Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ο Dali & Εγώ 

σ. ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ DALI: Το Μαγικό Σημειωματάριο

 

   
                                      Η Μεταμόρφωση Του Ναρκίσσου

     (Η Τριπλή μεταμόρφωση. Τρία διαφορετικά στοιχεία, τρία διαφορετικά σημεία, τρεις διαφορετικές οπτικές, τρεις διαφορετικές εκφάνσεις. Λουλούδι της πέτρας, λουλούδι του κεριού κι η ανάκλαση. Όλες αναγκαστικά είν' υπαρκτές κι όλες μπορούνε και να μην είναι. Μπορεί κάλλιστα κάποιος να διαλέξει μονάχα μια ή δυο, όπως τ' αρέσει. Όποια τον εκφράζει, όποια τονε βολεύει, όποια αγαπά, και ν' αποκλείσει τη μισητή εκείνη... Ποιος είναι πιο αληθινός; Ποιος είναι πιο μισητός; Κανείς! Κι όλοι! Είτε έτσι είτε αλλοιώς, όλοι τους -κι εμείς μαζί- ενυπάρχουνε στο χώρο, προσθέτοντας ίσως την απαραίτητη εξισορρόπηση. Αν τραβήξεις κάποιον θα καταρρεύσει ο πίνακας. Αν πάλι δε βάλουμε το προσωπικό μας στοιχείο, δεν υπάρχει καν πίνακας. Οι λεπτομέρειες που 'ρχονται να χτίσουν το δόμημα πάμπολλες και θα μπορούσα να μιλώ για ώρες. Μυρμήγκια έρχονται, σκύλος που τρώει τα υπολείμματα ενός ψοφιμιού, ο χορός των νεαρών Νάρκισσων, το άγαλμα επίσης του νεαρού Νάρκισσου. Όλα προς ...ανάγνωση και ...βρώση. Σχεδόν τίποτε, σχεδόν κανείς, σχεδόν καθόλου, σχεδόν...)

     Μιά φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας Βασιλιάς και μιά Βασίλισσα, που δεν είχανε παιδάκια και πολύ θέλανε ν' αποκτήσουν ένα. Ο Βασιλιάς ήθελε γιό-διάδοχο που να του μοιάζει, να το παίρνει μαζί του στο κυνήγι, να του μαθαίνει όλα όσα ξέρει και το διατυμπάνιζε συνεχώς. Στην αρχή με καμάρι, περηφάνια και γλυκιά προσδοκία. Όσο περνούσε όμως ο καιρός κι ο διάδοχος δεν ερχόταν, με θλίψη, ασίγαστο πόθο κι ακόμα-ακόμα, με απογοήτευση.
     Η Βασίλισσα, ενδόμυχα, ήθελε κορούλα, που να της μοιάζει. Να τη ντύνει, να τη στολίζει, -έτσι ως αρμόζει σε μια πριγκιποπούλα-, να της φορά κορδελίτσες στα καλοχτενισμένα μαλλάκια και να της μαθαίνει όλα όσα ξέρει. Ο καιρός όμως περνούσε κι ο πελαργός δεν έλεγε να φανεί. Σιγά- σιγά, που η απογοήτευση φώλιασε για τα καλά μέσα τους, πάψανε να μιλάνε γι' αυτό το θέμα.
     Ο Βασιλιάς ήταν καλός, σώφρων κι ισχυρός ηγέτης. Διοικούσε το τόπο με σύνεση και γενικά ήταν αγαπητός. Η Βασίλισσα ήταν καλή, ήσυχη και πρόσχαρη επίσης. Ήταν μια μικρή όμορφη πριγκηπέσα, όταν τη γνώρισε, σε κάποιο μακρινό βασίλειο που 'χε πάει για εθιμοτυπική επίσκεψη. Την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα κι εκείνη ανταπέδωσε αμέσως. Δεν άργησε μάλιστα να τη ζητήσει επίσημα σε γάμο. Ήταν γύρω στα τριάντα κι εκείνη βάδιζε στα είκοσι, όταν έγινε η τελετή, που ένωσε τις ζωές τους! Και τί τελετή! Χάλασε ο κόσμος!
     Τώρα πια ζύγωνε τα σαρανταπέντε κι είχε μιάν εντελώς ευτυχισμένη ζωή μαζί της, με μόνο σύννεφο, την απουσία διαδόχου. Και να πεις πως δε δοκιμάσανε τα πάντα! Επιστημονικά και γιατροσόφια, μαγεία και βασκανία, όλων των ειδών τα προϊόντα κι όλες τις συνταγές-συμβουλές δοκιμάσανε, χωρίς αποτέλεσμα. Τώρα πια είχανε σταματήσει ακόμα κι αυτές τις απεγνωσμένες απόπειρες, αποδεχόμενοι σιωπηρά τη μοίρα. Μη νομίζετε πως αυτό που 'λειπε ήταν κάτι απλό. Ίσα-ίσα, σκίαζε αρκετά, ένα, κατά τ' άλλα, ευτυχέστατο βίο.
     Ο άνθρωπος τελικά, έτσι είναι πλασμένος: Ν' αναζητά στη ζωή, με ηδυπάθεια μάλιστα, κάτι που να του χαλά τη σκέψη, παραβλέποντας όλα τ' άλλα, που μπορεί να 'ναι καλά. Είναι υγιές μα και νοσηρό! Υγιές, γιατί είναι πάντα σε τάση αναζήτησης και βελτίωσης, μα νοσηρό, γιατί δε μένει συνήθως, μόνον εκεί. Μοιάζει με κουρσευτή, που συνεχώς προελαύνει κι αφού έχει κατακτήσει κόσμους πολλούς, πλούσιους κι υπέροχους, συνεχίζει ασταμάτητα. Μεταφέρει τα βελάκια κυριαρχίας, πιο μπροστά στο χάρτη, αντί να σταματά για να υποστηρίξει, να φροντίσει, ν' αγαπήσει και ν' αφομοιώσει τους κόσμους που κατέκτησε. Όπως είναι φυσικό, τις περισσότερες φορές αυτό, έχει καταστροφικά αποτελέσματα.
     Έτσι είχαν τα πράματα, σαν έφτασε στο βασίλειο, ένας πολύ παράξενος άνθρωπος. Έδειχνε αρχοντικός μα δεν ήταν άρχοντας. Έδειχνε σοφός, χωρίς να το εμφανίζει. Έδειχνε νέος, μα τα 'χε τα χρονάκια του. Έδειχνε όμορφος μα ήταν κι άσχημος. Δε θα μπορούσε κανείς να τον κατατάξει κάπου κι αυτό, γιατί είχε την ιδιότητα ν' αλλάζει έτσι, αναλόγως με ποιόν ή ποιά συναναστρεφόταν. Επειδή δεν έμαθε κανείς το όνομα του, όσο έμεινε στο βασίλειο, θα τον προσφωνούμε, από 'δω και στο εξής, με τη λέξη που τον χαρακτήριζε: "Πασπαρτού"!
     Όταν συναναστρεφόταν, π.χ. μιαν ανέραστη γυναίκα που μαγευόταν από το μυστήριο, το άγνωστο κι είχε βαρεθεί τους άντρες του βασιλείου, τότε, γινόταν στα μάτια της, "γοητευτικός κι ενδιαφέρων" και προσδιόριζε την πιθανή του ηλικία, σε κοντινή με τη δική της.
     Αν τον προσέγγιζε κάποιος με λαχτάρα για μάθηση κι αναζητούσε συμβουλές, γοητευμένος από τη σταθερότητα, την ήρεμη, έξυπνη φυσιογνωμία και το πολυταξιδεμένο βίο, τότε γινόταν στα δικά του μάτια, σοφός ηλικιωμένος δάσκαλος-ταξιδευτής. Όμοια, μπορούσε να εμφανίζεται σαν επίφοβος μονομάχος, ζεστός φίλος, εκνευριστικός "ξερόλας" κλπ...
     Μετά από παραμονή λίγων μηνών, η φήμη του έφτασε και στο παλάτι. Εκείνο που παραξένεψε κι έκανε το βασιλικό ζεύγος να τον καλέσει, ήταν το πάθος κι η ζέση που 'χαν υποστηριχθεί οι τόσον ετερόκλητες περιγραφές, από τους φέροντές τους. Σα τον αντίκρισαν, κατάλαβαν αμέσως, πως είχαν εμπρός τους ένα παράξενο, αντισυμβατικό κι αρκετά ενδιαφέροντα άνθρωπο, ακαθορίστου ηλικίας.
     Μετά τη πρώτη φορά, του ζήτησαν να τους επισκέπτεται συχνά κι αυτό τελικά έγινε καθημερινή συνήθεια. Δέχτηκε, χωρίς να δείξει χαρά ή δυσφορία, εξαναγκασμό ή βαρεμάρα. Τίποτε απολύτως! Είδαν γρήγορα, πως είχε παράξενη "αύρα" γύρω του κι όπως ήταν αναμενόμενο, έκαστος των δύο, είδε σ' αυτόν κάτι διαφορετικό.
     Ο μεν, είδε έναν εξαίρετο φίλο, σύμβουλο και δεινό συμπαίκτη στο αγαπημένο του σκάκι. Κάθε παρτίδα ήταν μιά σημαντική, φαινομενικά ήρεμη, μα γεμάτη ένταση, μάχη, με νίκες εκατέρωθεν. Κάθε φορά, νέες τακτικές, νέες άμυνες κι επιθέσεις, νέες βαριάντες κι επινοήσεις και φυσικά, πάντα συναρπαστικές, με αμφίβολο -εξ αρχής- το τελικό αποτέλεσμα!
     Η δε, είδε ένα τρομερά γοητευτικό κι ενδιαφέροντα άντρα κι ενδόμυχα, ένα σοφό, πιθανό γιατρό για το πρόβλημά της. Οι συζητήσεις τους ήταν μαραθώνιες, όταν ο Βασιλιάς κυβερνούσε κι έλλειπε από τη σάλα με το τζάκι. Σκέφτηκε μάλιστα, χωρίς να το μολογήσει, πως της έλλειπε ο πατέρας της. Είχε παντρευτεί μικρή βλέπετε και καμιά φορά, αναλόγως τις περιστάσεις, δεν είναι απίθανο να σκεφτεί έτσι μια γυναίκα.
     Δυστυχώς, δε κατέστη δυνατό να μάθουν κάτι για το παρελθόν και τις ρίζες αυτού του ανθρώπου. Θα 'λεγε κανείς πως γεννήθηκε ξαφνικά, σε 'κείνο το τόπο και μάλιστα μεγάλος κι -αν είναι δυνατόν- έτοιμος. Ο ίδιος ο Βασιλιάς, ζήτησε να λάβει πληροφορίες, κίνησε όλα τα νήματα και προς όλες τις κατευθύνσεις, μα τίποτε! Παντού, απ' όπου κι αν είχε περάσει πριν, δεν ήξεραν τίποτε περισσότερο, απ' όσο 'κείνος. "Ναι! Είχε περάσει ένας ήσυχος, παράξενος κι αντισυμβατικός άνθρωπος, ακαθορίστου ηλικίας" και τίποτε άλλο! Αφού λοιπόν, δε μπορούμε να μάθουμε τίποτε, ας αρκεστούμε με τη παρουσία του, για να περιγράψουμε καλύτερα το συμπαίκτη-συζητητή του βασιλικού ζευγαριού.
     Μιλούσε ελάχιστα από μόνος του, μα δε φειδόταν διόλου, όταν του 'πιανε κάποιος τη κουβέντα. Όχι ιδιαίτερα φλύαρος, μα έδειχνε να θεωρεί σημαντικό κάθε συνομιλητή και κάθε θέμα συζήτησης. Κάρφωνε τα, ακαθορίστου χρώματος, μάτια σ' αυτά του άλλου, χειρονομούσε έντονα, συνοδεύοντας τις φράσεις του και μερικές φορές, άγγιζε ελαφρά το συνομιλητή. Ανάλογα το θέμα, ο τόνος της φωνής του είχε πότε ένταση, πότε χιούμορ και πότε ηρεμία κι επίσης ανάλογα, τη χρωμάτιζε με τέχνη.
     Μιά άλλη χαρακτηριστική ιδιότητα, ήταν η παράξενη λήθη, που σκορπούσε πίσω, γύρω από τη παρουσία του. Αυτοί που τον αγαπήσανε μα κι αυτοί που τόνε μίσησαν, όταν πέρασε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, που 'χε φύγει, δε θυμόνταν να τον περιγράψουν. Μόνο το στερεότυπο: "Ένας παράξενος, ήσυχος κι αντισυμβατικός άνθρωπος, ακαθορίστου ηλικίας"! Αυτό έχει και την εξήγησή του: Αφού καθείς έβλεπε σε 'κείνον ότι ο ίδιος ήθελε να δει, εύλογα δε πρόσεχε τίποτε άλλο, ουσιαστικά κοιτάζοντας τον ίδιο τον εαυτό του, δίνοντας παράλληλα την ευκαιρία στον "Πασπαρτού" να καμουφλάρει -για τους δικούς του λόγους φυσικά- τη παρουσία του! Όσο για το μίσος ή τον έρωτα, -αυτά καθ' αυτά-, ο χρόνος κι ο εγωϊσμός φρόντιζαν να καλύψουν τα ίχνη, σα μιά φυσική άμυνα στο πόνο ή στη ταπείνωση.
     Έτσι λοιπόν, ύστερα από λίγους μήνες αφ' ότου έφυγε, όπως συνέβη και σ' άλλα μέρη, η λήθη έπεσε σα πέπλο, πίσω του κι επίσης η κοιλιά της Βασίλισσας άρχισε να φουσκώνει. Ω! όταν αυτό επιβεβαιώθηκε -και μάλιστα πολύ καλά, για να μην υπάρχουν αμφιβολίες- γιόρτασε όλο το βασίλειο! Όλοι μιλούσαν για θαύμα κι ο Βασιλιάς περιχαρής έδειχνε να 'χει ξανανιώσει. Η Βασίλισσα δε, περιέφερε με περηφάνια την Υψηλότατη κοιλιά της, που όλο και μεγάλωνε μέρα τη μέρα, λες κι ήταν η μοναδική σ' ολάκερο το κόσμο, που 'χε πετύχει κάτι τόσο σπουδαίο!
     Οι γιατροί του παλατιού, δεν έκρυβαν μιάν ανησυχία γιατί η επίδοξη Βασιλομήτωρ, ήταν κάπως μεγάλης ηλικίας. Αλλά συμβαίνουν αυτά και παρόλη τη πιότερη προσοχή που 'πρεπε να δείχνουν όλοι, δε μειωνόταν η γενική χαρά.
     Πράγματι έφτασε ο καιρός και γεννήθηκε -με κάποια μεγαλύτερη ταλαιπωρία για τη μαμά- ένα όμορφο, υγιέστατο και στρουμπουλό αγοράκι, που 'ταν, κατά γενικήν ομολογία, φτυστό ο μπαμπάς του! Ω! πόσα χάδια, πόσα λόγια, πόσα παιχνίδια, πόσα ... πόσα... πόσα... είχε αυτό το μωρό! Ανυπολόγιστα! Ίσως όσα, κανένα μωρό στο γνωστό κόσμο μας -κι είναι λογικό να σκεφτεί κανείς το γιατί- δεν είχε ποτέ!
     Το Πριγκιπόπουλο μεγάλωνε μ' όλα τούτα τα καλά. Όταν έφτασε σε ηλικία που μπορούσε να διαβάζει και να γράφει σωστά, το κάλεσε η μαμά στο δωμάτιό της. Το πήρε αγκαλιά και του 'δωσε ένα μεγάλο κι ομορφόδετο σημειωματάριο. Του 'πε συνωμοτικά, πως αυτό ήταν Μαγικό Σημειωματάριο κι αν ορκιστεί με φοβερό όρκο, να κρατήσει το μυστικό για πάντα, θα του εξηγήσει τι ακριβώς πρέπει να κάνει και δε θα χάσει. Το μικρό, γούρλωσε τα ματάκια του με θαυμασμό κι απορία, υποσχέθηκε με όρκο βαρύ κι άκουσε τα εξής:
-"Σ' αυτό το Μαγικό Σημειωματάριο, θα γράφεις κάθε μήνα τις μυστικές σου σκέψεις κι επιθυμίες. Τι αγαπάς και τι δε θέλεις. Αυτό θα τις μαζεύει, θα τις μελετά, παράλληλα θα μελετά τι καλό παιδάκι ήσουν κι αναλόγως θα κάνει ή όχι αυτά που ζητάς. Θα επηρεάζει τη ζωή σου, βασισμένο μόνο σε σένα, αλλά μη ξεχνάς ποτέ σε παρακαλώ, πως αυτό πάντα θα εξαρτιέται από τη συμπεριφορά σου. Αν είσαι πολύ κακό παιδί δε θα 'χεις τίποτε, αν είσαι λίγο καλό, λίγα κι αν είσαι πολύ καλό, πολλά! Η επιλογή θα 'ναι δική σου πάντα! Κατάλαβες γλυκό μου αγοράκι";
     Εκείνο ένευσε καταφατικά μαγεμένο. Του 'δωσε το Μαγικό Σημειωματάριο, το Χρυσό Κλειδάκι, -γιατί κλείδωνε κιόλας- κι οδηγίες να το κρύψει κάπου, που μόνο 'κείνο θα 'ξερε. Δεν έπρεπε να μάθει, μήτε να το δει ποτέ κανείς άλλος, γιατί ήταν δικό του Μαγικό Σημειωματάριο. Δεν έπρεπε να ξέρει ούτε καν η ίδια. Το αγοράκι υποσχέθηκε αμέσως με ζήλο, τη καληνύχτισε μ' ένα φιλί κι έφυγε συνεπαρμένο τρέχοντας!
     Ουσιαστικά, επρόκειτο για τέχνασμα υπερπροστατευτικής, αδύναμης κι άπειρης μεγαλομάνας, που πίστευε πως έτσι θα βοηθούσε το γιό της, να γίνει σωστός άνθρωπος στο κόσμο και σωστός κυβερνήτης, ενώ παράλληλα εξασφάλιζε ότι θα 'ξερε ανά πάσα στιγμή, τις σκέψεις του. Το "ντρεσσάρισμα" αυτό, από αυτή τη τόσο τρυφερή ηλικία, θα το καθοδηγούσε, κατάλληλα, ανάλογα φυσικά, με τα δικά της μυαλά.
     Η μόνη δυσκολία συνίστατο στο να ξέρει τη κρυψώνα του. Για αντικλείδι δε γίνεται καν λόγος, γιατί όλα τα σημειωματάρια πωλούνται με δυό τουλάχιστον κλειδιά. Πολύ πριν του το δώσει, τον είχε με τέχνη καθοδηγήσει, στο να φτιάξει ένα δικό του χώρο, που δε πάταγε κανείς -βάσει οδηγιών της- κι υποτίθεται πως αγνοούσαν όλοι.
     Μπορεί κανείς να πει λοιπόν, πως είχε χτίσει πάρα πολύ προσεκτικά την ιδέα της. Ωστόσο, για να 'ναι σίγουρη, μελετούσε καλά τις κινήσεις του, είχε -ή πίστευε πως είχε- μάθει το τρόπο που αυτός σκεφτόταν, εν αγνοία του. Παρόλα αυτά, η αγωνία της εκείνο το πρώτο βράδυ ήταν μεγάλη, μέχρι να βεβαιωθεί πως ο μονάκριβός της, θα ακολουθούσε τις προσδοκίες της. Με μεγάλη ανακούφιση, είδε πως όλα πήγαν έτσι όπως υπολόγιζε και μόνο τότε ξάπλωσε να κοιμηθεί ήσυχη.
     Στο τέλος του μήνα, άνοιξε κρυφά το Μαγικό Σημειωματάριο και διάβασε τις πρώτες του φράσεις. Εδώ ακριβώς η ιστορία μας, θα κάνει ένα χρονικό άλμα δώδεκα περίπου ετών, σε μιάν άλλη βραδιά, που μια μεσήλικας Βασίλισσα, είναι πάλι στο ίδιο σημείο, στην ίδια κρυψώνα και ξαναδιαβάζει τούτες τις πρώτες γραμμές...
     ...Τα πρώτα αβέβαια παιδικά γραμματάκια της πρώτης εγγραφής κι έπειτα, προχωρά σιγά-σιγά και με τυχαία επιλογή, στα δώδεκά του, στα δεκατέσσερα, στα δεκαεφτά και φτάνει μέχρι τη τελευταία του καταχώρηση... Τα γράμματα είχαν στρώσει με τη πάροδο του καιρού κι είχαν δώσει τη θέση τους, στον όμορφο, στέριο, αντρικό χαρακτήρα. Σπάζει το κεφάλι της να καταλάβει, τι είχε κάνει λάθος! Η ιδέα ήταν έξοχη! Προσπαθεί να το ανακαλύψει μέσα στις άψυχες σελίδες, μα δε μπορεί!
     Όλα τούτα τα χρόνια, είχε κάνει το κανακάρη της, ένα πολύ καλό, σπάνιο και σωστό παιδί. Έτσι κι εκείνο είχε πραγματικά, ότι ήθελε, μα το άξιζε στ' αλήθεια! Στις ελάχιστες περιπτώσεις που δεν ήταν σωστός, δεν είχε κερδίσει κάτι. Επίσης ήταν βέβαιη πως το σχέδιο, το 'χε χτίσει και καλύψει θαυμάσια! Μέχρι εκείνο το βράδυ... Ξαναγύρισε στη πρώτη σελίδα με νοσταλγία και διάβασε πάλι τις πρώτες φράσεις. Ω πόσο τις άρεσε να το κάνει αυτό! Θυμάται πως πάντα κάθε φορά περνούσε και ξαναπερνούσε όλες τις καταγραμμένες σελίδες με αγάπη. Όταν γίνανε πάρα πολλές, τότε διάβαζε πάντα τη πρώτη, έπειτα τη πρόσφατη και μετά ακολουθούσε τυχαίες επιλογές. Πόσες φορές είχε διαβάσει τούτη τη πρώτη σελίδα... ήταν η αγαπημένη της...
     Δώδεκα χρόνια, εκατόν σαράντα πέντε μήνες, εξακόσιες τριάντα βδομάδες, τέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες μέρες και νύχτες, εκατόν πέντε χιλιάδες ώρες εξήμιση εκατομμύρια λεπτά και κοντά τετρακόσια εκατομμύρια δευτερόλεπτα... Τι είχε κάνει λάθος; Τι της είχε διαφύγει; Διάβασε πάλι τη πρώτη σελίδα, μερικές άλλες επιλεκτικά και τέλος, ξαναδιάβασε τούτη τη τελευταία που την είχε σκοτώσει...
     "Μητέρα, αυτό το παιχνίδι, πρέπει πια να σταματήσει. Δε πιστεύω πως με ικανοποιεί πλέον, όσο στην αρχή που δεν ήξερα. Ούτε όπως, όταν ύστερα από μερικά χρόνια, το κατάλαβα. Είδα το γυάλινο προστατευτικό περίβλημα, που θέλησες να με τυλίξεις κι εγώ αφέθηκα να μένω εκεί. Μόνη μου ικανοποίηση, πως μπορούσα κι εγώ να σε κατευθύνω, όσο κι εσύ εμένα.
     Δε πρόκειται να ξαναγράψω εδώ, τίποτε άλλο. Δε θέλω και δε χρειάζεται πλέον! Δε θέλω να γίνω Βασιλιάς μόνο και μόνο, επειδή ρέει στις φλέβες μου βασιλικό αίμα. Εκείνο που πιότερο θέλω, είναι να γυρίσω το κόσμο, χωρίς να μένω δεμένος σταθερά κάπου. Θέλω ν' αποκτήσω πείρα, γνώση, σοφία και να δω διαφορετικά πράγματα. Κάτι με ωθεί στο δρόμο του ταξιδευτή!
     Τίποτε δεν αλλάζει την απόφασή μου αυτή και σε παρακαλώ προσπάθησε να το εξηγήσεις στον πατέρα. 'Αλλωστε δε μπορείς, βάσει του ίδιου σου του κανόνα, να μου αρνηθείς τίποτε, γιατί υπήρξα το πιο καλό παιδί ολάκερου του Βασιλείου. Τώρα που διαβάζεις τούτες τις τελευταίες μου αράδες, εγώ είμαι ήδη φευγάτος.
     Σ' ευχαριστώ πάντως για όλα. Ήταν πολύ σωστή σα σύλληψη και σα σκέψη, αλλά με τους ανθρώπους δε μπορεί κανείς ποτέ, να 'ναι σίγουρος. Δε μπορεί να τους προσαρμόσει και γι' αυτό -δόξα τω Θεώ- υπάρχει αυτός ο λεγόμενος, αστάθμητος παράγων!
     Σας φιλώ γλυκά και βγαίνω από το γυάλινο κλουβί μου... Θα σας θυμάμαι πάντα...
                                                                 Ο Γιός σας
"
     Αυτά της έγραφε κι όντως είχε πραγματοποιήσει τη θέληση του. Όσο κι αν ψάξανε δε βρήκανε τίποτε και πουθενά. Φαίνεται είχε πετύχει να περνά, παντού απαρατήρητος. Η θλίψη έπεσε πάλι στο Παλάτι κι αυτή τη φορά, τίποτε δε θα μπορούσε να την απομακρύνει. Εκείνος που θα μπορούσε, είχε φύγει ανεπίστροφα. Τούτη η θλίψη οδήγησε, μέσα σε μια τριετία, στο θάνατο και τους δυό γονιούς...
     Ύστερα από μερικά σκαμπανεβάσματα, στο Βασιλικό Θρόνο, που κράτησαν άλλη μια τριετία περίπου, ένα άλλο Βασιλικό ζεύγος ανέλαβε την εξουσία. Κι αυτοί ήταν επίσης καλοί αν κι όχι όσο οι προηγούμενοι. Ήταν ένα νιόπαντρο πριγκιπικό ζευγάρι, που συγγένειες και διπλωματικές κινήσεις, το 'φεραν σα καλύτερη λύση.
     Αυτοί, αντίθετα από τους προκάτοχούς τους, έκαναν αμέσως δυό χαριτωμένα παιδάκια: ένα γιό -για το Βασιλιά- και μια κορούλα -για τη Βασίλισσα- κι όλοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι! Καλύτερα λοιπόν από τους προηγούμενους αν και πιο μικροί: εκείνος ήταν κοντά στα εικοσιπέντε κι εκείνη στα είκοσι, όταν παντρευτήκανε κι ανέλαβαν το θρόνο.
     Εδώ η ιστορία θα κάνει άλλο ένα χρονικό άλμα, μεγαλύτερο αυτή τη φορά και θα πάει δεκαπέντε περίπου χρόνια μπροστά. Θα μεταφερθούμε στη κεντρική είσοδο του Βασιλείου, ένα όμορφο πρωινό, που μόλις τη περνά, ένας παράξενος και φαινομενικά ήσυχος άνθρωπος, ακαθορίστου ηλικίας. Μπήκε και κοίταξε ολόγυρα με νοσταλγία και κάπως δακρυσμένα μάτια. Έπειτα πήγε στο καλύτερο πανδοχείο κι έκλεισε ένα δωμάτιο με θέα! Όλοι όσοι τον συνάντησαν, λίγο ή πολύ, δε μπορούσαν ύστερα να τον περιγράψουν ενώ έβλεπαν σ' αυτόν εκείνα που 'θελαν οι ίδιοι να δουν!
     Όταν έφυγε, ύστερα από μερικούς μήνες, κανείς δε κατάφερε να μάθει τις ρίζες ή τ' όνομά του. Γενικά δε θυμόνταν σχεδόν τίποτε απ' αυτόν, ούτε καν το βασιλικό ζεύγος, που τον συναναστράφηκε πολύ περισσότερο! Θα μπορούσε να πει κανείς, πως ήταν ένας άνθρωπος "Πασπαρτού"! Έδειχνε αρχοντικός χωρίς να 'ναι, σοφός δίχως να το διαλαλεί, κι άσχημα όμορφος ή αν θέλετε, όμορφα άσχημος.
     Ο Βασιλιάς, είδε σ' αυτόν, ένα πολύ καλό κι ενθουσιώδη σύντροφο στο κυνήγι και σοφό σα συμβουλάτορα, στις δυσκολίες. Η Βασίλισσα, είδε ένα τρομερά γοητευτικό και με θαυμάσιο γούστο στα ρούχα της, εραστή-πατέρα! Δεν αρνήθηκε ποτέ μια σπουδαία -ή όχι- κουβέντα, μήτε καμιά μονομαχία, χωρίς να επιδιώκει όμως τίποτε από τα δυό! Δεν υποτίμησε ποτέ κανένα και καμιά, δεν αρνήθηκε να παράσχει τη βοήθειά του, όταν του ζητήθηκε κι είχε μια περίεργη ιδιότητα: Περνούσε από τη ζωή, όσων τον γνώρισαν κι άφηνε πίσω ένα πέπλο σκότους και λήθης, αν κι είχε επηρεάσει αφάνταστα τις ζωές τους.
     Όταν έφυγε κάποιο όμορφο δείλι, ο Βασιλιάς έχασε ένα συναρπαστικό φίλο, η Βασίλισσα άρχισε να εγκυμονεί, -αν κι είναι ακόμα νωρίς για να το καταλάβουνε- και το βασίλειο, πολύβουο, γοργά κάλυψε τούτη την αναταραχή.
     Η ιστορία -περίεργη και πριν κάνει το επόμενο χρονικό της άλμα- θα σταθεί λιγάκι στην έξοδο του Βασιλείου και πιο συγκεκριμένα, την ώρα που ο παράξενος, ήρεμος εκείνος άνθρωπος, ακαθορίστου ηλικίας, το εγκαταλείπει. Πριν βγει, ρίχνει μια ματιά πίσω κι όπως δε τον βλέπει κανείς, το βλέμμα αφήνεται να ποτίσει με νοσταλγικά δάκρυα.
     Όταν είναι κάπως μακρύτερα, ανοίγει το μπογαλάκι του και βγάζει από μέσα ένα πάρα πολύ παλιό σημειωματάριο. Το ανοίγει στη πρώτη σελίδα, ύστερα επιλεκτικά σε μερικές άλλες και ύστερα στη τελευταία. Χρειάζεται όλη τη προσοχή του, γιατί οι σελίδες, λόγω παλαιότητας, είναι πολύ εύθραυστες. Η πρώτη κι η τελευταία μάλιστα, σχεδόν δε διαβάζονται, γιατί το μελάνι μοιάζει να 'χει ξεπλυθεί. Σα κάποιος να 'χει κλάψει πάνω τους! Αφήνει κι εκείνος μερικά ακόμα να πέσουν και να ενωθούν με τ' άλλα, τα παλιά! Το βάζει πάλι πίσω και χάνεται στο βάθος του δρόμου.
     Τούτη τη φορά το άλμα θα 'ναι περίπου δεκαετές. Είμαστε στο δωμάτιο της Βασίλισσας κι απέναντί της ο μικρός της γιός, που 'μαθε πια να γράφει και να διαβάζει σωστά. Του δίνει ένα Μαγικό Σημειωματάριο και του εξηγεί τι θα πρέπει να κάνει. Εκείνο μαγεμένο, τη καληνυχτίζει μ' ένα φιλί και φεύγει κρατώντας το σφιχτά στα μικρά του χεράκια! Εκείνη, παρακολουθεί να κλείνει εκστασιασμένο τη πόρτα πίσω του και τότε πλαγιάζει χαμογελώντας ικανοποιημένη...
     Ένα ακόμα τελευταίο μεγάλο άλμα κι η ιστορία πλησιάζει στο τέλος. Δεκαπέντε περίπου χρόνια αργότερα, μιά μεσήλικας Βασίλισσα, (ετοιμοθάνατη, μα ακόμα δε το ξέρει κανείς, μήτε κι αυτή υποψιάζεται...), διαβάζει και κλαίγοντας, βρέχει τις σελίδες ενός σημειωματάριου. Αναρωτιέται που 'κανε λάθος, σε μια τόσον έξοχη ιδέα! Από τα τρία της παιδιά, αυτό τ' αγάπησε πιότερο και μάλιστα δε τήρησε καν τις απειλές της. Όλοι λέγανε, πως έμοιαζε καταπληκτικά στον πατέρα του μα εκείνη έβλεπε καθαρά, πως έμοιαζε σε 'κείνη.
     Δεν είχε αφήσει να του λείψει τίποτε! Είτε ήταν καλό παιδάκι, είτε όχι. Μάλιστα, όσο μεγάλωνε αύξανε τις απαιτήσεις του κι εκείνη πάντα τις κάλυπτε με κρυφή χαρά! Τώρα προς το τέλος, δυσκολευόταν, ειν' αλήθεια, γιατί είχε αρχίσει να ζητά όλο και πιο δύσκολα πράγματα, μα τελικά δε του 'λειψε τίποτε! Εκείνο που τη χάλαγε σ' εκείνον, ήταν που όταν έπαιρνε αυτό που 'θελε, έδειχνε ύστερα να μη το υπολογίζει. Ουσιαστικά του ήταν πια άχρηστο και συνήθως το κατέστρεφε αμέσως! Γενικά ήταν καταστροφέας μα δε τη πείραζε. Ήταν απλά λιγάκι ζωηρός. Όταν μεγάλωνε θα 'στρωνε και θα 'βαζε μυαλό.
     Τώρα διάβαζε και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε φταίξει. Διάβασε τη πρώτη σελίδα κι ύστερα μερικές επιλεκτικά, μα δε μπορούσε να συγκεντρωθεί να τις διαβάσει ολάκερες. Το μυαλό της ήταν σ' αυτή τη τελευταία που την είχε σκοτώσει...
     "Θέλω να γίνω εγώ Βασιλιάς κι όχι ο αδερφός μου, που 'ναι ηλίθιος και γλείφτης! Δηλαδή επειδή γεννήθηκε πιο μπροστά, παναπεί πως είναι κι άξιος; Εγώ αξίζω αυτή τη θέση και θα τη πάρω! Αγαπητό μου Μαγικό Σημειωματάριο, θα βάλω δηλητήριο στο φαγητό του και σε παρακαλώ, μη με καταλάβει κανείς! Μόλις με το καλό ψοφήσει, θα γίνω εγώ Βασιλιάς"!
     ...Τρομερό! Ένιωθε τόσες τύψεις που δε το διάβασε χθες. Θα 'χε προλάβει το κακό. Τώρα πια είναι αργά. Αύριο θα θάψουνε το πρωτοβλάσταρό τους και κανείς δεν υποψιάζεται την αλήθεια. Κι αυτή ξέρει πως δεν έχει τη δύναμη να προδώσει τον αγαπημένο της! Δε θα το άντεχε να τον χάσει κι αυτόν...
     ...Εκείνο που δε ξέρει (εκτός ότι σε λίγους μήνες θα πεθάνει κι αυτή από τη στεναχώρια, ακολουθώντας τον ήδη δηλητηριασμένο σύζυγό της) είναι πως ο κανακάρης της θα κρεμαστεί, σ' ένα χρόνο περίπου.
     Μια καινούργια υπηρέτρια, μη ξέροντας τις διαταγές (κι ίδια δε θα 'ναι παρούσα για να καθοδηγήσει), θα βρει ένα σημειωματάριο και μάλιστα ξεκλείδωτο. Περίεργη θα το διαβάσει και με φρίκη θα το παραδώσει αμέσως στον επικεφαλής αξιωματικό, της ανακτορικής φρουράς, που πολύ της αρέσει.
     Μήτε κι εκείνη όμως υποψιάζεται, πως η Πριγκηπέσα, η επόμενη Βασίλισσα είναι κι εκείνη ερωτευμένη με το γοητευτικό αρχηγό της φρουράς και σε λίγο καιρό το Βασίλειο θα 'χει κείνον, για νέο Βασιλέα...

 "Στη Μαγεία
  που φτιάχνουμε
                             Μάης 2003
  μόνοι μας..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers