-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: & ...

                                      Βιογραφικ

     Η Ειρνη Οτσικα γεννθηκε στο Κλειστν στυ, που τσο λτρεψε και λατρεει, ασχτως αν του τα χνει ενοτε, -αν δε μπινελικσεις το αγαπημνο σου ποιο θα μπινελικσεις. Μεγλωσε λιγκι κι επιμνως εξακολουθε να παραμνει χωρς ειδικτητα, δεξιτητα και πραγματικτητα, υπλληλος μα χι υπ' αλλλου. Πλην μως, δημιουργε μερικς γριες και φυσικ εντελς φανταστικς ιστορες, τις οποες ετε τις λαμβνετε υπ' ψιν ετε χι. πως και να 'χει διδσκεται επιμελς τεχνικς χαμγελου κι αν περσει τας εξετσεις επιτυχς, ττε θα προχωρσει και σε τεχνικς ξεκαρδσματος. Δε ξρω τι λλο να γρψω... εναι ακμα μια απολαυστικ συμπολτισσα -καλς σε βρκαμε- και ...δστου να πει... (Τη φωτ γργοραααα! Ναιαι, ναι!)

=============================

                          Το νειρο Του Χαμαιλοντα

     Δικαιομαστε να πιστεουμε το καλ, ταν το επιλγουμε, γιατ ττε σημανει πως κτι ξρουμε παραπνω. σως φανεται μπερδεμνο, αλλ δεν εναι.
     Εναι παρξενες οι σημερινς διαδικασες. Σηκνεις τα μτια σου και αγγζεις τον ουραν, τα χαμηλνεις και χνεις τον νθρωπ σου. Μαζεεις τα χρια και γλιτνεις απ το βρβαρο χτπημα στον τοχο, τα απλνεις και ψηλαφζεις μνο κεν.

     Νιθει κουρασμνη. Πολ. Σηκθηκε με κπο, το ρολι πλι στο κομοδνο αναβσβηνε πλι, χτπημα θλει. Εφτμιση το πρω. Γιατ ξπνησε τσο νωρς; Σββατο εναι, δεν δουλεει τα Σββατα. Τα μισε τα ρολγια. Ντε και σνει οριοθτηση, με το τσι θλω πργραμμα, με το καλημρα σας καλοπι. Αλλ, θα μου πεις, δεν εναι λοι αργσχολοι. Σαν κι αυτν δηλαδ. χουν δουλεις, χουν σχση, χουν φλους, κοινωνικς υποχρεσεις. Πρπει να ξρουν ποια ρα σχολνε, γιατ μετ θα...χουν τσα να κνουν. Αυτ δεν χει τσα να κνει. Και τα Σββατα τα μισε.

     Εχα ξεχσει πς να γελω. Ξαφνικ, να βρδυ, παρακολουθοσα να ργο στην τηλεραση, δεν θυμμαι τρα ποι και ρχισα να γελω. Δυνατ, δκρυσαν τα μτια μου. Δεν ταν αστεο αυτ που βλεπα, το χιομορ εναι πλον μια ακμη παραξηγημνη ννοια, με βουρ κατντημα το γνωστο, χι δεν ταν αστεο, αλλ γλασα πολ. νιωσα το σατυρικ εγ μου να ξεσπαθνει και να αντιλαμβνεται σε λο της το μεγαλεο την ανοησα της στιγμς. νας σαραντρης νδρας, χοντρολης, καραφλολης, με να πιτο μπιφτκια και παττες τηγανητς μπροστ του, να κουτκι μπρα, με θλιες φρμες, βουλιαγμνος στην πολυθρνα, να παρακολουθε με ενδιαφρον μια σειρ στην τηλεραση. Τρα, ββαια, δεν ταν και για τσο ξελγωμα η σκην αλλ φανταστετε τη.
     Μνω σε να ευρχωρο δυρι, μνος, ευτυχς εμαι καλς νοικοκρης, σηκθηκα κατ τα πρποντα και αναπφευκτα το πρω, κανα το μπνιο μου, λουστραρστηκα, φρεσα το καθαρ μου πουκμισο,την καθωσπρπει γραβτα μου, το μαρο μου παντελνι και βγκα, κριος σωστς. χι, δεν εργζομαι τα Σββατα, απλς βγκα να πιω τον καφ μου στην καφετρια, λγο πιο κτω, αφο πρα την εφημερδα μου παραμσχαλα. Τον πια τον καφ, διβασα την εφημερδα, κανες δε με ενχλησε, πρασε η ρα, επστρεψα. νας εντξει κριος, με στυλ πολυσχολου ανθρπου που χει ξεπερσει τα βασικ, ετε για ανγκες πρκειται ετε δεν ξρω για τι λλο, και το κοστομι μου εναι που κνει τη ζημι του μη αναγκαου, και το βολιαγμα στην εφημερδα, η εντρυφ η περισποδαστη, μια εικνα ολοκλρωσης απ τις τρανταχτς. Καμμα σχση με εκενη που μου δημιοργησε τους ασυγκρτητους γλωτες.

     Τι σηκθηκε απ τρα; Καφς. Κποτε ταν ιεροστελεστα, λτρευε την ρα και τη διαδικασα του. Χουζορα ακμη, το αγαπημνο της νυχτικκι ταν το πρτο που της φτιαχνε την αρχ. να γλυκ ροζ κουφετ, σκτο τολι, θηλυκτατο, η μαμ της το εχε αγορσει, κποια Χριστογεννα, η μαμ της που της αγραζε τσα πργματα με αγπη, με φροντδα, για αυτν η κορολα της ταν πανμορφη και πντα παιδ. Πντα το κοριτσκι της, που εχε λη τη ζω ακμη μπροστ του, που απλ προσωρινς δυσκολες περνει, μα θα φτιξει η τχη του κποτε. Αχ! Μαμ, πσο μου λεπεις! Και μσα απ τον καθρφτη , της λεγε «καλημρα ομορφολα» μια γλυκι  κοπελτσα, που τεντωνταν να ξεμουδισει μσα σε να ροζ κουφετ νυχτικκι. στερα η μυρωδι του καφ. Εκενη τη στιγμ, η πιο ευπρσδεκτη. Δεν εχε ποτ της σκεφτε τι σημανει «ευτυχ», ζοσε μως τις πρτες ευτυχισμνες στιγμς της ημρας.
     Καλο μου νθρωποι, ευτυχα εναι να νιθεις γεμτος, να σου αρσεις, να σου γελς, να νιθεις την αναμον του ωραου και του καλο σαν αναπφευκτο γεγονς, να.. στο δρμο σου εναι. Με λο σου το εναι το πιστεεις τι θα ‘ρθει και θα σε βρει. Εναι φυσικ νομοτλεια, πως ο καλοπροαρετος εαυτς σου θα υποταχτε χαμογελντας, στην αξιωματικ ανθρπινη δυαδικτητα του μοιρσματος και του πολλαπλασιασμο.
     Δεν κατλαβε πση ρα μεινε ρθια, πλι στον πγκο της κουζνας με τον καφ στα χρια, ακνητη, μνο ο καφς φτασε στη μση. Δεν ανογει ακμη τις κουρτνες, δεν θλει ακμη φως, θλει να εναι νχτα, θλει αυτν την ψευδασθηση. Μια αυταπτη συνειδητ και απλυτα εκλογικευμνη. « Εγ δεν θλω να τελεισει ακμη η νχτα μου, εγ δεν θλω να ξεκινσει ακμη η να ημρα, εγ δεν επιθυμ να δω ακμη τα χι και δεν που θα τελσει το νο 24ωρο και που τσο διαφορετικ θα εναι απ τα ελπζω, θα και σως του σκοταδιο πριν τον πνο μου». Τι μπορε να χουν λοι οι ειδικο, οι λογικο και πει λγοντας, εναντον των ψευδαισθσεων; Των συνειδητν και απλυτα εκλογικευμνων; Γιατ δεν τα βζουν ποτ με την ελπδα; Δεν το ξρουν τι εναι το επμενο βμα της; χε ελπδα! 'Αγγελοι και δαμονες, θεο και διβολοι, με αυτν την ρημαδοελπδα σε τρφουν. Η μεταθαντια ζω με πρτο, πανκριβο και απλησαστο συνθως ξενοδοχεο της τον παρδεισο, την ελπδα θεωρε απαρατητη προπθεση για την κδοση της χρυσς κρτας, που θα πληρνει τα ξοδ σου στον αινα τον παντα. Εναι ποτ δυνατν, λγη λογικ συνπεια, να αρνονται το επμενο βμα; Μετ απ τσο κπο που κανες νος γρος, αρτιμελς ανπηρος, ζαβς λογικς, να ανβεις το ασπρολι, φωτεινολι και υπρ του δοντος γεμτο γκρεμος και κατξερες χαρδρες βουν της ελπδας, δεν εναι λογικ τι περχαρος ο πσα νας, θα δει με λαχτρα,με στερητικ σνδρομο μεγαλειδες, με ξεραμνο το μεδολι του, την πρσινη αση της ψευδασθησης; Μικρ, θα μου πεις, χαρμι τση φασαρα, και πλι θα σρνεται στα χορτρια για μια ιδα δροσις, αλλ πως και να 'χει ...αση. ποιος θλει το καλ του δυστυχισμνου, ταν ντε και σνει τον βζει με την πειθ της σοφας του να διασχσει ερμους πνων και ψυχικο μακελματος, αφνοντας το πετσ του λπασμα γιατ η φση ανακυκλνεται, λλος πνος αυτς, ε, δεν του αρνεται την ψευδασθηση. Γιατ εναι συνειδητ και απλυτα εκλογικευμνη. Νευρασε.

     Επα, λοιπν, να κνω την αυτογνωσα μου. Βσανο, ββαια, γιατ εναι απολτως κατανοητ στα ανθρπινα, πως ,τι δεν κατχουμε αφενς μεν μας φανεται πρα πολ δσκολο, αφετρου κουραστικ μχρι να το μθουμε. ,τι αφνεις σε αφνει, και η τχη του πρωτρη δε μετρει εδ. φησες τον εαυτ σου; Θα τον χσεις. Πρτη φορ ξεκινς να τον βρεις; Σε περιμνει πολ περπτημα και αγκομαχητ. Τρα, ββαια, μια καλ ερτηση θα ταν, αν εχα κποιον να μου την απευθνει, πς τσι ξαφνικ, δεν χεις λλες δουλεις να ασχοληθες, στη φιλοσοφα θα το ρξεις; Δεν χω λλη δουλει να ασχοληθ, καθτι, επαμε, δεν εργζομαι σμερα, και ταν φτνεις στο σημεο να γελς με τα χλια σου, μχρι δακρων παρακαλ, ε, εναι η ρα για μια μετωπικ κουβεντολα με τα εν λγω χλια.           
     Το πρτο και βασικ, το οποο με μεγλη δυσαρσκεια θα ερευνσω, εναι το ,τι εμαι μνος, το γιατ εμαι μνος. Ποσς και ενδιαφρομαι αν ανκει στα πλασια της λης αναζτησης της αυτογνωσας, σως να μην τα πηγανω καλ και με τις ννοιες, ασχολομαι πρωταρχικ με αυτ γιατ αυτ πρωταρχικ με καει. Νομζω πως δεν θα με στλιζα απροβλημτιστα με τη χαλασματικ εικνα του μοναχικο χοντρο, εντελς ατημλητου, που γελει σε να δειο σπτι, χωρς καννα προφανς αστεο να λαμβνει χρα. Ναι, νομζω πως εκε « φαγα τη φρκη μου», που λνε. Η Μπα το λει, δηλαδ, η τηλεφωντρια, νεανζουσα, αλλ ουδλως να, καθτι και μια σγχιση σχετικ με τις ηλικες χει επλθει, πολ φοβμαι ανεπανρθωτη, αλλ αυτ θα το αναπτξω, αν παραστε ανγκη. Τρα που το θυμθηκα μως, ας αναφρω, τι απ τη Μπα εχα φει χυλπιτα καραμπιντη. Δεν ταν τοιμη για σχση μου επε, θελε να μενει για λγο μνη της, αλλ με εκτιμοσε πολ σαν νθρωπο και θα θελε να μενουμε φλοι. Οι ατκες του τρμου. μαθα εγ μως, τι εχε βλει στο μτι τον Μπμπη, τον λλο πωλητ, σε που τανε παντρεμνος, ακμη εναι δηλαδ. Μου τα επε εμνα ο διος, δεν ξερε τι της εχα ζητσει να βγομε, καυχιταν ο ξεστος, δεν ασχολθηκα πρα πρα. Η Μπα ταν χωρισμνη με να παιδ, δεν με ννοιαζε εμνα αυτ, τον συμπαθοσα πολ και τον Κωστκη της, εγ παιδι δεν εχα, ακμη δεν χω δηλαδ. Τλος πντων. Μλλον δεν εναι σχετο που το θυμθηκα, κτι με τη μοναξι μου θα χει να κνει κι αυτ.

     Τηλφωνο. Η Κτια. Στον πνο της την βλεπε. Αχ! Η αγαπημνη της αδελφολα, χουν λγα χρνια διαφορ, αυτ εναι μεγαλτερη, η Κτια ταν παντρεμνη, πρλαβε να κνει και τα δυο παιδι της πριν χωρσει. Ερωτετηκε ναν λλον, μετ απ μνες παρνομου και παθιασμνου δεσμο, χρισε με τον ντρα της, δρματα ττε. Τα πγαινε πολ καλ με τον γαμπρ της, καλς νθρωπος, νοικοκρης, κλαιγτανε συνεχς στην ποδι της, τι να του λεγε κι αυτ, αδελφ της τανε. Αννδοτη η Κτια, με τα πολλ χωρσανε, αλλ και με τον λλο δε στριωσε. Δεν πολυβλπεται πια και με το γαμπρ της, συζε με κποια Μρθα αυτς τρα, σε ζω να βρισκμαστε.
 -"λα, αδερφ, καλημρα. Να φμε το βρδυ μαζ. Μνη μου θα εμαι κι εγ, τα παιδι εναι στον Αλκο απ χθες. 'Αντε, σε περιμνω".
     Δεν χει διθεση. Η Κτια θα της λει για κποιον που θα χει βλει στο στχαστρο, γιατ λα εδ εναι για να τα γευτε, γιατ εναι μια να μοντρνα γυνακα, που δε σκοπεει να περιμνει τον πργκηπα με το σπρο λογο, μια χαρ εναι ο ιδιοκττης της καφετριας, δνει και παρνει το φλερτ και τα υπονοομενα. Δεν επε κανες να βρει πργκηπα, πσο μλλον να τον πρει κιλας, αλλ...και αυτο του εδους η ελευθεριτητα δεν ταν ποτ το φυσικ της. Τλος πντων, ,τι θυμται χαρεται, και η Κτια μια χαρ περνει, τη ζηλεει κιλας, γιατ εναι εργνισσα λει, ,τι θλει κνει και δε δνει λογαριασμ. Εναι μια παρηγορι.
     'Aνοιξε τις κουρτνες. βαλε κι λλο καφ. Κακς που δεν μαθε να καπνζει. Εναι μια παρα αδιαμφισβτητα. Παλαβομρες σκφτεται, πια παρα, σες φορς επιχερησε να το κνει φοβθηκε τι θα πθει δηλητηραση, σε που δεν ντεχε τη μυρωδι. Οι φλοι της την λεγαν παρξενη. Η Ζτα, παντρετηκε, χθηκε, η αδελφ της η Μαρα, με αυτ μλωσαν, και ββαια, το ττε αγρι της, ο Μρκος. Δεν κπνιζε, δεν πινε, ταν περεργη και ξενρωτη. Τι να κνουμε, λλη μια περπτωση που για λγους ανητους τρα, σοβαρος ττε, δεν μεινε. Δεν οδγησε σε σοβρεμα, σε δσιμο, σε γμο και παιδι. Αλλ ποιος νοιαζταν; Εσαι νος/α, χεις κνει το «ψξιμ» σου, θλεις τα σωστ και τα προδιαγρφοντα μια ζω εξελιγμνη, επσης ψαγμνη, αντισυμβατικ, γιατ παντο και για τον καθνα υπρχει το απλυτο μισ συμπλρωμα. Εκενο, που δε νομζει τι σκφτηκαν, εναι το τι πρπει να χεις κνει πλρη διγνωση και ολοκληρωτικ αυτοψα του δικο σου παρντος μισο, για να αναγνωρσεις την παρουσα του μλλοντος μισο σου, μια χαρ να τα ταιριξετε και τα συναφ. Οτε το να γινε, οτε το λλο γινε, τποτα δεν γινε, και σχετα με το τι λει η Κτια, δεν παντρεεσαι γιατ το βιολογικ σου ρολι χει τις απαιτσεις του. Γιατ χωρς να σεβαστε καμμι απ τις τσες προσπθεις σου, να μην κνεις λθη και τσαπατσουλις στην επιλογ της οικογενειακς εστας, κατσικνεται σε ανποπτη στιγμ μσα στο μυαλ και την ψυχολογα σου, και απαιτε. Τα απεχθνεται τα ρολγια. Κθε εδους.
     Να πει στο σουπερμρκετ, δειο το ψυγεο και τα ντουλπια, πτε στην ευχ κατανλωσε τσα πργματα, να τομο εναι, να ξερ κορμ, μνο για τον εαυτ της ψωνζει. Θα φορτωθε πλι, σωρ τις σακκολες καθς με σοβαρτητα θα αγορσει ψωμ για τοστ, τυρ και ζαμπν για τοστ, παχο, να προσχουμε και λγο, κοτπουλο, μακαρνια, σλτσες διφορες. Θα φορτωθε και θα τα κουβαλσει αγκομαχντας και με μια περεργη ασθηση ερημις, τσα πργματα, για να τομο. Θα εναι εκε και η μητρα με το ζαβολιρικο αγορκι της, γεμζει το μεγλο καρτσι αυτ, με χλια δυο πργματα επσης, λα γραμμνα σε λστα, γιατ δεν μπορε να επιβισει νοικοκυρ χωρς λστα. Η δια πλι μπορε. χι γιατ δεν εναι νοικοκυρ, αλλ γιατ δε χρειζεται τη λστα, τι να την κνει. Δεν θα γνει κποιο μεγλο κακ αν πρει κτι λιγτερο κτι περισστερο.
     'Aλλαξε γνμη, δεν θα πει στο σουπερμρκετ. Θα παραγγελει φαγητ, και ξαν θα παραγγελει μχρι να βαρεθε να μιλει με την ταμα της πιτσαρας και του σουβλατζδικου, μχρι να την πισει το στομχι απ την υγιειν αυτ διατροφ και μνο ττε θα πει για ανεφοδιασμ ψυγεου και ντουλαπιν. Θα το ρξει ξω, που λνε.
     Πλι το τηλφωνο, ο Μλτος. Πρην δεσμς, νυν φλος. Πρην γιατ τελικ βρκε τι δεν ταιριζανε, αυτ θελε σοβαρματα αυτς δεν μποροσε, νυν γιατ εναι πολ καλ κοπλα και δεν θλει να διακψει τις σχσεις μαζ της. Μλιστα. Το θμα εναι τι δεν του ρεσε, σγουρα, δεν εχαν καμμα  περιπαθ σχση, αραι βλπονταν, αραι μιλοσαν, αραι τα πντα τους, αραισανε και τελεως. Δυσκολετηκε πολ να το ξεπερσει ττε. Το εχε πιστψει τι ταν νας δεσμς, χλιαρς μεν σοβαρς δε, ταριαζαν, τους ρεσε η ησυχα, αυτς δεν παραπονθηκε ποτ, αυτ δεν καταλβαινε τι πραγματικ γινταν. Εχε πεσει και τον εαυτ της τι κτι το σοβαρ χει λλα στοιχεα και χι τρελ ρωτα, τριαντατσο πγαινε, ως πτε θα βαυκαλιζταν με ανοησες περ φλογερν αισθημτων που καταλγουν σε επσης φλογερς συμβισεις. Μλιστα. ταν μετ απ καιρ επικοιννησε ξαν μαζ της, η ελπδα της βολιαξε στις πρτες κιλας κουβντες: «Μου λειψες, κορτσι μου, σουν πντα η καλτερη φλη που εχα. Να περσω για καφ; χω γνωρσει κποια...» Να περσεις. Κι εμνα μου λειψες. Πες μου και για την κποια. Μλιστα. Και τρα θελε να της πει να βγουν το βρδυ. Εναι στενοχωρημνος, χρισε πλι, δεν κανε η τσι για δεσμ, δεν εναι καμμι σαν κι εσνα, κορτσι μου. Θα βγονε το βρδυ, τι εχε να χσει; Θα περνοσε και λγο απ την αδελφ της, γμισε το Σαββατβραδο, νιωσε ξαφνικ μια ζωντνια, μια νταση. Καλ κανε και κρτησε τη φιλα της με το Μλτο, ορστε, θα ντυθε, θα στολιστε, θα βγει απψε. Γμισε το Σαββατβραδο.

     ταν γυρζω το μυαλ πσω, αρκετ πσω, δεν βλπω κποια εικνα πολ διαφορετικ απ τη σημεριν. μουν πντα παχουλς, τα μαλλι δεν ταν αραι ακμη, αλλ το φαρδ κοτελ μου προδιγραφε το μλλον μου, τουλχιστον σε μνα. Επσης μουν συχος, πως εμαι τρα, αρκετ ντροπαλς και μαζεμνος. Δεν εχα πολλς παρες, καναδυο φλοι πντα, πιο ζωηρο απ μνα ομολογουμνως, αλλ χι τρελλ πργματα. Χαθκαμε τρα, ο νας διορστηκε, ζει μνιμα στο χωρι του, δσκαλος, ο λλος φυγε στο εξωτερικ, γνρισε μια Βελγδα, την ακολοθησε. Καλ κανε, να δεν ανταλσσουμε πια, χι τι μιλοσαμε ιδιατερα απ ττε που φυγε. Δεν μαστε φλοι, μια απλ παρα μαστε, πρε  ο καθνας το δρμο του. Με τις κοπλες καννας μας δεν δινε τα ρστα του, σε που μαστε λοι συμβουλτορες πρτοι. Και τσι πρπει και αλλις πρπει, τποτα της προκοπς δεν κναμε, τσες προσπθειες, αλλ η απρριψη πγαινε σννεφο. Κπου εκε εναι που αναρρωτιται νας ντρας, για πρτη και σοβαρ φορ στη ζω του, το περφημο εκενο:μα τι θλουν επιτλους οι γυνακες; Κι επειδ, ββαια, δεν παρνει την απντησ του, ακολουθε το βαθ πρισμα:ποτ δεν θα καταλβω τι θλουν οι γυνακες.
     Οτε κι εγ κατλαβα ποτ τι θλουν οι γυνακες. Να εσαι καλς; Να εσαι κακς; Να εσαι νοικοκρης; Να εσαι αλτης; Να εσαι μορφος, μλλον αυτ εναι το θμα, για μνα πντως τανε. Τρα, θα μου πετε, το τι η Λζα παντρετηκε τελικ ναν κακσχημο μαντρχαλο, που της κανε τη ζω πατνι, ανατρπει κπως την με τση προσπθεια καλλιεργημνη σοφα μου. Η Λζα! Μια τσαχπινολα μελαχροιν, λο νζι και υποσχσεις, ακμη δεν μπορ να καταλβω πς μου ρθε και την ερωτετηκα, ακμη δεν μπορ να χωνψω τη βαρει, γεμτη γαρνιτορες χυλπιτα που μου σρβιρε. Βγαναμε για αρκετ καιρ, εγ πετοσα στα σννεφα απ τη χαρ μου και ξυλοκοπιμουν κθε βρδυ με τη λογικ μου:Τα χετε δεν τα χετε; Γιατ δεν το ξεκαθαρζεις; Και το ξεκαθρισα. Αποπειρθηκα να βρδυ να τη φιλσω. Σινεμ πρτα, φαγητ μετ, το ποτκι μετπειτα. Εχα βλει και τα πολ καλ μου, θελε μια επισημτητα το πργμα, της αγρασα το πολλοστ λουλοδι που της χριζα κθε φορ που βγαναμε, εχε γερει στην αγκαλι μου, εχε κλεσει τα μτια και τη φλησα. Πετχτηκε με να φος που μου κοψε το αμα. Τι κανες και γιατ το κανες, εμες εμαστε φλοι, και δεν σου χω δσει ττοιο δικαωμα. Δεν εμαι τοιμη για δεσμ ακμη, ετοιμστηκα μως εγ δεντος να πνξω πως πως την ντροπ μου, πνοντας σο δεν εχα ξαναπιε. Και ββαια τα κανα χειρτερα, με κουβλησε σε μαρο χλι στο σπτι μου, με τσουβλιασε στον καναπ μου κι φυγε. Μια αππειρα προσγγισης που τερματστηκε εντελς δοξα σο και παρδοξα, γιατ ακμη δεν χω καταλβει ποια εναι τα σωστ μηνματα, που ταν τα λαμβνεις απ μια γυνακα εννοον «προχρα» και χι «θλω ναν μο να κλψω κι ναν φλο να με πηγανει βλτα». μαθα, πντως, να φοβμαι τα μγιστα το «θλω να εμαστε φλοι» και να δυσπιστ τα μεγισττερα στο « δεν εμαι τοιμη». Η Λζα βρκε σε ανποπτο χρονικ διστημα τον ψηλ και χαρο, που προανφερα.
     Δεν χω καμμα πρθεση, το παραθτω για να μην παραξηγηθ, να μιλσω για τις ερωτικς μου περιπτειες, στω και τις παραλγο, τις αναφρω μως γιατ ταν κποιος εναι μνος του, σημανει, κατ κριο τουλχιστον λγο, τι δεν χει κποιο σντροφο κοντ του, στη ζω του. Εμαι, λοιπν, μνος γιατ δεν χω κποια γυνακα στη ζω μου, καιρ τρα, πολ καιρ τρα. Οτε φλους χω, επσης καιρ τρα. Κνω την αναδρομ μου στο παρελθν, θυμμαι πργματα που δεν θλω να θυμμαι, γιατ σως να βρω τη ρζα του κακο, σως να καταλβω τι φταιξε κι εξακολουθε να φταει. Για αυτ και μνο και χι γιατ περνω κποια συγκεκριμνη φση αναπλησης.
     Δεν στθηκε, λοιπν, η περπτωση με τη Λζα, μου φησε μως ακλνητα διαπιστευτρια, καθς μου πρε πολ καιρ να το ξεπερσω. Εχα πιστψει για τα καλ πως εχα βρει το σωστ δρμο που οδηγε στην καρδι μιας γυνακας και στη δημιουργα ενς ριμου δεσμο. Και τον ακολουθοσα αυτν τον δρμο, τυφλ πια απ να σημεο  και μετ, καθς δεν βλεπα τους πολλαπλος οδοδεχτες του, με τα κκκινα βλη: ελλτωσε ταχτητα, χει στροφ παρακτω και δη επικνδυνη. Δεν βλεπα τι δεν με φιλοσε ποτ στο στμα, να βρδυ μνο που μθυσε, τι δεν με παιρνε τηλφωνο να μθει πς περνω, παρ μνο για να μθει αν θα βγομε και πο θα πμε. Πντα κπου που θελε η δια. ντυσα νετα την εθελοτυφλα μου με το σμκιν του ιπποτισμο, καλογυλισα τα παποτσια του κυρου, του ντρα που σβεται τη γυνακα και πει λγοντας. χι τι μετνιωσα που μουν κριος και σεμνς. Μετνιωσα που δεν πρσεξα το βαθμ μυωπας μου και πγαινα τσον καιρ τοχο τοχο, ψηλαφντας με την εντελς αγμναστη ψυχ και ωριμτητ μου, ακατλληλα για μνα πεδα. Αλλ μουν και πολ νος ττε.

     Με τις σκψεις και τις περισκψεις, τα τηλφωνα που δινυσαν τον χαλαρ χρνο της, φτασε μεσημρι. Κατ πς το αποφσισε πρωττερα, παργγειλε φαγητ. να σπαγγτι σεφ, παρακαλ, διπλ τυρ, να ψωμκι και μια μπρα. χι, βλτε δο μπρες.
     'Aνοιξε το ραδιφωνο, τεντθηκε στον καναπ. Νωρς εναι ακμη, χει καιρ να ετοιμαστε. Θα περσει πρτα απ την αδελφ της, για λγο μως, εχαν κανονσει με το Μλτο να βρεθον σε να κλαμπκι στην περιοχ του, καινοριο εναι, δεν εχε ξαναπει εκε οτε και ο διος. Θα φοροσε το μαρο παντελνι της και το κρεμ γουρλδικο πουκμισ της. Την κολκευε αυτ το ντσιμο, της πγαινε γενικ το σοβαρ ροχο, αυτ που λνε «γραφεου». τσι λεγε η Κτια. Ας την ακοσει μια φορ. τσι κι αλλις ταν απ τις ελχιστες φορς που ασχολθηκε μαζ της η αδελφ της. Α και μια λλη που της επε να κψει επιτλους τα μαλλι της, μεγλωσε, δεν της πηγανουν μακρυ. Τα κοψε. Δεν χει παρπονο, ωραα εναι κι τσι. Τρα ββαια, απ πο και ως πο το γουρλδικο πουκμισο; Περμενε δηλαδ κτι να «βγει» που λνε απ το αποψιν ραντεβο με τον τως δεσμ και νυν φλο; Θα ταν ανητη αν περμενε. Τα πργματα χουν ξεκαθαρσει καιρ τρα, αργσανε θα μου πεις, πνω που εχε αρχσει να βολεεται, να το πιστεει και να ησυχζει, γιατ λα μια χαρ πηγανουν, ασχτως με τα σματα κινδνου που εχαν λβει πλον διαστσεις κωδωνοκρουσιν, και μλιστα αυτς τις πολλς, τις βροντερς και συνεχς επαναλαμβανμενες της πασχαλιτικης λειτουργας. χι, δεν κουγε τποτε αυτ. Κφευσε απτομα, χωρς κανναν, προφαν τουλχιστον, ιατρικ λγο, απλς και μνο γιατ κι αυτ σχση τανε, ο καθνας πως μπορε, ουδες και ουδνα τλειο σε αυτν τον γεμτο ατλειες κσμο, που σαν να μην φταναν οι τσες αντιξοτητς του παρουσιζει και μα συνεχς αυξανμενη δυσκολα στα ανθρπινα. Μια χαρ, λοιπν, ταν με το Μλτο, ως γνωστν υπρχουν πντα τα χειρτερα. Τα εδε απ πρτο χρι αυτ τα χειρτερα την αποφρδα εκενη ημρα που την πληροφρησε, τηλεφωνικς, δεν ντεχε λει να της τα πει απ κοντ, τι εναι καιρς τρα που θλει να χωρσουν, της αξζει κτι καλτερο, αυτς δεν το χει σκοπ να σοβαρψει ακμη την κατσταση. Δεν θυμται να εχε βρει κτι βαθυστχαστο να του πει ττε. Δεν θυμται γενικτερα να επε κτι. Το δχτηκε, και ββαια θα μεναν φλοι, κλεισαν το τηλφωνο. Το μνο που θυμται εναι τι νιωσε μια βαρει, νευ προηγουμνου ττοιο βρος, μοναξι, που της κοψε τα γνατα, μεινε πολλ ρα να κυλιται σπαρζοντας στο κλμα, στον καναπ, στο πτωμα και πλι στον καναπ. Αβσταχτη μοναξι, που συνχιζε να την τσακζει κοκκαλκι κοκκαλκι για πολ καιρ πειτα, που την κλειδαμπρωσε μσα της, δημιουργντας τον περφημο φαλο κκλο λων των μνων: εμαι μνος μου, μελαγχολ, δεν χω διθεση να μιλσω, μνω μνος μου.
     μεινε μνη της. Για πολ καιρ, μχρι σμερα, αυτς ο φαλος κκλος απκτησε εξουσες συνθειας, συνθειες εξουσας, δεν χουν τελειωμ οι φαλοι κκλοι και οι γρδιοι δεσμο, εναι να μη γνει το ξεκνημα. πως ταν εχε κνει επμβαση για χολολιθαση. Της επε ο γιατρς, χει προδιθεση ο οργανισμς σου να δημιουργε πτρες  στη χολ, πρπει να προσχεις. χει προδιθεση ο ψυχισμς μας να δημιουργε φαλους κκλους, πρπει να προσχουμε. Και δεν χει αλλξει η κατσταση μχρι τρα, μνο που δεν την ενχλησε τσο σο τρα.
     Στ' αλθεια, εναι τσο καιρ μνη της. Πσο να σε κρατσουν τα ενδιαφροντ σου, σα και να χεις, το μορασμα εναι τελικ που τα πολλαπλασιζει, πσο να σε καλψει η «ησυχα» σου, η «ηρεμα» σου και η απσταση απ τους «μπελδες», ο κορεσμς δεν ταν ποτ καλς σμβουλος για τον νθρωπο, χρτασε τσο πολ να ησυχζει και να αποφεγει τους συγκεκριμνους «μπελδες», που η ακατσχετη και ανητη λογοδιρροια της φλαρης κομμτρις της, με να κορεμα σου παιρνε και μαλλ και ψυχ μαζ, γινε η ενδιαφρουσα κοινωνικ παρσταση του μνα. Το μορασμα εναι τελικ που σε πολλαπλασιζει, γιατ πλι στα δικ σου προσθτεις και του λλου και αν εναι του «δικο» σου λλου, ακμη καλτερα.
     Εντξει μην εναι υπερβολικ, δεν εναι μνη της, απλς δεν χει δεσμ. χει μως την αδελφ της, εναι πολ καλ παρα, κεφτη, ζωηρ, την αγαπει. χει τη συνδελφο απ το γραφεο, παντρεμνη με παιδι, την καλε πντα στα γενθλια και του μικρο της και του συζγου, της γνωρζει και κανναν, σπνια γιατ το κκλωμα των παντρεμνων εναι συνθως κλειστ και προκαθορισμνο. Οι λγοι λγο πολ γνωστο αλλ καθλου της παροσης. Δεν γινε ποτ κτι με αυτος που της γνρισε η συνδελφος, δο τανε, γιατ...τι να πει κανες και τι να ομολογσει. Ο νας την εδε πολ σοβαρ, ,τι πρπει της επε για γμο και οικογνεια, της κανε ναν διλογο για να της εκθεισει τις απψεις του, δεν κατλαβε τι βγκε ραντεβο, κατλαβε μως τι παραβρθηκε σε μια πολ μοντονη και κρα ομιλα για την ανγκη του ανθρπου να δημιουργε οικογνεια, ταν φτνει σε μια ηλικα, βασισμνη σε πρακτικ θματα, σκιαγραφημνη επσης πρακτικ. Ερωτευμαστε και κνουμε τρλλες στα νιτα μας, αλλ στην ριμη ηλικα θλουμε νθρωπο σοβαρ, μορφωμνο με καλ δουλει για να ανοξουμε σπτι. Και σοβαρ εναι και μορφωμνη και καλ δουλει χει. Γι' αυτν ακριβς το λγο ευχαρστησε ευγενικ κι φυγε, γιατ της φτνει η πρωιν της δουλει, δεν χρειζεται βραδυν. Ο λλος καλτερος φαιντανε, καλ ξεκνησε το βρδυ, κατληξε να θυμται με το μοτρο χολωμνο και κατακκκινο την πρην του που του ργισε την καρδι, τον παρτησε η αχρνιαγη, αυτν που κανε τις τσες θυσες, που ξεκληρστηκε οικονομικ για το χατρι της, αλλ δεν την ξαναπατει πια, οτε καφ δεν ξανακερνει γυνακα, και αν κποια τον θλει πρπει να του αποδεξει με λους τους δυνατος τρπους τι αξζει τον κπο. Δεν θα πρω, ευχαριστ, δεν αξζω τον κπο.
     Τλος πντων, λοιπν, εκτς απ τις προαναφερμενες λαμπρς παρες της, χει και το Μλτο. Πρτης τξεως φλος. Την ακοει με ενδιαφρον, χι τι χει και πολλ πλον να πει, και της μιλει με το διο αμεωτο ενδιαφρον για τα τεκταινμενα της δικς του ζως. Αυτς χει πολλ να πει. Και το καλτερο εναι τι δεν παραλεπει ποτ μα ποτ να της αναφρει τι εναι γυνακα μλαμα, χρυσς νθρωπος, μεγλη καρδι, τι εναι τυχερς, που παρλη τη γαδουρι του, εξακολουθε να εναι φλη του και να του φρεται τσο καλ.

     Το περ αυτογνωσας επιχερημα καθλου καλ δεν μου βγανει μχρι στιγμς. Γιατ παξ και το συνδεσα με την καταλυτικ συμβολ των αναμνσεων του χθες, για να βγλω το ορθ συμπρασμα για το σμερα, δικα αναζητω στη συνχεια κποια καλτερη κατσταση μεταξ εμο και της οποιαδποτε συναισθηματικς αππειρας. Εχα τσακσει και λγο τα φτερ μου, δεν το αρνομαι, γινα πιο δειλς απ τι απ καταβολς μου μουν. Δεν πλησαζα εκολα κοπλες, δεν μουν καννα κελεπορι, για να με πλησισουν εκενες. Πολλ μοναξι και ττε. Δουλει, σπτι, αδιφορες παρες κθε εδους στα μπαρκια και τα ποτδικα της γειτονις και πολλ πολλ μοναξι. Εχα προσληφθε εκε που εμαι ως σμερα, ξεγελιονταν λγο τα πργματα, μως, κακ τα ψματα, το βρος μσα μου λο και μεγλωνε, σερνταν η ψυχ μου και μαζ της και η αισιοδοξα μου. 'Αρχισα να αναρρωτιμαι: γιατ εγ χι και οι λλοι ναι, οτε τσο σχημος εμαι, οτε τσο παρξενος, οτε τσο...Τελειωμ δεν εχαν οι καθημερινς πλον ψηλαφσεις του εαυτο μου, απ κρη σε κρη, ιδιατερα μετ απ κποια σεβαστ ποστητα αλκολ. Εχα, ββαια, κποιες αναλαμπς, τποτε σπουδαο, γιατ τελικ, σπουδαο εναι αυτ που μνει. Σπουδαο θα ταν αυτ που πρεπε να χω κοντ μου σμερα, και που θα καννιζε μαζ μου την βραδυν ξοδο την απδραση του Σαββατοκριακου.
     Αυτς, λοιπν, οι αναλαμπς, ταν μια φη και μια Ειρνη και ταν για λγο, σα για να μη νιθω τσο αποτυχημνος και χρηστος στο ερωτικ παιχνδι, στε να οδηγηθ βαθμιαα στο πρτο μοναστρι που θα βρισκα μπροστ μου. Σερβιτρες και οι δο, στα ποτδικα που σχναζα ττε, αξιολγησαν με το δικ τους τρπο τον μουντροχο και δειλ χαρακτρα μου, ως ριμου και σοβαρο ανθρπου, που δεν τις βλεπε σαν αντικεμενα. Με πλησασαν εκενες, χι και οι δο μαζ, να το ξεκαθαρσω, κρτησε λγο, φησε λγα, οτε για απλ αναφορ. Δο καταστσεις μουλιασμνες σε χλιαρ παρηγορι για εκενες, πο ευχαρστως θα «κολλοσα» εγ, αλλ, επαμε, δεν κρτησε πολ. Αυτ που κρτησε, μως, εναι η μεταλλαγ μου σε κλειστ και αρκοντως απομονωμνο νθρωπο. Μελαγχολοσα κι αισθανμουν λγος. Αισθανμουν λγος και μελαγχολοσα. Το υπλοιπο περιβλλον μου δεν βοηθοσε την κατσταση, δεν απλυνε τη θλψη μου. πως δη χω πει, δεν εχα παρες, φλους, κολλητος να καλυφθε κποιο απ τα κεν, μουν μοναχοπαδι, οι γονες μου «φυγαν» και οι δο νωρς, και το σπτι συμπλρωνε τον καμβ της απλυτης μοναξις. Αχ! Αυτς οι ρες, που γριζα σε να σπτι δειο και βουβ γιατ καννα θεκ φιλτιμο δεν μπορε να μετατρψει τους τοχους σου σε συντροφι, ξρουν μως απ μνοι τους να μετατρπονται σε μια χαρ κελ που σε σφγγει, σε παραλει και σε πνγει, ρθιο μσα στη μση του αμλητου σαλονιο, της βουβς κουζνας και της παντελς ανκφραστης κρεββατοκμαρας. Ακμα χω αυτ την ασθηση του βουσματος στα μηνγκια  μου, λγο πριν αφεθ ξεψυχισμνος σε μια πολυθρνα, που χει πια το σχμα μου. Αυτ το καταδχτηκε. Αυτ και η Στλλα.
     Α! Αυτ εναι μια περπτωση που αξζει να αναφρει κανες, ο οποιοσδποτε, γιατ εναι διαχρονικ μια κλασσικ περπτωση λθους. Μια περπτωση με ανμους και θελλες, διαπραγματεσιμη για ναν καλ καπετνιο, σαρωτικ για ναν μαθο και αφελ καλαμαρ, πως μουν εγ, ψυχ τε και σματι, φλρος πως θα λεγε κανες. να καλ ελαφρυντικ μως μου το αναγνωρζω: μουν πολ καιρ μνος, εχα χσει τα λγα ψιχα εμπιστοσνης στον εαυτ μου που διθετα, εχα περιπσει σε μια κατσταση νρκωσης λογικς και αισθσεων, εχα «πισει πτο», τη λατρεω αυτν την κφραση, απλυτα εκδηλωτικ, απλυτα αναγνωρσιμη απ τους παθντες.
     ταν μρα σαν λες τις λλες. Δεν εχαμε πολ δουλει, παρακολουθοσα το κουτσομπολι των υπλοιπων, μαζεμνοι λοι στο γραφεο της Στλλας. Της Στλλας με τα μακρι μαρα μαλλι, τα κασταν γλυκτατα μτια, ευγενστατη και γελαστ πντα, πανμορφη πντα. Δεν εχα τολμσει, ββαια, ποτ να εκδηλσω κτι, εχα εντελς απομακρυνθε απ ττοιες σκψεις και αππειρες. Δεν μου εχε περσει καν απ το μυαλ, το πολ καλ μαζ μου υποσυνεδητ μου εχε φροντσει να μου απαγορεσει κτι τσο παρτολμο και να προφυλξει απ την κατρακλα στην βυσσο την αυτοπεποθησ μου. Εχε τα γενθλι της. ταν λοι τους πολ κεφτοι, θα κανε το βρδυ πρτυ στο σπτι της, τους εχε καλσει, σαν απ το βθος της πραγματικτητας, κουσα να καλε κι εμνα. 'Ανετα, απλ πως  μιλοσε σε λους τους συναδλφους της. Αποδχτηκα την πρσκληση, δεν θα πγαινα απψε στο καφ του Κστα, αλλ στο πρτυ της Στλλας.
     Τσακστηκα να φτσω στο σπτι, να με περιποιηθ, να με ομορφνω, να με σημαιοστολσω, μια καλ κρυμμνη ελπδα που πγε να σηκσει κεφλι, ποδοπατθηκε απ τη σκληρτητα της λογικς και τον αδυσπητο γκο του καθρφτη μου. Πς εχα γνει τσι! Εχα παραμελσει τον εαυτ μου εντελς, παραχωμνος τσον καιρ στην αδιαφορα, του «δεν πρκειται τρα πια», και του «ας το πρω απφαση». Κι νας παραχωμνος εαυτς, βρσκει την ησυχα του, τη βολ του και δημιουργε απθανα πργματα με ο,τιδποτε του πετμε με περιφρνηση στην τρπα του. Σε εμνα δημιοργησε, ανενχλητος, να παχ στρμα λπους  στο δη γεμτο σμα μου, μαρους κκλους στα μτια απ τις απθανες ρες πνου, να πλαδαρ χλωμ πρσωπο και το βλμμα του τποτα να χει περικυκλσει οποιαδποτε κφραση. Καμμα ελπδα λοιπν.
     ταν χτπησα το κουδονι του σπιτιο της, με τα απαρατητα λουλοδια στο χρι, εικοσιπντε κκκινα τριαντφυλλα, σα τα χρνια που κλεινε, το βρκα πολ πρωττυπο, ταν την εδα μπροστ μου με το κκκινο φρεμ της, να λμπει και να γελει... ξχασα σα δεν πρεπε να ξεχσω και νιωσα σα δεν πρεπε να νισω. Ξχασα εμνα και νιωσα εκενη. ταν δη λοι εκε, πιναν, γελοσαν, κποιοι λικνζονταν κιλας με τη δυνατ μουσικ. Εχε κνει μια απθανη διακσμηση με φωτορυθμικ, εχε αγορσει του κσμου τα ποτ και τα απαρατητα συνοδευτικ, εκτμησα πραγματικ τον κπο της και το ωραο περιβλλον που δημιοργησε. Δεν μπορ να μην παραδεχτ τι εχα «χαζψει» που λνε, τελεως μως, πολ φοβμαι τι θα πρπει να μουν με το στμα ανοιχτ. Πανμορφη, λικνιστ και ναζιρα, λλο το γραφεο και λλο το πρτυ, μιλοσε με λους, αστειευταν με λους, ταν το κντρο και πς να μην εναι. Κοιτοσε επσης συνεχς την πρτα και το ρολι της, αλλ αυτ ξρω τι το θυμθηκα πολ αργτερα, ττε που με το δχτυλο χωμνο σε μια βαθει και ανοιχτ πληγ, φερνα συνεχς στο μυαλ μου λες μα λες τις σκηνς, που περιεχαν τα  μαρα μακρυ μαλλι,τα κασταν γλυκ μτια και το λυγερ κορμ μιας πρωταγωνστριας ενς απστευτα κακοπαιγμνου ργου, καταδικασμνο να παραμενει για πντα τριτοκλαστο αλλ καλτ. Κποιες ταινες δεν χουν ποιτητα αλλ αγγζουν κποια νστικτ μας και παραμνουν κλασσικς.
     ρθε κοντ μου με την νεση της δναμης, της δναμης που χει οποιαδποτε γυνακα που εναι ωραα και το ξρει, απναντι σε ναν ντρα που δεν εναι ωραος και επσης το ξρει. Καλ το λνε, τελικ, κποια πργματα εναι καλτερα να μην τα γνωρζεις. σο πιο πολλ γνωρζει κποιος τσο περισστερο πονει. Σοφ ρση. Προσφρθηκε να μου ετοιμσει το ποτ μου, αφο με αγκλιασε και με φλησε στο μγουλο, για την υπροχη ανθοδσμη. Προσφρθηκα να την ερωτευτ σαν τρελλς. λα καλ, δεν απαγορεονται τα νειρα, ονειρευμουν ξπνιος κι ευτυχισμνος. Το ξπνιος αποδεχτηκε εντελς σχετικ, καθς δεν εχα παρατηρσει τι κοιτοσε τρα συνεχς στην πρτα, τι εχε αρχσει να χει ναν εμφαν εκνευρισμ, τι πινε το να ποτ μετ το λλο. Κποιος προσπθησε να της μιλσει, τον σπρωξε και ττε στην εσοδο εμφανστηκε 'Αλκης, ο προστμενος του γραφεου με μια κοπλα μαζ του, οτε που πρσεξα ποια. Οτε και τον 'Αλκη θα πρσεχα, αν δεν βλεπα τη χαρ της πρτα, την απορα της πειτα και τον ολοφνερο θυμ της που ακολοθησε. Δε σκοπεω να αναπαραστσω τη σκην με λες τις λεπτομρειες, δεν εναι λογικ αλλ οτε και συνετ. Δεν πονω πια μα θυμμαι τον πνο, σε λη του σχεδν την νταση. Ο 'Αλκης ταν ο γης του γραφεου, η Στλλα τον εχε ερωτευτε, μως εκενος μετ απ κποια κρεβτια που κανε μαζ της, βαλε πλρη για αλλο. Το κουτσομπολι των συναδλφων μου εκενο τον καιρ, ταν τα συνεχ παρακλια της να ξανασμξουν, η περιφρνησ του και το αποκορφωμα, πως ρθε στο πρτυ της συνοδευμενος απ κποια λλη. Αυτς δεν μεινε πολ, η Στλλα μως πιε τη θλασσα απ αλκολ, σχεδν κυλιταν στο πτωμα, θαμα απαρδεκτο σο και θλιβερ, νας νας οι καλεσμνοι της φευγαν, τι λλο να καναν. Εκτς απ εμνα. Που καταστενοχωρημνος απ αυτ που βλεπα να εκτυλσσεται μπροστ  μου, δεν  μου πγαινε η καρδι να την αφσω σε αυτ το χλι. Την περιποιθηκα πως ξερα και μποροσα, κανε συνεχς εμετος, μια κλαιγε μια φναζε, να θολ σννεφο λα, δεν εχε σημασα, την βαλα να ξαπλσει, μεινα κοντ της μχρι που ρχιζε να ησυχζει, ξημερματα πια.
     Τα υπλοιπα γιναν πολ γργορα, ξαφνικ, χωρς προειδοποηση και χωρς λγο. Κναμε δεσμ. Αυτ γιατ εκτμησε αφνταστα τη συμπεριφορ μου, εγ γιατ την ερωτετηκα πολ. Αυτ γιατ αποφσισε τι θα αρξει πλι σε να καλ παιδ που την κοιτοσε στα μτια κι λιωνε, εγ γιατ σβησα θεληματικ απ το μυαλ μου τι πριν λγες ημρες λιωνε και χτυπιταν για κποιον λλο. Αυτ γιατ θελε να ξεχσει, εγ γιατ πστευα τι θα ξεχσει. Και οι δο κναμε λθος. Εκενη γιατ μετ απ καιρ που προσπαθοσε, δεν τα κατφερνε να κρψει την αηδα της στα χδια μου και στα φιλι μου κι εγ γιατ μετ απ τον διο καιρ προσπθειας, αποφσισα να μην επιμνω και να περιμνω πως η συμπεριφορ μου θα την κερδσει, καθς δεν θα την πεζα, δεν θα την γγιζα. Εκενη παθε νευρικ κλονισμ, εγ φτασα στα πρθυρα του αλκοολισμο. ταν πραγματικ κρμα, κρμα ζως και ομορφις, να βλπω αυτ το τσο αγαπητ σε μνα πλσμα, το τσο μορφο πντα, για τα δικ  μου μτια, δεμνο στο κρεββτι μιας ψυχιατρικς κλινικς, δεμνη για να μην βλψει τον εαυτ της απ τις απανωτς κρσεις, με συνεχες παροχς φαρμκων για να ανακτ, στω κι τσι, την ηρεμα. Ηρεμα με χρονικ διρκεια ση και η δση. Τα ανλαβα λα. Την περθαλψ της σε μια πολ καλ κλινικ, πανκριβη γι' αυτ και την εμπιστετηκα, τους γιατρος, τα φρμακα, λα. ταν το λιγτερο που μποροσα να κνω. Αυτ και το να την επισκπτομαι καθημεριν. Κποτε συνλθε. Επαν πως θα μποροσε να βγει, δεν ταν τοιμη, ββαια, ακμη για τους κανονικος της ρυθμος, θα βλεπε σε σταθερ βση κποιον ψυχατρο, να αρχσει σιγ σιγ να επανρχεται.
     Την πρα στο σπτι μου. Μετ απ λγες ημρες φυγε. Μου φησε να γρμμα. Θα πγαινε στη μητρα της, στο χωρι. Δεν ντεχε να εναι λλο πλον μαζ μου, η σχση μας φταιγε για την κατστασ της, εγ και η γλοιδης λατρεα μου, την πνιξα, την τρλανα. Μου φησε να μαχαρι μνιμα καρφωμνο στο στρνο μου. Με το που νοιγα τα μτια μου, νοιγε και η πληγ, με το μαχαρι να βαθανει και να στριφογυρζει μσα της, με το που κλεινα τα μτια μου ακινητοποιοταν το μαχαρι λιπθυμο απ τρομερς ποστητες αλκολ, που κατανλωνα πια χωρς ριο και μτρο. φτασα στα ρια της καταστροφς, μεινα για πολ καιρ στις δαγκνες του εφιλτη, που δεν εχε τποτε να ζηλψει απ την κλαση. Εχε φωτις, εχε δαμονες, εχε πνους ανομολγητους, εχε την καταδκη του τλους.
     Συνλθα μως. Και εμαι τρα εδ, νας σαραντρης ντρας, παχουλς πως πντα, πιο καραφλς πια, που κνει την αυτογνωσα του. Που ψχνει να βρει τις αιτες που βαθμιαα οδγησαν στη σημεριν του μοναξι, στη σημεριν του απομνωση. Να βρεθε πσω σε εκενο το χωρφι που σπειρε τα λθη του και να αποφασσει, αν θα κψει, θα ξεθεμελισει, θα καταστρψει εντελς εκενο το χωρφι αν απλ, δεν θα ξαναφυτψει λθος σπρους σε λθος εποχ, με λθος τρπο. Αυτς εναι οι επιλογς μου. Αυτς ταν πντα, μνο που ργησα να το καταλβω.

     νιωσε δυσφορα, που αντικατστησε το προηγομενο κλμα χαρς, που σβησε την νταση και το ξανανιωμνο ενδιαφρον της για το επερχμενο βρδυ. Δεν θα πει στην αδελφ της, θα της αρχσει το κρυγμα για την περεργη, κατ τη γνμη της, φιλα με το Μλτο, απ πο και ως πο, χουν χωρσει και πς εναι δυνατν να ξεχσει τα χλια της ττε. Δεν γνεται κθε φορ που «ξεμνει» ο απαρδεκτος, να ξαναμπανει στη ζω της, για μερικ βρδυα και μετ οτε γτα οτε ζημι. Δεν χει καμμα ρεξη να ακοσει. Θα ντυθε, θα στολιστε και θα βγει να διασκεδσει, χι να της μαυρσει η καρδι. Γιατ η καρδι της χει δικο και δεν υπρχει τποτε χειρτερο απ το να σου πετνε το δικ της καταπρσωπο, δεν εναι λες οι ρες διες. ταν ταν μικρ της λεγε η μητρα της, τι ταν κνει κποια αταξα, να της λει αμσως την αλθεια, να μην την αφνει να το ανακαλψει μνη της να το μθει απ αλλο και η ειλικρνεια ανταμοβεται. Το κανε  και ταν μια απστευτη εμπειρα αυτ το παιχνδι μθησης και διαμρφωσης χαρακτρα μσα απ την αποδοχ του λθους και του θρρους της ειλικρνειας. Ττε μως εχε να κνει με την καλ της μανολα και με λθη του τπου «δεν πρα καλ βαθμ» και «σπασα το βζο», καμμα σχση με το «τι στην ευχ κνω με τη ζω μου», και «αν χεις φλους σαν το Μλτο, τι τους θλεις τους εχθρος». Το δυσκολτερο μως εναι τι τρα χει τον εαυτ της απναντι, μια κατσταση μεταξ φθορς και αφθαρσας στο θμα αυτοσυγκντρωση, λεγχος πρξεων και τα συναφ. ποιος χει παξει τβλι με αντπαλο τον εαυτ του μπορε να κατλαβει. Δεν ξρεις αν κερδζεις, αν χνεις, δεν χεις αντπαλο και χεις, στο. Το φησε.
     Ετοιμστηκε για το ραντεβο της. Παραδξως πρασε η ρα. Το βρκε εκολα. Μπορε ο Μλτος να μην εχε την ευγνεια να ρθει να την πρει, την κατατπισε μως πλρως, να μην ταλαιπωρηθε με το ταξ, της επε επ τη ευκαιρα τι θα αργσει και λγο, αποκοιμθηκε, συγγνμη μωρ μου, ετοιμζομαι κι ρχομαι σο πιο γργορα μπορ. Ττοια.
     Δεν εχε πολ κσμο. Περιμνετε παρα; Μλιστα, περιμνω. Απ εδ, παρακαλ. Θα πιετε κτι; Μλιστα, θα πιω. Ορστε, παρακαλ. Συμπαθητικ μρος, πς το παθε ο Μλτος, συνθως διλεγε κτι σκοτειν και κλειστοφοβικ, αυτ εδ χει μια γλυκι ατμσφαιρα, καλ και το ποτ, νιωσε καλτερα. Ωραα μουσικ... «Εσ δε φταις σε τποτα, εγ τα φταω λα, εσ δεν υποσχθηκες τποτα πιο πολ...Φταει που εν μεγλωσα τα δια λθη κνω». Ωραα μουσικ.

     Ονειρετηκα πως μουν χαμαιλοντας που εδε να νειρο. ταν λει μπροστ απ να ουρνιο τξο, και πσχιζε να αλλξει τα χρματ του για να πλησισει στο νο περιβλλον, που παρδοξα βρθηκε, για να ταιριξει μαζ του. λλαζε συνχεια, το ουρνιο τξο εναι ανελητα χρωματιστ, κατληξε να γνει σπρος, κποιος το χει πει, λα τα χρματα, μα στριφογυρζουν μαζ, μας κνουν το σπρο. Τρμαξε ο χαμαιλοντας, δεν μποροσε πια να αναγνωρσει τποτε επνω του, ξπνησε. Ξπνησα κι εγ. Θλω να βγω ξω, θλω να δω κσμο. Δεν χω επιλξει κτι ακμη, αλλ δεν θλω να γνω σπρος.

     Εξακολουθε να μην χει γεμσει ο χρος, εξακολουθε να περιμνει το Μλτο, πς την παθε τσι απψε, πρεπε να γυρσει πσω. Για την ρα εναι εδ και περιμνει. να ζευγρι κθισε στο τραπζι δπλα της, δυο χαριτωμνοι νοι, νας ντρας στο τραπζι απναντ της. Η μουσικ δυνμωσε, για κποιον λγο χαμογλασε μσα της. νιωθε μορφα, νετα, εναι μια να γυνακα που χει βγει Σαββατβραδο να πιει να ποτ με ναν φλο. Αυτ εναι σημαντικ. ταν εσαι μνος, κποιες λεπτομρειες σε κνουν να νιθεις σημαντικς, ο καθνας επιλγει ποιες εναι αυτς. Κανες, μως, δεν μπορε να διαφωνσει, τι το να χεις να περιμνεις κτι, εναι μια καλοδεχομενη και χαρακτηριστικ σημανττητα. Περμενε το Μλτο, που να 'ναι θα ρθει, θα τη φιλσει χαρομενος, ενθουσιασμνος που χουν τσο καιρ να τα πουν, θα φωτσει με το κφι του τις ρες. Της φνηκε πως ο ντρας απναντι την κοιτοσε και κποια στιγμ της χαμογλασε. Του χαμογλασε κι αυτ. ταν νιθεις μορφα, μπορες να εσαι ευγενικς, μπορες να δσεις μια ιδα καλο εαυτο και στον διπλαν σου, μπορες να εσαι μεγαλψυχος και κεφτος με τη ζω, που κατ βθος, σο και να δυσκολεει κποιες φορς, παραμνει ωραα.

     Μου περνει κποτε κποτε απ τη σκψη τι αν θελα να ζηλψω κποιον, αυτς θα ταν ηθοποις. Πσο μοντονη μπορε να εναι η ζω κποιου που παζει ρλους, που μεταφρεται σε πεδα, εποχς και χαρακτρες διφορους, πργματα διαφορετικ τσο πολ απ ,τι μπορε να ζει ο διος. ρχεται στο μυαλ μου και κτι λλο, τι σως τελικ, λοι να παζουμε κποιο ρλο, λλος πρωταγωνιστικ, λλος κομπρσου, λλος με δυο ατκες, λλος με περισστερες και ανλογα με το πσο καλ τα πας, παρνεις στερα καλτερους ρλους, εμφανζεσαι σε περισστερες ταινες, σπου πραγματοποιες αυτ που τσο θλουν οι ηθοποιο, το να εσαι πλον σε θση να επιλγεις. Ταινες και ρλους. Και ββαια την πληρωμ σου. Ναι, σως να παζουμε λοι το ρλο μας. Αν εναι τσι, θα θελα να παξω πολ καλ το δικ μου. Θλει ταλντο, θλει αμριστο ενδιαφρον, θλει πολλ δουλει και οπωσδποτε πρωτοβουλα.
     Να πω, λοιπν, στο καινοριο μπαρκι εδ κοντ, νο περιβλλον, ,τι πρπει για νες αποφσεις, με το κοστουμκι μου, θλω το δικ μου, χι σαν τον καημνο τον χαμαιλοντ μου, θα παραμενω σοβαρς, αυτ εμαι, αυτ γινα, δεν χει σημασα, πορεεσαι με τον εαυτ σου, τσι πως τον βρκες μα κι τσι πως τον δημιοργησες. Θα βρω να ενδιαφρον πρσωπο. Πρτα θα το βρω και μετ θα αρχσω να επιλγω. Να ξεκινσω με την επιλογ μσα μου δη, εναι πλνη. Γιατ εμαστε λα τα πριν, λα τα τρα μα και λα τα πειτα, τα κθε στιγμ επμενα. Σημασα χει το ενδιαφρον, πσο πολλ μεγλη σημασα χει το καταλαβανει μνο κποιος που το  εξοστρκισε παντελς απ τη ζω του.
     πειτα θα μιλσουμε. Για πολλ πργματα και δικ της και δικ μου, γιατ εναι ωραο κποιες φορς να μιλμε, να ψηλαφζουμε το γνωστο με τον δικ μας τρπο, τη συζτηση, μνο οι νθρωποι χουν αυτ το προνμιο. Ναι, αυτ εναι.
     Χαμογελω ευγενικ και μου ανταποδδει. 'Αλλη φορ θα το θεωροσα θαμα, τρα χι. Τρα το θεωρ απλυτα φυσικ και απλ το να σου ανταποδσει κποιος να χαμγελο. Δεν χει σημασα που χαμογελ σε μια γυνακα και που ποτ δεν κατλαβα τις γυνακες. Οτε κι εκενες με κατλαβαν, εμαστε πτσι. Εναι ανθρπινο το θμα, δεν χει να κνει με φλα, εμαι εδ και δε σκοπεω να αλλζω χρματα συνεχς για να ταιριξω σε να περιβλλον που παρδοξα με δημιοργησε και με αναπτσσει. Χαρομαι που μου χαμογλασε, χαρομαι που εναι ευγενικ.
 -"Καλησπρα σας, σας ευχαριστ που χαμογελσατε κι εσες. Εναι τσο εκολο να παρεξηγηθε κποιος σμερα. Εναι καλ που εσες δεν το κνατε".
 -"Καλησπρα σας, μα γιατ το λτε αυτ, δεν βρσκω τποτε το κακ στο να εναι κποιος ευγενικς, αντθετα βρσκω πολ καλ το να θλει και να μπορε να εναι".
 -"Πς εστε; Μνος κι εσες, απψε";
 -"Μλιστα, μνος. χι μνο απψε, αλλ δεν χει αυτ σημασα. Η αλθεια εναι πως θα εχε σημασα, αν αφηνμουν σε αυτ το χαρακτηριστικ, του πολυκαιρισμνου μνου που λνε και το φηνα με τη σειρ του να με διαμορφσει. Χαμογελτε που επα πολυκαιρισμνου; χω δκιο, μως, χω δει πολλος να διαμορφνονται ανλογα με τις εμπειρες τους. Τι λω πολλος, λους".
 -"Εναι μια σωστ παρατρηση, ωστσο χει μια πολ λογικ ακολουθα. Εναι γεγονς πως εμαστε ,τι ζομε, πς θα μποροσαμε να το αποφγουμε; να μωρ εναι να παρθνο δαφος, νας ενλικος εναι λες οι κατακτσεις οι δικς του και των λλων που συναντ, λα τα να μρη, τα δικ του που ζησε και των λλων που του περιγρφηκαν".
 -"Διαφωνετε, παρλα αυτ, τι χει πντα το κριτριο της επιθυμας, της επιλογς και διαλογς και ββαια της διαμρφωσης; Η ζω η δικ μας, λοιπν, σε μεγλο βαθμ διαμορφνεται απ εμς, η ζω των λλων, κυρως σων μας επηρεζουν, γνεται αποδεκτ απ εμς, αν το θελσουμε, και αυτ συνεπγεται τι η τελικ διαμρφωση εναι κατ πολ δικ μας ργο. Κποιος μπορε να χει ταλαιπωρηθε απ καταστσεις ξω απ τη δικ του σφαρα επιρρος, γιατ συμβανει κι αυτ, ωστσο μπορε μχρι τελευταα στιγμ να αποφασσει τι θα του αφσει το πρβλημα, τι θα κνει στο χαρακτρα του και στη ζω του. Να φτιξει, λοιπν, ο διος τον ευατ του και χι αυτ που ζησε".
 -"Θλει μεγλη δναμη κτι ττοιο. Και σταθερτητα επσης. Ο νθρωπος εναι αδναμος, εναι ευασθητος, επηρρεζεται και εναι απλ. σως να μην υπρχει και κτι το μεμπτ στο να διαμορφνεται απ τις εμπειρες του, ειδικ αν πρκειται για δημιουργα προσωπικς προστατευτικς ασπδας, στε να αποφγει τα λθη, να μην ξαναπληγωθε. Πληγνουμε ο νας τον λλον, εναι γεγονς, πρπει να ξρουμε να προστατευμαστε, εναι αναγκαιτητα".
 -"Ο αμυντικς μηχανισμς εναι να ακμη πλο μας, δεν εναι το περιχαρακωμνο φροριο που μσα εκε θα συνεχσουμε, ετοιμοπλεμοι πια συνεχς. Δεν νομζω πως χρειζεται δναμη, σο γνση του τι εμαστε και πο πρπει να φτσουμε".
 -"Ποιοι θα λγατε τι εμαστε και πο θα πρπει να φτσουμε; Γιατ εγ πιστεω πως ο σκοπς μας εναι η ευτυχα μας. Να περσουμε σο το δυνατν καλτερα, να πληγωθομε σο γνεται λιγτερο, να κατακτσουμε την ηρεμα και την ασφλεια, που εναι τσο σημαντικς για τη ζω και την ψυχ μας".
 -"Μα δε διαφωνομε καθλου σε αυτ. Κι εγ το διο πιστεω. Μνο που βλπω αυτ το φτσιμο, που λνε, στην ευτυχα, μσα απ διαφορετικ διαδρομ. Μσα απ μονοπτια ανοιχτ και χι περιχαρακωμνα. Μια πανοπλα φτιαγμνη με γνση, στω επγνωση, εναι αρκετ. Ο ανοιχτς δρμος κρβει παγδες, κρβει μως και ανακαλψεις. Οι νθρωποι, παντο και πντα, εναι αυτο που εναι. Κποιοι μας πληγνουν, κποιοι μας αγαπον. Κποιους πληγνουμε κι εμες, κποιους αγαπμε. Εναι απλ".
 -"σως και να χετε δκιο. χετε εσες πληγσει";
 -"χι, δεν νομζω, χω μως πληγωθε, αυτ το ξρω σγουρα. Αλλ σως να φταω κι εγ".
 -"Κατ ποιν τρπο; ταν μας πληγνουν, χουμε το λιγτερο μερδιο ευθνης γιατ παρνουμε το μεγλο μερδιο της πκρας και της απογοτευσης. Πσο θα μποροσε να φταει νας πικραμνος νθρωπος, και ση ευθνη και να χει, πσο θα μποροσε να τιμωρηθε γι' αυτ; χι, ββαια, τι κατανο, πς γνεται να φταμε ταν μας πληγνουν".
 -"ρχεστε συχν εδ";
 -"χι, πρτη φορ εναι. Αλλζετε θμα";
 -"Ναι, για λγο. Κι εγ πρτη φορ ρχομαι, αμσως αμσως χουμε να κοιν. Με κοιτζετε πολ σοβαρ. Εναι που ανφερα το κοιν σημεο; Εναι που το ανφερα τρα και χι αργτερα; Πτε μπορε να ξρει κανες την κατλληλη στιγμ; Μιλον λοι με τση σιγουρι για το τι εναι πολ εκολο να την αναγνωρσεις και της προσπτουν λες τις ευθνες για τα αποτελσματα. Δεν τα κατφερες γιατ δεν επιχερησες στην κατλληλη στιγμ. Τα κατφερες, μπρβο, ταν η σωστ στιγμ για να το κνεις".
 -"Δεν σας καταλαβανω".
 -"Σας ζητ συγγνμη, μιλ πολ, το ξρω, μλλον χω πολ καιρ να μιλσω. Κι εσες μου εστε τσο συμπαθς, φανεστε ευγενικ και πολ γλυκι. Δεν θλω μως να καταχραστ την υπομον σας. Μιλστε μου για εσς. Θα θελα να σας γνωρσω καλτερα".
 -"Γιατ";
 -"Γιατ; Δεν υπρχει γιατ, κι αν υπρχει δεν εναι αναγνωρσιμο ακμη. Αλλ δεν χει και σημασα. Δεν υπρχει να διτι για λα, δεν ρωτμε γιατ για λα. Εμαστε δυο ενλικες, μνοι, καθμαστε κοντ ο νας με τον λλο, τι πιο φυσιολογικ απ το να γνωριστομε; τσι απλ..."

     νιωσα να επιστρφω... απ κπου αλλο... Κοταξα γρω μου, μουν στο τραπζι μου, το ποτρι μου γεμτο ακμη, εχα αφαιρεθε, εχα χαθε. Το μρος γμισε, δεν κατλαβα πτε, γρω μου ο θρυβος ολονα και δυνμωνε, βο μουσικς, ανθρπων, βο ενς παρξενου ονερου. Ονερου βυθσματος. Η γυνακα που μου χαμογλασε, εκενη απναντ μου, σηκθηκε, ριξε μια ματι στον κσμο και κατευθνθηκε προς την πρτα. Κοταξε κι εμνα αφηρημνα, δεν μου χαμογλασε τρα. Αναγνρισα μως τι σμαινε εκενο το βλμμα. Απογοτευση σμαινε. Εχα την παρρμηση να την ακολουθσω, να την πλησισω, να της μιλσω. μεινε απλς παρρμηση.
     'Αδειασε. Την ψυχ απ την ψυχ και γινε το δειασμα στργγισμα, κουγε τις σταγνες να σταλζουν στο κεν. Οι παλμες κολλημνε στο πρσωπο, το σμα γονατισμνο, το μισαγκαλιζει το κρο πτωμα. Δεν κλαει ακμη, δεν χει νημα να κλψει, ο καταδικασμνος να πεθνει καταμεσς στη θλασσα, δε σβνει ποτ την κλασ του πνοντς την. Η βαρει πρτα του σχολεου κλενει. Πσο αμετκλητη φαντζει στα παιδικ μτια. «Λλα, να να μλο», «κρυφτετε, βγανω», τα κοκκινισμνα απ το παιχνδι μγουλα χαρακτηρζουν πρσωπα που θα φτσουν παντο, που θα κατακτσουν τον κσμο και απ κε, απ την κορυφ της νκης, θα επιλξουν: τα χω τρα πια λα, καιρς να διαλξω, αυτ θα πρω. Αυτ εκε το λαμπερ που εναι το καλτερο.
     θελε να κυλιστε με τη ζω της, εκε αγκαλι με το πτωμα. Να χαθε, να περσουν μσα απ το κορμ της ρες, ημρες, αινες, γεμτα τα πντα απ χι, να βυθιστε στο μαζοχιστικ κοταγμα της παρλασης του παρλογου και του ακατανητου. Να βουλιξει, τποτε λλο δεν χει σημασα, γιατ τποτε λλο δεν μπορε να κνει.
     Αυτ ταν λοιπν; Ολκληρη εναι να τσο δα σμα, σωριασμνο σε μια γωνι ενς δωματου, ενς σπιτιο, μιας κποιας. Τσο δα σμα, τση δα ψυχ, τση δα γυνακα, ελχιστος νθρωπος. Και δεν ξεκνησε τσι, χι, δεν ξεκνησε τσι... 
     Ξεκνησε με ομορφι, με γλιο και παιχνδι. Η αδιαπραγμτευτη αλθεια των ονερων: λα θα πνε καλ, λα θα φτιξουν. Ξεκνησε με προσφορ ζως, κανες δεν μπρεσε να ορκιστε πως θα σε προστατεσει απ τον πνο. Συνεχστηκε με λθη και κακς στιγμς, που τρα αποκτον τη σημασα που δεν εχαν ταν γιναν. Συνεχστηκε με δκαια και δικα, λα αφιερωμνα στου ανθρπου την υποχρεωτικ ζω. χι, τη δικαιωματικ ζω. Κατληξε σε μοναξι. Κανες λογικς δεν την επιλγει. Υπρξε πντα λογικ, υπρξε συχν πολ μνη.
     Δεν ρθε ο Μλτος απψε, δεν χει αυτ σημασα, αλλ τι κανες δεν ρθε. Δεν ξρει πια πο να περιμνει. Κλαει μονχα τρα.
"Κανες δε μ' αγαπει..."

     Σε ζητω... Σε ψχνω συνεχς τρα πια, παντο. Δεν κνω σπασμωδικς ενργειες, καμμι απγνωση δεν χουν οι κινσεις μου. Δεν το χω φιλοσοφσει πολ, δεν με χει προβληματσει λγο. Το θμα σου εννο. Δεν χει τελεισει η αυτογνωσα μου, δεν θα τελεισουν οι στενοχριες  μου, δεν χω τελεισει κι εγ. Το κατλαβα, νομζω, καλ. χι τσι ξαφνικ. Πρτα η θλψη μου το νιωσε. Και ο πνος στο στθος μου τις νχτες, ο μπερδεμνος πνος μου, οι δσκολες πρτες ρες του πρωινο. τσι βοηθθηκα στο να καταλβω. Γι’ αυτ σε ζητω. μορφα κι απλ. Χωρς απωθημνα, με λγο φβο μνο, με μια ιδα μοδιασμα, να μην χω τι να τα κνω τα χρια μου, τσι πως θα στκομαι απναντ σου, και να εχομαι να μου ρθει μια μπνευση φωτειν, για να σου μιλσω μορφα, να νισεις κι εσ μορφα, να ανοιχτομε ο νας στον λλο.
     Κανες δε μου φταει, μτια μου, ελπζω να μην χω φταξει σε κανναν κι εγ. Εναι η ζω. λοι ξρουμε πως τσι εναι η ζω. Πνω κτω, δηλαδ, αλλ εγ δε χρειζομαι να τα ξρω λα. Μνο τι εμαι στο μεσοδιστημ της και πρπει να το ζσω. Προχωρντας, βλποντας, νιθοντας και πφτοντας. Να νας κκλος που μου αρσει. Και προχωρντας.
     Σε ψχνω. χι για να ζσω μσα απ σνα εξαιτας σου, αν και δε βρσκω τποτα το κακ σε αυτ, αρκε και οι δο να το θελσουμε τσι. Κυρως μως θλω να χαμογελσουμε μαζ κι στερα να χαδψουμε ο νας τον λλο. Να γκρινιξουμε για την κνηση που βρκαμε στο δρμο, χωρς κακα μως, δε μου ταιριζει κι στερα να αρσουμε ο νας στον λλο.
     μαθα πσο μορφοι εναι λοι οι νθρωποι. Και σε βεβαινω πως δεν το μαθα με τον εκολο τρπο, κοιτζοντας τον εαυτ μου απ παντο και βρσκοντς του τις μορφες αφανες πτυχς του. Το μαθα κοιτζοντας τους λλους και αυτς εναι ο δσκολος τρπος.
     Εμαι μνος και η μοναξι θλει αγπη. Για αρχ θα χει τη δικ μου. Και τη βοθει μου θα χει, την αξζει, με κανε καλτερο νθρωπο. Αυτν τον καλτερο νθρωπο θα γνωρσεις. Κποια μρα στη στση του λεωφορεου, σε να ταξ που τυχαα θα μοιραστομε, στην καφετρια που θα απολαμβνεις τον καφ σου, θα σου πισω κουβντα. Θα σε ρωτσω κτι σαν.. «μπως χετε ρα; Ξχασα το ρολι μου»...Κοιντυπο, αλλ θα εναι μνο για να με κοιτξεις. Μετ θα το δεις στα μτια  μου τι δεν εμαι κακς νθρωπος, θλω απλ να σε γνωρσω. Μπορε να γνει και στο μπαρκι, ταν προτενω να σε κερσω να ποτ. Μη με παραξηγσεις, μη θυμσεις, μη γελσεις μαζ μου.
     Δε χρειαζμαστε πολλ. Μνο να αρσουμε ο νας στον λλο. Καμμα σοβαρ αρχ δεν εχε πολλ, λα τα μεγλα αποτελσματα γιναν με τη δναμη που απκτησε η διαδρομ στο μσο της.
     Θλω μονχα να με δεις, θλω μονχα να χεις καταλξει στο τι δεν πρπει οι νθρωποι γρω μας να περνον απαρατρητοι.
     Η ζω δεν εναι οτε καλ οτε κακ.
     Η ζω σου μαζ μου δεν ξρω πς θα εναι, γι' αυτ θα πρπει να μου το λες.
     Η ζω μου μαζ σου θα εναι καλτερη...
------------------------------------------------------------------

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΑΓΡΙΟΥΣ


1η).                     να Μεγλο Ασθημα

     τανε μια πανμορφη κοπλα, λουκομι σου λει η τσουρπω, τσι για να σκνε δηλαδ μερικς, δε μιλ για μνα, καθτι καλλον. τανε που λες μια ωραιοττη, πλουσα, αλλ μνη κι ως εκ τοτου δυστυχεσττη. Και πς να μην εναι δηλαδ, να χεις την κορμρα κμματο, να μην χεις δοκιμσει ξεροκμματο (φτου κακ) και να μην ρχεται ο γκμενος, ο ψηλς, ο μελαχροινς, ο παρεπιπτντως πλοσιος, να τη βρετε κανονικ! Και να πεις πως σπανζει αυτ το εδος του ανδρς; Βρωμει ο τπος! Για την ρα μως εκενο που βρωμοσε περισστερο ταν η θλια μοναξλα που εχε θρονιαστε για τα καλ στη ζω της λουκουμοκφαλης. Και να τα αχ και βαχ, ποντιασε η παραμυθνια βλα της. Και να το κεφλι γερμνο ελαφρς, με το μελαγχολικ μειδαμα να περιφρεται γενικς κι αφηρημνως, πολ σικ πζα, καθτι οι ωραες και πλουσες χουν τον πνο χωρς να χουν τη μορη σκατ απ το κλμα. τσι και την βλεπε η Τζοκντα γουλ θα τον ξριζε τον Ντα Βντσι, που την καταρστηκε να ζει αιωνως μες στη μαρη καντφλα, οτε μπρος γλιο οτε πσως δκρυ!
     Το λοιπν, το σκηνικ της τεθλιμμνης αγμητης, γιατ στην ουσα εκε ταν το πρβλημα, σε που η ψυχατρος της το 'φερνε απξω-απξω, το συμπλρωναν οι περπατοι. Περιδιβαινε η δικι μας στην παραλα, που κατ διαβολικ σμπτωση βρισκταν μπροσθεν της οικας -χι, δεν ταν ιδιωτικ η παραλα, πλοσια επαμε τι εναι κι χι χεσμνη στο τληρο!- και πλατς-πλουτς τα ντελικτα ποδαρκια στα βοτσαλκια, ντουμνιαζε αρμρα το νυχοπδαρο.
     Παρεπιπτντως, αχινο και καβορια δεν πλησιζουν ποτ μα ποτ τα πανκριβα πεντικιορ, το 'χουνε σε κακ λες κι ο Θες της γκαντεμις το χει απαγορψει. τσι, τσι! Κι ατνιζε η καλ μας το πλαγος, που χστηκε για τις φουρτονες της, εχε τις δικς του αλλ γιατ να της το πει να την πικρνει; Ανεχτανε την κλψα της με το ροφα μτη–φσα μξα κυριλτο, γιατ αηδες, δχτυλα και κακδια στη μτη δεν χει αυτ το ργο. Η δε φοβερ και τρομερ πινελι, που συμπλρωνε το λο σκηνικ της μουρτζοφλας, τανε το σλι στους λεπτεπλεπτους κι ελαφρς τρεμουλιζοντες μους της.
     Τρα, γιατ τρεμουλιζανε, κτι η αφαγι (καθτι και διτι δεν το ρχνουν λες οι πονεμνες στο μασαμποκωμα, σαν κτι λλες λακς ως επ το πλεστον, που απ το πχος δεν λες τι περννε ζρια, αλλ τη Γφυρα των Στεναγμν αλυσοδεμνες και με αλτι στις πληγς), κτι η ποντα, (γιατ καλ το δειλιν στο πλαγο αλλ φρνει και γαμκρυο), πντως τρεμουλιζανε. Το δε σλι να που τανε κι να που δεν τανε, αραχνοφαντο βλπεις και φιρμτο, δεν χει σημασα η φρμα, ποιος χστηκε λλωστε. Το χρμα πντως, απαραιττως γαλζιο, οι μοι απαραιττως γυμνο κι η τοιοτη σγουρα κι απαραιττως στην κοσμρα της.
     Ββαια, το πς γιντανε μες στη μαρη αρχλα να χει το μαλλ μακρ, απαλ και μεταξνιο να χνεται σαν χρυσαφνιος χεμαρρος στην κατκομψη πλτη της, θα σας γελσω και δεν το θλω. Πντως τσι τανε. Γιατ πρπει να ξρετε τι η καντφλα, το μουλαρνω -τσινω γιατ πονω- πονω κι λα καλοθη αισθματα της δυστυχσας γυνακας, επηρεζουν με μαλλι-μορη ασχος και σπυρ τγκα σε απθανα πντα σημεα, μνο εμς τις κοινς θνητς, κατ σμπτωση φτωχντζες κατ συνπεια απεριποητες, μια σιχασι.
     Επειδ μως κποτε πρπει να φτσουμε και στα ακατανμαστα, αλλις να πω κι εγ κι ο γρλος μου, σε που δεν χω γρλο, σε που εναι σχετο, συνεχζω.
     Παρλληλα που λες με την ξανθομπουρμπορω, κπου, κπως, κποτε, περιφερτανε κι να σερνικ αδσποτο, μα τελεως αδσποτο και θλω να το προσξουμε αυτ. χι τποτε λλο, μα πξαμε και χαζψαμε απ δηλσεις του τπου: εμαι λγο παντρεμνος, πειρζει; χι, καθτι εμαστε πολιτισμνοι νθρωποι αλλ μα σε πω εγ λγο μαλκα, θα σε πειρξει που θα βαρυστομαχισεις. τσι για να ξρουμε τι λμε, το κρατ μου μσα!
      Εκτς λοιπν απ αδσποτος ο εν λγω γκμενος, τανε και νος, τριανταπγαινε δηλαδ, γιατ το -ντα εναι αλλις για τους ντρες, αλλις για τις γυνακες, στα -ντα αρχζουν οι ομοιτητες. τανε πλοσιος, ωραος, κι ...οοχι οτε αχλαδι κοναγε οτε μση λγαγε. Σε μουσεο πρεπε να μπει ττοιο κελεπορι! Επ του παρντος μως περιδιβαινε ανεξλεγκτος, κανε λεφτ (κι λλα), κανε το κφι του και πολ καλ ξηγιτανε. Δεν πρπει να παραλεψω και την ανεπασθητη ουλ στο θεληματικ πηγονι. Δεν πρασε ευλογι, στο ξρισμα κπηκε ο νθρωπος κι η ουλ θα φγει. Ευκλως εννοομενες οι πλατρες να, τα μπρατσνια να, οι γοφο σμιλεμνοι να και το ττοιο ναααα, να τρει η μνα και της κρης να μη δνει, γιατ πλον οι μανδες δεν εναι μουρχαβλες, του δνουνε και καταλαβανει.
     Με λα αυτ τα προσντα τλος πντων, ζοσε ο δικς μας στον παρδεισο των αρσενικν: πδαγε αβρτα κουβρτα το μανολι και δεν μας πφτει λγος περ τοτου. λα καλ κι λα ωραα, λοιπν, αλλ... να... κτι του 'λειπε, δεν ξερε τι, πως λοι οι ψαγμνοι κι ερχτανε και στραπατσδιαζε η ψυχολα του (το μανρι μου). Και τον πινανε κτι μογκες και του γοντιζε μια ιδα η κεφλα, που τη στριζε με το καλογυμνασμνο μπρτσο του και τρβαγε το μτι να κοιτζει μια πρα μια δθε, να πρμα χλι σωστ!
     Σαν να μην φτανε το μσα του καβλημα, να 'χει και την ξεκαπστρωτη απ δπλα, να μη νιθει τι που να 'ναι παρνει πδι, ας πρσεχε που θρρεψε πως πιασε λαχεο. Και δος του τα "Μωι μου, εσαι αμιλητολι απψε", "μωι μου, με παραμελες και θα ΘΥΜΩΣΩ!". χι χαστοκια της κβεις αλλ και τον αρα που αναπνει! Για την ρα πντως της κοψε την ξοδο, την πγε σπτι με το πανκριβο αμξι του και με το διο αμξι πρε σβρνα τους δρμους, να σκεφτε ...λει.
     Στο σημεο αυτ, δεν ξρω αν χρειζεται να σας υπενθυμσω, τι η αλλοπαρμνη συμπρωταγωνστρια του εξεχντος αυτο ργου, εναι ακμη μπροστ στο μαυροπλαγο, να ατενζει τα κυματκια και να παιδεει τα βοτσαλκια, που ...χι, θα το πω: κανες δεν τα ρτησε τι τραβον, πτα- κλτσα να μου φγει ο καημς! Και αν πινουν οι ευχς των βασανισμνων βοτσαλακων, το λιγτερο που θα χει πθει η χλεμπορω εναι μια κατγερη πνευμονα και απ δω παν κι οι λλοι.
     Ο νυμφος, εν τω μεταξ, σουλτσερνε τα πολυτελ κυβικ του ακογοντας το τελευταο χιτ της εποχς "και πνω φραπδες, φραπεεεδες κι χω λερσει τους καναπεεδες...", γιατ και το εππεδο δεν κρβεται. Μαζ με τη μουρτζοφλα μως εχε κι να σφξιμο στο στομχι, να ξυνπιασμα και δεν φταιγε γι' αυτ το εππεδο, σας το βεβαινω γιατ εμαι εππεδη χρνια τρα, οτε η περσκεψη μα κι ρκο δεν παρνω για την αιτα του προβλματος. Κτι θα μασαμποκωσε το πουλκι μου, αλλ χου και δε σας νοιζει, χου και δε σας νοιζει!
     Επειδ μως κποτε λα παρνουν να τλος κι εμες τη βλτα τη βαρεθκαμε, δε μας πρε και μαζ, ρχεται η στιγμ που γυρζει η Μπεμβ και του λει σε αυστηρ τνο, θλω παραλα και το λαιμ σου κψε! Δεν κβεις, σαφς, ττοιο λαιμ παρεκτς αν εσαι η κρη του Δρκουλα, τουτστιν ο κανακρης πει παραλα. Εκε το διαισθανταν, θα του 'ρχταν η φτιση και θα ξεσκαρτριζε το μυαλουδκι του, να φγει βρε παιδ μου το πλκωμα, χουμε και δουλεις!
     Για να μη σας τα πολυλογ κι αηδα καταντσαμε , φτνει στο γνωστ πλαγος, που τι του φλαγε ο Μεγαλοδναμος, λη τη μουντροχα απψε τη μζεψε και δος του κλωτσοπατινδα με τα λιπθυμα πλον βτσαλα. Πνω που ρχισε να την καταβρσκει γενικς, βρσκει κι ο κλος σ' να βτσαλο ειδικς και μετ απ το απαρατητο ωχ! (εγ για βλαστμια το κατλαβα), αρζει την κορμρα κατχαμα, ανβει και τσιγρο, γιατ τσι κνει ο ντρας, χι τι χω γνση στο θμα. Κνει μια ...να, τσι, στρβει, δεν χει σημασα η πλευρ, μην τρελλαθομε τρα! ...και τη βλπει. Ψηλ, λεπτ, ξανθ και τα μτια της, πω πω πρσινα, πως του ρεσαν.
     Μην τολμσει κανες να σκεφτε πς στα κομμτια εδε τα μτια της μσα στη μαρη τη σκοταδορα! Εχε φεγγρι! Εκενο μως που τον αποτλειωσε τανε το σλι που τυλιγτανε στο θεσπσιο κορμ της. Γιατ σκωσε κι αρα κι βλεπες να βολοδρνει το αραχνοφαντο απ τη μια, το μαλλ το μεταξνιο απ την λλη, τι χρμα ταν εκενο! Αφο αποθαμασε, λοιπν, την πλησασε μ' ευλυγισα αιλουροειδος, με ταχτητα γαζλας και με σλια που τρχανε, μπουλντοκοειδος. Ο σκοπς τανε να τη βρει στο χσιμο, γιατ την κατλαβε αυτς, μια μπουκι μεζς, δεν λεγε για ταλαιπωρα απψε κι αυτ η ξυνλα στο στομχι...
     Η "τσι" τρα δεν κατλαβε τι τη χτπησε, δυο παποτσια εδε, μπρατσρες τη χουφτσανε, λγια κουσε, σε που δεν καταλβαινε, δεν φταιγε η στιγμ, ηλθια τανε απ πντα της. Της δωσε και το φιλ το καλ ο δικς σου, αυτ ντε, στο λαιμ, που καμι γυνακα δεν αντιστκεται κι ευτυχς που δεν υπρχουν βουρδολακες, του αιματοπιματος, θα εχε γνει!
     Κι πειτα ...ζσανε τα βοτσαλκια, που γαμ την τχη τους απψε, σκηνς απερου ασχους, ζησε η αποτυχημνη ναν ρωτα μεγλο, γιατ πρπει να το πω και μπρβο του, δυο ρες την παδευε, ζσανε τλος πντων αυτο καλ κι εμες καθλου καλτερα, γιατ ο γκαντμης πει και τελεωσε, δεν βλπει σπρη μρα!

2η).                   Σκοληκας Υπλληλος

Εμαι νας απλς καθημερινς νθρωπος. Τποτα το σπουδαο δηλαδ, πως λοι μας δηλαδ καλς μαλκας κι εγ. χω τη δουλτσα μου, σκοτνομαι σαν το γαδορι που εχε ο παππος στο χωρι, αμυδρ το θυμμαι μη νομζετε, χουμε καταντσει, βλπεις, να βλπουμε τη φση στις ταινες. Στο ζυγ, λοιπν, απ το πρω ως ...που πει, καθτι η ανλιξη θλει τη συμμετοχ λων και κυρως τον στημνο κλο μας. Δε βαρισαι, το μεροκματο να βγανει, να 'χουμε να τρμε, που θα 'λεγε κι ο πατρας μου, στο χωρι κι αυτς. Μνο που δεν το λει και καννας λλος, καθτι εμες πλον οι της σημερινς εποχς δουλεουμε για καριρα, χι για να φμε, γιατ φα χουμε, να φνε κι οι κτες, κτες πλι δεν χουμε, αλλ ποιος χστηκε. Τρμε, που λτε, με χρυσ κουτλια, αν μπορες ββαια να χρησιμοποισεις το χρυσοκοταλο για να μασαβουρισεις την τυρπιτα του Γρηγρη. Κι αυτ σε κποιο μαυροδιλειμμα, ανμεσα στο μαυροτσγαρο, γιατ βλπεις χαρμνιασες κιλας κι ανμεσα στο μαυροκαφ, γιατ τα μτια κνανε πουλκια τσες ρες στο pc μπροστ κι ο διευθυντς δεν θλει πουλκια γιατ κουτσουλνε στην τσπη του. Γυρζεις εσ κποια στιγμ στο σπιτκι σου και βγζεις τα πουλκια βλτα, να 'ναι καλ τα κολλρια, το πουλ σου μνο δεν πας πουθεν, γιατ ποιος χει κουργιο; το γαμσι κατντησε ηρωικ πρξη κι εσ δεν εσαι ρωας, οι μαλκες εναι, σε που εσαι και μαλκας, δεν το λες μως. Ταβλιζεσαι μετ κυριλ στην τηλεραση μπροστ, το 'κανες το χρος σου και σμερα, σαν ευπληπτος πολτης, αποβλακνεσαι μορφα-μορφα λες και δεν πρες αρκετ αποβλακωμρα για μια μρα, φτου σου και γαμ τις αντοχς, βλκα. Αυτ το λεγες κποτε στον εαυτ σου, εκε κοντ στα εικοσιξι, αλλ το λεγες σιγ, μη σε προυνε χαμπρι, στο τλος δεν παιρνες κι ο διος χαμπρι, λα καλ. Κι η τηλεραση, πως πντα, ωραα πργματα, κποιος βασε το παιδ του, στα τσακδια ο τιμος, κποια μεινε χωρς σπτι, βρε την κακομορα, ας πρσεχε, μως προσχουνε για να χουνε κυρ μου, εγ ευτυχς μια χαρ εμαι, το σπιτκι μου το 'χω. Θα βλω καμι ταινα στο βντεο, -επα βντεο και θυμθηκα, μλαγα μ' να γνωστ, να δομε μια ταινα, -"χεις βντεο", ρωτω εγ, με κοιτει θιγμνος! -"Βντεο δεν χω;" Κατπια τη γλσσα μου και τις βρισις μου κατπια, σε που προχτς που μιλσαμε πλι, να δομε λω καμμι ταινα στο βντεο, χι και βντεο αγρι μου, στο ντιβιντ! Που ντιντ να μας ρξουνε, λυσσξαμε πια, πρε το να, αγρασε το λλο, μα να μην χεις κι απ κενο, τι σκατ νοικοκυραοι εμαστε; το νοικοκυραοι εναι της μνας μου, ναι στο χωρι κι αυτ, αλλ ρχεται και στην πρωτεουσα να συγυρσει το σπτι μου, να φρει και τποτα φρσκο, αυγ, χειροποητο, χυλοπτες και να ... γκρινιξει τα δοντα, γιατ πτε σκατ θα παντρευτ να γνω νθρωπος; Γιατ και που εμαι δποδο δεν τη ξεγελω τη μνα μου, νθρωπος δεν γινα κι οι κτες δποδες εναι και που χω χρια κι οι μαμοδες χουν. Θα περσει η ρα, θα πρει καννας φλος τηλφωνο, καμμι γκμενα, ρεξη δεν χω, σε μας κι εσ κυρ μου και γιατ δε σου τηλεφνησα, χουνε εντελς χαζψει οι γυνακες σμερα. χι τι εμες πμε πσω, σκατ χουμε γνει, πισ' τ' αβγ και κορευτο! Μετ θα ...φω, θα πιω, θα χσω και θα τη πσω για πνο, ντε σιγ-σιγ χω και μτινγκ αριο. Τι το θυμθηκα και γαμτο δηλαδ, θα φω στη μπα το βλχο το διευθυντ μου, που τουλχιστον για δυο ρες θα μασει και θα φτνει κουκοτσια με πρτζεκτς, με χρονοδιαγρμματα και -"...παιδι, δε δουλψαμε καλ αυτ το μνα, δεν εμαι ευχαριστημνος και το καλ λων μας εναι το καλ της εταιρεας και" το κρατ μου μσα. 'Ασε που θα με κοιτ με μισ μτι κι η γελοα η υποδιευθντρια, -ξρω γ; Γαμσι θλει αλλ ποιος κνει θελματα στη σιχαμνη; Και τι να κνω παραπνω; ρεψα να τρχω λη τη μρα, με το ζρι να γνει πελτης ο κθε κακομορης και καλ να πθουνε τα ζα, ττοιοι που εναι, κανες δε νοιζεται για τποτα. Και θα το πθω και το ανποδο μλις με καλημερσει η γραμματας του μαλκα, -μια κακομοτσουνη, την χει δει και γκμενα και χι, δυο σκατ σε μια χστρα, σκοτνεται να κουτσομπολεει και να ρουφιανεει, τη γλφουνε λοι για να μην τους πισει στο στμα της. Αλλ οτως λλως λοι γλεφονται και λοι θβονται εκε μσα, ζτω ο πολιτισμς, ει στο διολο, ζα! Ευτυχς που εγ δεν τους πολυβλπω, εξωτερικς πωλητς εμαι, στο γραφεο πατω απ το μεσημρι και μετ. Τις λλες ρες, στους δρμους, να μου θυμζω κακοπαιγμνη αμερικνικη ταινα, απ κενες τις απθανες, που οι ρωες μετ απ λιμος και καταποντισμος χαμογελνε, σοι ζσουνε και πνε αγκαλιασμνοι στο σπτι. Να τρχω να τσακσω τον πελτη απ το λαιμ, να του χαμογελω χαζ συνεχς, αγκλωση παθανω, μου τη δνουνε και τα τσμπα χαμγελα, να μη σου μνει εαυτς, βρε αδερφ, χει παρεξηγηθε η σοβαρτητα κι λλο ηλθιος δεν πει να γνω, τσι λω δηλαδ γιατ ποτ δεν ξρεις. Βαρθηκα. Σιχθηκα να γυρζω με τα νερα τσατλια, με τα μτια κουμπτρυπες απ τη κακα και τη βλαστμια που ξεστομζω λη τη μρα. Και να πεις ν' αγισεις καμμι φορ, δεν μπορες, απ το πρω ο διλος βλτα με χλιες μορφς... Της κατνας απ το δπλα διαμρισμα, που δεν μπορε να μαζψει τα κωλπαιδ της, με το που ξυπννε σκοζουνε λες και τα πατς στον κλο. Της λλης κατνας απ την απναντι πολυκατοικα, που χει την τηλεραση τρμα, το κουφλογο, αλλ δε φταει αυτ, ο μαλκας που την ταζει φταει. Του περιπτερ μου που του λες καλημρα και κνει σαν να του 'πες τι του γμησες τη μνα. Του αυτοκιντου μου, που το παρκρω τρα τετργωνα παρακτω, ας ψεται, δεν το 'χω ξεχρεσει ακμα. Των ηλθιων πεζν που τσακζονται να περσουνε τρχοντας με κκκινο, που καμμι μρα θα κοκκαλσω το αμξι στη μση του δρμου και θα δαγκνω λαργγια. Των ποιων συναδλφων ρχονται με τα μοτρα κατεβασμνα πρω-πρω, φτνουνε χολ τα μτια τους, τη καλημρα στη φτνουνε κι αυτ, γιατ ,τι και να μου συμβανει εμαι κατ βθος αισιδοξος νθρωπος και τραβτε για το μνμα σας, ρε. Βαρθηκα. Να εμαι ο γκρινιρης της παρας, γιατ εμαι φλαθλος κι χι οπαδς και δεν χω καμμι ρεξη να πηδω αντιπλους, κρυφαδερφρες λοι σας, αποκτεστε προσωπικ ζω, χει θολσει το μτι σας απ την αγαμα. Να εμαι ο ξενρωτος γιατ δεν τη βρσκω με το ξεσλωμα του Σαββτου σε κτι φρικτ ελληνδικα, χωρς ταυττητα, φος κι θος, να γνομαι τφλα και να καμακνω τις ξεκλωτες που μου μοστρρουνε τον κλο τους πνω στη μπρα κι αυτς χωρς ταυττητα, φος κι θος. Να εμαι ο παρξενος μουγκοθδωρος για τη γκμενα που πρσφατα γνρισα και που λη της η σκψη εναι μη μου κτσει στο πρτο ραντεβο και τη πω εκολη μη δε μου κτσει και τη πω κομπλεξικ. Να εμαι ο κακς κι ο ανασθητος για τον κολλητ, γιατ δεν αντχω τη δικι του, μια φρικτ κολιτσδα, που χει κρεμαστε απ το σβρακ του, ροπι δεν κνει χωρς αυτ. Αλλ βλπεις, εγ μπακορης, δεν καταλαβανω γιατ οι νθρωποι ταν αγαπιονται πρπει και να σβερκνονται ο νας του λλου.
Μποχτισα. Γιατ δεν μπορ να κνω μια σοβαρ συζτηση, ν' ακοσω μια μουσικ της προκοπς, να διασκεδσω σαν νθρωπος, γιατ αν προσπαθσω ο,τιδποτε απ αυτ: "Τ τον πιασε πλι το μαλκα, πς την χει δει τσι, ρε"; Γιατ ταν δολευα σερβιτρος σε ταβρνα, οι γκμενες γουστρανε τα μοσκουλα, αλλ οτε αυτς οτε οι ευγενες φλοι με παρνανε σοβαρ, τρα που εμαι ο μαλκας με το κοστομι, μπρβο, πτυχες, την φτιαξες τη ζω σου. Η διαφορ εναι τι εγ ττε γοσταρα τους ανθρπους και τις αδυναμες τους, τρα δε γουστρω οτε μνα. Αλλ στη τελικ, ποιος χστηκε; Η ζω τραβ την ανηφρα της, με τη γλσσα ξω κι εμες να κυνηγμε την ουρ μας, μχρι να ψοφολογσουμε κι οτε για λπασμα να μη κνουμε, μπκες γεμτες σκατολοδια. Και να 'χαμε και καννα πνεμα της προκοπς ν' αφσουμε, νκρα, να 'τανε απ καμμι μερι οι πργονοι κι οι απγονοι να μας βλπανε, θα ξερνγανε πνω μας, που οι απγονοι δηλαδ, δη ξερννε. Και τι με νοιζει κι εμνα; θελα κι γινα σαν τα μοτρα σας, γιατ μια ζω ο ψωριρης χρια, σε που το ποιος εναι ψωριρης τελικ χωρει συζτηση και ποιος να τη κνει. Για την ρα πντως κντε σες ,τι θλετε κι αφστε κι εμνα στον πνο μου να σας αφσω κι εγ στο δικ σας. Τι θλω κι ανακατεομαι δηλαδ; Για να χαλσουμε τις καρδις μας; Σμπως χουμε και τποτα να χωρσουμε; να τσουβλι χρηστοι, ζαμν-φο κι απνω τορλες. Μια χαρ μας βρσκω!

3η).                   Μια Συνηθισμνη Μρα

     ξι το πρω...ντροουουν! Το ξυπνητρι και το αγουροξυπνημνο μου μοτρο με την αποβλακωμρα της απορας κατπλασμα, πρπει να συμμαζευτε, να σουλουπωθε, να γνει ανθρπινο, γιατ σε λγο θα κυκλοφορσει και δε μου φτανε και τποτα οι λλοι να δονε τη κρη του Δρκουλα πρω-πρω... Ναιαι, ναι, σε που ανακαλψαμε βλπεις καινορια πατντα τρα τελευταα και τραβμε κτι απνες ξεσυγυρισμνες. Ναιαι, ναι!
Και μετ το λεωφορεο, λλη παραμυθνια ιστορα, με μγισσες, μγους, δρκους, βσανα ανομολγητα της ηρωδας, -περ εμο ο λγος-, να φτσει στον προορισμ της, ιππτες και πργκηπες μως δεν χει, κτι γαδορια μνο, -επιβεβαιωμνο αυτ.
     Επα και θυμθηκα, χαθκανε πια οι ντρες, δε σηκνονται να καθσουνε οι κυρες και το 'χω εντελς χαμνο μου φανεται! Επα χαμνο κι χουμε να μπελ κθε πρω στο λεωφορεο, νας νεαρς κρεμανταλς, αμτι-μουχαμτι με το που μπανει να καλημερζει τους πντες, απαιτητικ και να περιμνει ανταπδωση, απαιτητικ αυτ τα πργματα δε γνονται, αλλ λα που γνονται κι μα δεν του απαντσεις σαν καλ παιδ, σε σκουντει, γυρνς και σε κοιτζει αγριεμνος, ξω τα μτια απ τις κχες, -"Μα σας επα καλημρα, κυρα μου, δεν με ακοσατε"; Εκε εναι που κνεις το σφλμα, -μα τι γαδορα εμαι- κι ανταποδδεις και καλ να πθεις, γιατ χει και συνχεια: -"Λοιπν, πς τα περσατε χθες; χετε παιδι; Πντα καλ!" Η απ πσω μου εχε πιο δσκολη ερτηση, τη ρτησε πσους γκμενους χει, μιλει και δυνατ, τρομρα του, κλωσε αυτ, γιατ το λεωφορεο βρκε ενδιαφρουσα την ερτηση και τορλωσε τα αφτι... Δε βαρισαι, του απντησε πως χει πολλος, λοι καλο, το βολωσε αυτς, τι τα θες απ σαλεμρα θα πμε λοι. Ναιαι, ναι!
     Και μετ περπτημα ως τη δουλει, στση στο ψιλικατζδικο για τσιγρα, νας γερκος κοτσοντος, τον βλπω και τον ζηλεω, γιατ μαζεονται απ το πρω τα φιλαρκια του και κουτσομπολεουνε, χει να φος αδιφορο, κοφτ αυτς, πρπει να τανε μεγλη μρκα στα νιτα του.
     Το κακ εναι τι χω αρκετ περπτημα ακμη, και βρσκω τον καιρ να σκεφτ τα δικ μου γερματα, πς θα εναι και τα νιτα μου, που αντ να τα χαρομαι, τα λιανζω με λους τους δυνατος τρπους, μισ μερδα νθρωποι κι χουμε χωθε στα προβλματα ως το λαιμ κι χουνε λυσσξει οι ψυχολγοι-φιλσοφοι του καιρο για τη θετικ σκψη, με το ζρι να τη καταπιες αμσητη. Αλλ βλπεις εμες εμαστε ηλθιοι, δεν καταλαβανουμε το καλ μας κι ανκανοι, γιατ αυτ η θετικ σκψη για να εφαρμοστε, πρπει να πηλαλει το μυαλ σου στις ραχολες και στα πρσινα λιβδια κι επειδ απ αυτ δεν χει εδ που ζομε, πρπει να πηλαλσουνε τα ποδρια μας.
     Τι να πεις και τι να ομολογσεις, φτσαμε και στη δουλει, φτου και ξαν μαν, μια  απ' τα δια, το μοτρο μου ακμα στρινιασμνο, τι μιζρια κι αυτ, Μεγαλοδναμε κι ανθεμα την Εα, λσσαξε να φει το μλο, η λιγορω και καλ αυτ, εχε τον αχρταγο, η αχριστη, εμες τι σου φταξαμε! Θα 'μουνα τρα πλα-ξπλα στα χορτρια να λιζομαι, πρε κι απ' αυτ το φροτο, αγπη μου, δε μπορ, στομπωσα, λατρεα μου, καλ τι νστιμος αυτς ο αγγελκος και δεν πειρζει που δεν χουνε φλο, να βλπω θλω μνο!
     Αντ' αυτο, τσακζομαι κθε μρα, ττοια ρα, να προλβω να φτιξω τον καφ, να προλβω να πιω τον καφ, να προλβω ν' ανψω τσιγρο, να προλβω να το κνω το τσιγρο, γιατ μετ απ μισ ρα, κθε μρα, ξυπνει η πλη η τρελ, κυκλοφορον οι νθρωπο της οι τρελο και δουλεουν οι εργαζμενο της οι τρελο κι η χαρ του ψυχιτρου να χτυπει κκκινο. Ναιαι, ναι!
     Αλλ επειδ λα χουν να τλος και κυρως αυτ που δεν θλουμε να χουν, -σχετο-, τελεινει και το ωρριο του τρμου κι τσι κουρλι πως ρθα κουρλι φεγω, αμ δε που θα συνερχμουνα, μα δεν πειρζει θα πω στο σπιτκι μου, θα ηρεμσω... Μεγλη κουβντα και φτου κακ, μα πσα πια να αντξει νας νθρωπος; Αντεεεχει, αντχει, γιατ στη στση περιμνουμε σπου να βγει η ψυχολα μας, που χαμνη θα πει, ας προσχαμε, τσες αμαρτες πια και το λεωφορεο να μας χει γραμμνους, να μτσο κουρασμνοι, με τα μοτρα αγνριστα απ τα νερα και την αναμον. Και μετ γιορια να χωθομε μσα και δε χωνμαστε, ο νμος της ζογκλας, οι πιο δυνατο μνο, κλωτσι κι ξω απ' τη πρτα, πο θα πει θα 'ρθει το επμενο. Κι ρχεται το επμενο, μαζ με το ανομολγητο κατρακλισμα στο βορκο της αμαρτας, γιατ: κνε στην κρη μωρ γαδορα να περσω και πρε τα χρια σου απ πνω μου, πορνγερε, δεν εναι ακριβς αυτ που λμε φρασεολογα καλο χριστιανο. Αλλ τσι κι αλλις γραμμνα τα 'χουμε λα και κυρως τον εαυτ μας, γιατ ταν τελεινει το νοερ ξεκολιασμα του διπλανο μας, της πσω μας, του οδηγο κι λλων μισητν προσπων, εναι η ρα που χουμε φτσει και στο σπτι μας και χαλλι τση ταλαιπωρα, μνο και μνο για την ιερ στιγμ που βζεις το κλειδ στην πρτα.
     Κι αυτ εναι τελικ το πρτο σημαντικ κατρθωμα της ημρας. Το κλειδ στην πρτα. Μετ... εγ στο σπτι μου... το φαγητ στην κατσαρλα μου... η αγαπημνη μου σειρ στο χαζοκοτι... ο συνταξιοχος γετονας, που βλπει φως και μπανει, καφ γειτνισσα, αλλ εγ του την σκασα, μαθα να κινομαι στα μισοσκταδα... το παιδ της αλλοδαπς απναντι, λη την ημρα το κυνηγει, με το ζρι να φορσει παντελνι και βρακ με το ζρι, τιμο πργμα η νεση!
     Αριο το πρω θα ξυπνσω καλτερα, το υπσχομαι, τι στα κομμτια, μια ζω την χω κι αυτ ακαθορστου λξεως, θα 'χω υπομον στις αναποδις της ημρας, θα χαμογελω εκε που θα μου 'ρχεται να μπινελικσω, χι κριε, δε θα γερσω πριν την ρα μου και δεν το λω σε σας Μεγαλοδναμε, δετε τι καλ κορτσι εμαι, για τους γαδρους που θα μου πρξουνε το συκτι το λω, χρια θα μου το θψουνε, μια κσα μνο του.
     Αλλ τρμα για σμερα, να σφαλσω τα ματκια μου, να δω τποτα καλ στον πνο μου, γιατ απ τον ξπνιο μου πρκοψα και πο να το δω, χω το ρεμα απλρωτο και τι να κνω, ο λογαριασμς τον ανφορο, το αμα μας πιατε, ρουφινοι, οτε το νοκι πλρωσα, με τι καρδι, φραγκη θα μενω, θα μαυρσει το μτι για τσιγρο πλι. Κι μα το πεις και πουθεν, εσ φταις, τρπια η τσπη σου, εμες πς τα βγζουμε πρα και να 'χουνε μχρι και το βρακ τους γραμμνο στης Μιχαλος το τεφτρι, λη η Ελλδα νας βερεσς...
     Και τρα που το θυμθηκα, οτε και ξρω πς, τσι και τονε πετχω κι αριο τον κρεμανταλ στο λεωφορεο, αλμον του, που θ' απαιτσει και καλημρα, ει στα κομμτια πρω-πρω!!!

4η).               Απ Το Ημερολγιο Ενς Μπεκρ...

  ...Γεια μας! Σταφδιασα πλι, επαμε τι το τσοζουμε πο και πο, νεκα που εμεθα ανθρποι. Θλω να πω και να σ' ενημερσω δηλαδς, ψυχολα ο Σταμτης, πει. Ναι, ρε μουγγοθδωρε, ζω σε λγου μας και σο να 'ναι, το πρα και βαρι, επα να πιω να ποτηρκι στην υγει του. Ποια υγει του δηλαδ, τα χλια σκατ εχε πνω του, Θε μου συχρα με και να πεις, το τσιγρο δεν το 'ξερε, τον τιζε κτι νεροζομια η κυρα-Σταμταινα, μπας και της φτουρσει... βρστα... σα που ξεπατωντανε στο κατορημα και για κρασκι οτε λγος. Στο καφενεο τσι ξεροσφρι, μ' να καφ την βγαζε ο βαρεμνος, μας κοταγε και με το μτι μισ, θα μου πεις, τανε κι αλλοθωρος, μπεκρ με λεγε, πινα δηλαδ το κρασκι μου και να πεις, σα για να πει το φα... 'Αρπα τη, κυρ Σταμτη μας, κοτα τρα τα ραδκια απ' τη ρζα. Και στον απνω κσμο ραδκια τρωγες, στα πολ στενοχωρθηκα. 'Αντε γεια μας...
 ...Γεια μας, νταολι γινα πλι, τελειωμ δεν χουν του ανθρπου τα βσανα. Συμπθα με, εναι να μη σε βρει, να, στο καφενεο καθμουνα, πινα το νερκι μου και τα κουτσολγαμε με τον κυρ Δωρθεο, -καλς νθρωπος, πολ πονεμνος-, αχ και βαχ το πγαινε, ποντιασα κι εγ και το νερ μου. Τι γινε, κυρ Δωρθεε κι σο να ρωτσω μου νοιξε την καρδι του ο χριστιανς. Πολ βασανστηκε, τσα χρνια, λει, στο δημσιο, δρωσε ο κλος του, φτρες βγαλε σε κενη τη καρκλα, λει και να πεις, λα για τα παιδι του, δυο γαδορια, ζω να 'χουνε, ακμα του τρνε απ τη σνταξη. Οτε για το καφενεο να καφ δεν τ' αφνουνε, κου πρματα. 'Αντε, λω, να πιομε να κρασκι, να λαφρσεις λγο τα μσα σου, γεια μας, να! το 'κανε το ποτηρκι, αμσητο το πγε. τανε που στραβομουτσονιαζε μα και με 'βλεπε, ρεμλι με 'λεγε, τι θα αφσεις μωρ στα παιδι σου, -σε που εγ παιδι δεν κανα-, σε χαιρταγε και σκοπιζε τα χρια του κι εκενος το καφενεο, λει δεν το 'ξερε. Αααχ! Και τρα που θλει να το μθει, δεν χει τα ναλα οτε μχρι τη χστρα του να πει, στα πολ στενοχωρθηκα... Γεια μας!
  ...Πικρ  μου ξομολογητρι, γεια μας, τορλα και τ' απστομα την κανα πλι και συμπθα με, νεκα που θα σε πω Βιβολα, γιατ τη θυμθηκα τη συχωρεμνη τη κυρ-Παρασκευ, τραν καψορα μου, τιμα νιτα. Κι χι να πεις, με τις  κτες πεσα χτες, σο να πιω το γαλατκι μου... -μου το 'φτιαχνε ζεστ, καλ της ρα, μου 'δινε και το παξιμαδκι μου κι κανα παπρα. Αααχ! Μ' καψε το γαλατκι κι στερα σου λει να αγισεις. 'Αγιασε η κυρ-Παρασκευ απ' ταν με παρτησε, καθτι, λει, δεν μουνα για σπτι, πλοτιζα τη ταβρνα, τι να με κνει; πρεπε να φτιξει τη ζω της. Δξα τω Θε την φτιαξε και πολ το χρηκα, -δε κρατω εγ κκητες-, ζαλικθηκε και στη δουλει, πρε και δουλευταρ, αχραγο τη ξπναγε, λλαγε αυτ αντ για τον κκορα, κοιμτανε τα μεσνυχτα. Πντε παιδι της κανε, ρθε και στραβογρασε που 'τανε σαν το ροδκινο, εχε και τα χτηματκια του ο νοικοκρης, ργωνε με τα νχια η συχωρεμνη, προκψανε. Ναιαιαι και να πεις, εμαι κι ευασθητος, στα, πολ στενοχωρθηκα, γεια μας!
  ...Γεια μας! Το ντερλκωσα πλι μεσημεριτικα κι χι που εγ... να! την πορτοκαλαδτσα μου πινα, νεκα που παρνω χπι, κτι τα νεφρ μου, λει. Ροφαγα που λες την αηδα, γκαπ-γκαπ η πρτα, ρε, καλς τη. Η αδερφ μου η Βγενι, Ευγενα τη λγανε, Ντσα το 'κανε, -χστηκα-, ματς-μουτς και τα ρστα. Δεν κατσε, σιχαιντανε, ασυγριγο το 'χα κι εγ, τσι ρεμλι θα πεθνεις, μπα που να φας τη γλσσα σου, μωρ, ρεζλι με κνεις, ντρπομαι να πω τι χω αδερφ, γκαπ η πρτα, -ει στα τσακδια, αλαφροσκιωτη. Γιατ ανβηκε, λει, η Βγενι στα ψηλ... Και μπρβο της, -εγ πνω απ' λα η οικογνεια-, το σκατ της παξιμδι κανε κι ο γαμπρς απ τη μγα ξγκι αλλ κι απ πνω της ξγκι βγαζε. Την πλκωνε και στο ξλο, πσες φορς τη γλτωσα απ' τα χρια του, βοιζε η γειτονι, παρτα τον μωρ και τα ανψια μου, θεο και θεο δεν αντχουμε, τα καταφρανε μως, τη πγε και πρτη φορ σινεμ τρα στα πενντα της. Αλλξανε και γειτονι, πο να τη κρψουνε τση ξεφτλα... στα, πολ στενοχωρθηκα. Γεια μας!
  ...Γεια μας! Εεεεε, ρε γλντια, κουνουπδι πλι, αλλ δε σηκνω κουβντα, χαρς εχαμε, χι και να μη πιω στην υγει του φλου μου! Ναι, ρε, ο Αγησλαος πντρεψε την κρη του, χαμς, κανε να τραπζι στη ταβρνα κι εγ, να πω την αλθεια μου, επα να μενω σπτι, πρναγα απ' ξω, ε δεν εμαι και γαδορι, να ποτηρκι θα το 'πινα στην υγει τους. Γεια μας κι πα, χαρς που κναμε, ξνισε λγο τα μοτρα ο Αγησλαος κι χι να πεις για το δρο, -δεν το 'ξερα Αγησλαε, κπου θα παρπεσε η πρσκληση, δεν την εδα... τσι μαγκοφης, μου λει μεινες, εμ δεν την θελες τη Βαγγελι, θα σ' εχε νοικοκυρψει τρα, αλλ θα χαρμιζα κι εγ την αδερφ μου μ' να μπεκρ. Φλος εναι, δε μλησα αλλ κι εκενη η Βαγγελι, Παναγτσα μου, σ' πιανε τρομρα μλις τη κοταζες, λεγες, θα σε δαγκσει η μτη της. Εχε τη προικολα της, τανε και νοικοκυρ, αλλ ρτησα και μου 'πανε τι δεν επιτρπεται, λει, να την χω συνχεια σκεπασμνη στη μορη. Δε λες πς γλτωσα; Τι τα θυμθηκα, στα, πολ στενοχωρθηκα, γεια μας!
  ...Γεια μας, τ' ανσκελα λη τη μρα σμερα, δεν πω λω πουθεν. φαγα το γιαουρτκι μου, να πσω νωρς, να με δει λγο κι εκενο το στρμα μου, καλ κομμτι κποτε, φερμνο απ τη Γερμανα... Ξενιτετηκα, βλπεις στα νιτα μου, λοι φεγανε, ντε κι εσ να φτιξεις τη ζω σου, σμπως κι χει πατρδα ο φραγκος; Καλ τανε, τυχερς, μουνα και νστιμος, μπρατσαρς σ' να μαγρικο ελληνικ με εχανε για σερβιτρο, πολ δουλει, τα κοπανγαμε και το βρδυ με τον αφεντικ, στα πα μουνα. Εχε κι να γιο, να χαμνο, δεν πινε, δεν κπνιζε, μνο με τα βιβλα. λο μου 'πιανε τη κουβντα, τον εχε και ξενομαθημνο ο βλχαρος ο αφεντικς, "για... για... γκουντ" κι λο απ κοντ, οτε γκμενα να 'τανε. Δε μελταγα να τσουβλι λρες, μου 'πιασε το μποτι ο κερατς, φιτλιασα εγ, φαγε μια ξανστροφη, του 'κανα το μοτρο καινοριο. Ε, δεν τα κοπανς τρα; Μ' πιασε το φιλτιμο, πντα μου το 'λεγε η μνα μου: "φλαγε παιδ μου τον κλο σου", τον φλαγα εγ, τι να πεις και στον αφεντικ, περμενε κι αγγνια, τρομρα του, σηκθηκα κι φυγα. Φοβθηκα μην εναι και κολλητικ, -ποτ δε ξρεις-, αλλ να 'ναι καλ το κρασκι, -το λει κι ο γιατρς-, τη σκαπολαρα κι στερα λει... ντε, γεια μας!
  ...Γεια μας...Ταβλιστηκα πλι, κακχρονο να 'χω και μρτυς μου ο Θες, δε φταω, χι θα το πω, με πνγει το δκιο μου. Κοτα το λοιπν, πς χουνε τα πρματα... παιζα το ταβλκι μου με τον κυρ-Μελτη, μου 'πε να βλουμε στοχημα τα κρασκια μας, α χι του λω, κυρ Μελτη  μου, εγ δεν πνω, πει το 'κοψα πολ καιρ τρα, να... τσι για τη παρετσα ρχομαι. Γελγανε, δεν ξρω γιατ, γλαγα κι εγ, κτι αστεο λω θα επανε, δεν τ' κουσα, μη μας πονε κι ακατδεχτους. Χα και χου λοιπν, ωραα περνγαμε, γεια σου ο νας, αντιγει σου ο λλος, εγ να ποτηρκι πια, το 'πα κιλας, παιδι, να μνο, νεκα που δεν εμαι ψηλομτης, τσα χρνια μια παρα και παραξηγσεις δε θλω. Πλι γελγανε, πλι δε κατλαβα εγ, δε βαρισαι, καλ παιδι, εναι και μερικο γραμματιζομενοι, ποιος καταλαβανει τ' αστεα τους, γλαγα κι εγ, χι να μας πονε και χαζος. Παργγειλε και μεζ ο κυρ-Μελτης, α, κυρ-Μελτη μου, αν εναι για το μεζ, ντε, να ποτηρκι ακμα να το πιω, γιατ να πεις, ξοδετηκε ο νθρωπος να με περιποιηθε, γιατ μη κοιτς, εγ δεν πνω, χι κυρ-Μελτη μου, το 'φερε η παρα. Και δστου γελγανε, χαμς γιντανε και να πεις, χαμπρι δεν παιρνα, κτι θα επα ωραο, γιατ χι που εμαι κι αγρμματος, στη παρα εμαι νστιμος και καλαμπουρτζς. Ναιαιαι! φερε και τη νταμιτζνα με το κρασ ο καφετζς, να κερσω, βρε παιδι, τσο λογαριασμ κνατε, μστορα, λω, θα με κψεις, δεν πνω το 'παμε, ντε χαλλι σου, στο κρασμα δε λες χι, προσβολ μεγλη, το 'κοψα ββαια αλλ να μη σε στενοχωρσω. Ναιαιαι, γιατ μου το 'πε, μη με προσβλεις τρα, το κβεις λλη φορ, δε χθηκε ο κσμος και γλια, κακ, πολ το χρηκα, σε που πλι μου ξφυγε το καλαμπορι, μλαγα με τον νθρωπο, δεν κουγα...
  ...τσι που λες. Τρα, ββαια, ο κσμος δε χθηκε, εγ πρπει να χθηκα λγο, ξπνησα τ' ανσκελα σε κτι σκαλοπτια, χι τα δικ  μου κι εκενο που 'κοψα, δε θυμμαι τρα ποιο, πρπει να με χλασε, απαπα δεν τη ξανακνω τη χαζομρα, δε ξανακβω τποτα!

5η).                           Στον Ψυχολγο...

   ...Ναι; Ναι; Καλημρα!...Κριε ψυχολγε μου, εμαι η κυρα Προκομνου, πρα τη κρτα σας απ τη λωλγκω την κυρα Μασαμποκη, γειτνισσα εναι, καλ το 'χα καταλβει εγ πως κτι τρεχε, πο πει κθε απγευμα, γρια γυνακα, λγαμε πως βρκε γκμενο, αν εναι δυνατν... Μη κνετε τσι καλ, επειδ την επα λωλγκω, μνα σας εναι; Κι χι τποτα λλο, μη νομσετε πως κι εγ το ψλνω το ευαγγλιο, καμμα σχση, δξα τω Θε, μια χαρ εμαι, δυο κουβντες να πω μ' ναν νθρωπο, μου το 'πε η τρελρα, εστε καλς, καταλαβανετε λει τον πνο του λλου. Αααααχ! Γιατρ μου, να σας πω εγ πνους να πλαντξετε, πολ βασανστηκα, παιδεμνο το κορμκι μου... μπορομε να τα λμε και στο τηλφωνο; Η βαρεμνη μου το επε, για νομα τι γυρεει στην ηλικα της, εδ εμες νοι νθρωποι...
   ...Αλθεια, πς εστε; Καλ; Πντα καλ. Εμες εδ καλ, λγο ζρι τραβμε, κτι νευρκια σπασμνα χουμε... πς; χι καλ, τποτε το ανησυχητικ, απλ, να... κποια στιγμ πταξα στο κεφλι του Μπμπη τη πιατλα με τα μακαρνια, κρμα και την εχα πετχει τη καρμπονρα! Αν γινε ατχημα; Μα τι λτε τρα καλ κι εστε και μορφωμνος νθρωπος; Θρψαλα γινε η κακομορα η πιατελτσα μου, δρο της μνας μου, της Βαγγλως με τ' νομα! Α, δε την χετε ακουστ. Και σας ενδιαφρει το κεφλι του Μπμπη... Αν γινε κι αυτ θρψαλλα; χι, που κακχρονο να 'χει το παλιομολαρο, χαμπρι δεν πρε!
     Αυτ που λτε, πως σας επα, τποτε το ανησυχητικ. Τρα θα μου πετε, αν εναι λα τσι συχα κι ωραα, εσς τι σας θλω; Πντως χι για κουτσομπολι, για κτι ττοιο χω τη φιλενδα μου τη Μαρκα, πρτο στμα, τι να φτουρσετε και να με συμπαθτε γιατρ μου. Να μη σας λω γιατρ; Κι εγ δεν εμαι ασθενς αλλ επισκπτρια; ,τι πετε σες, γιατ σκοπς εναι να μη λω εγ, αφστε που μα σας πω τι νομζω θα χαλσουμε και τις καρδις μας. Ναι χετε δκιο, πρπει να φτσουμε και στο θμα... Σκσε βλαμμνοοοο! χι, προς Θεο, δε μιλω σε σας, για νομα, δεν εμαι καμμι απολτιστη γαδορα, στο σκασμνο το Σωτηρκη μιλω, μλις γρισε απ το σχολεο, που να του πρει ο διολος τον πατρα, μες στα χματα πλι, ξεπατθηκα να πλνω, ναι κριε αποττοιε μου, ρεμη εμαι, θα σας πρω σε λγο. Δε θα σε πισω στα χρια μου; Σωτηρκηηηη!...
   ...Ουφ! Εγ εμαι πλι, της χρονις του μζεψε το κωλπαιδο, που ανθεμα την ρα που παντρετηκα, στο ζυγ απ τση δα, δεν ανσανα. Και να πεις, μια χαρ κοριτσκι, σαν τα κρα τα νερ, τι του λιμπστηκα του γερακομτη, μια μυξι νθρωπος και να με ζητνε καν και καν. Ναιαιαι! Αλλ βλπεις, δεν εχα προκα, χρηστος εκενος ο γρος, λη του τη ζω στο καφενεο... φασκελοκουκολωστα. Ναι, χετε δκιο, δεν σας επα γιατ τηλεφνησα, να μυαλ, τι να σου κνει, μου το πρανε οι γαδροι που αναστανω εδ μσα, δυο γιο κι ο ξεβρκωτος ο Μπμπης τρεις, χω και τη κορολα, ββαια, το πουλκι μου, τι τχη θα 'χει κι αυτ, δε βαρισαι!
     τσι που λτε, τι σας ζαλζω τρα κι εσς με τα δικ μου, δε σας ξρω κιλας, απ πο κι ως πο ττοια θρρητα, το λει κι ο Μπμπης, τον χω ξεφτιλσει λει στη γειτονι, δεν τολμει να πει οτε στο μπακλικο. χετε δκιο, για τα δικ μου σας κλεσα, σας τρω και την ρα, χετε τις δουλεις σας κι εσες, επιστμονας νθρωπος, χω κι εγ δουλεις, η αλθεια να λγεται, με φοντες, που λει και το αγρμματο το γομρι που παντρετηκα. Ναι, ναιαι, γιατ μη κοιττε, εγ μουν ριστη μαθτρια και φτχεια ττε... αφστε τα... μου 'κοβε μως, τα γρμματα τ' αγπαγα, αλλ επαμε φτχεια, με φγανε τα χτματα κορτσι πρμα. Τ' αδρφια μου μικρτερα, τσσερα ζω να 'χουνε, κπηκα να ξεσκατζω. Αλλ δε βαριστε, που φτωχς κι η μορα του, τι να καταλβετε κι εσες, ματσωμνος φανεστε, οι σπουδαγμνοι χουνε λεφτ, το λει κι ο Μπμπης, ει να χαθε ο παλιογφτος, τι τον μελετω, συγχστηκα πλι... χι, τρα δεν εμαι ρεμη, χω αφσει τη μπουγδα στη μση, σε λγο δε θα 'χουμε βρακ καθαρ εδ μσα, πο να προλβω νας νθρωπος κι αυτς μισς, χω κτι σφχτες στα νεφρ και πς να μη χω, οτε για το ψιλ μου δεν προλαβανω! Πς; Ναι, χετε δκιο, πρασε η ρα μας, πτε η ρουφινα, λξη δεν επα, πς να καταλβετε κι εσες το πρβλημ μου...εντξει, εντξει, θα τα πομε την Πμπτη το πρω, θα σας πρω εγ... ρθε κι ο αχρνιαγος, να του βλω να φει, που στο λαιμ να του κτσει, Παναγτσα μου, να ησυχσω! Μπμπηηηηη! Βγλε τα παποτσια σου, ρε σιχαμνε, δε βλπεις τι σφουγγρισαααα!
   ...Καλημρα, γιατρ μου, τι κνετε; Κοιμστε; Εναι πολ πρω; Ε, χι και πρω κρ απαυτ μου, σκασε ο λιος, για νομα, ττοια ρα ξυπνει ο κσμος να κνει τις δουλεις του, αλλ τσι εστε εσες οι γραμματιζομενοι, τεμπελχανδες, προς Θεο, δε μιλω για σας. Μη θυμνετε, με τη τσμπλα στο μτι, θα με πισει κι εμνα το υστερικ μου, απ την ρα που σηκθηκα σκοζω, που δε με πλκωνε το στρμα, να ετοιμσω τσους διαβλους, σχολεο ο νας, δουλει ο λλος, μαμ απ δω, Κτσα απ κει... Να το, μ' πιασε τρα, τι καταλβατε, να πεθνω να ησυχσω, Παναγτσα μου, να δω τι θα κνετε, ζωντβολα, θα τουμπανισετε απ' τη πενα!
   ...Επαμε, δε μιλω για σας, αμν πια, οτε σας τσα οτε σας ξεβρμισα, γρευε ποια κακομορα χαμλα χετε κι εσες, λοι διοι εστε κι ο δικς μου ο βρωμερς λα στο χρι τα θλει, τον καλμαθε βλπεις η μνα του, μοναχογι τον εχε, μη στξει η μτη του Μπμπη... Θες σχωρστη, πρυσι τη χσαμε κι τανε μια η κυρα Βασλω, τα χλια μαρτρια μου 'κανε η συχωρεμνη, δε με θελε, φτωχι εγ, περμενε μεγαλεα απ το γικα της, δε κοταγε τα μοτρα του! Αλλ αυτ στα νιτα της ωραα γυνακα, εχανε να το λνε, μη κοιτς που με βασνισε, που πσσα στα κκκαλ της, Θε μου συχρα με, ααααχ, καλ της ρα εκε στη κλαση που βρζει τρα κι εγ κακες δε κρατω, εμαι καλς νθρωπος αλλ ο καθνας εκε που του πρπει, ξρει ο Μεγαλοδναμος, το καλ που του θλω, παδεψες, θα παιδευτες...
   ...Αμν! Χλια συγγνμη και να με συμπαθτε, θα μου καε το φα, λγο νερκι να του ρξω, κτι φασολκια, μου τα 'στειλε απ το χωρι ο αδερφς μου ο μικρς, νας λεβντης μχρι εκε απνω, χαλλι τσο ξεσκτισμα. Τι τα θλετε, χει εκενη τη παλιαλεπο, τη Βατσα, πικρ ψωμκι τρει το μοιρο, η βρμα τους φαγε, δυο μτρα παληκρι κτι νεροπιματα το ταζει. Αριστοκρτισσα βλπεις η βλαχρα, η μτη μχρι κει πνω, γιατ εχε προκα να παλισπιτο, τον πρανε σγαμπρο, τον φγανε οι βρωμιρες, μνα και κρη, ας μην τανε προκομνο το παιδ μας, θα σαπζανε τα χντα τους απ τη πενα... Τλος πντων, να σας πρω σε λγο; Να 'στε καλ, χρυσς νθρωπος, καλ τα 'λεγε η μουρλαμνη...
   ...Γεια σας, εγ εμαι, δεν ργησα; Γιατ ξεφυστε; Α, εστε κρυωμνος, καλ, πο πγε κι εμνα το μυαλ μου, τσι ξεφυσει ο αχρνιαγος μα του ζητω λεφτ, λες και τα θλω για μνα, ξεβρκωτα θα γυρνγανε τα παιδι μου, τποτα δεν υπολογζει ο χρηστος, λεπει λη τη μρα, πς να καταλβει τι θλει το σπτι του... Πς επατε; Πλι πρασε η ρα; Καθυστρησα με το φαγητ; Τι να 'κανα δηλαδ, να τους αφσω νηστικος, ,τι θλετε λτε μου φανεται, αλλ δεν χετε εσες τρεις μαντρχαλους να γυρννε ξελιγωμνοι, λες κι χουνε δκα χρνια να φνε, εγ η δστυχη ξρω τι τραβω, μνο κενο το κοριτσκι μου δεν τρει, σαν το πουλκι το καημνο. Μη κνετε τσι, κατλαβα, θα τα πομε την λλη εβδομδα, μην ανησυχετε. Πλι ξεφυστε, γιατρ μου, πρπει να την αρπξατε γερ, προσξτε δεν παζουνε με τα πνευμνια, τσι την πτησε η θεα μου η Μπεμπκα, Θες σχωρστη, μ' να κρυολγημα πεσε και δε ξανασηκθηκε... Καλ... εγ μια κουβντα επα, για το καλ σας, σμπως προλαβανω και να μιλσω κι ας λει ο σιχαμνος τι χρειζομαι φμωτρο, μπως και ξρω τι εναι αυτ, στα ζα λει το βζουνε, ττοιο κτνος εναι... ναι, ναι, γεια σας, να εστε πντα καλ, γεια σας...
     Χαρετε, χαρετε, καλ τι κνετε, πς πρασε τσι η βδομδα, δεν τη κατλαβα! Α, εσες τη καταλβατε... Τι να σας πω, κτι θα ξρετε παραπνω, μορφωμνος νθρωπος, βγλατε μια βοδοσχολ και τρτε τα λεφτ μας αλλ τι φτατε κι εσες, γμισε ο τπος τρελαμνους, με το παραμικρ λαλνε, πς θα ζσετε κι εσες, κλφτες θα γνετε; Ναι; Με ακοτε;
   ...Γιατρ μου, ναι, εγ εμαι, η Κτσα καλ, κλεισε η γραμμ σας, νμισα κι εγ... τσι μου κνει ο βρωμερς ο θεομπαχτης που παντρετηκα, στα μοτρα μου το κλενει, που να του κλεσω τα μτια Θεολη μου, να βρω κι εγ την υγει μου, να γυνακα, τποτα δε χρηκα... Μα τ γινε πλι;
   ...λα, κυρ ψυχολγε μου, χρηστο το τηλφων σας, κρα δε πρλαβα να κνω, πλι κλεισε, επα χρηστο και θυμθηκα τον χρηστο, που κακς ντοβρουτζς να τον βρει, γρασα πριν την ρα μου, μπουμποκι μουνα, δεν ξερε τι να με κνει και στο κρεβτι απ μνα περμενε... Ααααα! Θα το πθω το υστερικ, πλι κλεισε!
   ...Μα για νομα, επτηδες το κνετε, που θα σας πω καμμι κουβντα, πεττε το για τηλφωνο, το νερα μου σπσανε, να μιλσω κι εγ μ' ναν νθρωπο, που τρελ με λνε και σπαστικι, τα γαδορια λα εδ μσα, αν εναι δυνατν, αρν του Θεο, στμα χω και μιλι δεν χω, αλλ τσι ο καλς καλ δε βλπει... Ναι; Ναι; Μ’ ακοτε;
     ...Δεν εναι εκε ο γιατρς; Λθος τηλφωνο πρα; Καλ μη κνετε τσι, εγ δεν εμαι ασθενς του, μια χαρ εμαι, μη κοιτς που... Το 'κλεισε! Α να χαθες, γαδορι, εσαι και μορφωμνος, να τα βρσω τα διπλματ σου και τα καλ σου, δια κτνη εστε λοι... Δεν θα 'ρθει ο σιχαμνος που λσσαξε, "πρε το γιατρ" και "πρε το γιατρ", που να σε γιατροπορεουνε δκα και γιατρει να μη σου βρσκουνε, χρηστε, που θα με πεις εμνα τρελ, που να τρελαθες εσ κι λο σου το σι... ννοια σου και θα σε φτιξω!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers