Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ο Dali & Εγώ 

ζ. ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ DALI: Αματέρ & Μελιρρύτη

 

                   
                                         Η Γαλάτεια Των Σφαιρών

     (Εδώ κάλλιστα θα μπορούσα να 'χω χρησιμοποιήσει το πίνακα του Έσερ "Bond Of Union". Η Γκαλά-τεια Των Σφαιρών ο έρωτας σε κύταρα διάσπαρτα, σαν εκσπερμάτωση, σαν έκρηξη, μια άϋλη βροχή πηγάζουσα, από το διατετμημένο πρόσωπο της αγαπημένης. Φαντασίωση ή ονείρωξη, ελπίδα και λαχτάρα, κρύφη σκέψη, την ώρα της δουλειάς, προσδοκία. Κατάτμηση αγαπημένων λεπτομερειών, αγαπημένου προσώπου. Έτσι όπως, σε στιγμές μεγάλης ευτυχίας, χαμογελάμε, χωρίς λόγο, καλημερίζουμε εγκάρδια αγνώστους και περπατάμε ...πετώντας μερικούς πόντους, πάνω από το έδαφος, καθώς πάμε προς εκείνη. Θέλουμε να τη ..."διαλύσουμε" για να μπορούμε να τη ξανασυνθέσουμε και να χαρούμε πάλι τη μορφή της που μας έλειψε, όσο διαρκούσε η ...διάλυση αυτή!)

     Βάδιζε γρήγορα προς το τόπο του ραντεβού τους. Ένιωθε σα να πετούσε, σα μόλις ν' άγγιζαν τα πόδια του το έδαφος, μόνο για την απαραίτητη εκείνη ώθηση, που 'ταν ικανή να του δώσει μερικά μέτρα πετάγματος. Θα βρίσκονταν τρίτη φορά, μέσα σε δέκα μέρες κι η γνωριμία τους θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σα ραγδαία και θυελλώδης, πάρολο που, ως επί το πλείστον, ήταν ...ολιγόλογη. Οι λέξεις, ανάμεσα τους, ήταν οι απολύτως απαραίτητες, για να ρυθμίσουν κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες των γήινων ραντεβού τους. Υπήρχε θωπεία, έμφαση κι ένταση στα "μηνύματα" που αντάλασσαν κι η γλύκα που τα περιέβαλλε, περιόριζε στο ελάχιστο, όποιες αμφιβολίες κι έκανε άχρηστα τα περιττά λόγια, ενώ οι λίγες υπερβολές, γίνονταν απίστευτα πιστευτές.
     Ήταν εξωγήινοι κι οι δυό κι είχαν πέσει στη γη, έκπτωτοι απ' τον πλανήτη τους, τον Μελιρρόη, σ' ένα πογκρόμ διώξεων, που έλαβε χώραν εκεί, όταν κάποιοι παρασκηνιακοί άρπαξαν βιαίως την εξουσία. Εκείνη ήταν η πριγκηπέσσα Μελιρρύτη, της οποίας οι γονείς διακυβερνούσαν το πλανήτη, με σύνεση κι αγάπη. Εκείνος ήταν ο Αματέρ, έμπιστος αξιωματικός της προσωπικής φρουράς του παλατιού. Μέσα στις φλόγες του πραξικοπήματος, ο Αματέρ, ίσα που πρόλαβε κι άρπαξε στην αγκαλιά του τη μικρή πριγκηποπούλα και μ' ένα προηγμένης τεχνολογίας σκάφος, ξέφυγαν βιαστικά, γι' άλλο φιλόξενο τόπο. Όμως τα πυρά των διωκτών τους, έβλαψαν ανεπανόρθωτα τα συστήματα πλοήγησης κι έτσι αφού πέρασαν πολύ χρόνο οδεύοντας στο πουθενά, χαμένοι πλέον στο διάστημα, έφτασαν και μπήκαν στη τροχιά της γης. Εκεί αναγκάστηκαν να πηδήσουν χωριστά απο το σκάφος, λίγο πριν αυτό συντριβεί στη θάλασσα κι έτσι χάθηκαν. 
     Ο Αματέρ βρέθηκε βόρεια στο Αιγαίο σ' ένα ψαροχώρι. Μόλις βγήκε στη στεριά, είδε ότι δε θα μπορούσε να επιβιώσει, στη νέα του πατρίδα, έτσι όπως ήταν. Η μορφή του ήταν μισοάϋλη και δε μπορούσε να επεξεργαστεί γήινη τροφή ή νερό, αλλά ούτε κι οξυγόνο. Έτσι χρησιμοποίησε τις μεγάλες δυνάμεις που διέθετε το είδος του και μπήκε σ' ένα σώμα, ενός 16ετούς αγοριού. Με αποτέλεσμα, να αλληλεπιδράσουν οι δυό υπάρξεις και να γίνουν σιγά-σιγά αλλαγές, σωματικά και νοητικά, με απώλειες κι ωφέλη εκατέρωθεν. Το αγόρι απέκτησε μικρή ενόραση, βελτίωσε την αντίληψή του, διατήρησε τη συστολή του, έγινε όμως μοναχικός, σίγουρα ξεχωριστός κι έχασε δια παντός την ... ησυχία του! 
     Ο Αματέρ έχασε άμεσα όλες τις ξεχωριστές δυνάμεις του και τις μνήμες του Μελιρρόη, εκτός κάποιων πολύ-πολύ μικρών ψηγμάτων, που κι αυτά ήταν σπανιότατα. Απ' το αγόρι πήρε τη λατρεία για τα βιβλία, τη μεγάλη ευαισθησία, αλλά διατήρησε την υψηλή αίσθηση χρέους-καθήκοντος-ευθύνης που είχε. Είχαν κάποια πράγματα κοινά που όχι μόνο διατηρήθηκαν, αλλά εντάθηκαν με την ένωση αυτή: η αγάπη για τα σπορ και το ιερό δέος για το άλλο φύλο. Αυτό το κράμα δημιούργησε ένα πλήθος άλλων προτερημάτων κι ελαττωμάτων σε πολυ λεπτές αποχρώσεις και γενικά δε θύμιζε σε τίποτε κανένα απ' τ' αρχικά μοντέλα.
     Η Μελιρρύτη έπεσε νοτιώτερα στο Αιγαίο, σ' ένα νησί, όπου κι εκείνη αντιμετώπισε τα ίδια. Μιας και δεν είχε τόσο ανεπτυγμένες δυνάμεις μπήκε στο σώμα μιάς 8χρονης μικρούλας, όπου κι εκεί συνέβη η ίδια ένωση. Κι εκείνη έχασε επίσης, τις όποιες δυνάμεις της, τη μνήμη της, διατήρησε την αρχοντική στάση, την αίσθηση της ξεχωριστότητας, τους δύσκολα ικανοποιούμενους μύχιους πόθους και τη λαχτάρα της για τα βιβλία. Πήρε απ' τη μικρή τη  λατρεία για μερικά γήινα, όπως λουλουδάκια, στολιδάκια, κάποια καιρικά φαινόμενα, ζωάκια και κουκλάκια και τη λαχτάρα για τα ταξίδια. Το μόνο κοινό που είχαν και διατηρήθηκε προσαυξημένο, ήταν το ιερό δέος για το άλλο φύλο. 
     Πέρασαν πολλά χρόνια... Ο Αματέρ εγκαταστάθηκε στη πρωτεύουσα, αναγκαστικά. Τη βρήκε πνιγηρή και δεν έπαψε να σκέφτεται την άρχικη του πόλη. Η Μελιρρύτη, αντίθετα τη βρήκε μαγική κι εγκαταστάθηκε, ξεχνώντας τη πρώτη πατρίδα της. Κύλησε κι άλλος σιωπηλός χρόνος κι έτσι θα έμεναν τα πράγματα αν η Τύχη δεν είχε αποφασίσει διαφορετικά. 
     Εκείνη άνοιξε ένα μικρό βιβλιοπωλείο, σε μια απ' τις αμέτρητες γειτονιές της πρωτεύουσας και τα κατάφερνε μια χαρούλα κοντά στη λατρεία της: τα βιβλία. Εκείνος είχε μια δουλειά που τον ανάγκαζε να κινείται συνεχώς, στη πόλη κι έτσι η κοινή τους λαχτάρα, τους έφερε κοντά. Ένα βραδάκι, έτυχε να βρεθεί στη γειτονιά της, είδε το βιβλιοπωλείο κι όπως έκανε πάντα, έριξε μια εξεταστική ματιά στη βιτρίνα.
     Όταν ικανοποίησε τη περιέργειά του κι έκανε να φύγει, την είδε να στέκεται όρθια κοντά στο ταμείο. Κεραυνοβολήθηκε από κάτι οικείο που είδε στο παρουσιαστικό της, -νάτανε ξεχασμένες μνήμες από τη μεγάλη φυγή τους;- κι απ' το καπελάκι της. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί, πως κάτι ένοιωσε να γίνεται θρύψαλα, μέσα του και ν' ανασυντίθεται σε κάτι πρωτόγνωρο. Έπειτα πρόσεξε τα πανέμορφα σκούρα μπουκλάκια, που χύνονταν στο πλάι του προσώπου της κι έφταναν αρκετά χαμηλά, μέχρι κάτω απ' το πλούσιο στήθος της. 
     Εκείνη πρόσεξε τότε, το περίεργο, λεπτό, ψηλό άνδρα κι είχε την ίδια αίσθηση του "ντεζαβί". Όταν τον είδε να μπαίνει, μέσα στο άδειο, εκείνη την ώρα, μαγαζάκι, ένοιωσε περίεργα. Τότε τον άκουσε να της μιλάει μαγεμένος: 
  -"Καλησπέρα σου... θάθελα κάποιο βιβλίο... αλλά... θέλεις συντροφιά για λίγη κουβέντα"; της είπε εντελώς αμήχανα! 
  -"Καλησπέρα σου... τελευταία δεν έχω διάθεση για κουβέντα..." του αντιγύρισε κάπως κουρασμένα. 
  -"Γιατί; Τι έχει συμβεί;" ρώτησε, ξαφνιασμένος με το ίδιο του το θάρρος κι έπειτα συμπλήρωσε βιαστικά: "Ούτε 'γώ έχω τα κέφια μου"! 
  -"Δε ξέρω... να... δεν έχω έμπνευση" του απάντησε χαμογελώντας πικραμένα, δείχνωντας του το μπροστινό, στραβό δοντάκι της και την όμορφη ελίτσα της, στο πάνω χείλος, αποτελειώνοντάς τον. Η ατάκα αυτή που εκστόμισε όμως, έμελλε να 'ναι η καθοριστική. Από 'κει και πέρα, όλα εξελίχθηκαν ταχύτατα. Έκλεισε το μαγαζί και πήγαν μαζί μια όμορφη βόλτα στο Λυκαβηττό, όπου μίλησαν αρκετά, λέγοντας ελάχιστα. Έτσι τώρα σε λίγο περισσότερο από μια βδομάδα, θα βλέπονταν για τρίτη φορά! 
     Πετούσε σχεδόν, -δε βάδιζε- κι όταν έφθασε κοντά της, την αγκάλιασε σφιχτά. Αυτή ντράπηκε τους περαστικούς, αλλά δεν απομακρύνθηκε, αρκέστηκε να τον κοιτάζει γελαστή. Πριν καθορίσουν το μέρος που θα πήγαιναν για απόψε, του είπε γλυκά, χαμογελώντας παιχνιδιάρικα: 
  -"Σου 'χω μιαν έκπληξη απόψε... μάντεψε..." 
     Εκείνος μαγέμενος απ' το όμορφο παρουσιαστικό της, ζαλισμένος απ' τη θέα των μαλλιών και του καπέλλου της, σκανδαλισμένος απ' το χαμόγελο της ...ελίτσας της, τυφλωμένος απ' τη λάμψη του φεγγαριού που ανακλούσε πάνω στο στραβό δοντάκι της, θολωμένος απ' τον ανεκπλήρωτο πόθο του -μέχρι τώρα- για 'κείνη, δε κατάφερε να πει λέξη. Έτσι εκείνη συνέχισε: 
  -"Έχω φτιάξει μια μικρή, όμορφη φωλίτσα, πάνω απ' το μαγαζί. Προτείνω λοιπόν να πάμε 'κει. Θα 'μαστε ήσυχα και ζεστά, έχω καφεδάκι και μουσικούλα... Τι λες;"
(-"Πες μου τι νιώθεις";
 -"Νιώθω μια νοητική στύση. Ξέρω πως διασπόμαστε κάπου ψηλά κι ύστερα ανασυντιθέμεθα, μα κύτταρα εκ των δύο, έχουν ανακατευτεί κι είναι δύσκολο να χωριστούν. Κομμάτια ολάκερα...Όλο τούτο γίνεται εν μέσω σταγονιδίων Έρωτα"!
 -"Καταλαβαίνω...")
     Ο Αματέρ ένευσε καταφατικά, μη μπορώντας ακόμα να βρει λέξεις, εκστασιασμένος απ' το συριστικό ήχο της ομιλίας της. Πιάστηκαν χέρι-χέρι κι αγκαλίτσα κι αρκετά αργότερα, όταν εκείνος ήταν επιτέλους μέσα της, ανάμεσα σε βιβλία και κουκλάκια λούτρινα κι ένοιωθε βασιλιάς όλου του κόσμου, σταμάτησε και βύθισε τα μάτια του στα δικά της, που απ' ανοιχτοκάστανα, είχαν γίνει σκουροπράσινα. Παραξενεύτηκε απ' αυτή την αλλαγή κι ένοιωσε να κολυμπάει σ' αυτά, που είχαν δακρύσει. Τότε βρέθηκε να κοιτάζει ολόγυμνος, μέσα στο βάθος...-
                                                                 ...απ' τη γέφυρα ενός παλιού, μικρού πλοίου, μια ήρεμη καταπράσινη θάλασσα, γεμάτη ομίχλη. Μέσα απ' την αχλύ, απ' το πουθενά, εμφανίστηκε, ένα πολύ παλιό σκαρί και προσέγγισε το πλοίο του. 
     Ήταν ένα "φαρόπλοιο" που στο πλάι του έγραφε: FLYING DUTCHMAN ! Η έκπληξή του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, όταν άκουσε μια βαθειά και βροντερή φωνή να του μιλάει: 
  -"Είσαι μάλλον άτυχος θαλασσοπόρε... καλώς μας έρχεσαι στο θάνατο"! 
  -"Ο Έρωτας είναι κι ένας θάνατος! Δεν τον φοβάμαι" απάντησε ο Αματέρ.
  -"Πφφφφ παχειά λόγια... έμφραγμα θα το πούνε... αλλά τέλος πάντων... ξέρεις ότι κανείς ποτέ δε γλύτωσε απ' τον "Ιπτάμενο Ολλανδό"; Μόνο ένα πράγμα σε σώζει..." 
     Η σκέψη του Αματέρ, πήγε αστραπιαία στη κοπελιά του, που θα 'μενε μονάχη της στο παταράκι. Καρφώθηκε πάνω της και πάσχισε να πάρει μαζί του την εικόνα των -... 
  -"Α τυχερέ", άκουσε πάλι τη φωνή να του λέει, "έχεις δίκιο... Έρωτα το λένε! Γύρισε πίσω στο λιμάνι σου. Μόνο η σκέψη ενός πολυαγαπημένου προσώπου, σε γλυτώνει τούτη τη στιγμή"! 
                                                                     ...-των καστανοπράσινων δακρυσμένων ματιών της, μαγεμένος κι έκπληκτος! 
     Τέλειωσε σχεδόν αμέσως, με μια απότομη κίνηση των γοφών του, κρατώντας σφιχτά την έκπτωτη πριγκηπέσσα...

                                                                 Γενάρης 2002

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers