-

Dali &

-


-









/




 
 

 

: ...

                                            Βιογραφικ

     O Νστορας Πουλκος γεννθηκε το 1983 στην Αθνα και διαμνει εκε. χει σπουδσει πολιτικς επιστμες και δημοσιογραφα, επσης χει παρακολουθσει μαθματα ιστορας, λογοτεχνας και κινηματογρφου. Εργζεται ως ρεπρτερ και κριτικς κινηματογρφου σ' ντυπα κι ηλεκτρονικ μσα μαζικς ενημρωσης. Απ την νοιξη του 2008 εναι υπεθυνος των ψηφιακν εκδσεων και του περιοδικο γραμμτων και τεχνν Βακχικν (Vakxikon, βλ. Συνδσμους μου). Επιπλον, επιμελεται βιβλα συνεργατν του (λ.χ. "Ο Πργκιπας Αψο", ρη Μαυρκη, Εκδσεις Πολιτισμς, 2011). χει εκδσει ποηση, διγημα κι χει συμμετσχει σε βιβλα δοκιμου και κριτικογραφας.
     Βιβλα του : "Αντιξοτητες" (Ash in Art, 2008), "Μικρς Αθηνακς Ιστορες"  (Diorasis/Bang, 2008).

--------------------------------------------------------------------------------------------

                                    Ξεχασμνοι Στη Πλη
 

Κι ταν ξημρωσε, τα σματ τους σα δυο μεγλα

ψαροκκαλα

ξεβρασμνα στην χθη ενς καινοριου

πρωνο
Τσος Λειβαδτης

     Η βροχ πεφτε δυνατ στις σκουρχρωμες πλκες του πεζδρομου της Τζαβλα. 'Αδειος, νεκρς απ οποιαδποτε αναρχικ ψυχ της περιοχς, χωρς μπρες πεταμνες, γυαλι σπασμνα και καδρνια να αιωρονται, ο κτρινος φωτισμς απ τους δημοτικος στλους, δινε ασθηση εγκατλειψης, βαθις μελαγχολας, σαθρς και διεφθαρμνης, πως θα λεγε κι ο ποιητς. Το γωνιακ μπαρ, στο οποο κθονταν απ ρα κι πιναν τα ποτ τους, εκενος ουσκι με πγο κι εκενη λευκ κρασ, κατβαζε ρολ, κλεινε για μιαν ακμη νχτα. Εκενοι, κατηφριζαν τον πεζδρομο αμλητοι, πιασμνοι αγκαλι, με τα κεφλια κατεβασμνα.

     Πρωτοχρονι στην πλη που αγπησαν και που μισθηκαν απ τους ανθρπους, μυαλ ρρωστα, σακατεμνα απ τη μιζρια του χλου, την κακομεταχεριση της μζας. Ρατσισμς, πλεμος, μσος οδηγον στην απγνωση, στον εξευτελισμ, στην αυταπτη της ευτυχας, που ποτ δεν ρχεται, μα εναι πντα μπροστ τους. Ιλαροτραγικ αποφθγματα ζων λιωμνων απ τη λβα του ηφαιστεου της ψυχης ανγκης για λεφτ, ζω, επιτυχα. Αναγνριση και ματαιοδοξα οδγησαν την καρδι τους στην ανγκη της φυγς, της διαφυγς απ σμπαντος κσμου.

    Μιλοσαν για λα αυτ ρες ολκληρες, πνοντας, καπνζοντας, βρζοντας, ευνουχζοντας τον εαυτ τους. Ερωτευμνοι χρνια, παραδομνοι στο πθος της συνερεσης, στον πθο της αγπης, στο θλω τους ο νας για τον λλον, πινονταν, φορς, χρι χρι και προχωροσαν στο δρμο, προτσσοντας τα στθη τους, τοιμοι να αντιμετωπσουν, ποιον τολμοσε να τους σταθε εμπδιο στην ολοκλρωση της ευτυχας τους. Σ' αυτος που θα τολμοσαν να τους χωρσουν με τον να με τον λλο τρπο. Διψοσαν να ζσουν αινες ολκληρους, αγκαλιασμνοι, αποστασιοποιημνοι απ τον κσμο, παραδομνοι στο γνωστο εμες, ακογοντας αγαπημνες μουσικς, βλποντας καουμπικες ταινες, που ο καλς εναι τελικ κακς, αλλ και ευασθητος, πεισματρης και ονειροπλος.

   «σο ζω θα επιμνω να ερωτεομαι», γραψαν με κκκινο σπρι στον τοχο Τζαβλα και Μπενκη γωνα κι φυγαν τρχοντας προς γνωστη κατεθυνση.

                                                                                                     Στην Ιωννα
                     Οστρος

Ποτ δε θα ξαναμιλσω γιατ σα κι αν επα

η αλθεια ταν κρυμμνη, η αγπη χαμνη,

κι εγ εδ...

Η ψυχ μου μια θλασσα παραδομνη στην βυσσο

της θλψης, του πνου, της θμησης και της ανγκης.

λα γρω μου τελειωμνα, τυλιγμνα

σ' να τρομακτικ χορ απ μυρωδι βαλς και θαντου.

Η παρξ μου μια σκι -μια ρωγμ στο χρνο,

αναβλζουν στιγμς γλυκις μελαγχολας.

Το βλμμα μου μια ουρνια κρηξη στο γαλαξα,

που η ενοχ μπανει μσα μου και με διαγρφει.

λα αυτ θυμζουν σα αισθνομαι.

Τελικ δεν εναι τποτα λλο παρ μνο σκνη.


Η φων μου μια ξεκορδιστη τρομπτα

παρασρνει τα εδωλα της νχτας.

Η θλασσα μου, ο πνος μου, η θλψη μου,

ο χορς και ο θνατς μου

εναι λα θλιοι ιππτες στο μπαρ της παραφορς.

Και απορ με τη θλψη μου,

τις ρρωστες κραυγς της ψυχς μου.

Παραδομνης σε εικνες μαγικς, τπους σκοτεινος,

ιδεατος, νεκρος απ τις ζως εκενων που τλμησαν.


Ακοστε νθρωποι! Πατω στη γη και ονειρεομαι,

ακοω τον πνο μου και κραυγζω στχους γοερος.

Σιωπ στο μπαρ θα πσει σαν θα μπω

Αλαλζοντας ινδινικους ψαλμος, χορεοντας τσιγγνικους χους.

Εωθιν θα 'ναι το μονοπτι που θα διαβ

μια νχτα που αστροφγγει ψματα η θλασσα.

Ασθμανοντας θνατο θα βρωμσω

τις κμαρες των παιδιν σας, τις εκκλησες των στιγμν σας.


Κι επμετρο θα γρψω πνω στον τφο μου:

"Μη φωνασκετε, θα ξυπνσω"!

                                                                                 Θεσσαλονκη, 25/11/07

Τσος Ρτος/Κατερνα Καντσο/Ν. Πουλκος

 Ζστη Ανυπφορη

Τα μτια σου αντκρυσα

τη φων σου κουσα

Απογειθηκα

Δκρυα κλησαν

στα βλφαρ σου μτωσαν

τα χδια μου

Και σου αφηγθηκα

μια ιστορα πθους

πριγκπισσα εσ

κι ο βομβιστς της καρδις σου

ο ιδανικς ρωτας

Χαμογελς

δε θα σε δω λλο

πεθανω

"σ' αγαπ"

στην μμο γραμμνο.

*

Καταθλιπτ

τις ρες και τις μρες

τα σα πρασες μαζ μου

αγπη μου

πον να σε βλπω

να σε ακοω να σπαρζεις

να υποφρεις

κι εγ να στκομαι

σα τποτα

στο χος του μυαλο σου

μπρος στα μτια μου

ο πνος σου

ψυχολα μου

μανιασμνη αρρστια η ζω μου

μακρι σου

και σ' να βραθρο

πετ

τα νιτα μου

σα λεπεις

μωρ μου

υποσχσου με το γυρισμ σου

ρωτα

και χαμγελο εωθιν

με ευωδι γιασεμιο

για να γιατρευτ

χωρς εσνα δε μπορ

και το ξρεις

μικρολα μου

τη κατθλιψη σου σπζω

και τα χρια μου σκζονται

απ τα κομμτια της

αμα στζει

χνεται

εξαφανζεται

νικσαμε το θνατο

της ευτυχας μας.

εδες;

                            Ιωννα, Ω! Ξαφνικ Mου ρωτα

     Καθς θα βλπω το αεροπλνο να προσγεινεται στον αεροδιδρομο, εκενο το μακριν απομεσμερο της 'Ανοιξης, θα σ' χω στο μυαλ μου, τσι στα σκορα ντυμνη, με τα ερωτικ σου μαρα μτια, τα ντονα φρδια να σου δνουν μορφ ιρειας, τ' ανμελα μαλλι σου να μπλκονται με θρσος στο λευκ προσωπκι, το βαφο, το ατημλητο τσι πως το λτρεψα απ τη πρτη στιγμ. Θα σκφτομαι να μου χαμογελς απ μακρι, θα τρξεις να με αγκαλισεις, θα μου διηγηθες ιστορες απ την Ουρουγοαη κι εγ θα σε κοιτω μνο, θα σ' ερωτεομαι λο και πιο πολ! Τα χρια σου θα μου χαδεουν τα μαλλι, θα μ' αγκαλισεις, θα σ' αγκαλισω, θα με φιλσεις, θα σε φιλσω με πθος, πως ο Δρ. Στβεν την 'Αννα υπ τους χους της μελωδας του Πρισνερ στο «Μοιραο Πθος» που τσο σου αρσει. Θα μου πισεις το χρι, θα σε κοιτζω ακμα. Θα μου πεις "σε λατρεω", θα ριγε το κορμ μου, η καρδι μου θα πλλεται, θα τρχω και θα φωνζω τ' νομ σου. Θα 'ρθεις κοντ μου, θα εμαστε μαζ για καιρ, στο κρεβτι του δωματου με τις γρλιες, με θα τον Λυκαβηττ, θα σου αναλω τη θεωρα των ενωμνων κορμιν, τι λλο θα θλουμε; Ευτυχα θα 'ναι αυτ!

   «ρωτας εναι ο χωροχρνος μετρημνος απ την καρδι. Μαρσλ Προυστ», γραφε το περιτλιγμα της σοκολτας, που της δωσε κενο το βροχερ απγευμα του Μρτη. Ο Τζο εχε ερωτευτε την ηρωδα του Πε, την αγαπημνη του Λυγεα. Μοιραο το τλος της σε κενο το μικρ διγημα του αμερικανο ποιητ του 19ου αινα, μοιραα και για κενον η σχση τους. Εκενη του χαμογλασε και τον αγκλιασε. "Τι τρυφερ!" σκφηκε ψιθυριστ. Πγαν αμσως στο κρεβτι. Κτσαν εκε λο το βρδυ. Ξημερματα ο Τζο, ανακαθισμνος στην κρη του κρεβατιο, γυμνς, με την Λυγεα δπλα του να κοιμται τσο γλυκ, κοιτζει το ξφωτο του ουρανο, που μπανει απ τις σχισμς του κλειστο παραθρου. Σκφτεται, θυμται και συνμα ονειρεεται...

     ταν απγευμα Σαββτου. Στο ναρχο σαλνι λγοι φλοι μαζεμνοι συζητον, κπως καταπονημνοι απ τη κραιπλη της προηγομενης νχτας. Στα πδια του Τζο εναι ξαπλωμνη η Λυγεα. Μια να, μορφη, ταλαντοχα κοπλα γεμτη δψα για ζω, για ρωτα, για ποηση και λογοτεχνα. Την εχε ερωτευτε αμσως. Μια κουβρτα τους σκεπζει, κουκουλνονται, πειρζονται, φιλιονται κπως φοβισμνα. Χαμογελον, ξεκιν το παιχνδι λοιπν.

     Εκενη στην κρη του παραθρου κοιτζει τον πολβουο δρμο, τα αμξια περνον, καπνζει, δε χαμογελ. Εναι γυμν. Το κρεβτι ξστρωτο. Αναποδογυρισμνα τα μαξιλρια. "Σε λατρεω", της λει στο αφτ. Την αγκαλιζει. Καπνζει απ το τσιγρο της. Γυμνς, ανεπασθητα τρυφερς πνω της. Δε χαμογελ, κοιτζει κι αυτς τον δρμο. Το φεγγρι ξεπροβλλει. Ο ουρανς μουντς, μελαγχολικς, καταπρανει αμφιβολες ερωτικς. Τους ησυχζει. Του εξομολογεται σκψεις της, βιματα του παρελθντος. Τη κοιτ και της δνει να φιλ στο μγουλο. Νομζει τι θα την αγαπσει κποτε.

   Στο μπαρ ο κσμος πολς. Ο Τζο μνος του. Πνει. Πνει τα ποτ που του φρνει. Δουλεει, αγχνεται. «χει ντυθε ωραα απψε», σκφτεται. Περν απ μπροστ του, του δνει να γργορο φιλ. Φεγει χαμογελντας. Εκενος κατεβζει το κεφλι του, χαρζεται μια ντα χαρς στο πρσωπ του. Πνει τη τελευταα γουλι του ποτο του. Ανβει τσιγρο. Η Λυγεα ρχεται δπλα του, θλει να ξαποστσει δπλα στον ντρα που της δνει την ευτυχα που επιζητ καιρ. Τον αγκαλιζει. Φεγει. Μετ απ λγο του φρνει λλο να ποτ...

     Απ το πρτο βρδυ τον κοταζε, λες κι θελε να ρουφξει απ κενον, ,τι τον περιβλλει. Καθντουσαν στο κρεβτι. βλεπαν τη ταινα της σχσης τους. «Αντνη, γιατ πρπει να χωρσουμε; -Μα γιατ λες τι θα χωρσουμε. Θα βλεπμαστε τσι; -Ναι... θα βλεπμαστε, πτε-πτε! Πω μια βλτα. –Να 'ρθω μαζ σου; -...», η ηρωδα του «Ξαφνικο ρωτα» φεγει, ο ρωας την αναζητ κι η Βιτλη σιγοψιθυρζει «λα λγο, μνο για λγο, ζω και ξαναζ...». Εναι αγκαλιασμνοι. Φιλιονται με πθος. Της λει: "Ω, Ξαφνικ μου ρωτα". Τον κοιτζει. Τον λατρεει. Το ξρει.

     Περπατνε στο δρμο. Εκενη σιωπηλ παρατηρε τους μορφασμος του προσπου του. Εκενος κοιτζει μπροστ. Κνει πως δε βλπει, τι τον κοιτ επμονα, ερωτικ. Η Λυγεα της καρδις του, πως εχε γρψει σ' να ποημα του, εναι δικ του και τη θλει σο τποτα. Της κβει να λουλοδι. Της το δνει. Το παρνει στα χρια της, το βζει στην αγκαλι της. Της αρσει. Του αρσει που της αρσει. Χαμογελ κι λη η πλη φωτζεται απ' αυτ το χαμγελο.

     Ακονε μουσικς ταν κνουν ρωτα. Μπρι Γουιτ στον πρτο οργασμ. Μπλυ Χολιντι εκενο το βρδυ μετ την εξομολγηση. Του βζει αγαπημνα της κομμτια. Του μεταφρζει. Του αρσει να τη βλπει μελαγχολικ, ερωτικ, να σιγοτραγουδ κοιτζοντας τον. Ο ρωτας εναι μουσικ δωματου...

     Ο Τζο τη θλει παρφορα. Η Λυγεα τον κορνιζρει στο μυαλ της, στη καρδι της, στη ψυχ της. Θλει να τον βλπει κθε μρα παντο μπροστ της. να πρσωπο, να σμα, νας νθρωπος. Ο Τζο κι η Λυγεα εναι ερωτευμνοι. Ο Τζο ζει με την αναπνο της, η Λυγεα ζει με την αναπνο του. ρωτας θα 'ναι, Θε μου, θα την αγαπσω σαν μοσα του Ελτη με τον ερωτικ λγο του Ρτσου.

     ταν σ' εδα να μπανεις στην αθουσα αναμονς κτι βρντηξε μσα μου. Λες να 'ναι το βλμμα σου, το σχμα των ματιν σου πνω μου, η κσταση στη κορφωση αυτο του πρσκαιρου αποχωρισμο;

     Θα βλπω το αεροπλνο να προσγεινεται στον αεροδιδρομο και θα σκφτομαι την ηρωδα των διηγημτων μου. Λυγεα τ' νομ σου κι η καρδι μου καρτερ τη ματι σου, σε κενο το απομεσμερο της 'Ανοιξης.

     Παραδινμαστε στον ρωτα γιατ μας αφνει μια ασθηση του γνωστου. Απ κει πρα δεν υπρχει τποτε λλο. Τλος. 

Τποτα Δεν Εναι Αληθιν, λα Επιτρπονται!

     Εμαστε καταδικασμνοι να διαπρψουμε, να επιτχουμε, να φανομε αντξιοι των υψηλν προσδοκιν μας, των ονερων που κνουμε κθε βρδυ. Εμαστε μαγεμνοι απ φαντσματα αλλοτινν στιγμν. Οι ττλοι του τλους θα πσουν για μας και ττε νικητς θα απογειωθομε για ν' αγγξουμε τα αστρια.

    
Η τχνη της ποησης βρσκεται παντο. Σε κθε σοκκι, σε κθε μυστικ γωνι αυτο του κσμου. Περπατμε το μακρ δρμο και ζομε αναπνοντας το τλος της απογμνωσης. Η γμνια του τλους σντροφος και οδηγς μας. Γιατ πρπει να ζομε ποιητικ και μετ να γρφουμε. Να αναπνουμε και να οδηγομε το χρι μας σε γνωστες κατευθνσεις. Να συνθτουμε μικρ παραληρματα για μεγλα πργματα. Να φιλοτεχνομε το θνατο και την αγπη, τη φιλα και τον ρωτα, το γγιγμα ενς μικρο παιδιο και τη ματι ενς γροντα. Η ποηση, ω! η ποηση, η γυνακα κι η ερωμνη του ανθρπου, η αγαπημνη λων μας, παροσα εδ σντροφος κι οδηγς μας. Με τα βιβλα της υπ μλης και τη φων της στα χελια μας. Να τη τραγουδμε και να την υμνομε. Να τη μνημονεουμε και να συνομιλομε μαζ της. Γιατ, απλ, τποτε δεν εναι αληθιν, λα επιτρπονται!
     Στην κρη ενς μισοερειπωμνου κσμου νας γροντας κθεται σ' να χλασμα, κρατ μια ξεθωριασμνη πνα και να κομμτι φτην χαρτ και γρφει ακατληπτα. Ο Ουλλιαμ Σ. Μπροουζ ταν ο συγγραφας που γραφε ποιητικ για την εξαθλωση των ονερων του ανθρπου. Στο μυστικ του ταξδι στην Καζαμπλνκα, εκενο το σπιο απομεσμερο της νοιξης του '59, συνντησε στο μπαρ «Viva de la madre» τρεις παγκσμιους φλους του. Στα δεξι του τραπεζιο με γερμνο το κεφλι, λευκ μαλλι και βρμικα νχια ο Οκτβιο Παζ. Στη μση της παρας, με κορμοστασι λο χρη, το καπλο του στραβ, το κοστομι του τακτοποιημνο, με την ππα στο χρι και το μπρμπον στο στμα, ο Τ.Σ. λιοτ. Στην ακρολα του τραπεζιο μισολιπθυμος απ τη ζστη και τη δυσωδα νας κριος ετν 53, κπως αποχαυνωμνος θα λγαμε κοταζε την ρα του.. Ο Γιργος Σεφρης. λοι τους γεννιονται ξαν και ξαν ανμεσα στους πληγωμνους γαλαξες αυτο του κσμου. Μσα στις κασιμες ρωγμς της ιστορας, στους πανριους στχους που πντα γραφαν, περμεναν τον συντονιστ τους.
     Κι ο Μπροουζ που κρατοσε στα χρια του την «Πτρα του λιου», την «ρημη Χρα» και την «Κχλη», πρε να ψαλδι και με την αγαπημνη του τακτικ, εκενη του cut-up, τεμχισε τους στχους των βιβλων. Και κανε το δικ του πνημα, στο οποο ο Σεφρης κρατ το μαστγιο κι ο Παζ το καρτο και μιλνε για πολιτικ και για τη γυνακα της διπλανς πρτας με τον λιοτ, με μντορα τους τον μεγλο αιρετικ του 20ου αινα, τον Ουλλιαμ Λη, ο οποος σουτροντας πρζα, στον Τπο των Κκκινων Δρμων, κλαει απ συγκνηση, που κλανε απ συγκνηση, αυτο που κλψανε απ συγκνηση, διαβζοντας το βιβλο «ρημη Πτρα της Κχλης». Στη συνχεια φυγαν λοι τους απ την πσω πρτα με τη σκνη χιλων χρνων, λλος για την Ταγγρη, λλος για το Λονδνο, λλος για την Πλη του Μεξικ και λλος για την Αθνα.
     Και σε κποιου φους ποιητικς διηγσεις για την απλυτη τχνη του σμπαντος κσμου, καταλαβανω πως πρπει ν’ αρχσω τις προετοιμασες για ναν πλεμο που νμιζα πως εχε τελεισει. Ο χρνος αναπηδ σα σπασμνη γραφομηχαν, με τον Βρειο νεμο πνω απ τα ερεπια να φαντζει ο Μεγλος Αδελφς μου. Στους πληγωμνους γαλαξες το μυαλ μου τσουρουφλισμνο απ αστραπιαες εκρξεις, επιστρφει στις κκκινες νχτες του Au Revoir ανμεσα σε πολεμικς εικνες και σαθρς σκψεις.
     Σ' αυτ τα παιχνδια αναφρεται η επανσταση της ποησης. Κρατστε αναμμνες στο σπτι της φωτις, αν και λαχταρν οι καρδις, να μακρ, μακρ μονοπτι απλνεται μπροστ μας...

                              Η Επιστροφ της Λου
                                                                          το βρδυ απψε εναι γλυκ
                                                                      στον κπο ανθζει νο πθος
                                                                   μια μθη ωραα με πολιορκε
                                                               ο νεμος, της ορμς ψλλει τον μνο
                                                                                     (Χρης Βλαβιανς)

    
Κι εμαστε ακμα ζωντανο.. Παραμθι χωρς τλος η ιστορα αυτ. Σα δκρυ κλησε κι εξατμστηκε στο μγουλο της. Μια πτρα ργισε απ τα λγια του στα αυτκια της.
     Βρδυ Τετρτης. Η ρα ντεκα. Η Λου επστρεψε στην αγκαλι του. Η «Χαμνη Ιθκη» λαβε τλος, το αλκοολοχο ταξδι κπου εδ φτασε στον τερματικ σταθμ. Αθνα-Θεσσαλονκη με ενδιμεσο σταθμ Λιανοκλδι και πορεα μσα απ τα βουν και τα μορφα πεκα. Κπως τσι θα μποροσε να χαρακτηριστε μια ερωτικ ιστορα δυο ανθρπων που ζοσαν επ δυο χρνια στο τλος του αδιεξδου τους.
     Καθς τον κοντοζγωνε σε κενο το ραντεβο εκενος της γραψε στα γργορα μια ποιητικ ακροστιχδα :

Mη ξαναφγεις μακρι μου
Οτε να το διανοηθες αυτ
Υπμεινα βσανα πολλ

Ελλιπς το κεν σου
Λατρεμνο μου μουτρκι
Ελα τρα εδ σε περιμνω
Ισχν τα χρνια τα ενδιμεσα
Ψυχανεμστηκα μια σπιλη ζω
Ερινες με τριγρισαν και πθη
Σπα τρα αγκλιασε με!

     Καθς τον πλησαζε το κρυψε στη μυστικ φδρα του σακακιο του. Υποπτεθηκε τι δεν πρεπε να της το δεξει. λλωστε τον κορασαν οι ερωτικς ιστορες στο χαρτ. Οι ποιητικς εκλμψεις του ρωτα, το μπανλ της ποιτητς τους. Τι θα της πρσφερε αν της το δειχνε; χι, λοιπν, το αποφσισε! Δε θα της ξαναγρψει, δε χρειζεται λλωστε. Τα λγια γνονται πρξεις και αυτς ξαν λγια. Η μετουσωση τους σε λξεις στο λευκ χαρτ δεν εχε νημα. Τον φλησε. Τη φλησε. Της σφιξε το χρι. Της ψιθρισε στο αυτ «εσαι μορφη». Του απντησε κι εκενη. Της ψιθρισε στο λλο αυτ «μη ξαναφγεις μακρι μου/ οτε να το διανοηθες αυτ/ υπμεινα βσανα πολλ/ ελλιπς το κεν σου/ λατρεμνο μου μουτρκι/ λα τρα εδ σε περιμνω/ ισχν τα χρνια τα ενδιμεσα/ ψυχανεμστηκα μια σπιλη ζω/ εριννες με τριγρισαν και πθη/ σιπα τρα αγκλιασε με». Ωραα λγια του επε. «ντως δεν εναι ωραα;», της επε. «Μη μου πεις τι εναι δικ σου;». «χι, ββαια» της αποκρθηκε «αφο ξρεις τι χω σταματσει να γρφω απ ττε που γρισες». «Σ' αγαπ, μωρ μου». «Κι εγ!». «Μου λειψες!».

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers