-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

- 

: '

                          Η Λακτητα Της Κρητικς Λογοτεχνας

        Αθνα 1990, Εκδσεις Δωρικς

   Ειδικ Αφιρωση: Στους Δασκλους μου στη λρα, Κστα Σουλαδκη, Σφη Μπουζκη και Νκο ΛαμπραΜ. Δ.

   Σημ: γιναν ελχιστες παρεμβσεις. Αφαιρθηκε τμμα της σελ. 35 που πρεπε κατ την κδοση να αφαιρεθε και ξφυγε απ την επιμλεια.   Μ. Δ.
---------------------------------------------------------------------------------------

                                ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μρος 1ον. Εισαγωγ - Η γλσσα - Η ενετοκρατα στην Κρτη
Μρος 2ον. Η πρτη περοδος της πνευματικς ζως
Μρος 3ον. Η Κρητικ Αναγννηση
Μρος 4ον. Η λακτητα της Κρητικς Λογοτεχνας - Περοδος της Τουρκοκρατας
Μρος 5ον. Κρητικ δημοτικ τραγοδι
Μρος 6ον. Λαογραφικ Ιντερμτζο
Μρος 7ον. Η "Κριτσοτοπολα" ο "Καπετν-Καζνης" & Βιβλιογραφα
---------------------------------------------------------------------------------------------

                                      ΕΙΣΑΓΩΓΗ

     να ερτημα που μας απασχολε απ καιρ εναι το εξς: Πς μπορε να υπρχει μεγλη ποηση που να εναι προσιτ, κατανοητ και αρεστ στον πολ κσμο, και μεγλη ποηση που να απευθνεται μνο σε μια μυημνη ελτ; Γιατ ραγε για να γρψεις σμερα καλ ποηση, πρπει να απομακρυνθες σο γνεται περισστερο απ το μσο γοστο;

     να ττοιο ερτημα πιστεουμε πως θα χει απασχολσει πολ κσμο. μως για μας τους Κρητικος το ερτημα μπανει με μια ξεχωριστ μφαση, γιατ μσα στην παρδοση μας υπρ­χει μια μεγλη ποηση, η ποηση του Ερωτκριτου, ολοζντανη, που απευθνεται σε πολ πιο πλατις μζες απ' σες θα φιλοδοξοσε να κατακτσει νας σγχρονος ποιητς. Το ερτη­μα αυτ στθηκε η αφετηρα της γραφς τοτου του βιβλου.

     Αρχικ εχαμε στχο να γρψουμε απλς να μικρ δοκμιο με ττλο «Η λακτητα στην τχνη», που θα αναλαμε τους ρους που κνουν την τχνη σε διφορες ιστορικς περιδους πτε να αφσταται απ τον πολ κσμο και πτε να τον προσεγ­γζει.

     να ιστορικ παρδειγμα προσγγισης του πολ κσμου απ την τχνη εναι η λογοτεχνα της λεγμενης «Κρητικς Αναγν­νησης» (16ος-17ος αι.), και αυτ σκεφτκαμε να χρησιμοποι­σουμε σαν αφετηρα στην ανλυση μας. Αρχσαμε λοιπν τη μελτη της, και σο βυθιζμασταν σ' αυτ, τσο πιο πολ μας συνπαιρνε η μαγεα της, τσι που τελικ αντ να δσουμε μια σντομη περληψ της, δσαμε ολκληρη την ιστορα της, με το κυρως θμα να αποτελε κτι σαν επλογο. Αυτ η ανιστητα στην διαπραγμτευση δεν δικαιολογοσε πια τον αρχικ ττλο του ργου, γιατ τρα στην ουσα εχαμε μπροστ μας μια ιστορα της Κρητικς λογοτεχνας. Αποφασσαμε λοιπν να απαλεψουμε τον επλογο και να δσουμε το ργο τσι πως (σελ. 7) τελικ διαμορφθηκε, σαν μια ιστορα της Κρητικς λογοτε­χνας. Τον ττλο «Η λακτητα της Κρητικς λογοτεχνας» τον δσαμε για να δηλσουμε αφενς την αρχικ μας πρθεση, και αφετρου την οπτικ γωνα κτω απ την οποα εδαμε την ιστορα της λογοτεχνας αυτς.

     Εκδδοντας το βιβλο αυτ δεν χουμε φιλολογικος στχους. Συχν δεν κνουμε ακριβες βιβλιογραφικς παραπομπς. Η ευγενς φιλοδοξα μας εναι να δεξουμε στον απλ αναγν­στη τη μαγεα της Κρητικς λογοτεχνας, να τον κνουμε να την αγαπσει και να επιδιξει να διαβσει τα πρωττυπα ργα. Αν το καταφρουμε, ττε το βιβλο αυτ - μια συμβολ στη διατρηση της λακς μας παρδοσης - θα χει πετχει το στχο του. (σελ. 8)

                                      Η ΓΛΩΣΣΑ

     Πρτη προπθεση (αν κι χι και μοναδικ) για να εναι να ργο κατανοητ απ τις πλατις λακς μζες, εναι να χει γραφε σε γλσσα που να την καταλαβανει ο πολς κσμος. Πρτος δεχτης λακτητας λοιπν ενς λογοτεχνικο ργου εναι η γλσσα. Στη χρα μας υπρχε ανκαθεν μια πλη ανμεσα σε μια λγια γλσσα και σε μια γλσσα καθομιλουμνη, που στα χρνια μας εκφρζεται με τη μορφ της αντθεσης ανμεσα στη δημοτικ και στην καθαρεουσα. Πριν αρχσουμε να μελετμε τις συνθκες που επικρατοσαν στην Κρτη ττε που η Κρητικ λογοτεχνα ρχισε δειλ δειλ τα πρτα της φτερουγσματα, καλ εναι να ρξουμε μια ματι στην ιστορα του γλωσσικο μας ζητματος, πως διαμορφω­νταν ττε στον Ελληνφωνο βυζαντιν χρο.

     Σ' λη την περοδο της βυζαντινς αυτοκρατορας μχρι την λωση του 1204, η πνευματικ ζω του τπου περιστρφεται γρω απ τα ανκτορα και το πατριαρχεο. Καλλιεργεται μια λγια γλσσα, μεσος απγονος της αττικς διαλκτου, που διαφρει ουσιαστικ απ την «κοιν», τη γλσσα του λαο και των ευαγγε­λων. Η γλσσα αυτ, κατανοητ στους καλλιεργημνους και στον κλρο, εναι ξνη στον απλ κσμο. Ο αυτοκρατορικς και ο εκκλησιαστικς θεσμς εναι τσο ισχυρο, στε αυλ και κλρος δεν νιθουν την ανγκη να κατβουν μχρι τον απλ λα, κτι που θα αναγκαστον να κνουν αργτερα, ζητντας την υποστριξη του. Προς το παρν, τα μνα ργα που γρφονται στην καθομιλου­μνη εναι τα «Φτωχοπροδρομικ», σατιρικ στιχουργματα με ρωα τον ταπεινωμνο και καταφρονεμνο, και σαν τον καραγκι­ζη πντα πεινασμνο, Θδωρο Πρδρομο, μερικ ηθικολογικ και διδακτικ στιχουργματα πως ο Σπανας, στιχουργματα εκλα­κευμνης σοφας πως ο Πτωχολων (του οποου διαθτουμε και μια Κρητικ παραλλαγ).

     Χαρακτηριστικ στση των λγιων απναντι στη λακ γλσσα εναι η περπτωση του Μιχαλ Γλυκ, ο οποος, χοντας περιπσει (σελ. 9) σε δυσμνεια και βρισκμενος στη φυλακ, γρφει απ' εκε στον αυτοκρτορα Μανουλ Α' ζητντας τη συγνμη του να στιχοργημα χι σε λγια γλσσα, αλλ στη γλσσα του λαουτζκου, μπας και προκαλσει τσι τον οκτο του. Οι ττοιοι λγιοι εξλλου εναι που βφτισαν τον ιαμβικ δεκαπεντασλλαβο, το στχο του δημοτι­κο μας τραγουδιο, πολιτικ, που σε ακριβ μετφραση θα πει πουτανστικος. 'Αξιοι απγονο τους στθηκαν και οι Φαναριτες, οι οποοι χαρακτρισαν τον «Ερωτκριτο» σαν ανγνωσμα ελα­φρν γυναικν.

     Με την λωση της βασιλεουσας κατ την τταρτη σταυροφορα (1204) και με τον κατακερματισμ της αυτοκρατορας, επρχονται κποιες διαφοροποισεις. Εν το ατημα μιας συμπαγος εθνικς εντητας οδηγε τους λγιους των τριν αυτοκρατοριν (Νκαιας, Τραπεζοντος και Ηπερου, τα μνα απομεινρια με βυζαντινος ηγεμνες της λλοτε τρανς βυζαντινς αυτοκρατορας) στη χρση μιας καθαρς αττικς διαλκτου, σε μια προσπθεια αναθρμαν­σης της αρχαας δξας και καλλιργειας εθνικο φρονματος, οι απγονοι των φργκων κατακτητν, πως λγει ο Μριο Βττι1 (Οι αριθμο αναφρονται στη βιβλιογραφα που παρατθεται στο τλος του βιβλου και χι σε αριθμ υποσημεωσης) «αρσκονται να ακον στα ελληνικ διηγσεις για τα κατορθματα των σταυροφρων και μνησκακες κακολογες εναντον των ορθο­δξων εχθρν, των σχισματικν, που θλουν να παραστσουν τους λληνες». Χαρακτηριστικ μαρτυρα αυτς της κατστασης απο­τελε το χρονικ του «Μωρως», στιχοργημα απ 9000 περπου στχους γραμμνο στην καθομιλουμνη ελληνικ.

     Η ταπενωση της αυτοκρατορας, κλαφος στις παρεις των λογιτατων εκπροσπων της κουλτορας της, τους υπενθυμζει τι υπρχει και ο λας. τσι σε μια δετερη φση, αρχζει να διαμορ­φνεται σιγ σιγ μια τση να γρφουν ργα σε γλσσα λακ. Τα θματα εναι νεολατινικο αρχαιοελληνικο μθοι, τους οποους παρνουν οι συγγραφες απ δετερο χρι, απ τη λογοτεχνικ παραγωγ της Δσης, που μσω της προηγομενης λατινικς διεσδυσης γινε πιο προσιτ στους λληνες λγιους. Ττοια μυθιστορματα εναι η «Διγησις Αχιλλως», η «Διγησις πολπα­θους Απολλνιου του Τρου», η «Ριμδα του Μεγαλξανδρου», ο «Πλεμος της Τρωδος» κ.. Η μετριτητα αυτν των ργων οφελεται εν μρει στην ανυπαρξα λογοτεχνικς παρδοσης στη (σελ. 10) γλσσα του λαο (τα «ψγματα» που αναφραμε δεν μπορον να θεωρηθον σαν παρδοση) και εν μρει στην επδραση της λγιας βυζαντινς παρδοσης. Οι συγγραφες τους γρφουν στην λακ γλσσα, μως η στση τους εναι η πατροπαρδοτη στση βυζαντι­νο λγιου.

     Τα πρτα αυτ ψελλσματα στην καθομιλουμνη αποκρυσταλλ­νονται λγο πιο στερα σε ργα με μεγαλτερες αξισεις, πως εναι τα μυθιστορματα «Καλλμαχος και Χρυσορρη», «Λβιστρος και Ροδμνη», «Βλθανδρος και Χρυσντζα», «Φλριος και Πλατζιαφλρα» και «Ιμπριος και Μαργαρνα», τα οποα διαβστηκαν πολ στην εποχ τους.

     Εναι χαρακτηριστικ τι οι πιο διαπρεπες λγιοι που γραψαν στην καθομιλουμνη σαν Κρητικς καταγωγς. Οι λγιοι αυτο δεν σαν δσμιοι του λογιοτατισμο της αυτοκρατορικς αυλς, αλλ προρχονταν απ να περιβλλον αρκετ ομοιογενς πολιτιστικ, που η ανυπαρξα λγιας παρδοσης καθιστοσε αυτματα την καθομιλουμνη ργανο πνευματικς επικοινωνας. μως για τις κοινωνικς συνθκες της Βενετοκρατομενης Κρτης, θα μιλσου­με πιο κτω διεξοδικ.

     Με την λωση της Κων/πολης απ τους Τορκους το 1453, χουμε τις παρακτω εξελξεις σχετικ με το γλωσσικ ζτημα. Οι λγιοι της Κωνσταντινοπολης καταφεγουν στη Δση, κυρως στις ιταλικς πλεις, για να αποφγουν τον τουρκικ ζυγ. Προσλαμβνονται μμισθοι στις ευρωπακς αυλς για την κλασσικ τους παιδεα, και τσι λγοι καθαρ επαγγελματικο τους υπαγορεουν να μενουν πιστο στη λγια παρδοση.

     Μετ την λωση, η καθολικ εκκλησα αναλαμβνει μια τερστια προσπθεια να θσει το πατριαρχεο κτω απ την επιρρο της. Το δαφος εναι πρσφορο, γιατ το πατριαρχεο αναζητε συμμχους στη Δση. Η μεσολαβητικ προσπθεια μως που ανλαβε ο συμβιβαστικς αρχιερας Μξιμος Μαργονιος (1549-1602) ναυα­γε, προσκροοντας στην επιφυλακτικ στση του πατριαρχεου.

     Οι παπικο στην προσπθεια τους να αυξσουν την επιρρο τους στην Ανατολ, δεν περιορζονται μνο σε διαβουλεσεις στην κορυφ. Αναλαμβνουν και μεγλες πρωτοβουλες στη βση. Μια ολκληρη στρατι φραγκισκανν, δομινικανν και καπουτσνων μοναχν κατακλζουν τον τουρκοκρατομενο ελλαδικ χρο και προσφρουν κθε εδους βοθεια σε φτωχος και αδνατους, προσπαθντας να προσηλυτσουν τον κσμο. Την πιο ντονη μως (σελ. 11) δρση την αναλαμβνουν οι Ιησουτες, οι οποοι φτνουν στην Κωνσταντινοπολη το 1583.

     Οι δραστηριτητες αυτς δεν ρεσαν ββαια καθλου στους ορθδοξους κληρικος, οι οποοι προσπαθον με κθε μσο να αναχαιτσουν αυτ την παπικ διεσδυση. Η προσπθεια τους αυτ κορυφνεται ταν ανεβανει στον πατριαρχικ θρνο ο Κριλλος Λοκαρης (1572-1638), σφοδρς πολμιος των Ιησουιτν. διεξγεται νας αδυσπητος ιδεολογικς και προπαγανδιστι­κς αγνας, που χει σα στχο ποιος θα ασκσει μεγαλτερη επιρρο πνω στις μζες. Και η επιρρο αυτ δεν μπορε να ασκηθε μσω κρους. Ο Ππας βρσκεται μακρι χωρς παρδοση μσα στον ελλαδικ χρο, εν ο πατριρχης εναι υπλογος στο Σουλτνο, και οι εξουσες του μπορον αν πσα στιγμ να ανακληθον. Ο προσεταιρισμς λοιπν του λαο θα γνει πνω σε ιδεολογικ βση. Η προπαγνδα θα παξει σπουδαο ρλο, και δεν μπορε να γνει σε λλη γλσσα παρ σε αυτ που μιλει και καταλαβανει ο κσμος. Οι παπικο καναν την αρχ, και οι ορθδοξοι δεν εχαν λλη επιλογ παρ να τους ακολουθσουν.1

     Η πολιτικ αυτ του Πατριαρχεου σχετικ με το γλωσσικ, που υπαγορετηκε απ τις αυξημνες ιδεολογικς ανγκες της ορθδο­ξης εκκλησας για την αντιμετπιση του παπικο ανταγωνισμο, οδηγε στην εμφνιση εξεχντων εκκλησιαστικν ρητρων που μιλον σε γλσσα λακ, πως ο Μξιμος Μαργονιος (1549-1602), ο Μελτιος Πηγς (περπου 1550-1601), ο Φραγκσκος Σκοφος (1644-1697), ο Ηλας Μηνιτης (Κεφαλονι 1669-1714), ο Ευγνιος Γιαννολης (περπου 1600-1682) και ο Νεφυτος Ροδινς (Κπρος 1570-1659). Ενδεικτικ του αναστματος των εκκλησιαστικν αυτν ανδρν εναι η σνθεση «Εγκωμιαστικς ακολουθας για τους τρεις ιερρχες, Μελτιο Πηγ, Γαβριλ Τεβρο και Μξιμο Μαργονιο» υπ του Ματθαου Μυρων (περπου 1550-1624). Αναφρουμε ακμη τον Κρητικ Πατριρχη Αλξανδρο Παλλδα, που θρηνε την πτση του Χντακα με απριττους δημοτικος στχους.

     νας λλος παργοντας που προθησε την δημοτικ ταν και η ανακλυψη της τυπογραφας. Η Βενετα, λγω του δεσμο της με τις ελληνικς κτσεις της, διαμορφνεται σιγ σιγ σε κντρο εκδοτικ και εμπορικ του ελληνικο βιβλου. Καθς οι λγιοι αποτελον περιορισμνο αναγνωστικ κοιν, οι εκδτες προτιμον να εκδδουν βιβλα στη δημοτικ, γιατ τσι αποκτον μεγαλτερη κυκλοφορα, που γι αυτος σημανει περισστερα κρδη.(σελ. 12)

     Τελεινοντας λοιπν με το γλωσσικ, επισημανουμε τι στον ελλαδικ χρο διαμορφνεται μετ την λωση μια κατσταση που οδηγε στην επιβολ της καθομιλουμνης σαν γλσσα της εκκλη­σας και της κουλτορας. Στο εξς πρτος στχος και κλρου και λγιων εναι να γνονται κατανοητο απ σο γνεται πιο πλατις λακς μζες. (σελ. 13, η 14 κεν).

                         Η ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

     Το 1204 ξεκνησε απ τη Δση η τταρτη σταυροφορα για την απελευθρωση των Αγων Τπων. μως οι «Σταυροφθροι» αυ­το, πως ονομστηκαν αργτερα, βρκαν πιο πρσφορη απ την απελευθρωση των Αγων Τπων τη λεηλασα της Βυζαντινς Αυτοκρατορας. Κατλαβαν τη βασιλεουσα, και η λλοτε τραν αυτοκρατορα μοιρστηκε ανμεσα σ' αυτος τους πλιατσικολγους. Ο Βονιφτιος ο Μομφερατικς πουλει να τμμα απ το μερδιο του, την Κρτη, στους Ενετος, για χλια ασημνια μρκα. Η αγοραπωλησα αυτ στθηκε μοιραα για τους Κρητικος. Εν σε λιγτερο απ να αινα ανακτθηκε η αυτοκρατορα, η Κρτη μελε να μενει υπδουλη στους Ενετος για 450 ολκληρα χρνια, χι για να γνωρσει κατπιν την ελευθερα της, αλλ για να πσει σε χειρτερη σκλαβι, στα χρια των Τορκων. Να πς περιγρφει ο Στφανος Ξανθουδδης την κοινωνικ κατσταση της Κρτης επ Ενετικς κατοχς.

     Με τους ποικους που στειλε η Ενετα, καθιερθηκε απ' την αρχ στην Κρτη το Δυτικ φεουδαρχικ σστημα. Η χρα στο μεγαλτερο της μρος μοιρστηκε στους Ενετος ποικους, πως συμβανει με τους φεουδρχες. Καθνας πρε σαν φουδο να περισστερα χωρι της Κρτης που του τα καλλιεργοσαν οι προικοι (Βιλλνοι), δνοντας στον ρχοντ τους το 1/3 απ' το εισδημα. Τα κρια εισοδματα του Νησιο εκενη την εποχ ταν τα δημητριακ και το εξαιρετικ Κρητικ κρασ που πουλιταν και στο εξωτερικ. Κθε φεουδρχης δινε να ορισμνο χρηματικ ποσ στο δημσιο ταμεο και ταν υποχρεωμνος να προσφρει προσωπικ στρατιωτικ υπηρεσα με δο καβαλαραους υπασπιστς που τους συντηροσε ο διος.

Στα θρησκευτικ ζητματα οι Ενετο ακολοθησαν μια σχετικ ανεξιθρησκεα. Εναι αλθεια τι κατργησαν μητροπλεις και εγκατστησαν Λατινοεπισκπους, μως ουσιαστικ δεν ενχλησαν τον καττερο κλρο, και φησαν ελεθερο το λα να τελε τα της λατρεας του. Αυτ που τους ενδιφερε πρτα απ' λα ταν η γαλνη του τπου και γι' αυτ δεν θελαν να προκαλσουν το θρησκευτικ ασθημα του λαο, πργμα που θα μποροσε να οδηγσει σε φανατισμος και αναταραχς. Εξλλου εναι γνωστ το δγμα των Ενετν: Siamo Veneziani e poi Cristiani. Εμαστε πρτα Βενετο, και μετ χριστιανο.

     Η θρησκευτικ αυτ ανοχ, αν και τους γλτωσε απ μεγαλτε­ρους μπελδες, εχε μως και τα παρατργουδα της, γιατ οι κρητικο δεν φησαν ανεκμετλλευτα αυτ τα περιθρια θρησκευ­τικς ανοχς που τους δθηκαν. Να τι γρφει σχετικ ο Σπρος Ζαμπλιος.

     Σμφωνα με ομολογα των Ενετν, ο ορθδοξος κλρος παρνοντας θρρος απ την αδρνεια και των Διοικητν και των Επισκπων του νησιο, ρχισε απ την αρχ της 14ης εκατονταετηρδας να προσηλυτ­ζει τους ξενοφερμνους Λατνους και να μεταδνει τους σπρους της Ορθοδοξας. λληνες παπδες, παρακινημνοι απ την υπερβολικ τους αφοσωση στο Ορθδοξο δγμα, προσποιηθκανε πως τανε πρθυμοι να γνουν Καθολικο κι αφο χειροτονθηκαν Λατινεπσκοποι, προθησαν με δραστηριτητα την υπθεση του προσηλυτισμο. Εναι ββαιο πως με Αποστολικ Επιστολ του Ππα Ουρβανο του 5ου που την στειλε στον Αρχιεπσκοπο Κρτης το 1368, απαγορεεται στο εξς η εσοδος οποιουδποτε Κρητικο στα τγματα των Λατνων Κληρικν και αποκλεονται απ τη Λειτουργα και απ κθε Ρωμακ (καθολικ) ιεροτελεστα λοι οι ντπιοι Επσκοποι γενικ Γραικοκατλικοι (Ελληνοκαθολικο).

    Οι Ενετο μπορε να στειλαν ββαια τους δικος τους αποκους στο νησ, και να τους μορασαν γαες και προνμια, μως το ντπιο αρχοντολι, τους αρχοντορωμαους, δεν τους θιξαν ουσιαστικ. Αυτ ταν μια πολ ξυπνη τακτικ απ τη μερι τους. Αν θιγαν τα συμφροντ τους, θα εχαν κατπιν να αντιμετωπσουν να σσσωμο λα. Διαιρντας μως τον κατακτημνο πληθυσμ σε προνομιοχους και μη προνομιοχους, κατφεραν να διατηρσουν την κυριαρχα τους. Να τι γρφει ο Σπρος Ζαμπλιος για τον ντπιο φεουδρχη, που φανεται πως χει γενικτερη ισχ.

     Ο ττε 'Αρχοντας Αρχοντπουλος, τανε, ββαια, λληνας κι αγαποσε τους συμπατριτες του για το κοιν σμβολο της Πστης, την δια ρα μως τανε και φλος του δυνστη για τους φεουδαρχικος ττλους. Αν εξαιτας της καταγωγς, της γλσσας, της εκκλησας, τανε προσκολλημνος στους συμπατριτες του, μως εξαιτας των προνο­μων του που ο Λατνος Κριος τα επικρωνε κατ καιρος, τανε προσκολλημνος στον τραννο.

     Τα εκατν πενντα πρτα χρνια της ενετικς κυριαρχας, το νησ συγκλονστηκε απ εξεγρσεις. Αυτς αρχζουν την επαριο της εγκατστασης των Ενετν, το 1212, με την επανσταση των Αγιοστεφανιτν των Αργυρπουλων. Το 1217 χουμε την επαν­σταση των Σκορδληδων και των Μελισσηνν. Το 1230 επαναστα­τον και πλι οι Σκορδληδες και οι Μελισσηνο, μαζ με τους Δρακοντπουλους. Το 1273 ξεσπ η επανσταση των αδελφν Χορττση, που ο Σπρος Ζαμπλιος τους θλει προγνους του Χορττση, του ποιητ της Ερωφλης. Το 1283 χουμε την επαν­σταση του Αλξιου Καλλργη, που δεν σταματ παρ το 1299, με σναψη ειρνης ανμεσα, στα δο μρη. Το 1332 χουμε την επανσταση του Κστα Σμιρλιου, που γινε με την συνεργεα του Λοντα Καλλργη και των πεθερικν του, των Καψοκαλβηδων. Την δια χρονι επαναστατον και οι Ψαρομλιγγοι, στην Ανατολι­κ Κρτη. Το 1363 χουμε λλη μια επανσταση, που αυτ τη φορ γνεται απ τους διους τους Ενετος ενντια στη μητρπολη. Η επανσταση αυτ πνγηκε στο αμα. Μλις μως απεχρησαν τα ενετικ στρατεματα, ξεσηκθηκαν αμσως τρεις αδελφο Καλλργηδες, μαζ με τρεις λλες ενετικς οικογνειες. Και αυτ η επαν­σταση εχε το διο τλος.

     Βλπουμε τι λες σχεδν οι επαναστσεις που αναφραμε πραν το νομ τους απ τους αρχοντορωμαους, που σαν κθε φορ επικεφαλς του ξεσηκωμο. Αυτ μως δεν πρπει να δημιουργσει καμι ψετικη εικνα. Οι επαναστσεις σαν κατ βση επαναστσεις λακς. λες τους ξεκινοσαν απ την παι­θρο (με εξαρεση την ενετικς πρωτοβουλας εξγερση του 1363), απ τον αγροτικ πληθυσμ, που μχρι και την τελευταα στιγμ υπφεραν τα πνδηνα απ την ενετικ κατοχ. Δεν εναι τυχαο που βοθησαν τους Τορκους στην κατληψη του Χντακα. Αν μπαιναν επικεφαλς κθε φορ κποιοι αρχοντορωμαοι, εναι γιατ σαν δυσαρεστημνοι με τους Ενετος, γιατ λπιζαν σε μεγαλτερα προνμια αν πετχαινε η επανσταση. Ο Αλξης Καλ­λργης ξεκνησε την επανσταση του 1283 για να την εξαργυρσει κατπιν με φθονα προνμια, αφο παζρεψε γρια με τους Ενετος με μυστικς διαπραγματεσεις που κρτησαν μχρι το 1299. Ο μνος αρχοντορωμαος που φανεται πως κινθηκε απ αγν ιδεαλισμ, και μλιστα με αρκετ επιδξιο και συνομωτικ τρπο, ταν ο Λοντας Καλλργης, απγονος του Αλξη. Συνελφθηκε μως με δλο απ να θεο του, ο οποος τον πνιξε ρχνοντς τον στη θλασσα, δεμνο μσα σε να σακ.

     Εξλλου, δεν εναι απορας ξιο πως πολλς απ τις επαναστ­σεις αυτς συνετρβησαν χωρς τη βοθεια μητροπολιτικο στρα­το; Ο λγος εναι πολ απλς: οι Ενετο εχαν απλοστατα την υποστριξη λλων ντπιων αρχοντορωμαων και ευκατστατων νοικοκυραων οι οποοι, ποντροντας σωστ, κρδιζαν κατπιν περισστερα προνμια, παιρναν ττλους ευγνειας, αν δεν σαν δη τιτλοχοι. Στο τλος μλιστα οι ευγενες εχαν πληθνει τσο πολ, στε ο ττλος του ευγενος ρχισε να ξευτζει, με αποτλε­σμα να αναγκασθε η μητρπολη να βλει κποιο φρνο, απαιτ­ντας την προηγομενη δικ της γκριση πριν απ την απονομ οποιουδποτε ττλου.

               Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

     Τι πνευματικ ζω αναπτσσεται κενη την εποχ;

     Η λγια ζω φανεται πως εναι υποτυπδης. Ο πρτος Κρητικς συγγραφας που γνωρζουμε απ την ναρξη της ενετοκρατας εναι ο Λεονρδος Δελλαπρτας, που γεννθηκε λγο πριν το 1350 κι ακμζει γρω στα τλη του 14ου αινα. Μ' αυτν αρχζει μια σειρ συγγραφων που, ξεκινντας απ τη δημοτικ, θα καταλ­ξουν στο Κρητικ ιδωμα. μως πριν απ' αυτν τι υπρχει; Η επαναστατικ εποποια των προηγομενων διακοσων χρνων δεν γνρισε ραγε τους ραψωδος της;

    Εναι πιθαν οι λγιοι να μην εχαν συγκινηθε απ τον επανα­στατικ παλμ που συγκλνιζε τον Κρητικ λα τα χρνια εκενα. λες οι επαναστσεις ξεκινοσαν απ την επαρχα, απ την καταπιεσμνη αγροτι, που ζοσε στην κατσταση του δουλοπ­ροικου. Οι λγιοι, συνθως αρχοντορωμαοι, τλος πντων απ τα αντερα στρματα, ζουν στις πλεις, στις οποες δεν εναι εκολο να μεταδοθε ο επαναστατικς πυρετς λγω της ενετικς παρου­σας. σως μλιστα να μη νιθουν και τσο δυσρεστη την κατοχ των Ενετν, μια και χουν σπουδσει στα πανεπιστμι τους και χουν εμποτισθε απ το πνεμα τους. σως πλι η ενετοκρατομενη κουλτορα δεν δισωσε ργα λγιων που εχαν εκδηλσει επαναστατικς τσεις. Τα περισστε­ρα χειργραφα που χουν σωθε εναι σε κδικες ενετικν βιβλιο­θηκν.

    Μπορε ακμη να ευθνεται και η ανυπαρξα λγιας παρδοσης στην Κρτη (μχρι την λωση, πνευματικ κντρο ταν η Κων/πολη) εν, ας μην ξεχνμε, η δημοτικ μλις ττε κανε τα πρτα δειλ βματα της.*

     μως ποιοι και να εναι οι λγοι που δε μας σζονται ργα ονματα λογων απ την πρτη αυτ περοδο, ο λας εξακολουθε να δουλεει πνω στ' αχνρια της παρδοσης του τον δικ του λακ πολιτισμ. Ας δσουμε και πλι το λγο στον Σπρο Ζαμπλιο.
     Οι Κρητικο, μια ρτσα φλογερ κι ολοζντανη, που αγαπ να τραγουδ και να χορεει, οι Κρητικο θαυμσιοι αυτοσχδιοι ποιητς και παραμυθδες, καναν στις μρες των Δουκν τη λρα να πλο πιο επικνδυνο για τον τραννο, απ το τξο, που χρησιμοποιντας το, ββαια, με μαστορι, απχτησαν φμη μεγλη. 'Αδικα οι διφοροι Αρμοστς φυλκισαν, κυνγησαν, τιμρησαν τους πλανδιους τραγουδιστς και μιμητς του Ομρου· το τραγοδι, πιαστο πνεμα, θε που προστατεει τους βασανισμνους, ξεγλασε την αγωνα και τις σκοτο­ρες τους. Οι Κρητικο εκενου του καιρο με τα τραγοδια τους στσανε μνημεα που δεν μπρεσαν να τα καταστρψουν η φωτι και τα πλα των Ενετν. Οι τραγουδιστς της Κρτης (περφημοι για τη φλγα τους και τη γλυκεα φων τους), αφο γιναν μοναδικο ερμηνευτς της πατρδας τους, οι μνοι γνσιοι χρονογρφοι των γεγοντων, περνοσανε τις γειτονις και τα χωρι, ξαναφρνοντας στη θμησ τους Βυζαντι­νος αινες, εξυμνντας των πεθαμνων τα χαρσματα, διαλαλντας την ευσβεια και την παλικαρι των προγνων. Εχαν τραγοδια πατριωτικ για τους ντρες, εχαν μοιρολγια για τις γυνακες, εχαν παρξενα και φανταστικ τραγοδια για τα παιδι, εχαν ιστορες αγων και μαρτυρολογματα για τα μοναστρια. Το τραγουδκι που κυκλοφ­ρησε στου Λοντα τον πνιγμ, ζητοσε την εκδκηση σε κθε γωνι της ταπεινωμνης γης.

     Ο Ζαμπλιος πλι παραθτει το παρακτω ανκδοτο, πολ χαρακτηριστικ του θους των λακν τροβαδορων. ταν μετ την επανσταση του 1363, που οδγησε στην ανακρυξη της Κρτης σε αυτνομη πολιτεα με την επωνυμα «Δημοκρατα του Αγου Ττου», ο δοκας Λεονρδος ρχτηκε στη φυλακ, καθημερι­ν μαζευταν ξω απ το κελ του να πλθος κσμου για να χαζψει το αλυσοδεμνο θερι. Κι ο Ζαμπλιος γρφει.

    "λαχε ανμεσα στους ενοχλητικος κι νας τραγουδιστς, απ' αυτος που χουν σαν επγγελμα να τραγουδον σατιρικ δημοτικ τραγοδια και που του κατβηκε να διασκεδσει τη μελαγχολα του φυλακισμνου με τη γλυκεα του φων. Αφο, λοιπν, κορντισε τη λρα, ρχισε να τραγουδ μαζ της να πασγνωστο τραγουδκι, που το 'χανε συνθσει πριν απ λγο, για να υμνσουν την Κρητικ λευτερι. Ο Δοκας δεν ξερε ελληνικ. -«Τι λει αυτ το τραγοδι;» ρτησε τον τραγουδιστ ιταλικ. -«Λιμπερτ!» (ελευθερα) απντησε αυτς με πθος, χρησιμοποι­ντας μια λξη ιταλικ, που την ξεραν λοι κενο τον καιρ. Και με χειρονομες προσπθησε να εξηγσει στον πρην Αρμοστ, πως το τραγοδι κενο κυκλοφοροσε απ στμα σε στμα σ' ολκληρο το νησ και πως το τραγουδοσαν και τα μωρ ακμη. -«Canzonette e Liberta, e duo cose che no sta», (Δε στερινουνε τα τραγουδκια την ελευθερα) φναξε σαρκαστικ ο Ενετς".

     Συμφωνομε, τη λευτερι δεν τη στερινουν μνο τα τραγου­δκια. μως τα τραγουδκια εναι σφαλτος δεκτης του πσο αγωνζεται και πονε νας λας για τη λευτερι του.

    Ο Λεονρδος Δελλαπρτας επαμε πως γεννθηκε λγο πριν απ το 1350 κι ακμζει γρω στα 1400. Υπηρτησε την Γαληντατη Ενετικ Δημοκρατα αρχικ σαν στρατιωτικς, κατπιν ως δικηγ­ρος, και τλος σαν πρεσβευτς στην Πλη και σε διφορες λλες αυλς. Στα γερματ του κατηγορθηκε απ μια γυνακα τι την φησε γκυο, ρχτηκε στη φυλακ, κπου λγο μετ το 1403, απελευθερθηκε πριν το 1414 και πθανε το 1419 το 1420.

     γραψε τσσερα ποιματα με σνολο στχων πνω απ 4.000, εν το μεγαλτερ του ποημα, νας απολογητικς διλογος ανμε­σα σ' αυτν και την Αλθεια, χει απ μνο του 3.166 στχους. Σ' αυτ το ποημα ο ποιητς αφηγεται την πολυτραχη ζω του, περιγρφει τα βσανα και τις αδικες που του γιναν, εν η Αλθεια προσπαθε να τον παρηγορσει και να τον εμψυχσει λγοντας του διφορες ιστορες απ την Αγα Γραφ, τον αρχαο κσμο και τη σγχρονη εποχ.

     Τα υπλοιπα τρα ποιματα του Δελλαπρτα εναι αρκετ σντο­μα. Το να αναφρεται στα πθη του Χριστο, και τα δο λλα εναι προσευχς για τη σωτηρα της ψυχς. Απ το πρτο σς παραθτουμε το μοιρολγι της Μρθας.

«Χαλσετε, ρη και βουν, δνδρα, εξερριζωθτε,

 θλασσα, ποσε μουγκρισμν και καταπντισε με,

 εδ ας αστρψη η Ανατολ, εδ ας βροντση η Δση,

 τα τετραπρατα της γης εδ ας συντελεστοσιν,

 εδ ας σκιστον οι επτ ουρανο, ας πσουν τ' στρη χμαιν,

 εδ ας καρδιοπονσουσιν αγγλοι και αρχγγελοι,

 τα Σεραφεμ, τα Χερουβεμ τρα ας μυριοπονσουν:

 Ο βασιλες των ουρανν εις τον σταυρν απνω

 λαβε σνατον πικρν... δε παραδικαν!...».

     Στα κεμενα του Δελλαπρτα παρεμβλλονται και στχοι απ λλα ργα, πργμα που θα συναντσουμε και σ' λους τους μεταγενστερους συγγραφες, σημδι πως οι διοι δε το θεωρον καθλου λογοκλοπ, αλλ σαν κτι το ολτελα φυσικ κι αυτονητο.

     Ο Δελλαπρτας, αν και ανκει στην τξη των «καλλιεργημνων», γρφει χι σε λγια γλσσα, αλλ σε λακ. Η γλσσα του εναι η «χωρς ιδιωματικς τσεις διαδομνη σ' ολκληρο τον ελληνικ χρο δημοτικ» (Βττι) κι αποτελε «για σμερα το πρτο γνωστ σκαλ στο δρμο που φρνει στη βοσκοπολα, στο Χορττση, στον Κορνρο» (Σ. Αλεξου).

    Ο συγγραφας της "Ριμδας Κρης & Νιου" που τοποθετεται στον 15ο το πολ στον αρχμενο 16ο αινα, μας εναι γνωστος. Ανκει στην τξη των αννυμων εκενων λακν δημιουργν, που πλοτισαν με το ργο τους τη δημοτικ μας παρδοση. «ργο δημοτικ, αλλ με σημδια λγιας επεξεργασας», πως το χαρακτρισε ο Δημαρς, δεχνει τη σγκλιση λγιας και λακς δη­μιουργας σε μια ποιητικ τχνη που χρησιμοποιε τη γλσσα του λαο και τους εκφραστικος του τρπους με την νεση και τη χρη της λγιας δημιουργας. Θμα του ργου εναι οι προσπθειες ενς νου να κατακτσει μια κρη. Αυτ μως του ζητει πρτα να τη στεφανωθε.


Ο νιτερος ζητ φιλ κι η κρη δαχτυλδι.

Ο νιος το δαχτυλδιν του, της κρης δεν το δδει.


Ο λγος που δεν της δνει το δαχτυλδι εναι τι


Γιατ ποτ τ' αντργυνα, δεν πφτουν σ' μιαν καρδαν,

μα, σαν απομακρνουσι, χνουν την ερωταν.

Σαν κμουν να δυο παιδι, τον πθον απαρνονται

και την αγπην σχανονται, τον ρωτα βαριονται.

μως ο νος πηγανει μια νχτα στην κμαρ της και βρσκοντς την κοιμισμνη πετυχανει το σκοπ του.


'Αβουλα της εσμωσε, στα χρια της εμπκε

και το πεθμαν εκ καιρν εις ρα μια το ποκε.

Εξπνησεν η λυγερ στα κανακματ της

κι εγνρισε τι χασεν εις μια την παρθενι της,

κι ο νιτερος πεισματικ «βαλ' εδ δαχτυλδι,

βλε αρραβνα χρκαρη, και βλγησης σφραγδι».

Και μσα στες αγκλες της τον γουρον ετρα

κι κλαιγε κι εβαρανετον στη δολερ της μορα

ως πρδικα μοιρολογ και σαν τρυγνα κλαει

και προς αυτν τον νιτερον τοτα τα λγια λει

«Α βουληθες να μ' αρνηθες και να μ' αλησμονσεις,

εις την Τουρκι, στα σδερα, πολλ ν' αγανακτσεις.

Σε τορκικα σπαθι βρεθες, σε Καταλνου χρια

τα κριτα σου να κφτουσι με δστομα μαχαρια.

Αρπηδες να σ' ερουσι και Μροι να σε σσουν

κι εις χλον σαρακνικον τρεις μχαιρες σου δσου

οι δυο ν' αγγζουν στην καρδι κι η λλη στα μυαλ σου,

κι εις τον αφρν της θλασσας να βροσι τα μαλλι σου.

     Το ποημα τελεινει με τις συμβουλς που δνει στις λλες κοπλες να μη τη πθουν πως την παθε αυτ.

     Ο Στφανος Σαχλκης εναι απ τους πιο γνωστος ποιητς της πρτης εκενης περιδου ανπτυξης των Κρητικν γραμμτιων. Γρφει στα τλη του 15ου αινα και ανκε στην τξη των αρχοντορωμαων. Στα νιτα του κανε στατη ζω, σπατλησε την περιου­σα του και κατπιν μετανιωμνος αποτραβχτηκε απ τη δρση στην ηρεμα της υπαθρου. Δεν αντχει μως την πληκτικ αυτ ζω, ξαναγυρνει στο Χντακα, κνει το δικηγρο, πλουτζει, για να ξαναρχσει την παλι του αμαρτωλ ζω και να καταλξει πλι στη φυλακ. Απ τη φυλακ ιστορε τις ερωτικς του περιπτειες, και συμβουλεει τους νους να μην πθουν τα σα παθεν αυτς. Ιδιατερες συμβουλς απευθνει στον Φραντζισκ, το γιο κ­ποιου φλου του. Τρα πργματα του λει πρπει να αποφεγει: «της νχτας τα γυρσματα, τα ζρια, και τις πολιτικς (πρνες)».

255   Κρυφ γαμιται η πολιτικ, εδ και κει που θλει,

       και φανεται της νστιμον σαν ζχαρη και μλι.

        Μετ χαρς η πολιτικ θλει κρυφ γαμσι,

        στε ν' αποδιαντραπ, στε ν' αποκινση,

        και ποιος την κρατε κρυφ, βιζεται να του παρνη,

260  ροχα και μπτες και φελλος και ψονια να της φρνη.

       και πριν να την αφσει αυτς, λλον γυρεει νβρη·

        και παρνει τοτον σμερον και εκενον χει αρι.

       Η πολιτικ τον κπελον τον θλει να γελση,

       την ψιν και την γνμην της λη της την αλλσσει.

265  φιλε, περιλαμπνει τον, στα στθη τον μαλσσει

        και κμνει τον ολχαρον, και κμνει να γελση,

       και λγει του: «Ομμτια μου, ψυχ μου και καρδι μου,

       απαντοχ, ελπδα μου, θρρος, παρηγορι μου»,

       και δεχνει και ζηλεει του τι λλην καχαν χει,

270 και ως δια να δεχνη τι αγαπ, ψματα τον ελγχει·

       και αλ τον ερη πελελν και βλη τον σ' αγπη

       και απ πολλς του πελελις εκενος εξετρπη,

       και τρω τον και ρημσσουν τον και χνουν την ζων του·

       ο που πιστεει πολιτικς χνει και την τιμν του.

    Ο Σαχλκης βρσκεται στο μεταχμιο της μεταβατικς εκενης φσης, που οι λγιοι ποιητς περννε απ τον ανομοιοκατληκτο στχο στην ομοιοκαταληξα, και μλιστα στη ρμα, την ομοιοκατα­ληξα δηλαδ κατ δστιχα, πως οι μαντινδες. Χαρακτηριστικ εναι το γεγονς τι τα πρτα του ποιματα εναι ανομοιοκατληκτα, εν τα τελευταα εναι σε ρμα, με ελχιστες εξαιρσεις.   Σκρπιες ρμες και ομοιοκαταληξες αν τρεις, τσσερις, πντε κ.λπ. στχους βρσκουμε στα περισστερα ργα της εποχς αυτς.

    Στα ργα του ο Σαχλκης «κηρττει την ηθικ με την αυτρεσκη περιγραφ της διας του της ανηθικτητας», λει με πνευματδη τρπο ο Hesseling. Αποφεγει ακμη τις παρεμβολς βιβλικν και λλων αποφθεγματικν φρσεων, στις οποες καταφεγουν κατ κρον λλοι ηθικοδιδακτικο ποιητς, γεγονς που κνει τα ργα τους ελχιστα ελκυστικ. Χαρακτηριστικ της απχησης που εχαν τα ποιματα του Σαχλκη στην εποχ τους εναι τι εχαν γνει τραγοδια.

    Στα ργα του Σαχλκη βλπουμε να διχυτο μσος κατ των γυναικν και μλιστα των πορνν, τις οποες φανεται να θεωρε υπεθυνες για το κατντημ του. Ιδιατερα τα βζει με μια Κουταγιταινα (Βουλ των πολιτικν), για την οποα εκφρζεται με μεγλη αισχρτητα.

Γαμιται η Κουταγιταινα κι ο σκλος της γαυγζει
και κλασι τα παιδκια της κι εκενη χαχανζει.

    Το διο πρσωπο φανεται να κρβεται και κτω απ την Ποθοτσουτσουνι (Αρχιμαυλστρες), στην οποα ο ποιητς απευ­θνει εν εδη επωδο την ερτηση:

Ειπ με Ποθοτσουτσουνι, μαυλζεις γαμισαι;

     Αλλο τη βζει και καμαρνει για τα προσντα της:

Εγ 'μαι η Ποθοτσουτσουνι, εγ 'μαι η ψωλοπθα,
εγ 'μαι απνω εις λες σας, εγ 'μαι εδ κερ σας.

    Οπωσδποτε ο Σαχλκης δεν πρωτοτυπε εκφρζοντας να τ­τοιο μσος ενντια στις γυνακες, παρλο που οι προσωπικς του εμπειρες και ταλαιπωρες τον δικαιολογον απλυτα, αλλ βρσκε­ται στα πλασια μια γενικτερης ποιητικς παρδοσης της εποχς, μιας παρδοσης μισογυνισμο, χι ειδικ Κρητικς, αλλ πανευρωπακς, που χει τις ρζες της στον μεσαωνα, και αποτελε μια χολωμνη αντθεση στους αυλικος ρωτες των ιπποτικν μυθιστοριν, που η γυνακα σχεδν θεοποιεται. Ο μεσαιωνικς αυτς μισογυνισμς ταν με τη σειρ του μεσος απγονος πατερικν κειμνων, ιδιατερα του Χρυσοστμου. Οι γιοι Πατρες εχαν χσει στα γραφτ τους φθονο δηλητριο ενντια στις γυνακες.

     Οι ποιητικς συμβσεις με τις οποες εκφρστηκε αυτς ο μισογυνισμς σαν κατ βση τρεις. Η πρτη ταν νας μακρς κατλογος με αποφθεγματικς ρσεις κατ των γυναικν, απ τον μηρο, τους αρχαους και την Παλαι Διαθκη, μχρι τον τελευ­ταο (ξνο) κερατωμνο βασιλι. Η δετερη σμβαση ταν συμβου­λς σε νο που πρκειται να παντρευτε και η τρτη νας διλογος ανμεσα σε να υπερασπιστ και σε να πολμιο των γυναικν.

     Το "Συναξριον Των Ευγενικν Γυναικν Και Τιμιοττων Αρχοντισσν" βρσκεται μες σ' αυτ την αντιφεμινιστικ παρδοση και γρφτηκε ταυτχρονα με τα τελευταα ργα του Σαχλκη, λγο αργτερα (αρχς 16ου ακμα δηλαδ). Αποτελεται απ 415 δεκαπεντασλλαβους στχους, που οι περισστεροι ομοιοκαταληκτον κατ δστιχα. Ο γνωστος συγγραφας που μιμεται τον Antonio Pucci κι λλους συγγραφες, στην επθεσ του κατ των γυναικν, ακολουθντας την πρτη σμβαση, επικαλεται τις μαρτυρες του Σωκρτη, του Γαληνο, του Ιπποκρτη, του Αριστο­τλη, του Αβικνα κ..

     Ο τνος μως απ τον καιρ του Pucci και μετ αλλζει. Οι ποιητς ξεχνον τις αυθεντες κι απ τις βρεις περνον στις αισχρολογες. Δεγμα της δετερης αυτς τσης, εκτς απ τα ποιματα του Σαχλκη, εναι κι ο "παινος Των Γυναικν", που αποτελεται απ 735 οκτασλλαβους ομοιοκατληκτους στχους. Το ργο αυτ σε πολλ σημεα ακολουθε ξνα πρτυπα, πως εναι ο "Πορνοδιδσκαλος" του Pietro Aretino κι ο "Corbaccio" του Βοκκκιου. Απ τον "Πορνοδιδσκαλο" φανεται πως εναι παρμ­νο και το παρακτω απσπασμα, που ο ποιητς σατιρζει τις γυνακες που προσπαθον να φανον παρθνες την πρτη νχτα του γμου.

...και παρθνες να φανοσι,

βνουν, κλεουν και ματνουν

.............................
ττε λγει τι «
πονε

πισετ τον, τον φοναν

δι να λβω πομον»

..............................

κι στερα σαν της το κμει

λγει του τι «Σφαξς με

και αιματοκλισες με».

Εναι πολ χαρακτηριστικ εδ η χρση του τροχακο μτρου που χρησιμοποιεται πλατι στη σατιρικ ποηση.

    Την δια εποχ γρφει και ο Μαρνος Φαλιρος. Γεννθηκε λγο πριν το 1397, και ταν νας απ τους πιο μεγλους φεουδρχες και γαιοκτμονες της Κρτης, με σημαντικ πολιτικ δραστηριτητα. Το πρτο του ργο, η "Ιστορα & νειρο", εναι «να ερωτικ νειρο με κωμικορεαλιστικ χαρακτηριστικ που το διηγεται ο Φαλιρος με πολ κφι», λει o Arnold van Gemelt σε κριτικ κδοση του ργου. Το γρφει σως κατ το 1418, ττε που παντρεεται τη γυνακα του Fiorenza Zeno, μοναχοκρη του δυν­στη της 'Ανδρου Pietro Zeno και που στο ργο εμφανζεται σαν Αθοσα, που εναι η ελληνικ μετφραση της Fiorenza. Ο ποιητς ονειρεεται τι πει στο σπτι της αγαπημνης του και της εξομολο­γεται τον ρωτα του.

 Ω πολυζητημνη μου, ω φως μου και ψυχ μου,

 και ποια καρδι να διηγηθ την αναγλλιασ μου!

 Δξα σοι ο Θιος κι επτυχε ο δολος την κυρν του

 να την θωρ καλγνωμη κατ την πεθυμνιν του.

 Δξα σοι ο Θιος οκα ο καιρς και ο τπος προξενοσι

 αλμονον π' αγαπον να σκφτου να φιλοσι!

 Μα τοτο το μεστοιχο, λγω, το σιδερνιο

 ευρσκω να 'ναι ογι εχθρς και να 'ν κατακριμνο.

 Ω Λουλουδοσα, τι ν' τ' αργες; Κμε ν' αναγαλλισω,

 βεργτα με το χρι σου δουμκι να το πισω,

 χαιρτησ με σπλαχνικ και μετ με θαρρψου,

 παρ' κι εσ και δσ' κι εμ δρσος και θεραπψου.

 Μηδν οκνες και κμε το, τι ο καιρς το δδει

 να φμε με γλυκτητα του πθου μας τ' απδι.

Η Αθοσα διστζει να ενδσει στις πισεις του.

 Δεν ν' κακ οπχει νουν τ' ανντιο να ντηρται

 'ς τοτον ας εσαι θαρρετς: ο π' αγαπ φοβται.

 Εμες κρατομε μετ σας να 'χωμε δικιοσνη

 και ωσν θωρ δεν χετε σ' εμς ελεημοσνη

 κι εσες εις ,τι φτασετε λα εν' συμπαθημνα

 και τα δικ μας χετε πντα κατακριμνα.

 λα σ' εμς των τυχων συμπφτουσιν τα βρη

 κι εκενα τα 'χομε ντροπ χετ' εσες καμρι.

Ο ποιητς εναι λο παρπονο.

 Τοτα τα μλα τα θωρες, ψυχολα μας, κρυμμνα

 μσα'δεπ στα στθη σου τα μοσκομυριαμνα

 ετχαινε και τ' λλα σου, τ' απκρυφα σου κλλη,

 να μου χαρσεις με χαρ, με λευτερι μεγλη.

Αμ'  συρς με στην πηγν και στκω διψασμνος

 ομπρς στο περιβλι σου και εμαι αποκλεισμνος.

 Αλμονον, ο τυχος και πντα μπδια βρσκω

 και δεν κατχω πς βαστ και δεν αποθενσκω.

Στο τλος, αρχζει να τη πιζει φοβερ. Η Αθοσα διαμαρτρε­ται.

Α.    Επα σου για τα στθη μου να μην τα πασπατεγης,

       κτσε και γαργαλζομαι.

Φ.                                       Και πλι τριζινεγεις;

       Δακνω σε και δκα με και ας κμωμεν ομδι

       μ' να γλυκτατο φιλ ο εις τ' αλλο σημδι.

Α.   Μη και πον, σι μ' εδ, δε κακς οπο 'σαι!

       Τοτα, καλ, τα σδερα δε γνθεις και απαντο σε;

Φ.   Και αυτ απ σνα τα 'χομε' και α θες κι εσ να πισης,

       χεις καιρν και κμε το γοργ, πριχο με χσης.

Α.   Μηδ με σφγγης και πλαντ, καλ, δεν χεις κψα;

Φ.   Μα κι χω τση και θαρρ τα μρμαρα ν' ανψα.

       Δρνεις. Και να την πτσα σου και πλι στρψε μο τη,

       γιατ 'χω ντε μου λεπεσαι αντς εσνα τοτη.

    Απνω που την χει καταφρει, τον δαγκνει νας ψλλος και ξυπνει. Γυρνει απ δω, γυρνει απ κει, πο να ξανακοιμηθε. μεινε, που λνε, με τον πθο στο χρι.

    Το "Ερωτικ Ενπνιο" γρφτηκε σως λγο μετ κι χει ανλο­γο περιεχμενο. μως εναι αρκετ ολιγστιχο (μλις 130 στχοι σε σχση με τους 757 της "Ιστορας") κι χει καθαρ αφηγηματικ μορφ, χωρς το δραματικ στυλ της. Τη ζημι εδ την κνει νας πετεινς, που τον ξυπν στη πιο ακατλληλη στιγμ.

     Τα ργα αυτ οπωσδποτε δεν εναι αριστουργματα. μως δεν συμφωνομε με τον Βττι τι ο τρπος που κβονται τα νειρα στη μση δεχνει «το κακ γοστο και τη μτρια φαντασα του ποιητ». Λιγτερη φαντασα θα δειχνε αν βαζε για παρδειγμα ναν υπηρτη να τον ξυπνσει. Πιστεω τι ο ψλλος κι ο πετεινς μπανουν ηθελημνα για να δσουν μια κωμικ εντπωση δημιουργντας μια anticlimax (αντικλιμκωση), με τον ρωα να μεταβανει απ τις υψηλς σφαρες του ρωτα στην πιο πεζ πραγματικτητα.

     'Αλλα ργα του ποιητ εναι η "Ρμα Παρηγορητικ", μμετρη επιστολ που την απευθνει στον φλο του Μπενεδτο Νταμουλ (περπου 1425), θλοντας να τον παρηγορσει για τον αναπντεχο χαμ της γυνακας των παιδιν του και της περιουσας του, λγοντας του πως τα εγκσμια δεν χουν καμι αξα, και αυτ που μετρει μονχα εναι η αθανασα της ψυχς, και οι «Λγοι συμβου­λευτικο», συμβουλς του ποιητ στον μοναχογι του Μρκο (πριν το 1430).

    Οι "Λγοι Συμβουλευτικο" ακολουθον σχεδν κατ γρμμα τους "Λγους Διδακτικος Του Πατρς Προς Υιν" του Μρκου Δεφαρνα, ποιητ που γεννθηκε στην Ζκυνθο. (Το ποημ του "Ιστορα Περ Σωσννης" εχε μεγλη διδοση στην Κρτη τον καιρ της τουρκοκρατας, και θα το συναντσουμε παρακτω). Παρενβαλε επσης κομμτια διασκευασμνα απ τον "Σπανα" που με τους ανομοιοκατληκτους στχους του εναι σαν τη μγα μες στο γλα.

    Ο Βττι αφνει αμφιλεγμενο το σημεο αν ο Φαλιρος κλεψε τον Δεφαρνα ο Δεφαρνας τον Φαλιρο. Πιστεω μως τι ο Φαλιρος κλεψε απ τον Δεφαρνα, γνμη που υποστηρζει κι ο Γεργιος Ζρας, για δο λγους. Πρτον, γιατ εναι απθανο να παρεμβλλει σε πρωττυπους δικος του ομοιοκατληκτους στ­χους τους ανομοιοκατληκτους του "Σπανα". Το πιο πιθαν εναι να τους πρε απ δετερο χρι. πειτα, στο δικ του στιχοργημα αναφρει και την "Σωσννα", ργο που ο Δεφαρνας γραψε πιθαντατα μετ τους "Λγους Διδακτικος". 'Αρα το δικ του ργο πρπει να χει γραφτε μετ κι απ τα δο ργα του Δεφαρνα.

     'Αλλο ργο του Φαλιρου εναι "Ο Θρνος Εις Τα Πθη Και Την Σταρωσιν Του Κυρου Και Θεο Και Σωτρος Ημν, Ιησο Χρι­στο", εν με τ' νομ του χουν κατ καιρος σχετισθε ξι "Δημδη Ποιματα Αγνστου Συγγραφως" κι η "Ριμδα Κρης & Νιου".

    Ο "Απκοπος" του Μπεργαδ (490 στχοι, πρτη κδοση το 1519) απετλεσε το μπεστ σλλερ των ενετικν εκδσεων κι χι δικα. Παρ το ιδιζον φος του, με τους πολλος αρχασμος του, σγουρα αποτελε να απ τα καλτερα δεγματα των πριμων ργων της Κρητικς λογοτεχνας, ργα τα οποα, κατ τον Λνο Πολτη, «ξεπερν σε λυρισμ και ποιητικ δναμη».

    Το περιεχμενο του ποιματος εναι το εξς: Ο ποιητς βλπει νειρο τι γκρεμζεται ζωντανς στον 'Αδη. Εκε τον περικυκλ­νουν οι πεθαμνοι και τον ρωτον για τον απνω κσμο και για τους δικος τους που εναι ακμη ζωντανο. Ο ποιητς απαντντας τους θρηνε για την ευκολα με την οποα οι ζωντανο ξεχνον τους πεθαμνους και καυτηριζει την πλεονεξα των κληρικν και την απιστα των γυναικν.

     Κι ο πο τα δκρυα τους ψηφ, τα λγια τους πιστεει,
     αγρμιν σ' λμνην κυνηγ, κι εις τα βουν ψαρεει.

(Παρβαλε και την μαντινδα απ δσκο του Σταυρακκη:

ποιος στα λγια τζη γροικ, και στσ' ρκους τση πιστεγει,
πινει στη θλασσα λαγος, και στα βουν ψαρεγει
).

Ο συγγραφας εκφρζει ντονα τον αντικληρικαλισμ του πα­ρουσιζοντας τους κληρικος να πολιορκον τις τεθλιμμνες χρες και να τις παρηγορον πνω στα μνματα.

Οι νιες, οπο εχηρψασιν, αλλν χελη φιλοσιν,

λλους περιλαμπνουσιν και σας καταλαλοσιν.

Στολζουν τους τα ροχα σας, στρνουν τους τ' λογα σας

κ' χουν και λγον μσα τους μη φρουν τ' νομα σας.

Και τον εζσασιν καιρν με την εσς ομδαν

εφνην τους ουκ ζησαν ημραν εβδομδαν.

Ζντα σας ελογζοντα λλους τους αγαποσαν.
να λεψετε εσπουδζασιν, να εβγτ' επεθυμοσαν

και απεν εσς εθψασιν και τχα μαρα εβλαν,

εδιφορσαν απ' αυτς κ' καμαν πλιν γλαν.

Απ' εντροπς εδεχνασι δκρυα πικρ να χνουν

και αυτς λεγαν μσα τους με λλον ντρα να μενουν.

Αλθια, μοραν απ' αυτς δειξαν να χηρψουν,

να κτσουν εις τα σκοτειν, ντρα να μη γυρψουν

και εις ολιγοτσικον καιρν εβγκαν να γυρζουν

και να ξετρχουν εκκλησις, τον βιν σας να χαρζουν.

Βαστον κερι και πατερμος, φορον πλατις αμπδες,

αποτρομον και ρκτουσιν γιασμα ωσν παπδες.

Και απ τες ξι τες επτ, πσαν εορτν και σκλην,

απεν αφαλσουν οι εκκλησις και απεν μισψουν λοι,

τα μνματα σας διασκελον και απνω σας διαβανουν,

με τους παπδες ταπειν, κρυφ να συντυχανουν

δι τα ευαγγλια να ρωτον, συχν να κατουμζουν,

μ' ναν ομμτιν να γελον, με τ' λλο να κανζουν.

     Οι ιερωμνοι κενη την εποχ, φανεται πως εχαν αναπτξει με υπερβολικ ζλο ττοιες θερεστες δραστηριτητες. ταν ο Σαχλκης αποκαλε την Κουταγιταινα «φραρογαμημνη» (φρρος=καθολικς καλογερος), σγουρα χρησιμοποιε λξη που ταν του συρμο στην εποχ του. κφραση ενς ανλογου λακο αντικληρικαλισμο εναι κι η παροιμιακ φρση που παραθτει ο Καζαντζκης στον "Αλξη Ζορμπ": «Ο Θες να σε φυλει απ τα πισιν του μουλαριο και απ τα μπροστιν του καλγερου».
     Ο Ρεθεμνιτης ποιητς Ιωννης Πικατρος, που ακμζει κι αυτς την δια εποχ, μιμεται τον Μπεργαδ σε να στιχοργημα γεμτο απαισιοδοξα, την "Ρμα Θρηνητικ Εις Τον Πικρν Και Ακρεστον 'Αδην" (563 στχοι). Ο ποιητς βλπει νειρο τι κατεβανει στον 'Αδη, γνωρζεται με τον Χροντα, ο οποος προθυ­μοποιεται να τον ξεναγσει. Στις περιγραφς του ποιητ αναβι­νουν λες οι παραδσεις του ελληνικο λαο για τον χρο, τον κτω κσμο, τις κολασμνες ψυχς κ.λπ. Παραθτουμε να χαρακτηρι­στικ απσπασμα, που περιγρφεται ο χρος.

Και φνη μου εγκρεμνστηκα στης μαρης γης τον πτο

και βολησα και διβηκα στον 'Αδην αποκτω,

κι ηρα τις πρτες σφαλιστς και τα κλειδι παρμνα

και μετ, μαρα φλμπουρα απξω τεντωμνα.

Κι εδα τον χρον κι μπαινε κι βγαινε θυμωμνος.

Σαν μακελλρης και φονις τα χρια ματωμνος

μαρον εκαβαλκευεν, εβστουν και γερκιν

και κρτειεν εις την χερα του σαγταν και τοξκιν

κι εχε θωριν αγριθωρην, μαρην κι αλλοτριωμνη,

κι η φορεσι του χλκινη και καταματωμνη.

    Τη σμβαση του ονερου για την ανπτυξη θματος την πρωτοβρκαμε στον Φαλιρο. Και το θμα μως της κατβασης στον 'Αδη δεν εναι καινοριο. Κνει τη θεαματικ εμφνισ του στη θεα Κωμωδα του Δντη, για να χρησιμοποιηθε κατπιν απ πολλος συγγραφες. Βρισκταν εξλλου σε συμφωνα με το πνεμα της εποχς: Οι νθρωποι κατχονται μμονα απ τη σκψη του θαν­του, και τους αρσει να βλπουν παραστσεις του περφημου «μακβριου χορο». Οι πνακες του Μπργκελ και του Ιερνυμου Μπος με σκηνς απ την κλαση, αποπνουν μια δια ατμσφαιρα.

     Απ τους πρτους ποιητς της Κρτης θα μνημονεσουμε ακμη τον Μανλη Σκλβο, που σε να στιχοργημ του για τον σεισμ που συγκλνισε τον Χντακα το 1508 βρσκει ευκαιρα να καυτηρισει τα αμαρτματα των συμπολιτν του, θυμζοντας τους τη δευτρα παρουσα, της οποας προγγελο θεωρε το σεισμ. Εν οι συμπατριτες του ετοιμζονται να ξεσηκωθον, εκμεταλλευμε­νοι την ευκαιρα (τους αποτρπει τελικ ο Καλλργης), ο Σκλβος διλεξε την ρα για να τους θυμσει τις αμαρτες τους! Επσης ο Αντνης Αχελς, παραφρζοντας να ιταλικ ργο σε τεχνους στχους, περιγρφει την πολιορκα της Μλτας απ τους Τορκους το 1565.

     Το πιο υπροχο μως στιχοργημ της εποχς εκενης εναι η περφημη «Γαδρου, Λκου & Αλεπος Διγησις Ωραα» (πρτη κδοση 1539), που μεινε γνωστ με τη λακ ονομασα "Φυλλδα Του Γαδρου".

     Το στιχοργημα αυτ δεν εναι πρωττυπο, αλλ αποτελε δια­σκευ ενς προγενστερου ργου, του "Συναξριου Του Τιμημνου Γαδρου". Η γλωσσικ μορφ του το τοποθετε πολ πριν απ το 1500. (Ο Κστας Θρακιτης μλιστα το τοποθε­τε πριν το 1204 κι χι ειδικ στην Κρτη) κι εναι μλλον τυχο κατασκεασμα. Ο Λευτρης Αλεξου γρφει σχετικ:

    "Στο "Συναξρι", πως και στο Δελλαπρτα, βρσκομε πρωτγονη στιχουργικ, που μας θυμζει κπου-κπου τ' ανεξλιχτα βυζαντιν δεκαπεντασλλαβα στιχουργματα. Με τη διαφορ πως ο Δελλαπρτας εναι λγιος, εν ο ποιητς του "Συναξριου" περισστερο λακς στιχουργς με μτριο τλαντο. Απ αδεξιτητα κι αστθεια γοστου ανακατεει, πως του ρχεται βολικ, αρχακ και συγκαιριν του γλωσσικ στοιχεα. Καταφρνει μως κπου-κπου να βρσκει ζωντα­νς εκφρσεις, γεμτες χιομορ, μσα στο τυχαο μλλον συνταριασμα των δεκαπντε συλλαβν. Δεν του λεπουν κπου-κπου κι ολκληροι στχοι με αξα κι εκφραστικς ερεσες πετυχημνες, που, καθς επα, ο διασκευαστς της "Φυλλδας" τις παρνει αυτοσιες, δεχνοντας το φνο γοστο του".

    Ο τελευταος εναι επιδξιος στιχουργς, χει γοστο ποιητικ και δε λεπει οτ' απ' αυτν το πηγαο χιομορ. Δε θα υποστηρξουμε πως η στιχουργικ της "Φυλλδας" βρσκεται στο εππεδο εκενης που συνα­ντομε στην "Ερωφλη" και στο "Ρωτκριτο". Τη πλησιζει μως κι σως τη προετοιμζει.

     Η "Φυλλδα Του Γαδρου" αποτελε μια πολ καυτ κοινωνικ στιρα. Πσω απ τα τρα ζα-πρσωπα του ργου, κρβονται οι τρεις μεγλες κοινωνικς τξεις, οι ευγενες, ο κλρος κι ο λας. Στο στιχοργημα αυτ καυτηριζεται η αυθαιρεσα των δο πρτων εις βρος του λαο. Το στιχοργημα ξεκινει ως εξς:

'Αρχοντες, να γροικσετε, αν θλετε, δαμκι,

ο Λκος με την Αλουπο πς πιαν το φαρμκι.

Πς τονε η αφορμ, πς εκαταπιαστκαν,

και τι νοβλλα πθασι και πς εντροπιαστκαν.

Σα φανεται, ο Γδαρος ο καταφρονεμνος,

πντοτε κακορζικος και παραπονεμνος,

σ' αφντην λαχε κακν, λωβν και ψωριασμνον,

φτωχν και κακομζαλον, πολλ δυστυχισμνον.

Ποτ του δεν εχρτασε, ποτ δεν αναπατη,

νχτα και μρα δρνεται στον κπο για να σκφτη.

Πσα πουρνν εφρτωνε το Γδαρον εκενον

κι εις το παζρι επγαινε κι αυτενος μετ κενον.

Λχανα τον εφρτωνε, κρεμμδια και μαρολια,

ραπνια, αντδια, κρδαμα, πρσα, κοκκινογολια.

'Αχερο δεν του βρσκετο, κριθρι δεν ποτσσει,

να δση του Γαδρου του, να φη, να χορτση.

Τα λχανα καθριζε και του ρχνε τα φλλα,

κι ντεν εσκλα το βραδ εφρτωνν τον ξλα.

Κι απ τον κπον τον πολν, την δολεψην την τση,

κι εκ τες ξυλις οπο παιρνεν, στε να ξεφορτση,

αδνεψεν ο Γδαρος και πλα δεν εμπρει

κι απ την ψραν την πολλν σαμρι δεν εφρει.

Χειμνα δεν εδνετον ουδ και καλοκαρι

ουδ για ξλα να υπ ουδ νερ να φρη.

Και μια Λαμπρ, μια Κυριακ, τχα λυπθηκε τον

και πινει και ξεστρνει τον, δυσε κι φησ τον

να πα να περιβοσκηθ, κμποσο ν' ανασνει

να φα κλαδ απ δεντρ κι απ τη γης βοτνι,

να πση και να κυλιστ, το στμα του ν' αφρση,

να φα και χρτον λιβαδιο, να πιη κι απ τη βρση.

     Το λιβδι βρσκεται δπλα στο δσος. Εκε κνουν τη βλτα τους η αλεπο κι ο λκος, ψχνοντας για κυνγι. Ξαφνικ αντιλαμβ­νονται τον γιδαρο. Τον πλησιζουν, και με δλο προσπαθον να τον παρασρουν μχρι το σπτι τους, για να τον ξεκοκκαλσουν με την ησυχα τους. Ο γιδαρος ββαια αντιλαμβνεται τις προθσεις τους, αλλ τι να κνει.

     Τον παρνουν λοιπν και μπανουν σε μια βρκα «χι για να ψαρψουν, μα πρα στην Ανατολ δι να ταξιδψουν». Βζουν κλρο για τα καθκοντα που θα αναλβει καθνας τους πνω στη βρκα. Νακληρος γνεται ο λκος, τιμονιρης η αλεπο και κωπηλτης φυσικ ο γιδαρος. Στο δρμο η αλεπο σκαρφζεται να σχδιο πς να τον σκοτσουν. Λει πως εδε στο νειρο της, τι το βρδυ θα τους πισει τρικυμα και θα πνιγον. Καλ εναι λοιπν να εξομολογηθον τα κρματ τους και να συγχωρσει ο νας τον λλο.

    Πρτος αρχζει την εξομολγηση ο λκος. Λει για τα γδια, τους χορους και τα βδια που κλεψε και τα οποα καταβρχθισε μνος του, χωρς να δσει σε κανναν λλο, και πσο μετανιωμνος εναι τρα γι αυτ. Η αλεπο τον συγχωρε. Μιλει πειτα κι αυτ για τα δικ της κρματα, τις κτες που κλεψε. Μετνιωσε μως για λα αυτ, και γι' αυτ ντθηκε το ρσο. Τη συγχωρε με τη σειρ του και ο λκος. Ο γιδαρος μως τι να πει, που δεν κτεχε να χει καννα κρμα καμωμνο και μνο το ξλο που τρωγε απ το αφεντικ του θυμταν. Ο λκος κι η αλεπο εξοργζονται, γιατ τχα τους λει ψματα.

Και λγει τους «Αφντες μου, τι χετε με μνα;

Και πορι τσα κρματα δεν χω καμωμνα.

Μνον το μαρουλφυλλον οπ 'χω φαγωμνον,

και πορι δεν το κλεψα, μα το χω δουλεμνον».

Τρομερ αμρτημα! Η αλεπο βγζει αμσως την απφαση.

«Αφορεσμνε Γδαρε και τρισκαταραμνε,

αιρετικ κι επβουλε, σκλε μαγαρισμνε,

να φας το μαρουλφυλλο εκενο χωρς ξδι!

Και πς δεν επνιγκαμε σε τοτο το ταξδι;

Αλλ' μως, ασεβστατε, κμε να το κατχης,

ο νμος κατ πς μιλε, πλον ζων δεν χεις.

Στο βδομον κεφλαιον το ηρηκα γραμμνον,

να 'ναι κομμν' η χρα του, το μτι σου βγαλμνον.

Και πλιν στο δωδκατον κεφλαιον του νμου

λγει να σε φουρκσωμεν εγ κι ο σντεκνς μου».

Ο γιδαρος στην απελπισα του σκαρφζεται μια πονηρι. Παρ­νει παρμερα το λκο και του λει:

«Αφντη Λκε, να σου πω δυο λγια να γροικσεις,

απες μ' αγγζει θνατος, σαν γινεν η κρσις,

το χρισμα οπ χω γ δεν θλω να το κρψω,

ζντα μου θλω κανενς να του τ' αποκαλψω.

Δεν θλω να τ' αφσω 'γω το τλαντον χωσμνον,

μα θλω κανενς πτωχο να το χω δανεισμνον,

μπως και κολαστ κι εγ εις τον καιρν εκενο,

γιατ δεν εν' αμρτημα μεγλο σαν αυτενο.

ξευρε το λοιπονιθς χρισμα χω μγα

οπσω εις τον πδα μου, σαν οι γονες μου λγα.

Και ποιος μνο το ιδ το χρισμα που λγω,

λοι του οι αντδικοι φεγουσι, σου ομνγω.

Ακοει, βλπει και μακρ, σαρντα μερ στρτα,

κι εισ ροπν του οφθαλμο γροικ και τα μανττα».

Ο λκος συνεννοεται με την αλεπο να δουν πρτα το «χρι­σμα» του γαδρου, και μετ αφο τον πνξουν, να τον πνε στο σπτι τους και να τον κμουν γεμιστ. Το τλος εναι τσο χαρισ­ματικ και πικντικο, που 'ναι καλτερα να το παραθσουμε αυθεντικ.

Λγει του Λκου ν' ανεβ στην πρμνην μοναχς του

και τσι τον ορδνιασε: Γονατιστς να στκη

τρεις ρες και να δεται, να μη σαλεση απ' κει.

Να λγη, να παρακαλ· «Γδαρε, σου πιστεω,

και δος εμνα χρισμα, εκενο το γυρεω».

Και με πολλν ευλβειαν να λη τα πατερμ του.

Να πγη και η Αλουπο να στκεται κοντ του.

ταν στον Λκον κατεβ η βουλλωμνη χρη,

εκε κι αυτενη να βρεθ, δαμκι για να πρη.

Ττες ο Γδαρος ευθς τζιλιμπουρδ και χρε τον,

και χι μνον μια φορ, μα δετερον και τρτον,

και ρχνει τον στο πλαγος, να τνε πνξη μλλει,

κακ και κακς χοντα, ωσν αυτς δεν θλει.

Σαν εδεν η κερ Αλουπο τον Γδαρον, πς κνει

απ τον φβον τον πολ αρχνισε να κλνη.

Και ττε ο κυρ Γδαρος φωνζει και γκαρζει

και συχνοκατουρε πυκν και συχνοπορδαλζει.

Συχν πηδ, τζιλιμπουρδ και την ουρν σηκνει

πφτει, κυλιται, γρνεται και εξωματζουκνει.

Γυρεει και την Αλουπο, τρχει να τηνε σσει

και με το μπουσδουγνι του καμπσες να της δση.

Κι αυτ, σαν εδε κι γινεν ο Γδαρος φρεντης,

στο πλαγος εγκρμισε κι πεσε μοναχ της.

Απραν την τα κματα, στον Λκον την εβγλαν

κι απ τον φβον πο λαβεν, εφναζε μεγλα.

Εκθισαν ν' αναπαυθον, καμπσον ν' ανασνουν,

Γαδρου τα καμματα εκε τ' αναθυβνουν.

Ο Λκος την κερ Αλουπο ερτα την να μθη

και λγει του, πς τρμαξε κι ο νους της πς επρθη.

«λα του τα καμματα στκομαι και λογιζω

και δεν θυμομαι να τα πω και να τα λογαριζω.

Εκ την κοιλι του βγαλεν ωσν απελατκι

μακρ, χοντρ και κκκινο κι τον δχως μανκι.

Λγει μου· «λα γλγορα! Τι στκεις και παντχεις;

Για να σου κμω τη δουλειν εκενη που κατχεις!

Και τρμαξα σαν τ' κουσα, κι χεσα το βρακ μου,

φηκα και τα ροχα μου, γεμτο το βρακ μου,

και γκρμισα στο πλαγος, μνο για να γλυτσω

εκ την περσσα συμφορ κι εκ το κακν το τσον».

«Πες μου, κυρ συντκνισσα, Γδαρος ντα πδα,

τ' απελατκιν οπο λες, εγ ποσς δεν εδα».

«Κυρ σντεκν μου, κτεχε κι εκ την κοιλιν του βγκε,

και σεσθη και λυγστηκε και πλι μσα μπκε.

Θαρρ, τι η κοιλα του να 'ναι αρματοθκη,

κι εις ,τι πλεμον εμπ, να 'χη αυτς τη νκη.

Μπουμπρδες να 'χη μπροντζινες, τουφκια γεμισμνα,

να 'χη και βλια αρθμητα, δισσκια κρεμασμνα.

Η τχη μας εβθησε, να μη μας θανατση,

και πλιν ως το στερον ο Θιος να μας γλυτση».

Ρωτ τον και η Αλουπο· «Σντεκνε, πς υπγεις;

Και πς εταπεινθηκες; Και πς εκατατγης;

Λγει την «Μη με ερωτς και μη μου συντυχανης

κι απ την σμερον ποσς καλ μη παντεχανης.

Θωρες, κυρ συντκνισσα, χωρς αδντια εμαι,

το 'να μου μτι χασα και τ' λλο μου πονε με.

Ωσν ετζιλιμπορδησεν εξφνου κι μπωσ με,

και μσα εις το κοτελον η κοπανι σωσ με,

εφνη μου, ο ουρανς εχλασε κι ο κσμος,

και στραψε κι εβρντησε κι εγνη μγας τρμος.

Κι νταν αυτς με κτπησε την κοπανιν εκενη,

επρσθη το κεφλι μου κι ωσν ασκ εγνη.

Κι αστρψασι τα μτια μου και τραξ' ο μυαλς μου

και τρμαξαν τα σωθικ και χθη ο λογισμς μου.

Ο νους μου εσκοτσθηκε, δεν εναι μετ μνα,

κι επσασι τα δντια μου, δεν μεινε καννα.

Εγ, κυρ Συντκνισσα, σ' εσν εθρρουν πντα,

να ξερης λες τες δουλεις κι λα τα κοντραμπντα.

Και θρρουν να 'χης φρνεσιν, μυαλν εις το κεφλι

και εκ τα καμματα αυτ κανν να μη σου σφλλη.

Γιατ καυχσουν κι λεγες, πως σουνε μαντετρα

και του κυρ Λου του Σοφο σουνε μαθητετρα.

Δε μου 'λεγες, πως σουνε πουτνα και μεθστρα

και φραντζιασμνη και λωβ και μια κακ μαυλστρα,

οπο με εξεμαλισες κι επρες με μετ σου

και να χαθ εκντεψα εκ τα καμματα σου.

Πντοτε συ μου λεγες, πως χεις τση γνση,

και τρα ο κυρ Γδαρος εμς να ταπεινση!

Δεν χω εγ την γνσιν του ουδ την πονηραν,

αμ' χει αυτς, που γλασεν εμς τα δυο θηρα».

Εκενη αποκρθηκε- «Σντεκνε, να κατχης,

καννα δκιο εις αυτ ηξερω, πως δεν χεις.

Η γνσις εναι πανταχο στον κσμο διασπαρμνη,

κι εις παντας η φρνησις εναι διασκορπισμνη.

Καλ και εναι Γδαρος και καταφρονεμνος,

αν ν' και κακορζικος και καταδικασμνος,

εδεν ο Θις την αδικι και την κακογνωμι μας,

την ανομαν την πολλν και την συκοφαντι μας,

και νησιν του δωκεν αντμα με την γνσιν

δχως να ξερη μθημα και γρμμα ν' ανγνωση,

και ρτορας εγνηκε να μας καταμιτση

και μες απ τα χρια μας να φγη να γλυτση.

Και χι μνον φυγε μα κι εκοπνισ μας,

ανητους μας δειξε κι εκατασβλωσ μας.

Επρε και τα ροχα μας και εξεγμνωσ μας,

επρε μας και την τιμν κι εκατεντρπιασ μας». 

Χαρ σ' εσ, κυρ Γδαρε και εις την φρνησν σου,

γιατ με γνσιν φυγες, με την προτμησν σου.

Ω Γδαρε, κυρ Γδαρε, Γδαρος πλιο δεν εσαι,

πρπει σ' ετοτο πκαμες πντοτε να παινσαι.

Θαρρ, για τοτο και πολλο Γδαρον δεν σε κρζουν,

αλλ ως τιμιτερον, Νκον σε ονομζουν.

Το νομα εκρδισες αυτ με πονηραν,

και την ζων σου γλυκες απ' ατα τα θηρα.

     Οι ποιητς που καταπινονται με θρησκευτικ θματα την εποχ αυτ εναι ελχιστοι και το ργο τους εναι μετριτατο, σε σγκριση με τα λακ ργα της εποχς. Μια απ τις καλτερες στιγμς αυτς της ποησης εναι το παρακτω απαπασμα απ το ποημα του Ανδρου Σκλτζα (15ος αι.).

Ο κριος πντων μετ σο, χαρε χαριτωμνη,

πριν των αινων του Χριστο μτηρ προωρισμνη.

Χρυσ της αρετς πηγ, εξακουστ παρθνε,

Μαρα, θρρος ολονν, καρπ χαριτωμνε.

Αγγλων και των ουρανν δσποινα και κυρα,

σωσμς πεντων, των παντν κυβρνησις στην χρεαν.

Δολη και μτηρ του Χριστο, χαρ των λυπουμνων,

το απαγκομπιον των πιστν, ελπς απελπισμνων.

Των νεκρωμνων η ζω, ερεσις ιατρεας,

φλγα της ψυχοπνεσης, μορφ της ευγενεας.

Θεμλιον, ερεσις, αρχ, βθος ταπεινοσνης,

πσης μακαριτητος και ταπεινοφροσνης.

Σκεος τιμς κ' ευπρπειας, χριτος ουρανας,

του ποιητο το ιερν, ερεσις σωτηρας.

Των λυπουμνων λπησις, γερσις των πεσμνων,

ζως η ανακανησις, στσις των χαλασμνων.

     Ο Γεργιος Χομνος (τλος 15ου αι.) συμβολαιογρφος, επεχε­ρησε να αφηγηθε την ιστορα της Παλαις Διαθκης σε στχους, ξεκινντας απ τη Γνεση ("Κοσμογνεση"), χωρς πολ επιτυ­χα μως.

     Απ τον 16ο αι. μας σζεται ακμη να λειψ κεμενο (112 στχοι) που επιγρφεται "Λγοι παρακλητικο εις τα τμια και για πθη του κυρου ημν Ιησο Χριστο και θρνος της Υπεραγας Θεοτκου". Ο Μ. Μανοσακας το χαρακτηρζει σαν «χαρο και ξερ κατασκεασμα, που η στεν προσκλλησ του στο ευαγγελι­κ πρτυπο το χει στερσει και απ την πιο παραμικρ ποιητικ πνο».

     μως, αν οι ποιητς δεν καταδχονται να καταπιαστον με θρησκευτικ θματα, καταπινονται μ' αυτ οι πεζογρφοι. Το ργο τους δεν χει λογοτεχνικς φιλοδοξες, αλλ βρσκεται μσα στα πλασια του θρησκευτικο εκενου διαφωτισμο που αναπτ­χθηκε πως επαμε απ την ορθδοξη εκκλησα για να αντιμετωπ­σει την παπικ διεσδυση. Πολλ μως απ τα ργα αυτ δεν τυχαν της επιδοκιμασας της επσημης εκκλησας, καθς ξφευ­γαν λγο πολ απ το ορθδοξο δγμα και κποιοι μλιστα συγγραφες τους αφορσθηκαν.

     Η θρησκευτικ πεζογραφα της εποχς αυτς δεν χει μελετηθε αρκετ, μια και τα ργα της εναι ελσσονα μπροστ στα πρτα εκενα ζωηρ φτερουγσματα της νεαρς μας ποησης, αν και χουν να προσφρουν γλωσσικ και λαογραφικ στοιχεα. Γι' αυτ θα αφσουμε την κα Ελνη Κακουλδη που χει ενδιατρψει πνω στο θμα, να μας μιλσει σχετικ:

    "Η συγγραφικ δραστηριτητα γρω στα εκλακευτικ εκλακευτικ θματα κρτησε λον τον 10ο αινα, τον 17ο και τον 18ο ακμη. Τα ργα δεν εναι πντοτε πρωττυπα. Συχν μιμονται, αντιγρφουν διασκευζουν ανλογα δυτικ· τα περισστερα λλωστε προρχονται απ λληνες των βενετοκρατομενων νησιν απδημους. Οι συγγρα­φτες εναι νθρωποι με μικρτερη μεγαλτερη μρφωση, πολλο χουν τη δυναττητα να χρησιμοποιον στο πρωττυπο τις ιταλικς κυρως, πηγς τους. Απ τα ργα τους δεν λεπει πντα κποια αφελς νοοτροπα. Ο λας τα υποδχεται με αγπη. Αυτ το δεχνουν οι αλλεπλληλες εκδσεις τους, και ταν ακμη εναι απαγορευμνα απ την επσημη εκκλησα. Αλλ κι σα ργα δεν φτασαν ως το τυπογρα­φεο κυκλοφρησαν χειργραφα, μνο που γι' αυτ δεν εναι πντα εκολο να μιλσουμε, αφο πολλ μνουν ακμη γνωστα. Οι συγγρα­φες των ργων αυτν παρνουν τσι μια ιδιτυπη θση στα γρμματα μας· πολλο απ' αυτος χρησιμοποιον παρλληλα και την εκκλησιαστι­κ αρχαζουσα γλσσα για τα καθαρ θεολογικ ργα τους για την αλληλογραφα τους. λοι μως συμφωνον σε να θμα: τα ργα που απευθνονται στους πολλος πρπει να μιλον στη ζωνταν γλσσα τους, και σ' αυτ το σημεο διακρνονται απ τους αρχαστς της εποχς. Τα θματ τους εναι ποικλα: δογματικ, ερμηνευτικ, απολο­γητικ, κρυγμα γραπτ (και προφορικ), λακς διηγσεις. Οι λογοτε­χνικς απαιτσεις χι μεγλες".

     Για παρδειγμα αναφρω μερικος (χωρς να παραλεψω το "'Ανθος Χαρτων" (1529), μετφραση απ τα ιταλικ καμωμνη απ γνωστον λληνα, τον Ιωαννκιο Καρτνο (πθανε περπου το 1500), τον πρτο συγγραφα εκλακευτικο βιβλου, του "'Ανθους της Παλαις και Νας Διαθκης" (Βενετα 1530), τον Μανουλ Μαλαξ (πθανε περπου το 1581), με την "Πατριαρχικ Ιστορα" και τον "Νομοκνον" του, τον Δαμασκην Στουδτη (πθανε περπου το 1577), με τον "Θησαυρ" του, τον Ναθαναλ Χκα (πθανε περπου το 1021), και τους μεγλους, τον Μξιμο Μαργονιο και τον Μελτιο Πηγ. Η συμβολ του καθενς απ' αυτος στο ργο της διαφτισης του λαο διαφρει. Ο Καρτνος π.χ., που γρφει «δι να καταλβουν πντες... την θεαν γραφν... και πσα μικρς νθρωπος μνον οπο να ηξερη να διαβζη», δνει επιλογ απ ποικλες ιστορικς και εκκλησιαστικς γνσεις, δογματικ, ηθικ, λειτουργικ, ερμηνευτικ. Η διδασκαλα του δεν εναι απαλλαγ­μνη απ κακοδοξες, γι' αυτ και συνντησε αυστηρ την κριτικ του Παχωμου Ρουσνου κι αφορστηκε απ την εκκλησα. Ωστσο στο λα η επιτυχα του βιβλου ταν καταπληκτικ, ταν το πρτο ργο που γραφταν γι' αυτν κι απαντοσε με τρπο κατανοητ (αδιφορο αν χι εντελς ορθδοξο) στα θρησκευτικ ερωτματ του. Ο Καρτνος κατλαβε πρτος την ανγκη να δοθε στο λα η πστη του στη γλσσα του. Ο Δαμασκηνς Στουδτης εκδδει λγους σε διφορες εορτς, δικος τους τους περισστερους. Ο Ιωννης Ναθαναλ, εφημριος του αγου Γεωργου στη Βενετα, στην "Ερμηνεα Της Θεας Λειτουργας" του (1574) σημεινει τι καννας δεν μπορε να τον κατηγορσει που χρησιμοποιε τη γλσσα του λαο, αφο πρπει κανες να καταλαβανει , τι διαβζει («γιγνσκεις αναγιγνσκεις;»).

     Ο Μαργονιος υποστηρζει πς η γλσσα του λαο δεν πρπει ν' αγνοηθε απ την εκκλησα, γι' αυτ και μεταφρζει ργα παλαιτερα, συγγρφει εγχειρδια θεολογικ και λγους σε απλ γλσσα. Η γλσσα αυτ δεν εναι ενιαα στους διφορους συγγραφες. Πολλς φορς και στα ργα του διου συγγραφα. Κποτε και στο διο ργο, χουμε να γλωσσικ ανακτωμα απ ιδιωματικ, διαλεκτικ και λγια στοιχεα. Ξεχωρζει μως παντο η προσπθεια για τη χρση ενς απλο, κατανοητο λγου, που να πλησιζει σο γνεται στην ομιλομενη γλσσα. Εναι λλωστε η πρτη σοβαρ προσπθεια για τη γραπτ καθιρωσ της.

    Ανμεσα στους θρησκευτικος αυτος πεζογρφους συγκαταλ­γεται κι ο Ιωννης Μορεζνος, πλοσιος ιερας απ τον Χντακα, που γρφει στα τλη του 16ου αινα. Το ργο του "Η Κλνη Του Σολομντος" δεν τυπθηκε ποτ, εχε μως σημαντικ χειργρα­φη διδοση.

     μως καιρς εναι να περσουμε στα αριστουργματα εκενα του τλους του 16ου και του 17ου αινα, που δωσαν σ' λη εκενη τη περοδο το νομα Κρητικ Αναγννηση.

--------------------------------------------------------
Σημ: Ο Μανοσος Μανοσακας υποστηρζει την ποψη πως η λογοτεχνα δε μπρεσε ν' αναπτυχθε στους ταραγμνους δο πρτους αινες της Ενετικς κυριαρχας λγω των αλλεπλληλων επαναστσεων. μως το επιχερημα αυτ εναι σχετικ, γιατ ξρουμε πως σ' επαναστατικς περιδους πολλς φορς η λογοτεχνα ανθε.
---------------------------------------------------------

                               Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

 

     Η «Βοσκοπολα» εναι να απ τα πρτα αριστουργματα της αναγεννησιακς αυτς περιδου για τα ελληνικ γρμματα. Αν και η πρτη μαρτυρομενη κδοση του ργου εναι του 1627, η συγγραφ πρπει να γινε γρω στο 1600. Επηρεασμνο απ την ιταλικ ποιμενικ ποηση της Αναγννη­σης που εκφρζει την νοσταλγα του αστο για τη φυσικ ζω τς υπαθρου, το ειδλλιο αυτ χαρακτηρζεται απ σπνιες λογοτεχνι­κς αρετς. Η «ευαισθησα στην ομορφι του λγου», η «κομψτη­τα της κφρασης», η «χρη των εικνων», οι «ελαφρτατες ψυχο­λογικς αποχρσεις που δνουν στους χαρακτρες των ηρων εξασια πο και πο φωτοσκαση» φανερνουν, λγει ο Δημαρς, να μεγλο δημιουργ.

     Η υπθεση του ργου εναι απλ: νας νεαρς βοσκς και μια βοσκοπολα συναντινται κι ερωτεονται παρφορα ο νας τον λλο. Συζον για λγο καιρ, μως ο νεαρς βοσκς εναι αναγκα­σμνος να φγει, καθς περιμνουν απ στιγμ σε στιγμ τον πατρα της βοσκοπολας. Κανονζουν μως να επιστρψει σ' να μνα. μως, στο μεταξ αρρωστανει κι αθετε τσι την υπσχε­ση του. Η βοσκοπολα μη βλποντας τον καλ της να γυρζει πεθανει απ το μαρζι. ταν επιτλους εκενος ρχεται, βρσκει το γρο πατρα της να θρηνε την πεθαμνη κρη του. Το ργο τελεινει με τον σπαραγμ του βοσκο.


Και ποι παρηγορι μπορε να σση

αλφρωσιν τζου πνους μου να δση...

Φλους και συγγενες θλω μισσει

δεν θλω να σφαγ μα θλω ζσει

δια νχω πνους, πκρες και λακτρες.

Μα θε να ζω και θε να παραδρνω

χλιες φορς την ρα να πεθανω.

Τα ρη, τα χαρκια να με φσι

και να 'ναι η κατοικι μου μσ' τα δση
μρα νχτα να κλαω, να θρηνομαι,

τα πνθη μου στα ρη να δηγομαι,

να κμω τα θηρι να με ακλουθοσι,

να κλαουν με τα μνα, να πονοσι,

παντορα να μη παζω, ουδ φιαμπλι,

σ' λιβδι να μην μπω, ουδ' εις περβλι

τα πρβατ μου πλον να μην αρμξω

μν' να περν κακν καιρ κι αδξο...

     Οι 416 ενδεκασλλαβοι ομοιοκατληκτοι στχοι του αγνστου συγγραφα, εχαν τερστια απχηση. Ο Σολωμς γρω στο 1824 μαρτυρε πως δεν υπρχε γυνακα στην εποχ του που να μη γνριζε τη βοσκοπολα. Τον ισχυρισμ του ενισχουν κι οι δκα παραλλαγς που κατχουμε του ργου1 (τσσερις Κρητικς, δο Ροδτικες, δο Χιτικες, μια της Μλου και μια της Νξου), ενδεικτικς της τερστιας διδοσης που εχε.

     να λλο μεγλο ργο της Κρητικς λογοτεχνας της εποχς εκενης εναι κι η «Θυσα Του Αβραμ». Εμπνευσμνο και αυτ (πως λα σχεδν τα ργα της Κρητικς αναγννησης) απ να ιταλικ ργο, τον «Ισακ» του Luigi Groto, ξεπερν κατ πολ το πρτυπο του. πως λγει ο Αλξης Σολωμς,5 «εκενα που πρε η Θυσα απ' αυτ εναι τα ψεγδια της κι εκενα που δεν πρε τα χαρσματ της».

     Επκεντρο του ργου δεν εναι η θρησκευτικ συγκνηση, πως τουλχιστον υποδηλνει το θμα, αλλ η λεπτ κι επεξεργασμνη διαγραφ της ψυχολογας των ηρων. Ο Αβραμ δεν εναι ολτελα ο βιβλικς Αβραμ, ο Αβραμ των μεσαιωνικν μυστηρων (ργων θρησκευτικς προπαγνδας). Δεν δχεται αδιαμαρτρητα τη θεκ εντολ να σφξει τον Ισακ, αλλ ζητ απ τον Θε να την ακυρσει.

Ανε για κρμα η χρη σου αντμεψη γυρεγει

τιμρησε τον Αβραμ, το τκνο τι σου φταγει;

παρ Θε τον Αβραμ μ' τι κι αν αφεντεει

και ζωνταν τον Ισακ φησ' να σου δουλεει.

Αφο μως «μετθεση δεν χει το μανττο», μετριζει την παρκλησ του και ζητ, στω, να πεθνει ο Ισακ,

μα να του δσει θνατο ο κρης μην τ' ορσεις.

     Αφο και αυτ η παρκληση δεν εισακοεται, παρακαλε τουλ­χιστον το θε να κνει στε να μην αναγνωρζει το τκνο του την ρα που θα τον σφζει,

γιατ χω σρκα και πον, καρδι και λαχταρζω

     Τλος ζητει απ τον θε τη δναμη να πνξει τον πνο του και να εκτελσει με τον πρποντα τρπο τη θυσα.

Κι εσ, θε, που τ' ρισες, δσ' δναμη κι εμνα

να κμω τ' ανημπρετα σμερο μπορεμνα,

να τνε δω θος να γενε, να μην αναδακρυσω,

και τη θυσα που ζητς, σωστ να σου τη δσω.

     Η πιο δραματικ μως μορφ εναι η μορφ της Σρας. πως πολ σωστ επε κποιος, στο τλος του ργου στον αναγνστη μνει περισστερο η μορφ της Σρας, ο σπαρακτικς της θρ­νος, παρ ο Αβραμ με τη σχετικ πολυλογα του. Εδ φανεται περισστερο κι η μαστορι του συγγραφα. Αν η ποησ του δεν φτανε το ψος που απαιτε το θμα του, ο πνος της μνας που πρκειται να χσει τα παιδ της, το ργο θα αποτχαινε και θα μοιαζε περισστερο με παρωδα. μως ο ποιητς εναι πραγματι­κς τεχντης στο λγο. Εκενα τα υπροχα επαναλαμβανμενα «οφο» που βζει στο στμα της Σρας, που φανονται να βγα­νουν κατ' ευθεα απ τα βθη μιας ψυχς που συγκλονζεται απ τον πνο, πεθουν περισστερο απ τις λεκτικς εικνες με τις οποες προσπαθε να εκφρσει η Σρα τον σπαραγμ της, φρνο­ντας στο μυαλ μας ανλογες μνμες.

φου μανττο, ψου φων, φου καρδις λακτρα,

φου φωτι που μ' καψε, φου κορμιο τρομρα,

φου μαχαρια και σπαθι, που μπκαν στην καρδι μου

κι εκμαν εκατ πληγς μσα στα σωθικ μου!

     Ο Αβραμ χει τρα να αντιμετωπσει και την ωρυμενη μητρα, που στο τλος του θρνου της πφτει λιπθυμη.

Απνω στσι καημος καημς κι απνω εις πρκες πρκα,

και προς τα πρτα βσανα λλα για μια μ' ευρκα.

     Πριν προλβουν να ξεκινσουν για τη θυσα, η Σρα ξελιγνεται. Το μανττο το φρνει η Ταμρ. μως τον Αβραμ κθε λλο παρ τον χαροποιε η εδηση.

Θαρρε η δουλετρα κι φερε μανττο που μ' αρσει.

Η Σρρα ξελιγθηκε κι χει να με μπερδσει.

    Στη στιχομυθα που ακολουθε ανμεσα στη Σρα και στον Αβραμ, φανεται ο σπαραγμς της Σρας πιο συγκρατημνος μα πιο βαθς, θα λγαμε πιο λυρικς.

φου, παιδ τσ' υπακος, πο μλλεις να στρατεεις;

'ς ποιον τπο σ' εκαλσασι να πας να ταξιδψεις;

και πτες να σε καρτερε ο κρης κι η μητρα;

ποιαν εβδομδα, ποιον καιρ, ποιο μνα, ποιαν ημρα;

     Ο ποιητς μεταχειρζεται φθονα τα στοιχεα της λακς παρδο­σης, γνωμικ, ευχς, παραβολς, λακς εκφρσεις. Αυτ κνει τους ρως του πιο πειστικος, πιο ρεαλιστικος, και ταυτχρονα το ργο του βαθι λακ.

Κι ας τξω δεν το γννησα, μδ' εδα το ποτ μου,

μα ναν' κερν αφτουμνο εκρτουν κι σβυσ μου.

     Πσες φορς δεν κουσα αυτ το στχο απ τη μητρα μου ταν, μικρς, τχαινε να τη στενοχωρσω!

Κι ας τξω η κακορζικη πως δε σ' εχα ποτ μου,

μα να κερκι αφτομενο εκρτου κι σβυσ μου.

    (Το παραπνω δστιχο το συναντομε και στον «Ερωτκριτο» κι αν υποθσουμε τι ο ποιητς της «Θυσας» εναι ο διος με τον ποιητ του «Ερωτκριτου», πργμα που υποστηρζουν πολλο, ττε το δστιχο αυτ πρπει να προρχεται απ τη λακ παρδοση, γιατ μας εναι δσκολο να πιστψουμε πως νας τσο μεγλος ποιητς επαναλαμβνει τον εαυτ του.) Ξεκινον για τη θυσα. Φτνουν στην κορφ του βουνο, κι ο Αβραμ προσπαθε να πρει δναμη για να εκτελσει το ργο του:

Η σρκα αν εναι και πονε, απομον ας χει
γρικ το ο λογαριασμς, που καλλι κατχει.


     Υπρχουν πολλς εκφρσεις σαν κι αυτ, ολτελα παροιμιακς στην επιγραμματικ τους διατπωση, που δνουν μια πρσθετη λακτητα το ργο. Ο λας, αυτ το ξρουν καλ σοι χουν ζσει κοντ σε αγρτες, αρσκεται να μιλει με επιγραμματικς εκφρ­σεις, παροιμες, γνωμικ. Το γνωμικ και η παροιμα αποτελον μοναδικ περπτωση αποκρυσταλλωμνης εμπειρας που 'ναι τσο πλατι διαδεδομνη στις μζες. Παρβαλε ακμη:

Ευλογημνε Σαβαθ, δοξζω τ' νομ Σου

φλλο δεν πφτει απ' το δεντρ, χωρς το θλημ Σου.

     Πιο κτω υπρχει το διο δστιχο ελαφρ παραλλαγμνο.

Ω πολυλεε Θε, δοξζω τ' νομ Σου,

φλλο δεν πφτει απ' το δεντρ, χωρς το θλημ Σου.

     Κι αυτ το δστιχο πρπει να εναι λακς προλευσης, καθς επαναλαμβνεται δο φορς στο διο κεμενο. Μικρς, το κουγα πολλς φορς απ τη γιαγι μου.

Θε μου μεγαλοδναμε, μεγλο τ' νομ Σου

φλλο δεν πφτει απ δεντρ, χωρς το θλημ σου.

     Σημεινουμε τλος αυτν τον λακ τπο ευχς:

Η ευκ τσ' ευκς μου καλογι, εις τα στρατματ σου

και να ν' ομπρς κι οπσω σου, κι εις τα ποδζαλ σου

     και πιο κτω:

Η ευκ τσ' ευκς μου τκνο μου εις τα στρατματ σου,

στο σφμα σου, στο κημα σου, στ' απομισματ σου.

     Μια ευχ του διου τπου εχα ακοσει επσης πολλς φορς απ τη γιαγι μου.

την ευκ τσ' ευκς μου να 'χεις
και χωρς να κμεις να 'χεις
.

     Η γενικ «τσ' ευκς» επιτενει την ννοια που εκφρζει η ονομαστικ. Παρβαλε και τη βρισι «διλε το σι του σογιο σου». Το τλος του μθου εναι σ' λους γνωστ. Την τελευταα στιγμ εμφανζεται γγελος κυρου και πινει το χρι του Αβραμ, πριν προλβει να εκτελσει τη θεκ εντολ. τσι το ργο τελεινει με χπι-εντ.

Τα περασμνα εδιβησαν και τα γραμμνα ελισα,

επψασι τα κλματα, τα βσανα ετελεισα.

     Η χαρ της μνας εκφρζεται με τους διους εξασιους τνους, πως εκφρστηκε και προηγουμνως ο θρνος της.

Δεν ημπορ να καρτερ, να στκω ν' ανιμνω,

πα ν' απαντξω του παιδιο γη απο το νου μου βγανω.

Επ 'ναι ο κανακρης μου, φου, η ψυχ μου βγανει

θωρ η καρδι μου δε βαστ 'ς τση χαρ που μπανει.

     Η "Ερωφλη" κι "Η Θυσα Του Αβραμ" αποτελον τα δο κορυφαα αριστουργματα του Κρητικο θετρου. Γι' αυτ δεν χουν απο­φανθε μνο οι φιλλογοι μα κι οι χιλιδες αναγνστες, πως μαρτυρον οι αλλεπλληλες εκδσεις των δο αυτν ργων. Για την "Ερωφλη" υπρχουν επιπλον μαρτυρες τι παραστθηκε αρκετς φορς. Και για το ργο αυτ υπρχει να ιταλικ πρτυπο, η «Ορμπκκε» του Τζιρλντι. Μικρτερες επιρρος δχθηκε ο συγγραφας απ τον «Βασιλι Τορρισμντο» του Τορκουτο Τσσο. Παρλα τατα ο Βττι λγει τι «η εξρτηση του ργου απ ιταλικ πρτυπα δεν ελαττνει καθλου την αξα του», εν ο 'Αριστος Καμπνης, λιγτερο συγκρατημνα, αναφωνε πως κι απλ μετφραση να ταν, ο μεταφραστς θα ξιζε σο και νας ποιητς πρωττυπου ργου. Το ργο ξεκινει με το χρο που μιλει για την «ασυστασι» της τχης.


Το ψες εδιβη, το προψς μπλιο δεν ανιστορται,

σπθα μικρ το σμερο στα σκοτειν λογται...

    χει και τις αποδεξεις του:

Πο των Ελλνω οι βασιλεις; Πο των Ρωμιν οι τσες

πλοσιες και μπορεζμενες χρες; Πο τσες γνσες

και τχνες; Πο 'ν οι δξες τως; Πο σμερον εκενες

στ' ρματα κι εις τα γρμματα οι ξακουστς Αθνες;


     Και προειδοποιε αμελικτα τους θεατς:


Φτωχο, τ' αρπτε φεγουσι, τα σφγγετε πετοσι,

τα περμαζνετε σκορπον, τα κτζετε χαλοσι!

Σα σπθα σβνει η δξα σας, τα πλοτη σας σα σκνη

σκορποσινε και χνουνται. Και τ' νομα σας λινει

σα να 'ταν με το χρι σας γραμμνο εις περγιλι

στη δικριση της θλασσας...

     μως χει και μιαν λλη δουλει να κνει ο χρος, να προλξει την κβαση του τραγικο μθου. Ο μθος δεν εναι γνωστς στις Κρητικς τραγωδες, αντθετα μ' ,τι συμβανει στις κλασσικς και γι' αυτ οι θεατς πρπει να μθουν το τλος του ργου. Εδ δεν υπρχει καννα σασπνς που χαρακτηρζει το σγχρονο δρμα, επηρεασμνο απ το μυθιστρημα. Ο θεατς ξρει εκ των προτρων τι πρκειται να συμβε και τα λεγμενα του ρωα, καθς κι λα τα δρμενα επ σκηνς, αξιολογονται στη βση της φοβερς προοπτικς.

     Η πρτη πρξη (το ργο χει συνολικ πντε), ξεκινει με τον μονλογο του Πανρετου, πλημμυρισμνο απ ερωτικ λυρισμ. πειτα καταφτνει ο φλος του ο Καρπφορος, στον οποο εκμυστηρεεται τον ρωτ του για την μορφη βασιλοπολα Ερωφλη, την κρη του Φιλγονου, του βασιλι της Μμφιδας, που διαδραματζεται και η λη υπθεση του ργου. Στην αρχ, λει, προσπθησε να πνξει αυτ το πρεπο συνασθημα, μως εκενο λο και θριευε. Ο Καρποφρος δεν εκπλσσεται.

Μη το 'χεις για παρξενο, γιατ το μποδισμνο

πρμα αγαπται πλειτερο, και πλια 'ν' πεθυμισμνο.

     Ο Πανρετος κατπιν λει πσο του στοχισε ταν κποτε αναγκστηκε να βρεθε μακρι απ την Ερωφλη, για να ηγηθε μιας εκστρατεας ενντια στους εχθρος της χρας.

Δε φανουνται στον ουραν τη νκτα τη καθρια

τσ' στρα, μηδ στο γιαλ τσα δεν εναι ψρια,

μηδ 'ς τσι κμπους λολουδα τσα μπορε βρεθοσι,

μηδ ποτ τσα πουλι στα δση κατοικοσι,

σ' εχε η δλια μου καρδι ττες πουρν και βρδυ

με τσους αναστεναγμος βσανα πντ' αμδι.

     Ο χωρισμς αυτς στθηκε αιτα να θεριψουν τα αισθματ του κι τσι ταν επιστρφει νικητς, αποφασζει να της εξομολο­γηθε τον ρωτα του. Βρσκει ανταπκριση, μως την υπρτατη ευτυχα στην οποα βρσκονται οι δυο τους, την σκιζει το γχος για την κβαση του δεσμο τους.

Ω πσα καλορρζικος να κρζεται τυχανει

γης, απο μια καλομοιρι δεν χει γνωρισμνη,

γιατ γνωρζοντς τηνε, στο 'στερο σαν του λεψη,

να στκη πλιον του δε μπορε δχως καημ και θλψη.

     Ο Καρποφρος ρωτει:

Πε μου, να ζης, Πανρετε, μπορες να την αφσης;

μπορες ποτ σου δχως τσι μιαν ρα πλιο να ζσης;

    Για να πρει κατηγορηματικ την απντηση:

Πς εναι μπορεζμενο κορμ να ξεχωρση

απο την διαν του ψυχ, και να μπορ να ζση;

χωρς αρα το πουλ, χωρς νερ το ψρι

πς εναι δυνατ τωνε να 'χουσι ζσης χρη;

    Μετ εμφανζεται στη σκην ο βασιλις με τον σμβουλο του. Ο βασιλις πληροφορε τον σμβουλο πως γυρεουνε την κρη του δο βασιλπουλα για νφη, και πως αυτς, παρλο που την υπεραγαπ και δεν θλει να την αποχωρισθε, σκφτεται πως δεν εναι σωστ να την χει για πντα κοντ του, τι πρπει να την παντρψει. Ο σμβουλος μνοντας μοναχς του μιλει για την ασυστασι της τχης, προεκτενοντας τα λγια του χρου στον πρλογο.

Ανν κι οι καλορρζικοι τον κκλον εμποροσα

του ριζικο, με τα σκοινι δεμνο να κρατοσα,

γη ανν κι η τχη σαν τροχς δεν θελε γυρζει,

κι εκενους, απο κθονται ψηλ, να μη γκεμνζη,

σμερο καλορρζικο στον κσμο πλια μεγλο

το Βασιλι μας εχα πει παρ κανναν λλο·

μ' απετις κποιο ριζικ στον κσμο ανακατνει

και πλοσιους ρχνει χαμηλ, κι ανμπορους σηκνει,

δεν πρπει πρχου δη κανες το τλος, να παινση

’σ τς αρχς ποτ καλομοιρι τ' ανθρπου, γη στη μση.

    Στη δετερη πρξη η Ερωφλη εξομολογεται στη Ννα της τις σχσεις της με τον Πανρετο. Μακαρζει τις φτωχς κορασοπολες, που σ' αυτς δεν μπανουν εμπδια να προυν αυτν που αγαπον.

Πσα φτωχ κι ανμπορη, καθς θωρ, τυχανει

να 'ν απ μνα σμερα περσσια ζηλεμνη,

γιατ ανισς κι ορζουσι λλοι την εμαυτ μου,

τη βασλεια σκλαβι κρατ, την αφεντι φλακ μου.

    Της εκμυστηρεεται ακμη τα μαρα της προαισθματα.

Φοβομαι ασκις, τρμω νειρα, δειλι σημδια πλεσια,

χλιες φοβρες τ' ουρανο με τυραννοσιν σια...

Κι γρια τη νκτα μ' εξυπνον χλιες θωρις, και τοτη

τη βαρεμνη μου καρδι σκζου και σφζου μο τη.

Πς παρνουσι το ταρι μου μσ' απο την αγκλη

τοτη συχνι μου φανεται...


     Η δετερη πρξη κλενει με τη συνντηση Φιλγονου και Παν­ρετου. Ο βασιλις θλει να βλει τον Πανρετο να μεσιτψει, να ξεψαχνσει την κρη του για να δει ποιο απ' τα δο βασιλπουλα προτιμ. Η τρτη πρξη ξεκινει με τον μονλογο της Ερωφλης.


Τα γλια με τα κλματα, με τη χαρν η προκα

μιαν ραν εσπαρθκασι κι ομδι εγεννηθκα.

Γιατως μαζ γυρζουσι και το 'να τ' λλο αλλσσει

Κι ποιος εγλα το ταχ κλαγει πρχου βραδυσει...


     για να τα βλει κατπιν με τον ρωτα που


χλιες φορς μ' εξδεψε, χλιες να πινει τπο

στο νου μου δεν τον φηνα, μ' να μ' λλον τρπο,

χλιες τ' αυτι εμολβωνα, για να μηδ γροικοσι

τσι σιργουλις του τσι γλυκς τα μλη να πονοσι...

Μα κενος, μστορας καλς γιατ' ταν του πολμου,

μρα και νκτα δυνατ πλεμον διδ μου...

Κι ρες γλυκς μου φανετο, κι ρες πρικς περσσια

κι ρες στρατιτης δυνατς, κι ρες παιδκιν σια...

Κι εδ που καλορζικη παρ ' λλην εκρατομου

και χλιες τασσα χαρς και ανπαψες του νου μου,

τνε θωρ, τον πβουλο και την αγπη αρχζει

την ψετικη που μου 'δεχνε σε μχη να γυρζει.

    ρχεται κατπιν ο Πανρετος και ακολουθε «ο ομορφτερος ερωτικς διλογος που γραψε ποτ λληνας ποιητς». (Αλξης Σολωμς).

ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ

Στον λιον χω ντρηση κι εις τ' στρα που περνοσι

και τσι μορφις σου, αφντρα μου, κτω στη γη θωροσι

μηδ χυθο κι αρπξου σε...

ΕΡΩΦΙΛΗ

μορφη εμαι σκημη. Πανρετε, ψυχ μου,

για σναν εγεννθηκε στον κσμο το κορμ μου.

     Ο διλογος κλενει με τον παγανιστικ ρκο της Ερωφλης τι θα εναι αινια πιστ στον αγαπημνο της. Η τρτη πρξη τελεινει με την εμφνιση της σκις του αδελφο του βασιλι, τον οποο ο Φιλγονος εχε σκοτσει για να του πρει τη βασιλεα και τη γυνακα του. ρχεται απ τον 'Αδη για ν' απολασει με τα δια του τα μτια την καταστροφ που ετοιμζει σμερα η θεα δκη για τον αδελφ του.

     Οι τρεις πρτες πρξεις εχαν εισαγωγικ χαρακτρα, αποκαλ­πτοντς μας τα πρσωπα, την ψυχολογα τους και τις μεταξ τους σχσεις. Με την ναρξη της τταρτης πρξης, η δρση αρχζει να εκτυλσσεται γοργ. Η Ννα μς λει τι ο βασιλις μαθε για τις σχσεις της κρης του με τον Πανρετο, και τρα λοι περιμνουν ντρομοι την κρηξη της οργς του. Κατπιν ο βασιλις διηγεται στον σμβουλ του πς ανακλυψε ο διος τις σχσεις της κρης του με τον Πανρετο, και ορκζεται μανιασμνος τι θα πρει εκδκηση. Ξαφνικ καταφθνει η Ερωφλη. Παραδχεται το σφλ­μα της να κνει γμο χωστ απ τον πατρα της, προσπαθε μως να τον πεσει τι ο Πανρετος κι αν ακμη δεν εναι βασιλις, χει «αρετς περισσς» κι αυτς αξζουν περισστερο.

Κρη, καλλι ναι, κτεχε, γης χαμηλοβγαλμνος

με πλσιες διξεις κι αρετς και χρες στολισμνος,

παρ πασ’ να βασιλι πλουσιτατο απ τπους

κι απ αρετς φτωχτερος παρ μικρος ανθρπους.

     Ο βασιλις φυσικ δεν πεθεται. Ττε η Ερωφλη βζει σ' ενργεια τα παρακλια.

ΕΡΩΦΙΛΗ

Γρισ' Αφντη μου, να ζης, γρισε προς εμνα

τ' ομμτια, που κρατες στη γη περσσια θυμωμνα,

γρισε δσ' μου μια γλυκει θωρι, να ξορισθοσι

σα νφαλα εκ τον νεμον οι φβοι, που κρατοσι

το νου μου τσι βαριμοιρης μεσοξετρουμισμνο,

κι απ το φβο ζωνταν στον 'Αδη κατεβανω.

     μως κι αυτ δεν χουν αποτλεσμα. Η Ερωφλη αρχζει να ψυχανεμζεται το φοβερ τλος.

ΕΡΩΦΙΛΗ

Ομνα, κορασδες μου, κι εντα πολλ τρομσσω,

σμερα με το ταρι μου στον 'Αδη μην περσω.

Μννα ακριβ μου, σκις εσ 'ς τοτο συμπθησ μου

το φτασιμον, απο 'καμα και τπον δειασε μου

κτω στον 'Αδη, να μπορ να στκω μετ σνα,

δο πρικαμνες να μεστ μ' νομα μνον να.

    Κατπιν ακολουθε μια στιχομυθα ανμεσα στο βασιλι και τον σμβουλο. Ο σμβουλος προσπαθε να μεταπεσει το βασιλι και να μην εκδικηθε τους δο ερωτευμνους και τονζει κι αυτς την αξα που χουν οι αρετς συγκρινμενες με τα πλοτη.

Οι φρνιμοι, ξιε Βασιλι, φτχεια συντροφιασμνη

με διξες κι αρετς κρατο πλειτερα τιμημνη,

παρ πολλ πλουσιτητα και βασιλει μεγλη,

γδυμν απ πσαν αρετ, και δχως χριν λλη·

γιατ τα χη τα πολλ και τα περσσια πλοτη

δεν εν' 'ς τς αθρπους πντοτε, αμ' ρες τα 'χουν τοτοι,

κι ρες ξαφνδια χνουνται, και παρνουσν τως τ' λλοι,

και πντα πηανου κι ρχονται σαν κμα 'ς περιγιλι

γι' ατως τσι πλοσιους βλπομε συχνι το πς φτωχανου,

και τσ φτωχος κιαμι φορ πς βασιλιο απομνου·

     Κατπιν βλπουμε τον Πανρετο αλυσοδεμνο μπροστ στο βασιλι. Αναγνωρζει το τι του χρωστ, λει μως τι κι αν σφαλε, το σφλμα του εναι συγχωρητο.

ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ

Στα χρια σου μ' ανθρεψες, μεγλον καμς με,

πολλς κι αρφνητες τιμς, Αφντη μ' ξιωσς με,

και πντα μου το γνριζα, πντα 'φχαρστησ σου

και μπιστικ στο δνουμου πντα μου 'δολεψ σου·

μα 'σφαλα, μολογ σου το, κι μεινα νικημνος

απο τον πθο, κατ πς πντα συνηθισμνος

εναι τσ αθρπους να νικ· δεν μουν με τς οχθρος σου

προδτης σου, δεν δωκα τσι τπους τς εδικος σου

τοχθρο σου· νιτη κι ομορφι, σπλχνος και καλωσνη

μου κμασινε την καρδι στον πθο να συγκλνη.

    Του αποκαλπτει κατπιν πως εναι κι αυτς βασιλπουλο, γιος του Θρασμαχου, του βασιλι της Τζντζας. Ο Φιλγονος κθε λλο παρ τον πιστεει. Του υπενθυμζει τις δολεψς του, πσες φορς νκησε τους εχθρος του κι σωσε τη χρα απ δσκολες στιγμς. Ο Βασιλις μως δεν φανεται να συγκινεται. Την απφα­σ του την χει παρμνη.

     Στην τελευταα πρξη ακομε τον μαντατοφρο να περιγρφει τα τσα βασανιστρια στα οποα υπβαλε ο Φιλγονος τον Πανρε­το. Πρτα οι δολοι τον κτυπον μχρι λιποθυμας, πειτα του κβουν τη γλσσα και του βγζουν τα μτια. Το τελειωτικ κτπημα το δνει ο διος ο βασιλις, καρφνοντας το σπαθ του στο στθος του. Αφο εναι πια νεκρς, του κβουν κεφλι, χρια, πδια, του ξεριζνουν και την καρδι απ τα στθη κι λα μαζ τα ρχνουν μσα σε να χρυσ «βατσλι». πειτα ο βασιλις βζει και του φωνζουν την Ερωφλη. Αυτ, ξεκινντας να τον βρει, προαισθνεται ακμα μια φορ το φοβερ τλος που σιμνει.

ΕΡΩΦΙΛΗ

Ννα, ποθανω, λγω σου, κι αν εναι μπορετ σου

'ς μιαν ρκλα με το ταρι μου τα χρια σου ας με χσου·

τα κακορρζικα κορμι τ' αδικοσκοτωμνα

χμα στον 'Αδη ας γενον τον πρικαμνον να,

καθς τα δυο με μια ψυχ στον κσμ' απνω 'ζοσα,

κι αγαπημνα πντα τως μια θλησι κρατοσα

κι σο γλυκ μ' επτισες γλα, παρακαλ σε,

τσα νεκρς τη σμερο δκρυα πρικι μου δσε.

     Πηγανει στο βασιλι, ο οποος υποκρνεται τι την χει συγχωρσει και της ζητ να ανοξει το βατσλι να δει τα δρα που της χει ετοιμσει. Για μια στιγμ η χαρ φουσκνει στα στθη της Ερωφλης. μως καθς σιμνει το βατσλι φβος τς πλακνει πλι την καρδι.

ΕΡΩΦΙΛΗ

Τρμ' η καρδι μου και κτυπ, τ' αμμτια μου δειλιοσι,

και προς αυτ το χρισμα τρομσσου να στραφοσι,

κ' η χρα μου μηδ ποσς δε θλει να σιμση,

κι ως φις γριος να 'τονε, τρομσσει να τ' απλση.

     Ανογει το βατσλι και βλπει μσα τα μλη του αγαπημνου της, για να πληροφορηθε στη συνχεια απ τον πατρα της τι το σμα του δθηκε τροφ στα λιοντρια.

ΕΡΩΦΙΛΗ

Ω κρι μου, μα κρι πλιο γιντα να σ' ονομζω,

κι χι θεριν αλπητο κι πονο να σε κρζω,

πειδ περνς στην ρεξι πσα θερι του δσου,

και πλια γρια παρ λιονταριο μδειξες την καρδι σου.

Θερι λοιπν αλπητο παρ θερι κιαννα,

για ποια αφορμ δεν σφαξες την ταπεινν εμνα;

Μα κενο, που δεν καμε το χρι τ' απον σου,

θλει να κμει μνια μου, σκιας με το στανικ σου,

γιατ δεν εναι μπορετ, μηδ ποτ τυχανει,

μιαν ρα απο το ταρι μου να ζιω ξεχωρισμνη.

Ταρ ' ακριβ μου και γλυκ, φως και παρηγορι μου,

και πς σε βλπουν τσι φτωχς τ' αμμτια τα δικ μου,

και μ' λον τοτο δνουνται τα μλη μου και ζοσι,

τ' αμμτια μου και βλπουσι, τα χελη και μιλοσι....

Πανρετ μ ' Αφντη μου, πο 'ν τα πολλ σου κλλη,

πο κεν' η νστιμη θωρι, και πσι χρι σου λλη;

πο   ναι τ' αμμτα τα γλυκι; ποιο πονο μαχαρι

σου τα βγλε κι ετφλωσε, ομ! ακριβ μου ταρι;

στμα μου νοστιμτατο και μοσκομυρισμνο,

βρσι ολων τν αρετ, ζαχαροζυμωμνο,

γιντα τα πλουμισμνα σου και τα γλυκι σου χελη

τη δολη σου δεν κρζουσι, ομ, την Ερωφλη;

γιντα σωπς στον πνο μου, γιντα στα κληματ μου

δε συντυχανεις δυο μικρ λγια 'ς παρηγορι μου;

μα δχως γλσσ' απμεινες, και πς να μου μιλσεις,

πς την πολλ βαριμοιρη να με παρηγορσεις;

πς να μου παραπονεθης, πς να μου πης, «ψυχ μου,

για σνα μνο θνατον επρε το κορμ μου;».

Κ' εσς, χερκια μ' ακριβ, ποια χρια αποκοτσα,

κι πονα απο το δλιο σας κορμ σας εχωρσα;

χρια, που σας ετχαινε σκπτρο να σας βαρανη,

και μοναχς να δδετε νμο στην Οικουμνη,

για ποια αφορμ δεν πινετε τα χρια τα δικ μου;

γιντα στο στθος σπλαχνικ κι απνω στην καρδι μου

δεν 'γγζετε ν' αλαφρωθ, τσ πνους τσι να χση,

κ' ετοτη την τρομρα τζι την τση να σκολση;

Και συ, καρδι αντρωμνη μου, του πθου φυλακτρι,

ποιο 'τον εκενο τ' πονο κι αγριτατο λιοντρι,

που σ' βγαλ' εκ τον τπο σου, κ' αιματοκυλισμνη

τ' αμμτια μου να συντηρο μ' καμε την καημνη;

καρδι μου αγαπημνη μου, γλυκτατη καρδι μου,

πσα του πθου βσανα εχες για νομα μου!

πντα 'ζειες μ' αναστεναγμος, κι εθρφουσου με πρκες,

κ' εις το 'στερο ανασπστηκες, κ' εκ το κορμ σου βγκες,

για να μπορ τριγρω σου να 'δω, πς ει γραμμνο

τ' νομα τς Ερωφλης σου το πολυαγαπημνο.

φου πρικ μου ριζικ, κι αντδικ μου μορα,

τσα γοργ μ' εκμετε νφη γιαμι και χρα!

μορα κακ για λγου μου, κομπτρα κι ωχθρεμνη,

'ς ποιο τλος μ' εκατφερες την πολυπρικαμνη!

ποιο πρμα μ' καμες να δω, ποιαν πρκα να γνωρσω.

Ποια παιδωμ, ποιο βσανο, ποιο πνο να γροικσω!....

Την πρτα τς Παρδεισος μ' νοιξες, κι απ κενη

στην Κλασι μ' επρασες, κι αλπητα με κρνει·

ψευτ καλ μου χρισες, κι ως νειρον εχθη,

σα χρτον εξερθηκε, σα ρδον εμαρδη·

σαν αστραπ ψε κι σβησε, κι λυσε σαν το χινι,

σα νφαλον εσκρπισε, στον νεμο σα σκνι.

Μα δε φυρς τα πθη μου δε μου λιγανεις πρκα,

κ' οι πνοι μου κ' οι κρσεις μου παντοτιν γενκα,

και πλειτερη την παιδωμ για να 'χω και τα βρη

τα πθη μου δεν χουσι να με σκοτσου χρι.

Μα κενο, που δε δνεται τσος καημς να κμη,

θλει το κμει η χρα μου και το μαχαρ' αντμη,

στον δη να με πψουσι, κι ο κρις πονος μου

τη βασιλειν του ας χαρεται και τσι χαρς του κσμου.

Στθος μου κακορρζικο, καρδι μου πρικαμνη,

πσα 'τονε καλτερο ποτ μου γεννημνη

στον κσμο να μην εχα 'σται, πσα τνε καλλι μου

λψ' λιου να μη δοσινε τ' αμμτια τα δικ μου.

Το πνμα σου, Πανρετε, ταρι γλυκτατο μου,

παρακαλ σε να δεχτ το πνμα το δικ μου,

'ς να να στεκομστανε τπο, και μιαν ομδι

Κλασι γη Παρδεισο να γνθωμε στον δη.

Πανρετε, Πανρετε, Πανρετε, ψυχ μου,

βοηθα μου τςι βαριμοιρης και δξου το κορμ μου.

«Εδ πινει το μαχαρι, οπο τονε στο βατσλι και σφζεται και πφτει σκοτωμνη· και εις λιγκιν ρχουνται οι κορασδες της γυρεοντς τηνε», συνεχζει ο συγγραφας δνοντας τις σκηνοθετι­κς του οδηγες. Κατπιν εμφανζεται η Ννα μαζ με τις κορασδες της Ερωφλης. Βλποντας το νεκρ της σμα, ξεσπει σε θρνο.

Οιμνα, Ερωφλη μου, τον 'Αδη πως πλουτανεις

με τς ομορφις σου τσι πολλς, κι λη τη γη φτωχανεις.

     πειτα ρχεται ο βασιλις, ο οποος σχολιζει ψυχρ το θνατο της κρης του. Οι γυνακες οργισμνες τον ρχνουν κτω και τον σκοτνουν. Μετ παρνουν το σμα της Ερωφλης και το πνε μσα να το περιποιηθον για την ταφ.

     Δεν χρειζεται να μιλσουμε για τις αρετς του ργου, που λοι σας θα χετε αντιληφθε μετ απ τσους στχους που παραθσαμε. Θα σταθομε μνο σε μια παρατρηση, μλλον μια σγκριση που κνει ο 'Αγγελος Τερζκης ανμεσα στον ποιητ της "Ερωφλης" και τον ποιητ της "Θυσας Του Αβραμ". Πιστεει πως εν το ργο του Κορνρου εναι πιο ρτιο θεατρικ, στο στχο ο Χορττσης φανεται πιο τεχντης. Ξρει το διασκελισμ κι οι τομς του χουν μεγαλτερη ποικιλα. Οι στχοι του Κορνρου απενα­ντας βαδζουν ζευγαρωτ, σαν τις μαντινδες. Τη δναμη των στχων του Κορνρου, παρ την τεχνικ τους κατωτερτητα, θα τη δομε και παρακτω στον «Ερωτκριτο».

     Η δετερη μεγλη λυρικ τραγωδα που χει να μας παρουσισει το Κρητικ θατρο εναι ο «Βασιλις Ροδολνος», του Ιωννη Ανδρα Τριλου. Για πρτυπ του χει τον «Βασιλι Τορρισμντο» του Τορκουτο Τσσο, ο οποος με τη σειρ του δανεστηκε το θμα του απ Αγγλοσαξωνικος μθους. Γρφτηκε μετ την "Ερωφλη" και τον "Ερωτκριτο", ργα απ τα οποα επηρεζεται ο ποιητς. Η τραγωδα αυτ, πως γρφει ο Στυλιανς Αλεξου, «κινεται μσα στον κδικα βας και πθους του Ιταλικο μπαρκ, που επαυξνεται μλιστα με μεγαλτερο αριθμ θαντων». Στην τση προχωρημνου μπαρκ που χαρακτηρζει το ργο αποδδει η Μρθα Αποσκτη το ντονα αισθησιακ στοιχεο του ργου.

     Η υπθεση του ργου εναι η εξς: Ο Τρωσλος, ο βασιλις της Περσας, παρακαλε το φλο του Ροδολνο, βασιλι της Μμφιδας, να τον βοηθσει να παντρευτε την Αρετοσα την οποα ο πατρας, ο Ργας της Καρχηδνας, δεν θλει να του δσει, γιατ παλι εχε λεηλατσει τη χρα του. Ο Ροδολνος τη ζητει απ τον πατρα της σαν δικ του γυνακα, πρταση που γνεται δεκτ.

     Επιστρφοντας στη χρα του, το πλοο τους πφτει πνω σε θαλασσοταραχ, και βουλιζει κοντ σε να ερημικ ακρογιλι. Σρονται μισοπεθαμνοι στην ακτ, και ερωτεονται ο νας τον λλο. Ο Ροδολνος μως κατπιν νιθει τψεις που πρδωσε την εμπιστοσνη του φλου του κι αγωνι για τη στση που θα κρατσει ταν μθει το γεγονς. Αποφεγει να ξανακνει ρωτα με την Αρετοσα, ρχνοντς την τσι σε τρομερς αμφιβολες. Ο θνατος εναι μνιμα στη σκψη του. ταν ρχεται μλιστα κι ο φλος του, η αγωνα του κορυφνεται. Σκπτεται να του δσει γυνακα την αδελφ του Ροδοδφνη σαν εξιλωση και για να κατευνσει τη σγουρη οργ του. Η Αρετοσα ξαφνικ καταλαβα­νει τι προοριζταν για τον Τρωσλο και πιστεει πως ο μνος λγος που ο Ροδολνος την κρτησε κοντ του ταν για να κληρονομσει το βασλειο του πατρα της. Απελπισμνη αποφασζει να πιει δηλητριο για να αυτοκτονσει.

Αμ εντα κμνω;.. Γιαντ' αργ;.. Τι πρμα μπλιο ανιμνω;...

Φοβομαι ακμη;.. αγαπ τον τσο αγαπημνο;...

     Ο Ροδολνος τη βρσκει λγο πριν ξεψυχσει. Πεθανει ανταλλσοντας λγια αγπης με τον αγαπημνο της, που μη αντχοντας τον πνο, θα αυτοκτονσει αμσως μετ στο πλι της. Ο Τρωσλος, συντριμμνος απ τη θλψη καθς μαθανει τι στθηκε η αιτα να πεθνει ο καλτερς του φλος κι η γυνακα που αγαπ, αυτοκτο­νε κι αυτς.

     Ο Τρωλος, λγει ο Σολωμς,5 χει περισστερο νοοτροπα αφη­γηματικο ποιητ παρ θεατρικο, ηδονζεται ζωγραφζοντας τε­λετς. μως, αν και λεπει η εξωτερικ δρση, η εσωτερικ, η «πεμπτουσα της δραματικς ποησης», περισσεει. ργο ψυχανα­λυτικ, πως το χαρακτηρζει, βρσκεται στον αντποδα της "Ερωφλης". Οι συγκροσεις εναι εσωτερικς, και η δρση συντελεται υποσυνεδητα. λα αυτ φρνουν το ργο αυτ πολ κοντ στην εποχ μας.

     Ο «Ζνων» εναι μια τραγωδα που χει για θμα της να ιστορικ γεγονς, την ανατροπ του Ζνωνα (474-491) απ τον Αναστσιο. Ο γνωστος συγγραφας χει σαν πρτυπ του το ργο «Ζνων η τυχη φιλοδοξα» του 'Αγγλου Ιησουτη Τζζεφ Σιμον. λο το ργο εναι γεμτο απ παλατιανς ντριγκες και πτματα. Παρ τις κποιες αρετς του το ργο εναι τελικ αρκετ μτριο. Μλιστα ο απρσεκτος συγγραφας βζει ναν ανμφευτο πρωθιερα να χει να γιο.

     Ο «Γπαρης» ( «Πανρια») του Χορττση εναι προγενστερος απ την "Ερωφλη". Εναι επηρεασμνο απ την ποιμενικ παρδοση της ιταλικς αναγννησης που κηρσσει την επιστροφ στη φση και που πιο πρτα, πως εδαμε, εχε εμπνεσει τη «Βοσκοπολα». Τα πρτυπ του εναι ο «Πιστς Βοσκς» του Γκουαρνι κι ο «Αμντας» του Τσσο.

     Ο μθος εναι απλς. Περιγρφεται ο ρωτας δο βοσκν για δο μορφες βοσκοπολες, που θα τους βγλουν την πστη μχρι να πσουν στην αγκαλι τους. Αντιστικτικ παρουσιζονται οι γεροντορωτες του γεροβοσκο πατρα της Πανριας (της μιας απ τις δο βοσκοπολες) με τη γρι Φροσνη, για να θυμσουν πως

φεγει ο καιρς σαν το πουλ, τα πρματα γεροσι,

λα του κσμου πντοτε τα χρτα δεν ανθοσι.

    Εξλλου το ενδιαφρον του ργου, πως λγει ο Σολωμς, δεν βρσκεται στην υπθεση, αλλ στον «λυρισμ του στχου, στην ατμσφαιρα της υπαθριας ζως, στη ζωντνια της ερωτικς σγ­κρουσης».

Ο ρωτας εναι κι εδ πρωταγωνιστς, μως με διαφορετικ τρπο απ' τι στις τραγωδες. Ο ρωτας στα ποιμενικ ειδλλια «σο αγχδης κι αν παρουσιζεται», λει πλι ο Σολωμς, «εναι κατ καννα ευτρπελος. Δεν του λεπει ποτ μια δση σατιρικς υπερβολς. Ο απελπισμνος εραστς χτυπιται με τον πιο συγκινη­τικ και μαζ με τον πιο διασκεδαστικ τρπο».

Ω, δση μου πυκντατα, φγετε απ σιμ μου,

μη σας εκψου σμερο, τ' αναστενματ μου,

     αρχζει ο Γπαρης τον ερωτικ του θρνο. Μα τι χει τλος πντων αυτ, και εναι τσο ξετρελαμνος μαζ της;

να χιοντο κοτελο, δυο μτια ζαφειρνια,

δυο χελη κατακκκινα, δυο χργια μαρμαρνια,

γεις κρουσταλλνιος τρχηλος, βυζκια δυο και στθη

ολργυρα, χρυσ μαλλι νεριδας διας θη...

    Εκενη μως, δεν συγκινεται με τον ρωτ του· απεναντας, λες και χαρεται να τον αποδιχνει.

Τα πθη μου τη θρφουσι κι οι πρκες μου τη ζοσι

κι εισ πολλς οι πνοι μου δροσς τνε κρατοσι,

το γλιο μου πρικανει τη, θλβει τη η χαρ μου

κι αρρωστημνη γνεται θωρντας την υγει μου!...

    Ο ποιητς, με το στμα της γρια-Φροσνης, δεν παραλεπει να σατιρσει τις γυνακες που, εν κνουν τις δσκολες, φλγονται απ χειρτερους πθους.

Στο τλος ρχεται ο απ μηχανς θες, ο γιος της Αφροδτης, για να σσει τους δο ερωτευμνους ρχνοντας στην αγκαλι τους τις αγαπημνες τους.

     μως, πως στις κωμωδες που θα δομε πιο κτω, οι δευτε­ρεοντες κωμικο χαρακτρες κρατονε περισστερο το ενδιαφ­ρον του θεατ. τσι κι εδ το ενδιαφρον μας το κερδζει περισστερο απ τους πρωταγωνιστς η κερ Φροσνη, που θυμσοφα εκφρζει τη θλψη της για τα γηρατι τα στερημνα απ ρωτα. Ψχνει να βρει να βοσκ που κατχει να της φτιξει μια αλοιφ, που θα την ξανακνει να. Κι τσι και γνει να, θα πψει πια να κνει τη δσκολη πως ττε. 
  

ΦΡΟΣΥΝΗ

Σαν ντεν μου κοπελι δε θλω κμει τρα,

απο ποτ δεν θελα να δσω αθρπου γνρα.

Θυμομαι το μεταγνωμ απο 'χεν η καρδι μου,

σαν εδα κ' εψαρνασι κι ασπρσα τα μαλλι μου.

Για τοτο απο το στμα μου, τ' «χι» δε θλει πσει,

μα πασανς τα χελη μου «μετ χαρς» θα λσι.

Ας χη μνο η αλοιφ χρη να με ξασπρση

και τη χαημνη μου ομορφι πλι να μου γυρση.

ΓΥΠΑΡΗΣ

Σαν καμινδα καπνερ, ξαναχωματισμνη

θλεις γεν, μου φανεται, σαν αλειφτς, καημνη.

    Μ' να αληθιν σπαρταριστ τρπο περιγρφει την πραγματικ ψυχολογα της γυνακας στην τταρτη σκην της πρτης πρξης και δεν θα κουραστετε πιστεουμε να τη διαβσετε ολκληρη.

Κρνω κι αν εκατχασι οι ντρες οι καημνοι

τω γυναικ την ρεξη καλ, καθς τυχανει,

πς λγ' ηθλασι βρεθ την σμερον να κλασι

κι ανγνωρες κι αλπητες τσι κρες τως να λσι·

μηδ με τσα κληματα να τσι παρακαλοσι,

μα παρακλια απ' αυτς λυπητερ ν' ακοσι.

Γιατ δεν εναι μηδεμι σ' λη την οικουμνη

μ' ντρα να μη λιγνεται να 'ναι συντροφιασμνη·

και να μην χει πεθυμι χλιοι να τη θωροσι,

χλιοι να την παινοσινε και να την αγαποσι.

Γιατως θωρες πως κθουνται κι ολημερς κτενζου

την κεφαλ και με τσ' αθος τσ' μορφους τη στολζου

και ζαφορζου τα μαλλι και δαχτυλιδωμνα

τα κνου κι απομνουσι με τχνη σοθεμνα

τριγρου του κοτελου τως κ' εναι πολλ εγνοιασμνες

να 'χουσι τσ' ασκημδες τως πσ' ρα σκεπασμνες·

νβγουνται, κοκκινζουνται και μοσκολαντουρονται,

με τχνη βγνου τη μιλι, με τχνη απιλογονται

με τχνη τα ματκια τως τα πλουμιστ γυρζου

κι' λες γυρεγου την καρδι τ' αθρπου να φλογζου·

σιγανοπορπατοσινε και σιγανογελοσι

και να τσι συντηροσινε τα μτια προσκαλοσι.

Δεχνουσι μρος τω βυζι και κτω τ' αστραγλου

και χρη τση πορπατηξις δδουσι και του ζλου.

Και αν τα μπορετ ντωνε στη γη να μην πατοσι,

μα στον αρα να 'χουσι φτερογες να πετοσι,

μετ χαρς το κνασι για να μπορο ν' αρσου

των κοπελιρων ολων. Μηδ ποτ να πσου

μποροσι σε χειρτερη πρκα και κακοσνη

και μεγαλτερο καημ καθς την ρα κενη

απο γνωρζουσι το πως γυνακα βρσκετ' λλη

να τσι περν στην ομορφι κ' εις τα περσσα κλλη·

γη ττες, ντε βλπουσι τσ' ντρες και τσι μισοσι

και πως το πρσωπ ντωνε να βλπου δεν ψηφοσι.

Μα τοτη ντως την πεθυμι, την ρεξη και γνμη

με χλιους τρπους να κρατο χωστ γυρεγου ακμη

κ' η φση τωνε να 'ναι αλλις- γιαδατος πορπατοσι

τσα πολλ περφανες και δεχνου πως μισοσι

τ' αγαφτικο τως τη μιλι και τη θωριν ομδι

δεχνουσι με σκληρτητα και βνου τζι στον 'Αδη.

Μ' αν εφρονψασι κι αυτο ν' αλλξουσι δαμκι,

τσι κορασς δειν θελες να πιοσινε φαρμκι·

δει τζ' θελες να τσ' ακλοθο, δει τζ' θελες να κλασι

και να 'χου λπηση σ' αυτς λυπητερ να λσι

τα χδια να σκολσουσι, ν' αφσου τα περσσα

κι' ως μερωμνες αγελις να πορπατοσιν σα·

και μρα νχτα του ταυριο ξοπσω να μουγκρζου

και των αντρ την απονι την μετρη να βρζου.

Κ' εγ γυνακα βρσκομαι κι ωσ γυνακα γνθω

σε μιας γυνακας λογισμ πσα μπορε τον πθο.

Αν προπατ γη αν κθεται γη αν εναι κοιμισμνη

βρσκεται με τον ρωτα πντα συντροφιασμνη·

κι σες φορς στραφοσινε τα μτια τση να δοσι

κιαννα νιο, τσες φωτις τα μλη τση γροικοσι·

κι σες θωρε το γλιο ντου γη ακον του το τραγοδι

τσες στο στθος τση πληγς πντα τον ο πθος δοδει.

    Αργτερα ξεχν τις υποσχσεις που εχε δσει στον εαυτ της κι αποκροει τις επιθσεις του γερο-Γιαννολη, που κοιτζει πως να την καταφρει. Του λει θυμσοφα:

Ο νθρωπος σο πλια γερν, χνεται η δναμ του

κι σο λιγτερα μπορε, πληθαν' η γιρεξ του.

    Κνει τη δσκολη, δχεται μως να συνοδψει τον Γιαννολη, αφο τον βζει πρτα να της υποσχεθε πως δεν θα την πειρξει. Αυτς υπσχεται.

ΦΡΟΣΥΝΗ

Πιστεγω σου κι ας πηανομε.

ΠΑΝΝΟΥΛΗΣ

'Αγωμε κι ακλουθ σου

και πως το θλεις πλιτερο παρ' απ με γροικ σου.

     Και στις κωμωδες τους οι Κρητικο δραματουργο επηρεζονται απ τις ιταλικς, που οι παραστσεις τους τον καιρ εκενο αφθονον στη μητρπολη. Οι υποθσεις και των τριν κωμωδιν που κατχουμε κινονται στο διο πνω κτω σχμα: Γεροξεκοτηδες ερωτεονται μορφα κορτσια βρσκονται ερωτικο ανταγωνι­στς με μορφα παλικρια, για να αποδειχθε στο τλος τι πρκει­ται για τα χαμνα τους παιδι, οπτε ως δι μαγεας μεταμορφνο­νται σε στοργικτατους πατερδες.

Και τα πρσωπα εναι περπου τα δια, στυλιζαρισμνα. Ο γρος, η γρι, ο νος, η να, ο δολος, η δολα, ο στρατιτης, ο μαστρωπς, η πρνη. Να πς τους περιγρφει ο Αλξης Σολωμς:

     Ο γρος θτανε: τσιγγονης γκρινιρης μισνθρωπος ερωτιρης πολλ απ' αυτ μαζ. Η γρι: παραμνα ματρνα μεστρα. Ο νος: ερωτεμνος και δστυχος. Η να: ερωτεμνη και δστυχη. Ο δολος: παμπνηρος και καλκαρδος. Η δολα: παμπνηρη και καλκαρδη. Ο παρσιτος: φαγς. Ο στρατιτης: φωνακλς. Ο μαστρωπς: μασκαρς. Η πρνη: συμφεροντολγα ιδεολγα να κρμα κι απ' τα δο.

     Ο "Κατζορμπος", η πρτη απ τις τρεις κωμωδες, αποτελε σως και την πρτη αππειρα του Χορττση να δοκιμσει τις στιχουργι­κς και τις δραματικς του ικαντητες. Ο μθος, που «χωρει σε μια κρια πρταση», εναι ο εξς: Η φιλοχρματη Πουλισνα, με τη βοθεια της μαυλστρας Αρκολας, ρουφιανεει την ψυχοπαδα της Κασσντρα, στο γερο Αρμνη -μ' λο που η μικρ αγαπει το Νικολ κι χει βοηθ της τη σπλαχνικ Αννοσα- σπου στο τλος βγανει στο φως πως η Κασσντρα εναι η χαμνη κρη του Αρμνη κι τσι ο παραλγο αγαπητικς γνεται στοργικς πατρας, για να τελεισουν λα με χαρς. Αυτ η συμβατικ υπθεση εναι το πρσχημα για να απολασουμε τους δολους με τα χοντρ χωρατ τους, τις μεστρες με τις θυμοσοφες και τις κοσμοθεωρες τους (πουτνα δχως πονηρι, δχως ονχια η γτα, ρουφινα δχως ψματα, κακ τωνε μανττα) τις λατινικορες των δασκλων που γνονται αιτα σπαρταριστν παρεξηγσεων, και τις κομπορρημοσνες των ψευτοπαλληκαρδων που στο τλος ξευτελζονται. Ο Σολωμς λγει πως παρ τις ατλεις της η κωμωδα αυτ χει μια απλοκτητα κι να πρωτγονο κφι που αφοπλζουν. Πιστεει μως τι γρφηκε για να ξεστο κοιν κι τι «με ψηφοθηρικ ζλο νεοφτιστου απευθυνταν στη λακ μζα και σκπευε στα δικ της γοστα».

     μως νας δραματουργς, κνοντας το ντεμποτο του θα προτι­μοσε μλλον να αρσει στο καλλιεργημνο κοιν με το εξεζητημ­νο γοστο, παρ στο πλατ κοιν. Κανες δραματουργς με σοβα­ρς προθσεις δεν ξεκινει χοντας σαν στχο την εμπορικτητα και την πλατι απχηση, προκαλντας την δυσφορα των πιο απαιτητικν θεατν και κριτικν. Το πιο πιθαν εναι λοιπν τι την εποχ εκενη το λακ γοστο ταν και το κυραρχο γοστο· σε να τσο στεν περιβλλον πως η Κρητικ κοινωνα, που οι τσσερις μεγαλουπλεις της δεν υπερβαιναν σε πληθυσμ τις τριντα χιλιδες, τα περιθρια πολιτιστικν διαφοροποισεων σαν πολ περιορισμνα. Και λακ και καλλιεργημνο κοιν θα πρπει να γελοσαν με τα δια αστεα.

     Δεν συμφωνομε επσης με το Σολωμ που υποτιμ το «πορνο­γραφικ παιχνδι», πως το αποκαλε, στο Κρητικ θατρο, γιατ δεν περιχει την κοινωνικ και πολιτικ στιρα που περιχει λγου χρη στον Αριστοφνη στον Μακιαβλλι. Μπορε οι βωμολοχες του κι οι πορδολογες του να μην χουν τις πολιτικς αιχμς που χουν στον Αριστοφνη, αυτ μως δεν τις εμποδζει να εναι πολ σπαρταριστς. Σμερα υπρχει μια αντληψη που τενει να επικρα­τσει σε προοδευτικος κκλους, τι μια κωμωδα χωρς κοινωνι­κς αιχμς και προεκτσεις δεν εναι καλ. μως εναι χλιες φορς καλτεροι, οι Χοντρς-Λιγνς κι ο Μπστερ Κτον με το σοφο χιομορ τους (το τι εξακολουθον να προβλλονται εναι μια απδειξη) παρ να σωρ λλες κωμωδες που ξεκιννε με τις ευγενικς προθσεις να σατιρσουν κποιες καταστσεις για να ξεπσουν τελικ σε να επιθεωρησιακ κακκτυπο.

     Πρπει να μη ξεχνμε εξλλου (το για ποιους λγους, αποτελε να ενδιαφρον αντικεμενο ρευνας) πως οι λειτουργες εκενες που χαρακτηρζονται «φυσικς ανγκες» καθς και τα ργανα που συνδονται μ' αυτς, προκαλον πντα μια φαιδρ διθεση στον κσμο και συνδονται με να σωρ ανκδοτα. Αυτ η διθεση φανεται πως βρσκεται βαθει ριζωμνη μσα στην ψυχολογα του πολιτισμνου ανθρπου. ταν ο Μρκος Αντνιος Φσκολος στην κωμωδα του «Φορτουντος» (την τρτη κατ σειρ του Κρητικο θετρου) βζει τον ρω του Μποζκη να κλνει δυνατ πνω στη σκην και να γυρζει να λει του κλου του.

Σπασε, μη μιλες εσ, ταν εγ δηγομαι!

σγουρα δεν εχε υπψη του πως νας λλος κωμωδιογρφος, ο Αριστοφνης, βζει τον ρω του τον Δικαιπολη (Αχαρνς), να αφηγεται πως κθεται στην αγορ και κλνει. Οτε κι εκενος ο αμμητος ηρακλειτης εχε υπψη του τον στχο του Φσκολου, ταν, περπατντας κποτε με τους φλους του στο Ηρκλειο, κλνει δυνατ τσσερις φορς και, καθς εκενη την στιγμ κτπησε τσσερις η ρα το ρολι του 'Αη Μην, γυρν πσω το κεφλι του και λει του κλου του με προσποιητ θαυμασμ. Μπρβο! Καλ πας!

     Η δετερη κωμωδα εναι ο "Στθης", την οποα ο Σολωμς θεωρε πιθαντατα ργο του Χορττση. Ο πρλογος του εναι παρμνος απ την Ε' πρξη του "Γπαρη", πργμα που μας επιτρ­πει, κατ την Lidia Martini, να υποθσουμε τι γρφηκε μετ απ' αυτν. μως αυτ δεν εναι απλυτα σγουρο, γιατ εκενη την εποχ συνθιζαν να αλλζουν τους προλγους στις διφορες παρα­στσεις. Ακμη υποστηρζει η Martini τι η «σημεριν μορφ του Στθη δεν εναι παρ μια μεταγενστερη διασκευ ( μλλον σμπτυξη) του αρχικο κειμνου. Θα την κανε κποιος ηθοποις θιασρχης, ο οποος βρσκοντας την κωμωδα πολ εκτεν για τις παραστσεις του, περικοψε απ' αυτν ορισμνες σκηνς που μποροσαν να παραλειφθον κπως ανδυνα, γιατ δεν αφορο­σαν τα κρια πρσωπα του ργου».

     Την υπθεση, που σμφωνα με την Martini εναι «η πιο περπλοκη του Κρητικο θετρου», δεν θα την αναφρουμε, θα παραθ­σουμε μως κποιους σπαρταριστος στχους απ τα δια απολαυ­στικ πρσωπα που φιγουρρουν και στις λλες κωμωδες, τον λαμαργο δολο, το σχολαστικ δσκαλο, τη μεστρα, τον ψευτοπαλληκαρ στρατιωτικ κ.λπ. χουμε κποιους στχους απ τον μπρβο, τον ψευτοπαλληκαρ.

ΜΠΡΑΒΟΣ

Καταραμνο ριζικ! κι ογιντα εις τον καιρ μου

δεν εν' του Ξρξε ο πλεμος και να τον χω οχθρ μου!

γιντα δεν εναι η ταραχ της Τργιας γη κι η μχη

τ' Ανμπαλε τον θαυμαστο και να 'μαι εκε να λχη!

γιντα δεν εναι οι παλαιο πολμοι οπο 'σα πλσοι

στον στρο και προς το βορρ, σ' ανατολ κι εις δση,

να λχω μνιος 'ς μια μερ και τα φουστα εις λλη

να τσε δδω σκτιση και ταραχ μεγλη!

και μνο ετοτο το σπαθ στα χρια μου το φνο,

σπαθις να ρκτω εις μια μερ κι εις λλη μετ κενο,

πδια και χρια, κεφαλς και μλη πσα μρα

κτω στη γη να βρχουσι να κμω οκ τον αρα,

να κμω βρσες αματα, σωρος τα σκοτωμνα

κορμι, και να χαλ τειχι με μτια θυμωμνα.

     χουμε και τις παρεξηγσεις απ τις λατινικορες του δασκ­λου, εδ με τις λξεις somaro και σομρι.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Calces sunare as δχομαι, dum ludo cum somaro

ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ

Και που 'ναι το σομρι σου, κι εγ πα σου το πρω.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ

A la roversa ,τι μιλ γροικς, γιατ δεν χεις

γρμματα κακορζικε.

ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ

                                    λγα και συ κατχεις

λγα, καημνε· τα βαστς με πσσα κολλημνα

και πτε λγο ξεκολλο, και πφτει σου να-να.

Πιο κτω χουμε τον Πετροτσο να κνει τον προξενητ στον Φλα. Αυτς του λει.

ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ

Μηδ κι εγ δεν το θωρες να παντρευτ ποτ μου,

γιατ χω δκιαν αφορμ, Φλα, και γρκησε μου.

Χρνοι 'ναι οπο μου στα Νησ κι μουνε παντρεμνος,

μα πλια καλλι 'χα να χα 'σται στους Τορκους σκλαβωμνος

γυνακα μια εχα ζηλιαρ πολλ, κακοδιαρμστρα

στο σπτι και κακπλαστη, δμουρη και μεθστρα,

κακβια, ανλατη, κοχλ, τψια, ψειρομασκλα,

λεμενταρστρα και γλωσσο, φαγνα και βουβλα.

ΦΟΛΑΣ

Πετροτσο, κατ τα πηλ δε να 'ναι και το φτυρι!

ΠΕΤΡΟΥΤΣΟ!

Σπασε, οζ, τα σλια σου, γρκα τ' απομονρι.

Σαν εδα ττοιο βσανο, σ' να καρβι εμπκα

οπο στην Κρτη ρχουντο, να φγω τση πρκα'

δεν ξερω πς το γρκησε τοτη η καταραμνη,

και βρκα μια την φερε κι εις το καρβι εμπανει.

Στη στρτα θλει η μορα μου και μια φουρτονα αρχζει,

μια νκτα, με το θνατο να μσε φοβερζη·

λγει ο καραβοκρης μας, μα με λαλι θλιμμνη:

«Παιδι μου, χση ας κμωμε, γιατ εμεσταν πνιμνοι·

το πλια βαρ σας ρξετε γομρι, μην αργτε,

γιατ καλλι 'ναι η ζση μας, και μην το λυπηθετε!».

Ττες ποιος μπωθε βουτσ, ποιος ριχνε βαρλα,

ποιος δειαξε τα ροχα του κι επτα την κασλα·

'ς τοτο αυτ την αζουδι ξφνου κι εγ ρπαξ τη

και ττοια λγια λγοντας ζιμιν εγκρμνισ τη:

«'Αμε στο γερο-δαμονα, γιατ βαρ γομρι

δεν χω πλιτερο απ σε, κι εκενος ας σε πρη!»

Με ττοιον τρπο εγλτωσα κι εβγκα απο τα πθη,

κι αυτ επα πως επρασι τα κματα κι εχθη·

σαν τοτη και χειρτερα να πσι σες της μοιζου,

ζιμι, τους κακορζικους ντρες να μην πειρζου.

Λοιπ, απετις το βροχ απ' ατη θελα αδεισει,

λλη σου τσσω αληθιν ποτ να μη με πιση·

μαγρι κι λλοι σμερα το ξμπλι μου να πισα,

κι εις τοτη την αθιβολ κι εκενοι να μου μοισα,

γιατ γυνακες χουσι κι αυτο σαν τη δικ μου

και τον καημ μου γνθουσι χωσμνοι στο πετσ μου.

κι σοι χου ττοια θηλυκ κι απκεις τα παντρεγου

σκουλκους κνου ζωντανο κι απ το νου ντως φεγου.

ΦΟΛΑΣ

Το κολοκθι, θε να πης, ποιο καψε περσσα

στον τρφο απνω απ μακρ το βλεπε κι εφσα.

Πετροτσο, εδ τς αφντες μας θωρες τσι πς γελοσι;

στην ψη φανερνουσι ση χαρ βαστοσι.

     Στον "Φορτουντο", του Μρκου Αντνιου Φσκολου, χουμε πλι τον διο φαφλατ στρατιωτικ.

ΤΣΑΒΑΡΛΑΣ

Τη δναμ μου την πολλ, τη φρτσα τη μεγλη,

πορι εγνωρσασν τηνε σε μια μερ και σ' λλη

τουνς τση χρας, και που πας πρμα λλο δε δηγονται,

μονχας τσι παλληκαρις απο 'καμα θυμονται·

και τρμουν λοι ωσ με δου σα σκλοι το Γενρη,

οι Φργκοι αμδι κι οι Ρωμιο και οι λακο και οι φρροι.

Και ντε μου δσουν αφορμ το χρι μου να βλω

σε τοτο μου το φρατουπ και σρω να το βγλω

ξω απο το φουκριν του, και το μπουνιλο πισω,

κλησαστικος και λακος σρνω να τεταρτισω.

ΜΠΕΡΝΑΜΠΟΥΤΣΟΣ

Για κενο μου παντξασι δο φρροι ξεσκισμνοι

απο το φβο τον πολ και οι δυο 'σανε χεσμνοι

και γεις του αλλο τως λεγε: «Στο μοναστρι, φρρο,

και φανεται μου οπσω μου πως βλπω αυτ το Χρο».


     Ο γρο Λορας στλνει τον φαμγιο του τον Μποζκη για προξενητ στην κερ-Μηλι, που χει για κρη της την μορφη Πετρονλα.

Γνωρζεις την κερ-Μηλι, τη χρα του Φουντνα,

απο 'ναι προς τη γειτονι του Σα Σαλιβαδρο,

απνω καθς πηανομε εις του Γουβερναδρο,

ανντια μσα στο στεν εις το Κερατοχρι;

ΜΠΟΖΙΚΗΣ

Γνωρζω τη, και πορι δα δεν εμαι απο τα ρη.

Μα να τη δω δε δναμαι, γιατ 'ναι μια, ως λσι,

μζερη, σκλα και ζαβ, απο για να μη χση

δεν τργει.

ΛΟΥΡΑΣ

                 Γρκα. Μια φορ την πιασ νας πνος...

ΜΠΟΖΙΚΗΣ

Και πς δεν τη συμμζωξε ττε ο κακς τση χρνος;

ΛΟΥΡΑΣ

... οπσω στο ζερβ νεφρ, κι ρχεντο στο βυζ τση,

με φβο και με κντυνο να πρη τη ζω τση.

ΜΠΟΖΙΚΗΣ

Ας εχεν πει στ' ανθεμα, γιατ να ζη κρμα 'ναι.

Μερμγκοι δυο δεν βρσκουσι στο σπτι τζη να φνε.

   Η προξεντρα η κερ Πτρου σχολιζει.

ΠΕΤΡΟΥ

Δκιο μου φανεται πολ κι εμνα να τη φτνη,

γιατ του γρο η αγκαλι χντο και βρμο εβγνει.

Πολλ κακ συβζεται το ξδι με το μλι,

και μοιος τον μοιον αγαπ, και μοιος τον μοιο θλει.

     Κι ο δσκαλος προσπαθε να μεταπεσει το γερο Λορα.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ

'Αγωμε στα κομμτια!

Μα κι ντε δε μπορς εσ την κοπελι να φτξης

σ' εκενο το χρειζεται, θα στκης να πλαντξης.

Γιατ τοτες οι κοπελις φτουν ωσν καμνι

και εναι χρεα ολημερνς ντρας να τως το σβνη.

Για τοτο θλου αδυνατ και νιο ταρι να κνου

κι α βροσι γρο, του λαφιο το κρατο του βνου.

     Την κρη ββαια στο τλος την παρνει ο Φορτουντος, αφο αποδειχθε πως ταν το χαμνο παιδ του Λορα, ο Νικολς. Οι κωμωδες αυτς οπωσδποτε δεν φτνουν το ψος της «Ερωφλης» και της «Θυσας», σως και του «Γπαρη» και του «Βασιλι Ροδολνου». Αυτ μως δεν σημανει πως εναι μικρς αξας.

     Θυμμαι πριν μερικ χρνια στην πλατεα του χωριο μου μια παρσταση του «Φορτουντου», της πιο μτριας -κατ το Σολωμ- κωμωδας κι να κοιν να σπαρταρει κυριολεκτικ στα γλια.

     Τελικ, ετε οι κωμωδες αυτς γρφτηκαν για σοφο ετε για καλλιεργημνο κοιν, ετε ξεκινοσαν οι δημιουργο τους απ ψηφοθηρικ ζλο ετε απ μια ανεπτυγμνη ασθηση λακτητας, ετε τα ργα αυτ εναι ρτια απ θεατρικ ποψη ετε χι, γεγονς εναι τι σκορπον γλιο, φθονο γλιο, στον διο εκενο κσμο που τραγουδει τα πθη του Ερωτκριτου και της Αρετοσας, και που κνει την Ερωφλη δημοτικ τραγοδι. Αυτ δεχνει τι εναι λακς, βαθι λακς.

     Πριν κλεσουμε το κεφλαιο για το Κρητικ θατρο θα πρπει να πομε δυο λγια για τους προλγους, το χορ και τα ιντερμδια. Και τα τρα αυτ στοιχεα αποτελον θεατρικς συμβσεις, που δεν προσθτουν τποτα στη δρση, αλλ εναι, ο μεν πρλογος και τα ιντερμδια κφραση του πνεματος μπαρκ της εποχς (λατρεα του εντυπωσιακο και του φαντασμαγορικο), ο δε χορς επιβωση του χορο της αρχαας τραγωδας.

     Μιλντας για την «Ερωφλη» επαμε τι ο Χρος προλογζει το ργο, προλγοντας αυτ που θα συμβον και σχολιζοντας ταυτ­χρονα για το ασστατο της τχης.

Σ' λους τους προλγους τα πρσωπα που εμφανζονται εναι μυθολογικ. Στον «Φορτουντο» εναι η Τχη, στον «Βασιλι Ροδολνο» το Μελλομενο, στον «Γπαρη» η Θε της κωμωδας, εν στον «Ζνωνα» χουμε συνολικ πντε πρσωπα, πντε δαμο­νες της Ελληνικς μυθολογας που προλογζουν, τον 'Αρη, την Τισιφνη, την Αληκτ, την Μγαιρα και τον Δινυσο. Η εμφνιση τους εναι εντυπωσιακ. Πρπει να τους φανταστο­με στη σκην ακριβς πως περιγρφουν τον εαυτ τους. Ο Χρος στην «Ερωφλη» για παρδειγμα αυτοπεριγρφεται ως εξς:

Η γρια κι η ανελπητη κι η σκοτειν θωρι μου

και το δραπν' οπο βαστ, και τοτα τα γδυμν μου

κκαλα κι οι πολλς βροντς κι οι αστραπς ομδι,

οπο τη γην ανοξασι κι εβγκ' απο τον 'Αδη,

ποιος εμαι, μοναχ τωνε δχως μιλι μποροσι

να φανερσου σμερο 'ς σους με συντηροσι...

    Με ανλογο τρπο περιγρφει και η Τχη τον εαυτ της στον Φορτουντο.

Τοτη μου η σβγα, απο κρατ στο χρι και γυρζω,

τοτα τα μτια, απο ως τυφλ παντοτιν σφαλζω,

ετοτη μου η κεφαλ, με χρυσ ντυμνη

μαλλι εναι στην ομπρς μερ και οπσω μαδισμνη,

ετοτες οι φτερογες μου οπο ανοιγοσφαλζω

κι λο τον κσμο τσι αψ και γλγορα γυρζω

ετοτοι, απο εις τη σβγα μου θωρετε και γυρζου,

κι λλοι στο βθος κετονται κι λλοι ψηλ καθζουν

κι λλα σημδια πλειτερα, απο σε με θωρετε,

κρνω πς να  'ναι αφορμ, ποια 'μαι να θυμηθετε...

     Οι πρλογοι στα ιταλικ ργα εναι αρκετ αυτνομοι απ το κυρως ργο. Για τον «Πιστ Βοσκ» του Γκουαρνι, για παρδειγ­μα, λγεται πως υπρχουν τσοι πρλογοι, σα και τα ανεβσματα του ργου κι λλοι μεν απ' αυτος γρφηκαν απ τον διο συγγραφα, λλοι δε απ λλους. Για το ργο "Filli di Sciro" (1607) του Guidubaldo Bonarelli χουμε τρεις προλγους, για ισριθμα ανεβσματα.

     Στα δικ μας ργα δεν χουμε ανλογες περιπτσεις. Το γρψιμο δετερου προλγου τη στιγμ που υπρχε ο πρτος, φανεται πως για τους Κρτες δραματουργος ταν μια περιττ σπατλη χρνου. μως και εδ η αυτονομα τους εναι τση, στε ο συγγραφας του «Στθη» δεν διστζει να χρησιμοποισει σαν πρλογο του ργου του τον μονλογο του ρωτα στην πμπτη πρξη του «Γπαρη».

     Ο χορς αποτελε αναβωση του χορο της αρχαας τραγωδας, αναβωση θνησιγενς, η οποα θα καταλξει στην υποκατστασ του απ το κρο της περας. Τον βρσκουμε στο τλος της κθε πρξης να φιλοσοφε, να προσεχεται να συμπσχει με τους πρωταγωνιστς. Το πρτο χορικ της «Ερωφλης» εναι νας μνος στον ρωτα. Το δετερο εκφρζει τη νοσταλγα των παλιν καλν καιρν, το τρτο αποτελε να στοχασμ πνω στα πλοτη και στη φτχεια, και το τταρτο εναι μια προσευχ στον λιο. Σας δνουμε να δεγμα απ το πρτο χορικ, γραμμνο πως βλπετε σε ενδεκασλλαβες τερτσνες.

Για σνα πσα φτρα πρασινζει

πσα δεντρ πληθανει και ξαπλνει

και αθος κι οπωρικ μας εχαρζει.

 

Δσος τσ' γριο ζο ποτς δεν χνει

ψρι ο γιαλς, τη δναμη του

να μη γροικον κι αυτ, να τα πληγνει...

     Τα ιντερμδια αποτελον σντομα κομμτια, που παζονταν στα ενδιμεσα των πρξεων, με δικ τους, ανεξρτητη υπθεση. Εχαν θεαματικ χαρακτρα, και ρεσαν πολ. Το πνεμα μλιστα της εποχς ταν ττοιο, στε ο κσμος πγαινε συχν στο θατρο για να απολασει τη φαντασμαγορα των ιντερμεδων, με τα πλοσια σκηνικ, τα φανταχτερ κουστομια, τις μορσκες (χορευτικ επεισδια σε στυλ μπαλτου που συνθως αναπαριστοσαν συμπλοκς με μαυριτανος) και τη μουσικ, παρ το καθαυτ ργο. Οι σκηνοθετικς οδηγες των ιντερμεδων δεχνουν αρκετ καθαρ το θαμα που παρουσιαζταν στη σκην. Δστε για παρδειγμα δο ττοιες σκηνοθετικς οδηγες απ τα ιντερμδια της «Ερωφλης».

  * Σε τοτο κατεβανει να νφαλο και βγανει η Αρμντα με τον Ρινλδο κι οι Δαμονες φεγουν. Η Αρμντα μιλε...

  * Εις τοτο πετοντοι οι Δαμονες με φωτις και στρπιτα και χαλοσι το περβλι και σηκνουν την Αρμντα και φεγου και τελεινει το δετερο Ιντερμντιο.

    Η Κρητικ σκην δεν μποροσε να χει τον πλοτο και τις τεχνικς δυναττητες της ιταλικς. τσι, εν στα ιταλικ ιντερμ­δια το θαμα εξαφανζει την ποηση, στην Κρητικ σκην οι περιορισμνες δυναττητες θεαματικς επδειξης οδηγον σε να συμβιβασμ κι ο στχος καλεται μερικ να εκφρσει και ν' αναπληρσει αυτ που δεν μπορε η σκην. (Οι διες σκηνικς ανεπρκειες γλυτνουν και το αγγλικ θατρο απ τη μετριτητα). Γι' αυτ και ο Βιτσντζο Πεκορρο θεωρε πως τα Κρητικ ιντερμδια δεν εναι καττερα απ τα ευρωπακ, αλλ βρσκονται «σ' εππεδο αξιοσημεωτης τεχνικς επεξεργασας απ θεατρικ ποψη και μιας συνεχος προσοχς στις τυπικς απαιτσεις της ποησης».

     Η ανεξαρτησα των ιντερμεδων απ το κυρως θμα κανε στε τα δια ιντερμδια να μπορον να παζονται σε διαφορετικ ργα, στο διο ργο να παζονται διαφορετικ ιντερμδια· ακμη, να χουν συνοχ να μην χουν. Η επιλογ γινταν απ τους θιασρχες με βση λγους πρακτικος και επαγγελματικος, πως τα γοστα του κοινο του χορηγο ρχοντα, τη συγγνεια του μθου με επκαιρα γεγοντα, τις ικαντητες των εκτελεστν. Τλος καθορζονταν και απ τη βιασνη μη της προετοιμασας.

     Συνολικ απ το Κρητικ θατρο μας χουν διασσει 18 ιντερμ­δια, τα οποα τα χουν χωρσει σε ξι μεγλες ομδες. Η πρτη ομδα περιχει τα τσσερα ιντερμδια της «Ερωφλης» με θμα τις σταυροφορες και μθο, παρμνο απ την «Ελευθερωμνη Ιερου­σαλμ» του Τορκουτο Τσσο. Το σνολο των στχων τους εναι 600. Η δετερη ομδα περιχει τα τσσερα ιντερμδια του «Φορτουντου» με θμα τον τρωικ πλεμο. χουν 700 στχους. Οι υπλοιπες κατηγορες περιχουν θματα απ τον τρωικ πλεμο, ποιμενικ λλα.

     Επιλογικ σ' αυτ το κεφλαιο περ θετρου παραθτουμε να απσπασμα απ το βιβλο του Αλξη Σολοψο, που συγκρνοντας το Κρητικ θατρο με το Αγγλικ, που επηρεστηκε κι αυτ απ το Ιταλικ, κνει ορισμνες εστοχες παρατηρσεις:

     Οι δο δραματικς οικογνειες -η Αγγλικ κι η Κρητικ- χουν πολλ κοιν. Ο Χορττσης κι ο Τριλος συγγενεουν σως περισστερο με τον Φλτσερ και τον Ουμπστερ παρ με τον Κορνιγ και το Ρασν ακμα και τους Ιταλος παιδαγωγος τους.

     Πρτα πρτα, εκφρζονται στη λακ γλσσα. Οι ποιητικς τους εικνες και μεταφορς εναι παρμνες απ' τα λιμνια και τα βοσκοτ­πια, απ' τις καντδες των ερωτευμνων και τα παραμθια της γιαγις. Τα κυραρχα αισθματ τους εναι ο ασυγκρτητος ρωτας και το αχαλνωτο μσος που αχρηστεουν κθε λογικ, ηθικ θρησκευτικ εποπτεα και δεν επιτρπουν λλη επμβαση απ' τον βαιο θνατο. Καμι λογικ δε μπορε να δικαιολογσει το πθος του Ροδολνου του πατρα της Ερωφλης - πως καμι δικαιολογα δεν χουν στο πθος τους ο Ρωμαος ο Ιγος. Και παρ' λους τους ψυχολογικος ενδοια­σμος, καννα χαλινρι δεν μπορε να συγκρατσει το Ζνωνα το Μκβεθ στον παθιασμνο καλπασμ τους προς την καταστροφ.

     πως το ελισαβετιαν θατρο, τσι και το θατρο της Κρτης παρουσιζεται σαν πρωταρχικ ρομαντικ. Ο νθρωπος δοξζεται απ' την ψυχικ του αδυναμα. Σκορπει παρλογα το σπρο του πθους του, για να δει να βλαστανει ο χαμς του. Οι αδικοπες μνεες που κνουν τα Κρητικ πρσωπα για το Ριζικ τη θεα Δκη ας μην μας παραπλανσουν. Δεν εναι παρ ατροφικ κι ανργανα κατλοιπα της τραγωδας του Σενκα, που μαμοδιζε την Ελληνικ. Εναι τσο κεν σε ουσα, σο κι εκενος ο κλιτος «Ζευ», που αδικοπα μνημονεεται και που δεν εναι λλος απ' τον καλβολο θε της νεοΕλληνικς λαογρα­φας τον δστροπο της εβρακς Γραφς. Μπορε την καταστροφ του Πανρετου της Αρετοσας να την χει απ τα πριν γραμμνη στο βιβλο του το Μελλομενο. Μπορε η αδιλλακτη ουρνια Δναμη να πνγει την προσωπικτητα του Αβραμ. Ωστσο οι Κρητικο ρωες ενεργον και παθανουν απ δικ τους φβο θρσος, μσος αγπη, κακα καλοσνη. Η «ασυστασι τση τχη τως» εναι ασυστασι δικ τους.

     μως καιρς εναι να περσουμε στο κορυφαο δημιοργημα της Κρητικς αναγννησης, τον "Ερωτκριτο". Αποτελε κορυφαο αριστοργημα χι μνο της Κρητικς Αναγννησης, αλλ και γενικτερα της νεοΕλληνικς λογο­τεχνας. Ο Ιολιος Τυπλδος γρφει (1880) πως ο Ερωτκριτος κατχει την πρτη θση στη νετερη λογοτεχνα μας και πως μπορε να συγκριθε με τα μεγαλτερα ποιματα των ξνων λογοτε­χνν, ο δε Παλαμς, αγανακτισμνος απ την αδιαφορα που δειξαν γι' αυτ οι λογιτατοι εκπρσωποι της κουλτορας μας, ταν δεν το καταδκαζαν ανοικτ,* αναφωνε (1907): «Ντροπ στο θνος που ακμη δεν κατλαβε, στερα απ πντε αινων περπ­τημα, πως ο ποιητς του Ερωτκριτου, αυτς εναι ο μγας του Ελληνικο θνους και αθνατος ποιητς».

  * Ο Καισριος Δαπντες (1776) παραπονεται για το πσο συχν τυπνεται αυτ το ποημα, και για την αγπη που του δεχνουν, υπονοντας τι δεν αξζει μια ττοια δημοτικτητα. Ο Κορας, μισ αινα πιο πειτα, το χαρακτηρζει σαν «εξμβλωμα της ταλαιπρου Ελλδος», εν ο Κλβος, πιο συγκρατημνα, μιλει για το μοντονο των Κρητικν επν και για τη βαρβαρτητα των ομοιοκαταλξεων.

     Η υπθεση του ργου διαδραματζεται, κατ τα λεγμενα του ποιητ, στην Αθνα των προχριστιανικν χρνων. μως η τοπο­θτηση αυτ εναι εντελς συμβατικ γιατ, διαβζοντας κανες το ργο, δεν αναγνωρζει καμι ιστορικ Αθνα. Παρλο που υπρχει να πραγματικ γεωγραφικ πλασιο, ο ιστορικς προσδιορισμς εναι ομιχλδης, τα δε ονματα των προσπων που συναντομε στο ργο, εκτς απ ελχιστες εξαιρσεις, εναι ονματα Ελληνικ μεν, μως γνωστα, πλασμνα απ τον διο τον ποιητ. Εναι φανερ πως ο ποιητς δεν ενδιαφερταν να αναπαραστσει μια συγκεκριμνη ιστορικ περοδο, αλλ να δημιουργσει να ιδανικ Ελληνικ κσμο. τσι ερμηνεονται και οι κθε λογς αναχρονι­σμο που υπρχουν στο ργο, και χι απ λλειψη ιστορικν και γεωγραφικν γνσεων απ τη μερι του ποιητ.

     Η υπθεση του ργου εναι η εξς: Ο Ερωτκριτος, ο γιος του Πεζστρατου, σμβουλου του βασιλι Ηρκλη της Αθνας, ερω­τεεται την κρη του βασιλι, την Αρετοσα. Βλποντας μως πσο τοπο εναι αυτ το ασθημα, κοινς θνητς αυτς να ερωτευθε μια βασιλοπολα και πσο λγες ελπδες χει να βρει ανταπκριση στο ασθημα του, προσπαθε να την ξεχσει.

κι βανε μες στο λογισμ να φεγη εκ το παλτι,

μα 'σφαλε, δεν τον φηνε ο καημς που τον εκρτει·

ουδ γερκια ουδ σκυλι ουδ' λογα μποροσα

τον πθο ν' αλαφρσουσι, που 'χε στην Αρετοσα,

μα πντα ο νους κι η θμηση τονε μετ κενη,

λγο νερ ποτ φωτι μεγλη δεν τη σβνει,

μλλιος την ξφτει και κεντ και βρζει και πληθανει,

κι εδαμε την αναλαμπ, ντε νερ τη γρανει·

τσι κι αυτς ,τ' κανε την παδα ν' αλαφρνη,

και να 'βρη αρα και δροσι, πλια ανφτει το καμνι.

     Εξομολογεται στον φλο του τον Πολδωρο τον απελπισμνο ρωτα του, μως αυτς, πως εναι φυσικ, κθε λλο παρ τον ενθαρρνει. Ο Ερωτκριτος, για να αλαφρσει τον πνο του, αρχζει κθε βρδι και τραγουδ με το λαοτο του γλυκ τραγο­δια κτω απ το παρθυρο της Αρετοσας, χοντας συντροφι το φλο του.

Η Αρετοσα, μαγεμνη απ το τραγοδι του, αρχζει σιγ σιγ να ερωτεεται τον γνωστο τραγουδιστ, εν ο βασιλις, θλοντας να μθει την ταυττητ του, βζει δκα στρατιτες να παραφυλξουν, να τον πισουν και να του τον πνε στο παλτι. μως ποιος μπορε να κνει καλ ναν ερωτευμνο;

ΠΟΙΗΤΗΣ

Γροικσετε του ρωτα θαμσματα τα κνει,

κι εισ θαντους εκατ, σ' αγαπον, τσι βνει·

πληθανει τως την ρεξη, και δναμη τως δδει,

μαθανει τσι να πολμου τη νχτα στο σκοτδι,

κνει τον ακριβ φτην, τον σκημο ερωτιρη,

κνει και τον ανμπορο ντρα και παλικρι,

το φοβιτσιρην φοβο, πρθυμο τον οκνιρη,

κνει και τον ακτεχο να ξρη πσα χρη.

Η αγπη το Ρωτκριτο κνει να πολεμση

με δκα, κι εις τον ρωτα ολπζει να νικση.

     Στη συμπλοκ που ακολουθε σκοτνονται δο στρατιτες, εν οι υπλοιποι, τραυματισμνοι, το βζουν στα πδια. Ο Ερωτκριτος δεν μπορε πια να ξανατραγουδσει κτω απ το παλτι κι τσι η Αρετοσα δικα περιμνει να ξανακοσει τη γλυκι φων του γνωστου τραγουδιστ. Η μυστηριδης αυτ εξαφνισ του τη ρχνει στην πιο μαρη απελπισα.

Κι ντα δεν κνει ο ρωτας σε μια καρδι π' ορζει,

σαν τη νικση ουδ καλ ουδ πρεπ γνωρζει,

ντα δεν κνει ο πβουλος, ντε το νκος χει,

και πο τα βρσκει τα πολλ τα τσα που κατχει,

με πσες στρτες μας γελ, με πσες μας πειρζει,

πς μας εδεχνει δροσερ εκενο οπο βρζει,

πσα μας τσσει αδικητς, κι απκει μας κομπνει,
πσα μας γρφει στην αρχ κι στερα μας τα λινει.

Και ποιος μπορε ν' αντισταθε την ρα που θελση

ν' αρματωθε με πονηρις να μας επολεμση;

τσι νικ τα γερατει, ωσ νικ τη νιτη,

χαρ στον ποιος του χωστ και φγη απ την πρτη.

Ενκησε την Αρετ, εσκρπισε το νου τζη,

και δε δειλι τη μναν τση κι ργιτα του κυρο τζη,

κνει την κι εναι ξυπνητ λο το μερονκτι,

για να θυμται τση φιλις, κι εις αφορμ τη ρκτει,

κι πνον αν εχε κοιμηθε, τονε ξιπασμνος,

μ' αγκοσες κι αναστεναγμος, σαν κνει αρρωστημνος.

     Μα κι ο Ρωτκριτος εναι αδνατο να βγλει απ το νου του την Αρετοσα.

Τα μτια δεν καλοθωρο στο μκρεμα του τπου,

μα πλια μακρ και πλια καλ θωρε η καρδι τ' ανθρπου

εκενη βλπει στα μακρ και στα κοντ γνωρζει,

κι εις ναν τπο βρσκεται, κι εισ πολλος γυρζει.

Τα μτια να 'ναι κι ανοιχτ, τη νχτα δε θωροσι,

μρα και νχτα τση καρδις τα μτια συντηροσι

χλια μτια 'χει ο λογισμς, μερο νυκτο βιγλζου,

χλια η καρδι και πλιτερα, κι ουδ ποτ σφαλζου.

Μακρ 'τον ο Ρωτκριτος απ την Αρετοσα,

τα μτια, που 'χε στην καρδι, πντα την εθωροσα·

εθρειεν τη πο βρσκουντον ταχ, νκτα, αποσπρα,

μ' λο που δεν την βλεπε με μτια την ημρα.

    Ο Πολδωρος συμβουλεει το φλο του να κνει καννα ταξδι, να δει λλους τπους, μπως μπορσει τσι και την ξεχσει. Προθυμοποιεται μλιστα να τον συνοδψει.

και τσσω σου 'ς λγον καιρ θλεις ξελησμονσει

τουνς, που ανεπλπιστα σ' βαλε σ' τοια κρση·

κι ωσν καρφ, που με καρφ λλο 'κ την τρπα βγνεις,

στον τπο της αγπης της, λλην αγπη βνεις.

    Ο Ερωτκριτος πεθεται, και φεγουν μαζ. Εν βρσκονται στην ξενητι, ο κρης του Ρωτκριτου αρρωστανει. Μια μρα η βασλισ­σα παρνει την κρη της να πνε να δονε πς εναι ο ρρωστος. Η μνα του Ρωτκριτου ξεναγε την Αρετοσα στα δωμτια του γιου της. Η Αρετοσα βρσκει μσα σε να συρτρι λα τα τραγοδια που τραγουδοσε ο γνωστος τραγουδιστς και να ψιλ παν πνω στο οποο εναι ζωγραφισμνη η ζωγραφι της. Καταλαβανει αμσως τι ο γνωστος τραγουδιστς δεν ταν λλος απ τον Ερωτκριτο. Η ννα της, που απ την αρχ προσπαθοσε να την αποτρψει απ να ττοιο ασθημα, βρσκει τρα μεγαλτερες δυσκολες να τη μεταπεσει.

ΑΡΕΤΟΥΣΑ

Λει τση: Ννα, βλπω το, γνωρζω τ' απατ μου

πως εκολα σκλαβθηκα, δεν εμαι μπλιο σαν μου.

Μαγρι τοτα στην αρχ να τα 'θελα κατχει,

πως η αγπη βσανα κι ο πθος πρκες χει.

Μαγρι να το βολετ, μαγρι να το μπρου,

να μην τον εχα στην καρδι, συχνι να τον εθρου,

μα πιστηκα σαν το πουλ, μπλιο δεν μπορ να φγω,

κι ως κι εδεπ που σου μιλ εκεινον ξανογω·

κι αν πρτας τον αγπησα δχως να τον κατχω,

εδ διπλ και τρδιπλα μες στην καρδι τον χω·

και πς εν' μπορετ να βγω απ τα πθη που 'μαι,

αν εναι πντα μετ με ξπνου κι οντ κοιμομαι;

Εσνα φανουντ ' εκολα, γιατ δεν εσαι 'ς τοτα

και δεν ψηφς τις ομορφις, τραγοδια ουδ λαγοτα,

μα οπο 'ναι μσα στη φωτι, κατχ' ιντ 'ν' η βρση,

κι ουδ κιαμι λλη τη γροικ, αν δε τη δικιμση...

'Σ δυο πρματα αντδικα στκω και κιντυνεγω,

να τα συβσω και τα δυο ξετρχω και γυρεγω,

και βνω κπο, μα θωρ και βολετ δεν εναι,

το 'να με τ' λλο μχεται κι οχθρς μεγλος εναι.

Απ τη μια 'χω του κυρο το φβο που με κρνει,

κι απ την λλη τση φιλις κι αγπης την οδνη.

Φοβομαι τον τον κρη μου, το πρμα ντρπομαι το,

και θλω οπσω να συρθ, Ννα μου, κτεχε το,

μα ο Ερωτας στκει ανδια μου και τ' ρματα μου δεχνει,

βαστ φωτι κι αναλαμπ κι απνω μου τη ρχνει,

και δεν κατχω ντα να πω κ' ντα ν' αποφασσω,

τνος να κμω θλημα και πλι ποιου ν' αφσω.

Φβος και πθος πολεμ, κι' εγ 'μαι το σημδι,

και δεν μπορ τοτα τα δυο να τα συβσω ομδι.

Κριτ με βλαν και τα δυο, κι' απφαση γυρεγου,

πολλ με βασανζουσι πολλ με κιντυνεγου·

ως βουληθ του κρη μου το δκιο να μιλσω,

ο ρωτας μανζει μου πως θε να τον αφσω,

κι ωσν οπο 'ν' πλια δυνατς, να κνω δε μ' αφνει

τη σημερνν απφαση, στον κρη δικιοσνη·

και μ' λο που το δκιον του καθρια το γνωρζω,

χνει ο γονς μου, σα θωρ, στανις μ' αποφασζω.

Ο ρωτας στκει ανδια μου κι δικα τυρανν με,

μ' ρματα φοβερζει με και με φωτι κεντ με,

με το ξιφρι μου μιλε, με τη σατα λγει,

το δκιον του μ' αναλαμπ και φλγα το γυρεγει,

κι δεν του κμω θλημα, με τη φωτι με καγει,

και πλια παρ τον κρη μου βαρσκει και δοξεγει,

κι ως βουληθ στον πλεμο οπο 'μαι να νικσω,

τσσερα ζλα πω ομπρς κι οκτ γιαγρνω οπσω.

    Εν τω μεταξ ο Ερωτκριτος, γυρνντας απ το ταξδι, βλπει τι λεπουν τα τραγοδια μαζ με τη ζωγραφι της Αρετοσας. Ξεψαχνζει τη μνα του και μαντεει τι η Αρετοσα εναι εκενη που τα πρε. Αμσως τον κυριεει η αγωνα, ποια να εναι η αντδρασ της. Στλνει το φλο του στο παλτι, για να δει τι γνεται. Αυτς πηγανει πργματι στο παλτι, βλπει το βασιλι, και δικαιολογε το φλο του που δεν λθε μαζ του λγοντας τι εναι ρρωστος.

Η Αρετοσα ως τ' κουσεν, εχλμιανε κι εφνη

το πως ετοτη η αρρωστι μες στην καρδι την πινει.

Σφανει οπο πη κι οι λογισμο τ' ανθρπου δε γροικονται,

γιατ με δχως εμιλι στο πρσωπο θωρονται.

     Ο Πολδωρος κρβει την αλθεια απ το φλο του και του λει πως η Αρετοσα φαινταν οργισμνη κι τι αν δεν φανρωσε τποτα στον πατρα της εναι γιατ τον λυπται αυτν και τον κρη του. ταν μως η Αρετοσα στλνει στον δθεν ρρωστο Ερωτκριτο «τσσερα μλα δφορα» για «ξαρρωστικ», ο Ερωτκριτος αρχζει να υποπτεεται τι ο φλος του δεν του επε την αλθεια.

Δε θλω μπλιο για τοια δουλει του φλου να μιλσω,

τη γνμην του κατχω τη, πντα με σρν' οπσω,

κι αμπδιαμα και δυσκολις και μπρδεμα μου βνει,

και χνει μου το γιατρικ οπο μπορε με γινει.

Εις τα γροικ κι' εις τα θωρ κι' εις ,τι μ' αρμηνεγει

ο ρωτας, η Αρετ να βλψη δε γυρεγει

κιαννα για τη ζγουραφι μηδ για τα γραμμνα,

μηδ ' ρεξη κιαμι κακ δεν χει μετ μνα.

Κι' αν εχεν εστ' απαρθιν, και τσο να μανση,

θελ' αστρψει ως εδ, να βρξη, να χιονση·

μα γω θωρ καλοκαιρι, μρα σιγανεμνη,

και νφαλο στον ουραν θολ δεν απομνει.

Πντ' η γυνακα ανερωτ και πεθυμ ν' ακοση

πως λοι τνε ργουνται κι λοι την αγαποσι,

κι ουδ μανζει ουδ χολι, αμ πολλ τσ' αρσει

λοι, μεγλοι και μικρο, μορφη να τη λσι.

     Εν τω μεταξ μαζεονται τα αρχοντπουλα για την γκιστρα (κονταρομαχα) που εχε προκηρξει ο βασιλις. Την ημρα του αγνα, η Αρετοσα δεν χει μτια να κοιτξει λλον απ τον Ερωτκριτο.

Εις ναν τπο στρφουντον κι ναν κορμν εθρει,

κιανναν λλο δεν ψηφ ν' αναντρανσει η κρη.

λοι τση φανουνται σκημοι, δχως αντρει και χρη,

κι λοι σα νχτα σκοτειν, κι ο Ρκριτος φεγγρι.

     Μαζεονται δεκατρα παλικρια συνολικ, λοι Ελληνπουλα εκτς απ τρεις, τον Καραμαντη Σπιθλιοντα και τον αφντη της Πτρας Δρακκαρδο, που συμβολζουν τον Οθωμαν εχθρ (Τορκο και Αλβαν), και τον Τριπτλεμο, αφντη της Σκλαβουνις, που εκ­προσωπε τους Σλβους. Το ρηγπουλο της Κπρου, Κυπρδημος, κι ο Ερωτκριτος αντιμετωπζουν απ τρεις αντιπλους, εν ο Χαρδημος, το ρηγπουλο της Κρτης, τσσερις. Νικον λοι τους, και δεν μνει παρ να αποφασισθε με ποιο τρπο θα δοθε το στεφνι. Ο βασιλις υποδεικνει να εκλεγον δο που θα αγωνι­σθον μεταξ τους, ο δε τρτος να θεωρηθε χαμνος. Ο τοπικιστς συγγραφας δεν βρκε ευσχημτερο τρπο να προβλλει τον Κρητικ, δνοντας μως το στεφνι στον Ερωτκριτο, μια και αυτ απαιτε η οικονομα του ργου, απ το να τον βλλει να αγωνιστε με τσσερις αντιπλους, σε αντθεση με τον Ερωτκριτο και τον Κυπρδημο που αγωνζονται με τρεις, και να τον κνει στο τλος να χσει στην κλρωση στε να φεγει χαμνος μεν, χι μως νικημ­νος. Ο Ερωτκριτος κερδζει και τον τελευταο του αντπαλο, και παρνει την «τζγια» (στεφνι) απ τα χρια της Αρετς.

Και πλι του Ρωτκριτου, ως γγιξεν η χρα,

οπο του δδει την υγει νκτα και την ημρα,

δεν ξευρε πο βρσκεται, νφαλο τον πλακνει,

τον ομυαλν του ζβωσε και την καρδι πληγνει·

μεγλη κατασκπαση τον ηρε και τρομρα,

δυο τρεις φορς εγροκησε να του 'ρθη λιγωμρα.

    Η σατιρικ αυτ υπερβολ (στοιχεο που βρκαμε και στον Γπαρη) εναι να απ τα στοιχεα που διαφορζουν το ργο αυτ απ δημιουργματα του εδους «ρωτος Αποτελσματα» και «Σχο­λεο Των Αφοσιωμνων Εραστν». Ο ποιητς, απ το ψος της ριμης ηλικας του, βλπει με μια καλκαρδη ειρωνικ διθεση τα πθη και τις φοντωσες των νεαρν ερωτευμνων, μ' λες τις υπερβολικς εκφρσεις που παρνουν. Ξαφνικ τα γεγοντα βρσκονται πλι σε στασιμτητα, εν οι δο ερωτευμνοι καγονται στο καμνι του πθου τους. Η Αρετο­σα παρνει την πρωτοβουλα, και ξεπερνντας τις αντιδρσεις της ννας της, βρσκει να τρπο για να συναντιται επιτλους με τον Ερωτκριτο, και να λνε ο νας στον λλο για τη φωτι που τους καει. Στο παλτι υπρχει μια μικρ αποθκη, με να σιδερφρακτο παραθυρκι. Εκε συναντνται κθε βρδι, απ μσα η Αρετοσα, απξω ο Ερωτκριτος, και μιλον για την αγπη τους. Αντ μως να βρουν σ' αυτ μια παρηγορι, ο ρωτς τους λο και φουντνει και τους βασανζει περισστερο. Η Αρετ, παρνο­ντας για λλη μια φορ την πρωτοβουλα, πεθει τον Ερωτκριτο να βλει τον κρη του να την γυρψει απ τον δικ της. 'Αστοχη ενργεια, γιατ ο οργισμνος βασιλις θτει τον Πεζστρατο σε «κατ' οκον περιορισμ», πως θα λγαμε σμερα κι εξορζει τον Ερωτκριτο. Και για να χειροτερψει το κακ, τζει στην κρη του τι σντομα θα την παντρψει. λα αυτ ρχνουν την Αρετοσα στην πιο μαρη απελπισα. Η ννα για λλη μια φορ προσπαθε να την μεταπεσει, αλλ δικα.

Γιατ θωρες κι αγπησα, ωσν το κμαν κι' λλες

πλια παρ μνα φρνιμες, πλια ξες, πλια μεγλες.

Θωρες κι ο πθος εν' πολς κι η παιδωμ 'ναι τση

που μου σκοτενιασε το νου και μπλιο δεν χω γνση·

και σα μου πρε την εξ, ποιες δναμες μποροσι

και ποιας γυνακας αντρεις να τνε πολεμοσι;

     ταν η Αρετοσα βλπει να ρχονται κποιοι μαντατοφροι, που στην πραγματικτητα εναι προξενητδες και γυρεγουνε την Αρετοσα για το γιο του Ργα του Βυζντιου, την κυριεουν μαρα προαισθματα, συνδυζοντας την φιξ τους με να κακ νειρο που εδε.

Βνει με πλι η μορα μου σμερο 'ς κι λλα βρη·

μαγρι ας εμαι μοναχ και το κορμ μου ας πρει

, τι κριτρια δνεται νθρωπος να βαστξει

και μια σταλαματι κακ στον αγαπ μη στξει.

    Τα προαισθματα βγανουν αληθιν. Ο βασιλις τς ανακοιννει το γεγονς. Η Αρετ με παρακλια προσπαθε να μεταπεσει τους γονες της, λγοντς τους πως δεν θλει να τους αποχωρισθε. Ο βασιλις αγριεει ξροντας την πραγματικ αιτα. Και μπροστ στο πεσμα της Αρετς, που δηλνει τι:

Τα λγιασα απολγιασα, τα 'χα να δω, απδα,

στο ζλον που στθηκα, μπλιο δε σαλεγω πδα.

του ρχεται το αμα στο κεφλι και τη βουτει αγριεμνος απ τις πλεξοδες και της τις κβει τσο βαθι, που «οι ρζες τω χρυσ μαλλι, της απομεναν μνο», και πειτα τη σρνει κωλοσυρτ στη φυλακ. Η Αρετοσα πνγεται μπροστ στην τση απονι του κυρο της.

Ως και τα ζα που δε νογο, λογαριασμ δεν χουν,

ιντ ναι ο πνος του παιδιο, γροικοσι και κατχουν

και τη ζω τους δεν ψηφον, βοθεια να τως δσουν

και παρνουσινε θνατο, ογι να τα γλυτσουν.

    Λει ακμη πως και τα γρια θηρα που τρφονται με κρας, δεν τους αρσει να τυραννον τα θματα τους, μα πρτα τα σκοτνουν και μετ τα τρνε. μως, μονολογε με παρπονο η Αρετοσα:

Η φση ξαναγνηκε κι λα παραστρατσα,

κι λα στρβωσαν ογι με, κενα οπο σαν σα.

    Πιο πρτα, ταν την εδαμε να αναρωτιται γιατ αυτ να υποφρει για κτι τσο φυσικ σο ο ρωτας, που τση ευτυχα δνει στους λλους ανθρπους, την ακοσαμε να λει τους υπρο­χους εκενους στχους:

Μα λα για μνα σφλασι, και πσιν νω κτω,

για με ξαναγεννθηκε, η φση των πραγμτων.

    Πνω απ τσσερα χρνια βρσκονται η Αρετ στη φυλακ κι ο Ρκριτος στα ξνα, ταν το βασλειο των Αθηνν δχεται επθεση απ τον Βλαντστρατο, το βασιλι των Βλχων. Ακογοντας ο Ρωτκριτος πως ο πατρας της Αρετοσας βρσκε­ται σε κνδυνο, τρχει να τον βοηθσει -χι σαν Ερωτκριτος φυσικ. Πρτα πηγανει σε μια μγισσα η οποα του δνει να υγρ, με το οποο αλεφει το πρσωπ του και γνεται μελαχρινς σαν Σαρακηνς. Αφνει και τα μαλλι του να μεγαλσουν τσο, στε γνεται ολτελα αγνριστος. ρχεται πειτα στο πεδο της μχης, και κθε που σμγανε οι δο στρατο τρεχε και βοηθοσε τους Αθηναους. ταν σκλαζε η μχη, αποσυρτανε σ' να συχο μρος για να ξεκουραστε, αρκετ κοντ μως στε να ακοει τις τρομπτες κθε φορ που ταν να ξαναρχσει η μχη. Επειδ δσαμε αρκετ δεγματα της λυρικς ποησης του ποιητ, ας δσουμε και να δεγμα της επικς, αφηγηματικς του ικαντη­τας.

Σαν κνει ο λκος εις τ' αρνι, ντε πειν κι αρσσει,

και πνγει τα που κι αν τα βρει και φτνει τα που πσι,

τσι κανε ο Ρωτκριτος ξετρχοντας το νκος,

οι Βλχοι τρμουν σαν τ' αρνι κι εκενος εν' ο λκος·

ζερβ δεξ τους πολεμ κι αλπητα σκοτνει,

και σα θερι τς απογλακ, σα δρκος τσι ζυγνει·

κοβγε μσες και μερι, κορμι απ πνω ως κτω,

κλαιγε κενος ο λας κι τρεμε το φουστο·

πφτει εκ τη χρα το σπαθ, χνουν το χαλινρι,

το θλαν δει απ μακρ τοτο το παλικρι,

αποκρυγαναν οι καρδις, την αντρειν εχνα,

εφεγαν κι εγλακοσανε, τα μονοπτια πινα.

Παρνει ψυχ και δναμη τς Αθνας το φουστο,

που το 'βρεν ολοσκρπιστο κι' εγλκα απνω κτω.

Το πρσωπο γυρσανε, που δεχνασι τη ρχη,

κι σο ματνουν τα σπαθι, τσο πληθανει η μχη.

Τις πφτει και ψυχομαχε, τις πφτει αποθαμνος,

και τις ελγα, τις πολλ βρσκεται λαβωμνος.

Μεγλος καλορζικος εκρζουντονε ττες

εκενος οπο πθαινε με τσι πληγς τσι πρτες,

κι ως εχε πσει απ' το φαρ, τη ζση να τελεισει,

κι ουδ’ λλο πνο ο πλεμος κι η μχη να του δοη·

μα οι λλοι που γκρεμζουνταν κι εχαν πνο κι εζοσα,

οι καβαλροι κι' οι πεζο τους εγλοτσοπατοσα,

κι απνω 'ς τσι λαβωματις τα πταλα βουλοσα,

και την πληγ ξεσκζασι και πνους εγροικοσα,

και με τσινις, λαβωματις, κριτρια που τως δδα,

πολλ σχημα τελεινασι δχως ζως ολπδα.

Κετεται τ' λογο, ψοφ στ' αφντη του το πλι,

στρφεται ο φλος και θωρε το φλο πως εσφη·

σντροφος με το σντροφο να ξεψυχον ομδι,

το αμα εν' η κλνη ντως κι η γης προσκεφαλδι.

Κετεται απνω στο νεκρ ο ζωντανς, κι ακμη

δεν ρθαν του ξεψυχισμο οι δρωτες κι οι τρμοι.

πεφτεν τσι, οπο 'χανεν ωσν κι οπο κερδανει,

κι ντεν ο γεις ψυχομαχε, ο λλος αποβανει.

Βαβορα κακοριζικις, λγια θανατωμνα

εσυντυχαναν τα κορμι τα κακαπυδομνα.

Λυπητερ και θλιβερ τον πνον τως ελγα,

θνατο γληγορτερο και πλια εκολο γυρεγα.

Πολλο απες σκοτσασι μ' αντρεα τον οχθρν τως,

ττες κι αυτο κρυγιο νεκρο πφταν εκ τ' λογν τως.

Οι καβαλροι παν πεζο, τ' λογα σκοτωμνα,

κι λλα γλακοσι μοναχ στον κμπο σκορπισμνα.

Τα αματα κινοσανε χειμωνικ ποτμι,

τω σκοτωμνω τα κορμι που κετονταν αντμι

τρφους εκναν και βουνι, κι ο Ρκριτος στη μση

αλπητα τσι πολεμ και πσκει να κερδση·

κι που κι αν επορπτηξεν εκενην την ημρα,

τονε Χρος το σπαθ και θνατος η χρα.

Η γης, οπο τον πρσινη με χρτα στολισμνη,

εγνηκ' ολοκκκινη, τα αματα βαμμνη.

Ο πλεμος επλθαινε με ταραχ μεγλη

κι ρες ενκα η μια μερι κι ρες ενκα η λλη.

Σαν του γιαλο τα κματα 'ς καιρο ανακατωμνου,

που οι ανμοι τα φυσο και προς τη γης τα πηανου,

κι ρες αφρζουν και σκορπον ξω στο περιγιλι,

κι ρες στο βθος του γιαλο ξαναγιαγρνουν πλι

τσι και τα φουστ' αυτ τ' γρια, τα θυμωμνα,

ρες οπσω εσρνουνταν κι ρες ομπρς επηανα.

    Με την επμβαση του Ερωτκριτου ο αγνας που αρχικ βραι­νε προς τη μερι των Βλχοι αρχζει και γνεται αμφρροπος. Σκοτνονται χιλιδες χωρς η πλστιγγα της νκης να βαρνει προς τη μερι κανενς. Ττε ο Βλαντστρατος προτενει να σταματσει το σκοπο αυτ μακλεμα και να μονομαχσουν νας απ κθε στρατπεδο κι ποιος νικσει, εκενου το στρατπεδο να θεωρηθε νικητς. Ο βασιλις διστζει. Ο Πολδωρος εναι βαρι τραυμα­τισμνος και τον Ερωτκριτο δεν θλει να τον υποχρεσει, γιατ δη του χρωστ τη ζω του κι εναι υπερβολικ να του ζητσει να εκτεθε σε να ττοιο κνδυνο. ταν μως τον βρσκει ο Ρωτκριτος και τον πιζει να δεχθε την πρταση, αναγκζεται να υποχωρ­σει. Συναντιονται οι δο αντπαλοι κι αρχζει η μονομαχα. Ο αγνας εναι σκληρς κι αμφρροπος, γιατ ο Ερωτκριτος χει αντπαλο τον 'Αριστο, τον ανεψι του Βλαντστρατου, που λθε εξεπτηδες απ τη Φραγκι για να βοηθσει τον θεο του. Τελικ ο Ρωτκριτος νικει σκοτνοντας τον αντπαλ του, πφτοντας μως κι ο διος βαρι τραυματισμνος.

    Ο βασιλις τον χει πια σαν παιδ του και του προσφρει το βασλειο του. Εκενος μως δεν ζητ τποτα, παρ μνο την Αρετοσα, πρμα που ρχνει σε σκψεις το βασιλι, γιατ ξρει την πεισματικ ρνηση της κρης του να παντρευτε. Κοιτζει μπας και τον κνει να αλλξει γνμη, μα τποτα. Ο Ερωτκριτος πηγανει στη φυλακ και ξαναβλπει, γεμτος συγκνηση, την Αρετοσα. Δεν της μαρτυρει μως ποιος εναι, αλλ της παρουσιζεται σαν ο σωτρας της χρας που θλει να την παντρευτε. Η Αρετοσα τον αποκροει σταθερ.

ΑΡΕΤΟΥΣΑ

Σκλασε, αφντη, τα μιλες, πψε τ' αναθιβνεις,

γιατ εκαιρα κουρζεσαι, μνο τον κπο χνεις,

λιος πλια γληγορτερα με δχως λψης χρη,

και δοη δχως τα κλαδι, κμπος δχως χορτρι,

θλασσα δχως τα νερ, γιαλς με δχως μμο,

παρ να πω ποτ το ναι, και παντρει να κμω.

Πγαινε, μην πειρζεσαι, και πε το του κυρο μου,

πως κενα που του μνυσα, πντα 'χω μες στο νου μου,

κι ανν κι εις τοιο πλεμο θελε να σε βλη,

ας κμη πλοσια αντμεψη και πλερωμ μεγλη,

κι εμνα 'πα, που βρσκομαι, μην πμπη να πειρζη,

για γμους και για παντρεις μπλιο μη με δικιμζη,

κι εγ θαντους εκατ πλια 'φκολα θλω πρει

παρ να βλω απνω μου ποτ μου αντρς γομρι.

Η παντρει μου 'ν' η φλακ χειμναν καλοκαρι,

η σκοτεινγρα 'ν' ντρας μου, το βρμον χω ταρι,

το παραθρι τση φλακς χρα μου κι αφεντι μου,

τα βορκα για παρηγορι, τς αρχνες συντροφι μου,

τη ζση μου χαιρμενη ττοιας λογς τελεινω,

κι εις , τι κι α μ' ευρκασι, γελ και ξεφαντνω

και χλιοι χρνοι αν διαβο, και χλιοι ανν περσου,

πντα 'ναι σ' να οι λογισμο, δε στρφου μηδ' αλλσσου.

    Ο Ερωτκριτος νιθει συγκινημνος απ την τση της αφοσωση. μως θλει να τη δοκιμσει ακμη μια φορ. Φεγοντας λοιπν δνει στη ννα της το δαχτυλδι που του εχε δσει την τελευταα βραδι που συναντθηκαν κτω απ το παραθυρκι, πριν το μισεμ του, δαχτυλδι αρραβνων και σμβολο αινιας αγπης, για να της το δσει. Η Αρετοσα βλπει το δαχτυλδι, και βζοντας χλια κακ με το νου της στλνει ξετρελαμνη την ννα να της φρει τον ξνο πσω για να τον ρωτσει πο το βρκε. λη τη νχτα την περν γρυπνη, περιμνοντας πτε να ξημερσει και να ξανρθει ο ξνος. Αυτ η δετερη δοκιμασα, μετ τα σα χει τραβηγμνα η Αρετοσα, φανεται υπερβολικ στα μτια του κθε αναγνστη, γι αυτ κι ο ποιητς νιθει υποχρεομενος να δικαιο­λογσει τον Ερωτκριτο, πργμα που κνει με πολ ξυπνο τρπο. Πρτα του απευθνεται επιτιμητικ λγοντς του:

'Αδικον εν', Ρωτκριτε, ετοτα να τα κνης·

βλπε μ' αυτνα τσ' δικα να μην την αποθνης·

θωρες τηνε πως βρσκεται κι ακμη δεν πιστεγεις;

ντα λλα μεγαλτερα σημδια τση γυρεγεις;

για να σχολισει λγο πιο κτω:

Καλ το λεν οι φρνιμοι, η αγπη φβο φρνει,

κι εις να πρμα, π' αγαπ, χλιες φορς γιαγρνει.

Χλια σημδια να θωρ θρωπος, να κατχη

δολα πως τον αγαπ, αναπαημ δεν χει,

μα λει και ξαναρωτ και ξαναδικιμζει

την αγαπ αν τον αγαπ και πντα του λογιζει.

Οληνυκτς 'ς τς αγκλες τση να μνη μετ κενη,

το σηκωθ, το βσανο του πθου τνε κρνει,

και φανετα του χνει τη, και πως τον απαρνται,

κι ολημερνς κι οληνυκτς τρομσσει και φοβται,

και πντα ξμπλιν εγνοιαν στην αγαπ γυρεγει,

και τοτη η γνοια η πελελ συχνι τνε παιδεγει.

    Την λλη μρα το πρω που πει ο Ρωτκριτος και βρσκει την Αρετοσα στο κελ της, της λγει μια φανταστικ ιστορα τι τχα αυτ το δαχτυλδι του το 'δωσε νας νος ετοιμοθνατος πριν ξεψυχσει. Αυτ η σαδιστικ θα λγαμε στση απ τη μερι του Ερωτκριτου δνει ευκαιρα στον ποιητ να βλει στα χελη της Αρετοσας ναν απ τους πιο υπροχους μονλογους, τον «θρνο της Αρετοσας». Μσα σ' να ελεγειακ ξεχελισμα, ακομε ανμε­σα στ' λλα και αυτ που με επιγραμματικ τρπο διατπωσε τρεις αινες αργτερα νας λλος μεγλος Κρητικς, ο Νκος Καζαντζ­κης: "Δεν ελπζω τποτα, δεν φοβομαι τποτα, εμαι ελεθερος".

Θυμντας σου, Ρωτκριτε, πως μου 'σου νοικοκρης,

εγνουσου και μνα μου, εγνουσου και κρης.

Με το παλτσι ντθηκα και στ' χερα κοιμομαι,

και τη φτωχει δεν τη ψηφ, τα πθη δεν βαριομαι.

Για σνα αφκα τς αφεντις, κι εμσησα τα πλοτη,

για σνα με σφαλσασιν εις τη φλακν ετοτη·

για σνα ενεστναζα, για σνα εχα πνους,

για σνα βασανζομαι σμερα πντε χρνους.

Τσι πρκες δεν εγρευγα, τσι πνους δεν εγροκου,

με τη δικ σου θμηση το ριζικν ενκου.

Μορα μου, κι ντα λεπεσαι να κμης μπλιο σ' εμνα;

τη σμερο μ' ενκησες, κι χι στα περασμνα.

Εγ δε σε φοβομαι μπλιο, ουδ' ο νους μου σε λογιζει,

γιατ η ολπδα που βρεθ, το φβο συντροφιζει

μα δα που κενη μσεψε κι' εκ την καρδι μου χθη,

εγ δεν τα φοβομαι μπλιο του ριζικο τα πθη.

Σμερο απμεινα φοβη, δεν χω μπλιο ντα ολπζει,

το ριζικ δεν το ψηφ, η μορα δε μ' ορζει.

Μορα, δε σε φοβομαι μπλιο, κι ,τι κι α θλης, κμε

κι α με γυρεγης να με βρης, κτεχε πως επ 'μαι.

    Ο Ερωτκριτος δεν λει να της αποκαλυφθε, παρ αφο η καημνη η Αρετοσα σταματσει το θρνο της πφτοντας κτω λιπθυμη. Και ταν συνρχεται, αυτς της κνει πλι την πλκα του. Λει:

Αρετ, τα μου 'τασες εξελησμονηθκα,

γιατ ρθα απ την ξενιτι επρες τσην πρκα;

Αλμονο ποιος γελαστε να ’χει ς γυνακα ολπδα,

και που 'ν' τα σα μου 'ταξες στη σιδερ θυρδα!

     Καθλου στοχα απ τη μερι του ποιητ, γιατ τσι κορυφνε­ται η κπληξη της Αρετοσας κι η δραματικτητα της στιγμς παρνει και μια γελαστικ χροι, καθς φανταζμαστε την Αρετ με γουρλωμνα μτια να ρωτει κπληκτη «ντα ' ναι που της λει».

Εκενος μπλιο λλο δε μιλε, μα πλθηκεν εμπρς της

και τση φανστη αλλς λογς, εγνηκε το φως της.

Γνωρζει τον η Αρετ, καλ τνε θυμται

μα δεν κατχει ξυπνητ αν εναι γη αν κοιμται

ξαναλιγνεται η φτωχ εκ την χαρν την τση

κι κλινε μια και δυο φορς χμαι τση γης να δσει.

Εξελιγθη, στρφεται, με σπλχνος τον εθρει,

και να μιλσει εκ την χαρν ακμη δεν εμπρει.

Σαν επαρασυνφερε: Εσ 'σαι πορι, λγει

απαρθιν πως σε θωρ, γη νειρο με παιδεγει

γη κομπωμνος λογισμς σμερο με πειρζει,

γη φντασμα πατσσει με, και δεχνει πως σου μοιζει;

Τα μτια τζη απ τη χαρ ποτμια κατβαζα,

και με τα δκρυα που 'βγανε την πρτη, δεν μοιαζα.

Εκενα βρζα σα θερμ πρικι, φαρμακεμνα

κι ετοτα τρχα δροσερ γλυκι και ζαχαρνια.

    Η Αρετ μην στους δικος της, προς μεγλη τους κπληξη, τι δχεται να παντρευτε, για να μεγαλσει η κπληξ τους ακμη περισστερο ταν αποκαλυφθε πως ο γνωστος ξνος που γλτωσε τη χρα και τη ζω του βασιλι δεν εναι λλος απ τον Ερωτκριτο. Ο γμος τους γνεται με κθε μεγαλοπρπεια κι ο ποιητς δεν παραλεπει στο τλος να καθησυχσει τον αναγνστη λγοντς του τι λη την υπλοιπη ζω τους την πρασαν ευτυχισμνοι, με πολλ παιδγγονα.

     Ο «Ερωτκριτος» εναι ργο μακρς πνος. Εναι φανερ πως ο συγγραφας κπιασε πολ για να το δσει -τσο πολ μλιστα, που τελεινοντας νιθει την ανγκη να εκφρσει την ανακοφισ του.

Εσμωσε το ξλο μου, το ρξιμο γυρεγει,

ρθε σ' ανβαθα νερ, και μπλιο δεν κιντυνεγει,

Θωρ τον ουραν γελ, τη γης και καμαρνει,

και σε λειμινα ανπαψης ραξε το τιμνι.

Σ' βθη πελγου αρμνιζα, μα δα 'ρθα στο λειμινα,

μπλιο δεν φοβομαι ταραχς, μνιτες και χειμνα.

    ταν πρωτοδιβασα τον «Ερωτκριτο» στο στρατ, νιωσα κπληξη. σο κι αν ξερα τι το ργο αυτ ταν αριστοργημα, δεν πστευα ποτ τι μποροσε να κρβει μσα του τση ομορφι. Ας προυμε πρτα η γλσσα του. Ο Σεφρης λει γι' αυτν τι εναι η «τελειτερη οργανωμνη γλσσα που κουσε ο μεσαιωνικς κι ο νετερος ελληνισμς». μως για μας τους Κρητικος η γλσσα του «Ερωτκριτου» χει μια πρσθετη χρη. Εναι η μητρικ μας γλσσα, η γλσσα την οποα πρωτακοσαμε και πρωτομιλσαμε. Οι λξεις και οι εκφραστικο τρποι που συνα­ντομε στο ργο, εναι φορτισμνοι με λη την νταση των παιδικν μας συγκινσεων και εμπειριν. Μπορε να μας χωρζουν πνω απ τρακσια χρνια απ ττε που γρφηκε ο «Ερωτκριτος», μως, πως λει ο Σ. Αλεξου «Η γλσσα του Ερωτκριτου χει ελχι­στες μνο διαφορς απ τη γλσσα που μιλιται σμερα στην Κρτη». Πιστεει δε τι η σταθεροποηση του Κρητικο ιδιματος κι η καθυστρηση της γλωσσικς εξλιξης οφελεται ακριβς στον «Ερωτκριτο» και στην τερστια απχηση που εχε.

Η «κλασσικ ιδιοσυγκρασα» (Βττι) του Κορνρου κνουν το στχο του λιτ κι απριττο. Διαβζοντας τους στχους του χει κανες την ασθηση της τελειτητας. Νιθεις πως ττοιοι στχοι δεν θα μποροσαν να διατυπωθον αλλις, τι η κθε λξη εναι αναντικατστατη, καλ σοφιλιασμνη με τις προηγομενες και τις επμενς της. Ακμη και ο κποιος πλατειασμς που χαρακτηρζει τη γενικ συγκρτηση δεν μας ξενζει, λει ο Δημαρς, γιατ βρσκεται εντελς μσα στην παρδοση του Ελληνικο παραμυ­θιο, ο δε Σεφρης θεωρε τον πλατειασμ αυτ σαν να εδος «μπιζαρσματος», μια επανληψη δηλαδ κατ' απατηση του κοι­νο, που περνοσε τις κρες χειμωνιτικες νχτες ακογοντας διαβζοντας τον «Ερωτκριτο» κοντ στο τζκι, χωρς να ενδιαφ­ρεται για την κβαση της υπθεσης παρ μνο για τη μαγεα του στχου.

     Ο «Ερωτκριτος» εναι κατ βση ερωτικ ποημα. Ακμη και τα επικ μρη, που με τις υπερβολς τους κινονται περισστερο στο χρο του παραμυθιο και των ακριτικν επν, χουν ντονη την ασθηση του ερωτισμο. Τα ρηγπουλα και τα αρχοντπουλα που βλπουμε στη γκιστρα, παλεουν λα τους για κποια γυναικεα καρδι. Και ο Ρωτκριτος μνο για την καρδι της Αρετοσας παλεει. ταν ρχονται οι Βλχοι να χτυπσουν την Αθνα, αυτς την Αρετοσα σκφτεται, χι την πατρδα του τους γονες του. Η Αρετοσα, στην γκιστρα, τρμει η καρδι της για τον Ερωτκριτο, και προκειμνου να ριψοκινδυνεσει ο ρως της, θα θελε πολ να ταν ο χαμνος της κλρωσης, στη θση του Κρητικο. Ο ερωτικς νεμος που πνει στο ργο εναι ολοφνερα πολ πιο δυνατς απ τον ηρωικ.

     Στο στχο του «Ερωτκριτου», λει ο Σεφρης, υπρχει νας κρυφς αισθησιασμς, να ασθημα αφς, χι εντοπισμνο σε ειδικος στχους, αλλ διχυτο. Κι ο αισθησιασμς αυτς γνεται ακμη πιο ντονος, καθς δνεται αντιστικτικ με να κλμα σεξουαλικς στρησης που κυριαρχε στην πλοκ του ργου. Οι ρωες χουν να αντιμετωπσουν τις εξωτερικς πισεις, που δεν αφνουν να ευωδοθε ο ρωτς τους, καθς και τις εσωτερικς τους αναστολς, κυρως της Αρετοσας.

     μως η κλασσικ ιδιοσυγκρασα του Κορνρου αμβλνει τις εντσεις που προκπτουν απ' αυτς τις αντιθσεις. Κι οι αναστο­λς της Αρετοσας δεν εναι ολτελα αναστολς με τη φροδικ ννοια, αλλ αποτελον στοιχεα του ιδανικο εκενου κσμου που θλει να περιγρψει ο ποιητς· εκφρζουν μλλον τις ηθικς αρετς της ηρωδας, παρ υπερεγωτικς περιττς απωθσεις. τσι η Αρετοσα, ακμα κι ταν αρνεται να δσει το χρι της στον Ερωτκριτο, ταν συναντινται σ' εκενο το σιδερφρακτο παρα­θυρκι της αποθκης, ακμα κι ταν αποπαρνει τη ννα της που τη φοβται τι θα ανοξει μυστικ νοιγμα, βγζοντας τις πτρες, για να μπσει μσα τον Ερωτκριτο, δεν μας φανεται σεμντυφη και πουριταν. Απεναντας μλιστα, μας φανεται τολμηρ. Αυτ δεν εναι εξλλου που αναλαμβνει την πρωτοβουλα για την προθηση της σχσης τους; Αυτ δεν εναι που χει την πρωτοβου­λα των συναντσεων τους, αυτ δεν εναι που πιζει τον Ερωτκρι­το να βλει τον πατρα του να τη γυρψει; Ποτ μως δεν χνει την ηθικ της αξιοπρπεια, και αυτ εναι που την κνει να μιλει φοβα για την αγπη και τον «πθο» που την κρνει, λξη που σγουρα εχε αρκετ απ την αισθησιακ σημασα που χει και σμερα.

     μως παρ τον αισθησιασμ αυτ, τον τσο ντονο, αν και τσο διχυτο, την κυριαρχικ θση στο ργο την χει ο ρωτας, νας ρωτας που δεν εναι τσο φροδικ εξυψωμνη σε αγπη λμπι­ντο, που βλλεται απ να σωρ εξωτερικς απαγορεσεις και εσωτερικς αναστολς, σο ο εξατομικευμνος δεσμς δο ατμων αντθετου φλου, με την ννοια που μιλνε γι' αυτν οι ηθολγοι, δεσμς δηλαδ θετικς και αναγκαος· χι υποπρον παρα­προν μιας ιστορας σεξουαλικς καταπεσης, αλλ αναγκαο στδιο στη φυλογενετικ μας εξλιξη. Οι ρωες οτε στιγμ δεν κατηγορον την κοινωνα για τις συμβσεις της. Την αποδχονται, (σελ. 86) νιθουν ενταγμνοι μσα σ' αυτν. Στην αρχ μλιστα προσπα­θον να υποταχθον στους καννες της καταστλλοντας το ασθη­μα τους. Και ταν αυτ φουντνει, αντ να κατηγορσουν (η Αρετοσα κατηγορε τον πατρα της για σκληρτητα κι χι γιατ δεν συγκατατθεται στο ασθημ της), προσπαθον να ξεπερσουν τα εμπδια. Εναι σαν να λνε -χετε δκιο, μα εμες αγαπιμαστε.

     Το ργο αποπνει επσης μια γυναικεα ευαισθησα. Πρωταγωνι­στς, λει ο Σεφρης, εναι η Αρετοσα κι χι ο Ερωτκριτος. Τα δικ της ερωτικ αναστενγματα εναι πιο πειστικ. Οι κθε εδους ευαισθησες, και περισστερο οι ερωτικς, εναι προνμιο ( κατρα) των γυναικν. Αυτς υποφρουν περισστερο ταν υπο­φρουν, και χαρονται περισστερο ταν χαρονται - τουλχιστον τσι δεχνουν. Γι' αυτ και ο ποιητς εκφρζει πιο αβαστα τα ερωτικ συναισθματα μσα απ το στμα της Αρετοσας.

   Μια γυναικεα ασθηση δνουν στο ργο και τα τσα ψματα που βλπουμε να λγονται. Ας αναφρουμε μερικ: Το ψμα του Πολ­δωρου στον φλο του, σχετικ με την αντδραση της Αρετοσας. Το ψμα του Ερωτκριτου τι εναι ρρωστος. Το ψμα του Ερωτκριτου στην Αρετοσα, για το πως βρκε το δαχτυλδι, τα ψματα της Αρετοσας, για ποιο λγο δεν θλει να παντρευτε. πειτα εναι η δια η ψετικη αμφεση του Ερωτκριτου, που τον κνει να λει φανταστικς ιστορες για το ποιος εναι στον βασιλι και στην Αρετοσα. σο κι αν δικαιολογονται τα ψματα αυτ απ την οικονομα του ργου, χει κανες την εντπωση τι εναι πολλ.

     Στο ργο επσης νδρες και γυνακες χνουν να σωρ δκρυα. Ακμη, τους βλπουμε να φιλνε πολ, κποιες φορς μλιστα πρα πολ, πως ο Πολδωρος, που πηγανοντας στο παλτι να δει πως εναι ο τραυματισμνος σωτρας του.

Κι εφανουντν του ο Ρκριτος τον ντε του μλειε,
και σπλαχνικ συχνι συχνι στο στμα τον εφλειε·

     Μπορε στ' αυτι μας σμερα οι στχοι αυτο να χουν μια ομοφυλοφιλικ απχρωση, μως στην πραγματικτητα εναι κ­φραση της γυναικεας εκλεπτυσμνης εκενης ατμσφαιρας που αποπνει το ργο. Και μια και το 'φρε η κουβντα, θα πρπει να τονσουμε τι να τσο παλι ργο, που γρφηκε γι' λλους ανθρπους και κτω απ διαφορετικς κοινωνικς συνθκες, σγουρα ηχε διαφορετικ στα σημεριν αυτι. Γι' αυτ κθε φορ που διαβζουμε ττοια ργα θα πρπει να κνουμε να ιστορικ λμα (λμα αναχρονισμο το λει ο Γκοργκ Λοκατς), να ταυτιζμαστε με τον αναγνστη εκενης της εποχς, στην ευαισθησα του οποου κι χι στη δικ μας απευθυνταν ο συγγραφας. Κτι ττοιο εναι ββαια δσκολο, χρειζονται ιστορικς και λλες γνσεις, σως και κποια ικαντητα, μως ολτελα αναγκαο. Ας θυμηθομε τι οι ανεπρκειες σ' αυτ τον τομα απ τη μερι ορισμνων φιλολγων οδγησαν σε ουσιαστικς παρεξηγσεις σχετικ με το ργο. Επειδ στη σημεριν Κρτη η γλσσα του «Ερωτκριτου» μιλιται μνο στα χωρι απ τους απλος χωριτες, πστεψαν ορισμνοι τι το ργο εναι δημιοργημα λακο και ακαλλιργητου ποιητ. Το τι ο ποιητς ταν καλλιεργημνος, που κινεται μλιστα μσα σε να λογοτεχνικ κκλο με τις αναπφευκτες αντιζηλες που υπρχουν πντα μσα σε ττοια πλασια, το δεχνουν και οι παρακτω στχοι.

Θωρ πολλο χαρκασι κι εκουρφοκαμαρσα,
κι σοι κλουθοσα απ μακρ, εδ κοντ σιμσα.

Η γης εβγνει τη βο, ο αρας και μουγκρζει,

και μια βροντ στον ουραν τς οχθρος μου φοβερζει,

εκενους τους κακγλωσσους, που ψγουν τι δοσι,

κι απ κει δεν κατχουσι την 'Αλφα σκις να ποσι.

     Γεγονς εναι πως η γλσσα του «Ερωτκριτου» πρπει να μιλι­ταν τσο στα αστικ κντρα σο και στην παιθρο, και οι τυχν διαφοροποισεις θα πρπει να σαν ελχιστες. Δεν χουμε καμι μαρτυρα που να μας επιτρπει την υπθεση μιας «διγλωσσας». Αντθετα μλιστα, το μικρ μγεθος των μεγαλουπλεων της Κρ­της (Χανι, Ρθυμνο, Ηρκλειο και Σητεα εχαν μλις 30.000 κατοκους), η ανυπαρξα ενς εθνικο αστικο κντρου εκτς Κρτης (πως εναι η Αθνα σμερα) που να επιβλει τη δικ του γλσσα στα Κρητικ αστικ κντρα, μας κνει να υποθσουμε τι στην Κρτη μιλιταν μια ενιαα γλσσα. Η μνη παραβαση που κανε στη γλσσα αυτ ο συγγραφας, εναι τι την καθρισε απ τις ξενικς λξεις. Απ τις τσες ξνες λξεις που σγουρα μιλινταν απ τον κσμο της εποχς του, πως δεχνουν οι κωμωδες, δεν χρησιμοποιε παρ ελχιστες -καμι δεκαρι αραβικς και καμι σαρανταρι ιταλικς. Το διο απφυγε και τους αρχασμος, που βρθουν σε λιγτερο ικανος ποιητς πενντα μλις χρνια πιο πριν.

     Ο Κορνρος, αλλ και λοι οι αναγεννησιακο Κρτες ποιητς, αποβλπουν στην καθαρτητα της γλσσας, προκειμνου να πετχουν πγιους εκφραστικος τρπους. Ο Σ. Αλεξου γρφει σχετικ: «Αντελφθησαν δηλαδ οι νδρες αυτο τι η γλσσα πως ομιλετο απ τους αγρμματους Κρητικος της εποχς, το πολ περισστερο συνεπς και πγια απ τη γλσσα των ημιμαθν δημοτικν* συγγραφων. Πιθαντατα εχαν μπροστ τους και γνσια δημοτικ ποηση γραφη και κυρως μαντινδες».

* Εννοε τους ποιητς που γρφουν χι στο Κρητικ ιδωμα, αλλ σε μια πανελ­λνια δημοτικ.

     Σημεινουμε ακμη τι κποιες απ τις λξεις που υπρχουν στον «Ερωτκριτο» χρησιμοποιονται σμερα με μια ειρωνικ απχρωση, που κνει πολλς φορς την ειρωνικ διθεση του ποιητ να φανεται μεγαλτερη απ τι εναι. Διαβζουμε για παρδειγμα τι ο βασιλις κβει τις πλεξοδες της κρης του και την αφνει «κουτρολα». Μικρς, θυμμαι, χρησιμοποιοσαμε αυτ τη λξη με τη σημασα της «μπμπας». Συμμαθητς μας που εχαν κουρευτε απ τον πτο τους κοροδεαμε λγοντας τους «κουτρολη μπαμπ, βγλε μαλλι, να μη σε περγελονε τ' αρνι».  

     Βλπουμε ακμη τον βασιλι και τη βασλισσα να κλανε και να μην «αρνεουν» απ τη χαρ τους που η κρη τους αποφσισε επιτλους να παντρευτε. Και το αρνεω θυμμαι τι το χρησιμο­ποιοσαμε ειρωνικ. ταν κλαιγε κανες πολ ρα για παραμι­κρ αιτα, του λγαμε «ακμη δεν ρνεψες;» (ειρνεψες).

     Πολλς λξεις επσης που σχετζονται με σεξουαλικ ργανα λειτουργες χουν πρει σμερα μια λγο πολ χυδαα απχρωση, την οποα δεν εχαν ττε, πως οι λξεις «βυζ», «γαστρωμνη», «σπρνω». μως αυτ η εξλιξη εναι πιο γενικ, δεν χαρακτηρζει μνο την Κρητικ διλεκτο. Σμερα οι λξεις «γαμ» και «μαλα­κα», που συναντμε στο ευαγγλιο και στον Θουκιδδη, χουν λλη ννοια.

     Οι επιγραμματικς φρσεις, τα γνωμικ, οι μεταφορς και οι παρομοισεις παρμνες απ τη ζω της υπαθρου και της θλασ­σας, βρθουν και εδ πως και στα δραματικ ργα, για τα οποα μιλσαμε προηγομενα. Κποιες μλιστα εναι κοινς. Τους στ­χους:

με τον καιρ οι συννεφις παουσι κι οι αντρες

κι ευκς μεγλες γνονται με τον καιρ οι κατρες

τους συναντσαμε και στην «Ερωφλη». Τον ευχετικ τπο «την ευκ τ'ς ευκς μου» καθς και το στχο

πτε θα α' ανιμνουμε, ποιο μνα, ποιαν ημρα

τους βρκαμε και στη «Θυσα». Εκε επσης βρκαμε και τους στχους:

Κι ας ταξα η μοιρη πως δεν σ' εχα ποτ μου

μα να κερκι αυτομενο εκρτου κι σβυσ μου.

Πολλο αποφθεγματικο στχοι κυκλοφορον ακμη πλατι στο στμα των Κρητικν, πως:

Πολλ μεγλο χρισμα στον νθρωπο η γνση


και:


ποιος τα στερα μετρ, πριν να τωσε σιμσει,

εκενος δεν μπορε ποτ, να στερομετανισει.

     Το ργο εναι επσης γεμτο απ μορφες εικνες και μεταφορς πως:

Στα ρδα, στα τριαντφυλλα, τα δκρυα πορπατοσα

στα στθη κατεβανουσι, στα μρμαρα κτυποσα.

     Θα ταν σχολαστικισμς μως να κνουμε εδ παραθσεις ττοιων στχων, γι' αυτ κρνουμε καλτερο να συμβουλεσουμε τον αναγνστη να τους βρει και να τους απολασει στο διο το ργο.

                                  ...συνεχζεται... εδ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers