερικς χιλιδες φργκα και τη πιο κοπιαστικν ευτυχα που 'χει ποτ ευφρνει την ανθρπινη καρδι. Η περιουσα του και τα παιδι του που συνοψζουνε τα πντα γι' αυτν, πφτουνε θματα της αμσως αντερης τξης που αφιερνει τα χρματ του και τη κρη του τον γιο του, που τον χει στελει να σπουδσει και που πιο μορφωμνος απ τον πατρα του, ρχνει πιο ψηλ τα φιλδοξα βλμματα του. Συχν ο Βενιαμν ενς μικρμπορου εποφθαλμι μια θση στο Δημσιο.
     Η φιλοδοξα αυτ μας οδηγε στη δετερη απ τις παριζινικες σφαρες. Ελτε, ανεβετε ναν ροφο και πηγανετε στον ημιροφο κατεβετε απ τη σοφτα στο τταρτο, μπετε τλος, στον κσμο που 'χει κτι: κι εκε το διο αποτλεσμα. Οι χονδρμποροι κι οι βοηθο τους, οι υπλληλοι, οι τραπεζιτικο με τις μικρς θσεις και τη μεγλη τιμιτητα, οι απατενες, τα τσιρκια, οι προστμενοι κι οι κλητρες, οι υπλληλοι των δικαστικν κλητρων, των δικηγρων, των συμβολαιογρφων, τα ενεργ, σκεπτμενα, κερδοσκοποντα μλη της μικροαστικς τξης, τλος, που χειρζεται τα συμφροντα του Παρισιο και φροντζει για τον ανεφοδιασμ του, καπαρνει τα τρφιμα, συσσωρεει τα προντα που κατασκευζουν οι προλετριοι, αποθηκεει τα φροτα του Ντου, τα ψρια του ωκεανο, τα κρασι απ' λες τις ηλιλουστες πλαγις, που απλνει τα χρια στην Ανατολ, αγορζει τις εσρπες που περιφρονον οι Τορκοι κι οι Ρσοι, φτνει ως τις Ινδες, περιμνει υπομονετικ τη κατλληλη στιγμ για να πουλσει, κυνηγ το κρδος, προεξοφλε επιταγς, εισπρττει λες τις αξες, πακετρει το Παρσι ολκερο, φροντζει για τα μεταφορικ του μσα, ικανοποιε τις φαντασισεις των παιδιν, επωφελεται απ τις ιδιοτροπες και τις διαστροφς των μεσκοπων, εκμεταλλεεται τις αρρστιες. Ε λοιπν λοι αυτο, δχως να μεθονε σα τον εργτη, οτε να κυλιονται στον βρβορο των καπηλειν, εξαντλον τις δυνμεις τους, εξουθεννουνε το κορμ και τη ψυχ τους, το να με τ' λλο, οι επιθυμες τους εξοντνουν, ο αχαλνωτος αγνας τους καταστρφει. Σ' αυτος, η σωματικ εξρθρωση γνεται κτω απ το μαστγιο των συμφερντων, κτω απ τη μστιγα των φιλοδοξιν που τυραννονε τις αντερες τξεις της τερατδους πλης, πως στο προλεταριτο η εξρθρωση γινε κτω απ τον ανελητο ζυγ της υλικς παραγωγς που απαιτε αδικοπα ο δεσποτισμς της αριστοκρατας. Κι εκε λοιπν, για να υπακοσουν στον παγκσμιον αφντη, στην ηδον  στο χρυσφι, πρπει να καταβροχθζουν τον χρνο, να τονε συμπιζουν, να βρσκουνε στη μρα και τη νχτα περισστερες απ εκοσι τσσερις ρες, να εκνευρζονται, να σκοτνονται, να πουλνε τριντα χρνια γηρατειν για δυο χρνια αρρωστημνης ανπαυσης. Μνον εργτης πεθανει στο νοσοκομεο, ταν το μαρζωμ του φτσει στο τελευταο του στδιο, εν ο μικροαστς επιμνει να ζει -και ζει, αλλ' αποβλακωμνος: θα τονε δετε με πρσωπο φθαρμνο, ανκφραστο, γερασμνο, δχως λμψη στα μτια, δχως ζωηρδα στο περπτημα, να σρνεται μ' ηλθιον φος στο βουλεβρτο, τη ζνη της δικς του Αφροδτης, της αγαπημνης του πλης. Τι θελε ο αστς; -το σπαθκι του εθνοφρουρο, ν' ανεξντλητο τσουκλι, μιαν αξιοπρεπ θση στο Πιερ Λασζ (Σημ. το μεγλο νεκροταφεο του Παρισιο) και για τα γηρατει του, λγο χρυσφι νμιμα κερδισμνο. ,τι εν' η Δευτρα για τον εργτη, εναι για κενον η Κυριακ. Ανπαυση σημανει βλτα με νοικιασμνο αμξι, εκδρομ στην εξοχ, που η γυνακα και τα παιδι του θα καταβροχθσουνε χαρομενα τη σκνη θα ψηθονε στον λιο. Το καπηλει του εναι το εστιατριο με το ξακουστ φαγητ, ακμα κι αν εναι δηλητηριασμνο κποιος οικογενειακς χορς που ασφυκτι κανες ως τα μεσνυχτα. Μερικο ανητοι ξαφνιζονται απ τη σπασμωδικ κινητικτητα ορισμνων μορων που βλπουμε με το μικροσκπιο σε μια σταγνα νερ, αλλ τι λεγε ο Γαργαντοας του Ραμπελα, παραγνωρισμνη φιγορα υπροχης τλμης -τι θα 'λεγε ο γγαντας αυτς, που πεσε απ τις ουρνιες σφαρες, αν αποφσιζε να ψυχαγωγηθε παρακολουθντας τις δραστηριτητες της δετερης αυτς σφαρας της παριζινικης κοινωνας; Ορστε παρδειγμα: χετε δει κενες τις μικρς παργκες που κνει κρο ακμη και το καλοκαρι, που δε τις ζεστανει παρ να μικρ μαγκλι τον χειμνα και βρσκονται κτω απ τον μεγλο μπροντζινο θλο που στεγζει τη σιταγορ; Η κυρα βρσκεται κει απ τα χαρματα, εναι πωλτρια και κερδζει απ τη δουλει της δδεκα χιλιδες φργκα τον χρνο, απ' ,τι λνε. Ο κριος, ταν η κυρα σηκνεται, περν σ' να σκοτειν γραφεο που δανεζει τοκογλυφικ στους εμπρους της γειτονις του. Στις εννι, βρσκεται στην υπηρεσα διαβατηρων που εναι υποτμηματρχης. Το βρδυ, βρσκεται στο ταμεο του θετρου Ιταλιν ποιου λλου θετρου θλετε να διαλξετε. Τα παιδι τα μεγαλνει μια τροφς και γυρζουνε πσω για να πνε στο κολγιο σε κποιο οικοτροφεο. Ο κριος κι η κυρα μνουνε σ' να τρτον ροφο, δεν χουνε παρ μια μαγερισσα, παραθτουνε δεξισεις σ' να σαλνι τσσερα επ τρα, φωτισμνο με κρεμαστς λμπες, αλλ δνουν εκατν πενντα χιλιδες φργκα προκα στη κρη τους, ξεκουρζονται στα πενντα τους χρνια κι αρχζουνε ττε να κνουν εμφανσεις στα θεωρεα του τρτου ορφου της περας, με νοικιασμνον αμξι στον ιππδρομο  με ξεθωριασμνη τουαλτα τις ηλιλουστες μρες, στα βουλεβρτα, το στχο λων τους των μχθων. Τους εκτιμονε στη γειτονι, τους αγαπονε στη κυβρνηση, χουνε συγγενψει με τους μεγαλοαστος, ο κριος παρασημοφορεται στα εξντα πντε του με τον Σταυρ της Λεγενας της Τιμς κι ο πατρας του γαμπρο, δμαρχος κποιου διαμερσματος, τονε καλε στις δεξισεις του. Οι μχθοι μιας ολκερης ζως οφελονε λοιπν τα παιδι, που η μικροαστικ αυτ τξη τενει αναπφευκτα να τα προωθσει στη μεγαλοαστικ. Κι τσι, η κθε σφαρα ρχνει τον γνο της στην αμσως επμενη. Ο γιος του πλοσιου παντοπλη γνεται συμβολαιογρφος, του ξυλμπορου δικαστικς. Οτ' να γρανζι δε ξεφεγει απ τη θση του, λα ενισχουνε την ανοδικ πορεα του χρματος. Κι τσι φτνουμε στον τρτο κκλο της κλασης αυτς που σως κποια μρα βρε τον ΔΑΝΤΗ της. Εναι ο τρτος κκλος της κοινωνας, κτι σα κοιλι του Παρισιο, που τα συμφροντα της πλης χωνεονται και συμπυκννονται με τη μορφ που λγεται υποθσεις - που κινεται κι αναδεεται, με μιαν οδυνηρ και φαρμακερ εσωτερικ κνηση, να πλθος δικηγρων και γιατρν, συμβολαιογρφων, επιχειρηματιν, τραπεζιτν και κερδοσκπων χονδρεμπρων δικαστν κι εδ οι αιτες για τη σωματικ κι ηθικ καταστροφ εναι περισστερες απ' οπουδποτε αλλο.
     Αυτο οι νθρωποι ζονε σχεδν λοι σε βρωμερ γραφεα, σε μολυσμνες αθουσες ακροσεων, σε μικρ σιδερφραχτα κουβοκλια, περννε τη μρα τους σκυμμνοι κτω απ το βρος των υποθσεων, ξυπνν απ τα χαρματα για να προλβουνε, για να μην εξαπατηθονε, για να κερδσουνε τα πντα για να μη χσουνε τποτε, για ν' αρπξουν ναν νθρωπο τα λεφτ του, για να ξεκινσουν να κλεσουν μιαν υπθεση, για να εκμεταλλευτον μια φευγαλα περσταση, για να στελουν ναν νθρωπο στη κρεμλα να τον αθωσουν. Ξεσπνε πνω στ' λογ τους, τα σκνε, τα κουρζουνε, τα κνουν να γερννε κι αυτ πριν απ την ρα τους. Ο χρνος εν' ο τραννς τους, τους λεπει, τους ξεφεγει, δε μπορον οτε να τον παρατενουν, οτε να τονε συντομεσουν. Ποια ψυχ μπορε να μενει μεγλη, αγν, ηθικ, γενναιδωρη και κατ συνπεια, ποιος μπορε να μενει μορφος στην εξαντλητικν σκηση ενς επαγγλματος που τον αναγκζει να υφσταται το βρος των δημοσων αθλιοττων, να τις αναλει, να τις ζυγιζει, να τις εκτιμ και να τις εκμεταλλεεται; Οι νθρωπο αυτο καταθτουνε τη καρδι τους, που;... δε ξρω, αλλ αν χουνε καρδι, κπου την αφνουνε πριν κατβουνε κθε πρω στην βυσσο των βασνων που κατατρχουνε τις οικογνειες. Γι' αυτος δεν υπρχουν μυστρια, βλπουν απ μσα τη κοινωνα κι εξομολογητς της καθς εναι, τηνε περιφρονον. .τι κι αν κνουν απ τη συνεχν επαφ με τη διαφθορ, τη βλπουν με φρκη και λυπονται. απ κοραση, σε μυστικ συμφωνα, τηνε παντρεονται κι αναγκαστικ, τλος, αντιμετωπζουν με κυνισμ λα τα αισθματα, αφο οι νμοι, οι νθρωποι, οι θεσμο, τους αναγκζουν να πετνε σαν αρπακτικ ρνια πνω απ τα ζεστ ακμη πτματα. Οποιαδποτε στιγμ ο νθρωπος των χρημτων ζυγζει τους ζωντανος, ο νθρωπος των συμβολαων ζυγζει τους νεκρος, ο νθρωπος του νμου ζυγζει τη συνεδηση. Υποχρεωμνοι να μιλν αδικοπα, αντικαθιστονε τη σκψη με τον λγο, το ασθημα με τη φρση κι η ψυχ τους λειτουργε απλς σα λρυγγας. Φθερονται κι αποθαρρνονται. Μτε ο μεγαλμπορος, μτε ο δικαστς ο δικηγρος, μπορον να διατηρσουνε την ακεραιτητ τους -δεν αισθνονται πια, απλς εφαρμζουνε καννες. Παρασυρμνοι απ την ορμητικ αυτν παρξη, δεν εναι μτε σζυγοι, μτε πατρες, μτ' εραστς. Γλιστρνε σα μες σ' ν' λκηθρο πνω στα πργματα της ζως και ζονε συνχεια κυνηγημνοι απ τις υποθσεις της μεγλης πλης. Μλις γρισουνε σπτι, εν' υποχρεωμνοι να ξαναφγουν αμσως για το χορ, για την περα, για τις δεξισεις που πηγανουνε για να κνουνε πελτες, γνωριμες, προσττες. λοι τρων υπρμετρα, παζουνε, ξενυχτνε κι οι σιλουτες τους στρογγυλεουνε, πλαδαρεουνε, κοκκινζουνε. Στις τρομερς σπατλες των πνευματικν τους δυνμεων, στους οδυνηρος ηθικος σπασμος τους, αντιτσσουν χι την ηδον, που 'ν' εντελς γευστη κι οσμη και δε προσφρει καμιν αντθεση, αλλ τη κραιπλη, τη κρυφ τρομαχτικ κραιπλη, γιατ χουνε τα πντα στη διθεσ τους και δνουνε το ηθικ παρδειγμα στη κοινωνα. Η αληθιν τους βλακεα κρβεται πσω απ την εξειδκευση. Ξρουνε το επγγελμ τους, αλλ' αγνοον οτιδποτε δεν χει σχση μ' αυτ. Ττε για να διασσουνε το φιλτιμ τους, τ' αμφισβητον λα, κριτικρουνε χωρς δικριση, φανονται ν' αμφιβλλουν, εν στη πραγματικτητα τα χφτουν λα και χνονται σ' ατλειωτες συζητσεις. Σχεδν λοι υιοθετονε τις βολικς κοινωνικς, λογοτεχνικς πολιτικς προκαταλψεις, στε να μην αναγκζονται να διαμορφνουνε γνμη, ακριβς πως προστατεουνε τις συνειδσεις τους με τον αστικ κδικα το Εμπορικ Δικαστριο. χοντας ξεκινσει απ νωρς για να φτσουνε σε ψηλ αξιματα, βουλιζουνε στη μετριτητα και για ν' ανβουνε στη κορυφ, σρνονται με τη κοιλι. Γι' αυτ οι μορφς τους προσφρουν εκενη τη ξιν χλωμδα, τα ψετικα χρματα, τα θολ μτια με τους μαρους κκλους, τα φλαρα κι αισθησιακ στματα που ο παρατηρητς αναγνωρζει τα συμπτματα του εκφυλισμο της σκψης, μιας σκψης παγιδευμνης στα στεν πλασια της εξειδκευσης που σκοτνει τις δημιουργικς δυνμεις του εγκεφλου, το χρισμα να βλπει κανες να θμα σφαιρικ, να γενικεει και να εξγει συμπερσματα. Σχεδν λοι συρρικννονται μες στο καμνι των υποθσεων. τσι ο νθρωπος που φησε τον εαυτ του να εμπλακε στα γρανζια των πελριων μηχανν, δε μπορε ποτ να γνει μεγλος. Αν εναι γιατρς πολ λγο σκησε την ιατρικ αποτελε εξαρεση, σα τον Μπισ (Σημ. Ο γιατρς Bichat πθανε το 1802, σ' ηλικα 31 ετν απ εξντληση), που πθανε νος. αν εναι μεγαλοεπιχειρηματας και παραμνει σπουδαος, εναι σχεδν νας Ζακ Κερ (Σημ. Jaques Coer (1395-1456) πλοσιος μπορος και διπλωμτης στην υπηρεσα του Καρλου Ζ'). 'Ασκησε ποτ το επγγελμ του ο Ροβεσπιρος; Ο Δαντν δεν τανε παρ νας τεμπλης που περμενε τη κατλληλην ευκαιρα; Αλλ στο κτω-κτω, ποιος ζλεψε ποτ τις μορφς του Δαντν και του Ροβεσπιρου, σο υπροχες κι αν ταν; Αυτο οι κατεξοχ πολυσχολοι τραβονε πνω τους το χρμα και το σωρεουνε για να συγγενψουν με τις αριστοκρατικς οικογνειες. Αν η φιλοδοξα του εργτη εν' δια με του μικροαστο, δια εναι και τα πθη του. Στο Παρσι η ματαιοδοξα συνοψζει λα τα πθη. Ο χαρακτηριστικς τπος της τξης αυτς θα 'ταν ο φιλδοξος αστς  που, στερα απ μια ζω γχους και συνεχν ελιγμν, περν στο Κρατικ Συμβολιο, πως να μυρμγκι περν απ μια χαραμδα κποιος συντκτης εφημερδας, πωρωμνος απ τις ντριγκες, που ο βασιλις τον κανε ομτιμο της Γαλλας, σως για να εκδικηθε την αριστοκρατα - κποιος συμβολαιογρφος που 'γινε δμαρχος του διαμερσματς του- νθρωπο λοι τους που αναλνονται στις δουλεις τους και που αν φτσουνε στο σκοπ τους, φτνουνε σκοτωμνοι. Στη Γαλλα συνηθζεται να δνουνε τις μεγλες θσεις στους ηλικιωμνους. Ο Ναπολων, ο Λουδοβκος ΙΔ', οι μεγλοι βασιλες μνο, θλανε πντα νους ανθρπους για να ολοκληρσουνε τα σχδι τους.
     Πνω απ' αυτ τη σφαρα, ζει ο καλλιτεχνικς κσμος. Κι εκε μως τα πρσωπα, σημαδεμνα με τη σφραγδα της πρωτοτυπας, εν' ευγενικ σπασμνα, αλλ πντως σπασμνα, κουρασμνα, βασανισμνα. Καταπονημνοι απ την ανγκη να παργουνε, πιεσμνοι απ τις πολυξοδες ιδιοτροπες τους, εξουθενωμνοι απ τη μεγαλοφυα που τους κατατργει, πεινασμνοι για ηδον, οι καλλιτχνες του Παρισιο θλουν λοι να συμπληρσουν με την υπερβολικ δουλει, τα κεν π' φησεν η οκνηρα και γυρεουν μταια να συμφιλισουνε τον κσμο και τη δξα, το χρμα και τη τχνη. Στο ξεκνημ του, ο καλλιτχνης βρσκετ' αδικοπα κτω απ τη πεση του πιστωτ, οι ανγκες του γενννε χρη και τα χρη απαιτονε τις νχτες του. Μετ τη δουλει η απλαυση. Ο ηθοποις παζει ως τα μεσνυχτα, μελετ το πρω, κνει πρβες ως το μεσημρι. Ο γλπτης λυγζει κτω απ τ' γαλμ του, ο δημοσιογρφος εναι μια σκψη που προχωρ πως ο στρατιτης στον πλεμο, ο ζωγρφος της μδας εναι φορτωμνος με παραγγελες, ο ζωγρφος δχως πελατεα υποφρει σαν νιθει πως εναι μεγαλοφυα. Ο ανταγωνισμς, οι αντιζηλες, οι συκοφαντες δολοφονονε τα ταλντα τοτα. Οι μεν, απελπισμνοι, κυλνε στα βραθρα της αμαρτας, οι δε, πεθανουν νοι κι γνωστοι, επειδ προεξφλησαν απ πολ νωρς το μλλον τους. Λγες απ τις μορφς αυτς, πρωρα υπροχες, μνουν ωραες. Εξλλου η απαστρπτουσα ομορφι των κεφαλιν τους μνει παραγνωρισμνη. Το πρσωπο του καλλιτχνη εναι πντα εξωφρενικ, βρσκεται πντα πνω κτω απ τα συμβατικ μτρα της ιδεδους, κατ τους ηλθιους, ομορφις. Ποια δναμη τις καταστρφει; Το πθος! λα τα πθη στο Παρσι αναλονται με δυο λξεις: χρυσφι κι ηδον.
     Δεν ανασανετε πιο εκολα τρα; Δε νιθετε να εξαγνζεται η ατμσφαιρα, ο χρος; Εδ, μτε δουλεις μτε βσανα. Η περιδινομενη σπερα του χρυσο χει φτσει στα ψη. Απ τα βθη των υπογεων, απ' που αρχζει να ξεχνεται, απ τα βθη των μαγαζιν, που το συγκρατον αδναμα φργματα, απ τους κλπους των πρακτορεων και των μεγλων εργαστηρων, που μετατρπεται σε ρβδους, το χρυσφι, με τη μορφ προικν κληρονομιν στα χρια των νων κοριτσιν στα κοκαλιρικα δχτυλα των γρων, αναβλζει προς την αριστοκρατα, που θα λμψει, θ' απλωθε, θα κυλσει. Μα πριν αφσουμε τους τσσερις χρους που στηρζεται η ψηλ παρισιν ιδιοκτησα, δε πρπει, αφο ασχοληθκαμε με τις ηθικς αιτες, να ερευνσουμε και τις υλικς και να επιστσουμε τη προσοχ σ' να λοιμ, κατ κποιο τρπο, λανθνοντα, που σταθερ κι επμονα σημαδεει τα πρσωπα, του θυρωρο, του μαγαζτορα του εργτη; Να σημεισουμε μια καταστροφικν επδραση που οδηγε σε διαφθορ μοια με κενη των διοικητικν υπαλλλων του Παρισιο που την ανχονται; Αν η ατμσφαιρα των σπιτιν που ζουν οι πιο πολλο αστο εναι μολυσμνη, αν η ατμσφαιρα των δρμων φτνει φριχτ μισματα στις αποθκες με το ελχιστον οξυγνο, μθετε πως και τα σαρντα χιλιδες σπτια της μεγλης πλης χουνε τα θεμλια τους μες σ' ακαθαρσες που η εξουσα δεν χει ακμα σκεφτε σοβαρ να μονσει με τσιμεντνιους τοχους, ικανος να εμποδσουνε τον πιο δσοσμο βρβορο να διεισδσει στο δαφος, να δηλητηρισει τα πηγδια και να συνεχσει να δικαινει υπογεως το περφημο νομ της Λουτς (Σημ. Lutetia εναι το λατινικ -πρτο- νομα του Παρισιο, προρχεται απ' το κλτικο louk-teih και σημανει "τπος των βλτων"). Το μισ Παρσι κοιμται στις δυσδεις αναθυμισεις των αυλν, των δρμων και των αποπτων.
     Ας ρξουμε τρα μως μια ματι στα μεγλα ευερα κι επιχρυσωμνα σαλνια, τα μγαρα με τους κπους, τον πλοσιο, αργσχολο, ευτυχισμνο κσμο των εισοδηματιν. Οι μορφς εκε εν' αρρωστιρικες και βασανισμνες απ τη ματαιοδοξα. Δεν υπρχει τποτε το πραγματικ. Το να γυρεει κανες την ηδον δεν οδηγε στην ανα; Οι νθρωποι του κσμου εξντλησαν απ νωρς τις ηθικς τους δυνμεις. Επειδ η μοναδικ τους γνοια εν' η αναζτηση της διασκδασης, κνανε γργορα κατχρηση των αισθσεν τους, πως ο εργτης κνει κατχρηση του πιοτο. Η ηδον μοιζει με ορισμνες ιατρικς ουσες: για να πετυχανεις συνχεια τα δια αποτελσματα πρπει να διπλασιζεις τις δσεις και στη τελευταα περιχονται ο θνατος η αποκτνωση. λες οι καττερες τξεις υποκλνονται μπροστ στους πλοσιους και παραμονεουν να μθουνε τα γοστα τους, στε να τα μετατρψουνε σε διαστροφς και να τα εκμεταλλευτον. Πως ν' αντισταθε κανες στους δελεαστικος πειρασμος που κατασκευζονται σε τοτη τη χρα; τσι το Παρσι χει τους θεριακλδες του -τζγος, γαστρολατρεα εταρες, εναι τ' πι τους. τσι απ νωρς στους ανθρπους αυτος βλπει κανες προτιμσεις κι χι πθη, ρομαντικς φαντασισεις και χλιαρος ρωτες. Εκε βασιλεει η ανικαντητα, εκε δεν υπρχουνε πια ιδες, γιατ, πως και το ηθικ σφργος, χουν μετατραπε σ' ακκισμος του μπουντουρ και γυναικεα καμματα. Υπρχουν γουροι νεαρο που μοιζουνε σαραντρηδες, δεκαεξρηδες γερο-σοφο. Οι πλοσιοι συναντνε στο Παρσι, το πνεμα ετοιμοπαρδοτο, την επιστμη μασημνη, γνμες δη διατυπωμνες, που τους γλιτνουν απ την υποχρεση να 'ναι πνευματδεις, να γνωρζουν οτιδποτε να 'χουνε γνμη. Στον κσμο αυτν, ο παραλογισμς εν' σος με την αδυναμα και την ελευθεριτητα. Οι νθρωποι χνουνε τσο πολ τον χρνο τους, που τονε τσιγκουνεονται. Κι πως τους λεπει το χρισμα της σκψης, τσι τους λεπει και κενο των αισθημτων. Οι περιπτξεις καλπτουν βαθιν αδιαφορα κι η ευγνεια, αδιλειπτη περιφρνηση. Εδ κανες δεν αγαπ τον λλο. Λξεις δχως βθος, πολλς αδιακρισες, κουτσομπολι, πν' απ' λα, κοινοτοπες -εναι το βθος της γλσσας τους. Ωστσο οι δστυχοι Ευτυχες ισχυρζονται πως δε συγκεντρνονται για να πονε και να επινοσουν αποφθγματα στο φος του Λα Ροσφουκ (Σημ. La Rochefoucauld (1613-1680) Γλλος συγγραφας, γνωστς για τα "Γνωμικ" του). Λες και δεν υπρχει μση οδς -την ανακλυψεν ο δκατος γδοος αινας- ανμεσα στην υπερβολ και το απλυτο κεν. Κι ταν νθρωποι με κρος κνουν να λεπτ και διακριτικν αστεο, δε γνονται κατανοητο, χοντας κουραστε να δνουνε δχως να παρνουν μνουνε στο σπτι τους κι αφνουνε τους ανητους να βασιλεουνε στα εδφη τους. Αυτ η κεν ζω, η συνεχς προσμον μιας ευχαρστησης που δεν ρχεται ποτ, η μνιμη ανα, η μηδαμιντητα του πνεματος, της καρδις και του νου, η κοραση του μεγλου παριζινικου ξεφαντματος, καθρεφτζονται στα χαρακτηριστικ και κατασκευζουνε χαρτοννια πρσωπα, πρωρες ρυτδες -τη φυσιογνωμα των πλουσων που μορφζει η αδυναμα, που ανακλται το χρυσφι κι απ' που χει σβσει η εξυπνδα.
     Η ψη του ηθικο Παρισιο αποδεικνει πως το υλικ Παρσι δε θα μποροσε να 'ναι διαφορετικ απ' αυτ που 'ναι. Η εστεμμνη πλη εναι μια βασλισσα που, πντα γκυος, χει ακατανκητα ντονες επιθυμες. Το Παρσι εναι η κεφαλ της υδρογεου, μια μεγαλοφυα στην εμπροσθοφυλακ του ανθρπινου πολιτισμο, νας μεγλος ντρας, νας αδικοπα δημιουργικς καλλιτχνης, νας πολιτικς με μαντικς ικαντητες που παρουσιζει αναγκαστικ τις ρυτδες της μεγαλοφυας στον εγκφαλο, τα βτσια που συναντ κανες στους μεγλους ντρες, τις φαντασισεις του καλλιτχνη και την απογοτευση του πολιτικο. Στη φυσιογνωμα του διαβζει κανες τη βλστηση του καλο και του κακο, του αγνα και της νκης, την ηθικ μχη του 1789, που οι σλπιγγες της αντηχον ακμη σ' λες τις γωνις του κσμου κι επσης τη κατπτωση του 1814 (Σημ. Πτση του Ναπολοντα). Αυτ η πλη δε μπορε να 'ναι πιο ηθικ, οτε πιο εγκρδια, οτε πιο καθαρ απ' ,τι εναι ο κινητριος λβητας των θαυμσιων εκενων ατμοπλοων, που τα θαυμζετε ταν σκζουνε τα κματα! Κι εξλλου, δεν εναι το Παρσι ν' υπροχο σκφος προικισμνο με νοημοσνη; Ναι, ο θυρες του εναι χρησμς, απ κενους που επιτρπει καμι φορ στον εαυτ της η μορα. To μεγλο κατρτι ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ εναι μπροτζινο, μ' ανγλυφες νκες κι χει για σκοπι τον Ναπολοντα. Αυτ η ναυς χει τα σκαμπανεβσματ της, αλλ διασχζει τον κσμο, ρχνει τις ομοβροντες της, οργνει τις επιστημονικς θλασσες, πλει μ' λα τα πανι της ανοιχτ, φωνζει ψηλ απ τις γμπιες της με τη φων των σοφν και των καλλιτεχνν της: "Εμπρς μαρς! Ακολουθστε με!" χει πολυριθμο πλρωμα που αρσκεται να τη στολζει συνεχς με καινοργιες σημαιολες. Βλπει κανες μοτσους και χαμνια που γελνε στα ξρτια της, αστος που παζουνε το ρλο του ρματος, εργτες και νατες βουτηγμνους στη πσσα, στις καμπνες της ευτυχισμνους επιβτες, κομψος Δκιμους που καπνζουνε τα πορα τους σκυμμνοι στη κουπαστ, παρλληλα στο καμπονι, οι στρατιτες της, εμπνευσμνοι απ τις νες ιδες απλς τη φιλοδοξα, δνουνε σ' λες τις ακτς για να σκορπσουνε τις ζωηρς λμψεις του πολιτισμο, γυρεοντας μια δξα που 'ν' απλαυση,  ρωτες που απαιτονε χρυσφι.
     Eπομνως η εξωφρενικ κινητικτητα των προλεταρων, ο εκφυλισμς των συμφερντων που συνθλβουνε τις δυο αστικς τξεις, οι ωμτητες της καλλιτεχνικς σκψης κι οι υπερβολς της ηδονς που γυρεουν αδικοπα οι μεγλοι, εξηγονε τη μορφολογικν ασχμια της παριζινικης φυσιογνωμας. Μνο στην Ανατολ η ανθρπινη φυλ προσφρει μια θαυμσια προτομ. Αλλ' αυτ εν' αποτλεσμα της μνιμης ηρεμας που αποκτον οι βαθες φιλσοφοι με τις μακρις ππες, τα κοντ πδια, τους τετργωνους μους, που περιφρονονε κι απεχθνονται τη κνηση, εν στο Παρσι, Μικρο, Μεσαοι και Μεγλοι, τρχουνε, πηδνε και χοροπηδνε, μαστιγωμνοι απ μιαν ανελητη Θε, την Ανγκη: ανγκη χρημτων. δξας ψυχαγωγας. τσι το δροσερ, ξεκοραστο, χαριτωμνο, πραγματικ νο πρσωπο, αποτελε τη πιο ασυνθιστην εξαρεση -σπνια το συναντ κανες. Κι αν δετε κποιο, σγουρα ανκει σ' ναν εκκλησιαστικ νο ακμα και γεμτο ζλο σ' να καλωσυντο σαραντρη αβ με τριπλ σαγνι, σε κποια νεαρ κοπλα μ' αγν θη, απ' αυτς που ορισμνες αστικς οικογνειες εξακολουθον ν' ανατρφουνε, σε μιαν εικοσχρονη μητρα που θηλζει το πρτο της παιδ κι χει ακμη ψευδαισθσεις, σ' να νεαρ που μλις κατφτασεν απ την επαρχα και βρσκεται κτω απ τη προστασα μιας θρησκευμενης κυρας που τον αφνει φραγκο σως σε κποιο πωλητ που πηγανει για πνο τα μεσνυχτα κατκοπος μετ τη μρα που πρασε διπλνοντας και ξεδιπλνοντας τα τπια με το φασμα και σηκνεται απ τις εφτ για να τακτοποισει το εμπρευμα συχν, σε κποιον επιστμονα ποιητ που ζει μοναστικ κι ευτυχισμνα με μιαν μορφη ιδα και μνει νηφλιος υπομονετικς κι αγνς, σε κποιον ηλθιο ευχαριστημνο με τον εαυτ του που τρφεται με τη βλακεα που σκει απ υγεα κι εναι πντα απασχολημνος με το να χαμογελ στον διο του τον εαυτ στην ευτυχισμνη και μαλθακν ομδα των αργσχολων -εν' οι μοναδικο πραγματικ ευτυχισμνοι νθρωποι στο Παρσι που γεονται κθ' ρα και στιγμ, τη ποιητικ του ομορφι. Κι μως υπρχει στο Παρσι μια μερδα προνομιοχων ατμων που επωφελονται απ την αδικοπη κνηση του εμπορου, των συμφερντων, των υποθσεων, των τεχνν και του χρυσο. Εναι οι γυνακες. Υπρχουνε και σ' αυτς χλιες μυστικς αιτες που καταστρφουν ακμα χειρτερα τη φυσιογνωμα τους, αλλ στο γυναικεο κσμο συναντ κανες μικρς κι ευτυχισμνες αποικες που ζουν με την ανατολτικη νοοτροπα και μπορον να διατηρσουνε την ομορφι τους. Ττοιες γυνακες μως σπανως εμφανζονται πεζς στους δρμους, μνουνε κρυμμνες σα τα σπνια κενα φυτ που ανογουνε τα πταλ τους ορισμνες ρες μνο κι αποτελον αληθινς εξωτικς εξαιρσεις. Κι ωστσο το Παρσι εναι κυρως τπος αντιθσεων. Αν τ' αληθιν αισθματα εναι σπνια, συναντ κανες εκε, πως κι αλλο, ευγενικς φιλες, αφοσωση δχως ρια. Σ' αυτ το πεδο της μχης που συγκροονται συμφροντα και πθη, πως κι ανμεσα στις κοινωνες κενες που προελανουνε κι που θριαμβεει ο εγωισμς, που ο καθνας εν' υποχρεωμνος να υπερασπζεται μνος του τον εαυτ του και που ονομζουμε στρατις, φανεται πως τα αισθματα, ταν εκδηλνονται, αρσκονται να 'ναι πλρη κι η αντιπαρθεση τα κνει υπροχα. Το διο συμβανει και με τα πρσωπα. Στο Παρσι καμι φορ, στην υψηλν αριστοκρατα, υπρχουν αραιοσπαρμνα μερικ γοητευτικ πρσωπα νων ανθρπων -καρπο ανατροφς κι θους που σμερα σπανζουνε πια. Στη νεανικν ομορφι του αγγλικο αματος, προσθτουνε τη σταθερτητα των μεσογειακν χαρακτηριστικν, το γαλλικ πνεμα, τη καθαρτητα της μορφς. Τα φλογερ τους μτια, τα κκκινα χελια, τα φνα μαλλι, η ασπρδα του προσπου τους, η αριστοκρατικ κοψι, του κνουν μορφα λουλοδια, που χαρεται κανες να τα ξεχωρζει στη μζα των λλων φυσιογνωμιν, που μορφζουνε κουρασμνες, γερασμνες και παραμορφωμνες. τσι, οι γυνακες θαυμζουν αμσως τους νους αυτος με την διαν πληστην ευχαρστηση που νιθουν οι ντρες ταν κοιτζουν μιαν ωραα κοπλα, σεμν, χαριτωμνη, προικισμνη μ' λα τα παρθενικ θλγητρα που η φαντασα μας αρσκεται να στολζει την ιδανικ κρη. Αν η γργορη ματι που ρξαμε στο Λα του Παρισιο σας κανε να συνειδητοποισετε τη σπανιτητα μιας ραφαηλικς μορφς και τον παθιασμνο θαυμασμ που πρπει να εμπνει εκ πρτης ψεως, θα 'χουμε δικαισει το κεντρικ θμα της ιστορας. περ δει Δεξαι, αν επιτρπεται να εφαρμσουμεν να μαθηματικ τπο στην επιστμη των ηθν.
     ν' απο κενα τα πανμορφα ανοιξιτικα πρωιν λοιπν...
...   ...   ...
(τλος αποσπσματος Εκδσεις Γρμματα μετφραση Ρνας Χατχοτ 1994)
______________________________________________________

     Σημ. Δικ μου: Τοτο το απσπασμα συγκεκριμνα, μεταξ τσων και τσων λλων, εξ σου θαυμσιων ργων του, αλλ κι λλων αποσπασμτων που θα μποροσα να 'χω διαλξει, το επλεξα γιατ λη μα λη τοτη η ..."φλαρη" περιγραφ, της ττε κοινωνας εναι κι ακριβς μα και πολλ χει να μας πει και να μας διδξει για το πσον λλαξεν ο ...κσμος απ ττε μχρι και σμερα. Τα συμπερσματα τοτης της σγκρισης, ...δικ σας.                         Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου

===================

                                               
Οι Συγγενες

     Χτυπημνη απ θανσιμην αρρστια, μιὰ γυνακα, χρα ἐδῶ καὶ δκα χρνια, κετονταν στὸ κρεβτι της. Τρεῖς συγγενεῖς καὶ κληρονμοι της ἀνμεναν τὴν τελευταα της πνοὴ καὶ δὲν τὴν ἄφηναν οὔτε στιγμὴ μνη της ἀπὸ τὸ φβο μπως καὶ κνει μιὰ διαθκη πρὸς ὄφελος τῶν Βεγινῶν καλογραιῶν (Ἀχειροτνητες κοσμοκαλγριες, ποὺ ζοῦν κοινοβιακ, σὲ μικροὺς ὁμλους, στὸ Βλγιο καὶ τὴν Ὀλλανδα) τῆς πλης. Ἡ ἄρρωστη σπαινε, ἔδειχνε νὰ βρσκεται σὲ λθαργο, κι ὁ θνατος ἔμοιαζε νὰ κυριεει ἀργὰ τὸ βουβὸ καὶ πελιδνὸ πρσωπ της.
     Στὴ μση μιᾶς χειμωνιτικης νχτας βλπουμε τοὺς τρεῖς συγγενεῖς νὰ κθονται σιωπηλοὶ μπρὸς στὸ κρεβτι. Μιὰ γρι, ποὺ βρσκεται ἐκεῖ γιὰ νὰ τὴν προσχει, κουνει ἀποκαρδιωτικὰ τὸ κεφλι της κὶ ὁ γατρς, βλποντας μὲ ἀγωνα τὴν ἀρρστια νὰ φτνει στὸ τελικ της στδιο, κρατει τὸ καπλο του μὲ τὸ ἕνα χρι, ἐνῶ μὲ τὸ ἄλλο κνει μιὰ κνηση πρὸς τοὺς συγγενεῖς σὰν νὰ θλει νὰ πεῖ: Δὲν χρειζεται νὰ ξανρθω γιὰ νὰ τὴν ἐξετσω.
     Μιὰ ὑποβλητικὴ σιωπὴ ἐπτρεπε νὰ ἀκογονται οἱ πνιχτοὶ συριγμοὶ τοῦ χιοννερου ποὺ μαστγωνε τὰ παραθυρφυλλα. Γιὰ νὰ μὴν ὑποφρουν τὰ μτια τῆς ἑτοιμοθνατης ἀπὸ τὸ φῶς, ὁ νετερος ἀπὸ τοὺς κληρονμους εἶχε ἐφαρμσει ἕνα ἐπιλχνιο στὸ κερὶ ποὺ ἔκαιγε πλι στὸ κρεβτι της, ἔτσι ποὺ ὁ φωτεινὸς κκλος τῆς φλγας μλις κι ἄγγιζε τὸ νεκρικὸ μαξιλρι, στὸ ὁποῖο ξεχριζε τὸ κιτρινιασμνο πρσωπο τῆς ἄρρωστης ὅπως ἕνας κακτεχνα ἐπιχρυσωμνος Χριστὸς σ’ ἕνα σταυρὸ ἀπὸ θαμπωμνο ἀσμι. Ἔτσι, οἱ κυματιστὲς ἀνταγειες ποὺ ἔριχναν οἱ γαλζιες φλγες μιᾶς ἀστραφτερῆς φωτιᾶς ἀπὸ τὸ τζκι ἦταν οἱ μνες ποὺ φτιζαν τὸ σκοτεινὸ δωμτιο ὅπου θὰ ἐκτυλισσταν ἕνα δρμα.
     Καὶ πργματι ἕνα δαυλὶ κλησε ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ τζκι πνω στὸ σανιδνιο πτωμα σὰν γιὰ νὰ προαναγγελει ἕνα συμβν.
     Στὸ ἄκουσμα αὐτοῦ τοῦ θορβου, ἡ ἄρρωστη ἀνακθεται ἀπτομα κι ἀνογει κτι μτια τσο φωτεινὰ σὰν γατσια. Ὅλοι τὴν κοιτοῦν κατπληκτοι. Ἐκενη παρακολουθεῖ τὸ καυσξυλο ποὺ κυλ καὶ πρὶν κανεὶς σκεφτεῖ νὰ ἐμποδσει τὴν ἀπροσδκητη κνηση ποὺ λὲς καὶ τὴν προξνησε μιὰ παρκρουση, πετγεται ἔξω ἀπ’ τὸ κρεβτι της, ἁρπζει τὴ μασιὰ καὶ ξαναρχνει τὸ κρβουνο στὸ τζκι. Ἡ γριὰ νοσηλετρια, ὁ γιατρὸς κὶ οἱ συγγενεῖς της ὁρμοῦν καὶ τὴν πινουν γιὰ νὰ μὴ πσει. Τὴν ξαναπλαγιζουν, ἐκενη ἀκουμπ τὸ κεφλι της στὸ προσκφαλο κι ὕστερα ἀπὸ μερικὰ μλις λεπτὰ πεθανει, κρατντας, ἀκμη καὶ μετὰ τὸ θνατ της, τὸ βλμμα της στυλωμνο στὴ σανδα τοῦ πατματος ὅπου εἶχε σταθεῖ τὸ δαυλ.
     Ἡ κμισσα Βὰν Ὀστροὲμ δὲν πρλαβε καλὰ καλὰ νὰ ξεψυχσει καὶ οἱ τρεῖς συγκληρονμοι ἀντλλαξαν μεταξ τους μιὰ ματιὰ δυσπιστας κα, ξεχνντας κιλας τὴ θεα τους, κοταξαν μὲ νημα πρὸς τὸ μυστηριῶδες σανδι τοῦ πατματος. Καθὼς ἦταν Ὀλλανδο, ὁ ὑπολογισμς τους ὑπῆρξε τσο γοργὸς ὅσο καὶ τὰ βλμματ τους. Συμφωνθηκε, μὲ τρεῖς μονχα λξεις ποὺ εἰπθηκαν χαμηλφωνα, νὰ μὴ φγει κανες τους ἀπὸ τὸ δωμτιο. Ἕνας λακὲς πῆγε νὰ φωνξει κποιον ἐργτη καὶ οἱ τρεῖς πλγιοι συγγενεῖς καρδιοχτπησαν ζωηρὰ ὅταν, συγκεντρωμνοι πνω ἀπὸ τὸ ἀκριβὸ σανιδνιο πτωμα, εἶδαν ἕναν μικρὸ παραγιὸ νὰ δνει τὸ πρῶτο χτπημα μὲ τὸ κοπδι. Τὸ ξλο σκστηκε!...
 -"Ἡ θεα μου ἔκανε ἕνα νεῦμα!..." εἶπεν ὁ νετερος ἀπὸ τοὺς κληρονμους.
 -"Ὄχι, εἶναι τὸ ἀποτλεσμα τῶν ἀναπλσεων τοῦ φωτς!..." ἀποκρθηκε ὁ μεγαλτερος ποὺ εἶχε τὸ βλμμα του προσηλωμνο στὸ θησαυρὸ καὶ ταυτχρονα στὴ νεκρ.
     Στὸ σημεῖο ἀκριβῶς ὅπου εἶχε κυλσει τὸ καυσξυλο, βρῆκαν μιὰ μζα δεξιοτεχνικὰ καλυμμνη μ’ ἕναν στρῶμα γψου.
 -"Ἄντε, δῶσ’ του!.." εἶπε ὁ γρος συγκληρονμος.
     Τὸ κοπδι τοῦ παραγιοῦ ἔκανε νὰ ξεπεταχτεῖ μιὰ ἀνθρπινη κεφαλ κι ἀναγνρισαν, ἀπὸ δὲν ξρω ποιὸ ἀπομεινρι ἐνδματος, τὸν κμη, ποὺ ὁλκληρη ἡ πλη θεωροῦσε πὼς εἶχε πεθνει στὴν Ἰβα καὶ ποὺ τὴν ἀπλει του εἶχε γοερὰ θρηνσει ἡ γυνακα του.

-------------------------

   ΣΗΜ: Στὶς 26 Δεκμβρη 1829 κυκλοφρησε στὸ Παρσι τὸ 2τομο ἔργο τοῦ  Μπαλζὰκ La Physiologie du mariage ou Mιditations de philosophie ιclectique, sur le bonheur et le Malheu conjugal, publiιes par un jeune cιlibataire [Ἡ φυσιολογα τοῦ γμου ἢ Στοχασμοὶ ἐκλεκτικῆς φιλοσοφας περὶ τῆς συζυγικῆς εὐτυχας ἢ δυστυχας, δημοσιευμενοι ἀπὸ ἕναν νεαρὸ ἐργνη], χωρὶς τὴν ἔνδειξη τοῦ συγγραφα παρὰ μνο μὲ τὴν πρδηλη ὑπογραφὴ «H. B...C» στὴν Εἰσαγωγ του. Ὡς ἐκ τῆς φσες του, τὸ ἐν λγω ἔργο προσφερταν στὸν τεμαχισμ του καὶ τὴ παρουσαση διαφρων ἀποσπασμτων του ἀπὸ τὶς φιλικὰ προσκεμενες στὸν Μπαλζὰκ ἐφημερδες, ὑπὸ τὴ μορφὴ αὐτνομων ἀφηγημτων. Ἡ ἐφημερδα Le Sylphe προηγθηκε μλιστα ὅλων τῶν συναδλφων της σπεδοντας 2 μλις μρες μετὰ τὴ κυκλοφορα τοῦ βιβλου, δηλαδὴ στὶς 28 Δεκμβρη 1829, νὰ ἁλιεσει ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγ του τὶς 2 παραπνω σελδες καὶ νὰ τὶς δημοσιεσει γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες της, ὑπὸ τὸν αὐθαρετο ττλο «Les Collatéraux», (Οι Συγγενες) χωρὶς νὰ ἀναφρει οὔτε προλευση οὔτε συγγραφα.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers