Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ο Dali & Εγώ 

ο. ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ DALI: Στη Χρονιά Του Σκύλου

 

  
               Εμφάνιση Προσώπου & Σκύλου Σε Τοπίο Με Φρουτιέρα

    
(Σκύλος-Πρόσωπο-Φρουτιέρα! Η δυνατότητα, του να παίξει κανείς με τη σύνθεση. Μια ιστόρια που εισχωρεί, μέσα στην άλλη, τόσο μάλιστα εμπλεκόμενα, ώστε να μη ξεχωρίζει κανείς, ποια ακριβώς σημεία ανήκουν στη μια και ποια στην άλλη. Μια γυναίκα -και, κατ' επέκτασιν, ένας άντρας πίσω της-, μια κατάσταση κι ένας σκύλος. Τι ενώνει κι ως ποιο βαθμό, αυτές τις τρεις, φαινομενικά άσχετες καταστάσεις, μεταξύ τους; Οι λεπτομέρειες που συμπληρώνουνε το πίνακα, ίσως απαντούνε, μ' απαντούν, όχι στο τι ενώνει, μα στο τι χωρίζει. Λανθανόντως όμως, δίνουν απάντηση (;) και στο άλλο κομμάτι. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα, μα η ιστορία τελικά, ήρθε μπρος στα μάτια μου και με βρήκε, απρόσμενα και ξαφνικά, όταν "άνεργος" χάζευα...)

     Δευτέρα πρωΐ, ώρα 11 περίπου, Ηλεκτρικός. Μπήκα από Πειραιά και θα κατέβαινα Ομόνοια. Όχι πως δε το 'χα ξανακάνει δηλαδή και φυσικά θα το κάνω και στο μέλλον, δεν είναι κάτι τρομερό κι ούτε αξίζει να το διηγηθεί κανείς. Ευτυχώς είχα βρει θέση, γιατί είχα χάσει το αμέσως προηγούμενο, για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Έκλεισε τις πόρτες του κυριολεκτικά στη μούρη μου κι εγώ έπνιξα με κόπο μια βαριά βρισιά, που 'φτασε σχεδόν ως την ...έξοδο! Είχα ένα σημαντικό -έτσι πίστευα τότε- επαγγελματικό ραντεβού και κινδύνευα να καθυστερήσω, πράγμα που δεν ήθελα με τίποτε.
     Περιμένοντας το επόμενο -που δεν άργησε και πολύ, ευτυχώς- η σκέψη μου ανέτρεξε στον ερχομό μου εδώ, στις μικροκαθυστερήσεις, σε πιθανές ολιγωρίες και τα ρέστα. Η χοντρή κυρία που βάδιζε μπροστά μου με το πάσο της, κρατώντας τσάντες και χάσκοντας στις βιτρίνες, κλείνοντάς μου το δρόμο. Το μηχάνημα κοπής εισιτηρίων, που πρωτότρεξα μα ήταν χαλασμένο. Στο αμέσως επόμενο, ήταν κάποιος που δε μπορούσε ακόμα να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει και που να χώσει το κέρμα, που κρατούσε στο χέρι. Ελάχιστα χαμένα δευτερόλεπτα, που όμως τελικά, όπως αποδείχτηκε, απέβησαν μοιραία κι εγώ τώρα περιμένω τον επόμενο συρμό. Η μόνη σκέψη που 'ταν ανακουφιστική: θα ταξίδευα καθιστός, γιατί το προηγούμενο είχε φύγει, εντελώς γεμάτο κι είχε αδειάσει ο σταθμός.
     Μπήκα στο άδειο ακόμα βαγόνι κι έκατσα να περιμένω αγχωμένος, γιατί η ώρα που θα 'φτανα στο ραντεβού, ήταν αβέβαιη. Επέλεξα μεσαίο βαγόνι, λόγω προορισμού -Ομόνοια-, μέσον βαγονιού και μεσαίο κάθισμα κι όχι προς παράθυρο. Με θλίβει να κοιτάζω έξω, από βαγόνι ηλεκτρικού. Επέλεξα επίσης να καθίσω με βλέμμα προς τα πίσω κι όχι προς τη κίνηση του συρμού. Μέχρι να ξεκινήσει, -κι ευτυχώς δεν άργησε πολύ- είχε κι όλας γεμίσει. Τόσην ώρα θα νομίσετε πως φλυαρώ εκ ...πεποιθήσεως, μα πιστέψτε με, τούτη τη φορά δε το κάνω γι' αυτό. Περιγράφω όλο το υπόβαθρο, θέλοντας να δώσω έμφαση στο γιατί τελικά ήταν μάλλον εξοργιστική εύνοια(;) της τύχης, να βρεθώ σ' ΑΥΤΟ το βαγόνι, σ' ΑΥΤΗ τη θέση, ΑΥΤΗ τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
     Όταν λοιπόν ξεκίνησε, είδα κι άλλους σα κι εμένα, με τις μούρες κολλημένες πάνω στις κλειστές πόρτες και με βρισιές έτοιμες στο στόμα. Ένιωσα τυχερός που εγώ ήμουν από τη ..."καλή" μέσα πλευρά. Περνώντας το Φάληρο, γέμισε ακόμα λίγο και μάλλον το ίδιο θα 'γινε και στο Μοσχάτο, -δε κοίταζα γιατί έστελνα ένα τρυφερό μήνυμα, με το κινητό, σχεδόν στην άλλη άκρη της πόλης- και μάλλον εκεί κάπου ανέβηκε στο τρένο, ο τύπος. Μεταξύ Μοσχάτου και Καλλιθέας, πέρασε από δίπλα μου κι όρθιος, πήγε κι έκατσε ακριβώς απέναντι.
     Ψηλός, αθλητικός, όμορφος, πολύ προσεγμένα καλοντυμένος, -φορούσε σκούρο μπλε κοστούμι, μια πανέμορφη, κομψή και γουστόζα γραβάτα, ξεσφιγμένη ανάλαφρα στο λαιμό κι ένα σιέλ πουκάμισο- και κρατούσε ένα χαρτοφύλακα. Είχε μαύρα πυκνά μαλλιά, με λίγες διάσπαρτες άσπρες τρίχες, όμορφα, μελαγχολικά, μεγάλα μάτια και σκούρα γραμμένα φρύδια. Μελαψός στο δέρμα, με σαρκώδη κι όμορφα χείλη, ένα ζευγάρι ακριβά γυαλιά ηλίου ανεβασμένα στο πάνω μέρος του μετώπου και στο αφτί, είχε το ακουστικό του κινητού. Με μιά φράση, ήταν ένας όμορφος άντρας, -έδειχνε επιτυχημένος-, γύρω στα σαράντα. Είχα συνήθειο να κοιτάζω πάντα τις φυσιογνωμίες γύρω μου κι έτσι τον πρόσεξα, -κυρίως λόγω της εμφάνισης, που τη ζήλεψα τ' ομολογώ- μα στη Καλλιθέα, μπήκαν κι άλλοι κι έτσι χάθηκε από τ' οπτικό μου πεδίο.
     Στα Πετράλωνα, η κατάσταση ξεκαθάρισε κάπως. Το κενό δημιουργήθηκε ξανά και τον είδα πάλι κατάφατσα, αυτή τη φορά όμως μιλούσε. Στην αρχή, πίστεψα πως μιλούσε στο κινητό, μέσω του ακουστικού, μα δεν ήταν έτσι. Τη λάθος σκέψη, την έκανα, γιατί μήτε μιά στιγμή δε μου πέρασε από το νου πως θα μπορούσε ένας τέτοιος άντρας να μιλά ...μόνος! Ναι... Παραμιλούσε... Αν δεν ήταν αυτό, δε θα υπήρχε καν ιστορία... Δεν έμοιαζε τρελός, τουναντίον! Από τη μεγάλη μου έκπληξη, χάζεψα τόσο, που αν με παρακολουθούσε κανείς, μ' ανοιχτό το στόμα, θα περνούσα εγώ για τρελός σε κείνον.
     Όταν κάπως συνήλθα, σκέφτηκα, "τι παράξενος που 'ναι ο κόσμος! Κολλά σε πράγματα και χάνει την ουσία..." Τράβηξα το βλέμμα μου, μη τυχόν με δει και με παρεξηγήσει. Μετά τον σταθμό του Ταύρου, όλο το διάστημα μεταξύ μας εκκενώθηκε κι έτσι αναγκαστικά, με τη φορά που κοιτούσα και τη θέση που κατείχε αυτός, αν σήκωνα τα μάτια, τον είχα φάτσα-κάρτα, που λένε. Μιλούσε, σε τακτά διαστήματα. Κοιτούσε ολόγυρα, με κοιτούσε κι εμένα, μα δε νομίζω να μ' έβλεπε πραγματικά, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ...
     Σκέφτηκα τότε, σαν ένα προσωπικό στοίχημα με τον εαυτό μου, να ..."διαβάσω" τι έλεγε... Πρόσεξα πως επαναλάμβανε περιοδικά, κάποιες λέξεις. Η καθαρότητα της έκφρασης, η περιοδικότητα αυτή και το λιτό της φράσης, με βοήθησε να δω το μήνυμα. Έλεγε τρεις λέξεις, όλες κι όλες και μάλιστα έντονα: "Αχ τι έπαθα"! (Παύση.) "Αχ τι έπαθα"! Όλο την ίδια φράση... την ίδια απελπισμένη φράση...
     Λίγο πριν το Θησείο, άνοιξε μια καπνοσακούλα, έστριψε τσιγάρο, με τρεμάμενα χέρια και το 'βαλε στο στόμα, όταν ο συρμός, ξεκινούσε από το Θησείο για Μοναστηράκι. Δε το άναψε φυσικά, γιατί σκέφτηκε αμέσως, την απαγόρευση, -τόσο χαμένα τα 'χε, που προς στιγμή το 'χε ξεχάσει- κι έτσι τώρα πια, την ίδια αυτή φράση, τη ..."διάβαζα" από τις κινήσεις του τσιγάρου.
     Πάλεψα με δυό ιδέες: Να του προσφέρω τη θέση μου ή να σηκωθώ και να του χτυπήσω ενθαρρυντικά, αντρίκεια τη πλάτη, να του πω πως δε πρέπει να παίρνει τόσο βαριά, ότι και να 'ταν αυτό που τον απασχολούσε, πως δεν είναι μόνος σε τούτο το κόσμο κι άλλα τέτοια παρηγορητικά λόγια -τα συνηθίζω κάτι τέτοια- μα πριν αποφασίσω, το τρένο έφτασε Μοναστηράκι, σταμάτησε, άνοιξαν οι πόρτες κι ο δυστυχής, κατέβηκε σα χαμένος... Είναι τόσο κοντά, αυτοί οι δυό σταθμοί, που δε προφταίνει κανείς ν' αποφασίσει, να προσεγγίσει, ένα συνάνθρωπό του, που δείχνει να υποφέρει. Τάχα είναι μακριά οι άνθρωποι, μεταξύ τους;
     Δεν είχα καταφέρει να μαντέψω πως θα κατέβαινε, γιατί δε κινήθηκε με την ανυπομονησία εκείνων που πλησιάζουν στο τέρμα της διαδρομής τους και προσεγγίζουν τη πόρτα. Αυτό, από μόνο του έδειχνε, πως ο τύπος, δε βιαζόταν να πάει κάπου. 'Αρα δε πήγαινε στο ..."κακό", αλλά μάλλον έφευγε απ' αυτό. Ένα σωρό σκέψεις και συνειρμοί: Απώλεια μεγάλης επαγγελματικής θέσης ή συμφωνίας; -Μην φανεί παράξενο! Για ένα Γιάπη, αυτό είναι μεγάλη απώλεια, ειδικά αν συμβεί λόγω, κακού του χειρισμού ή αδικίας προς το πρόσωπό του κι είχε στηρίξει πολλά, πάνω 'κει-. Έφευγε από μιά κακή συνάντηση, μιά κακή κουβέντα, που στο άκρο της είχε αποτέλεσμα, ένα πικρό, οριστικό, ερωτικό χωρισμό; -Φορούσε βέρα στο δεξί παράμεσο-. Είχε λάβει κακό μαντάτο, για κάποιο θάνατο αγαπημένου προσώπου; Μήπως αφορύσε στη δική του υγεία; Σκέφτηκα όλα τούτα, λόγω της εργάσιμης μέρας κι ώρας κι η παντελής έλλειψη βιασύνης από μέρους του.
     Συνειρμοί... Συνειρμοί ...συνειρμοί... Με οδήγησαν στη σκέψη του θάνατου. Από κει, μέσω μιάς πολυδαίδαλης διαδρομής, πέρασε από το νου μου, πως είχε τύχει να δω, δυό θανάτους σκύλων κι ενός τρίτου, που μου τον είχαν περιγράψει, γιατί αυτός ο σκύλος, συνέβαινε να 'ναι ο αγαπημένος μου Μπόμπυ. Ο σκύλος που 'χα κατά την εφηβεία μου και τον λάτρευα!
..........
     Ήταν σκυλί του σαλονιού και του καναπέ. Πολύ καλός, πιστός, με οξύτατη αντίληψη και τρόπους. Όταν τον μαζέψαμε σπίτι, -ποιός ξέρει από που είχε αφεθεί ή ξεφύγει- τον ...πείσαμε να ξεχάσει και το καναπέ και το μέσα φυσικά. Έμενε έξω στο σκυλόσπιτο που του 'φτιαξε ο πατέρας μου και σιγά-σιγά συνήθισε στην ιδέα. Πάντως όποτε του δινόταν η ευκαιρία, πηδούσε κι άραζε σε καναπέδες... Το σπίτι μας ήταν έξω και κάπως μακριά, από το χωριό και φυσικά κι από το παραλιακό δρόμο. Ο Μπόμπυ, δεν απομακρυνόταν ποτέ από το σπίτι, παρ' όλο που δε τον δέναμε ποτέ. Εκτός, αν ερχόταν ο θειός μου, -που το τάϊζε κοψιδάκια κι άφθονα κόκαλα-, που έμενε καμμιά πεντακοσαριά μέτρα μακριά μα ο Μπόμπυ τον μυριζόταν και φυσικά, έσπευδε. Το ξέραμε και δε του κάναμε παρατήρηση, παρά μόνο τη πρώτη φορά και τούτο γιατί ανησυχήσαμε που χάθηκε ξαφνικά. Επίσης του άρεσε να πηγαίνει να κοιμάται στον ίσκιο του μεγάλου αυτοκινήτου, του θειού μου.
     Έτσι, όταν εξαφανίστηκε, ένα πρωϊνό, δεν ανησυχήσαμε γιατί πιστέψαμε πως είχαν έρθει οι συγγενείς μας. Εγώ μάλιστα το χάρηκα ιδιαίτερα, γιατί με τα ξαδέρφια μου περνούσαμε πολύ καλά.  Στο μέρος που έμενα, λίγα πράματα σπουδαία συνέβαιναν κι έτσι η εξαφάνιση του Μπόμπυ, μου 'φερνε ρίγη ... συγκινήσης. Δεν είχα ακόμα τη δυνατότητα, βλέπετε, να συνδυάσω την εξαφάνιση του, με τη φρέσκια παρουσία, μιας θηλυκιάς σκυλίτσας, στη γειτονιά. Έμενα λοιπόν να περιμένω πότε θα ακούσω τα κουδούνια των ποδηλάτων τους, για να πάμε να παίξουμε μπάλα.
     Όταν βράδιασε πλέον, αρχίσαμε ν' ανησυχούμε κάπως και πήρα το ποδήλατο να ψάξω να τον βρω. Ερημιά! Πίκρα! -Και για την απουσία των ξαδερφών μου μα πια και για τον Μπόμπυ-! Περάσανε μέρες, χωρίς ίχνος του. Κάθε νέα, απομάκρυνε την ελπίδα, πως θα το βρίσκαμε ζωντανό. Ο πατέρας μου είπε "κάπου θα πήγε να κρυφτεί, για να πεθάνει, όταν κατάλαβε πως πλησιάζει το τέλος του" το συνηθάνε οι σκύλοι μερικές φορές. Έπειτα από δυό βδομάδες περίπου - δε θυμάμαι ακριβώς- μου εξιστόρησε κάποιος, που 'τυχε να παρακολουθήσει, τη φάση, χωρίς όμως να ξέρει πως το σκυλί ήταν δικό μου.
     Η καινούργια σκυλίτσα της γειτονιάς, ανήκε σε μιά οικογένεια, που 'χε μαγαζί στη παραλία. Εκείνη λοιπόν έφτασε στο ..."καιρό" της κι ο δικός μας τη περιτριγύριζε, εν αγνοία μας. Τον είχε παλαβώσει η μυρωδιά που εξέπεμπε ο οίστρος της και την ακολούθησε τη μοιραία εκείνη μέρα. Βλέπετε, αυτή είχε τη συνήθεια, να κυνηγάει το αμάξι των γειτόνων μας, μέχρι το μαγαζί τους κι ο Μπόμπυ από κοντά! Εκείνη όμως ήξερε από συνήθεια, να περνάει θαυμάσια κι ακίνδυνα, τη λεωφόρο και φυσικά δεν αγόταν μήτε από τη ...μύτη, μήτε από τη ...στύση της. Η Τζίλντα -έτσι τη φώναζαν- πέρασε κι εκείνη τη μέρα το δρόμο, προσέχοντας μα ο δικός μας ...φουλ καψούρης, δε πρόσεξε. Είχε τα μάτια και τη μουσούδα του κολλημένη ...πίσω της και δεν είδε το αυτοκίνητο που τον σκότωσε. Πέθανε ερωτευμένος κι επί τόπου, -ευτυχώς- χωρίς να καταλάβει τίποτε. Ο φίλος μου είπε: "Ίσα που κουνήθηκε λιγάκι κι αυτό ήταν όλο κι όλο"! (Τα μάτια λίγο παίξανε στης τουφεκιάς τον ήχο)...
..........
     Κατέβαινα τη Σόλωνος, κάποιο απομεσήμερο -θυμάμαι- στην αριστερή λωρίδα της. Δίπλα μου, στη δεξιά, ένα γρήγορο αυτοκίνητο, με τα ηχεία του να δονούν το σύμπαν. Ξεκινήσαμε μαζί στο φανάρι της Ιπποκράτους, μα εκείνος αν και βρέθηκε λίγο πίσω εξ αιτίας αντανακλαστικών, γρήγορα ξεχύθηκε μπροστά. Στο αμέσως επόμενο φανάρι κι ενώ θαύμαζα, βλαστημώντας τη μπαγκατέλλα μου, τα φρένα στρίγγλισαν ανατριχιαστικά και το αμάξι του κοκάλωσε. Ένας αποστεωμένος σκύλος, κρατώντας ακόμα σφιχτά στα σαγόνια του, ένα κλεμμένο κομμάτι κρέας, -κλεμμένο από μαγαζί ή από άλλους πειναλέους αδέσποτους- είχε πατηθεί άσχημα από τον άλλο. Τι ειρωνεία! Ολάκερο σχεδόν το μικρό κορμί του, είχε γίνει μάζα, εκτός από το κεφάλι, που στα σαγόνια του ήταν καλά σφιγμένο το ΈπαθλοΧωρίςΝικητή...
..........
     Κερατσίνι, δρόμος κατωφερής μ' ιδιαίτερη δυσκολία στο φρενάρισμα. Αυτή τη φάση, λόγω θέσης, την είδα καθαρά. Εκείνο το απόβραδο καλοκαιριού, δυό αμάξια όλα κι όλα, κατηφορίζαμε εκείνο το δρομάκι κι ευτυχώς, ο μπροστινός μου προπορευόταν κάμποσο. Ένα σουβλατζίδικο, ότι είχε αρχίσει να ετοιμάζεται, για να δεχτεί τους πελάτες του κι ένας σκύλος ως φαίνεται, τριγύριζε πεινασμένος κι εκείνη την ώρα βρήκε να ...παραξεθαρρέψει, μ' αποτέλεσμα, ο ιδιοκτήτης εκνευρισμένος, να το τρομάξει. Το σκυλί στράφηκε να ξεφύγει, χωρίς να προσέξει τίποτ' άλλο, παρά μόνο τον άμεσο κίνδυνο του σουβλατζή. Ευτυχώς λοιπόν που 'χα μια μικρή απόσταση από το μπροστινό μου, αλλά ευτυχώς που είχα ..."πιάσει" τη φάση κι έκοψα σχεδόν άμεσα. Ο μπροστινός μου δε πρόφταινε, γιατί ήταν πάρα πολύ κοντά κι έτσι σκότωσε το σκύλο. Προσπέρασα και στη λεωφόρο που 'ταν κοντά, σταμάτησα να ελεγξω. Στο καθρεφτάκι μου είδα το σκύλο διαλυμένο και τους δυό -σουβλατζή κι οδηγό- να βρίζονται άσχημα... Βιαζόμουν πολύ κι όταν βρήκα άδειο το δρόμο έστριψα κι απομακρύνθηκα...
..........
     Το τρένο έφτασε Ομόνοια. Κόντεψα να ξεχαστώ και πετάχτηκα πάνω σαν ελατήριο για να κατεβώ, σπρώχνοντας μια κυρία. Μουρμούρισα μια "συγγνώμη" που δεν άκουσε κανείς ενώ άκουσα τα εξ αμάξης.
     Έφτασα στο ...σπουδαίο ραντεβού μου, πέντε λεπτά νωρίτερα...
..........
     Το ίδιο βράδυ αργά, ερεθισμένος ακόμα από το πρωϊνό συμβάν, πριν γυρίσω σπίτι, σταμάτησα σ' ένα διανυκτερεύον, απ' αυτά που σερβίρουν τυρόπιτες, σάντουιτς, καφέδες κλπ. Πήρα ένα καφέ, μια τυρόπιτα και προσπάθησα να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου. Το μαγαζί, στη βραδινή βάρδια, το κρατούσε μια νεαρή κοπέλα, που μου τράβηξε αμέσως τη προσοχή. Ήταν πρόσχαρη, γελαστή, ευγενική κι ομορφούλα! Όπως πάντα, της έπιασα κουβέντα, αν κι όπως προείπα, ήταν ανοιχτός άνθρωπος, άρα δεν έκανα κανένα σπουδαίο κατόρθωμα. Δεν είχε δουλιά εκείνη την ώρα κι ίσως μάλιστα ο τρόπος και τα γκρίζα μου μαλλιά, σιγά-σιγά την έκαναν ν' ανοιχτεί και να μου μιλήσει για τη ζωή της.
     Πρέπει να πω, πως μιλούσε πολύ ώριμα, στρωτά και μυαλωμένα, για την ηλικία της, -ήταν στα εικοσιτρία- πράγμα που με κέντρισε ακόμα πιότερο. Της το 'πα κι αμέσως μετά την προέτρεψα, να μην ανοίγεται τόσο πολύ και τόσο εύκολα σ' αγνώστους. Εκείνη χαμογέλασε κι ομολόγησε, πως της αρέσει να μιλά με τους ανθρώπους, πως μπορεί να μαντεύει φυσιογνωμικά τους ακίνδυνους κι ότι είχε διατελέσει σε βραδινή βάρδια, στη Πλατεία Βάθης, που είναι πάρα πολύ δύσκολο στέκι τη νύχτα και πως κουλάντριζε μια χαρά και τους ...επικίνδυνους. Εγώ επέμεινα να της λέω πως δε ξέρει κανείς τι κρύβει μέσα στη ψυχή του ο καθένας κι άρα να προσέχει.
-"Έννοια σας και ξέρω να ξεχωρίζω! Ο πατέρας αλλά κι η ίδια η ζωή μ' έχουν διδάξει κατάλληλα" επέμεινε κι αυτή με τη σειρά της.
-"Εντάξει! Δεν έχω λόγο να σ' αμφισβητήσω..." συνθηκολόγησα με μισή καρδιά!
-"Έπειτα... Πάντα προτιμώ να μιλώ και να συναναστρέφομαι, ανθρώπους που 'ναι αρκετά μεγαλύτεροί μου", υπερθεμάτισε γελαστή.
-"Ε όχι... δε το δέχομαι... δηλαδή, θέλω να πω πως...όλα χρειάζονται. Οι σαχλαμαρίτσες και τα σοβαρά. Τα σωστά και τα λάθη. Είσαι σε μια ηλικία, που ακόμα όλα σου επιτρέπονται. Που όλα είναι υπό έλεγχο κι υπό αμφισβήτηση. Θα 'ναι κρίμα ν' αρνιέσαι την ηλικία σου" της είπα, καμαρώνοντας σα διάνος!
-"Έννοια σας κι όλα έχουν θέση, στη ζωή μου, στο μέτρο του δυνατού φυσικά. Πάντως να ξέρετε πως ο άντρας που αγαπώ κι είμαι αρραβωνιασμένη, είναι κοντά στην ηλικία σας", με κατακεραύνωσε!
-"Δε νομίζω... εγώ είμαι σαραντατριών..." είπα έκπληκτος.
-"Αα κι εκείνος το ίδιο. Και για να σας προλάβω, τα πάμε πολύ καλά μαζί. Συμφώνησε μάλιστα κι ο πατέρας μου, παρόλο που στην αρχή είχε ζωηρές αντιρρήσεις".
     Τότε τη κοίταξα πιο προσεκτικά, ακόμα έκπληκτος, -προσπαθώντας όμως να μη το δείξω-, σα γυναίκα. Ήταν μετρίου αναστήματος, προς το κοντό, κάπως γεματούλα, όμορφη, με σαρκώδη χείλη, υπέροχα, μακριά, πυρόξανθα μαλλιά, καστανοπράσινα, εκφραστικά, γελαστά μάτια κι έξοχο χαμόγελο.
-"Δε τον αδικώ! Από πολλές πλευρές, είναι δύσκολη μια τέτοια σχέση. Κυρίως είναι η διαφορά φάσης μεταξύ των δυό ηλικιών. Είναι η πρώτη σου σχέση"; ρώτησα ξεθαρρεμένος.
-"Όχι φυσικά! Είχα άλλες δυό σχέσεις πριν, με κοντινές μου ηλικίες κι είδα πως δεν έχω να πάρω απ' αυτούς. Δε με γεμίζουν"!
-"Ε άμα είστε καλά κι αγαπημένοι μεταξύ σας, τότε όλοι οι άλλοι κι όλα τ' άλλα, περισσεύουν".
-"Είμαστε μιά χαρά, δόξα τω Θεώ, παρόλο που 'χουμε προβλήματα..."
-"Και ποιός δεν έχει; Κανά καυγαδάκι";
-"Όχι! Εννοώ προσωπικά προβλήματα έκαστος"... και τότε άρχισε να μου λέει... να μου λέει... ν' αραδιάζει... αφήνωντας με εντελώς άναυδο... Πως έχει ανάγκη αυτή τη δουλιά, πως επέλεξε τη νύχτα, γιατί έχει καλύτερο μισθό, παρόλους τους κινδύνους κι αναγκαστικά έμαθε να τους αντιμετωπίζει καλά... Πως ο πατέρας της ήταν συνταξιούχος κι ανήμπορος λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας... πως η μαμά κατάκοιτη από χρόνια... πως ο αδερφός της ήταν άμυαλος, άκαρδος κι άνεργος και τους ταλαιπωρεί όλους... Πως η μικρότερή της αδελφή, είχε μια σπάνια εκφυλιστική νόσο κι ήδη βρισκόταν σε πολύ άσχημο στάδιο, χωρίς ίαση κι επιστροφή, με προκαθορισμένο τέλος... Πως ο αρραβωνιαστικός της, είχε χάσει πρόσφατα τη μαμά του, που της είχε ιδιαίτερη αδυναμία και μαζί με τον αδερφό του, είχαν πάθει μεγάλο ψυχικό ταράκουλο... Πως ήταν κι οι δυό τους εργένηδες εκ πεποιθήσεως και χωρίς αυτήν πια ήταν ανίκανοι να τα φέρουν βόλτα... Πως είχαν στρέψει το ενδιαφέρον τους στο σκυλάκι της, που το θεωρούσαν πια, ένα είδος ...μετεμψύχωσης της μαμας τους, μα πως εκείνο είχε μπει πια σε βαθύ στάδιο γηρατειών και μ' όλα τα σημάδια τους πάνω του... Πως δεν είχε κι αυτό, πολλή ζωή και το 'τρεχαν στους γιατρούς... Πως αυτό είχε κλονίσει ψυχολογικά τον άντρα της... Πως -ούτε λίγο, ούτε πολύ- εκείνο το μικρό κοριτσάκι, είχε επωμισθεί -άκουσον Κύριε, άκουσον- δυό σπίτια μ' ένα τσούρμο ανθρώπους που περίμεναν απ' αυτήν, οικονομική, ηθική αλλά κι υπηρεσιακή υποστήριξη...
     Πολύ βαρύ φορτίο, γι' αυτές τις νεανικές μα γερές πλάτες!
     Όταν ολοκλήρωσε κι έχοντας δει που τη κοίταζα με θαυμασμό και με στόμα που άνοιγε ολοένα και περισσότερο, μου χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά -δεν είχε σταματήσει στιγμή να χαμογελά, όσο έλεγε- και μου 'ριξε τη ...χαριστική βολή:
-"Ωστόσο, όλα περνούν! Μ' ένα χαμόγελο"!
     Της εξέφρασα την έκπληξη και το θαυμασμό μου, της έδωσα να καταλάβει πως τη σεβόμουν πια απεριόριστα, παρόλο που 'μουν πάνω από είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της και τη παρακάλεσα να μη μου ξαναμιλήσει στο πληθυντικό. Της χαμογέλασα κι εγώ και της διηγήθηκα τη πρωϊνή ιστορία του τρένου. Λίγο αργότερα, έπεσε δουλιά στο μαγαζί κι απομακρυνθήκαμε. Λίγο πριν φύγω για ύπνο, βρήκα μιαν ευκαιρία και της ζήτησα την άδεια να γράψω κάποια στιγμή την ιστορία αυτή, μιας και γράφω που και που.
-"Βέβαια" της είπα, "δε θα πω για πρόσωπα ή ονόματα". Δέχτηκε πρόσχαρα και καληνυχτιστήκαμε.
...........
     Πέρασε καιρός κι είχα στο νου μου γερά καρφωμένα, αυτά τα δυό περιστατικά. Ήξερα πως θα 'γραφα κάτι, κάποια στιγμή, μα κάτι περίεργες συγκυρίες, δε μ' άφηναν να τα επεξεργαστώ κατάλληλα. Αντίθετα, έγραψα γι' άλλα πράματα, στο μεταξύ. Έπειτα δεν ήξερα ακόμα, πως να τα χρησιμοποιήσω. Δηλαδή δεν είχα βρει ακόμα το πως, αυτά τα δυό διαφορετικά πράματα, μπορούσαν να συνδεθούν. Ουσιαστικά, δεν είχ' ανακαλύψει καν πως συνδέονται. Τότε, έτυχε να ξαναδώ το πίνακα του Dali, ευρισκόμενος στη διαδικάσια σύνδεσης κειμένων μου με πίνακες του. Νομίζω πως είναι πια εύκολο να καταλάβετε, τι επακολούθησε! Όλα είχανε μπει στη θέση τους κι εγώ απλά κρατούσα, στυλό και χαρτί. Οι εντολές... άνωθεν!
     Η τελευταία προσθήκη! Τι συνδέει όλα τούτα; Η προσωπική "ζυγαριά" του καθενός. Γιάπης, κοπελιά και 3 σκύλοι. Έκαστος, ρισκάρει, λυπάται, ευτυχεί, κλαίει, χαμογελάει και γενικά χαράζει το μονοπάτι της ζωής του, στηριζόμενος στο που γέρνει, κάθε φορά η προσωπική του "ζυγαριά"! Πείνα, Έρωτας, Καθήκον, Επαγγελματική Καταξίωση, Επιβίωση. Σωστό; Λάθος; Δεν είμαι 'γω, αυτός που θα το κρίνει, μήτε κι εσείς! Εγώ απλά το 'γραψα, εσείς απλά το διαβάσατε κι εκείνοι-ες απλά έτσι το θέλουν κι έτσι το ζουν!
     Το ΈπαθλοΧωρίςΝικητή απονέμεται εξ ίσου σ' όλους κι όλες μας... αλλά στο τέλος της γιορτής!

  "Σ' αυτά,
   που μας ωθούν
                                                 Μάης 2003
 τυφλά..."

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers