Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ο Dali & Εγώ 

ι. ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜE ΤOΝ DALI: Κατακερματισμός & Κλιμάκωση Της Απόστασης Μεταξύ Αλήθειας & Ψεύδους

 


                                 Κύκνοι Ανακλούμενοι Σε Ελέφαντες

     (Οι δυο κόσμοι: Υδάτινος κι εναέριος. Δυο διαφορετικές απόψεις, εξαρτούμενες, από το που βρίσκεται το μάτι του παρατηρητή. Είναι εκπληκτικά, αξιοπρόσεκτο, το πόσο εύκολα πλανερές είναι κι οι δυο πλευρές. Μπορεί όντως, κάτω από το νερό, τα πόδια των ελεφάντων, να ταλαιπωρούν, τις φωλιές των μικρών καβουριών. Τα οποία, βγαίνοντας στην επιφάνεια για να διαμαρτυρηθούν, στρέφονται στους κύκνους και τους φωνάζουν να πάνε να κολυμπήσουν αλλού. Ίσως πάλι, ψαράκια του αφρού, να βουτάνε στα βαθιά, για να γλυτώσουν από τα ράμφη των κύκνων και να τσαλαπατιόνται άγρια, από τα μεγάλα ποδάρια των ελεφάντων. 'Αλλα πιο τυχερά καιροσκοπικά όντα, να επωφελούνται και να κερδίζουν εκ των δυο καταστάσεων. Οι κύκνοι πάντως κολυμπάνε πάνω στην επιφάνεια κι οι ελέφαντες τσαλαπατάνε κάτω απ' αυτήν, ανεξαρτήτως, και σταθερά. Πόσον εύκολα μπορεί να ξεγελαστεί το μάτι; Και ποιος κόσμος εκ των δυό είναι ο αληθινός;)

     Η Λευκή, μια κόρη όμορφη, ροδομάγουλη και γλυκιά σα πριγκηπέσα, χάθηκε μια νύχτα ξαφνικά. Δηλαδή, υποθέσανε πως πρέπει να εξαφανίστηκε μες στη νύχτα μιας και το βράδυ αργά, καληνύχτισε μ' ένα ολόγλυκο φιλί τους γονιούς και το μικρότερό της αδελφό κι έπεσε για ύπνο. Ήταν η τελευταία φορά που την είδαν. Το πρωί σα μπήκε ο αδελφός να τη ξυπνήσει δε τη βρήκε. Το κρεβάτι χρησιμοποιημένο -άγνωστο για πόσο, το παράθυρο ανοιχτό να χάσκει κι οι κουρτίνες να κινούνται μέσα-έξω από το αεράκι, μα 'κείνη πουθενά. Κανείς δεν είδε τίποτε. Μήτε να βγαίνει, μήτε να τη βγάζουν. Όταν πια συνειδητοποίησαν πως έλειπε κι όχι για κάποιο πρωινό περίπατο, αναστατώθηκαν όλοι. Η αναστάτωση σταδιακά, έγινε ανησυχία, φόβος και μετά δάκρυ, σαν είδαν πως δεν επέστρεφε.
     Όταν άρχισαν να κυλούν μέρες, βδομάδες, άρχισαν ν' αποδέχονται την ιδέα πως δε θα τη ξαναδούν πια. Πως είχε πέσει θύμα αρπαγής, με άγνωστα κίνητρα. Λύτρα πάντως δε ζήτησε κανείς ποτέ. 'Αρα τούτη η ιστορία που θα πω, δεν αφορά τη Λευκή τόσο, όσο το παλικάρι που τη λάτρεψε και σαν την έχασε 'κείνο το πρωί, ένιωσε να χάνει το κόσμο. Δεν είχε βρει ακόμα το θάρρος να της το πει φυσικά και κόντεψε να τρελαθεί.
     Λυγερόκορμος, γενναίος κι αρκετά έξυπνος άνθρωπος, σκέφτηκε πως οι δικοί της θα κάνουν όλα τα λογικά και συνήθη για να τη βρουν κι έτσι σέλωσε το άσπρο άλογό του (τη φώναζε Λευκή τη φοράδα του), πήρε το σπαθί κι άρχισε, μη χάνοντας χρόνο, έρευνες, αλλά όχι με τους συνήθεις τρόπους. 'Αλλαξε αμφίεση κι ανακατεύτηκε με τον υπόκοσμο σιγά και διακριτικά έκανε ερωτήσεις. Δυστυχώς δε βρήκε καλές και στέριες απαντήσεις. Το δίχως άλλο, ότι είχε γίνει, είχε γίνει καλά και μυστικά. Ωστόσο, πιότερο σα φήμη παρά σα στοιχειοθετημένη άποψη, κυκλοφορούσε από τη πρώτη στιγμή, πως την είχε κλέψει ο Μαύρος Βαρόνος.
     Ποιος ήταν αυτός ο Μαύρος Βαρόνος; Κανείς δε τον ήξερε, δε τον είχε δει ποτέ, μα όλοι ξέρανε πως ήταν αδίστακτος κι ότι ήθελε το αποκτούσε με το καλό ή με το άγριο. Είχε ανθρώπους στις διαταγές του, μα τις δουλειές αυτές -λέγαν οι φήμες- τις έκαμε μονάχος του. Ηλικία και πούθε κρατούσε η σκούφια του δε ξέρανε, αλλά από τη πορεία της φήμης, τον λογαριάζανε μεταξύ σαράντα και πενήντα ετών. Όσο για τη καταγωγή, οι γνώμες διίσταντο. 'Αλλοι λέγανε, πλουσιόπαιδο που η οικογένειά του κατάπεσε κι άλλοι, πως ήταν φτωχόπαιδο γενναίο και τολμηρό που κέρδισε σιγά-σιγά ό,τι είχε. Αν κρίνουμε από τις φήμες θα 'χε ήδη πολλά.
     Εκεί πάντως που οι φήμες συμφωνούσαν, είναι πως κακό με τη πλήρη έννοια του όρου ή κάτι εγκληματικό, δεν είχε κάνει. Αυτό φυσικά γιατί δεν αδικούσε κανένα φτωχό, μήτε έκλεβε, μήτε σκότωνε, -λέγαν, φυσικά μόνο στα κρυφά, γιατί στα φανερά κανείς δεν τον έπιανε στο στόμα, είτε από φόβο μερικοί, είτε από απιστία στο μύθο του μερικοί άλλοι- ότι κι αν άρπαζε το 'κανε απ' αυτούς που αδικούσαν ή απ' αυτούς που 'χαν. Φυσικά στα μάτια του κόσμου ήταν παράνομος, αλλά στις ελεύθερες σκέψεις και συνειδήσεις των απλών ανθρώπων, ήταν κάτι σα Ρομπέν των Δασών, με τη διαφορά πως αυτός δεν έδινε πουθενά ότι άρπαζε.
     Πάντως, βάσει πάντα των φημών μέσα στον υπόκοσμο, ποτέ δεν είχε κλέψει άνθρωπο, όπως τώρα. Αυτό ήταν ένα στοιχείο που αδυνάτιζε αρκετά αυτή την εικασία. Μα πάλι, αν όχι αυτός, τότε ποιος θα μπορούσε να το 'χει κάνει; Αυτή η μέχρι στιγμής αναπάντητη ερώτηση, όσο έμενε έτσι, ισχυροποιούσε ξανά τη φήμη.
     Γιατί τον έλεγαν Μαύρο Βαρόνο; 'Αλλοι λέγαν, εξ αιτίας του χρώματος της περιβολής κι ότι δρούσε σκοτεινά, σε μαύρες νύχτες χωρίς φεγγάρι, -όπως αυτή της αρπαγής- άλλοι γιατί είχε μαύρο άλογο κι άλλοι, λόγω της μαύρης του ψυχής. Όσο για το "Βαρόνος" μάλλον ήταν όρος που επικράτησε ίσως, λόγω της υποτιθέμενης καταγωγής. Πάντως κανείς δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα.
     Όλ' αυτά ο νεαρός τα 'μαθε μέσα σε δύο μέρες κι αμέσως σκέφτηκε να δεχθεί ως σωστή αυτή τη φήμη, μιας κι απ' όσο φανταζόταν, κανείς δε θα τη λάμβανε υπ' όψη. Έτσι, άρχισε να δρα αναλόγως. Ήθελε να ριχτεί στο κατόπι αυτού του άρπαγμα, μα δεν ήξερε προς τα που να κατευθυνθεί. Προσπάθησε να σκεφτεί σα να ήταν ο ίδιος στη θέση του. Πώς θα μπορούσε να 'χει μάθει για τη κοπέλα; Ήταν επίσης πεισμένος πως η αρπαγή είχε ερωτικό κίνητρο. 'Αγνωστο αν εκείνη είχε ενδώσει ή όχι σ' αυτό. Για να ριχτεί πίσω του, θεώρησε επίσης πως αυτή ήταν αρνητική. Πως ο Μαύρος Βαρόνος ενέργησε σα κλέφτης. Μα αν ήταν έτσι, τότε θα 'πρεπε να την είχε δει πρώτα, να 'χε μάθει τα κατατόπια, σε κάποια επίσκεψή του στη περιοχή. Μ' αυτή τη σκέψη, άρχισε να ρωτά πανδοχεία και να ζητά στοιχεία επισκεπτών τα τελευταία χρόνια. Αυτό πήρε άλλες τρεις ημέρες, γιατί έπρεπε να το κάνει κρυφά. Δεν ήταν αστυνομικός κι ο όγκος αυτής της έρευνας μεγάλος.
    Πουθενά δε βρήκε άτομο που να 'χε επισκεφθεί το τόπο με μαύρη περιβολή ή μαύρο άλογο. Κανέναν αριστοκράτη μ' ανάλογη συνοδεία. Σκέφτηκε να ψάξει για κάποιο γοητευτικό μεσήλικα, που να 'χει κάτι σπουδαίο πάνω του και να δείχνει καλογυμνασμένος. Μήτ' αυτό απέδωσε και τότε κατάλαβε πως όλο αυτό το διάστημα, έψαχνε με λάθος τρόπο. Αυτός που θα 'θελε να κλέψει τη Λευκή, αν ήταν τόσο γοητευτικός, θα μπορούσε να το 'χε κάνει με τον ευθύ δρόμο, κλέβοντας τη καρδιά της. 'Αρα, είτε θα την είχε προσεγγίσει και θα είχε δεχθεί απόρριψη -είπαμε, πως είχε βάλει στο νου, το ενδεχόμενο πως η κοπέλα δεν έφυγε με τη θέλησή της-, είτε δεν της φανέρωσε κανένα από τα σχέδιά του, αλλά σίγουρα θα την είχε συναναστραφεί.
     Τα δύο αυτά απαιτούσαν κάτι σημαντικό. Να την είχε επισκεφθεί στο σπίτι της. Και μιας και δε κατάφερε να τη κερδίσει, ίσως να 'χε κάποιο κουσούρι. Συνήθως οι άνθρωποι που 'χουν κάποιο πρόβλημα, σκληραίνουν ποικιλοτρόπως τη στάση τους έναντι των άλλων. Τρέμουν μέσα τους την απόρριψη.
     Όταν λοιπόν έστρεψε τον νου του σε αυτό τον συλλογισμό κι έκανε διακριτικές έρευνες, προς αυτή τη κατεύθυνση, είχε σαφή και γρήγορα αποτελέσματα, με τη βοήθεια της καλής τύχης. Πλην όμως, αυτός ο άνθρωπος τον οποίον, έκτοτε, αυτός μέσα του θ' αποκαλούσε Μαύρο Βαρόνο, ήταν μάλλον απίθανο να σέρνει γύρω από το όνομά του τέτοια φήμη. Ήταν ένας κουτσός, κοντός και παχουλός ανθρωπάκος, μάλλον τσιγκούνης και θρασύδειλος. Αλλά ταίριαζε θαυμάσια στο συλλογισμό και σκέφτηκε να ψάξει τα ίχνη του. Έχοντας περιγραφή, άρχισε να τον αναζητά στις γύρω περιοχές.
     Δε βρήκε τίποτε, μα δεν απογοητεύτηκε. Διεύρυνε το νοητό κύκλο ερευνών λίγο ακόμα, σκεπτόμενος πως ίσως είχε αποφύγει τα αμέσως κοντινά χωριά. Μήτε στο δεύτερο ή στο τρίτο κύκλο βρήκε κάτι. Κι ότι είχε αρχίσει να πιστεύει πως είχε κάνει λάθος υπολογισμούς, η τύχη συνέτρεξε άλλη μια φορά. Ο ύποπτος, είχε καταλύσει σ' ένα στάβλο στο τέταρτο κύκλο. Αλλά όταν συνέκρινε τις ημερομηνίες στο περίπου, κατάλαβε πως αυτό θα 'χε γίνει κατά τον ερχομό κι όχι στη φευγάλα.
     Τώρα που 'χε ένα στοιχείο, μπορούσε να σκεφτεί καλύτερα. Οι τέσσερις αυτοί κύκλοι γύρω από τη πόλη του, δεν είχαν μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους κι έτσι ένας άνθρωπος έστω και με κάποιο πρόβλημα, θα μπορούσε να τις διασχίσει. Αν όμως είχε και μια κοπέλα μαζί, που θα 'πρεπε να τη κρύβει, να τη περιποιείται και που δε θα 'ταν μαθημένη σε δρόμους μ' άλογο, θα 'ταν πολύ δύσκολο χωρίς στάσεις. Ο πέμπτος κύκλος συνιστούσε πολύ μεγάλη απόσταση για κάτι τέτοιο. Θα πρέπει να κατέλυαν υπαίθρια όλο αυτό το διάστημα, αλλά να 'χε και τα δέοντα για κάτι τέτοιο. Ο καιρός βοηθούσε, άρα η επιλογή του χρόνου δράσης ήταν προεπιλεγμένη. Οι προμήθειες όμως; Στη πόλη του, δεν είχε σκεφθεί να ψάξει κι έτσι επέστρεψε φουριόζος, ρωτώντας σ' όλα τα μαγαζιά, αν ψώνισε κάτι, οτιδήποτε, αυτός ο άνδρας. Μάταια! Μα τότε πώς; 
     Ίσως έπρεπε να ρωτήσει στο χωριό κείνο που 'χε καταλύσει κατά τον ερχομό του. Εκεί πραγματικά βρήκε το λαυράκι που ζητούσε. Πολλά πράγματα για προμήθειες, που φυλάσσονται εύκολα, που δε χαλάνε, μα πρόσεξε πως πουθενά δεν είχε αγοραστεί κάτι, που να πρόδιδε τωρινή ή μελλοντική γυναικεία παρουσία. Ήταν όντως πολύ οξυδερκής ο τύπος. Απ' το σπίτι της λευκής δεν είχε λείψει απολύτως τίποτε, άρα, θα 'ταν μάλλον με το νυχτικό. Έτσι την άρπαξε, φορώντας της τη ζακέτα.
     Θα 'χε φέρει από τόπους μακρινούς γυναικεία πράγματα και θα της τα 'δωσε στο δρόμο. Έβαλε πάλι κάτω το χάρτη της περιοχής και τράβηξε μια νοητή ευθεία από τη πόλη του, προς το χωριό που 'χε μάθει γι' αυτόν. Την επεξέτεινε και στο πέμπτο κύκλο πια, κοίταζε τα γύρω χωριά, κοντά στη προέκταση της ευθείας αυτής, σαν επόμενο στόχο. Είχε κάνει τη σκέψη πως αφού ήρθε από αυτή τη πλευρά, θα 'φευγε από 'κει επίσης, πράγμα που αποδείχτηκε τελικά λάθος. Τον είχε άλλη μια φορά υποτιμήσει. Ήρθε εξ επίτηδες ανάποδα, έφυγε από την εντελώς άλλη πλευρά κι άντεξε μάλιστα μέχρι τον έκτο κύκλο, όπου ξανάκανε την εμφάνισή του, για πολλές προμήθειες και μάλιστα μόνος. 
     Στο δρόμο για τα χωριά του έβδομου προς τον όγδοο κύκλο, από άλλη μια εξοργιστική εύνοια της τύχης, βρήκε μια μεγάλη ξανθιά τούφα μαλλιά. Επιτέλους! Μέχρι τώρα είχε σαφείς μεν, μα ενδείξεις. Τώρα πια είχε την απόδειξη, πως εκείνος ο τύπος είχε κλέψει τη Λευκή του. Κατάλαβε επίσης, άλλη μια πονηριά του. Την είχε πάρει σχεδόν γυμνή με σκοπό να τη ντύσει άντρα. Ρούχα είχε άφθονα γι' αυτό. Από 'δω και πέρα, πιθανόν να κάνανε κοινές εμφανίσεις. Θα φοβόταν να την αφήσει μόνη και δε θα 'θελε να τραβά τη προσοχή. Θα περιόριζε απλά τις δημόσιες εμφανίσεις "πηδώντας" ένα κύκλο τη φορά.
     Στον έβδομο δεν είχε βρει κάτι. 'Αρα στον όγδοο θα 'βρισκε σίγουρα. Αυτή η εμμονή κι η βεβαιότητα που η τύχη του 'χε φέρει με τις μπούκλες της, έσωσε την αναζήτηση γιατί στον όγδοο κύκλο, ρωτώντας τα κλασσικά, δε βρήκε τίποτα. Έβγαλε πάλι το χάρτη κι ένωσε τα σημεία επαφής. Επειδή ήταν βέβαιος πως στο κύκλο αυτό θα 'χε εμφανισθεί, άρχισε να σκέφτεται αλλιώς. Κατ' αρχή, θα μπορούσε πια να αλλάξει ρότα και φυσικά δε θα 'πρεπε να ρωτά για έναν άντρα κουτσό, μεσήλικα, μα για δυο άντρες ή έστω για κάποιο ή κάποια πρόσωπα που αγόραζαν προμήθειες για δρόμο. Οι προηγούμενες ήταν κάτι παραπάνω από αρκετές, άρα θ' άντεχαν για μιαν υπέρβαση απόστασης.
     Πράγματι, σ' εντελώς άλλο σημείο της ευθείας, κάποιο νεαρό ξανθό παλικάρι με όμορφα κοριτσίστικα χαρακτηριστικά, είχε αγοράσει πολλές προμήθειες. Αυτή η πληροφορία τον αποσβόλωσε. Η Λευκή μόνη της; Σίγουρα με κάποιο τρόπο την είχε φοβερίσει και το δίχως άλλο, κρυμμένος κάπου, θα τη παραφυλούσε. Αυτό φυσικά δε θα μπορέσει να το μάθει, αλλά πια, ένιωθε πως κάτι του 'χε ξεφύγει χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει.
     Παράκαμψε τον ένατο κύκλο και μπήκε στο δέκατο. Ακριβώς τρεις μήνες μετά την απαγωγή. Ξεκίνησε από τα κοντινά με την νέα ευθεία χωριά, μα τίποτα. Σκέφτηκε να ξαναγυρίσει στην παλιά ευθεία αλλά προς την μεριά την τωρινή. Εκεί, ένα παλικάρι είχε πάρει προμήθειες. Στον δωδέκατο κύκλο πια, πήγαν μαζί γι' αυτές. Ο νέος κατάλαβε πως είχαν χαλαρώσει τα μέτρα. Σε μια έμπνευση της τελευταίας στιγμής, ρώτησε τη περιγραφή του άλλου άντρα, μα του είπαν πως δε τον είχαν προσέξει.
     Στον αμέσως επόμενο κύκλο που 'πρεπε να ψάξει, ήταν μια μεγάλη πόλη. Δυσκολεύτηκε πολύ, μα τότε ξαφνικά του 'ρθε στο νου αυτό που τόσο καιρό του ξέφευγε. Η Λευκή ήταν φυσικά κοπέλα κι είχε ιδιαίτερες ανάγκες. Πώς καλυπτόταν άραγε; Δε μπορούσε να γυρίσει πίσω στα μέρη που πέρασε, να ρωτήσει αν κάποιος άντρας αγόραζε τέτοια. Ωστόσο, θα 'χε τον νου του στο μέλλον. Είχε κάνει το λάθος να σκεφθεί σαν άντρας.
     Από 'δω και πέρα οι αποστάσεις μεγάλωναν κι έτσι άρχισε να μη παρακάμπτει τίποτε. Στον επόμενο κύκλο, σε κάπως πιο λοξή πορεία, εθεάθησαν μαζί. Ζήτησε να του περιγράψουν το κουτσό, μεσήλικα, κοντό και παχουλό άντρα που συνόδευε τ' όμορφο ξανθό παλικάρι και τότε, άκουσε με μεγάλη του έκπληξη κι απογοήτευση ίσως, πως δεν ήταν κουτσός, μήτε κοντός ή παχουλός, μήτε και πολύ μεσήλικας, ο δεύτερος άντρας. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν καλοστεκάμενος, ευλύγιστος, καλογυμνασμένος και γοητευτικός.
     Ο νέος άρχισε ν' αμφιβάλλει και το τσίμπημα αυτό έγινε ακόμα πιο έντονο όταν, αναζητώντας σε μαγαζιά γυναικείων, πληροφορίες για μια όμορφη κοπέλα, του είπαν, πως μια χαρούμενη, πανέμορφη νεαρή με πολύ κοντό και περίεργο κούρεμα, είχε ψωνίσει του κόσμου τα καλούδια και μάλιστα, ο άντρας της, -έτσι του είπαν- πλήρωνε χαμογελώντας, τη κάθε της επιθυμία.
 -"Εκείνη ήταν ευτυχισμένη"; ρώτησε.
 -"Ναι!" του απάντησαν αβίαστα.
    Συνέχισε να 'ναι στο κατόπι τους, από συνήθεια κι από τρομερή περιέργεια. Είχαν κυλήσει πέντε μήνες από τότε κι έφτασε σε μια όμορφη παραθαλάσσια πόλη. Εκεί όσο κι αν έψαξε στα μαγαζιά, δε βρήκε τίποτα. Τότε σκέφτηκε το λιμάνι και τα καράβια. Ρώτησε αν είχε αγοράσει εισιτήρια, κάποιο ζευγάρι, μα του απάντησαν αρνητικά. Πρέπει φυσικά να πω εδώ, πως όσο προχωρούσαν μέχρι τούτο το σημείο, τόσο και ξεθάρρευαν οι δυο τους. Όταν σκέφτηκε πως είχαν πάλι αλλάξει πορεία κι ετοιμαζόταν να συνεχίσει αλλού τις έρευνες, τους είδε! 
     Πέρασαν σχετικά κοντά του, χωρίς να τον δουν -γιατί ουσιαστικά, δε περίμενε να τον δει εκεί κι όπως είναι γνωστό, βλέπουμε συνήθως ότι θέλουμε ή ότι περιμένουμε να δούμε- μ' αυτός κοκάλωσε. Έμεινε να τους παρατηρεί μέχρι που χάθηκαν από το οπτικό του πεδίο. Συνήλθε γρήγορα κι έσπευσε να τους ξαναβρεί. Ευτυχώς, γιατί λίγο ακόμα και θα τους είχε χάσει. Ακολούθησε από μακριά κι είδε πως μπήκαν στην αυλή ενός πολύ μεγάλου κι όμορφου αρχοντικού. Μοιάζανε χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι οι δυο τους.
     Αποφάσισε να μείνει λιγάκι στη πόλη και να μάθει περισσότερα. Δε χρειάστηκε πολύς καιρός για να μάθει τα πάντα. Ότι δηλαδή ήξεραν να πουν οι κάτοικοι γι' αυτόν, γιατί για 'κείνη, όπως ήταν φυσικό, δε γνώριζαν τίποτα. 
     Ήρθε στο τόπο τους πριν χρόνια. Εμφανίστηκε ως έμπορος με χρήμα κι αγόρασε το σπίτι αυτό που 'ταν σχεδόν ερείπιο. Σε λίγο χρονικό διάστημα, το 'χε ανακαινίσει, επεκτείνει κι ομορφύνει. Είχε φέρει μαζί του δύο έμπιστους ανθρώπους και τους έβαλε σε καίριες θέσεις. Όλες τις άλλες, τις κάλυψε από τη περιοχή. Συνολικά απασχολούσε είκοσι περίπου άτομα στο σπίτι. Είχε ανοίξει και δύο μεγάλα εμπορικά καταστήματα όπου 'κει απασχολούσε καμιά τριανταριά. Όλα τούτα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
     Κατά καιρούς, έφευγε ταξίδι για δουλειές, που μπορεί να κρατούσαν αρκετά. Με τις γυναίκες έκανε θραύση, μα καμιά δε κρατούσε πολύ. Καμιά όμως δεν έμενε παραπονεμένη γιατί δε τη κορόιδευε και περνούσαν καλά όσο ήταν μαζί. Ήταν γενναιόδωρος παντού -λένε- αλλά σε καμιά δεν είπε πως θα τη παντρευτεί. Όταν ρωτιόταν πάνω σ' αυτό, έλεγε πως δεν είχε βρει τη κατάλληλη ή πως δεν είχε 'ρθει ο καιρός του ακόμα -αναλόγως ποιος ρωτούσε-. Γενικά ήταν λιγόλογος, μετρημένος κι ευγενικός. Όλοι τον συμπαθούσαν. Όπου κι όσο μπορούσε -και μπορούσε συχνά- βοηθούσε.
     Διακριτικός, τίποτε δεν έκανε στα φανερά. Τη πόλη την ευεργέτησε ουκ ολίγες φορές αφιλοκερδώς και μυστικά. Δε διεκδίκησε ποτέ κάποιο αξίωμα κι όταν κυκλοφορούσε στο δρόμο, χαιρετούσε τους πάντες και πάντα με ξεχωριστή εγκαρδιότητα. Μέσω των δυο έμπιστών του, βάφτισε, προίκισε και καλοπάντρεψε φτωχά άτομα, παρασκηνιακά. Έδωσε δουλειές, βοήθησε κόσμο κι εν γένει, ένα μεγάλο μέρος της ευημερίας της πόλης, οφειλότανε σ' αυτόν. Λογικά, δεν είχε εχθρούς και στο τελευταίο ταξίδι, έφερε μαζί, τη πριγκηπέσα της καρδιάς του. Ως φαίνεται, κάπου 'κει έξω, υπήρχε 'κείνη που τόσο καιρό αναζητούσε.
     Κάνανε τους γάμους τους σεμνά, διακριτικά και τώρα, ζουν μαζί στο Μεγάλο Σπίτι. Έτσι το λέγανε. Κανείς δε ξέρει φυσικά πούθε κρατάει η σκούφια τους. Μόνον εικασίες περί της καταγωγής. Πως και καλά ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας που κατάπεσε μα 'κείνος τελικά κέρδισε τη ζωή του με το εμπόριο ή πως ήταν φτωχοί και τελικά 'κείνος κέρδισε την μεγάλη του μάχη εργαζόμενος. Ο ίδιος δε μιλά ποτέ μήτε για τη καταγωγή, μήτε για τα ταξίδια του.
     Αυτά έμαθε ο νέος με το άσπρο άλογο και τη μεγάλη ανικανοποίητη αγάπη. Κάποιο πρωί εγκατέλειψε τη πόλη, για το ταξίδι της επιστροφής. Εκτός των προμηθειών και της ξανθιάς μπούκλας, έφερε μαζί του και το βαρύ φορτίο του μεγάλου μυστικού. Όταν έφτασε στο τόπο του κάποιο δείλι, αρκετές μέρες αργότερα, η κατάσταση εκεί δεν είχε αλλάξει. Οι άνθρωποι κάνανε τα ίδια με πριν πράγματα και μόνον η Λευκή έλειπε.
     Γύρισε κατευθείαν σπίτι. Έφαγε επιτέλους ένα όμορφο σπιτικό γεύμα, πλύθηκε καλά και κοιμήθηκε, έπειτα από τόσους αποδοτικούς πλην όμως αρκετά κουραστικούς μήνες αναζήτησης. Την άλλη μέρα το πρωί, που ξύπνησε, βγήκε έξω για ένα περίπατο. Σκέφτηκε πως ήταν τόσο άχρηστο που 'μαθε τόσα πράγματα. Σ' αυτό το περίπατο που διήρκεσε πολύ, κατάλαβε πως θα προτιμούσε την αρχική αλήθεια. Αυτή που 'λεγε πως η Λευκή είχε πέσει θύμα αρπαγής χωρίς τη θέλησή της κι ότι δε θα τη ξανάβλεπε ποτέ.
     Τώρα πια ήξερε πως δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Σχεδόν έβλεπε καθαρά πια, πώς μπορεί να 'χαν γίνει. Ο Μαύρος Βαρόνος σε κάποιο ταξίδι του την είχε δει και την είχε ερωτευθεί. Έβαλε στόχο να τη κάνει δική του και τον υλοποίησε αμέσως μόλις μπόρεσε, αρπάζοντάς την. Εκείνη στην αρχή μήτε ήξερε ποιος και τι ήταν. Αλλά τελικά στο δρόμο γοητεύτηκε από αυτόν και τώρα πια ήταν γυναίκα του. Ήταν γοητευτικός, πλούσιος, άνετος, τις κέντρισε το ενδιαφέρον και την γυναικεία ματαιοδοξία, φερόμενος ρομαντικά.
     Τι περίεργο! Όλο αυτό το διάστημα από τη στιγμή που 'χε μάθει κι έπειτα, δεν είχε νιώσει τόσο έντονα την οριστική απώλειά της, όσο σε τούτο το περίπατο. Έμεινε ώρες να κοιτά τον άδειο ορίζοντα μέχρι που σουρούπωσε για τα καλά.
     Την άλλη μέρα επισκέφθηκε το πατρικό της. Είδε τους δικούς της να δείχνουν τόσο θλιμμένοι, όσο και τότε που τους είχε επισκεφθεί. Ρώτησε πάλι τα τυπικά κι όταν είδε πως δεν είχαν τίποτε νεότερο τους λυπήθηκε. Ήδη ένιωθε το βάρος αυτής της αμοίραστης αλήθειας, να βαραίνει και με άλλοθι πως ήταν κρίμα να λυπόνται άδικα, θέλησε να τους ανακουφίσει και να ανακουφιστεί. Πάσχισε να τους το φέρει κάπως μαλακά και πέταξε πως, ίσως τελικά η Λευκή να 'χει μια καλή τύχη κι ότι μπορεί τώρα που μιλάνε να 'ναι ευτυχισμένη. Με μεγάλη του έκπληξη, είδε ν' αλλάζουν αμέσως θέμα, να ρωτάνε τα δικά του νέα και που 'χε χαθεί τόσο καιρό. Μετά άρχισαν να φλυαρούν, μην αφήνοντάς του ζωτικό χώρο και χρόνο να συνεχίσει αυτό που 'χε ήδη αρχίσει. Έπειτα προφασιζόμενοι δουλειές, τον ...έδιωξαν διακριτικά.
     Όταν σηκώθηκε να φύγει, ακόμα νιώθοντας μέσα του μεγάλη πίεση να τους μιλήσει, ο πατέρας της Λευκής τον πήρε παράμερα να του μιλήσει για δήθεν δουλειές. Εκεί, αφού δέχτηκε διακριτική ανάκριση, που κατά ένα μυστήριο τρόπο, διαπίστωνε πως ενώ πριν ήταν από μόνος του έτοιμος να ξεφουρνίσει αβίαστα το μεγάλο μυστικό, τώρα, στις ερωτήσεις αυτές απαντούσε φειδωλά και σχεδόν μονολεκτικά. Φαίνεται όμως ότι ακριβώς για τους ίδιους λόγους κι ο πατέρας ήθελε να ξεφουρνίσει  μιαν αλήθεια που πίεζε και τους δικούς του ώμους.
     Όταν ένιωσε πως απ' όσα άκουσε, είχε απέναντί του έναν άνθρωπο που γνώριζε ήδη πολλά, τόσα που ίσως δεν έπρεπε -άγνωστο πώς τα είχε καταφέρει- και που ίσως αποτελούσε κίνδυνο, ξεφούρνισε όλη την αλήθεια. Βέβαια τον όρκισε στην αγάπη της Λευκής, να μη πει ποτέ και πουθενά τίποτε. Η νέα φλούδα αλήθειας ράπισε άλλη μια φορά το νεαρό μιας και πάλι ήταν απρόβλεπτη.
     Ό,τι είχε γίνει, ήταν προσχεδιασμένο καιρό πριν, για να προφυλαχτεί ο γαμπρός του. Βλέπετε οι φήμες τον ήθελαν παράνομο κι αν ο γάμος γινόταν κανονικά, θα γίνονταν ντόρος, πολλές συναναστροφές κι αδιάκριτες ερωτήσεις. Ο Μαύρος Βαρόνος δε το 'θελε αυτό και μάλιστα ένας λόγος που δεν είχε ακόμα παντρευτεί ήταν κι αυτός. Δεν εμπιστευόταν εύκολα κανέναν, εκτός των δύο αδελφών του, αλλά κι αυτούς δεν τους είχε συστήσει στον κόσμο έτσι, παρά σαν έμπιστους.
     Όταν γνώρισε τη Λευκή ένιωσε να παλαβώνει. Ήταν έτοιμος ακόμα και να τα τινάξει όλα στον αέρα, μα τελικά σκέφτηκε όλο αυτό το σχέδιο κι όλα πήγαν κατ' ευχή. Τους εμπιστεύτηκε την ιδιότητά του όταν πια είχε σιγουρευτεί πως θα προστάτευαν τον άντρα που θα 'κανε ευτυχισμένη την αγαπημένη τους θυγατέρα κι έτσι έγινε. Ο νέος γύρισε να φύγει αποσβολωμένος και μήτε καλά-καλά άκουσε την ερώτηση του πατέρα, για το πώς έμαθε μια τόσο καλοκρυμμένη αλήθεια.
     Περπάτησε και πάλι σκεφτικός προσπαθώντας να χωνέψει και να επεξεργαστεί όλα τούτα που 'χε ακούσει. Όταν τελείωσε το περίπατό του, είχε βγάλει συμπέρασμα, πως δεν ήξερε αν έπρεπε να θαυμάζει το Μαύρο Βαρόνο ή να το λυπάται. Χάρη μιας συγκεκριμένης ..."σταδιοδρομίας" και για την όσο το δυνατό καλύτερη προστασία αυτής, είχε παραμερίσει πολύ σημαντικά πράγματα που σ' άλλους ανθρώπους δίνουν μεγάλη χαρά. Ειδικά η φράση εκείνη του πατέρα της Λευκής, για την απουσία επίσημης αναγνώρισης των δύο αδελφών του κι η παρουσίασή τους σα δυο απλοί έμπιστοι, του 'χε καρφωθεί στο μυαλό.
     Ευφυής και περίεργος καθώς ήταν, δεν την άφησε ανεπεξέργαστη. Πίστευε πως είχε πια κατανοήσει αρκετά, το τρόπο σκέψης του Μαύρου Βαρόνου, απλά σε μερικά σημεία εκείνος υπέρβαλε με τέτοιο τρόπο που υπερέβαινε τα δικά του δεδομένα. Δεν άργησε να διακρίνει σ' αυτό, άλλη μια θυσία χάρη στη κάλυψη των στοιχείων καταγωγής του. Σίγουρα κάπου θα 'τανε γνωστό πως τρία αδέλφια με τις συγκεκριμένες ηλικίες... και φυσικά όχι κοντά στους τόπους εκείνους, που τώρα 'κείνος δραστηριοποιείται. 'Αρα κάπως τολμηρά, θα μπορούσε ν' αποκλείσει τη ταπεινή καταγωγή και να στραφεί προς τις ευγενείς ρίζες και τη πτώση.
     Έπιασε τον εαυτό του να εξακολουθεί κεντρισμένος, να θέλει τη πλήρη διαλεύκανση αυτής της ιστορίας. Θα 'πρεπε να φύγει αρκετά μακριά και προς αντίθετη κατεύθυνση απ' αυτή που διέγραψε ο Μαύρος Βαρόνος και να πισωγυρίσει το χρόνο τουλάχιστον καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Να μάθει ποιος ευγενής καταστράφηκε οικονομικά και για ποιους λόγους, που να 'χε τρεις γιούς που τότε φυσικά θα 'ταν νεαροί. Μετά απ' αυτή την απόφαση, ένιωσε ξανά θλίψη που αυτός ο άνθρωπος, αναγκάστηκε να ζήσει τόσο συγκαλυμμένα κι ακόμα και τις μεγάλες του στιγμές, να πρέπει να συγκρατεί, να τις καλύπτει και το χειρότερο, να πρέπει να τις προσχεδιάζει ελεγχόμενα και προσεκτικά.
     Χρειάστηκαν πολύ επίμονες, επίπονες μεθοδικές και χρονοβόρες έρευνες, για να του αποκαλυφθεί άλλο ένα σημαντικό κομμάτι αλήθειας. Βέβαια πάλι βοηθήθηκε εξοργιστικά από τη τύχη. Αρκετά μακριά κι αντίθετα από το τόπο που 'χε στήσει τώρα το Μεγάλο Σπίτι του ο άντρας της Λευκής, βρέθηκαν οι ρίζες του. Αριστοκρατική και πολύ πλούσια οικογένεια, που δύο γενιές -παππού και πατέρα- λανθασμένων επιλογών, τόσο σε εύνοια προσώπων όσο και σε οικονομικές τοποθετήσεις, σε συνδυασμό μ' αλόγιστες σπατάλες σε ερωμένες, τζόγο κι άλλου είδους κενόδοξα, είχαν φέρει στο χείλος της καταστροφής το οικόσημο. Ωστόσο ήταν αρκετά ισχυρό για να γκρεμιστεί και θα 'χε σωθεί αν δεν είχε βάλει ουσιαστικά το χεράκι του κάποιος πολυμήχανος ευνοούμενος μάλιστα της οικογένειας, για το τελικό ισχυρό κι αποφασιστικό σπρώξιμο.
     Η πτώση ολοκληρώθηκε λοιπόν περί τα είκοσι έτη πριν. Ο παππούς πέθανε ξαφνικά από εγκεφαλικό ενώ ο πατέρας είχε αυτοκτονήσει μια μέρα πριν. Η μητέρα έπαθε ένα τρομερό σοκ, από το οποίο δε συνήλθε ποτέ και πέθανε μερικά χρόνια αργότερα σ' ένα άσυλο φτωχών. Είχε ζήσει όμως αρκετά για να μάθει -αν μπορούσε να καταλάβει δηλαδή- πώς ο "Ιούδας" είχε δολοφονηθεί άγρια στο λουτρό του, πιθανόν από κάποια πληγωμένη ερωμένη -έτσι λέγεται- μα...
     Ο νέος φαντάζεται ήδη τον μεγάλο, ευαίσθητο, αλαφροΐσκιωτο, ποιητή και καλλιτέχνη γιο της, σε κάποια από τις επισκέψεις του στο άσυλο, να της εξιστορεί ανίσχυρα κι άχρηστα πλέον, μα με κάποια ικανοποίηση, πως το κάθαρμα είχε ψοφήσει όπως του άξιζε και πως παιδεύτηκε αρκετά να βγει η μαύρη ψυχή του. Φυσικά μαθαίνοντας λίγο πριν το τέλος, ποιανού ήταν το υπαίτιο χέρι. Οι τρεις γιοι της οικογένειας και μια κόρη, που χάθηκαν τα ίχνη της αμέσως μετά την πτώση, -ήταν παντρεμένη, είχε ήδη ένα παιδί κι ήταν μεγαλύτερη από τα αγόρια- παρακολούθησαν ανίσχυροι όλο το ντόρο και τη ταπείνωση που ακολούθησε.
     Έπειτα κι οι τρεις μαζί, εγκατέλειψαν τη πόλη κι έπιασαν δουλειά τριγύρω. Μετά το θάνατο του "Ιούδα" μα και της μητέρας, τους έχασαν οριστικά και σε λίγο τους ξέχασαν όλοι. Από 'κει και πέρα ψάχνοντας τριγύρω, έμαθε λίγα σκόρπια και μικρής σημασίας πράγματα για τους τρεις αχώριστους αδελφούς. Πως εργάστηκαν λιγάκι σε αρκετές δουλειές και πως στο τέλος, ασχολήθηκαν δειλά και με το εμπόριο. Ο ποιητής, Μαύρος Βαρόνος είχε μετατραπεί σ' ένα μεγάλο αδελφό, πατέρα, ηγέτη και τα κατάφερνε καλούτσικα.
     Πριν χαθούνε τα ίχνη τους, είχαν εργασθεί σε κάποιον Εβραίο, τσιγκούνη, έμπορο και τοκογλύφο. Αιματορρουφήχτρα ολκής και λέγεται πως διατηρούσε αμύθητη περιουσία. Αλλά όταν τον βρήκαν κρεμασμένο άσχημα -από κάποιον απελπισμένο χρεοφειλέτη είπανε- δε του βρήκανε και πολλά. Τα αγόρια κλάψανε σιωπηλά τον ευγενικό τους αφέντη κι έπειτα εγκατέλειψαν τη πόλη, αναζητώντας τη τύχη τους αλλού. Για την αδελφή δε κατάφερε να μάθει απολύτως τίποτα. Λες κι άνοιξε η γη και τη κατάπιε.
     Επέστρεψε στο πατρικό του σκεπτόμενος πως δεν είχε να μάθει τίποτε άλλο. Είχε κάνει τόσο δρόμο σ' αυτή την ιστορία. Από πού ξεκίνησε και τελικά που κατέληξε. Σα χθες του φαινόταν η αρχή κι έπειτα που είχε ξύσει πολλές φλούδες από μιαν αλήθεια καλοκρυμμένη κι αναρωτιόταν αν του δινόταν η ευκαιρία να διαπιστώσει μήπως υπήρχαν κι άλλες. Μέχρις εδώ, μπορούσε να φανταστεί ένα μέρος, με μικρές πιθανότητες σφάλματος. Σίγουρα τα αγόρια είχαν σκοτώσει δύο ανθρώπους και τους είχαν πάρει τα περιουσιακά στοιχεία. Μετά, καλύπτοντας τα ίχνη τους, είχαν εγκατασταθεί όσο πιο μακριά μπορούσαν, χωρίς ν' αποκλείεται να 'χαν επαναλάβει τα ίδια κι αλλού, πριν φτάσουν εκεί.
     Σίγουρα επίσης, εκεί όπου ήταν εγκατεστημένοι δεν είχαν προβεί σε τέτοιες ενέργειες. Θα στοιχημάτιζε επίσης με βέβαιο κέρδος, πως μήτε ολόγυρα είχαν κάνει κάτι, μ' εξαίρεση την αρπαγή της Λευκής. Μα κι αυτό το κάτι, ήταν για καλό σκοπό και καλά προσχεδιασμένο. Θα μπορούσε να το πει κανείς και ρομαντικό.
     Το μυστήριο της αδελφής, ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο νου του καθώς πλησίαζε τη πόλη. Ήταν τόσο απορροφημένος όταν μπήκε στο πατρικό του, που ανησύχησε τη μητέρα του. Τον ρώτησε αν συμβαίνει κάτι μα 'κείνος τη παρακάλεσε να του βάλει να φάει και πήγε να πλυθεί. Όταν βγήκε κι έκατσε στο τραπέζι, εκείνη έκατσε κοντά του. Του μίλησε για τη Λευκή και του πέταξε παρηγορητικά λόγια, δείχνοντάς του πως είχε καταλάβει τι ένιωθε. Έκπληκτος αυτός από τη αντίληψή της και φυσικά έχοντάς της απόλυτη εμπιστοσύνη, της είπε όλη την ιστορία χωρίς ν' αφήσει τίποτα έξω. Εκείνη έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένη κι άφωνη. Του 'στρωσε να κοιμηθεί σιωπηλή. Όταν εκείνος είχε πια βυθιστεί στον ύπνο, έφτιαξε μια βαλίτσα, του άφησε ένα λιγόλογο σημείωμα που εξηγούσε πως θα 'λειπε μερικές μέρες για δουλειές -πράγμα σύνηθες- και βγήκε.
     Ο νέος κοιμήθηκε αρκετά. Του 'χε λείψει η στοργή της μάνας, το σπιτικό φαΐ, το κρεβάτι του και τώρα του 'δινε και καταλάβαινε. Όταν ξύπνησε κι είδε το σημείωμα δε παραξενεύτηκε. Προσπάθησε πάλι στις μέρες που κύλησαν, να ξαναπάρει τους ρυθμούς της ζωής του, όπως πριν την αρπαγή. Η μητέρα του άργησε κάπως αυτή τη φορά, μα όταν επέστρεψε ύστερα από δύο βδομάδες έδειχνε πολύ κουρασμένη και γερασμένη. Η ζωή είχε αρχίσει να γίνεται πάλι ρουτίνα για το νεαρό, πάνω που 'χε συνηθίσει τη περιπέτεια κι άρχισε να πλήττει. Ακριβώς εκεί, συνέβη κάτι συνταρακτικό. Επέστρεψε η Λευκή!!!
     Μεγάλο σούσουρο έγινε και φυσικά ακούστηκε μια ιστορία για τα μάτια και τα αυτιά του κόσμου, μα ο νεαρός κατάλαβε πως κάτι κακό είχε συμβεί. 'Αφησε να περάσουν μερικές ημέρες, να κοπάσει ο θόρυβος κι επισκέφθηκε το σπίτι της. Το δέχθηκαν μασημένα. Τη Λευκή δε την είδε διόλου. Ευχήθηκε κι αυτός όπως κι οι άλλοι, είπε κι άκουσε τα τυπικά κι όταν ήταν να φύγει, ο πατέρας της, τον πήρε πάλι παράμερα, δείχνοντας πως ήθελε να του μιλήσει.
     Όταν έμειναν μόνοι, τον ρώτησε μήπως ήξερε τι είχε συμβεί καθώς ο νεαρός βρισκόταν πρόσφατα στο μέρος, που η Λευκή είχε το σπιτικό της. Αυτή η ερώτηση τον άφησε άναυδο. Η Λευκή είχε επιστρέψει μια νύχτα και μάλιστα σε κακό χάλι, τελούσα πιθανόν σε σοκ, δεν είχε πει σχεδόν τίποτε. Μόνον είχε δώσει οδηγίες να πουν, πως είχε πέσει θύμα αρπαγής και τελικά είχε καταφέρει να ξεφύγει από αυτούς που σκόπευαν να την πουλήσουν σκλάβα. Δεν θυμόταν τίποτε κι όσο πιο γρήγορα έσβηνε αυτή η υπόθεση και ξεχνιόταν, τόσο το καλύτερο.
     Ας πούμε πως έτσι θα 'ταν όλα κάπως καλά, μα η μητέρα της κατάλαβε σίγουρα, πως η Λευκή ήταν έγκυος στους πρώτους μήνες. Ο νέος απάντησε πως έλειψε μήνες σ' αντίθετη κατεύθυνση από 'κει και πως δεν ήξερε τίποτε, πέραν απ' αυτά που 'χαν πει τη προηγούμενη φορά. Πρόσθεσε στο τέλος, ότι τότε που την είχε δει, φαινόταν ευτυχισμένη. Ο πατέρας έμεινε σκεφτικός αρκετή ώρα. Έπειτα του 'πε πως μιας κι η Λευκή δε προτίθετο να μιλήσει κι αυτός δεν είχε κανέναν έμπιστο και γνώστη κι ούτε έπρεπε να πάει ο ίδιος εκεί, ήθελε να τον στείλει -με το αζημίωτο φυσικά- να μάθει τι συνέβη. Να μιλήσει μόνο στον ίδιο όταν επιστρέψει. Ο νέος αρνήθηκε την αμοιβή μα δέχτηκε την αποστολή. Χαιρέτησε λέγοντας κάποια παρηγορητικά-καθησυχαστικά λόγια.
     Γύρισε σπίτι και χωρίς να βιάζεται, ετοιμάστηκε για το ταξίδι. Δεν έφυγε αμέσως, αναβάλλοντας σκόπιμα την αναχώρηση κι ακριβώς λιγάκι πριν ξεκινήσει, πέρασε από το πατέρα της, να μάθει μπας κι υπήρχε τίποτε νεότερο. Του κάκου. Ξεκίνησε άλλη μία φορά κυνηγώντας την αλήθεια κι αυτή τη φορά δε μπορούσε να φανταστεί τι θα μάθαινε.
     Σαν έφτασε, εγκαταστάθηκε όσο πιο ήρεμα κι αθόρυβα μπορούσε. 'Αφησε πρώτα τις φήμες και τις σκόρπιες κουβέντες, να πέσουν από μόνες τους πάνω του κι απλά μερικές φορές τις ενθάρρυνε διακριτικά. Ένα που διέκρινε αμέσως, ήταν πως η πόλη είχε αλλάξει. Κάτι τη βάραινε.
     Έμαθε λοιπόν πως ο άρχοντας κι οι δυο έμπιστοί του -αδελφοί του- είχαν δηλητηριαστεί με άσχημο τρόπο, από άγνωστο μέχρι στιγμής πρόσωπο κι άγνωστα αίτια. Επίσης, πως η όμορφη σύζυγος είχε πάθει ισχυρό σοκ και μετά από τη μερική ανάρρωσή της, είχε επιστρέψει στη μακρινή πατρίδα της. Οι δουλειές και το αρχοντικό 'μείναν ακέφαλα κι ακόμα δεν ξέρει κανείς τι μέλλει γενέσθαι. Η σύζυγος φυσικά είναι η μόνη νόμιμη κληρονόμος μιας και ο θανών δεν είχε αφήσει διαθήκη. Μάλιστα, αν δεν είχε πάθει τόσο ισχυρό σοκ, που από μόνο του ενδείκνυε την αθωότητά της, θα 'ταν η βασική ύποπτη. Ίσως ακόμα στο βάθος του μυαλού των ερευνητών, να υπάρχει αυτή η πιθανότητα.
     Είχε πρόσβαση, είχε κίνητρο, μιας κι η περιουσία ήταν αμύθητη. Ωστόσο στα έμπειρα μάτια φαινόταν, πως η Λευκή δεν ήταν μήτε τόσο στυγερή, μήτε υπολογίστρια, υπήρξε δε και πολύ ευτυχισμένη. Επίσης δε φαινόταν τόσο καλή ηθοποιός και πραγματικά ήταν χάλια. Εξάλλου ήταν είκοσι δύο ακόμα κι απ' όσο μάθανε δεν ήταν από φτωχή οικογένεια.
     Ο νέος μάζεψε όλα αυτά που πέφτανε πάνω του τάχα αδιάφορα, μα τα κατέγραφε πολύ προσεκτικά στον νου του, για επεξεργασία. Είχε επίσης διαρρεύσει από το γιατρό που τη κουράριζε κατά την διάρκεια του σοκ, πως η Λευκή ήταν έγκυος στο δεύτερο μήνα. Όταν πια είδε πως δεν είχε να μάθει τίποτε άλλο, εφάρμοσε τη παλιά καλή μέθοδο. Ανακατεύτηκε με τα χαμηλά στρώματα και προσπάθησε να μπει στο άδυτο αυτού του μυστηρίου. Όμως εδώ, αυτή η μέθοδος δεν απέδωσε, γιατί κανείς δεν ήξερε τίποτα άλλο και φυσικά η φήμη του Μαύρου Βαρόνου ήταν ανύπαρκτη. Αν ήταν αλλιώς, δε θα επέλεγε να μείνει εδώ. Μήτε η τύχη τον βοήθησε κάπου -ίσως γιατί δεν είχε για να τον βοηθήσει- κι έτσι άρχισε να μένει άπραγος.
     Σκεφτόταν κι επεξεργαζόταν τις πληροφορίες, κάνοντας περιπάτους. Ήταν όμορφη τούτη η πόλη. Τελικά μιας και το κίνητρο δεν ήταν η κληρονομιά -γιατί κι ο ίδιος δε πίστεψε στιγμή, πως η Λευκή ήταν δολοφόνος- θα 'πρεπε να 'ναι κάτι άλλο. Είτε ερωμένη, είτε άλλου είδους εκδικητική μανία. Αν ήταν ερωτική, από γυναίκα απογοητευμένη, τότε μάλλον θα επέλεγε να σκοτώσει αυτήν ή και τους δυο. Αν ήταν άντρας θυμωμένος από κεράτωμα, το πιθανότερο, μετά το γάμο να 'χε ηρεμήσει ή να 'χε σκοτώσει τη γυναίκα του ή να μη περίμενε τόσο. Μάλλον θα πρέπει τολμηρά ίσως, να αποκλείσει αυτή την εικασία.
     Επαγγελματική ή παρελθόντος εκδίκηση στέκει καλύτερα. Απλά αυτή η σκέψη, απέκλειε αυτόματα όλους τους μόνιμους κάτοικους τούτης της πόλης, γιατί εδώ ήταν αγαπητός, δεν είχε τον κύριο όγκο εργασιών και δραστηριοτήτων κι εν πάσει, δε θα περίμενε κανείς δεκαπέντε χρόνια και περιπλέον, παρά θα το 'χε κάνει νωρίτερα. Έπειτα, τη πόλη αυτή τη ζούσε, της έδινε δουλειά, την ευεργετούσε κι έτσι μόνο κάποιος απ' έξω θα είχε κάτι κακό να προσάψει. Όσο για την εκδίκηση ένεκα παρελθόντος, πάλι κάποιος απ' έξω θα πρέπει να 'τανε, γιατί εδώ δε τον γνώριζε κανείς. "Εκτός από μένα" σκέφτηκε και τότε είδε το συσχετισμό.
     Παράλογος μεν αλλά μάλλον είχε άθελά του, βάλει στα ίχνη του Μαύρου Βαρόνου, εκείνον που τελικά τον σκότωσε. Έπειτα ο φόνος ήταν τριπλός, άρα κείνος, ήξερε την αληθινή ιδιότητα των εμπίστων. Αναθυμήθηκε όσο πιο καλά μπορούσε όλα τα βήματα ερεύνης κι είδε πως είχε φανεί αρκετά διακριτικός και προσεκτικός. 'Αρα μάλλον απέκλειε πιθανό προσεκτικό ερευνητή και παρατηρητή. Είχε μιλήσει περί αυτών μόνο σε δύο άτομα. Στη μητέρα του και στο πατέρα της Λευκής. Σε κανέναν άλλο. Μήτε κουβέντα. Ο πατέρας είχε κίνητρο τη περιουσία καθώς επίσης μπορεί να 'θελε να 'χε τη κόρη του κοντά. Τραβηγμένο μεν, αλλά σκοτώνοντας και τα αδέλφια μάλιστα, θα γλίτωνε οριστικά από αντεκδικήσεις.
     Τότε γιατί τον κάλεσε για να του αναθέσει κάτι τέτοιο; Εδώ σκάλωσε. Το άφησε, γιατί αμέσως το μυαλό του πήγε στην επόμενη σκέψη. Πώς; Τότε σκέφτηκε από την επόμενη, ν' αρχίσει την άλλη καλή μέθοδο. Αναζήτηση ατόμων που επισκέφθηκαν τη πόλη κείνες τις ημέρες και που φεύγοντας, αγόρασαν προμήθειες για μακρύ ταξίδι. Μα αυτό, θα το είχαν ήδη ελέγξει οι αρχές του τόπου. Σ' αυτή τη σκέψη, είχε φτάσει στο πανδοχείο του, που τον περίμενε ένας κύριος. Εξεπλάγη ακόμα πιότερο, σαν έμαθε πως ήταν της ερευνητικής ομάδας της Αστυνομίας.
     Τον πήραν στο τμήμα ευγενικά και σε λίγη ώρα είχαν πειστεί πως ήταν, αν όχι ένοχος, ο βασικός ύποπτος. Είχε επισκεφθεί τη πόλη πριν και μετά -ο φονιάς επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος λένε-, είχε φερθεί παράξενα, είχε ρωτήσει λεπτομέρειες. Όντας αιφνιδιασμένος στην αρχή, "μάσησε" τις απαντήσεις του. Με μια φράση: στο σκοτάδι που τους περίβαλλε γύρω από την υπόθεση αυτή, θα τους αρκούσε, ένα μικρό κεράκι και τούτος εδώ, ήταν μάλλον μεγαλύτερη πηγή φωτός.
     Όταν είδε κι αποείδε, κατάλαβε πως έπρεπε κάτι να πει, κάτι να τους δώσει από την αλήθεια του, γιατί το πράγμα έπαιρνε απρόβλεπτα άσχημη τροπή. Τότε, σκεπτόμενος πονηρά, τους ξεφούρνισε πως ήταν έμπιστος απεσταλμένος του πατέρα της κοπέλας και πως είχε σταλθεί και τις δύο φορές απ' αυτόν. Τη πρώτη για να μάθει διακριτικά πώς περνούσε η κόρη του και τώρα για να μάθει τι είχε συμβεί.
     Αυτό φάνηκε πειστικό. Μα ήγειρε την εύλογη ερώτησή τους. Γιατί δεν ερχόταν ο ίδιος; Δεν ήταν κακό ο πεθερός να επισκεφθεί τη κόρη του, μήτε θα 'ταν κάτι κακό, να θέλει να μάθει. Ο νέος όμως είχε πάρει φόρα: γιατί είχε τις δουλειές του, μα και γιατί ήθελε να μάθει την αλήθεια, όχι από την επιτηδευμένη στάση μιας εθιμοτυπικής επίσκεψης. Έπειτα, όλοι ξέρουν πως οι γονείς καμιά φορά είναι παράλογοι. "'Αλλωστε" υπερθεμάτισε, "εγώ μπορώ ν' αποδείξω, πως για μεγάλο διάστημα ήμουν πολύ-πολύ μακρύτερα από 'δω και φυσικά ο ίδιος ο πατέρας θα σας βεβαιώσει τα λεγόμενά μου".
     Επειδή έλεγε αλήθεια, έστω και σα μεμονωμένη αλήθεια, το πρόσωπό του έφεγγε και δέχθηκαν να καλέσουν εκεί το πατέρα. Μα ούτε κουβέντα πως εκείνος θα 'βγαινε από το κελί πριν ξεκαθαριστεί η θέση του. Πράγματι, έμεινε στο κελί και σκέφθηκε πως αν ο πατέρας της ήταν ένοχος, είχε βάλει μονάχος του, το κεφάλι στη καρμανιόλα.
     Σε δύο περίπου εβδομάδες, έφτασε με συνοδεία εκείνος, που φυσικά είχε ακούσει το τμήμα ψεύδους του νεαρού κι είχε ξενιστεί απ' αυτό. Είχε μάθει πια τι είχε συμβεί κι άρχισε να υποψιάζεται το νεαρό. Αγαπούσε τη Λευκή. Αυτό φαινόταν κι ίσως να 'χε κάνει καμιά βλακεία. Ότι ήταν ικανός και τετραπέρατος, αυτό ήταν βέβαιο. Γι' αυτό και με την υποψία αυτή, δεν έστερξε πλήρως στην ιστορία του νεαρού. Οι αστυνόμοι πια είχαν το κεράκι τους, ο πατέρας έναν ικανό ύποπτο κι ο νεαρός πια άρχισε να βεβαιώνεται, πως ο πατέρας είχε κάνει την ζημιά.
     Οι αστυνόμοι άρχισαν να πιέζουν, θέλοντας να μάθουν την αιτία αλλά και τον τρόπο που 'γινε το έγκλημα. Προσπάθησαν να τον σπάσουν, με πολλές ευρηματικές μεθόδους μα τίποτα. Δέχθηκαν λοιπόν ερωτική αντιζηλία και διεκδίκηση-εκδίκηση και προσπάθησαν να το υποστηρίξουν. Με την πάροδο του καιρού και καθώς δε βρισκόταν τίποτε άλλο να το ανατρέψει, θέλησαν να στήσουν δίκη. Μα ο πατέρας, παρόλο που δεν έστερξε στην ιστορία, είχε παραδεχθεί πως ο νεαρός τη μέρα 'κείνη ήταν στο τόπο του κι έτσι δεν τόλμησαν. Υπέθεσαν λοιπόν πως κάποιον άλλο είχε βάλει και ρωτούσαν ποιόν. Ο νεαρός δεν άντεξε και τους είπε να κάνουν έλεγχο για κείνες τις ημέρες, ποιοι μπήκαν-βγήκαν από τη πόλη.
     Αυτό είχε γίνει ήδη, μα τώρα, θα μπορούσαν να το ξαναδούν με νέα ζέση και νέα στοιχεία. Έτσι την άλλη μέρα, μπήκαν στο κελί και του 'παν πως μόνο μια γυναίκα είχε μπει στη πόλη, πληρώντας όλες τις προδιαγραφές. Πήγε η καρδιά του στο τόπο της. Αλλά πάλι...
     Κυλούσε ο χρόνος και τίποτα δεν άλλαζε. Οι αστυνομικοί σκέφτηκαν να κάνουν έλεγχο σπίτι του και να ελέγξουν το άλλοθί του. Έτσι τον πήραν δεμένο με συνοδεία για το ταξίδι. Η πόλη είχε μάθει, πως υπήρχε ένας ύποπτος για το θάνατο του αγαπημένου τους ευεργέτη και παραλίγο να το λιντσάρουν. Με τα πολλά 'φτάσανε στο τόπο του και πήγαν κατευθείαν σπίτι. Η μητέρα έλειπε και ψάξανε τα πάντα. Σε κάποιο σακούλι βρήκαν τη ξανθιά, λαμπερή ακόμη, τούφα των μαλλιών της Λευκής κι αυτό τους έβαλε σε μεγάλη υποψία. Ήταν αυτά που είχε κόψει για να ντυθεί άντρας στην φευγάλα της και που ο νεαρός ερωτοχτυπημένος, τα 'χε βρει και περιμαζέψει.
     Αφού τελείωσαν την έρευνα χωρίς άλλα ευρήματα, κάνοντας το σπίτι άνω-κάτω, θέλησαν και πάλι να τον πιέσουν. Μετά από λίγο άκαρπο φυσικά χρονικό διάστημα, μπήκε μέσα η μητέρα του. Τα 'χασε κυριολεκτικά κι αφού συνήλθε και της εξήγησαν, έδειξε να 'ναι στο κόσμο της για λίγο. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να της το φέρουν βέβαια μαλακά κι όσο να 'ναι κατανόησαν τη θέση της. Εκείνη σηκώθηκε και προς έκπληξη όλων βγήκε. Όταν γύρισε, ήταν ντυμένη αλλιώς. Οι αστυνόμοι κι ο νέος, αναγνώρισαν τη περιγραφή της γυναίκας εκείνης. Ψύχραιμη, σα να 'ταν κάποια άλλη -έτσι φάνηκε στο γιο της- κοίταξε κατάματα τον επικεφαλής κι είπε απλά, σα να 'λεγε το καιρό, πως εκείνη σκότωσε τα ...αδέλφια της!
     Τη νεκρική σιγή, έσπασε ύστερα από κάμποσο χρόνο ο γιος της, ρωτώντας την, γιατί. Μιλώντας πάλι στον ίδιο τόνο, είπε πως ήταν πολύ μεγάλη κι άσχημη ιστορία και πως το μόνο που θα 'λεγε ποτέ -πράγμα που το τήρησε αυστηρά ως το τέλος- ήταν πως, ανεξαρτήτως που στο τέλος είχαν κάνει πολύ καλό, ήταν κι οι τρεις τους, αιματοβαμμένοι φονιάδες και στήριξαν τον μετέπειτα βίο τους, στην αρπαγή και στο αίμα.
     Οι αστυνόμοι θέλησαν να τη μεταφέρουν αμέσως, μα τους ζήτησε λίγο χρόνο να φτιάξει λίγα πραγματάκια που θα πάρει μαζί. Επειδή αργούσε να κατέβει, πήγαν οι ίδιοι έπειτα από ώρα και τη βρήκαν νεκρή, δηλητηριασμένη με το ίδιο δηλητήριο. Είχε αφήσει ένα σημείωμα στο γιο της, που του ζητούσε συγνώμη, πως τον υπεραγαπούσε και πως έκανε αυτό που 'κείνη νόμιζε σωστό πάντα, ανεξαρτήτως κόστους. Στην Αστυνομία έγραψε πως ομολογεί, παρέθετε τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και τους συνέστηνε είτε να το χρησιμοποιήσουν, αλλά θα έβγαιναν πολλά στην φόρα, είτε να κλείσουν ήσυχα την υπόθεση διαφυλάσσοντας στο τέλος, αυτό το μεγάλο καλό που 'χαν κάνει τα αδέλφια της. Έπειτα από μια σύντομη κουβέντα με το γιο, αποφάσισαν πως η δεύτερη πρόταση ήταν κι η σωστή.
     Ο γιος περίεργος για τις λεπτομέρειες του φόνου, έμαθε ρίχνοντας μια ματιά στην άλλη επιστολή, πως το δηλητήριο είχε μπει στις φράουλες. Από μικρά συνήθιζαν να τις τρώνε αυτή την εποχή, σε μια μεγάλη γαβάθα, πασπαλισμένες με ζάχαρη. Ήξερε πως δεν άφηναν κανέναν άλλον να φάει από τις δικές τους κι έτσι δε θα κινδύνευε άλλος. Όσο για το πώς μπήκε, ζήτησε μυστικά ακρόαση από το μεγάλο, λέγοντας πως είναι η αδελφή τους και πριν αρχίσουν να μιλάνε, τους έδειξε τις φράουλες που 'χε φέρει μαζί, ζητώντας να τους τις φτιάξει η ίδια να φάνε. Έριξε πολλή ζάχαρη και πολύ δηλητήριο, τις σερβίρισε κι άρχισε να μιλά, ποντάροντας στη βουλιμία τους, χωρίς αυτή να φάει καθόλου. Όταν βεβαιώθηκε πως είχανε πεθάνει, έφυγε ήσυχα και κρυφά όπως είχε έρθει.
     Όταν έμεινε μόνος ο νεαρός και τακτοποίησε τη κηδεία, -είπαν πως πέθανε από συγκοπή- άρχισε να κάνει πάλι περιπάτους και να σκέφτεται όλη αυτή την άσχημη ιστορία. Τον άφησαν ελεύθερο, λέγοντας πως οι έρευνες είχαν σταματήσει στον εντοπισμό αυτής της άγνωστης γυναίκας και πως αυτός ήταν αποδεδειγμένα αθώος.
     Σκεφτόταν τη Λευκή και πόσο την αγάπησε. Πόση προσπάθεια θα χρειαζόταν για να την επαναφέρει από το κόσμο που είχε κλειστεί; Μα τελικά δεν χρειάστηκε, γιατί η καημένη είχε πολύ δύσκολη εγκυμοσύνη και τελικά πολύ δύσκολη γέννα. Έφερε στο κόσμο ένα νεκρό κοριτσάκι κι ύστερα από λίγα λεπτά εξουθενωμένη, άφησε τη τελευταία της πνοή. Ο νεαρός έκλαψε πολύ, μα όπως συνήθως συμβαίνει, σ' εύλογο χρονικό διάστημα είχε αρχίσει να επουλώνει τα τραύματά του.
     Μ' ένα πράγμα δε θέλησε να καταπιαστεί ποτέ, σεβόμενος την επιλογή της μάνας του. Δεν έψαξε να μάθει τι εννοούσε εκείνη λέγοντας "πολύ μεγάλη και άσχημη ιστορία". Είχε ήδη μάθει και μάλιστα με οδυνηρό τρόπο τι θα πει να σκαλίζεις τις φλούδες της αλήθειας.
     Τη τούφα των μαλλιών της Λευκής πάντως, τη κράτησε κρυφό ενθύμιο, μέχρι το τέλος της ζωής του.

                                      Επικτίστειον

 

     Αλήθεια και ψεύδος. Δυο έννοιες αντίθετες και, θα τολμούσα να πω, αρκετά παρεξηγημένες, έκαστη από τη δική της μεριά. Υπάρχει σίγουρα μια απόσταση Χ μεταξύ τους, που 'ναι αόριστη. Δε χρειάζεται να μας απασχολήσει το μήκος της, αρκεί να πούμε πως ποικίλλει από απειροελάχιστο μέχρι χαώδες. Απλά θα ρίξουμε μια ματιά στα τυχόντα, ενδιάμεσα στάδια, τούτης της απόστασης, από τη μία έννοια ως την άλλη. Αφού φυσικά προσπαθήσουμε να ορίσουμε μ' εύληπτο και κοινώς αποδεκτό τρόπο τις έννοιες αυτές.
     Αρχίζω από την αλήθεια. Αλήθεια είναι ένα γεγονός που συνέβη ή συμβαίνει και που μπορούν να το βεβαιώσουν όλοι ανεξαιρέτως -αυτήκοοι, αυτόπτες κλπ.- ανεξαρτήτως τοποθετήσεως, αντίληψης, πεποιθήσεων ή πνευματικού επιπέδου. Θα τοποθετούσα και τη φράση "όσοι έχουν σώας τας φρένας" αν και πιστεύω πως θα περιόριζα κάπως τον όρο κι είναι κατανοητό κι εύλογο. Αν λοιπόν θέσω ως απόλυτη αλήθεια, τον άνω ορισμό και τον θεωρήσω ως βάση, ως ένα σύνολο, ό,τι δεν τον πληρεί από καθόλου, λιγάκι έως και πολύ, είναι υποσύνολο αυτού.
     Έτσι ο ορισμός αυτός καθαυτός, με τη προσθήκη για τη λογική, μικραίνει το αρχικό σύνολο κατά τι, χωρίς όμως ν' αλλάζει και το αληθινό γεγονός. Δεν το αλλάζει γι' αυτούς που το αντιλήφθηκαν άμεσα κι ήδη έχουν σχηματίσει γνώμη πως είναι αλήθεια. Αλλά δεν είναι όλοι οι άνθρωποι πρωτογενώς αντιληφθέντες, έτσι, όπως είναι αντιληπτό, τούτος ο ορισμός έχει ισχύ για όλους εκείνους που ήταν αλλού. Εκεί, όπως θα 'χουν όλοι προσέξει, αρχίζουν τα οιασδήποτε μορφής, προβλήματα. Στη μεταφορά, στη διήγηση, στη διαβεβαίωση, αλλά κι από την άλλη μεριά, το βαθμό εμπιστοσύνης, τη δεκτικότητα, τη συμπάθεια και διάφορα άλλα προσωπικά φίλτρα του ακούοντος.
     Για κείνους που δε βρίσκονται μπροστά σ' ένα "αληθινό" γεγονός λοιπόν, υπάρχουν δύο μορφές αλήθειας: εκείνο που έγινε πραγματικά κι εκείνο που τους μεταφέρθηκε. Συχνά κι εδώ η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών, είναι από απειροελάχιστη, ως αβυσσαλέα. Χωρίς να αποκλείσουμε τη πλήρη ταύτιση ή το πλήρες ψεύδος.
     Η προσπάθεια που μένει να γίνει, αν δε δεχθούμε ανεπεξέργαστα και τυφλά ότι μας πουν, είναι να τεκμηριώσουμε έτσι τα πράγματα, ώστε ν' αποδείξουμε πως οι δύο αυτές μορφές αλήθειας, είναι ουσιαστικά μια.
     Αλήθεια ή ψεύδος; Αυτοί που στήσανε την επιστήμη της 'Αλγεβρας για ν' αποφύγουν όλα τούτα τα δυσδιάκριτα όρια και να χτίσουν την αλήθεια της και μόνον αυτήν, θεσπίσανε ρητά πως: "Ισχύει μόνον ότι αποδεικνύεται" κι άφησαν να εννοηθεί εξ ορισμού, πως οτιδήποτε άλλο είναι ψευδές. Απλά χρησιμοποίησαν μιαν άλλη πιο εύηχη λέξη: Εικασία. Μια δυνητική αλήθεια μέχρι να αποδειχθεί, ή επίσης, ένα δυνητικό ψεύδος, πάλι αν αποδειχθεί. Γιατί ναι, στην 'Αλγεβρα μήτε το αναπόδεικτο ψεύδος γίνεται δεκτό. 'Αρα λοιπόν εκεί, μπορούμε εύκολα να θέσουμε τους δύο όρους άφοβα κι ανάμεσά τους ένα χάος -στο οποίο θα προσθέσουμε μόνο τη λέξη- εικασιών. 
     Αλήθεια --> Χάος Εικασιών <-- Ψεύδος. Θα μείνω λιγάκι στην 'Αλγεβρα, γιατί εκτός της σαφήνειας των δύο άκρων, διακρίνεται και μια σαφήνεια στο μέσο. Καμιά εικασία που δεν έχει ακόμα αποδειχθεί σαν αληθινή ή ψευδής, δε θεωρείται λιγότερο ή περισσότερο χαζή ή έξυπνη. Δηλαδή, ακόμα κι αν κάποιος, μπορεί να σκεφτεί να τη χαρακτηρίσει έτσι, δε θα τολμήσει να το κάνει δημόσια. 
     Η ζωή όμως δεν είναι σα την 'Αλγεβρα κι έστω όχι μόνο 'Αλγεβρα. Απαιτεί γρήγορες κινήσεις, σκέψεις, επεξεργασίες, αποφάσεις, χωρίς να 'χει τη διακριτική ευχέρεια ν' αναζητά και τις αποδείξεις. Έπειτα, εισέρχονται αστάθμητοι παράγοντες: τα "πιστεύω", τα "θέλω", τα "μπορώ" κι ο προσωπικός τρόπος επεξεργασίας στοιχείων, έτσι απαντάται αυτό που εγώ θα 'λεγα: "Υπέροχη Αβεβαιότητα".
     Τι είναι ψεύδος; Κάτι που δεν έχει συμβεί κι αυτό επίσης μπορούν να το διαβεβαιώσουν. Ποιοι; Όσοι φυσικά ήσαν παρόντες. Που; Εκεί όπου δε συνέβη. Μα τότε λεν αλήθεια! Και πώς εμείς μάθαμε τι συνέβη; Εικάσαμε ότι θα μπορούσε να συμβεί ή κάποιος/οι μας είπαν ψέματα; Στη πρώτη περίπτωση το ψεύδος το σχηματίσαμε μόνοι μας. Στη δεύτερη, είτε αυτοί που μας το 'παν το 'καναν εξ επίτηδες, για να κερδίσουν κάτι ή είναι απλά μυθομανείς. Επίσης, μπορεί να ισχύει, πως μας λένε μια δική τους μορφή αλήθειας.
     Μπορούμε επίσης να ορίσουμε το ψεύδος, ως το μηδενικό υποσύνολο της αλήθειας ή πιο σωστά, το σύνολο εκείνο που σαν τομή με το σύνολο αλήθειας δεν έχει κανένα κοινό. Μαθηματικά: η τομή των δύο αυτών συνόλων είναι το μηδέν. Αν λοιπόν δεχθούμε ότι και το ψεύδος είναι ένα σύνολο, έτσι όπως ορίσθηκε και το βάλουμε σα βάση με μηδενική τομή ως προς το σύνολο αλήθειας, τότε μπορούμε εύκολα μα όχι ευκόλως διακριτά, να ορίσουμε όλα τα ενδιάμεσα στάδια μεταξύ τους με τις εκάστοτε κατά καιρούς τομές τους. Αλλά είπαμε, εύκολα μπορούμε να ορίσουμε μέσω 'Αλγεβρας κι εδώ είναι ζωή. Ένα απλό παράδειγμα:
"Ξημερώνει" μια αληθινή φράση για όποια σημεία γης ξημερώνει όντως εκείνη τη στιγμή. Ειπωμένο έτσι γενικά, αληθεύει. Για ένα τρισευτυχισμένο άνθρωπο, δεν είναι πλήρως αληθινό. Εκείνος θα 'λεγε: "Ξημερώνει μια υπέροχη μέρα" (ακόμα και αν ήταν βροχερή). Ενώ, ένας τριςδυστυχισμένος: "Ωχ ξημέρωσε! Ποιος ξέρει τι κωλομέρα...!" κλπ. (ακόμα κι αν ήταν ένα υπέροχο, ηλιόλουστο, ανοιξιάτικο πρωινό). Παρατηρούμε ότι κι οι δυο ξεφεύγουν από το βασικό σύνολο αλήθειας αλλά κι από το βασικό σύνολο ψεύδους. Στη πραγματική ζωή λοιπόν, σπάνια έχουμε κάτι γνήσια αληθινό ή κάτι γνήσια ψεύτικο; Εννοώ κάτι που να μπορέσουμε να το εντάξουμε σ' ένα από τα δύο βασικά σύνολα.
"Ξημερώνει".
"Ξημερώνει μια υπέροχη μέρα"
(ή μάπα).
"Αχ, ας μη ξημέρωνε ποτέ".
"Σήμερα ο ήλιος βγαίνει στα μάτια
-ή στο κορμί ή στα μαλλιά κλπ.-".
"Οι πρώτες ακτίνες βομβαρδίζουν με φως τη καρδιά μου, μα η σκέψη μου πετά σ' άλλες ανατολές που 'χασα".
"Έξω βγαίνει ο ήλιος μα εγώ έχω σκοτάδι".
"Δε ξημερώνει για μένα".
"Δε ξημερώνει"
.
----------------------------------------------------

"Για μιαν αλήθεια
 και για την υπέροχη
                                 Νοέμβρης 2003
 αυτή αβεβαιότητα..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers