Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ο Dali & Εγώ 

ρ. ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ DALI: Φιλοκτήτης

 

    Η Σταύρωση

     (Είπα μερικά στο Πρόλογο και μερικά, που επίσης ισχύουν κι εδώ, στη Μακέτα. Εδώ φαίνεται καλύτερα η πάλη του Ανθρώπου, που θέλει ν' αποφύγει, ό,τι το Θείο έχει ήδη αποδεχτεί. Κανένα καρφί δε συγκρατεί τα χέρια. Μόνον ο Νους. Η Γυναίκα κάτω, δε προκαλεί, είναι καλυμένο το κορμί της τέλεια. Μόνο το βλέμμα. Ο Σταυρός δε στηρίζεται κι αυτός πουθενά. Να 'ναι στο νου της ή στο νου του, όλο τούτο το Πάθος; Τι μας κρατά δεμένους από την Δώθε Όχθη και πότε χαλαρώνει ο δεσμός μας αυτός; Η χρεία ποιά;)

     Η πολιορκία μαίνεται πάνω από δέκα χρόνια και τίποτε δε φαίνεται ν' αλλάζει. Τα τείχη στέκουν καλά. Πολιορκητές και πολιορκημένοι έχουν χάσει τους καλύτερους τους, μα κρατούν ακόμα. Οι μεν, μακριά από το τόπο τους, δύσκολα κρατούν ψηλά το φρόνημα. Οι δε, υπερασπίζουν εαυτούς, οικογένειες -όσοι απέμειναν- και πάτρια εδάφη, μα έχουν αποκοπεί, ολόγυρα. Όλα δείχνουν πως βαδίζουν ισόπαλοι. Όλοι, Θεοί και θνητοί, θέλουν να τελειώσει πια όλο τούτο το κακό. Όμως, με τι έκβαση;
     Οι Έλληνες πιέζουν τον Κάλχα. Εκείνος, μάντης ή όχι, μα πάντως πανέξυπνος και ραδιούργος, προσπαθεί να βρει πάλι τρόπο, να τους εμψυχώσει, όπως έκαμε τόσα χρόνια, με παρώτρυνση του Αρχηγού. Όμως δε βρίσκει πια εύκολα τερτίπια, τεχνάσματα και μαντείες, που να 'ναι "ακίνδυνα". Πρέπει να παραμείνει μεγάλος, ισχυρός μάντης που σκορπίζει σεβασμό κι επίσης να παραμείνει υπό την εύνοια του Αγαμέμνονα.
     Πολλές φορές του 'καμε τα χατίρια και τις προσταγές, είτε άμεσα, είτε υποκύπτωντας σε απειλές. Τις λίγες -ειν' αλήθεια- φορές που εναντιώθηκε, αντιμετώπισε την οργή και το κίνδυνο της δημόσιας αμφισβήτησης, στην ιδιότητα του. Πέρασε -ευτυχώς για λίγο μόνο- στη δυσμένεια του, με πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα.
     Στην αναζήτησή του, προσπαθεί επίσης να βρει ένα τρόπο, ώστε να 'ναι καλυμένος σε πιθανή αποτύχια της εκστρατείας -ιδέα, που με τη πάροδο των ετών, φαντάζει όλο και πιο πιθανή- και να χρυσώσει και το ..."χάπι" της ενδεχόμενης ήττας:
 (-"Ναι... χάσαμε μα ... οι χρησμοί το 'χανε πει ξεκάθαρα πως...έπρεπε να γίνει αυτό... και δυστυχώς ...δε το κάνατε... δε μπορέσατε...")
     Έτσι κι εκείνη τη μέρα που 'ρθαν και του ζήτησαν χρησμό, οι πρώτοι των Αχαιών, γύρεψε λίγο χρόνο να μελετήσει τα ...σημάδια! Έστιψε πάρα πολύ το κεφάλι του και τότε, -ω του θαύματος- ήρθε η καλή ιδέα! Κάλεσε τους αρχηγούς σε σύσκεψη για να τους ανακοινώσει τι "είχαν πει οι Θεοί" για τη τύχη του πολέμου! Όταν μαζεύτηκαν όλοι και κάμανε ησυχία, σηκώθηκε, πήρε το σκήπτρο του λόγου κι αφού τους κράτησε λιγάκι σε αναμονή, τους το ξεφούρνισε, χωρίς να του λείψει ο στόμφος που απαιτείται σ' αυτές τις περιστάσεις:
 -"Η Τροία δε θα πέσει αν δε γυρίσει πίσω στο στράτευμα, υγιής και με τη θέλησή του, ο Φιλοκτήτης"!
Πρώτος αντέδρασε -όπως αναμενόταν- ο Αγαμέμνων:
  -"Τι λές ξεμωραμένε γέροντα; Αυτόν τον παρατήσαμε ετοιμοθάνατο στη Λήμνο. Θα ζει ακόμα; Αν ζει, θα θέλει να μας ξαναδεί στα μάτια του, έτσι χολωμένος καθώς θα 'ναι;"
 -"Τα ξέρω αυτά, μα σήμερα, όλοι οι οιωνοί -τους έρριξα πολλές φορές για να βεβαιωθώ- μου
 είπανε τούτο κι εγώ απλά σας το μεταφέρω μιας και μου το γυρέψατε, έχοντας πλήρη επίγνωση του τι λέω"!
 -"Βέβαια, δε λέω, αν έρθει αυτός, έτσι καθώς είναι πρώτος στο τόξο, θα μας βοηθήσει αρκετά, αλλά όχι να πάρει και μονάχος του ολάκερη Τροία!"
 -"Οι Θεοί, ακόμα κι αυτοί που 'ναι ευνοϊκά σε μας, είναι χολωμένοι. Θέλουν, πριν δώσουν τη νίκη και ν' αποκαταστήσουν έτσι
 την αδικία του Πάρη στο Μενέλαο, να μην υπάρχει καμιά αδικία μήτε από 'μας! Έπειτα ίσως το σκέφτονται κι αλλοιώς: Αν τη πήρε με τη θέλησή της ή όχι, παίζει ρόλο! Μεταξύ μας: δεν είναι η Ελένη, η μόνη αιτία για τούτη την εκστρατεία! Ας μη ρίχνετε σε μένα παρακαλώ, τα βάρη άλλων, μήτε τις θελήσεις των Θεών, που εγώ μπορώ ν' ακούω"! Κάπως έτσι, θα 'γινε ο διάλογος -φαντάζομαι- κι αυτή τη δύσκολη αποστολή, την ανέλαβε -ποιός άλλος- ο Οδυσσέας!
     Πήρε μαζί του, εφόδια για μερικές μέρες ταξιδιού και παραμονής, το Μαχάονα, το πρώτο θεραπευτή-γιατρό του στρατεύματος και γιό του Ασκληπιού, μια όμορφη σκλάβα-υπηρέτρια, λάφυρο κάποιας από τις εξορμήσεις του στα περίχωρα της Τροίας, μα καλή γνώστρια "παιχνιδιών", καλά δασκαλεμένη, αντρικά καλούδια και καθαριστικά, μεζέδες κι υπέροχα εδέσματα, καπνιστά κι άλλα και προετοιμασμένος για κάθε ενδεχόμενο ξεκίνησε το δύσκολο ταξίδι! Φυσικά είχε δασκαλέψει κατάλληλα κι όλους τους άλλους της μικρής ακολουθίας του!
     Αν ο Φιλοκτήτης ήταν νεκρός, όλα πήγαιναν στράφι, αλλά και πάλι είχε ιδέες. Αν ήταν ζωντανός, θα χρειάζονταν σκληρές διαπραγματεύσεις και λεπτοί χειρισμοί. Εμπρός στο μεγάλο χρέος, ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει όλα τα "όπλα" που διέθετε. Είχε εξασφαλίσει τον "εν λευκώ" χειρισμό του προβλήματος και φτάνοντας στο νησί, παρακαλούσε να 'βρισκε ζωντανό, τον πληγωμένο ήρωα!
     Ξεμπάρκαραν σε πολύ εμφανές σημείο, κάποιο προχωρημένο πρωϊνό, με πάρα πολύ φασαρία. Έστησαν γρήγορα το μικρό τους καταυλισμό κι αμέσως μετά άναψαν φωτιά να ψήσουν μερικούς μεζέδες. Γέμισαν τον αγέρα γλυκειά τσίκνα! Η σκλάβα ανέλαβε τις εξωτερικές δουλειές, ημίγυμνη λόγω ζέστης και τις έκανε με τόση θηλυκιά χάρη, που όλοι τους, με το ζόρι κρατιόνταν, μη τη ρίξουν κάτω... Όταν τις τελείωσε -άργησε πολύ, ειν' αλήθεια- πήγε παραδίπλα, έβγαλε και το τελευταίο πέπλο κι έπεσε στο νερό να δροσιστεί, με αρκετό θόρυβο. (Ο Μαχάων, μοίραζε με τις χούφτες τα υπογλώσσια!)
     Τα 'καναν όλα βασανιστικά αργά, όλοι τους. Ήρεμοι κι αδιάφοροι, δήθεν έπαιζαν, δήθεν διασκέδαζαν -είχε πάρει κι ένα μουσικό μαζί του, ο πολυμήχανος- έφαγαν καλά κι όλα τούτα με αρκετή φασαρία. Αργά το βράδυ πια πέσανε για ύπνο! Το πρωΐ, όλοι είχαν αυστηρές εντολές -ακόμα κι η σκλάβα- να παραμείνουν μέσα στις σκηνές τους.
      Ο Οδυσσέας πήρε τον Μαχάονα κι ένα καλό ιχνηλάτη και βγήκανε στη γύρα. Περπατούσαν αδιάφορα δήθεν, μα το μάτι τους έπαιζε ερευνητικά, παντού. Όταν τον βρήκαν, ύστερα από κάμποση ώρα, πρόσεξαν πως είχε κλάψει. Είδαν ένα αγρίμμι, με μαλλιά και γένια που πάνω της, έστηνε χορό, όλη η πανίδα κι η χλωρίδα της περιοχής! Βρώμικος, κουτσός βγήκε μπροστά, τους έκλεισε το δρόμο και μούγκρισε απειλητικά!
 -"Εϊ, τι 'σαι 'συ; άνθρωπος η θεριό; Φιλοκτήτη, εσύ είσαι"; του 'πε ο πολυμήχανος.
 -"Του λόγου σου πρέπει να 'σαι ο Δυσσέας. Έχω ξεχάσει να μιλώ, άρα και να ζω κι έτσι ως αντιμετωπίστηκα, στα θεριά μάλλον θα πρέπει να με υπολογίζεις"!
 -"Μπα... μιλάς καλά... τίποτε δε ξέχασες... Μα επειδή δε πιστεύω πως κατάφερες να ζήσεις δέκα και πλέον χρόνια, σε λογαριάζω είτε σα Θεομορφή, είτε σα τις Τύψεις μας, προσωποποιημένες, με σάρκα κι οστά"!
 -"Κατάφερα να επιβιώσω, θες να πεις! Ώστε έχετε τύψεις; Κάτι είναι κι αυτό"!
 -"Έλα... μην είσαι τόσο πικρόχολος! Ξέρεις πως ειν' αυτά! Το χρέος! Το Ιερό Καθήκον! Οι απώλειες! Εδώ
 κοτζάμ Αρχηγός, θυσίασε τη κόρη του, σ' αυτή την εκστρατεία! Σάματι κι εγώ δεν άφησα πίσω μου τόσα πράματα";
 -"Λογίζομαι λοιπόν στις προβλεπόμενες απώλειες";
 -"Μα δεν απωλέσθης τελικά. Είσαι 'δω ολοζώντανος! Βέβαια βρωμάς και ζέχνεις, μα αυτό διορθώνεται, δόξα στους Θεούς! Είναι 'δω κι ο Μαχάων να περιποιηθεί τα τραύματα σου..."
 -"Της ψυχής ή του κορμιού; Αλήθεια, τι έγινε, το πήρατε το Κάστρο";
 -"Όχι ακόμα. Τους έχουμε σφίξει όμως από παντού
 κι είναι πια θέμα χρόνου να τσακίσουν! Απλά τώρα έχουμε ανάπαυλα κι είπαμε να διορθώσουμε, έστω κι αργά τα λάθη του παρελθόντος. Όσα τουλάχιστον προλαβαίνουμε και μπορούμε"!
 -"Φύγε
 Δυσσέα! δε θέλω τίποτα! Δε μπορώ να ξεχάσω τίποτα! Κίνησα κι εγώ από χρέος και καθήκον. Με παρατήσατε 'δω! Με 'γειά και χαρά σας! Επέζησα -ένας Θεός ξέρει πως- και με 'γειά και χαρά μου! 'Αντε να πάρεις το Κάστρο σου κι άσε μένα εδώ! Ξέμαθα να ζω μ' ανθρώπους! Έμαθα να ζω και να εκτιμώ ακόμα και τα θεριά! Φύγε!
 -"Οπως αγαπάς, μα τουλάχιστον άσε το γιατρό να σε περιθάλψει όσο μπορεί καλύτερα.
 Με σένα ή χωρίς, θα το πάρουμε το κάστρο. Σκέψου πως κι εμείς, δέκα χρόνια, ζήσαμε με θεριά και σα θεριά! Οι πιότεροι των πρώτων και καλυτέρων, έχουνε πιάσει θέση ήδη στον 'Αδη. Ακόμα κι ο Αχιλλέας! Αν είχες έρθει τότε μαζί μας, ίσως τώρα να 'σουν κι εσύ εκεί, μα ίσως όχι, αλλά πάντως δε θα 'χες ζήσει καλύτερα! Ήρθα μέχρις εδώ να σε βρω, ευχόμενος να 'σαι ζωντανός, όπως κάθε μέρα ευχόμουν, να δω το δειλινό! Έχεις τα δίκια σου, μα άσε τον Μαχάονα να σ' εξετάσει τουλάχιστον".
 -"Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Εσένα, μάθε το, σε ξεχώριζα πάντα και πιότερο απ' όλους τους άλλους! Μιλάς και πράττεις σοφά, έξυπνα και μετρημένα. Δε με τρομάζουν τα τραύματα του κορμιού! Έζησα μ' αυτά κι επέζησα, δέκα συναπτά χρόνια! Έχεις μείνει ποτέ τόσο πολύ καιρό μονάχος";
 -"Πολλάκις είναι μόνος κανείς, ακόμα και μέσα στο μεγάλο πλήθος"!
 -"Σοφό κι αυτό! Ωστόσο, άλλο ρώτησα, μα... τέλος πάντων! Φύγε Δυσσέα"!
 -"Φεύγω! Εδώ πιο κάτω έχουμε πρόχειρο καταυλισμό, με λίγα -λόγω κακών συνθηκών- και φτωχικά πράματα. Έλα όποτε θέλεις να φάμε, να πιούμε και να μιλήσουμε σα φίλοι! Έτσι για να ξέρω, πως δε μου κάκιωσες κι εμένα.
 Δεν έδωσα εγώ τις εντολές, ούτε κλώθω εγώ τη Μοίρα"!
 -"Με τιμά η πρόσκληση, μα δε θα 'ρθω! Έμαθα μόνος κι αγαπώ πια τη μοναξιά μου. Αν αλλάξω τώρα... Φύγε Δυσσέα... δε σου κρατώ κακία"!
 -"Όπως θέλεις! Εμείς θα κάτσουμε 'δω μερικές μέρες ακόμα, έτσι να ξελαμπικάρουμε λιγάκι, βρε αδερφέ! Όποτε κι αν θελήσεις, πέρνα να τα πούμε. Θα 'ρχομαι όμως κι εγώ, αν δε σε πειράζει! Που έχεις κονάκι, αλήθεια";
 -"Φύγε Δυσσέα"!
 -"Οι Θεοί μαζί σου και να σου δίνουν πάντα τέτοια φρόνηση και τύχη, όπως μέχρι τώρα. Σε θαυμάζω το ξέρεις";
 -"Εγώ σε θαυμάζω! Κι εσένα να σε βοηθάνε οι Θεοί, αν κι ειν' άχρηστη ευχή. Οι Θεοί βοηθάνε τους άξιους"!
 -"'Αρα κι εσύ είσαι άξιος της εύνοιας τους, μιας και τα κατάφερες τόσο καλά μέχρι σήμερα"!
 -"Φύγε Δυσσέα"!
     Γυρίσαν άπραγοι στο καταυλισμό, μα ο Οδυσσέας ήταν χαμογελαστός. Όλη 'κείνη η μέρα, πέρασε με ησυχία και χωρίς να πολυκυκλοφορούν έξω. Μόνο η γαργαλιστική τσίκνα των ψητών πετούσε παντού!
     Την άλλη μέρα συνεχίστηκε η ..."πολιορκία"! Η σκλάβα έκανε πάλι τη παράστασή της, σαφώς βελτιωμένα! Γλέντι, χορός, γέλια, μουσική, φαγητό και ...σκλάβα, όλα τεχνηέντως ερριμένα από το Μάστορα Οδυσσέα! Την επομένη, πάλι ησυχία και ξανά έξω ο Πολυμήχανος με την ίδια ακολουθία, δήθεν για κυνήγι. Τούτη τη φορά, τον βρήκαν εύκολα κι είχε πάλι κλάψει!
 -"Ώρα καλή σου φίλε μου. 'Συ που ξέρεις καλά τα κατατόπια, που έχει καλό κυνήγι; Βαρεθήκαμε τις καπνιστές αηδίες"!
 -"Καλή σας ώρα κι εσάς! 'Αστα αυτά Δυσσέα"!
 -"Κι εσύ άστα αυτά Φιλοκτήτη"!
     Κοιταχτήκανε άγρια κάμποσο κι ο Οδυσσέας πάλαιψε να δείξει έτσι, ευχόμενος να πιάσει αυτό το ..."χαρτί". Ο άλλος πάλαιψε, γιατί έτσι έπρεπε να δείξει, ευχόμενος μην απογητευτεί ο άλλος και φύγει. Για λίγο ενεπλάκησαν σ' αυτό το παιχνίδι κι έπρεπε κάποιος να δείξει πως υποχωρεί κι αυτό να γίνει όσο το δυνατό, πιο ομαλά και τιμητικά και για τους δυό! Ο Οδυσσέας -ως ώφειλε- ...έσπασε πρώτος:
 -"Ας μη κακιώνουμε, μιας κι είπαμε πως είμαστε κι οι δυό άξιοι και καθόλου φταίχτες! Είμαι και πιο δυνατός από σένα, λόγω της συνεχούς δράσης"!
 -"Συμφωνώ να μη κακιώνουμε. Όσο για το άλλο που 'πες, καλύτερα να μη χρειαστεί να το διαπιστώσουμε ποτέ"!
 -"Μα τι λες"; χαμογέλασε
 όσο πιο εγκάρδια μπόρεσε, ο Δυσσέας, "Αν σ' έβλεπες θα 'πεφτες κάτω απ' τα γέλια"!
 -"Ίσως... Δε λέω... μα ... πότε πάλαιψες με αρκούδα τελευταία φορά"; του αντιγύρισε 'κείνος, επίσης χαμογελαστός!
 -"Βέβαια..." σοβαρεύεται ξαφνικά, "στο τόξο ήσουν κάποτε άφθαστος. Μα τώρα... ύστερα από τόσα χρόνια..." σταμάτησε αφήνωντας να αιωρείται ο λόγος του! "Ω ... Αρκούδα είπες"; Προσποιήθηκε θαυμασμό... καθυστερημένα, σα μόλις να 'χε καταλάβει, τι άκουσε!
 -"Στιγμή δε το παράτησα το τόξο! Πως θαρρείς ότι επέζησα; Μάλιστα λέω, ίσως να 'μαι ακόμα καλύτερος..."
 -"Καλό αυτό για σένα! Λοιπόν θα μου δείξεις κανά καλό μέρος για κυνήγι, μα ...χωρίς αρκούδες παρακαλώ..."
 -"Ωστε δε σου γεμίζω το μάτι ε"; χαμογέλασε το ...θεριό. "Τότε να βρεις μονάχος σου"!
 -"Είσαι ακόμα χολωμένος ε; Δε σε αδικώ! Πάμε συντρόφοι και θα βρούμε μονάχοι μας"!
 -"Πριν δέκα χρόνια, δεν είχα κανένα να μου δείξει! Μονάχος έμαθα κι εγώ, έννοια σου"!
 -"Ναι μα είχες όλο το χρόνο να δεις και να μάθεις. Εμείς όχι"!
 -"Το στομάχι δε περιμένει τίποτα και κανένα κι έπρεπε να μάθω γρήγορα"!
 -"Πάλι δίκιο έχεις! Γιε του Ασκληπιού, περιποιήσου τον λιγάκι και άντε πάμε να βρούμε το καλύτερο θήραμα, να του μπούμε στο ...μάτι τούτου του ...ξιπασμένου"! αστειεύτηκε με ρίσκο ο Πολύτροπος!
     Ο Μαχάων κίνησε αποφασιστικός κι άνετος, κρατώντας μόνο το σάκο με τα γιατροσόφια του. Ωστόσο, καλά δασκαλεμένος, όσο πλησιάζε τόσο έδειχνε αποθαρρυμένος. Μόλις έφτασε στο μισό μέτρο, στραβομουτσούνιασε:
 -"Καπετάνιο, τούτος 'δω βρωμά και ζέχνει.
 Δε με κόφτει, που δε μπορώ να δουλεψω καθαρά κι ίσως κάνω κανά λάθος που δε θα βλέπω καλά τις πληγές του, μα ίσως αντί καλού κάνω ζημιά, μολύνοντάς τες πιότερο"!
 -"Σωστά! Δε πέθανε δέκα χρόνια, που του κάμαμε τόσο κακό, μη μας πάθει τώρα, που θέλουμε να του κάμουμε καλό"!
     Εκείνος, που τόση ώρα κοιτούσε μιά τον ένα και μιά τον άλλο, άφωνος κι άβουλος, αντέδρασε ξαφνικά:
 -"Παρατήστε με ήσυχο! Τόσο καιρό ήμουν καλά κι είχα ξεχάσει, όλα όσα είχα στερηθεί και τώρα 'σείς μου ξυπνήσατε τα πάντα"!
 -"Ώρες είναι να μας κατηγορήσεις κιόλας,
 επειδή ενδιαφερθήκαμε! Καλός είσαι και του λόγου σου! Μαχάονα, άστον...! Τόσα χρόνια, η σκέψη όλων μας, ήταν στην αδικία που του κάναμε... οι τύψεις... και στη πρώτη ευκαιρία, που μας προσέφερε τούτος ο σκληρότατος κι αδηφάγος πόλεμος, σπεύσαμε... Αργήσαμε, δε λέω, μα κάλλιο αργά παρά ποτέ..."!
 -"Όχι! Έχω δώσει ιερό όρκο να γιατροπορεύω τους ανθρώπους. 'Ασε με να προσπαθήσω, αλλά δεν εγγυώμαι τίποτε!. Με τόση τρίχα και τόσα ζούδια πάνω του..." είπε ο καλοδασκαλεμένος Μαχάων.
     Ο Οδυσσέας στράφηκε προς τον Φιλοκτήτη κι έπαιξε το ...χαρτί του:
 -"Πάμε στο καταυλισμό, να σε περιποιηθούμε, να νιφτείς και να σου κόψει η δούλα, μαλλιά, γένια και νύχια κι έννοια σου, ο γιατρός μας θα σε κάνει πάλι άνθρωπο! Έλα"!
 -"Φύγετε. Ώρα καλή κι ευχαριστώ". Είπε το ...θεριό κι εξαφανίστηκε αμέσως!
     Στό καταυλισμό, η ίδια τακτική: Σιωπή και τσίκνα τη μια μέρα και την άλλη γλέντι, φασαρία και ...δούλα! Δε πέρασαν πολλές μέρες κι ένα πρωΐ, μόλις που 'χαν ξυπνήσει και λίγο πριν κάνουν οτιδήποτε, άκουσαν θόρυβο. Είχε έρθει φέρνοντάς τους ένα φρεσκοσκοτωμένο αγριογούρουνο! Ο Οδυσσέας, χαμογελώντας μέσα του κι απ' έξω του σοβαρός, είπε:
 -"Καλώς τονε. Βλέπω είσαι αρκετά ικανός ...ακόμα..."
 -"Το κυνήγησα και με οδήγησε ως εδώ. Το σκότωσα, όχι μακρύτερα... Ώστε εδώ είστε; Καλώς σας βρήκα".
 -"Χαίρομαι που μας βρήκες. Αν μ' είχες ρωτήσει θα σ' είχα κατατοπίσει..." είπε δυνατά! Πολύ δυνατά!
     Η σκλάβα βγήκε μισόγυμνη από τη σκηνή της. Το 'να στήθος της απρόσεκτα, είχε βγει από το πέπλο κι όπως ήταν από τον ύπνο, με ξέπλεκα μαλλιά, δε καλυπτόταν το κορμί της καλά. Μόλις είδε τον νιόφερτο, έβαλε στο χέρι στο στόμα και φώναξε:
 -"Θεοί τι 'ναι τούτο το αγρίμμι"! Μ' αυτή τη κίνηση, βγήκε κατά λάθος και το άλλο της στήθος. Ο Φιλοκτήτης ταράχτηκε φανερά κι έκανε να φύγει:
 -"Μιας και σας βρήκα, λέω να σας αφήσω να συνεχίσετε και σας χαρίζω τούτο το κυνήγι, δώρο. Θα πιάσω εύκολα κάποιο άλλο. Πάω, ώρα καλή σας", είπε μα τα μάτια του ήταν στη σκλάβα.
     Εκείνη συνειδητοποιώντας -τάχα- τη γύμνια της, παρακολουθώντας το βλέμμα του, βάλθηκε να τακτοποιηθεί, μα το 'καμε με τρόπο, που καλύτερα να 'χε μείνει ολόγυμνη. Παιδεύτηκε να σκεπάσει το στήθος, λες κι εκείνο προτιμούσε να μνέσκει βορά στα μάτια του πεινασμένου. Έπειτα στη προσπάθεια, αποκάλυψε στιγμιαία κι άλλα ενδιαφέροντα σημεία: το στρογγυλό αφαλό, που 'μοιαζε σα στολίδι στη γυμνή, σταρένια κοιλιά και για πολύ λίγο, το σγουρό σκούρο τριγωνάκι της ήβης της. Σταρόχρωμο κορμί, βαμμένο από τον ήλιο. Ύστερα, γύρισε με βιάση να πάει στις δουλειές της και στη περιστροφή του πρόστυχου κι ανυπάκουου πέπλου, φανερώθηκε το πάνω μέρος των γλουτών και τα χαριτωμένα πισινά της.
     Ο Οδυσσέας συνεχάρη μέσα του τη μικρή κι όταν κατάφερε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της, κοίταξε τον Φιλοκτήτη. Είχε αρχίσει να φεύγει μα με την όπισθεν, κοιτάζοντας μαγεμένος εκεί. "Καλά πάμε", σκέφτηκε...
 -"Ευχαριστούμε πολύ για το όμορφο δώρο σου φίλε μου. Θέλω κι εγώ να σου κάνω ένα δώρο.
 Δέξου σε παρακαλώ τις περιποιήσεις μας. Σε δυό μέρες θα φύγουμε και θα σ' αφήσουμε ήσυχο αφού έτσι θέλεις. Τουλάχιστον άσε μας να σε κάνουμε άνθρωπο τούτη τη φορά".
     Ενώ η σκλάβα χάθηκε από το οπτικό πεδίο του, εκείνος εξακολουθούσε να κοιτά προς τα 'κει, που θα 'πρεπε να βρισκόταν! Απάντησε μηχανικά κι αυτόματα:
 -"Ποιό το όφελος Δυσσέα; Αφού σε λίγο καιρό, πάλι ολομόναχος και
 σα ζώο θα 'μαι"!
 -"Ε τότε έλα μαζί μας!
 Ξέρω, έχεις συνηθίσει μονάχος, με κινδύνους κι ησυχία. Όχι μάχης αντράλα, πληγές, αγωνίες κι επαφές μ' αταίριαστα και μισητά πρόσωπα. Μα προτείνω να 'ρθεις. Θα 'χεις γλυτώσει δέκα ετών κόπους μα όταν πέσει, σε λίγες μέρες το κάστρο, η μοιρασιά θα 'ναι ίση! Αυτό στο εγγυώμαι"!
 -"Όχι δε θέλω. Προτιμώ εδώ μόνος και μήτε τα λάφυρα όλου του κόσμου δε πληρώνουν τα δέκα χαμένα χρόνια. Αλλά για να μη με λες κακότροπο και πικρόχολο, δέχομαι κι εγώ το δικό σου
 δώρο! Κάντε με να νιώσω έστω και για λίγο, άνθρωπος κι άμετε στο καλό σας ύστερα".
 -"Μαχάονα, άκουσες; Πάρε τη σκλάβα, δώσε της οδηγίες για να τον περιποιηθεί, να τον καθαρίσει και να τον φτιάξει ακόμα κι αν
 τελειώσει όλο το νερό της θάλασσας, όλες μας τις προμήθειες κι όση ώρα πάρει! Κι έπειτα, καθαρό, παράλαβε και γιατροπόρεψε τον, σα να 'ταν ο πατέρας σου. Μη νοιαστείς για πόσο θα σου πάρει. Ας περιμένουν Αχαιοί και Τρώες λιγάκι, δε πειράζει! Το πολύ-πολύ σα γυρίσουμε, να 'χουν τελειώσει. Τόσο το καλύτερο, λέω. Όταν τελειώσετε, θέλω να ξαναδώ και να θυμηθώ τη μορφή του, που κοντεύω να ξεχάσω. Δε σας κρύβω, πως έχω υποψία, μη και δεν είναι τούτος 'δω ο Φιλοκτήτης"!
 -"Μάλιστα Καπετάνιε"! και στρεφόμενος στο θηρίο: "Πάμε ταλαιπωρημένε μου φίλε".
     Αφέθηκε να οδηγηθεί άβουλος, σιωπηλός κι αμήχανος. Ο γιατρός τον παρέδωσε στη σκλάβα, που εκείνη τη στιγμή, έπαιρνε το μπανάκι της στη θάλασσα, ολόγυμνη. Τις είπε τις διαταγές του αρχηγού κι αποσύρθηκε διακριτικά. Έμεινε να τη κοιτά, νιώθωντας πρώτη φορά, ντροπή για την εμφάνισή του. Μπήκε κι αυτός στο κρύο νερό να ξεπλυθεί, κάπως, μα πιότερο μπήκε για να κρύψει τη βασανιστική στύση που τον ταλαιπωρούσε ώρα πολλή. Του κάκου όμως, αν κι εκείνη του φέρθηκε, όπως μια νοσοκόμα σε ασθενή. Δεν έκρυψε την αηδία της, για τη βρώμα του κι άφησε να εννοηθεί, πως δεν έπρεπε καν να σκεφτεί να την αγγίξει, αν δε γινόταν πάλι άνθρωπος.
     Τον έπλυνε καλά και παντού. Αργά και βασανιστικά! Του 'κοψε τα μαλλιά, τα γένια και τα νύχια κι όλη την ώρα, γυμνός καθώς ήταν δεν είχε πια τρόπο να κρύψει τον ερεθισμό του. Εκείνη δε σχολίασε, μα και δεν απέφυγε σε φροντίδες και ματιές, απολύτως τίποτε. Τον αρωμάτισε, τον περιποιήθηκε κι όταν εκείνος, μη αντέχοντας άλλο, τελείωσε μόνο με τη σκέψη και με τα ελάχιστα στιγμιαία αγγίγματά της, τον μάλλωσε τρυφερά:
 -"Είδες; Τώρα θα πρέπει να σε ξαναπλύνω και να πλύνω κι εγώ το μπράτσο και το πέπλο μου! Μα δε πειράζει. Ο δύσκολος καθαρισμός έχει γίνει πια, τώρα μείνανε τα εύκολα"!
 -"Λέω θηλυκιά μου, ν' αναβάλλουμε λιγάκι τον εύκολο, όπως λες, καθαρισμό..."
 -"Γιατί; Κουράστηκες; Βαρέθηκες; Θέλεις να συνεχίσουμε αύριο"; ρώτησε μισοκακόμοιρα 'κείνη.
 -"Όχι. Απλά σκέφτομαι να
 λερώσω κι άλλα σημεία στο κορμί σου και να λερωθώ κι εγώ πάλι... Έπειτα, σα τελειώσουμε, πλενόμαστε κι οι δυό, μια και καλή"!
     Εκείνη, τότε και μόνο τότε, επέτρεψε να φανεί στο βλέμμα της η λαγνεία κι αφέθηκε στα χέρια του...
     Μετά από δύο μέρες, εμφανίστηκε ένας νέος Φιλοκτήτης, στα μάτια του Οδυσσέα, συνοδευόμενος από το γιατρό και τη σκλάβα. Ο αρχηγός έδειξε έκπληξη τάχα:
 -"Ποιός ειν' ο ξένος, Μαχάονα; Που τον βρήκατε";
 -"Φίλε μου Δυσσέα, είσαι πάντως μεγάλη μάρκα"!
 -"Βρε-βρε" χαμογέλασε, "Φιλοκτήτη, τώρα μπορώ να σ' αγκαλιάσω και να σε χτυπήσω αντρίκεια στη πλάτη, επιτέλους"!
 -"Ας το δεχτώ", έκανε με δήθεν ξυνισμένα μούτρα ο άλλος, "γιατί θέλω να σ' ευχαριστήσω για όλα όσα έκαμες για μένα"! και χαμογέλασε εγκάρδια.
 -"Δεν έκαμα τίποτε. Μείνε μαζί μας τούτο το στερνό βράδυ. Να φάμε, να πιούμε, να μιλήσουμε, να γελάσουμε και να διασκεδάσουμε. Εμείς αύριο θα φύγουμε και ξέρεις πως θα 'θελα να 'ρθεις μαζί μας. Μα ξέρω δε θέλεις και θα το αποδεχτώ. Αλλά τούτο το τελευταίο βράδυ, μείνε. Θα μας δώσεις μεγάλη τιμή και χαρά".
     Ο Φιλοκτήτης στέκει σκεφτικός. Ξέρει πως η ερημιά του θα 'ναι πολύ πιο σκληρή πλέον. Όπως τότε και χειρότερα ακόμα! Το κονάκι δε θα τον χωρά. Τα ζώα δε μιλάνε την ίδια γλώσσα. Δε γελάνε μήτε κλαίνε. Δε γλεντάνε. Ξέρει πως δεν είναι ζώο. Δε θέλει πια να 'ναι μόνος, σώνει πια! Νιώθει -ξέρει- πως εξυπηρετεί τη χρεία τους. Μα το θέμα είναι πως κι εκείνος έχει μεγάλη χρεία και πως δε πρέπει να πέσει εύκολα. Αύριο, λίγο πριν σαλπάρουν, τότε και μόνο τότε θα μάθουν. Σήμερα έχει γλέντι και κάλλη χαρωπά!
     Ο Οδυσσέας τον κοιτάζει και ξέρει τι σκέφτεται. Βλέπει να διαγράφονται ανάγλυφα, οι σκέψεις πάνω στο δέρμα του προσώπου του! Δε θα δείξει τίποτε, μήτε να θριαμβολογήσει πρέπει. Πρέπει να αφήνουμε στον άλλο, αξιοπρέπεια στην ήττα, όπως πρέπει να 'μαστε αξιοπρεπείς στη νίκη. Θαυμάζει τούτο τον άνθρωπο για τη μάχη που 'δωσε κι ας ήξερε πως ήταν χαμένος από χέρι. Ξέρει πως κάποια στιγμή θα μάθει. Ωστόσο, δεν έχει σημασία πια αυτό.
 -"Λοιπόν έλα, μη το σκέφτεσαι βρε φίλε. Μια νύχτα είναι. Αύριο, πριν φύγουμε, αν θες παραβγαίνουμε και στο τόξο"!
 -"Μετά χαράς και τιμή μου. 'Αντε λοιπόν, γλέντι! Βάλτε να φάμε, βάλτε να πιούμε, γιατί φαγεί και πιει και κάλλη χαρωπά, στου 'Αδη τις ειρκτές δε θα τα βρούμε"!
     Αγκαλιάστηκαν αντρίκεια και χτύπησαν τις πλάτες τους.
     Όταν επέστρεψαν όλοι μαζί στο στρατόπεδο, έγινε μεγάλο σούσουρο. Ανταλλάξανε λόγια συγκινητικά:
 -"Ξέρεις Φιλοκτήτη", είπε με στόμφο και δακρυσμένα -που τα βρήκε ο άτιμος- ο Αγαμέμνονας, "τόσο καιρό, στοίχειωνες τις νύχτες μας. Στιγμή δεν έφυγες από το νου μας. Σε συζητάγαμε στις λίγες στιγμές ανάπαυλας. Προσευχές και θυσίες κάναμε για σένα να τα καταφέρεις.." κι ένα σωρό τέτοια που ο άλλος καμώθηκε πως πίστεψε. 'Αλλωστε, δεν είχε ακόμα λόγο γι' αντίθετο. Έπειτα, μέσα στην αντάρα της μάχης, ξεχάστηκαν όλα.
     Ακόμα κι ο ίδιος ο Όμηρος, συνεπαρμένος από τη θέρμη της πένας, ξέχασε να μας πληροφορήσει, αν έμαθε ποτέ το χρησμό. Πάντως όλοι μείναν ικανοποιημένοι: Φιλοκτήτης, Οδυσσέας, Αγαμέμνων, Μενέλαος κι οι Θεοί!
     Μόνον οι Τρώες δε μέινανε γιατί, από το αλάνθαστο χέρι του, οδηγήθηκε πρόωρα στον 'Αδη, ο Πάρις...
     Α κι ο Κάλχας, γιατί σε λίγο θα 'πρεπε ίσως να ξαναχρησμοδοτήσει, αν το κάστρο δεν έπεφτε σύντομα...

 "Στις χρείες                               
  τούτου, του
                                Γενάρης 2004
  Πάνω Κόσμου..."
__________________________________________________________________

    *Στο 4ο Θεατρικό μου μιλώ πάλι για τον Φιλοκτήτη. Εκεί πιάνω το θέμα, από μιάν άλλη σκοπιά και σε συνδυασμό, με άλλους ήρωες, με παρόμοιες επιλογές!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers