Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Χατζηαλεξάνδρου Πάτροκλος: Δυο Όψεις Σε Τρεις Πράξεις

 

Α'1                                 'Αγιο Ξημέρωμα

      Η αντανάκλαση του φεγγαριού πάνω στο λευκό του χαμογέλιου σου, κείνη τη νύχτα, έγινε άστρο. Tο πιο λαμπρό και μέγα!
      Μάγοι απ' όλο τον κόσμο μπήκανε σε συναγερμό και σ' εναγώνιαν αναζήτηση του νέου Μεσσία. Εν αγνοία μας! 
      Μόλις τo 'δαν ανοίξανε κιτάπια, παλιές περγαμηνές αστρονομίας κι αρχαία βιβλία. Βάλανε κάτου συντεταγμένες, αστρολάβους, χάρτες και ξεκίνησαν ένα μακρύ ταξίδι, από διάφορες γωνιές του κόσμου, για να 'βρουν εκείνο, που το λαμπρότερο άστρο τ' ουρανού, φώτιζε με περισσή λατρεία, προσοχή κι εμμονή! 
      Κείνο το πρωί ξύπνησα κι άρχισα ν' αναζητώ πεινασμένα το ζεστό γυμνό κορμί σου. Ανταποκρίθηκες αμέσως μα απ' έξω ερχόταν ένας μεγάλος κι ασυνήθιστος θόρυβος! Σφίχτηκες επάνω μου. Σηκώθηκα, έρριξα βιαστικά κάτι και βγήκα στο μπαλκόνι ενώ συ κουκουλώθηκες, σα τρομαγμένο πουλάκι, στα σκεπάσματα.
      Είδα ένα τεράστιο πλήθος -όσο έφτανε το βλέμμα-, γενειοφόρων, σαρικοφόρων. Ήταν ντυμένοι μ' ό,τι πιο ετερόκλητο μπορεί να φανταστεί κανείς.
      Γέμισαν τα μάτια μου χρώματα!
     Μόλις μ' είδαν έσκυψαν όλοι μαζί σχεδόν ταυτόχρονα, γονατίσανε και με προσκυνήσανε!
      Εγώ κοιτούσα ανίκανος ν' αρθρώσω λέξη. Μόλις είχανε σχεδόν ανασηκωθεί και ξαφνικά γονάτισανε πάλι με νέα μεγαλύτερη ζέση και πιότερο δέος, κοιτώντας πισω μου και πλάγια!
      Νέα μουρμουρητά, νέα αναταραχή!
      Στράφηκα παραξενεμένος και σ' είδα, όμοια Παναγιά, ημίγυμνη και τυλιγμένη με το σεντόνι μας, ως το πηγούνι! Με κοιτούσες ανήσυχα κι ερωτηματικά.
      Ήσουνα τόσον όμορφη κείνη την ώρα, που το πρώτο πράμα που μου 'ρθε στο νου, ήταν να γονατίσω κι εγώ!
      Ξεχνώντας το πλήθος, σε πήρα στην αγκαλιά μου!
      Έτρεμες κι η καρδούλα σου χτυπούσεν άτακτα! Κρύωνες κι ανησυχούσες!
      Ξεχνώντας το πλήθος σε σκέπασα με τη ρόμπα μου, μένοντας γυμνός! Ήθελα να σε φιλήσω!
      Τότε το πλήθος ρώτησε:
 -"Που είναι ο Μεσσίας";
 -"Ποιοί είναι αυτοί; Τί θέλουν εδώ"; με ρώτησες χαμηλόφωνα. 
 -"Δε ξέρω", απάντησα, στον ίδιο τόνο.
 -"Θέλουμε να δούμε αυτό που μας δείχνει το Λαμπρό Αστέρι, οδηγώντας μας. Δε κάνουμε λάθος"! Επέμειναν αυτοί πάλι, με μια φωνή. 
      'Αρχισα να κρυώνω και ...ξύπνησα ξέσκεπος, ενώ σένα είχα φροντίσει να σε τυλίξω καλά. Χώθηκα πάλι στα σκεπάσματα κι άρχισα ν' αναζητώ το γλυκό, ζεστό κορμί σου. Ανταποκρίθηκες αμέσως.
       Έξω είχε ξημερώσει ήδη, μα έκανε ένα πολύ παράξενο κι ασυνήθιστο θόρυβο... 
                                                                                 Φλεβάρης 2004 

Α'2
                                       Συν-Όνειρο
                           
     Ξύπνησε κι ήταν αρκετά ερεθισμένος. "Ξύπνησε" λέγοντας, δεν είν' ακριβής η λέξη. Σα ν' αναδύθηκε από 'να βυθό, υπόλευκου γλυκού πολτού, που βραδύνει κινήσεις και σκέψεις. Η πίεση στη κύστη έντονη, μα αντεχόταν ακόμα. Χρειάστηκε λιγάκι χρόνο για να 'ρθει στο ...φως και να νιώσει το περιβάλλον. Πρώτα μύρισε τ' άρωμά της και τα ρουθούνια του φούσκωσαν ευχαριστημένα. Έπειτα γύρισε να τη κοιτάξει. Ήτανε γυρισμένη από τ' άλλο πλευρό και μισοσκεπασμένη από το σεντόνι. Μια λοξή γραμμή χώριζε τη ράχη της εκεί που 'φτανε το σεντόνι. Την άγγιξεν απαλά. Κείνη δεν έδειξε να το καταλαβαίνει. Γύρισε και θέλησε να κολλήσει πίσω της, να τρίψει το πιεσμένο μέλος του στα μεριά της. Μα λυπήθηκε να τη ξυπνήσει! Θα 'θελε να της έκανε έρωτα, έτσι όπως ήτανε κοιμισμένη, χωρίς να ξυπνήσει.
     Σηκώθηκε να πάει τουαλέτα. Όταν επέστρεψεν ανακουφισμένος, δεν είχεν ακόμη ηρεμήσει. Στάθηκε μπρος της, από τη δική της μεριά του κρεβατιού. Το κορμί του, την έδειχνε έντονα, επίμονα, πιεστικά. Τη "σημάδευε"! Τράβηξεν απαλά το σεντόνι, μέχρι που τη ξεσκέπασε τελείως! Εκείνη κοιμόταν ακόμα, χαμογελαστή και γεμάτη. Ποιός ξέρει τί όνειρα να 'βλεπε! Τη ζήλεψε για τα όνειρά της...
     Τη καμάρωσε ολόγυμνη κι ευχυμόσαρκη. Η Οδαλίσκη των Ονείρων! Το βλέμμα του τη πασπάτεψε ολάκερη, δεν άφησε κανένα σημείο του κορμιού της που να μην αγγίξει πρόστυχα κι αδιάντροπα! Πτυχώσεις, γωνίτσες, παχάκια, σημάδια, αγαπημένα και ποθητά σημεία! Το κορμί του έδειχνε έντονα, πιεστικά, τα χαμογελαστά της χείλια! Θέλησε να αιχμαλωτίσει, αυτό το χαμόγελο. Να εισχωρήσει μέσα στα κατάβαθά του.
     Πολιόρκησε και κατάφερε, σιγά κι απαλά, να γλυστρήσει μέσα του! Στην αρχή, η θέρμη κι η ελαφριά πίεση των χειλιών της, ήταν σα ράπισμα στο κορμί του και θέλησε να ορμήξει και να επιταχύνει, μα συγκρατήθηκε... Κείνη δεν έδειχνε να ξυπνά, μα τύλιγε υπέροχα με το χαμογέλο της, τον ερεθισμό του. Αυτή η αβεβαιότητα σα σκέψη ότι δηλαδή μπορεί να 'χε ξυπνήσει αλλά μπορεί κι όχι, τον αναστάτωσε ακόμα πιο πολύ.
     Χάιδεψεν απαλά, σημεία του κορμιού της όμορφα κι αγαπημένα. Απαλά-απαλά, μη ...ξυπνήσει. Όταν της χάιδεψε τη κοιλιά χαμηλά, είδε ν' ανοίγει σιγανά τα πόδια της. Κοίταξεν αχόρταγα... έκλεψε σα πεινασμένος, το έδεσμα που του παρουσίαζε. Έπιασε το δεξί της χέρι, απαλά και το 'φερε κοντά στην ήβη της. Εκείνο έμεινε ακίνητο κι αυτός ξεχώρισε προσεκτικά το δείκτη και τον ακούμπησε, πάνω στο κέντρο της. Έμεινε και πάλι ακίνητο. Σταμάτησε και τη κοίταξε. Είχε κλειστά τα όμορφά της μάτια κι έδειχνε κοιμισμένη. Χωρίς να σταματήσει να κινείται στο στόμα της απαλά -ενώ θα 'θελε να καλπάσει σα τρελός- κίνησε το δείκτη της πάνω-κάτω, πιέζοντας τον ελαφρά προς τα μέσα! Τότε την είδε ν' αντιδρά, ανεπαίσθητα. Χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια ή να σταματήσει να φιλά τόσον όμορφα, έδωσε ζωή στο δάχτυλό της. Το άφησε και την έπιασε απαλά από τα πλαγινά του προσώπου, όσο τον βόλευε η στάση της! Είχε λυγίσει τα γόνατά του, για να 'ρχεται σε πλήρη ευθεία με το πανέμορφο και τόσο γλυκό στόμα της.
     Τη κοίταζε, προσπαθώντας να μαντέψει, αν είχε ξυπνήσει ή όχι. Είχε ταχύνει η ανάσα της κι έμοιαζε να 'χει πιότερη κίνηση από πριν. Αλλά είχε κλειστά τα μάτια. Σταμάτησε να κινείται στο στόμα της, γιατί ένιωθε πως θα τελειώσει και δε το 'θελε. Όχι χωρίς αυτή! Κείνη άρχισε να κινείται ανεξέλεγκτα. 'Αρχισε να βογγά ελαφρά μέσα στον ύπνο (;) της και να επιζητά να κλείσει πάλι με τα χείλη της τον αντρισμό του. Τη διευκόλυνε, μα κράτησεν ήπιους ρυθμούς. Ένιωθε πως κι εκείνη ήτανε κοντά κι αυτό τονε μάγευε. Γύρισε και κοίταξε το χέρι της. Ήταν ανασηκωμένο από το κορμί της, σχεδόν ολάκερο. Μόνον ο δείκτης ήταν επίμονα κολλημένος πάνω της. Τριβότανε, κρυβότανε, σερνότανε πάνω στα ολοκόκκινα χειλάκια, που 'χανε πρηστεί και δείχνανε δακρυσμένα. Η κίνηση είχε γίνει γοργή, τα βογγητά της πιο έντονα κι η ανάσα της σφυριχτή, λαχανιαστή.
     Αποκλείεται να κοιμόταν! Μα τα μάτια της ήτανε κλειστά και το στόμα της, παρόλο που δεν ήτανε λεύτερο, έδειχνε ακόμα τη ψευδαίσθηση χαμόγελου. Το δέρμα ανάμεσα στα φρύδια, είχε συσπαστεί κι εκείνος πια ήτανε κοντά... πολύ κοντά... Λίγο ακόμα και δε θ' άντεχε... δεν θ' άντεχε... 
     Έχυσε μες στα χείλια της, ολάκερη τη ζωή του. Ένιωθε σα να δεχόταν
αλλεπάλληλες τσεκουριές στη ράχη κι εκείνη, δέχτηκε τη προσφορά του, πάντα με μάτια κλειστά, αλλά σχεδόν αμέσως πίσω του ακολούθησε, συσπώντας το κορμί της σε τόξο! Δε τραβήχτηκε από μέσα της. Δε τον απομάκρυνε, συνέχισε να τον καλύπτει με τα χείλια κι άφησε το χέρι της να πέσει ανάμεσα στα πόδια της, ξέπνοο. Έδειχνε να τρέμει. Τραβήχτηκε και δεν είχεν ακόμα ηρεμήσει. Δε την είχε χορτάσει. Παραμέρισε το χέρι της κι έπεσε πάνω της απαλά. Τη σκέπασε με το κορμί του, χωρίς ν' αφήσει λεύτερο το βάρος του, πάνω της. Κατευθύνθηκε προσεκτικά, απαλά κι επίμονα, μέσα της. Ήτανε τόσον υγρή, που εισχώρησε στα άδυτα του νου της εύκολα. Κείνη έδειξε να ξαφνιάζεται, χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια της.
     Οι συσπάσεις της δεν είχαν ακόμα σταματήσει τελείως. Τη πίεσε και μ' έντονο μόχθο, κυριεύσε τις κορφές της. Την αγκάλιασε ολάκερη, την έκλεισε στα χέρια του κι έστειλε το στόμα να ψάξει κάθε σημείο της. Δεν άντεχε κι επιτάχυνε το ρυθμό. Εκείνη -με κλειστά μάτια πάντα- τονε πρόλαβε αυτή τη φορά και γέμισε το δωμάτιο, από τους ήχους της. Το κύμα της τονε παράσυρε κι όταν πια δεν άντεχεν άλλο, τραβήχτηκε ψηλά στο στομάχι της σημαδεύοντας τα λαχταριστά της φρουτάκια. Κείνη με κλειστά μάτια, δέχθηκε τα πυρά του έρωτά του, πάνω της. Πέσανε παντού, στο λαιμό, στο στήθος και μείνανε σιωπηλοί και λαμπυρίζοντες μάρτυρες, στο φως της νέας μέρας. Έπεσε πάνω της μ' όλο του το βάρος και την έκλεισε στην αγκαλιά του, κουρασμένος μα ολοζώντανος. Εκείνη -ακόμα με κλειστά μάτια και με το μισοκοιμισμένο κείνο αρχικό χαμόγελο- αφέθηκε να κουρνιάσει μέσα του!
     Ένιωθε φανταστικά, γιατί είχε ..."σημαδέψει" το κορμί της με τους χυμούς του. Έγλυψε το δείκτη της και μέθυσε... Είν' όμορφο να βλέπετε, το ίδιο όνειρο τα πρωινά...
     Όταν άνοιξε τα μάτια της, ύστερα από λίγο, τη φίλησε στο στόμα.
 -"Αν ήξερες τι όνειρο έβλεπα, θα με ...μάλωνες..." Του είπε παιχνιδιάρικα...

                                                                           ΚΑΠΟΤΕ...
                                                                        ΠΡΙΝ -ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ

Β' 
                                     Μετάλλαξη

     Γύρισαν πίσω στο ξενοδοχείο, μετά από σύντομο περίπατο. Ο άντρας πήρε το κλειδί από το ρεσεψιονίστα και παράγγειλε καφέ. Γύρισε στη σύντροφό του και τη ρώτησε αν θέλει κάτι, μα εκείνη ζήτησε μόνο ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό και κάλεσε τον ανελκυστήρα βιαστική! Την άφησε να μπει πρώτη και πάτησε το κουμπί του ορόφου τους. Μόλις έκλεισε η πόρτα, τη στρίμωξε στη γωνία!
 -"Σου πάει το φόρεμα μα πρέπει να καταργήσεις το εσώρουχο", της είπε βραχνά, κολλημένος πάνω της!
 -"Μπα! Και γιατί παρακαλώ;" τονε ρώτησε γελώντας... και καλά, αναστατωμένη.      
 -"Για να 'χω πρόσβαση ανά πάσα στιγμή", απάντησε και τη χούφτωσε ξεδιάντροπα στους γοφούς, κάτω από το φόρεμα. Εκείνη θόλωσε μα πριν προλάβει να πει κάτι, ο ανελκυστήρας σταμάτησε απότομα στον όροφο τους. Βγήκε πρώτος και κράτησε τη πόρτα, να περάσει. Έπειτα, στο δωμάτιο, κείνη βάλθηκε ν' ανάψει το κλιματιστικό.     
 -"Κάνει πολλή ζέστη", του 'πε βραχνιασμένη. Της πήρε το χειριστήριο από τα χέρια και ρύθμισε στους 28 βαθμούς.     
 -"Γέρο κρυουλιάρη", του χασκογέλασε πειραχτικά, ερωτικά! Αμίλητος άφησε στο κομοδίνο το χειριστήριο και τη ξαναχούφτωσε!    
 -"Σιγά ...θα 'ρθει ο ρεσεψιονίστ..." ξέπνοη αυτή! Της έκλεισεν επιθετικά το στόμα με το δικό του και πέρασε τα χέρια κάτω από το φόρεμά της. Κατέβασε με μια κίνηση το κιλοτάκι της, ενώ του διαμαρτυρόταν αδύναμα και ναζιάρικα, μα παράλληλα σήκωνε τα πόδια της για να της το περάσει! Τη παρέσυρε μπροστά στο καθρέφτη με τη πλάτη, για να τη βλέπει! Κοίταζε τα χέρια του που της χάιδευανε το πισινό κάτω από το ύφασμα και μοιάζανε ζωάκια που παλεύανε κρυμένα!
 -"Δείξε μου τα στήθια σου", της πέταξε επιτακτικά!    
 -"Μα ...θα 'ρθει ο ρεσεψιονίστ όπου να 'ναι", του πε βραχνά κι ερεθισμένα!
 -"Τι πειράζει; Θα του ανοίξεις έτσι όπως είσαι κι εγώ θα είμαι ...πίσω σου! Δε θα βλέπει..." Φρύαξε και του έβγαλε πουκάμισο και φανέλα με τη μια, χουφτώνοντάς τονε χαμηλά πάνω από το παντελόνι! Διαπίστωσε πως το πράμα είχε ...προχωρήσει πολύ, τον έγδυσε βιαστικά και τον έσπρωξε στο κρεβάτι. Εκείνος την άφησε να το κάνει κοιτώντας πάντα στο καθρέφτη απέναντι. Γονάτισε και του πρόσφερε το στόμα της, ενώ της ανέβαζε εντελώς ψηλά το φουστάνι. Η θέα στο καθρέφτη τον ανέβασε επικίνδυνα και τη σταμάτησε απότομα. Εξακολούθησε να κοιτά και να τη χαϊδεύει, νιώθοντας κύριος της κατάστασης, με το δίλημμα των πυλών της μπροστά στο είδωλο. Σηκώθηκε ξαφνικά!
 -"Μη κουνηθείς", τη διάταξε βραχνά! Ύστερα πέρασε πίσω, αμφιταλαντεύτηκε με τις επιλογές του και μπήκε βιαστικά στη κλασσική είσοδο, κινούμενος μανιασμένα! Αυτή βόγκηξε ερεθισμένα, πέφτοντας με το μισό κορμί στο κρεβάτι. Ένιωσε πάλι ν' ανεβαίνει και τραβήχτηκε βιαστικά. Του διαμαρτυρήθηκεν αδύναμα μα έξω ακουστήκανε βήματα, ένας κρότος δίσκου με ποτήρια που πέφτει και μια υπόκωφη βλαστήμια. Γελάσανε κι οι δύο κι αυτός αφού πήρε τις ...ανάσες που γύρευε, πίεσε πάλι να μπει, αυτή τη φορά στη ..σκοτεινή πλευρά της!  
 -Σιγά ... σιγά... του κλαψούρισε βραχνά! Πολιόρκησε στιβαρά και κατάφερε να περάσει! Ένιωσε να παίρνει φωτιά το κορμί του!  
 -"Σιγά ... ... Σιγά καλέ μου..." άναψε!  
 -Πονάς; Τη ρώτησε θολά, χωρίς να μειώσει τη κίνησή του!  
 -"Ναι..." ξέπνοα!  
 -"Σ' αρέσει; Στον ίδιο τόνο.
 -"Ναι..."  
 -"Θέλεις να βγω";
 -"ΟΧΙ!!! Του 'πε ζωηρά κι αρκετά ερεθισμένα!
 -"Τότε κάνε συ τη κίνηση. Δικιά σου", της είπε σταματώντας! Έγειρε μπροστά και της χούφτωσε τα στήθια κάτω από τη μπλούζα. Αυτή άρχισε να κινείται σιγά σιγά, μπρος πίσω τρέμοντας. Κατέβασε το δεξί του χέρι και τη χάιδεψε χαμηλά στο κέντρο. Φρένιασε κι επιτάχυνε τη κίνησή της φωνάζοντάς του διάφορα! Επιτάχυνε ακόμα πιότερο και την έκανε να χύσει γρήγορα και πολύ! Εκπληκτικά πολύ! Μια μικρή λιμνούλα στο πλακάκι του δαπέδου κάτω από τα ανοιχτά σκέλια της. Σταμάτησε να του κουνιέται κι αυτός φρένιασε. Βγήκε και ξαναμπήκε χαμηλά και σπρώχνοντας άγρια, έχυσε κι αυτός γρήγορα! Η λιμνούλα στο δάπεδο μεγάλωσεν αρκετά! Μείναν έτσι κάμποσο, τρέμοντας, βουβοί και λαχανιασμένοι!
     Σηκώθηκε πρώτος και σήκωσε το ακουστικό καλώντας τη ρεσεψιόν, ενώ αυτή ξάπλωσε στην άκρη του κρεβατιού! Όταν σηκώσανε τ' ακουστικό στην άλλη άκρη, πέταξε ξερά:  
 -"Τι έγινε με τη παραγγελία";  
 -"Λυπάμαι κύριε... το μπαρ έκλεισε..." Κατέβασε το ακουστικό κι άναψε τσιγάρο.
 -"Γδύσου. Δε θα 'ρθει ο ρεσεψιονίστ, της είπεν άχρωμα.
 -"Τι σου 'πε";  
 -"Ότι έκλεισε το μπαρ! Μαλακίες!" Έμεινε να τη παρατηρεί απόμακρα, όσο κείνη γδυνόταν. Ένιωθε ακόμα να τρέμει, μα τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο του! Θα 'θελε πολύ ένα καφέ, τώρα δα! Ξαπλώσανε καπνίζοντας γυμνοί, δίπλα-δίπλα, εκείνη κοιτώντας αυτόνε κι αυτός το ταβάνι! Όταν τέλειωσε το τσιγάρο της, την έστειλε στο μπάνιο. Έπειτα έβαλε τα χέρια κάτω από το κεφάλι, σκεφτικός.
     Την άκουγε να πλένεται και να λέει, χωρίς να ξεχωρίζει τι. Δεν τον ένοιαζε! Σα τελείωσε του ζήτησε πετσέτα. Σηκώθηκε απρόθυμα, έψαξε τις ντουλάπες και βρήκε τις πετσέτες. Της πέταξε μια και μπήκε μετά απ' αυτή με τη σειρά του, κάτω από το ντους. 'Αργησε σκόπιμα μέσα κι όταν βγήκε ξάπλωσε δίπλα της ανάβοντας νέο τσιγάρο. Ήθελε καφέ! Κείνη τονε κοιτούσε σιωπηλά! Πρασινοκάστανο βλέμμα!  
 -"Πρασινομάτα", της είπε ψιθυριστά, -σα σε απόηχο άλλης ζωής- και κάπως τρυφερά!   
 -"Κι εσένα ίδια είναι", του 'πε γλυκά και τονε χάηδεψε! Μίλησανε για τα τρέχοντα λίγην ώρα κι έγειρε πάνω στο στέρνο του. Αυτό τ' άρεσε πολύ και της χάιδεψε τη ράχη και το γοφό. Εκείνη του έπιασε τα ..στολίδια και μόλις είδε πως ανταποκρίθηκε άμεσα, του επιτέθηκε ξανά με το στόμα της! Αφέθηκε στη περιποίηση της για λίγο μα έπειτα το έφερε έτσι και βρέθηκαν να κάνουν το ίδιο με τα στόματά τους. Έπειτα από σύντομη ...πάλη τον ξανάχυσε πιο έντονα και πιο πλούσια αυτή τη φορά! "Πως είναι δυνατόν να χύνει τόσο πολύ;" αναρωτήθηκε μες στη θολούρα του μαγεμένος!
     Σταμάτησε να τη φιλά, όρμησε πάλι μέσα της κι άρχισε πάλι να κινείται λυσσασμένα! Της έπιασε το ...βηματισμό και τη ξανάφερε σε νέα δίνη κι όταν ένιωσε πάνω του την υγρή συσπασμένη επίθεση της, έχυσε κι αυτός δεύτερη φορά! Οι φωνές τους γέμισαν το δωμάτιο και το λαχάνιασμα τους δυνατό!
    'Αναψε δυό τσιγάρα και του πρόσφερε το ένα κοιτώντας τονε προσεκτικά! Το πήρε αμίλητος! "Καφέ!", σκέφτηκε κι έπειτα, "κάθε φορά με εκπλήσσει το χύσιμό της!"  
    Μετά το κάπνισμα, ακολουθήσανε την ίδια σειρά στο μπάνιο. Πάλι σιωπηλός, πάλι σκεφτικός, πάλι καθυστέρησε πιο πολύ εκεί κι άλλο ένα τσιγάρο. Σιωπή που την έσπασε αυτή σχολιάζοντας με γέλιο, το πάθημα του ρεσεψιονίστα! Γελάσανε κι οι δύο με τη καρδιά τους μα 'κείνος σταμάτησε πρώτος. Ανάψαν νέο τσιγάρο και πλαγιάσανε πάλι δίπλα κοιτώντας το ταβάνι. Μιλήσανε πάλι λιγάκι για τα τρέχοντα. Ήθελε καφέ! Σηκώθηκε απότομα όρθιος κι άρχισε να ντύνεται!   
 -"Πάω! Θες να 'ρθεις"; τη ρώτησεν απότομα!
 -"Που;" τονε ρώτησε παραξενεμένη!   
 -"Για καφέ!" της έκανε ξερά και την άφησε εμβρόντητη!   
 -"Τρελάθηκες; Δε μπορώ να σούρω τα ποδάρια μου έτσι όπως με 'κανες!" διαμαρτυρήθηκεν άτονα και χασμουρήθηκε! Να κάτσεις στα αυγά σου τέτοια ώρα, υπερθεμάτισε ήσυχα! Εκείνος δε σταμάτησε να ντύνεται κι όταν τέλειωσε βιαστικά, μουρμουρίζοντας πως θα  αργήσει να γυρίσει και προτείνοντάς της να μη τονε περιμένει αλλά να κοιμηθεί, την άφησε σύξυλη και βγήκεν έξω!
     Πνιγηρή νύχτα κι ένιωσε τη πολλή ζέστη σχεδόν, να του ορμά, μόλις άφησε πίσω του, τη δροσιά του κλιματιστικού. Ήτανε πολύ προχωρημένη νύχτα.
     Περπάτησεν αρκετά μέχρι να βρει κάποιο καφέ ανοιχτό.
     Μια γκριμάτσα απόλυτης ευχαρίστησης απλώθηκε στο πρόσωπό του, με τη πρώτη κιόλας ρουφηξιά...
                                                                           ΜΙΑΝ ΑΛΛΗ ...ΕΠΟΧΗ
                                                                           ΜΕΤΑ... ΠΟΛΥ ΜΕΤΑ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers