Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Balzac Honore De: Ευφυέστατος Δουλευτής Γραφής

 

  Ονορέ Ντι Μπαλζάκ  Naturalism 

                                             Βιογραφικό

     Ηταν ένας από τους πολυγραφότερους συγγραφείς όλων των εποχών. Πίστευε πως ήταν μεγαλοφυΐα, πως τα έργα του θα τονε καθιέρωναν στον πνευματικό κόσμο όλης της Ευρώπης κι ότι η πένα θα του χάριζε μεγάλη περιουσία. Το τελευταίο ήταν μια χαμένη ψευδαίσθηση. Εζησε πνιγμένος στα χρέη και δούλευε όλο και περισσότερο για ν' απαλλαγεί απ' αυτά. Εργαζόταν τουλάχιστον 18-20 ώρες το 24ωρο καταναλώνοντας τεράστιες ποσότητες καφέ για να διατηρεί διαύγεια. Δημιούργησε 2.504 ήρωες και κατέκτησε το κοινό της εποχής.
     Ο υποτυπώδης σκελετός των έργων που παρέδιδε στο τυπογραφείο, γινόταν αριστούργημα μες απ' αλλεπάλληλες τυπογραφικές διορθώσεις, σημαδεμένες από χάος προσθηκών, διαγραφών κι αλλαγών. Φόβος και τρόμος των τυπογράφων, μπορούσε να γράψει βιβλίο σ' 72 ώρες και να του δώσει την οριστική του μορφή, σ' 60 άγρυπνες νύχτες. Όχι ιδιαίτερα καλός μαθητής, αλλά καταβρόχθισε τη σχολική βιβλιοθήκη και τις όποιες γνώσεις του περί νομικής, τις απέκτησεν εμπειρικά, σα βοηθός σε δικηγορικό γραφείο και στα 20 του χρόνια κιόλας έπεισε τον πατέρα του πως δε θα γινότανε τίποτ' άλλο, παρά συγγραφέας. "Κάθε γενιά είναι δράμα με 4-5 εκατομμύρια πρωταγωνιστές. Αυτό το δράμα είναι το βιβλίο μου!" είπε κάποτε. Πιστεύεται πως επέλεξε τον τίτλο του σ' αντιδιαστολή με το έργο του Δάντη."Θεία Κωμωδία".
     Στο Παρίσι, πόλη 2.000.000 κατοίκων, δοκιμασμένη απ' αλλεπάλληλες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, η συγγραφή μπορούσε να προσφέρει χρήμα, δόξα, εξουσία. Στη γαλλική, πρώτη μεταξύ των γλωσσών, ενισχυμένη με το σφρίγος των νέων ιδεών του μετεπαναστατικού κόσμου, οι επιφυλλίδες είχαν απήχηση στο πλατύ κοινό, όπως σήμερα οι επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές. Χρειάστηκαν όμως αρκετά χρόνια ακατάβλητης προσπάθειας, γράφοντας μυθιστορήματα της σειράς χωρίς να υπογράφει καν ωσότου αγγίξει την επιτυχία. Στον σκληρό ανταγωνισμό, όπου όλα τα ρομαντικά θέματα είχαν αξιοποιηθεί, απέδωσε συστηματικά μιαν ολόκληρη κοινωνία, τους νόμους και τους αδυσώπητους μηχανισμούς της: χαρακτήρες από τον επιχειρηματικό, δημοσιογραφικό, καλλιτεχνικό κόσμο, άντρες και γυναίκες της αριστοκρατίας, παιδιά του δρόμου, παπάδες και γιατροί που εξομολογούν τις αμαρτίες του πνεύματος και της σάρκας, στη μεγαλούπολη ή στην επαρχία, διαπλέκονται μεταξύ τους σ' άπειρους συνδυασμούς, αναλώνουν καθένας τη ζωή του στην ένταση των παθών. Επί 20 χρόνια, ως τον αιφνίδιο θάνατό του στ' αποκορύφωμα της δόξας, έγραψε συνολικά 91 μυθιστορήματα, 30 νουβέλες, 5 θεατρικά έργα: άμεσα, επίκαιρα, αποτελεσματικά, πείσανε τους αναγνώστες που πολλαπλασιάζανε τις πωλήσεις των εφημερίδων. Κι όλα τούτα σε χρονικό διάστημα 25 περίπου ετών.
     Φανατικοί, σήμερα ακόμη διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν τα έργα του στο σύνολό τους, βυθίζονται στον πλασματικό του κόσμο αποκομίζοντας εμπειρία και πληροφορίες, μολονότι τα θέματά του κρίθηκαν συχνά παρατραβηγμένα, προσβλητικά για τα χρηστά ήθη: η απουσία του καλού φάνταζε περισσότερο ακόμη καθώς προέκυπτε άδηλα από τα γεγονότα. Για ένα διάστημα τα έργα του θεωρούνταν εμπορικά, ελαφρά κι υποδεέστερης σημασίας. Σήμερα έχει κατακτήσει τη θέση που ονειρευόταν στο πάνθεο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η "Ανθρώπινη Κωμωδία" του, θεωρείται άξια εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεαλισμού, βαθιά και με ζωντανά χρώματα τοιχογραφία, που περιγράφει ανθρώπινους χαρακτήρες κι αδυναμίες που ξεπερνούνε την εποχή του.
     20 Μαΐου 1799 γεννιέται στη Τουρ και το 1814 η οικογένεια του εγκαθίσταται στο Παρίσι. Το 1816, 17χρονος, ξεκινά Νομική στη Σορβόνη. Το 1819 πτυχιούχος πλέον της Νομικής, αρνείται ν' ακολουθήσει το επάγγελμα του συμβολαιογράφου. Φεύγει από το πατρικό σπίτι για να μείνει μόνος σε μια φτωχική σοφίτα και ν' αφιερωθεί στη συγγραφή: φιλοσοφικά δοκίμια, μυθιστόρημα σε μορφή επιστολών, τραγωδία. Τίποτε δε δημοσιεύεται. Το 1822 γίνετ' εραστής της κατά 20 χρόνια μεγαλύτερής του κυρίας Ντε Μπερνί. Αρχίζει να δημοσιεύει με διάφορα ψευδώνυμα μυθιστορήματα εμπορικά. Ο λογοτεχνικός του χείμαρρος αρχίζει να ρέει: μυθιστορήματα ξεχωριστά ή σε κύκλους, παραμύθια, άρθρα, θεατρικά έργα, αλληλογραφία, μυθιστορήματα σε συνέχειες, διάφορες συνεργασίες. Η μόνη ενέργεια που μπορεί να συγκριθεί με κείνη που αφιερώνει στη συγγραφή είναι εκείνη που καταναλώνει στο ξόδεμα των χρημάτων του. Οι τόμοι και τα χρέη συσσωρεύονται και μόν' ο θάνατος θα τονε βγάλει απ' αυτό τον φαύλο κύκλο.
     Το 1825 αρχίζει η σχέση του με τη Δούκισσα Ντ' Αμπραντές, που τονε βάζει στους κοσμικούς κύκλους του Παρισιού. Χάνει την αδελφή του Λορ, που 'ταν έμπιστή του. Γίνεται εκδότης. Τα 1826-1828 γίνεται τυπογράφος μ' ολέθριες συνέπειες. Καταστρέφεται οικονομικά καταρρέοντας από τα χρέη. Το 1830 δηλώνει ότι κατάγεται από τους Μπαλζάκ της Αντράγκ και προσθέτει στο όνομά του το «Ντε». Στις 18 Φλεβάρη 1932, λαμβάνει το πρώτο γράμμα της «Ξένης», της Εβελίνα Χάνσκα κι αρχίζει φλογερή αλληλογραφία. Η απόπειρά του να γοητεύσει τη κυρία Ντε Καστρί αποτυγχάνει. Το 1834 πηγαίνει στην Ελβετία για να συναντήσει την Εβελίνα, που γίνετ' ερωμένη του. Ένα χρόνο μετά, αναλαμβάνει την επιθεώρηση "La Chronique De Paris". Θα την αφήσει τον Ιούλιο του 1836 ακόμη περισσότερο χρεωμένος. Το 1837 κυκλοφορούν οι "Χαμένες Ψευδαισθήσεις" κι ο συγγραφέας τους αγοράζει τις «Jardies», έν' αγρόκτημα στη περιοχή των Σεβρών που, λόγω χρεών, θ' αναγκαστεί να πουλήσει το 1845.
     Το 1838 κάνει αποτυχημένες απόπειρες στο χρηματιστήριο χωρίς να μπορέσει να βελτιώσει στο ελάχιστο την οικονομική κατάστασή του. Το 1840 προσπαθεί να ξανακυκλοφορήσει τη «Revue Parisienne». Η αποτυχία είν' ολοκληρωτική. Αναγκάζεται να κρυφτεί στο Πασί για να ξεφύγει από τους πιστωτές του. Την επόμενη χρονιά πεθαίνει ο σύζυγος της Χάνσκα. 1845-1846: Το ζεύγος κάνει πολλά ταξίδια. Η Χάνσκα μένει έγκυος κι αποβάλλει. 1848-1850: Επιστροφή του ζεύγους στην Ουκρανία, στο σπίτι της Χάνσκα. Παντρεύονται στις 4 Μαρτίου 1850 κι εκείνος επιστρέφει στο Παρίσι, στην οδό Φορτυνέ. Πεθαίνει εκεί στις 18 Αυγούστου 1850, σ' ηλικία μόλις 51 ετών
.

------------------------------------------------------------------------------------------

                               Το Κορίτσι Με Τα Χρυσά Μάτια
                                                                                     (απόσπασμα)

παριζιΑνικες φυσιογνωμΙες
     Εν' από τα θεάματα που προκαλούνε το μεγαλύτερο τρόμο είναι σίγουρα η γενική όψη του παριζιάνικου πληθυσμού, ενός πληθυσμού απωθητικού, κάτισχνου, κιτρινάρη, στεγνού. Μήπως εξάλλου το Παρίσι δεν είναι ένας απέραντος κάμπος που σειέται διαρκώς από θύελλα συμφερόντων και παραδέρνει κει πλήθος ανθρώπων, που ο θάνατος τους θερίζει με μεγαλύτερη συχνότητα απ' οπουδήποτε αλλού, -που ξαναγεννιούνται, πάντα εξίσου άφθονοι, με πρόσωπα διαστρεβλωμένα, παραμορφωμένα, που αποπνέουν από κάθε πόρο τις σκέψεις, τις λαχτάρες, τα φαρμάκια που εγκυμονεί ο εγκέφαλός τους ή μάλλον, δεν είναι πρόσωπα, είναι προσωπεία, προσωπεία αδυναμίας, δύναμης, αθλιότητας, προσωπεία χαράς, προσωπεία υποκρισίας, όλα εξουθενωμένα, όλα χαραγμένα από ανεξίτηλα ίχνη ξέπνοης απληστίας. Τι γυρεύουν οι άνθρωποι αυτοί; Χρυσάφι ή την ηδονή;
     Μερικές παρατηρήσεις πάνω στη ψυχή του Παρισιού, ίσως να δώσουν μιαν εξήγηση για τη νεκρική όψη του πληθυσμού του, που μονάχα δυο ηλικίες έχει: τα νιάτα ή τα έσχατα γερατειά, -νιάτα χλωμά κι άχρωμα, γερατειά φτιασιδωμένα, σε μια προσπάθεια να παραστήσουνε τα νιάτα. Βλέποντας αυτό το λαό που μοιάζει ν' αποτελείται από εκταφιασμένα πτώματα, οι ξένοι που δεν έχουνε καμιάν υποχρέωση να εμβαθύνουνε στα πράματα, νιώθουνε στην αρχή μιαν αίσθηση αηδίας για τη πρωτεύουσα, απέραντον εργαστήρι κατασκευής απολαύσεων, όπου, όμως, δεν αργούν να παγιδευτούν, μ' αποτέλεσμα να μένουνε και να εκφυλίζονται οικειοθελώς κι οι ίδιοι.
     Λίγα λόγια αρκούνε για να δώσουν μιαν ιατρικήν εξήγηση στο σχεδόν κολασμένο χρώμα των παριζιάνικων φυσιογνωμιών. Γιατί το Παρίσι δε το βαφτίσανε κόλαση μόνο γι' αστείο, -να 'στε σίγουροι πως η λέξη αυτή εκφράζει την αλήθεια. Εκεί τα πάντα καπνίζουνε, καίγονται, τα πάντα λάμπουνε, βράζουνε, τα πάντα κορώνουν, εξατμίζονται, σβήνουνε, ξανανάβουν, αστράφτουνε, σπινθηρίζουνε και καταστρέφονται. Ποτέ, σε καμιά χώρα, η ζωή δεν υπήρξε πιο έντονη, αλλά ούτε και πιο οδυνηρή. Η κοινωνία αυτή, που βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση τήξης μετά την ολοκλήρωση του κάθε έργου, μοιάζει να σκέφτεται: "Ας περάσουμε στο επόμενο!", -όπως η φύση. Κι ακριβώς όπως η φύση, ασχολείται μ' έντομα, με λουλούδια εφήμερα, με πράγματα ευτελή και πρόσκαιρα και πετά φωτιές και φλόγες από τον αστείρευτο κρατήρα της. Ίσως πριν αναλύσουμε τις αιτίες που κάνουν τη κάθε κατηγορία του ξύπνιου και δραστήριου αυτού έθνους να ξεχωρίζει, πρέπει να επισημάνουμε τη γενικήν αιτία π' αποχρωματίζει τ' άτομα, τα κάνει λίγο ή πολύ, ωχρά, μπλάβα ή καφετιά.
     Επειδή ενδιαφέρεται για τα πάντα ο Παριζιάνος, καταλήγει να μην ενδιαφέρεται για τίποτε. Κανέν αίσθημα δε δεσπόζει στο φθαρμένο από τη τριβή, πρόσωπό του, που γίνεται γκρίζο σα τον γύψο των σπιτιών όπου κατακάθεται η σκόνη κι η καπνιά. Πραγματικά, αδιαφορώντας τη προηγούμενη, γι' αυτό που θα τον μεθύσει την επόμενη, ο Παριζιάνος ζει σα παιδί, όποια κι αν είν' η ηλικία του. Γκρινιάζει ή αδιαφορεί για τα πάντα, ανέχεται, ξεχνά ή θέλει τα πάντα, τα δοκιμάζει όλα και τ' αντιμετωπίζει με πάθος ή τα παρατά δίχως δεύτερη σκέψη, -τους βασιλιάδες του, τις κατακτήσεις, τη δόξα του, τα είδωλά του, χάλκινα ή γυάλινα- όπως πετά τις κάλτσες του, τα καπέλα και τη περιουσία του. Στο Παρίσι, κανέν αίσθημα δεν αντιστέκεται στον χείμαρρο των γεγονότων, η ορμή τους παρασύρει τους ανθρώπους σ' έναν αγώνα που χαλαρώνει τα πάθη: ο έρωτας εδώ είναι μονάχα πόθος και το μίσος ιδιοτροπία- δεν υπάρχει αληθινός συγγενής πέρ' από το χαρτονόμισμα των χιλίων φράγκων, άλλος φίλος από τον ενεχυροδανειστή. Αυτή η γενική αδιαφορία έχει τους καρπούς της. Και στο σαλόνι και στο δρόμο, κανείς δε περισσεύει, κανείς δεν είν' απόλυτα χρήσιμος, αλλ' ούτε κι απόλυτα βλαβερός, -τόσον οι ανόητοι ή οι απατεώνες, όσο κι οι έξυπνοι ή οι τίμιοι άνθρωποι. Στο Παρίσι υπάρχει ανοχή για όλα, για τη κυβέρνηση και τη γκιλοτίνα, για τη θρησκεία και τη χολέρα. Πάντα θα 'στε ευπρόσδεκτοι εδώ, άν όμως λείψετε, κανείς δε θα σας αναζητήσει. Είναι μια χώρα δίχως ήθη, δίχως αρχές, δίχως κανέν αίσθημα κι ωστόσο, απ' αυτή ξεκινούνε και σ' αυτή καταλήγουν όλα τα αισθήματα, όλες οι αρχές κι όλα τα ήθη. Ποιες είναι λοιπόν οι δυνάμεις που την εξουσιάζουν; Το χρυσάφι κι η ηδονή! Χρησιμοποιήστε τις δυο αυτές λέξεις για να φωτίσετε το δρόμο σας και διασχίστε το μεγάλο, γύψινο κλουβί, αυτή τη κυψέλη με τα μαύρα αυλάκια, ακολουθήστε τους μαιάνδρους της σκέψης που τη κινεί, την αναδεύει, την οργώνει. Κοιτάξτε γύρω σας. Εξετάστε πρώτα τους ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα.
     Κοιτάξτε τον εργάτη, τον προλετάριο, τον άνθρωπο που δουλεύει με τα πόδια του, τα χέρια, τη γλώσσα, τη πλάτη και τα μπράτσα του, τα πέντε δάχτυλα του για να ζήσει. Ενώ είν' ο πρώτος που θα 'πρεπε να κάνει οικονομία στις ζωτικές του δυνάμεις, τις σπαταλά, ζεύει τη γυναίκα του σε κάποιο μηχάνημα, εκμεταλλεύεται το παιδί του καρφώνοντάς το σε κάποιο γρανάζι. Ο κατασκευστής, το δευτερεύον κινητήριο νήμα ενός λαού που με τα βρώμικα χέρια του πλάθει κι επιχρυσώνει τις πορσελάνες, ράβει τα κοστούμια και τα φορέματα, χτυπά το σίδερο, σκαλίζει το ξύλο, δένει το ατσάλι, υφαίνει το λινάρι, στιλβώνει τους μπρούντζους, στολίζει τα κρύσταλα, κατασκευάζει ψεύτικα λουλούδια, πλέκει το μαλλί, γυμνάζει τ' άλογα, κεντά τα χαλινάρια και τα σιρίτια, κόβει το χαλκό, βάφει τ' αμάξια, κλαδεύει τις γέρικες φτελιές, περνά το μπαμπάκι στον ατμό, φτιάχνει τα τούλια, κόβει το διαμάντι, γυαλίζει τα μέταλλα, μεταμορφώνει το μάρμαρο σε φύλλα, ταγιάρει τους πολύτιμους λίθους, εξωραΐζει τη σκέψη, χρωματίζει, ασπρίζει και μαυρίζει τα πάντα, ε λοιπόν, ο μεσάζων αυτός ήρθε να υποσχεθεί σ' ένα κόσμο ιδρώτα και θέλησης, σπουδής κι υπομονής, πλούσιο μεροκάματο, είτε στ' όνομα των ιδιοτροπιών της πόλης, είτε με τη φωνή του τέρατος που ονομάζεται Κερδοσκοπία. Τότε οι τετράχειρες αυτοί βάλθηκαν να ξαγρυπνούν, να υποφέρουν, να δουλεύουν, να βλαστημάνε, να μένουν νηστικοί, να περπατούν. Όλοι εξουθενώνονται για να κερδίσουνε το χρυσάφι -τους μαγεύει. Κι ύστερα, αδιαφορώντας για το μέλλον, γυρεύοντας άπληστα την ηδονή, υπολογίζοντας στη δύναμη των χεριών τους όπως ο ζωγράφος στη παλέτα του, σκορπούν, κάθε Δευτέρα, μεγιστάνες της μιας μέρας, το χρήμα τους στα καπηλειά που ζώνουνε τη πόλη με μια ζώνη βορβόρου, τη ζώνη της πιο ξεδιάντροπης Αφροδίτης που αδιάκοπα τη λύνει και τη δένει ξανά κι όπου χάνεται, όπως στα χαρτοπαίγνια, η περιουσία ενός λαού, που τόσον αχαλίνωτος είναι στην ηδονή του, όσο πειθαρχημένος είναι στη δουλειά του. Πέντε μέρες, λοιπόν, καμιάν ανάπαυση για τον εργατικό πληθυσμό! Παραδίνεται σε δραστηριότητες που τονε κάνουν να χάνει την ευκινησία του να χοντραίνει, ν' αδυνατίζει, να χλομιάζει, αλλά και να ξεσπά σε χίλια αναβλύσματα δημιουργικότητας. Ύστερα, στη προσπάθεια του να διασκεδάσει και να χαλαρώσει, καταφεύγει σε μια κουραστικήν ακολασία, απ' όπου αναδύεται μελανός από τα χτυπήματα στους καβγάδες, ωχρός από το μεθύσι ή κίτρινος από τη βαρυστομαχιά και μ' όλο που η διασκέδαση κι η ξεκούραση διαρκούνε μονάχα δυο μέρες, κλέβουνε το αυριανό ψωμί, τη βδομαδιάτικη σούπα, τα φορέματα της γυναίκας, τις πάνες των παιδιών που περιφέρονται ρακένδυτα. Οι άντρες αυτοί, που δίχως αμφιβολία γεννηθήκανε για να 'ν' ωραίοι, γιατί κάθε πλάσμα έχει τη δική του ομορφιά, υποτάχθηκαν από τα μικράτα τους στις διαταγές της δύναμης, στη βασιλεία του σφυριού, του σκαρπέλου, του αργαλιού και δεν αργήσαν να βουτηχτούνε στο θειάφι. Μήπως εξ άλλου ο Ήφαιστος, με την ασχήμια και τη δύναμή του, δεν είναι το σύμβολο του άσχημου και δυνατού αυτού έθνους, που 'ν' υπέροχο στη μηχανική του επιτηδειότητα, υπομονετικό όταν θέλει, τρομερό μια μέρα τον αιώνα, εύφλεκτο σα το μπαρούτι, ψημένο από το ρακί για ν' ανάψει τη πυρκαγιά της επανάστασης, αρκετά πνευματώδες, τέλος, ώστε να παίρνει φωτιά με μια παραπειστική λέξη που γι' αυτό πάντα σημαίνει: χρυσάφι κι ηδονή! Συμπεριλαμβάνοντας όλους εκείνους που απλώνουνε το χέρι για μιαν ελεημοσύνη, για νόμιμα μεροκάματα και για τα πέντε φράγκα που δίνονται σ' όλα τα είδη της παριζιάνικης πορνείας, για κάθε χρήμα καλά ή κακά κερδισμένο, ο λαός αυτός μετρά τρακόσιες χιλιάδες άτομα. Δίχως τα καπηλειά, δε θ' ανατρεπότανε κάθε Τρίτη η κυβέρνηση; Ευτυχώς τη Τρίτη, ο λαός είναι αποχαυνωμένος, προσπαθεί να συνέλθει από το ξενύχτι, δεν έχει πια δεκάρα και ξαναγυρίζει στη δουλειά, στο ξερό ψωμί, ερεθισμένος από μιαν ανάγκη υλικής παραγωγικότητας που του γίνεται δεύτερη φύση. Ωστόσο, έχει φαινόμενα υποδειγματικής αρετής, άξιους άντρες, άγνωστους Ναπολέοντες, που 'ν' αντιπροσωπευτικοί των ικανοτήτων του όταν ανάγονται στη πιο ψηλή κοινωνική τους δύναμη σ' ένα είδος ύπαρξης που η πνευματική κι η σωματική δραστηριότητα συνδυάζονται λιγότερο για να δώσουνε χαρά και περισσότερο για ν' αμβλύνουνε την επίδραση του πόνου.
     Τυχαίνει ένας εργάτης να 'ν' οικονόμος, προικισμένος με την ικανότητα της σκέψης. Κοιτάζει το μέλλον, γνωρίζει μια γυναίκα, γίνεται πατέρας κι έπειτα από μερικά χρόνια σκληρών στερήσεων, ξεκινά μια μικρήν επιχείρηση ψιλικών, νοικιάζει ένα μαγαζί. Αν ούτ' αρρώστια, ούτε κάποιο βίτσιο, φέρουν εμπόδια στο δρόμο του, αν ευημερήσει, ορίστε με λίγα λόγια, η ζωή που φυσιολογικά, τονε περιμένει.
     Πρώτα χαιρετίστε αυτόν τον βασιλιά της παρισινής κίνησης, που υπέταξε τον χρόνο και τον χώρο. Ναι χαιρετίστε το πλάσμα το φτιαγμένο από νίτρο κι αέριο, που τις νύχτες φροντίζει ανελλιπώς να δώσει παιδιά στη Γαλλία και τη μέρα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για την υπηρεσία, τη δόξα και την ευχαρίστηση των συμπολιτών του. Ο άνθρωπος αυτός έχει να λύσει ένα πολύπλευρο πρόβλημα: πρέπει να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντι στην αξιολάτρευτη γυναίκα του, την οικογένειά του, τον "Συνταγματικό" (Σημ. Le Constitutionnel: εφημερίδα της τότε εποχής, της φιλελεύθερης αστικής τάξης), το γραφείο του, την Εθνοφρουρά (Σημ. από το 1830 κι έπειτα, όλοι οι πολίτες ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετήσουν ένα διάστημα στην Εθνοφρουρά), την Όπερα και τον Θεό ταυτόχρονα. Με τέτοιο τρόπον όμως, ώστε να μετατρέψει σε μετρητά, τον Συνταγματικό, το γραφείο, την Όπερα, την Εθνοφρουρά, τη γυναίκα και τον Θεό. Τέλος, χαιρετίστε έναν άψογο πολυθεσίτη. Στο πόδι κάθε πρωΐ από τις πέντε, διασχίζει πετώντας σχεδόν την απόσταση που χωρίζει τη κατοικία του από την οδό Μονμάρτρ. Ό,τι καιρό κι αν κάνει, με αγέρα ή βροχή, χιόνι ή καταιγίδα, θα βρεθεί στον Συνταγματικό και θα περιμένει το φορτίο των εφημερίδων, αφού έχει αναλάβει τη διανομή τους. Παραλαμβάνει άπληστα τη πολιτική αυτή τροφή, τη παίρνει και φεύγει. Στις εννιά, βρίσκεται πίσω στους κόλπους της οικογένειάς του, χαριτολογεί με τη γυναίκα του, της κλέβει ένα φιλί, απολαμβάνει ένα φλιτζάνι καφέ ή μαλώνει τα παιδιά του. Στις δέκα παρά τέταρτο, εμφανίζεται στο δημαρχείο. Εκεί στημένος στο κάθισμά του, σα παπαγάλος στο ξύλο του, τυλιγμένος στη ζεστασιά που του προσφέρει ο Δήμος, καταγράφει ως τις τέσσερις, δίχως να τους χαρίσει ούτε δάκρυ ούτε χαμόγελο, τους θανάτους και τις γεννήσεις ενός ολάκερου διαμερίσματος. Η ευτυχία κι η δυστυχία της γειτονιάς περνά από τη μύτη της πένας του, όπως το πνεύμα του Συνταγματικού ταξίδευε προηγουμένως πάνω στους ώμους του. Τίποτα δε τονε βαραίνει! Προχωρεί πάντα ίσια μπροστά, βρίσκει προκατασκευασμένο τον πατριωτισμό του στην εφημερίδα του, δεν αντιμιλά σε κανένα, φωνάζει ή χειροκροτεί μαζί μ' όλους τους άλλους και ζει σα το χελιδόνι. Μια κι η υπηρεσία του απέχει μόλις δυο βήματα από την εκκλησία της ενορίας του, έχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση κάποιας σημαντικής τελετής, ν' αφήσει στο πόδι του ένα κατώτερο υπάλληλο και να πάει να ψάλει ένα ρέκβιεμ στα λατινικά, με τη χορωδία της εκκλησίας. Και της χορωδίας αυτής, Κυριακές και γιορτές, αποτελεί το πιο όμορφο στολίδι και φωνή πιο επιβλητική δεν υπάρχει, όταν στραβώνει μ' όλη του τη δύναμη το μεγάλο του στόμα, βροντοφωνάζοντας ένα χαρούμενον Αμήν. Είναι ψάλτης. Ελεύθερος στις τέσσερις από την επίσησην υπηρεσία του, εμφανίζεται για να σκορπίσει χαρά κι ευθυμία στους κόλπους του που γνωστού καταστήματος στη Σιτέ (Σημ. το ένα από τα δυο νησάκια στο Σηκουάνα, στο κέντρο του Παρισιού). Τυχερή η γυναίκα του, γιατί δε προλαβαίνει να τη ζηλέψει. Είναι άνθρωπος της δράσης μάλλον, παρά των αισθημάτων. Έτσι, μόλις φτάνει, αρχίζει τα πειράγματα με τις πωλήτριες, που με τα ζωηρά τους μάτια προσελκύουν άφθονους πελάτες. Θεωρεί απόλαυση να βρίσκεται ανάμεσα στα στολίδια, τα μαντίλια, τη μουσελίνα που 'χουνε ράψει επιδέξιες εργάτριες. Ή ακόμα πιο συχνά, πριν το δείπνο, εξυπηρετεί κάποιο πελάτη, αντιγράφει μια σελίδα από το πρωτόκολλο ή πηγαίνει στον δικαστικό κλητήρα κάποιο καθυστερημένον έγγραφο. Μέρα παρά μέρα, στις έξι, θα τονε βρείτε πιστό στο πόστο του. Μόνιμος μπάσος στις χορωδίες, βρίσκεται στην Όπερα, έτοιμος να μεταμορφωθεί σε στρατιώτη, 'Αραβα, φυλακισμένο, άγριο, χωριάτη, σκια, πόδι καμήλας, λιοντάρι, διάβολο, τζίνι, σκλάβο, ευνούχο, μαύρο ή λευκό, γνωρίζοντας πάντα πως να μιμείται τη χαρά, τον πόνο, τον οίκτο, την έκπληξη, να βγάζει συμβατικές κραυγές, να σωπαίνει, να κυνηγά, να μάχεται, να εκπροσωπεί τη Ρώμη ή την Αίγυπτο, αλλά πάντα, βαθιά στη καρδιά του, παραμένει ψιλικατζής. Τα μεσάνυχτα ξαναγίνεται καλός σύζυγος, άντρας, στοργικός πατέρας, γλιστρά στη συζυγική παστάδα με τη φαντασία ξαναμμένη ακόμη από τις πλανεύτρες σιλουέτες των νυμφών της Όπερας κι έτσι στρέφει σ' όφελος του συζυγικού έρωτα τις αχρειότητες του κόσμου και τις μαγευτικές φιγούρες της Ταλιόνι (Σημ. μεγάλη χορεύτρια της ρομαντικής εποχής). Τέλος, όταν κοιμάται, ο ύπνος του είναι γρήγορος και βιαστικός, όπως η ζωή του. Είν' η κίνηση μεταμορφωμένη σ' άνθρωπο, η ενσάρκωση του χώρου, ο πρωτέας του πολιτισμού, -τα συνοψίζει όλα: ιστορία, λογοτεχνία, πολιτική, κυβέρνηση, θρησκεία, στρατιωτική τέχνη. Είναι μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια, ένας τραγελαφικός άτλας, που προχωρεί αδιάκοπα σαν το ίδιο το Παρίσι και ποτέ δεν αναπαύεται. Σ' αυτόν τα πάντα είναι πόδια. Καμιά φυσιογνωμία δε μπορεί να παραμείνει ανόθευτη όταν υποβάλλεται σε τέτοιο μόχθο. Ίσως, όπως ισχυρίζονται μερικοί εισοδηματίες φιλόσοφοι, ο εργάτης που πεθαίνει γέρος στα τριάντα του, με το στομάχι κατεστραμμένο από το ρακί, να 'ναι πιο ευτυχισμένος από τον ψιλικατζή. Ο ένας πεθαίνει μονομιάς κι ο άλλος λίγο-λίγο. Από τις οχτώ δουλειές του, από τους ώμους, το λαρύγγι του, τα χέρια, τη γυναίκα του και το εμπόριό του, κερδίζει σαν από νοίκια, μερικά παιδιά, μερικές χιλιάδες φράγκα και τη πιο κοπιαστικήν ευτυχία που 'χει ποτέ ευφράνει την ανθρώπινη καρδιά. Η περιουσία του και τα παιδιά του που συνοψίζουνε τα πάντα γι' αυτόν, πέφτουνε θύματα της αμέσως ανώτερης τάξης που αφιερώνει τα χρήματά του και τη κόρη του ή τον γιο του, που τον έχει στείλει να σπουδάσει και που πιο μορφωμένος από τον πατέρα του, ρίχνει πιο ψηλά τα φιλόδοξα βλέμματα του. Συχνά ο Βενιαμίν ενός μικρέμπορου εποφθαλμιά μια θέση στο Δημόσιο.
     Η φιλοδοξία αυτή μας οδηγεί στη δεύτερη από τις παριζιάνικες σφαίρες. Ελάτε, ανεβείτε έναν όροφο και πηγαίνετε στον ημιόροφο ή κατεβείτε από τη σοφίτα στο τέταρτο, μπείτε τέλος, στον κόσμο που 'χει κάτι: κι εκεί το ίδιο αποτέλεσμα. Οι χονδρέμποροι κι οι βοηθοί τους, οι υπάλληλοι, οι τραπεζιτικοί με τις μικρές θέσεις και τη μεγάλη τιμιότητα, οι απατεώνες, τα τσιράκια, οι προϊστάμενοι κι οι κλητήρες, οι υπάλληλοι των δικαστικών κλητήρων, των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων, τα ενεργά, σκεπτόμενα, κερδοσκοπούντα μέλη της μικροαστικής τάξης, τέλος, που χειρίζεται τα συμφέροντα του Παρισιού και φροντίζει για τον ανεφοδιασμό του, καπαρώνει τα τρόφιμα, συσσωρεύει τα προϊόντα που κατασκευάζουν οι προλετάριοι, αποθηκεύει τα φρούτα του Νότου, τα ψάρια του ωκεανού, τα κρασιά απ' όλες τις ηλιόλουστες πλαγιές, που απλώνει τα χέρια στην Ανατολή, αγοράζει τις εσάρπες που περιφρονούν οι Τούρκοι κι οι Ρώσοι, φτάνει ως τις Ινδίες, περιμένει υπομονετικά τη κατάλληλη στιγμή για να πουλήσει, κυνηγά το κέρδος, προεξοφλεί επιταγές, εισπράττει όλες τις αξίες, πακετάρει το Παρίσι ολάκερο, φροντίζει για τα μεταφορικά του μέσα, ικανοποιεί τις φαντασιώσεις των παιδιών, επωφελείται από τις ιδιοτροπίες και τις διαστροφές των μεσόκοπων, εκμεταλλεύεται τις αρρώστιες. Ε λοιπόν όλοι αυτοί, δίχως να μεθούνε σα τον εργάτη, ούτε να κυλιούνται στον βόρβορο των καπηλειών, εξαντλούν τις δυνάμεις τους, εξουθενώνουνε το κορμί και τη ψυχή τους, το ένα με τ' άλλο, οι επιθυμίες τους εξοντώνουν, ο αχαλίνωτος αγώνας τους καταστρέφει. Σ' αυτούς, η σωματική εξάρθρωση γίνεται κάτω από το μαστίγιο των συμφερόντων, κάτω από τη μάστιγα των φιλοδοξιών που τυραννούνε τις ανώτερες τάξεις της τερατώδους πόλης, όπως στο προλεταριάτο η εξάρθρωση έγινε κάτω από τον ανελέητο ζυγό της υλικής παραγωγής που απαιτεί αδιάκοπα ο δεσποτισμός της αριστοκρατίας. Κι εκεί λοιπόν, για να υπακούσουν στον παγκόσμιον αφέντη, στην ηδονή ή στο χρυσάφι, πρέπει να καταβροχθίζουν τον χρόνο, να τονε συμπιέζουν, να βρίσκουνε στη μέρα και τη νύχτα περισσότερες από είκοσι τέσσερις ώρες, να εκνευρίζονται, να σκοτώνονται, να πουλάνε τριάντα χρόνια γηρατειών για δυο χρόνια αρρωστημένης ανάπαυσης. Μόνον ό εργάτης πεθαίνει στο νοσοκομείο, όταν το μαράζωμά του φτάσει στο τελευταίο του στάδιο, ενώ ο μικροαστός επιμένει να ζει -και ζει, αλλ' αποβλακωμένος: θα τονε δείτε με πρόσωπο φθαρμένο, ανέκφραστο, γερασμένο, δίχως λάμψη στα μάτια, δίχως ζωηράδα στο περπάτημα, να σέρνεται μ' ηλίθιον ύφος στο βουλεβάρτο, τη ζώνη της δικής του Αφροδίτης, της αγαπημένης του πόλης. Τι ήθελε ο αστός; -το σπαθάκι του εθνοφρουρού, έν' ανεξάντλητο τσουκάλι, μιαν αξιοπρεπή θέση στο Πιερ Λασέζ (Σημ. το μεγάλο νεκροταφείο του Παρισιού) και για τα γηρατειά του, λίγο χρυσάφι νόμιμα κερδισμένο. Ό,τι είν' η Δευτέρα για τον εργάτη, είναι για κείνον η Κυριακή. Ανάπαυση σημαίνει βόλτα με νοικιασμένο αμάξι, εκδρομή στην εξοχή, που η γυναίκα και τα παιδιά του θα καταβροχθίσουνε χαρούμενα τη σκόνη ή θα ψηθούνε στον ήλιο. Το καπηλειό του είναι το εστιατόριο με το ξακουστό φαγητό, ακόμα κι αν είναι δηλητηριασμένο ή κάποιος οικογενειακός χορός που ασφυκτιά κανείς ως τα μεσάνυχτα. Μερικοί ανόητοι ξαφνιάζονται από τη σπασμωδική κινητικότητα ορισμένων μορίων που βλέπουμε με το μικροσκόπιο σε μια σταγόνα νερό, αλλά τι έλεγε ο Γαργαντούας του Ραμπελαί, παραγνωρισμένη φιγούρα υπέροχης τόλμης -τι θα 'λεγε ο γίγαντας αυτός, που έπεσε από τις ουράνιες σφαίρες, αν αποφάσιζε να ψυχαγωγηθεί παρακολουθώντας τις δραστηριότητες της δεύτερης αυτής σφαίρας της παριζιάνικης κοινωνίας; Ορίστε παράδειγμα: Έχετε δει κείνες τις μικρές παράγκες που κάνει κρύο ακόμη και το καλοκαίρι, που δε τις ζεσταίνει παρά ένα μικρό μαγκάλι τον χειμώνα και βρίσκονται κάτω από τον μεγάλο μπρούντζινο θόλο που στεγάζει τη σιταγορά; Η κυρία βρίσκεται κει από τα χαράματα, είναι πωλήτρια και κερδίζει από τη δουλειά της δώδεκα χιλιάδες φράγκα τον χρόνο, απ' ό,τι λένε. Ο κύριος, όταν η κυρία σηκώνεται, περνά σ' ένα σκοτεινό γραφείο που δανείζει τοκογλυφικά στους εμπόρους της γειτονιάς του. Στις εννιά, βρίσκεται στην υπηρεσία διαβατηρίων που είναι υποτμηματάρχης. Το βράδυ, βρίσκεται στο ταμείο του θεάτρου Ιταλιέν ή όποιου άλλου θεάτρου θέλετε να διαλέξετε. Τα παιδιά τα μεγαλώνει μια τροφός και γυρίζουνε πίσω για να πάνε στο κολέγιο ή σε κάποιο οικοτροφείο. Ο κύριος κι η κυρία μένουνε σ' ένα τρίτον όροφο, δεν έχουνε παρά μια μαγείρισσα, παραθέτουνε δεξιώσεις σ' ένα σαλόνι τέσσερα επί τρία, φωτισμένο με κρεμαστές λάμπες, αλλά δίνουν εκατόν πενήντα χιλιάδες φράγκα προίκα στη κόρη τους, ξεκουράζονται στα πενήντα τους χρόνια κι αρχίζουνε τότε να κάνουν εμφανίσεις στα θεωρεία του τρίτου ορόφου της Όπερας, με νοικιασμένον αμάξι στον ιππόδρομο ή με ξεθωριασμένη τουαλέτα τις ηλιόλουστες μέρες, στα βουλεβάρτα, το στόχο όλων τους των μόχθων. Τους εκτιμούνε στη γειτονιά, τους αγαπούνε στη κυβέρνηση, έχουνε συγγενέψει με τους μεγαλοαστούς, ο κύριος παρασημοφορείται στα εξήντα πέντε του με τον Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής κι ο πατέρας του γαμπρού, δήμαρχος κάποιου διαμερίσματος, τονε καλεί στις δεξιώσεις του. Οι μόχθοι μιας ολάκερης ζωής οφελούνε λοιπόν τα παιδιά, που η μικροαστική αυτή τάξη τείνει αναπόφευκτα να τα προωθήσει στη μεγαλοαστική. Κι έτσι, η κάθε σφαίρα ρίχνει τον γόνο της στην αμέσως επόμενη. Ο γιος του πλούσιου παντοπώλη γίνεται συμβολαιογράφος, του ξυλέμπορου δικαστικός. Ούτ' ένα γρανάζι δε ξεφεύγει από τη θέση του, όλα ενισχύουνε την ανοδική πορεία του χρήματος. Κι έτσι φτάνουμε στον τρίτο κύκλο της κόλασης αυτής που ίσως κάποια μέρα βρεί τον ΔΑΝΤΗ της. Είναι ο τρίτος κύκλος της κοινωνίας, κάτι σα κοιλιά του Παρισιού, που τα συμφέροντα της πόλης χωνεύονται και συμπυκνώνονται με τη μορφή που λέγεται υποθέσεις - που κινείται κι αναδεύεται, με μιαν οδυνηρή και φαρμακερή εσωτερική κίνηση, ένα πλήθος δικηγόρων και γιατρών, συμβολαιογράφων, επιχειρηματιών, τραπεζιτών και κερδοσκόπων χονδρεμπόρων ή δικαστών κι εδώ οι αιτίες για τη σωματική κι ηθική καταστροφή είναι περισσότερες απ' οπουδήποτε αλλού.
     Αυτοί οι άνθρωποι ζούνε σχεδόν όλοι σε βρωμερά γραφεία, σε μολυσμένες αίθουσες ακροάσεων, σε μικρά σιδερόφραχτα κουβούκλια, περνάνε τη μέρα τους σκυμμένοι κάτω από το βάρος των υποθέσεων, ξυπνάν από τα χαράματα για να προλάβουνε, για να μην εξαπατηθούνε, για να κερδίσουνε τα πάντα ή για να μη χάσουνε τίποτε, για ν' αρπάξουν έναν άνθρωπο ή τα λεφτά του, για να ξεκινήσουν ή να κλείσουν μιαν υπόθεση, για να εκμεταλλευτούν μια φευγαλέα περίσταση, για να στείλουν έναν άνθρωπο στη κρεμάλα ή να τον αθωώσουν. Ξεσπάνε πάνω στ' άλογά τους, τα σκάνε, τα κουράζουνε, τα κάνουν να γερνάνε κι αυτά πριν από την ώρα τους. Ο χρόνος είν' ο τύραννός τους, τους λείπει, τους ξεφεύγει, δε μπορούν ούτε να τον παρατείνουν, ούτε να τονε συντομεύσουν. Ποια ψυχή μπορεί να μείνει μεγάλη, αγνή, ηθική, γενναιόδωρη και κατά συνέπεια, ποιος μπορεί να μείνει όμορφος στην εξαντλητικήν άσκηση ενός επαγγέλματος που τον αναγκάζει να υφίσταται το βάρος των δημοσίων αθλιοτήτων, να τις αναλύει, να τις ζυγιάζει, να τις εκτιμά και να τις εκμεταλλεύεται; Οι άνθρωπο αυτοί καταθέτουνε τη καρδιά τους, που;... δε ξέρω, αλλά αν έχουνε καρδιά, κάπου την αφήνουνε πριν κατέβουνε κάθε πρωί στην άβυσσο των βασάνων που κατατρύχουνε τις οικογένειες. Γι' αυτούς δεν υπάρχουν μυστήρια, βλέπουν από μέσα τη κοινωνία κι εξομολογητές της καθώς είναι, τηνε περιφρονούν. Ή ό.τι κι αν κάνουν από τη συνεχήν επαφή με τη διαφθορά, τη βλέπουν με φρίκη και λυπούνται. Ή από κούραση, σε μυστική συμφωνία, τηνε παντρεύονται κι αναγκαστικά, τέλος, αντιμετωπίζουν με κυνισμό όλα τα αισθήματα, αφού οι νόμοι, οι άνθρωποι, οι θεσμοί, τους αναγκάζουν να πετάνε σαν αρπακτικά όρνια πάνω από τα ζεστά ακόμη πτώματα. Οποιαδήποτε στιγμή ο άνθρωπος των χρημάτων ζυγίζει τους ζωντανούς, ο άνθρωπος των συμβολαίων ζυγίζει τους νεκρούς, ο άνθρωπος του νόμου ζυγίζει τη συνείδηση. Υποχρεωμένοι να μιλάν αδιάκοπα, αντικαθιστούνε τη σκέψη με τον λόγο, το αίσθημα με τη φράση κι η ψυχή τους λειτουργεί απλώς σα λάρυγγας. Φθείρονται κι αποθαρρύνονται. Μήτε ο μεγαλέμπορος, μήτε ο δικαστής ή ο δικηγόρος, μπορούν να διατηρήσουνε την ακεραιότητά τους -δεν αισθάνονται πια, απλώς εφαρμόζουνε κανόνες. Παρασυρμένοι από την ορμητική αυτήν ύπαρξη, δεν είναι μήτε σύζυγοι, μήτε πατέρες, μήτ' εραστές. Γλιστράνε σα μες σ' έν' έλκηθρο πάνω στα πράγματα της ζωής και ζούνε συνέχεια κυνηγημένοι από τις υποθέσεις της μεγάλης πόλης. Μόλις γύρισουνε σπίτι, είν' υποχρεωμένοι να ξαναφύγουν αμέσως για το χορό, για την Όπερα, για τις δεξιώσεις όπου πηγαίνουνε για να κάνουνε πελάτες, γνωριμίες, προστάτες. Όλοι τρων υπέρμετρα, παίζουνε, ξενυχτάνε κι οι σιλουέτες τους στρογγυλεύουνε, πλαδαρεύουνε, κοκκινίζουνε. Στις τρομερές σπατάλες των πνευματικών τους δυνάμεων, στους οδυνηρούς ηθικούς σπασμούς τους, αντιτάσσουν όχι την ηδονή, που 'ν' εντελώς άγευστη κι άοσμη και δε προσφέρει καμιάν αντίθεση, αλλά τη κραιπάλη, τη κρυφή τρομαχτική κραιπάλη, γιατί έχουνε τα πάντα στη διάθεσή τους και δίνουνε το ηθικό παράδειγμα στη κοινωνία. Η αληθινή τους βλακεία κρύβεται πίσω από την εξειδίκευση. Ξέρουνε το επάγγελμά τους, αλλ' αγνοούν οτιδήποτε δεν έχει σχέση μ' αυτό. Τότε για να διασώσουνε το φιλότιμό τους, τ' αμφισβητούν όλα, κριτικάρουνε χωρίς διάκριση, φαίνονται ν' αμφιβάλλουν, ενώ στη πραγματικότητα τα χάφτουν όλα και χάνονται σ' ατέλειωτες συζητήσεις. Σχεδόν όλοι υιοθετούνε τις βολικές κοινωνικές, λογοτεχνικές ή πολιτικές προκαταλήψεις, ώστε να μην αναγκάζονται να διαμορφώνουνε γνώμη, ακριβώς όπως προστατεύουνε τις συνειδήσεις τους με τον αστικό κώδικα ή το Εμπορικό Δικαστήριο. Έχοντας ξεκινήσει από νωρίς για να φτάσουνε σε ψηλά αξιώματα, βουλιάζουνε στη μετριότητα και για ν' ανέβουνε στη κορυφή, σέρνονται με τη κοιλιά. Γι' αυτό οι μορφές τους προσφέρουν εκείνη τη ξινή χλωμάδα, τα ψεύτικα χρώματα, τα θολά μάτια με τους μαύρους κύκλους, τα φλύαρα κι αισθησιακά στόματα όπου ο παρατηρητής αναγνωρίζει τα συμπτώματα του εκφυλισμού της σκέψης, μιας σκέψης παγιδευμένης στα στενά πλαίσια της εξειδίκευσης που σκοτώνει τις δημιουργικές δυνάμεις του εγκεφάλου, το χάρισμα να βλέπει κανείς ένα θέμα σφαιρικά, να γενικεύει και να εξάγει συμπεράσματα. Σχεδόν όλοι συρρικνώνονται μες στο καμίνι των υποθέσεων. Έτσι ο άνθρωπος που άφησε τον εαυτό του να εμπλακεί στα γρανάζια των πελώριων μηχανών, δε μπορεί ποτέ να γίνει μεγάλος. Αν είναι γιατρός ή πολύ λίγο άσκησε την ιατρική ή αποτελεί εξαίρεση, σα τον Μπισά (Σημ. Ο γιατρός Bichat πέθανε το 1802, σ' ηλικία 31 ετών από εξάντληση), που πέθανε νέος. αν είναι μεγαλοεπιχειρηματίας και παραμένει σπουδαίος, είναι σχεδόν ένας Ζακ Κερ (Σημ. Jaques Coer (1395-1456) πλούσιος έμπορος και διπλωμάτης στην υπηρεσία του Καρόλου Ζ'). 'Ασκησε ποτέ το επάγγελμά του ο Ροβεσπιέρος; Ο Δαντόν δεν ήτανε παρά ένας τεμπέλης που περίμενε τη κατάλληλην ευκαιρία; Αλλά στο κάτω-κάτω, ποιος ζήλεψε ποτέ τις μορφές του Δαντόν και του Ροβεσπιέρου, όσο υπέροχες κι αν ήταν; Αυτοί οι κατεξοχή πολυάσχολοι τραβούνε πάνω τους το χρήμα και το σωρεύουνε για να συγγενέψουν με τις αριστοκρατικές οικογένειες. Αν η φιλοδοξία του εργάτη είν' ίδια με του μικροαστού, ίδια είναι και τα πάθη του. Στο Παρίσι η ματαιοδοξία συνοψίζει όλα τα πάθη. Ο χαρακτηριστικός τύπος της τάξης αυτής θα 'ταν ο φιλόδοξος αστός  που, ύστερα από μια ζωή άγχους και συνεχών ελιγμών, περνά στο Κρατικό Συμβούλιο, όπως ένα μυρμήγκι περνά από μια χαραμάδα ή κάποιος συντάκτης εφημερίδας, πωρωμένος από τις ίντριγκες, που ο βασιλιάς τον έκανε ομότιμο της Γαλλίας, ίσως για να εκδικηθεί την αριστοκρατία -ή κάποιος συμβολαιογράφος που 'γινε δήμαρχος του διαμερίσματός του- άνθρωπο όλοι τους που αναλώνονται στις δουλειές τους και που αν φτάσουνε στο σκοπό τους, φτάνουνε σκοτωμένοι. Στη Γαλλία συνηθίζεται να δίνουνε τις μεγάλες θέσεις στους ηλικιωμένους. Ο Ναπολέων, ο Λουδοβίκος ΙΔ', οι μεγάλοι βασιλείς μόνο, θέλανε πάντα νέους ανθρώπους για να ολοκληρώσουνε τα σχέδιά τους.
     Πάνω απ' αυτή τη σφαίρα, ζει ο καλλιτεχνικός κόσμος. Κι εκεί όμως τα πρόσωπα, σημαδεμένα με τη σφραγίδα της πρωτοτυπίας, είν' ευγενικά σπασμένα, αλλά πάντως σπασμένα, κουρασμένα, βασανισμένα. Καταπονημένοι από την ανάγκη να παράγουνε, πιεσμένοι από τις πολυέξοδες ιδιοτροπίες τους, εξουθενωμένοι από τη μεγαλοφυΐα που τους κατατρώγει, πεινασμένοι για ηδονή, οι καλλιτέχνες του Παρισιού θέλουν όλοι να συμπληρώσουν με την υπερβολική δουλειά, τα κενά π' άφησεν η οκνηρία και γυρεύουν μάταια να συμφιλιώσουνε τον κόσμο και τη δόξα, το χρήμα και τη τέχνη. Στο ξεκίνημά του, ο καλλιτέχνης βρίσκετ' αδιάκοπα κάτω από τη πίεση του πιστωτή, οι ανάγκες του γεννάνε χρέη και τα χρέη απαιτούνε τις νύχτες του. Μετά τη δουλειά η απόλαυση. Ο ηθοποιός παίζει ως τα μεσάνυχτα, μελετά το πρωί, κάνει πρόβες ως το μεσημέρι. Ο γλύπτης λυγίζει κάτω από τ' άγαλμά του, ο δημοσιογράφος είναι μια σκέψη που προχωρά όπως ο στρατιώτης στον πόλεμο, ο ζωγράφος της μόδας είναι φορτωμένος με παραγγελίες, ο ζωγράφος δίχως πελατεία υποφέρει σαν νιώθει πως είναι μεγαλοφυΐα. Ο ανταγωνισμός, οι αντιζηλίες, οι συκοφαντίες δολοφονούνε τα ταλέντα τούτα. Οι μεν, απελπισμένοι, κυλάνε στα βάραθρα της αμαρτίας, οι δε, πεθαίνουν νέοι κι άγνωστοι, επειδή προεξόφλησαν από πολύ νωρίς το μέλλον τους. Λίγες από τις μορφές αυτές, πρόωρα υπέροχες, μένουν ωραίες. Εξάλλου η απαστράπτουσα ομορφιά των κεφαλιών τους μένει παραγνωρισμένη. Το πρόσωπο του καλλιτέχνη είναι πάντα εξωφρενικό, βρίσκεται πάντα πάνω ή κάτω από τα συμβατικά μέτρα της ιδεώδους, κατά τους ηλίθιους, ομορφιάς. Ποια δύναμη τις καταστρέφει; Το πάθος! Όλα τα πάθη στο Παρίσι αναλύονται με δυο λέξεις: χρυσάφι κι ηδονή.
     Δεν ανασαίνετε πιο εύκολα τώρα; Δε νιώθετε να εξαγνίζεται η ατμόσφαιρα, ο χώρος; Εδώ, μήτε δουλειές μήτε βάσανα. Η περιδινούμενη σπείρα του χρυσού έχει φτάσει στα ύψη. Από τα βάθη των υπογείων, απ' όπου αρχίζει να ξεχύνεται, από τα βάθη των μαγαζιών, όπου το συγκρατούν αδύναμα φράγματα, από τους κόλπους των πρακτορείων και των μεγάλων εργαστηρίων, όπου μετατρέπεται σε ράβδους, το χρυσάφι, με τη μορφή προικών ή κληρονομιών στα χέρια των νέων κοριτσιών ή στα κοκαλιάρικα δάχτυλα των γέρων, αναβλύζει προς την αριστοκρατία, όπου θα λάμψει, θ' απλωθεί, θα κυλήσει. Μα πριν αφήσουμε τους τέσσερις χώρους που στηρίζεται η ψηλή παρισινή ιδιοκτησία, δε πρέπει, αφού ασχοληθήκαμε με τις ηθικές αιτίες, να ερευνήσουμε και τις υλικές και να επιστήσουμε τη προσοχή σ' ένα λοιμό, κατά κάποιο τρόπο, λανθάνοντα, που σταθερά κι επίμονα σημαδεύει τα πρόσωπα, του θυρωρού, του μαγαζάτορα ή του εργάτη; Να σημειώσουμε μια καταστροφικήν επίδραση που οδηγεί σε διαφθορά όμοια με κείνη των διοικητικών υπαλλήλων του Παρισιού που την ανέχονται; Αν η ατμόσφαιρα των σπιτιών που ζουν οι πιο πολλοί αστοί είναι μολυσμένη, αν η ατμόσφαιρα των δρόμων φτύνει φριχτά μιάσματα στις αποθήκες με το ελάχιστον οξυγόνο, μάθετε πως και τα σαράντα χιλιάδες σπίτια της μεγάλης πόλης έχουνε τα θεμέλια τους μες σ' ακαθαρσίες που η εξουσία δεν έχει ακόμα σκεφτεί σοβαρά να μονώσει με τσιμεντένιους τοίχους, ικανούς να εμποδίσουνε τον πιο δύσοσμο βόρβορο να διεισδύσει στο έδαφος, να δηλητηριάσει τα πηγάδια και να συνεχίσει να δικαιώνει υπογείως το περίφημο όνομά της Λουτές (Σημ. Lutetia είναι το λατινικό -πρώτο- όνομα του Παρισιού, προέρχεται απ' το κέλτικο louk-teih και σημαίνει "τόπος των βάλτων"). Το μισό Παρίσι κοιμάται στις δυσώδεις αναθυμιάσεις των αυλών, των δρόμων και των αποπάτων.
     Ας ρίξουμε τώρα όμως μια ματιά στα μεγάλα ευάερα κι επιχρυσωμένα σαλόνια, τα μέγαρα με τους κήπους, τον πλούσιο, αργόσχολο, ευτυχισμένο κόσμο των εισοδηματιών. Οι μορφές εκεί είν' αρρωστιάρικες και βασανισμένες από τη ματαιοδοξία. Δεν υπάρχει τίποτε το πραγματικό. Το να γυρεύει κανείς την ηδονή δεν οδηγεί στην ανία; Οι άνθρωποι του κόσμου εξάντλησαν από νωρίς τις ηθικές τους δυνάμεις. Επειδή η μοναδική τους έγνοια είν' η αναζήτηση της διασκέδασης, κάνανε γρήγορα κατάχρηση των αισθήσεών τους, όπως ο εργάτης κάνει κατάχρηση του πιοτού. Η ηδονή μοιάζει με ορισμένες ιατρικές ουσίες: για να πετυχαίνεις συνέχεια τα ίδια αποτελέσματα πρέπει να διπλασιάζεις τις δόσεις και στη τελευταία περιέχονται ο θάνατος ή η αποκτήνωση. Όλες οι κατώτερες τάξεις υποκλίνονται μπροστά στους πλούσιους και παραμονεύουν να μάθουνε τα γούστα τους, ώστε να τα μετατρέψουνε σε διαστροφές και να τα εκμεταλλευτούν. Πως ν' αντισταθεί κανείς στους δελεαστικούς πειρασμούς που κατασκευάζονται σε τούτη τη χώρα; Έτσι το Παρίσι έχει τους θεριακλήδες του -τζόγος, γαστρολατρεία ή εταίρες, είναι τ' όπιό τους. Έτσι από νωρίς στους ανθρώπους αυτούς βλέπει κανείς προτιμήσεις κι όχι πάθη, ρομαντικές φαντασιώσεις και χλιαρούς έρωτες. Εκεί βασιλεύει η ανικανότητα, εκεί δεν υπάρχουνε πια ιδέες, γιατί, όπως και το ηθικό σφρίγος, έχουν μετατραπεί σ' ακκισμούς του μπουντουάρ και γυναικεία καμώματα. Υπάρχουν άγουροι νεαροί που μοιάζουνε σαραντάρηδες, δεκαεξάρηδες γερο-σοφοί. Οι πλούσιοι συναντάνε στο Παρίσι, το πνεύμα ετοιμοπαράδοτο, την επιστήμη μασημένη, γνώμες ήδη διατυπωμένες, που τους γλιτώνουν από την υποχρεώση να 'ναι πνευματώδεις, να γνωρίζουν οτιδήποτε ή να 'χουνε γνώμη. Στον κόσμο αυτόν, ο παραλογισμός είν' ίσος με την αδυναμία και την ελευθεριότητα. Οι άνθρωποι χάνουνε τόσο πολύ τον χρόνο τους, που τονε τσιγκουνεύονται. Κι όπως τους λείπει το χάρισμα της σκέψης, έτσι τους λείπει και κείνο των αισθημάτων. Οι περιπτύξεις καλύπτουν βαθιάν αδιαφορία κι η ευγένεια, αδιάλειπτη περιφρόνηση. Εδώ κανείς δεν αγαπά τον άλλο. Λέξεις δίχως βάθος, πολλές αδιακρισίες, κουτσομπολιά, πάν' απ' όλα, κοινοτοπίες -είναι το βάθος της γλώσσας τους. Ωστόσο οι δύστυχοι Ευτυχείς ισχυρίζονται πως δε συγκεντρώνονται για να πούνε και να επινοήσουν αποφθέγματα στο ύφος του Λα Ροσφουκώ (Σημ. La Rochefoucauld (1613-1680) Γάλλος συγγραφέας, γνωστός για τα "Γνωμικά" του). Λες και δεν υπάρχει μέση οδός -την ανακάλυψεν ο δέκατος όγδοος αιώνας- ανάμεσα στην υπερβολή και το απόλυτο κενό. Κι όταν άνθρωποι με κύρος κάνουν ένα λεπτό και διακριτικόν αστείο, δε γίνονται κατανοητοί, έχοντας κουραστεί να δίνουνε δίχως να παίρνουν μένουνε στο σπίτι τους κι αφήνουνε τους ανόητους να βασιλεύουνε στα εδάφη τους. Αυτή η κενή ζωή, η συνεχής προσμονή μιας ευχαρίστησης που δεν έρχεται ποτέ, η μόνιμη ανία, η μηδαμινότητα του πνεύματος, της καρδιάς και του νου, η κούραση του μεγάλου παριζιάνικου ξεφαντώματος, καθρεφτίζονται στα χαρακτηριστικά και κατασκευάζουνε χαρτονένια πρόσωπα, πρόωρες ρυτίδες -τη φυσιογνωμία των πλουσίων που μορφάζει η αδυναμία, που ανακλάται το χρυσάφι κι απ' όπου έχει σβήσει η εξυπνάδα.
     Η όψη του ηθικού Παρισιού αποδεικνύει πως το υλικό Παρίσι δε θα μπορούσε να 'ναι διαφορετικό απ' αυτό που 'ναι. Η εστεμμένη πόλη είναι μια βασίλισσα που, πάντα έγκυος, έχει ακατανίκητα έντονες επιθυμίες. Το Παρίσι είναι η κεφαλή της υδρογείου, μια μεγαλοφυΐα στην εμπροσθοφυλακή του ανθρώπινου πολιτισμού, ένας μεγάλος άντρας, ένας αδιάκοπα δημιουργικός καλλιτέχνης, ένας πολιτικός με μαντικές ικανότητες που παρουσιάζει αναγκαστικά τις ρυτίδες της μεγαλοφυΐας στον εγκέφαλο, τα βίτσια που συναντά κανείς στους μεγάλους άντρες, τις φαντασιώσεις του καλλιτέχνη και την απογοήτευση του πολιτικού. Στη φυσιογνωμία του διαβάζει κανείς τη βλάστηση του καλού και του κακού, του αγώνα και της νίκης, την ηθική μάχη του 1789, που οι σάλπιγγες της αντηχούν ακόμη σ' όλες τις γωνιές του κόσμου κι επίσης τη κατάπτωση του 1814 (Σημ. Πτώση του Ναπολέοντα). Αυτή η πόλη δε μπορεί να 'ναι πιο ηθική, ούτε πιο εγκάρδια, ούτε πιο καθαρή απ' ό,τι είναι ο κινητήριος λέβητας των θαυμάσιων εκείνων ατμοπλοίων, που τα θαυμάζετε όταν σκίζουνε τα κύματα! Κι εξάλλου, δεν είναι το Παρίσι έν' υπέροχο σκάφος προικισμένο με νοημοσύνη; Ναι, ο θυρεός του είναι χρησμός, από κείνους που επιτρέπει καμιά φορά στον εαυτό της η μοίρα. To μεγάλο κατάρτι ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ είναι μπρούτζινο, μ' ανάγλυφες νίκες κι έχει για σκοπιά τον Ναπολέοντα. Αυτή η ναυς έχει τα σκαμπανεβάσματά της, αλλά διασχίζει τον κόσμο, ρίχνει τις ομοβροντίες της, οργώνει τις επιστημονικές θάλασσες, πλέει μ' όλα τα πανιά της ανοιχτά, φωνάζει ψηλά από τις γάμπιες της με τη φωνή των σοφών και των καλλιτεχνών της: "Εμπρός μαρς! Ακολουθήστε με!" Έχει πολυάριθμο πλήρωμα που αρέσκεται να τη στολίζει συνεχώς με καινούργιες σημαιούλες. Βλέπει κανείς μούτσους και χαμίνια που γελάνε στα ξάρτια της, αστούς που παίζουνε το ρόλο του έρματος, εργάτες και ναύτες βουτηγμένους στη πίσσα, στις καμπίνες της ευτυχισμένους επιβάτες, κομψούς Δόκιμους που καπνίζουνε τα πούρα τους σκυμμένοι στη κουπαστή, παράλληλα στο καμπούνι, οι στρατιώτες της, εμπνευσμένοι από τις νέες ιδέες ή απλώς τη φιλοδοξία, δένουνε σ' όλες τις ακτές για να σκορπίσουνε τις ζωηρές λάμψεις του πολιτισμού, γυρεύοντας μια δόξα που 'ν' απόλαυση, ή έρωτες που απαιτούνε χρυσάφι.
     Eπομένως η εξωφρενική κινητικότητα των προλεταρίων, ο εκφυλισμός των συμφερόντων που συνθλίβουνε τις δυο αστικές τάξεις, οι ωμότητες της καλλιτεχνικής σκέψης κι οι υπερβολές της ηδονής που γυρεύουν αδιάκοπα οι μεγάλοι, εξηγούνε τη μορφολογικήν ασχήμια της παριζιάνικης φυσιογνωμίας. Μόνο στην Ανατολή η ανθρώπινη φυλή προσφέρει μια θαυμάσια προτομή. Αλλ' αυτό είν' αποτέλεσμα της μόνιμης ηρεμίας που αποκτούν οι βαθείς φιλόσοφοι με τις μακριές πίπες, τα κοντά πόδια, τους τετράγωνους ώμους, που περιφρονούνε κι απεχθάνονται τη κίνηση, ενώ στο Παρίσι, Μικροί, Μεσαίοι και Μεγάλοι, τρέχουνε, πηδάνε και χοροπηδάνε, μαστιγωμένοι από μιαν ανελέητη Θεά, την Ανάγκη: ανάγκη χρημάτων. δόξας ή ψυχαγωγίας. Έτσι το δροσερό, ξεκούραστο, χαριτωμένο, πραγματικά νέο πρόσωπο, αποτελεί τη πιο ασυνήθιστην εξαίρεση -σπάνια το συναντά κανείς. Κι αν δείτε κάποιο, σίγουρα ανήκει σ' έναν εκκλησιαστικό νέο ακόμα και γεμάτο ζήλο ή σ' ένα καλωσυνάτο σαραντάρη αβά με τριπλό σαγόνι, σε κάποια νεαρή κοπέλα μ' αγνά ήθη, απ' αυτές που ορισμένες αστικές οικογένειες εξακολουθούν ν' ανατρέφουνε, σε μιαν εικοσάχρονη μητέρα που θηλάζει το πρώτο της παιδί κι έχει ακόμη ψευδαισθήσεις, σ' ένα νεαρό που μόλις κατέφτασεν από την επαρχία και βρίσκεται κάτω από τη προστασία μιας θρησκευάμενης κυρίας που τον αφήνει άφραγκο ή ίσως σε κάποιο πωλητή που πηγαίνει για ύπνο τα μεσάνυχτα κατάκοπος μετά τη μέρα που πέρασε διπλώνοντας και ξεδιπλώνοντας τα τόπια με το ύφασμα και σηκώνεται από τις εφτά για να τακτοποιήσει το εμπόρευμα ή συχνά, σε κάποιον επιστήμονα ή ποιητή που ζει μοναστικά κι ευτυχισμένα με μιαν όμορφη ιδέα και μένει νηφάλιος υπομονετικός κι αγνός, σε κάποιον ηλίθιο ευχαριστημένο με τον εαυτό του που τρέφεται με τη βλακεία που σκάει από υγεία κι είναι πάντα απασχολημένος με το να χαμογελά στον ίδιο του τον εαυτό ή στην ευτυχισμένη και μαλθακήν ομάδα των αργόσχολων -είν' οι μοναδικοί πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι στο Παρίσι που γεύονται κάθ' ώρα και στιγμή, τη ποιητική του ομορφιά. Κι όμως υπάρχει στο Παρίσι μια μερίδα προνομιούχων ατόμων που επωφελούνται από την αδιάκοπη κίνηση του εμπορίου, των συμφερόντων, των υποθέσεων, των τεχνών και του χρυσού. Είναι οι γυναίκες. Υπάρχουνε και σ' αυτές χίλιες μυστικές αιτίες που καταστρέφουν ακόμα χειρότερα τη φυσιογνωμία τους, αλλά στο γυναικείο κόσμο συναντά κανείς μικρές κι ευτυχισμένες αποικίες που ζουν με την ανατολίτικη νοοτροπία και μπορούν να διατηρήσουνε την ομορφιά τους. Τέτοιες γυναίκες όμως σπανίως εμφανίζονται πεζές στους δρόμους, μένουνε κρυμμένες σα τα σπάνια κείνα φυτά που ανοίγουνε τα πέταλά τους ορισμένες ώρες μόνο κι αποτελούν αληθινές εξωτικές εξαιρέσεις. Κι ωστόσο το Παρίσι είναι κυρίως τόπος αντιθέσεων. Αν τ' αληθινά αισθήματα είναι σπάνια, συναντά κανείς εκεί, όπως κι αλλού, ευγενικές φιλίες, αφοσίωση δίχως όρια. Σ' αυτό το πεδίο της μάχης που συγκρούονται συμφέροντα και πάθη, όπως κι ανάμεσα στις κοινωνίες κείνες που προελαύνουνε κι όπου θριαμβεύει ο εγωισμός, που ο καθένας είν' υποχρεωμένος να υπερασπίζεται μόνος του τον εαυτό του και που ονομάζουμε στρατιές, φαίνεται πως τα αισθήματα, όταν εκδηλώνονται, αρέσκονται να 'ναι πλήρη κι η αντιπαράθεση τα κάνει υπέροχα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πρόσωπα. Στο Παρίσι καμιά φορά, στην υψηλήν αριστοκρατία, υπάρχουν αραιοσπαρμένα μερικά γοητευτικά πρόσωπα νέων ανθρώπων -καρποί ανατροφής κι ήθους που σήμερα σπανίζουνε πια. Στη νεανικήν ομορφιά του αγγλικού αίματος, προσθέτουνε τη σταθερότητα των μεσογειακών χαρακτηριστικών, το γαλλικό πνεύμα, τη καθαρότητα της μορφής. Τα φλογερά τους μάτια, τα κόκκινα χείλια, τα φίνα μαλλιά, η ασπράδα του προσώπου τους, η αριστοκρατική κοψιά, του κάνουν όμορφα λουλούδια, που χαίρεται κανείς να τα ξεχωρίζει στη μάζα των άλλων φυσιογνωμιών, που μορφάζουνε κουρασμένες, γερασμένες και παραμορφωμένες. Έτσι, οι γυναίκες θαυμάζουν αμέσως τους νέους αυτούς με την ίδιαν άπληστην ευχαρίστηση που νιώθουν οι άντρες όταν κοιτάζουν μιαν ωραία κοπέλα, σεμνή, χαριτωμένη, προικισμένη μ' όλα τα παρθενικά θέλγητρα που η φαντασία μας αρέσκεται να στολίζει την ιδανική κόρη. Αν η γρήγορη ματιά που ρίξαμε στο Λαό του Παρισιού σας έκανε να συνειδητοποιήσετε τη σπανιότητα μιας ραφαηλικής μορφής και τον παθιασμένο θαυμασμό που πρέπει να εμπνέει εκ πρώτης όψεως, θα 'χουμε δικαιώσει το κεντρικό θέμα της ιστορίας. Όπερ Έδει Δείξαι, αν επιτρέπεται να εφαρμόσουμεν ένα μαθηματικό τύπο στην επιστήμη των ηθών.
     Έν' απο κείνα τα πανέμορφα ανοιξιάτικα πρωινά λοιπόν...
...   ...   ...
(τέλος αποσπάσματος Εκδόσεις Γράμματα μετάφραση Ρένας Χατχούτ 1994)
______________________________________________________

     Σημ. Δική μου: Τούτο το απόσπασμα συγκεκριμένα, μεταξύ τόσων και τόσων άλλων, εξ ίσου θαυμάσιων έργων του, αλλά κι άλλων αποσπασμάτων που θα μπορούσα να 'χω διαλέξει, το επέλεξα γιατί όλη μα όλη τούτη η ..."φλύαρη" περιγραφή, της τότε κοινωνίας είναι κι ακριβής μα και πολλά έχει να μας πει και να μας διδάξει για το πόσον άλλαξεν ο ...κόσμος από τότε μέχρι και σήμερα. Τα συμπεράσματα τούτης της σύγκρισης, ...δικά σας.

                                   Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers