-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

Βιογραφικ

     Ο Γρηγριος Ξενπουλος τανε Ζακυνθινς μυθιστοριογρφος, δημοσιογρφος και συγγραφας θεατρικν ργων. Διετλεσε αρχισυντκτης στο θρυλικ πια περιοδικ, Η Διπλασις των Παδων, κατ την περοδο 1896 - 1948. Κατ την αρχισυνταξα του Ξενπουλου στο περιοδικ ταν και ο βασικς του συντκτης. Εναι χαρακτηριστικ η υπογραφ του Σας Aσπζομαι, Φαδων, που χρησιμοποιοσε στις επιστολς που υποτθεται στελνε στο περιοδικ. ταν ο ιδρυτς κι εκδτης του περιοδικο Να Εστα, το οποο εκδδεται ακμα και σμερα. Το 1931 γινε ακαδημακς. Μαζ με τους Παλαμ, Σικελιαν και Καζαντζκη δρυσε την Εταιρεα Ελλνων Λογοτεχνν, που τανε και 1ος πρεδρος (1934-37).
     Γεννθηκε στη Πλη στις 9 Δεκμβρη 1867. Ο πατρας του, Διονσης, καταγταν απ' τη Ζκυνθο, με ρζες απ Πελοπννησο: οι Ξυνδες Ξυνπουλοι εχαν εγκατασταθε στη βενετοκρατομενη Ζκυνθο τον 16ο αι.. Η μητρα του Ευθαλα απ τη Πλη με ρζες απ τη Καισρεια. Ο πατρας του εχε πει αρχικ στην Αθνα που στα χρνια του θωνα κατατχθηκε στο ιππικ και ανδραγθησε στη καταδωξη της ληστεας. μως επειδ θερησε πως αδικθηκε στις κρσεις και τις προαγωγς -εχε φτσει μχρι το βαθμ του υπλαρχου- φυγε για τη Πλη που ασχολθηκε με το εμπριο. Η μητρα του Ευθαλα ταν μα απ τις αδελφς ενς φλου του πατρα του Διονσιου, του Νικλαου Θωμ, φαρμακοποιο του Φαναρου και μυρεψο του Πατριαρχεου, με τη μεσολβηση του οποου και γινε ο γμος των δο. Η μητρα του εχε Φαναριτικ καταγωγ κι ταν αδελφ του μητροπολτη Χαλκηδνας Καλλνικου. 11 μνες μετ τη γννησ του μετβη στη Ζκυνθο.
     Εχε λλα 5 αδλφια: τη Μαρα-Αναστασα που πθανε μωρ, την λγα, τον Στφανο, την Αικατερνη (πθανε το 1934) και τη Χαρκλεια, που ασχολθηκε με τη ζωγραφικ και πθανε το 1973. Τη συντηροσε οικονομικ μχρι το θνατ της τη μητρα του και μετ με τη διαθκη του μερμνησε για τη Χαρκλεια. ζησε τα παιδικ κι εφηβικ του χρνια στη Ζκυνθο, μχρι το 1883, ταν γρφτηκε στο Πανεπιστμιο Αθηνν για να σπουδσει Φυσικομαθηματικ, μετ απ προτροπ του φλου του Νικολου Μοτσενγου (αδερφο του συμμαθητ του Ξενπουλου Σωτηρου Μοτσενγου), που σποδαζε δη φυσικομαθηματικς στην Αθνα. Τις σπουδς του δεν τις ολοκλρωσε ποτ: απ το 1ο δη τος εχε αρχσει την ενασχληση με τη λογοτεχνα, που τανε κι η μοναδικ πηγ εσδων του.

     Απ το 1892 εγκαταστθηκε μνιμα πλον στην Αθνα και το 1894 νυμφεθηκε την Ευφροσνη Διογενδη. Το ζευγρι χρισε 2 τη μετ, εν εχαν δη αποκτσει μια κρη κι ο συγγραφας νυμφεθηκε ξαν το 1901 τη Χριστνα Κανελλοπολου κι απκτησε λλες 2 κρες. Συνεργστηκε με πλθος εφημερδων και περιοδικν που δημοσευε μελτες, ρθρα, διηγματα και μυθιστορματα. Το 1894 ανλαβε διευθυντς Εικονογραφημνης Εστας, το 1896 γινε αρχισυντκτης του περιοδικο Η Διπλασις Των Παδων, που τανε και συνδρομητς ταν τανε παιδ. Απ το 1901 ως το 1912 δημοσευε στο περιοδικ Παναθναια λογοτεχνικ ργα και μελτες κι απ το 1912 ρχισε να συνεργζεται με την εφημερδα θνος γρφοντας μυθιστορματα σε συνχειες. Το 1927 δρυσε το περιοδικ Να Εστα, που τανε διευθυντς ως το 1934. To 1939 γινε μλος της 1ης επιτροπς Κρατικν Λογοτεχνικν Βραβεων.
     Στον Ελληνοταλικ Πλεμο του 1940 ο Ξενπουλος μαζ με λλους λληνες λογους προσυπγραψε την κκληση των Ελλνων Διανοουμνων προς τους Διανοομενους ολκληρου του Κσμου με την οποα αφ' ενς μεν καυτηριαζταν η κακβουλη ιταλικ επθεση, αφ' ετρου δε διγειρε τη παγκσμια κοιν γνμη σε επανσταση συνειδσεων για κοιν νο πνευματικ Μαραθνα. Στη Κατοχ συμμετεχε στην ελληνφωνη ιταλικ εφημερδα Κουαδρβιο που προγαγε την συνεργασια με τους Ιταλος. Πθανε στην Αθνα στις 14 Ιανουαρου 1951 και κηδετηκε δημοσα δαπνη.



     Ο Ξενπουλος ταν πολυγραφτατος συγγραφας. γραψε πνω απ 80 μυθιστορματα και πλθος διηγημτων. Πρωτοεμφανστηκε στα γρμματα το 1888 με το μυθιστρημα Ο νθρωπος Του Κσμου. Αυτ και το επμενο μυθιστρημ του, Νικλας Σιγαλς (1890), αθηνακ μυθιστορματα, ταν αποτυχημνα. πειτα στρφηκε στην μπνευση απ την πατρδα του κι γραψε κποια απ τα καλλτερ του ργα, Μαργαρτα Στφα (1893), Κκκινος Βρχος (1905). Ακολοθησαν ργα αθηνακ, τα σημαντικτερα εναι Ο Πλεμος (1914) κι Οι Μυστικο Αρραβνες (1915) και το ζακυνθιν Λουρα (1915), επσης να απ τα καλλτερ του. Η πιο φιλδοξη συγγραφικ του αππειρα ταν η κοινωνικ 3λογα Πλοσιοι & Φτωχο (1919), Τμιοι & τιμοι (1921), Τυχερο & τυχοι (1924). Τα 2 1α αναγνωρζονται ως τα καλλτερα και πιο ριμα ργα του. λλα αξιλογα ργα του που ακολοθησαν εναι τα: Αναδυομνη (1925), Ισαβλλα (1923), Τερζα Βρμα-Δακστα (1925). Τα ργα του διαδραματζονται στην Αθνα και τη Ζκυνθο. Θεωρεται ο εισηγητς του αστικο μυθιστορματος, δηλαδ του μυθιστορματος που διαδραματζεται στα αστικ κντρα. Βασικ θμα στα ργα του εναι ο ρωτας, κυρως ρωτας μεταξ ατμων απ διαφορετικς τξεις.
     Η ικαντητ του να γρφει εκολα και γργορα τον οδγησε κποιες φορς σε εκπτσεις ως προς την ποιτητα. Πολλο τον κατηγρησαν, ταν ρχισε να δημοσιεει μυθιστορματα σε συνχειες, τι κανε πολ εκολα παραχωρσεις στα γοστα του αναγνωστικο κοινο κι τι χρησιμοποιοσε συχν προκλητικς για την εποχ ερωτικς σκηνς για να κερδζει χρματα. λοι μως επισημανουν αρετς του ργου του, πως η αφηγηματικ ευχρεια, η ικαντητα να κρατ αμεωτο το ενδιαφρον του αναγνστη κι η παρατηρητικτητα. Τα ργα του εναι πιτερο για ψυχαγωγα παρ για φιλολογικ ανλυση. Ο αστικς ρεαλισμς που επικρατοσε αυτ την εποχ στην Ευρπη και στην Αμερικ επηρεζει και τα ργα του. Για το λγο αυτ θεωρεται απ πολλος εισηγητς του αστικο μυθιστορματος με προσπθειες για την αντανκλαση της διας της πραγματικτητας. Ας μη ξεχνμε πως ανκει στη γενι του 1880, χρονολογα που αποτελε σταθμ στην ιστορα της νεοελληνικς λογοτεχνας (Αρχ νεοελληνικς αναγννησης με τον Παλαμ αλλ και τον Ροδη με το μυθιστρημα του Η Ππισσα Ιωννα).



     Ο Ξενπουλος υπρξε γνστης της σχετικς παρδοσης αλλ και καινοτμος νεωτεριστς. Η στροφ του προς τον αστικ ρεαλισμ υπρξε βασικ ιδιζουσα παρκκλιση απ την ηθογραφα. Ο αστικς ρεαλισμς χρησμευε για τη κλυψη του κενο -την απουσα ενς μσου στρματος αναγνωστν που θα λειτουργοσε ως ενδιμεσος χρος για μια πολπλευρη ανπτυξη λογοτεχνικς γραφς. Τα 1α του μυθιστορματα εξελσσονται στην Αθνα με υλικ τη φοιτητικ ζω, πριν ο συγγραφας κλεσει τα 30. Παραμνει πντα ο ψυχογρφος. Χρησιμοποιε περιστατικ κι απ την δια του τη ζω με τρπο μως που αυτ να περννε σαν φανταστικ.
     Το 1ο του θεατρικ ργο, Ο Ψυχοπατρας, παρουσιστηκε το 1895. Απ τις αρχς του αινα ρχισε να συνεργζεται με τη Να Σκην του Χρηστομνου. Τα σπουδαιτερα θεατρικ του ργα εναι: Το Μυστικ Της Κοντσσας Βαλραινας (1904), Στλλα Βιολντη (1909, με την Μαρκα Κοτοπολη), Φοιτητα. γραψε συνολικ 46 διαφορετικ θεατρικ ργα. Το 1901 πρωταγωνστησε μαζ με τον Παλαμ για την δρυση της Νας Σκηνς και χρη στη γνση ξνων γλωσσν ενημερωνταν γκαιρα για σημαντικ πνευματικ συμβντα στις μεγλες ευρωπακς χρες. γραφε προλγους για τον ψεν και ζοσε το θατρο, ζυμωνταν η καθημεριν ζω του με αυτ. Πολλ δρματα του εχαν αρχικ γραφτε ως πεζ κι πειτα μεταφρθηκαν στη σκην. (Π.χ. ρως Εσταυρωμνος - Στλλα Βιολντη). Μετφρασε και διασκεασε αρκετ ξνα ργα κι η στθμη της γραφς του τανε σ' λες τις περιπτσεις υψηλ. Συμμετεχε σε διφορες επιτροπς δραματουργικν διαγωνισμν και το Βασιλικ Θατρο της Αθνας εγκαινιστηκε στα 1932 με δικ του ργο Ο Θεος νειρος.



     Τα περισστερα ργα του εναι 3πρακτα. Στη 1η πρξη τθεται συνθως το θμα και χαρακτηρζονται τα πρσωπα, στη 2η εντενεται η πλοκ και κορυφνεται το δρμα και στη 3η ρχεται η λση. Ο Ξενπουλος χτζει μεθοδικ φρση-φρση, προετοιμζει τα επερχμενα περιστατικ που φανονται λγο σχετα με το κριο θμα, αλλ αποδεικνονται αναγκαα. Η Στλλα Βιολντη (που προχωρε με γργορο ρυθμ απ την ευχριστη ατμσφαιρα ενς ζακυνθινο σπιτιο στη συγκλονιστικ κορφωση του εκοσιου θαντου της νμφης) υπρξε πρτυπο γι' λλα 2 γνωστ θεατρικ ργα που αν και γραφτκανε πιο μετ υστερονε σε δραματικ τεχνικ.
     Ο Ξενπουλος γραψε με την δια επιτυχα και δρματα και κωμωδες κυρως με θμα τον ρωτα. Τα ργα του εναι ηθογραφες που αναδεικνουν τη ζω μιας εποχς η μιας τοπικς κοινωνας, τοπικς κι εποχικς ιδιαιτερτητες παρνουνε συχν ισχ γραφων νμων που επιβλλονται μσα απ την κοινωνα. Τα ργα του ταξινομονται ετε στη Ζκυνθο ετε στην Αθνα, ρχεται να γεφυρσουνε το χσμα μεταξ των 2 Σχολν, της Αθηνακς και της Επτανησιακς.

Ζακυνθιν ργα:
Στλλα Βιολντη,
Ραχλ,
Φωτειν Σντρη,
Ο Ποπολρος

Αθηνακ:
Φοιτητα,
Ψυχοσββατο,
Το Ανθρπινο

     Ιδιαιτρως αξιλογη ταν η συμβολ του στη κριτικ. Στα Παναθναια δημοσευσε πλθος μελετν για πολλος συγγραφες, πως τους  Παπαδιαμντη, Γιννη Καμπση, Δημτριο Βικλα. Εκενος πρωτοπαρουσασε στο αθηνακ αναγνωστικ κοιν τον Καβφη, το 1903.
Ο Ξενπουλος, αν και προερχταν απ επορη οικογνεια δεν ταν αριστοκρτης. Παρακολουθοσε ωστσο τα προβλματα των ανερχμενων αστν σο και των πιο φτωχν. Ερχμενος στην Αθνα φερε μαζ του την ιδα του ανθρωπιστικο σοσιαλισμο. Στην Αθνα ρθε σ' επαφ με τον Δρακολη και τους λλους επικεφαλς του σοσιαλιστικο κμματος, ενθηκε με αυτος και βοθησε στην κδοση των σοσιαλιστικν εφημερδων ρδην και Κοινωνα. Το 1885 γινε μλιστα συντκτης του ρδην. Τις θσεις του για το σοσιαλισμ μπορομε να δομε καλλτερα στο Πλοσιοι & Φτωχο. Ο Ξενπουλος πστευε σ να σοσιαλισμ που θα λλαζε τη κοινωνα χωρς βαιες ανατροπς. Σιγ-σιγ οι νθρωποι θα καταλβαιναν το συμφρον τους, οι πλοσιοι κι οι φτωχο θα ρχονταν σε συνεννηση χωρς βα. Μνον ο σοσιαλισμς θα μποροσε να βλει τλος στο διαχωρισμ των 2 φυλν. Το ιδανικ του σοσιαλισμο θα εξασφλιζε σε κθε νθρωπο οποιασδποτε ρτσας τροφ, κατοικα κι ενδυμασα, αλλ δεν μπορε να καταλξει ποτ σε μιαν εντελς ιστητα. Αρχικ ο Ξενπουλος θερησε τις σοσιαλιστικς ιδες τις μνες που θα μποροσαν να διορθσουνε την ανιστητα μεταξ πλοσιων και φτωχν. Ωστσο την εφαρμογ των σοσιαλιστικν ιδεν δεν την θελε βαια με ανατροπς κι επαναστσεις που θα δημιουργοσανε θματα. Με την νοδο του πνευματικο επιπδου του λαο -πστευε- θα καταλβαιναν οι νθρωποι το πραγματικ τους συμφρον. Για το λγο αυτ θεωροσε το γρψιμο ως οφειλ διαπαιδαγγησης κι ργο ευθνης υπρ του συνλου.
     Η κρη του, Ευθαλα Ξενοπολου σε μια συνντευξ της στο Δημτρη Γκινη, λγο πριν πεθνει, λει:
     Ο πατρας μου ταν νθρωπος συχος και καλς. ταν καλς νθρωπος, δουλευτς και γι αυτ πθανε στην ψθα. Τη Διπλαση την βγαζε απ το 1879 ο Νικλαος Παπαδπουλος απ την δρα, που ταν θεος της μαμς μου. Στην αρχ, γραφτανε στη καθαρεουσα. πειτα, λγο αφ' του πγε ο μπαμπς, ρχισε να γρφεται στη δημοτικ. Το πρτο κεμεν του δημοσιεθηκε το 1892. ταν να διγημα, Η αδελφολα μου, στη δημοτικ. Το 1896 ο αρχισυντκτης του, Αριστοτλης Κουρτδης, πγε στη Γερμανα και πρε τη θση του ο πατρας μου. Ττε ρχισε να γρφει τις Αθηνακς επιστολς, με το ψευδνυμο Φαδων. Απ εκε, μιλντας στα παιδι, σχολαζε τα πντα…
  Ο Ξενπουλος, 17χρονος φοιτητς στην Αθνα, κοιμθηκε με το φιλδοξο νειρο να γνει κποτε Ακαδημακς. 4 τη πριν φγει απ τη ζω, γραψε τη Ζω Σαν παραμθι, που περιγραφε την ευχαρστηση και τη πληρτητ του, αφο πρλαβε να πραγματοποισει το νειρ του. Θεωροσε απαρατητη προπθεση τη πνευματικ νοδο του λαο. Πστευε τι το γρψιμο εναι μσο διαπαιδαγγησης κι ργο ευθνης. Γι' αυτ γραψε τσες επιστολς στα παιδι.



     Το κυραρχο θμα στα ργα του ταν ο ρωτας. γραψε για τον ρωτα που εναι ιδανικς, αιθριος κι υλος. γραψε και για τον ρωτα που εναι σαρκικς, βναυσος, πρστυχος, χριν ηδονς. Τα βιβλα του ταν εμπορικ, γιατ δεν ταν πληκτικ. Ο Ξενπουλος εχε την ευχρεια να γρφει και να κρατ ζωνταν το ενδιαφρον του αναγνστη ως το τλος. Η προσφορ του στο ελληνικ θατρο και στην ελληνικ λογοτεχνα θα παραμνει πντα σημαντικ.

ΡΗΤΑ:

σως υπρχουν γυνακες που υποπτεονται τι δεν εναι ωρααι, αλλ δεν υπρχει ποιητς που να μην χει τη βεβαιτητα τι εναι μεγλος.

ΕΡΓΑ:

Διηγματα

Ελληνικο αγνος το τριακοσιδραχμον παθλον. Αθνα, Χιτης, 1885.
Μητρυι. Αθνα, παρρτημα του περιοδικο Εστα, 1890.
Στρατιωτικ διηγματα. Αθνα, Κασδνης, 1892.
Διηγματα· Σειρ πρτη. Αθνα, τυπ.Κωνσταντινδη, 1901.
Διηγματα· Σειρ δετερη. Αθνα, τυπ.Κωνσταντινδη, 1903.
Διηγματα· Σειρ τρτη. Αθνα, Κολλρος, 1907.
Ο κακς δρμος και λλα καινοργια διηγματα (1908-1911). Αθνα, Φξης, 1912.
Στλλα Βιολντη ρως εσταυρωμνος και κποια λλα διαλεχτ διηγματα. Αθνα, Φξης, 1914.
Οι ερωτευμνοι και λλα διηγματα. Αθνα, κδοση Φιλολογικς Κυψλης, χ.χ.
Η Αναθρεφτ. Αθνα, Γανιρης, χ.χ.
Πετρις στον λιο. Αθνα, Παπαδπουλος, 1919.
Το Ζακυνθιν μαντλι και λλα δκα διαλεχτ διηγματα. Αθνα, Γανιρης, 1921.
Αθηνακ διηγματα· Ιστορα μιας χωρισμνης. Αθνα, Γανιρης, 1924.
Ο Μινταυρος και λλα να διηγματα (1921-1924). Αλεξνδρεια, εκδ. του περ. Γρμματα, 1925.
Πς πολεμον; Αθνα, κδοση της εφημερδας Ελληνικν Μλλον, 1935.
Ο τρελλς με τους κκκινους κρνους. Αλεξνδρεια, Κασιγνης, 1926.
Αθανασα και λλα 24 διηγματα. Αθνα, εκδ. Οι φλοι του βιβλου, 1944.
Η γτα του παπ, Αθνα, εκδ. Εθνικν Ημερολγιον του Σκκου,, 1913


Μυθιστορματα

Θαματα του Διαβλου. Αθνα, Ραφτνης, 1883.
νθρωπος του κσμου. Αθνα, Γραφεον Εκλεκτν Μυθιστορημτων, 1888.
Νικλας Σιγαλς. Αθνα, τυπ. Κορννης, 1890.
Μαργαρτα Στφα. Αθνα, Κολλρος, 1906.
Ο κκκινος βρχος. Αθνα, τυπ.Εστα, 1915.
Ο Πλεμος. Αθνα, Κολλρος, 1919.
Η τιμ του αδελφο Α. Αθνα, Κολλρος, 1920.
Λουρα· Το κορτσι που σκοτνει. Αθνα, Ελευθερουδκης, 1921.
Η τιμ του αδελφο Β. Αθνα, Κολλρος, 1923.
Ο κσμος κι ο Κοσμς. Αθνα, Κολλρος, 1923.
Ισαβλλα. Αλεξνδρεια, Κασιγνης, 1923.
Η τρμορφη γυνακα. Αθνα, Κολλρος, 1924.
Αναδυμενη. Αθνα, Κολλρος, 1925.
Τερζα Βρμα Δακστα - νας σγχρονος Μεσαωνας. Αθνα, Κολλρος, 1926.
Πλοσιοι και Φτωχο - Μια κοινωνικ τριλογα· Πλοσιοι και φτωχο, Τμιοι και τιμοι, Τυχερο και τυχοι. Αθνα, Κολλρος, 1926.
Πλεμος, (1919).
Ο Κατφορος· Αθηνακν μυθιστρημα. Αθνα, Κολλρος, 1948.
Ο γμος της Λτσας. Αθνα, τυπ. Αφων Γερρδου, 1929.
Το Φντασμα, (1914).
Μυστικο αρραβνες. Αθνα, Κολλρος, 1959.
Ο Κοσμκης· Ιστορα ενς φυσιολογικο αρρστου Α'. Αθνα, Κολλρος, 1930.
Ο Κοσμκης· Ιστορα ενς φυσιολογικο αρρστου Β'. Αθνα, Κολλρος, 1930.
Ο Κοσμκης· Ιστορα ενς φυσιολογικο αρρστου Γ'. Αθνα, Κολλρος, 1930.
Ο Κοσμκης· Ιστορα ενς φυσιολογικο αρρστου Δ'. Αθνα, Κολλρος, 1930.
Αφροδτη Α' · Η γυνακα που σε χνει, Β' - Η γυνακα που σε σζει. Αθνα, Κολλρος, 1930
Ανμεσα σε τρεις γυνακες. Αθνα, Κολλρος, 1930.
Μεγλη αγπη
Η νχτα του εκφυλισμο
Οι τρεις αδελφς
Λζα
Απνεμα βρδια


Θεατρικ ργα και οι πρεμιρες τους

11 Αυγοστου 1895 - Ο ψυχοπατρας, απ τον θασο του Νικλαου Λεκατσ
3 Δεκεμβρου 1895 - Ο τρτος, απ τον θασο Λεκατσ
30 Ιουλου 1904 - Το μυστικ της Κοντσας Βαλραινας, απ τον θασο της Νας Σκηνς
21 Ιουλου 1908 - Η ξανθ περοκα, απ τον θασο Κυβλης (διασκευ ενς διηγματος του Τσχωφ)
11 Αυγοστου 1908- Φωτειν Σντρη, απ τον Θασο Κυβλης
10 Ιανουαρου 1909 - Στλλα Βιολντη,θασος Κυβλης (Πτρα)
15 Ιουνου 1909 - Ραχλ, θασος Κυβλης
10 Ιουλου 1910 - Ο πειρασμς , Θασος Κυβλης. (Το ργο πρωτοπαχτηκε με τον ττλο, να σπτι νω-κτω και ο Ξενπουλος παρουσιστηκε με το ψευδνυμο G. Fremd)
13 Ιουλου 1911 - Ψυχοσββατο, θασος Κυβλης
27 Ιουλου 1911 - Χερουβεμ, Θασος Κυβλης
14 Μαου 1912 - Πολυγαμα, θασος Μαρκας Κοτοπολη
14 Σεπτεμβρου 1912 - Μονκριβη, θασος Κυβλης, (στο πργραμμα της παρστασης αναγρφεται και πλι με ψευδνυμο, αυτ τη φορ ονομζεται Roberto Stani)
30 Σεπτεμβρου 1913 - Το ζευγρωμα, Θασος Κυβλης
26 Ιουνου 1914 - Το φιρο του Λεβντε, απ τον θασο του Νκου Πλσσα
29 Ιουνου 1915 - Δεν εμαι εγ, απ τον θασο του Πλσσα
26 Μαου 1916 - Ο ρως θριαμβεει, απ τον θασο Κυβλης
8 Σεπτεμβρου 1916 - Η τιμ του αδερφο, θασος Κοτοπολη
10 Ιουνου 1917 - Ντετκτιβ, Θασος Πλσσα
9 Ιουλου 1918 - Ο Νκος γυνακα, θασος Πλσσα (διασκευ του ργου του Η ξανθ περοκα)
8 Ιουλου 1919 - Οι φοιτητς, θασος Εταιρεα Ελληνικο θετρου
22 Σεπτεμβρου 1920 - Πεπρωμνα, Θασος Κυβλης
20 Ιουνου 1921 - Το ανθρπινο, θασος Αιμ. Βεκη - Χρ. Νζερ
4 Ιουνου 1923 - Μαριτνα, θασος Κυβλης
18 Ιουνου 1923 - Η εξαδλφη μου, θασος Αλκης (διασκευ του μυθιστορματος της Jeanne de la Brete)
16 Σεπτεμβρου 1924 - Η τρμορφη γυνακα, θασος Κυβλης
27 Ιουλου 1925 - Η δκη του Θανση, θασος Κυβλης (διασκευ του ργου του, Η τιμ του αδελφο)
4 Σεπτεμβρου 1926 - Η αναδυομνη, θασος Οι νοι
28 Μαου 1931 - Χαρε νμφη, θασος Αλκης
19 Μαρτου 1932 - Θεος νειρος, θασος Εθνικο θετρου
1 Αυγοστου 1932 - Ανιζα, θασος Αλκης- Κ. Μουσορη- Χρ. Νζερ
14 Φεβρουαρου 1933 - Ο ποπολρος, Εθνικ θατρο
31 Αυγοστου 1933 - Να ξαναπρεις τη γυνακα σου, θασος Αλκης
16 Ιουλου 1935 - τσι εναι ο κσμος, θασος Αλκης
3 Οκτβρη 1936 - Τπο στα νειτα, θασος Μιρντας (διασκευ του ομνυμου ργου του Λ. Φοντρ)
5 Μαρτου 1951 - Η καλλιτχνις, (μονπρακτο που απαγγλθηκε σε μια ποιητικ βραδι του Εθνικο θετρου)


Μελτες

Η απολογα μου. Ζκυνθος, Καψοκφαλος, 1884.
Ευγγελος Παντπουλος. Αθνα, Εστα, 1893.
Η κωμωδα του Αριστεου. Αθνα, 1921.
Στχυα και παπαρονες Α. Αθνα, Κολλρος, 1923.
Μαλακσης - Ο ποιητς και ο νθρωπος. Αθνα, Παρθενν, 1943 (στη σειρ Σγχρονοι λληνες ποιητς).
Παιδικ λογοτεχνα
Παιδικν θατρον. Αθνα, Παπαδπουλος, 1906.
Η αδελφολα μου. Αθνα, Παπαδπουλος, 1923.
Παιδικν θατρον Α'. Αθνα, Κολλρος, 1926.
Παιδικν θατρον Β'. Αθνα, Κολλρος, 1926.
Ο Πργος του Βοσπρου κι λλα διηγματα. Αθνα, Κολλρος, 1927.
Το καλ μου το βιβλο. Αθνα, Κολλρος, 1931.
Ο μπμπης αρχιλσταρχος - Θηριοτροφεο Τοτο και συντροφα. Αθνα, Δημητρκος, 1932.
Σας ασπζομαι, Φαδων. Αθνα, Οι φλοι του βιβλου, 1947.

Διακρσεις


Ανακρυξ του ως ναν απ τους τρεις κορυφαους συγγραφες, πεζογρφους και ποιητς λων των εποχν[εκκρεμε παραπομπ].

Ιδρυτς και διευθυντς του λογοτεχνικο περιοδικο Να Εστα το 1945.
Βρβευσ του απ την επσημη πολιτεα με το παρσημο του Αργυρο Σταυρο του Σωτρος Χριστο το 1912.
Βρβευσ του απ την Ακαδημα Γραμμτων και Τεχνν με το Αριστεο των Γραμμτων και των Τεχνν το 1922.
Βρβευσ του απ την Ακαδημα των Αθηνν για το λογοτεχνικ του ργο, το 1929.
Ορκστηκε Πρεδρος του Εθνικο Θετρου το 1931.
Εκλχτηκε ως τακτικ μλος της Ακαδημας των Αθηνν απ που και πρε το βραβεο το 1931.
Δημιουργα Μουσεου στη γεντειρ του Ζκυνθο, με το νομ του.
Ανακρυξ του ως νας απ τους σημαντικτερους εκπροσπους του ευρωπακο νατουραλισμο.

=================


                                               Αθανασα

     Πριν πω ακμα σε καννα σκολει, η μητρα μ’ στερνε να περν τη μρα μου στης θεις μου, στον μμο. Μαρνττα Στουπθαινα τη λγανε την αγαθ εκενη γυνακα, αδερφ μεγαλτερη του πατρα μου, που του μοιαζε κιλα, κι εχε δο μεγλες θυγατρες, τη Γιολια και τη Μαρα. Ο νδρας της, ο Τζρτζης ο Στουπθης, τν αδερφς του παπ-Στουπθη της Φανερωμνης, στου σεβσμιου, και του Παναγιτη του Στουπθη του πλοσιου μπορα. Φτωχολης μως αυτς ο καημνος, μλις τα κατφερνε μα το μαγαζκι που εχε κει στο κατι του σπιτιο, μπακλικο μαζ και ψιλικατζδικο. Γι’ αυτ εργζονταν κι οι δυο του θυγατρες, πλκοντας λη μρα κρητικ μρλα με κοπανλια. Δεν ξρω τρα καλ, μα μου φανεται πως οι χρυσοχρες αυτς, με τις θαυμαστς αληθιν νταντλες, τα ικνσα και τα ποντνια, που εχαν τη γνση και την υπομον να φτνουν, ξεδολευαν πολ περισστερα απ’ το μικρομαγαζτορα του μμου που πουλοσε πετρλαιο με το καρτεζνι και λδι με το στγγο, παρνοντας πεντρες και δνοντας ρστα μονλεφτα…
     Η μρα μου, στης θεις μου της Μαρνττας, ταν πντα η δια, στερετυπη. Την αυγ, ποτ νωρτερα και ποτ αργτερα, ο υπηρτης μας μ’ φηνε στη μπασα. Καλημριζα το μπρμπα μου απ την πορτολα της σκλας που συγκοινωνοσε με το μαγαζ, κι ανβαινα συχα και φρνιμα, γιατ ξερα πως στο σπτι εκενο δε σκωναν ντρους και φωνς. Αγκλιαζα τη θεα μου που με δεχταν πντα στο κεφαλσκαλο, κι μπαινα σια στο σαλτο, που οι ξαδερφδες μου, το διο συχα κι αυτς, σοβαρ, ταν κιλα καθισμνες μπροστ στα κουσουνλα τους και πλεκαν, λο πλεκαν, σωπανοντας σιγοκουβεντιζοντας. Καθμουν στο σκαμνκι μου, ποτ κοντ στη Γιολια και ποτ κοντ στη Μαρα -δεν ξρω ποια απ’ τις δο με τραβοσε ττε περισστερο, μα καμμι, στοχζουμαι, εξαιρετικ- βγαζα τη φυλλδα μου κι’ ρχιζα σιγ-σιγ να καππακζω. Οι πρωινς αυτς ρες μο ταν κπως στενχωρες. Βαριμουν το καππκισμα, το καθισι, την ακινησα, τη σιωπ, το ξερ κι μοντονο τραγοδι των κοπανελιν… Κι αιστανμουν αληθιν ανακοφιση κθε φορ που μπαινε στο σαλτο η θεα μου να μου πει γελαστ καννα λογκι, , το καλτερο, να με στελει κτου στου μπρμπα μου για καννα θλημα. Γιατ ξερα πως αυτς, αν ταν εκαιρος, θα με κρατοσε λιγκι κοντ του, να μου πει καμμι παροιμα, και πντα θα με φλευε, πτε μια μπιντα, πτε να κοτσουπο και πτε να ξερ σκο…
     Κατ το μεσημρι, πτε η Γιολια, πτε η Μαρα, φηναν για λγο τα κοπανλια, μ’ παιρναν κοντ τους -κποτε και στα γνατα τους- μ' βαζαν να πω το μθημα μου και, αν το ξερα καλ, μ' λλαζαν. Πρπει μως να προσθσω πως αυτ γινταν πολ σπνια και πως ολκερες εβδομδες καππκιζα την δια καταφαγωμνη σελδα, τις διες σβησμνες συλλαβς. πειτα περνοσαμε στο τινλλο και καθμασταν στην τβλα. Ο υπηρτης μου φερνε πντα το μεσημεριαν μου φα μου απ το σπτι. Δοκμαζα μως κι απ' το φα της θεις, που πντα το βρισκα πιο νστιμο. Ο μπρμπα-Τζρτζης τρωγε κτου στο μαγαζ, γιατ δεν εχε νθρωπο ν' αφνει στο πδι του. Μετ οι ξαδερφδες μου ανβαιναν στις κμαρες τους, Η θει μου ξαπλωνταν να κοιμηθε. Κι εγ τριγριζα στο σπτι, σκλιζα τα πντα, βγαινα στα παρθυρα παιζα σε καμμι κρη ολομναχος. Μια φορ μνο, θυμομαι, σιγοκατβηκα τη σκλα και βγκα στο δρμο, μα μια κακστρα γειτνισσα με μαρτρησε κι οι αυστηρς ξαδερφδες μου με μαλσανε τσο δυνατ, (τ, λιπης και σγαρλλιος του μμου θα μας γνεις εσ;) που δεν κτησα να το ξανακνω.
     Τα απογματα ταν κπως διαφορετικ. Οι ξαδερφδες μου κατβαιναν απ' τις κμαρες τους καλοχτενισμνες και συγυρισμνες. Η θει μου, το διο, βγαζε τη ποδι της και φοροσε τη καλ της σκαμπαβα (μαρη μ' σπρες κουκδες). Το σαλτο της πρωινς εργασας αφηνταν. Περνοσαμε στη σλα. Τα δο μεγλα παρθυρα που βλεπαν στην μμο, διαπλατνονταν. Τα κουσουνλα στνονταν κοντ τους: της Γιολιας στο να, της Μαρας στο λλο. πλεκαν πλι οι ξαδερφδες μου, λο πλεκαν, μα μποροσαν τρα να κοιτζουν κι ξω, τον κσμο που διβαινε, τις βρκες που φευγαν, τα κακια, τα καρβια και τα βαπρια που μπαιναν στο πτο (τι τζγια!...) Ορθς, πατντας το να πδι στο σκαμνκι μου και το να χρι στο κκκινο μαξιλρι του παραθυριο, κοταζα, γοδριζα κι εγ. Α, τι διασκδαση ταν ξεμπαρκριζαν βδια κι φευγε μλιστα καννα γριο, αναστατνοντας τον μμο και τη χρα! ταν περνοσαν, για επδειξη, καβλα σε περφανα λογα, οι κοντοφοστανες μπαλαρνες, οι σκοινοβτες κι οι παλιτσοι του Στεκτου! πειτα ρχονταν στης θεις μου βζιτες, συντροφις. Δο ταν οι ταχτικτερες: η Μαριττα του Δεσπτη, -θυγατρα του περφημου εκενου Κατραμ, μια λεπτ κι’ αιθρια γαλανξανθη μεγαλοκοπλα, ψηλ κι μορφη σαν τον πατρα της- κι η Αρτμη του Μπισμπρδη, μια καλκαρδη, νστιμη και σπιρτζα μελαχροιν, θυγατρα της Σοφας Μπισμπρδη, που εχε 'κει κοντ τη ξακουστ Φμπρικα της Ποδρας.
     ταν οι πιο στενς να πομε φιλενδες των ξαδερφδων μου. παιρνα
κι αυτς τα εργχειρα τους κι ρχονταν να περσουν μαζ τους, με δουλει και με κουβεντολα, το απγεμα. Εχτς απ τη Μαριττα, που σαν κρη Δεσπτη πγαινε παντο, οι λλες οι καημνες μνο απ τα παρθυρα βλεπαν και γνριζαν τον κσμο. Η θει μου μως, που σα γρι θα τον εχε βαρεθε, καθταν παραμσα με την κλτσα της. Κι εγ πια γριζα απ παρθυρο σε παρθυρο, προβανοντας για να βλπω -και κουβαλντας και το σκαμνκι μου για να πατ- πτε ανμεσα στη Γιολια και στη Μαριττα, πτε ανμεσα στη Μαρα και στην Αρτμη. Αυτς πτε με θλανε κοντ τους, πτε με διωχναν, πτε με χιδευαν και μου γλυκομιλοσαν, πτε με περαζαν και με πεισμτωναν σπου με κνανε να κλαω. Κατ την ρεξη που εχαν καταπς τους φερνμουν κι εγ… Μνον η Αρτμη δε με περαζε ποτ, με υπερασπιζταν μλιστα κι εγ την αγαποσα περισστερο απ' λες. τσι περνοσε και το απγεμα, σπου βρδυαζε. Απ κει και πρα, τι γιντανε στο σπτι της θεις μου, δεν ξρω. Ποτ δεν μεινα βρδυ εκε για να ιδ. Πριν ανψουν τις λμπες τους λχνους, ερχταν ο υπηρτης και μ' παιρνε σχεδν στα σκοτειν. Τις περισστερες φορς, φευγα αφνοντας τις ξαδερφδες μου με τις φιλενδες τους ακμα στα παρθυρα.
     Στοχζομαι τρα πως για δυο σπουδαες αιτες μ' στερνε, τον καιρ εκενο, η μητρα μου στης θεις μου της Μαρνττας: πρτο για να συνηθσω και να μη μου παραφανε βαρ το σκολει, το αληθιν σκολει, που θα πγαινα αργτερα. Και δετερο γιατ, ζωηρς κι ασσταγος, κανα στο σπτι, και προπντων στο περβλι, πολλς αταξες κι λο τσακωνμουν με την αδερφ μου την λγα που, μικρ, τανε κι αυτ ζρικη, σωστ αγοροκριτσο. Μα πως κι αν ταν, αυτ τη ζω κανα στο ψευτοσκολει της θεις μου. Δε θα 'ξερα τρα να πω και πσο βσταξε: μνες χρνια; Πντα πολ καιρ για να παιδκι σαν εμνα… Τη φυλλδα μου χι ββαια, το σπτι μως εκενο το 'χα μθει απξω κι ανακατωτ. Εχα χορτσει πια να βλπω να αγγζω κει μσα τα δια και τα δια. Και καθς τανε τσο μοια, τσο στερετυπη η ζω, ξερα, για μνες για χρνια, τι θα γινταν, τι θα βλεπα και τι θα κουγα την πσα μρα και την πσα ρα. Αλλ ρθε και μια μρα αλλιτικη, διαφορετικ, ξεχωριστ, γιορτιν μρα -αν και δεν θα ταν κι αυτ παρ μια καθημεριν- γιατ ποτ γιορτ δε θα με στερναν στο σκολει της θεις μου.
     Λοιπν, τη μρα αυτ την αξχαστη, ταν πγα το πρω, δε βρκα τις ξαδερφδες μου να πλκουν τα μρλια τους στο σαλτο: τις βρκα ανασκουμπωμνες να συγυρζουν το σπτι. Το γενικ ξεσκνισμα, το πλσιμο και το τρψιμο εχαν, φανεται, τελεισει, μα οι καρκλες και τα περισστερα πιπλα της σλας ταν σωριασμνα στο σαλτο και στο ιντριτο. Γιατ στη σλα στρωναν χαλ! να πελριο χαλ, καμωμνο λο απ πλεξοδες κουρελπανα, που με θμπωνε με τα χλια του χρματα σαν ανθισμνο ζακυθιν λιβδι. στερα τοποθτησαν πλι τα πιπλα -τον καναπ, τις πολυθρνες, τη ροτντα της μσης, στην κονσλα ανμεσα στα παρθυρα- και τα καταστλισαν με πρματα κρυμμνα σκεπασμνα ως ττε, πρωτφαντα για μνα: κεντητ μαξιλρια, καλαθκια και ταπετκια απ πολχρωμες χντρες, ζωγραφις σε κορνζες στητς απ κοχλια πλαναδορια, βζα με ψετικα λουλοδια κι λλα ττοια να σωρ. Δε φανταζμουν ποτ πως το σπτι της θεις μου εχε τσα μπιχλιμπδια! Το διο φροντισμνο συγρισμα γινε στερα στο διπλαν σαλτο, μα και στο το τινλο, και στις κρεβατοκμαρες και λγο παντο…
     Βγκαν ακμα καταχωνιασμνα φλυτζνια και κουταλκια ασημνια.
Μα για τι; μα για ποιον; μουν πολ μικρς για να ρωτσω, και πιο πολ μικρς για να μου πουν αρτητα. Μου φαινταν μλιστα πως η περιργεια μου ταν λιγτερη απ την απορα μου κι απ τη χαρ μου. Μου φτανε που λο κενο το πρωιν οτε καππκισα μονχος μου, οτε επα μθημα για να μη μ' αλλξουν, παρ βοηθοσα κι εγ τις ξαδερφδες μου στο συγρισμα, κνοντας πρθυμα τι μου λγανε και διασκδαζα βλποντας κι αγγζοντας τσα καινορια για μνα. Κποιος θα 'ρχταν ββαια, κποια βζιτα σημαντικ· μα τι μ' μελλε αν θα ταν ντρας γυνακα, κοπλα γρι; Πντα μια κουταλι γλυκ θα τρωγα κι εγ. Το μεσημρι ωστσο, κτι μαθα. Σαν ρθε ο υπηρτης με το φα μου, κουσα τη Γιολια να του λει:
Να μου φρεις εδ την καλ φορεσι του Γληγρη. Πες της θεις Ευθαλας πως θα ρθει το απγιομα μα ξνη και δεν κνει να εναι τσι με την ποδι. με, γεια σου!
     Χρηκα που γι’ αγπη της ξνης αυτς θα βαζα και τα καλ μου. Και να, σε λγο ο υπηρτης μας τα φερε. ταν να κοντ παντελονκι με τρα κουμπι κτου στο πλι κθε μποζανιο, και μια ζακεττσα που σχημτιζε και γιλκι. Πς τη θυμομαι την παιδιτικη μου αυτ φορεσι! Του ψλλου το χρμα την λεγε η μητρα μου, που μου την εχε κνει με το τελευταο φιγουρνι. κανε πολλ φιγορα, κι να σωρ μητρες, που εχαν αγορκια στην ηλικα μου, την εχαν γυρψει για να προυν το σχδιο. Μπορ να πω πως η φορεσι μου ταν συνηθισμνη να γυρζει τα σπτια στο μπρτσο του υπηρτη, και δε θα παραξενετηκε καθλου που κουβαλθηκε τσι και τη μρα κενη στο σπτι της θεις μου. Την φησαν διπλωμνη προσεχτικ σ’ να κρεβτι κι’ εγ πια δεν βλεπα την ρα να μου τη φορσουν.
     Η θει Μαρνττα δεν κοιμθηκε το απομεσμερο: εχε ακμα δουλεις. Μα κι οι ξαδερφδες μου, απνω, στις κμαρες τους, δεν ησχαζαν καθλου. Τις κουγα να τριγυρζουν, να σρνουν πρματα και να μιλον ζωηρ. στερα με φναξαν και μνα. Κι μεινα εκστατικς ταν τις εδα αληθιν μεταμορφωμνες. Εχαν βλει κι’ αυτς τα πιο καλ τους φουστνια κι ταν εξαιρετικ καλοχτενισμνες και στολισμνες με κορλλια και χρυσαφικ. Τι μορφες που μου φνηκαν! Ποτ δεν τις εχα ιδε τσι και δε φανταζμουν σως πως κι οι ξαδερφδες μου μποροσαν, μα θελαν, να γνουνται ωραες κυρες… Σαστισμνο ακμα, η Γιολια με πρε στην κμαρα της, μου βγαλε την ποδι, μου πταξε την παλι φορεσι του σπιτιο, που ταν σε κακ χλι απ τις αταξες, μο σφουγγρισε χρια, πρσωπο, γμπες, και μου φρεσε το πανταλονκι και τη ζακεττσα του ψλλου το χρμα. Θυμομαι τρα, πως ταν μου βγαλε το καθημεριν μου πανταλνι, ντρπηκα πολ κι εκενη, καθς μου φοροσε γργορα-γργορα το καλ, μου λεγε χλευαστικ: ω, ω, ντρπεσαι! ντρπεσαι!... Θα της φαινταν πολ πρωρη αυτ η ντροπ!... πειτα με χτνισε μορφα, μου βαλε μια γραβαττσα μενεξελι σαν τη φδρα της ζακεττσας μου -αχ, μα τι κρμα να μη φανεται κι αυτ!- και μ' στειλε κτου, να με ιδε η θει μου…
     Καινορια κπληξη κτου, ακμα σως πιο μεγλη: Η θει μου ταν κι αυτ μεταμορφωμνη! Εχε κνει λλο χτνισμα κι εχε βλει να πλατ κτολο κι να μακρ τζιπονι μπλε μαρν με μεγλα μαρα κουμπι. Κι εν αυτ με δεχταν ανογοντας τα χρια και κνοντας ω! ω! ω!, εγ νοιγα το στμα μπροστ στην απροπτη κι αληθιν αφνταστη μεταμρφωση της γρις νοικοκυρς, που μου φαινταν τσι πιο να και τσο κυρα!… Για λα αυτ μουν πολ χαρομενος κι αιστανμουν τη μικρ μου καρδι να ξεχειλζει απ αγπη και καλοσνη. Αγκλιαζα τη θει, Μαρνττα και τη καταφιλοσα πως ποτ. Κι εχα λη τη καλ διθεση να κμω το διο και στις ξαδερφδες μου, αυτς μως δε μ' ενθρρυναν καθλου, για να μη τις ξεχτενσω. Μσα στο συγυρισμνο σπτι, ανμεσα στις συγυρισμνες γυνακες, συγυρισμνος κι εγ ο διος, δοκμαζα την επδρασα κποιας αμαρτας. Κι απ’ αυτ, στοχζουμαι, θα ταν χαρ με το ξεχελισμα της αγπης και της καλοσνης. Ω, ναι! κενη την ρα αγαποσα τη θει μου και τις ξαδερφδες μου σο ποτ, γινμουν τρυφερς μαζ τους κι μουν ολοπρθυμος να κμω τι θα μου λεγαν -και να καππακσω ακμα- για να τις βλεπα μορφες σο ποτ. Δε μου ζτησαν μως λλη θυσα, παρ να καθσω εκε σε μιαν κρη της σλας, να βλπω χωρς να πειρζω τποτα -για το Θε!- και να προσχω το φιγκο μου και το χτνισμα μου.
     Η γοητεα μου ξακολοθησε. Γιατ σε λγο φτασε κι η Αρτμη του Μπισμπρδη, μεταμορφωμνη κι αυτ με μια μορφη τουαλττα βυσσιν· κι η Μαριττα του Δεσπτη, εξαιρετικ περιποιημνη, με πλοσια φορεσι που εχε σχεδν το ψλλου το χρμα σαν τη δικ μου. Κι οτε κουσουνλα σμερα, οτε εργχειρα, οτε κλτσα. Κθισαν λες να γρο κι ρχισαν να κουβεντιζουν μ' να ζωηρ και χαρομενο αλαλητ, σαν να ταν μεγλη γιορτ. Η σλα μοσκοβολοσε απ τα γιολι και τα τριαντφυλλα που εχανε βλει σε δο βζα κι απ τις μυρωδις που εχαν απνω τους οι κοπλες. τι βλεπα, τι μριζα κι τι κουγα γρω μου, με γοτευε τσο πολ, που μου φαινταν πς δεν ταν πια λλο. Οτε που συλλογιζμουν καθλου την ξνη που περιμναμε. Την εχα ξεχσει. Και μπορ να πω πως εγ δεν την περμενα πια… Κι ξαφνα ακοστηκαν κτι αλλιτικα βματα στη σκλα, να ανβασμα γοργ και τριζτο, κι οι ξαδερφδες μου πετχτηκαν ευτς στο ιντριτο.
Η Αθανασα!
     Μπα! Αθανασα λεγαν αυτ την ξνη; Πρτη μου φορ κουγα ττοιο νομα για γυνακα. σως μλιστα το κουγα πρτη φορ και για κθε τι. Αθανασα -τι παρξενο! Σε λγο, απ’ το κεφαλσκαλο, κουσα, μαζ με τις γνριμες, αν κι αλλοιωμνες λιγκι φωνς των ξαδερφδων μου, και μιαν λλη ολωσδιλου διαφορετικ και πρωτκουστη. Μου φνηκε καθαυτ σαν κουδονισμα και σαν κελδισμα. Ποτ μου δεν εχα ακοσει τσο γλυκι φων! Και μ’ αληθιν περιργεια κοταξα τρα προς την πρτα, για να ιδ πως θα ταν καμωμνη η ξνη, εκενη που την λεγαν Αθανασα κι εχε ττοια φων…
     Μπκε, ντη! Κι η γοητεα μου κορυφθηκε. Ω, ββαια που τρα δεν ταν πια λλο; Και με ττοια προετοιμασα, δε μποροσε να εναι παρ’ αυτ! να ψηλ κορτσι, ως εκοσι χρονν, καθς κρνω τρα… να κορμ σαν κυπαρσσι. Δο μγουλα σα ρδα, -τα πρτα που με χτπησαν- και με δυο μτια τσο μαρα, τσο φωτειν, τσο γλυκ, που ταν με κοταξαν, κατβασα μια στιγμ τα δικ μου. Ευτς μως τα ξανασκωσα και, απ τη στιγμ εκενη, δεν θελα πια να βλπω παρ αυτ τα μτια! Φοροσε να γαλζιο φουστνι με λιγοστς σπρες γαρνιτορες και μ' να ποφι πολ φουσκωτ απ πσω, πως ταν ττε της μδας. ταν βγαλε το σπρο της καπελκι με τα γαλζια λουλοδια, φνηκε νας ολμαυρος κτσος σα στμμα, στολισμνος μ' να γαλζιο φιογκκι. Ο κτασπρος λαιμς, ανοιχτς, στολιζταν με μια λεπτ κολλνα απ μαργαριτρια. Κι απ' τα δο τορνευτ μπρτσα, γυμν σχεδν ως τους αγκνες, Το να εχε να βραχιολκι. Τποτα λλο.
     Ποτ μου δεν εχα ιδε τσο μορφη κοπλα, οτε μικρ οτε μεγλη, οτε πλοσια οτε φτωχι. Κι ως τρα ακμα, ναι, ως τρα μου φανεται πως δεν ξαναεδα λλη σαν την Αθανασα. Την τρωγα με τα μτια. Παρακολουθοσα κθε της κνημα, και κρεμασμνος απ’ το κερασνιο της στοματκι, ροφοσα κθε της λξη σα μελωδα. ταν γελοσε, μου φαινταν πως νοιγε ο ουρανς, πως βγαινε δετερος λιος… Η Γιολια, η Μαρα, η Αρτμη, που δεν ταν καθλου σκημες κοπλες, μου φνηκαν μπροστ της τρατα. Κι αυτ ακμα η Μαριττα του Δεσπτη, που τη θαμαζα ως ττε περισστερο, δεν πιανε πια χαρτωσι. Στη σλα εκενη, που εχε στολιστε τσι για να τη δεχτε, δεν υπρχε παρ η Αθανασα!
Αφο τελεωσαν οι χαιρετορες, η θει μου της παρουσασε και μνα.
Εναι ανιψδι μου… του αδερφο μου του Νινιου παιδ…
     Κι η Αθανασα, γελαστ, σκυψε και μου χιδεψε τα μαλλι.
Τι χαριτωμνο παιδκι! κεληδησε κοιτζοντας με απ πνου ως κτου. Και τι μορφα ντυμνο!...
     Κολακετηκα φοβερ, αναψοκοκκνισα. Κι θελα να μποροσα ν' ανοξω τη ζακεττσα μου, για να ιδε και τη μενεξελι φδρα. Πολ πιο ζωηρ μως ταν η επιθυμα να πσω στην αγκαλι της και να την αρχσω φιλι. Κι αν μου λειψε το θρρος να το κμω -πρμα που το κανα ττε με τη μεγαλτερη ευκολα- ταν ββαια απ μια ευλβεια, απ να φβο, που μου προξενοσε η μεγλη, η αλλιτικη, η πρωτογνριστη εκενη ομορφι. Η εντπωση μου δεν ργησε να παρατηρηθε απ τις λλες. Κι η Μαριττα του Δεσπτη, θυμομαι, κλενοντας να μτι στην Αθανασα, γρισε σε μνα και μου επε:
Σ’ αρσει; σ’ αρσει;…
     Με το κεφλι, ζωηρ, γνεψα ναι.
Θα θελες λοιπν να την πρεις γυνακα σου, μα μεγαλσεις;
     Μου ρθε πλι να γνψω ναι. Και πιο ζωηρ μλιστα. Αλλ δεν ξρω τι με κρτησε, τι μ’ καμε να ντραπ και να σκψω… βαλαν λες τα γλια. Γλασε δυνατ κι η Αθανασα. Μα απ κενη τη στιγμ, γριζε κθε τσο και με κοταζε με χαμγελο. Και κθε φορ, μου φαινταν πως νοιγε ο ουρανς και πως βγαινε δετερος λιος. Γινμουν δυστυχισμνος ταν μου φαινταν πως αργοσε να με ξανακοιτξει, πως με ξεχνοσε. Κι εχα ναν αληθιν παλμ χαρς, ταν με ξαναθυμταν επιτλους και με κοταζε…
     τσι γοητευτικ περνοσε για μνα το απγεμα κενο στη σλα της θει μου, που ποτ ως ττε -μα οτε πουθεν αλλο, στοχζουμαι- δεν εχα δοκιμσει τποτα παρμοιο. Η μεγλη καμπνα του Αγου γλυκοχτυποσε τον εσπεριν, ταν βγκαν τα τραταμντα. Μου δωσαν και μνα μια μεγλη κουταλι γλυκ. λλη φορ θα πηδοσα ως το ταβνι. Μα μπροστ στην Αθανασα, το κυδνι της θεις Μαρνττας μου φνηκε ανοσιο και σχεδν περιττ. πειτα, την αμφβολη εκενη γλκα την πλρωσα με μια μικρ θετικ: Οι ξαδρφες μου κι οι φιλενδες τους πραν την Αθανασα κι ανβηκαν λες απνω, στις κμαρες.
     Θυμομαι το χαριτωμνο κνημα της, ταν σηκθηκε και, δνοντας μια με τα δυο της χρια προς τα πσω, ξαναφοσκωσε το ποφι της που εχε πσει τσην ρα που καθταν. Την ακολοθησα ως τη σκλα, την εδα ν’ ανεβανει, μα δεν τλμησα ν’ ανβω κι εγ. Κι μεινα κτου με τη θει μου, να περιμνω, να περιμνω για να την ξαναδ. Θε μου, πσο αργοσαν απνου!... Τι καναν ραγε; Μη δε θα ξανακατβαιναν ως το βρδυ; Και θα ερχταν ο υπηρτης να με πρει, να φγω, χωρς ν’ αντικρσω λλη μια φορ τα μτια της και το χαμγελο της Αθανασας;
     Ανυπομονοσα φοβερ, στενοχωριμουν, πονοσα, μου ερχταν ν’ ανβω να τη βρω, δεν βρισκα τσο θρρος -μου φαινταν πως η Γιολια κι η Μαρα θα με μλωναν- και τριγριζα σαν αλαλιασμνος. Βρδυαζε κιλα. Σε λγο θα ναβαν τα φτα. Μα τι καναν εκε πνου; Γιατ δεν κατβαιναν πια; Τι πκρα, τι πνος, τι δυστυχα!... Και να, σε λγο, ο υπηρτης μας για να με πρει. Απ τρα; Μου ρθε να τον δερω που βιστηκε τσι… Μα ανακουφστηκα ταν η θει μου, μο επε πως μποροσα να πω απνου, ν’ αποχαιρετσω την ξνη… Ξεκνησα τρχοντας, μα στθηκα πλι μπροστ στη σκλα:
     Η Αθανασα κατβαινε. Κι απ πσω της οι λλες. Τι καλ! τσι μπρεσα να αντικρσω λλη μια φορ τα μαρα της μτια και το γλυκ της χαμγελο.
Αντο! της επα τενοντας δειλ το χρι μου.
Α, φεγεις; καμε με μια κπληξη που δεν την περμενα.
Εναι η ρα του, της αποκρθηκε η Γιολια. Θα ρθαν να τον προυν.
Στο καλ, μικρ μου, μο επε.
     Και σκβοντας, με φλησε στο μγουλο. φυγα χωρς να χαιρετσω λλη. Κι λη κενη τη νχτα, βλεπα στον πνο μου τα μαρα μτια, τα ρδινα μγουλα, τον κτασπρο λαιμ και το γλυκ χαμγελο της Αθανασας…
     Την λλη μρα, το σπτι της θεις μου, που εχε ξαναπρει την συνηθισμνη του ψη, μου φνηκε πιο στενχωρ και πιο θλιβερ παρ ποτ. Κι τσι λες τις λλες μρες. Δεν πγαινα πια παρ με μια ελπδα: να το ξανβλεπα καννα πρω αναστατωμνο και ν’ κουγα πως το απγεμα θα πγαινε πλι η ξνη. Μ’ αυτ δεν ξανγινε ποτ, ποτ. Και την Αθανασα εκενη δεν την ξαναεδα, οτε στης θεις μου, οτε αλλο. Οτε μαθα ποτ ποια ταν. Τχα οι ξαδερφδες μου την λεγαν ξνη γιατ δεν ταν συγγνισσα μας γιατ ταν απ’ λλον τπο; Εχε μνα, πατρα, αδρφια; ταν στον κσμο μοναχ, πως την εδα κενη τη μρα; Κι αν δεν εχε φγει απ’ τον τπο -ξνη, περαστικ- που καθταν, τι κανε, που σχναζε; Και πο την εχαν γνωρσει οι Στουπαθοπολες, και πς, γιατ πγε μνο μια φορ να τις ιδε, χωρς να πνε και κενες;
     Δεν ξερα τποτα και δεν μαθα ποτ. μουν πολ μικρς για να ρωτσω, και πιο πολ μικρς για να μου πουν αρτητα… τσι, η Αθανασα μεινε για μνα να μυστριο, κι εχα για πντα την εντπωση σαν απ να ραμα που δεν ταν αυτο του κσμου. Για πολ καιρ, κι αφο ακμα παψα να ελπζω πως μποροσα να την ξαναδ, τη θυμμουν, τη συλλογιζμουν και ξανβλεπα με τη φαντασα μου την αγγελικ της ομορφι. Και πντα με μια πκρα βαθι, σα για κτι καλ λιγογνριστο και χαμνο αινια… Απ’ αυτ συμπερανω πως η Αθανασα, η γνωστη μου Αθανασα, στθηκε η πρτη-πρτη μου αγπη.
     Το περεργο εναι που κι αφο μεγλωσα, εν τη θυμμουν ακμα, δε ρτησα ποτ γι' αυτ τις ξαδερφδες μου. σως θα μποροσα να το κμω τρα, γιατ ζουν και οι δο. Μα προς τι; χουν περσει πενντα, ναι, πενντα ολκληρα χρνια. Και τι θα κρδιζα αν η Γιολια η Μαρα, αφο συγκντρωνε με κπο τις θμησες της, μου λεγε ξαφνικ:
Α, ναι!... η Αθανασα… Μα δεν την ξρεις, καλ; Εναι η θυγατρα του Τδε που χει σμερα το Δενα.
Τι μου λες; Η κυρα Δενα ταν;… αυτ η μπαμπγρια;
     χι, χι! Εναι πολ αργ για να τη μθω. Ας μενει για πντα η Αθανασα, η γνωστη μου Αθανασα, το ραμα μιας αξχαστης μρας, το νειρο του γλυκοχαρματος της ζως, το μυστριο μιας υπερκσμιας ομορφις, η πρτη-πρτη μου αγπη!...

       (1924)


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers