-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

- 

: :

      Το Χωρι Μου: Απ Την Αυτοκατανλωση Στην Αγορ

Εκδσεις ΘΥΜΑΡΙ 1995

    (Αν σας αρσει, κντε το δρο σ' να φλο σας. Ελπζω χι σε δισκτα αλλ σε βιβλο.)
 

Αφιρωση

   Στον Σωτρη Δημητρου και στα μλη της Ομδας Κοινωνικς Ανθρωπολογας του Κντρου ρευνας και Τεκμηρωσης

Ευχαριστες

   Ευχαριστες οφελω σ' λους εκενους που με τον να τον λλο τρπο βοθησαν να βγει αυτ το βιβλο. Ιδιατερα ευχαριστ τον Μανλη Φραγκολη, που εχε την καλοσνη να διαβσει το χειργραφο και να κνει πολτιμες υποδεξεις και συμπληρσεις και τον Γεργιο Τωμαδκη, που κατστησε δυνατ την κδοση του χρηματοδοτντας την. Τλος ευχαριστ τους μαθητς μου, που χρη στις καταλψεις που πραγματοποησαν το χειμνα του 90-91, μου αποδσμευσαν το χρνο για τη συγγραφ του.
----------------------------------------------------------------------------------------

                                       ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρλογος

Εισαγωγ

1 Το Χωρι μου και τα Σπτια του

2 Σπιτικς Δραστηριτητες

2.α. Μαγερεμα

2.β. Θρμανση

2.γ. Ηλεκτρισμς

2.δ. δρευση

2.ε. Σωματικς Ανγκες

3 Αγροτικς Δραστηριτητες

3.α. Λιομζωμα

3.β. Αμπελουργα

3.γ. Αμγδαλα

3.δ. Χαροπια

3.ε. Σπορ

3.στ. Ραντολι

3.ζ. Κηπευτικ και Οπωρικ

3.η. Παραγωγικς Δραστηριτητες στο Σπτι

3.θ. Διατροφ

3.ι. 'Αρδευση

3.ια. Πριμα Κηπευτικ

3.ιθ. Επιπτσεις της Μονοκαλλιργειας

3.ιγ. Επιβισεις της Αυτρκειας

3.ιδ. 'Αλλες Επαγγελματικς Δραστηριτητες

4 Η Ζω στο Χωρι

4.α. Συγκοινωνες

4.6. Διασκδαση

4.γ. Η Ζω των Παιδιν

4.δ. νδυση, Υπδηση, Κμμωση

4.ε. Πολιτικ

4.στ. Εκκλησιασμς και Γιορτς

4.ζ. Προλψεις και Δεισιδαιμονες

4.η. Θεραπευτικς Αγωγς

4.θ. Ονματα και Παρατσοκλια

4.ι. Μαθητικς Αναμνσεις

4.ια. Πληθυσμιακ Δεδομνα

4.ιβ. Κληρονομικ

4.ιγ. Γμος, Προκα, Προξενι

4.ιδ. Γλσσα

4.ιε. Κοινωνικς Σχσεις

Αντ Επιλγου
------------------------------------------------------------------------

Πρλογος

     Η ευρτητα κι η διδοση που απκτησε η ανθρωπολογα στην εποχ μας οφελεται σε πολλος λγους: Στην ανπτυξη των διεπιστημονικν κλδων -δεδομνου πως η ανθρωπολογα αποτελε κατ' εξοχ πεδο διασταρωσης και συνεργασας των επιστημν. Στις νες μεθδους και τεχνικς ανλυσης. Στο συσσωρευμνο εμπειρικ υλικ κ.. νας σοβαρς επσης λγος, εναι κι η στροφ που παρατηρεται πρσφατα στο πρβλημα «νθρωπος». Διεξγοντας την ρευνα στα μτρα και στις αξες της ανθρπινης ζως, η ανθρωπολογα ρχισε να εισδει στην περιοχ της κοινωνιολογας η οποα συνεχζει να βλπει τον νθρωπο με την οπτικ των μεγλων αριθμν, απογυμνωμνο απ την πολπλευρη εντητα του και απ τις δημιουργικς του δυναττητες. Επιπλον, η κοινωνιολογα χρησιμοποιεται σε μεγλο βαθμ για την απολογα του κατεστημνου συστματος. Και εναι γι' αυτ το λγο που βλπει τον νθρωπο ως αντικεμενο θεατ και χι ως υποκεμενο της ιστορας. Ας μην ξεχνμε τι η ανθρωπολογα ξεκνησε, στω και με τη λανθα¬σμνη εικνα του «παραδεσιου γριου», ως κριτικ της υπρχουσας κοινωνικς τξης.

     Το βιβλο του Μπμπη Δερμιτζκη αποτελε τη συνντηση της ανθρωπολογας με το σγχρονο προβληματισμ της ελληνικς κοινω¬νας, την τομ δο πεδων που μχρι λγο καιρ πριν ταν χωριστ. Απ' αυτ την ποψη ξεπερν τα ρια μιας απλς εθνογραφικς μελτης. Δεν περιορζει το αντικεμενο του στο μουσεο της φολκλορικς περιγραφς, αλλ το εισγει στη ζωνταν πραγματικτητα του χρνου. Οι νθρωποι δεν εναι ανδρεκελα παθητικο φορες των κοινωνικν δυνμεων αλλ ντα προικισμνα με προθσεις, πθους, ελπδες και προσπθειες. Υποστασιοποιονται σε ενεργ στοιχεα των κοινωνικν δυνμεων. Επιδικοντας την εξυπηρτηση των μεσων συμφερντων τους, εμπλκονται σ' να δκτυο αντενεργειν που, μσα απ τη διαλεκτικ των αντιθσεων τους, διαμορφνει την ιστορα τους.

     Ο συγγραφας εισγει την ανθρωπολογικ προσγγιση με ξονα την οικολογικ ποψη. πως εναι γνωστ, ο οικολογικς παργοντας, που εχε αγνοηθε απ την κοινωνιολογα, διερευνθηκε απ την ανθρω¬πολογα, η οποα διαμρφωσε ιδιατερο κλδο γι' αυτν, την οικολογικ ανθρωπολογα. Αν μως η οικολογικ ποψη διαπνει την πρθεση της μελτης, η διαδικασα της διεξγεται κτω απ το πρσμα του μετασχηματισμο. Το βιβλο παρουσιζει την πορεα ενς χωριο της Κρτης με αυτοβιογραφικ στοιχεα. Μσ' απ' αυτν επικεντρνει στις «μεταβολς και μεταλλξεις», πως μαρτυρ και ο ττλος. Με τον τρπο αυτ γνεται ουσιαστικ μελτη της κοινωνικς αλλαγς. Η σγκριση με την κοινωνικ αλλαγ και με τις αιτες και τις συνπειες της που παρατηρονται σε λλες χρες, προσδιορζει το πλασιο με το οποο αποκτ θεωρητικ βρος η μελτη αυτ.

     Αν στο πρτο στδιο της η ανθρωπολογα ασχολθηκε με τα συμβολικ συστματα, τις τελετς και τη μαγεα, προσπαθντας να ερμηνεσει την εξλιξη τους, και αν στο δετερο στδιο της στρφηκε στην ρευνα των ταξινομικν συστημτων συγγνειας, επιδικοντας να συναγγει τη λειτουργα και τη δομ των αρχακν κοινωνιν, στο σγχρονο, τρτο στδιο της επικεντρνει στο πρβλημα του μετασχημα¬τισμο των οικονομικο-κοινωνικν δομν. Μεταθτει την ρευνα απ τη στατικ αντληψη της ισοχρονας στη δυναμικ αντληψη της δια¬χρονας. Ο μετασχηματισμς δεν εναι οριακ φαινμενο που εμφανζε¬ται μετ απ αινες ως σημεο κρσης της κοινωνικς ισορροπας. Αποτελε συνεχ διαδικασα η οποα, με τους σγχρονους ρυθμος και την πλατι κλμακα των μεταβολν, γνεται αντιληπτ απ τον πιο κοιν παρατηρητ. Μετατρπει τη ζωγραφικ εικνα του κσμου σε φιλμικ εικνα του γγνεσθαι του κσμου. Αν η στατικ και ταξινομι¬κ περιγραφ της κοινωνας μς προσφρει μια χρσιμη γνωριμα μ' αυτν, η ρευνα του μετασχηματισμο της αποτελε ουσιαστικ πρκλη¬ση στον προβληματισμ της γνσης. Μας δνει τις ενδεξεις γι' αυτ που εγκυμονεται να γνει και στις απαιτσεις του οποου εμαστε υποχρεωμνοι να προσαρμοστομε να αντιδρσουμε. Ο μετασχηματι¬σμς εναι κοινωνικ παρν γιατ η επιβωση μας εξαρτται απ την ανασνταξη της πρακτικς μας με βση αυτ.

     Πσω απ τη γλαφυρτητα της επαρχιτικης ζως αναδεται ο βασικς προβληματισμς της κοινωνικς ανθρωπολογας, η πορεα των μεταβολν και των μεταλλξεων. Εδ ακριβς βρσκεται η σημαντικτητα του βιβλου. Ο συγγραφας αναλει τις συνπειες του μετασχηματισμο που χει προκαλσει η επκταση της αγορς στην παιθρο και τις αντιδρσεις των απλν ανθρπων σ' αυτς μσα απ τις καθημερινς οικονομικς και κοινωνικς αντενργειες για την ικανοποηση των με¬σων συμφερντων τους. Αντικρζει τις αντιθσεις οι οποες μορφοποιονται στα μεγλα διλμματα της εποχς μας: κυριαρχα της αγορς αυτοκατανλωση; εκσυγχρονισμς συγκρατημνη αυτρκεια; απομνωση και ανωνυμα κοινωνικτητα; Ο συγγραφας επισημανει την αντιστροφ που προκαλε ο σγχρονος μετασχηματισμς στους κοινωνικος ρους. Π.χ. η ανπτυξη της επικοινωνας μεταξ χωριο και κντρου σε αγαθ, σε ανθρπους και σε ιδες, μετατρπεται σε μεωση της ανθρπινης επικοινωνας. Η απελευθρωση των δυνατοττων του ατμου, που πραγματοποιεται με τη μετβαση απ το χωρι στην πλη, μετατρπεται σε συνεχ περιορισμ και στρηση τους. Εναι φανερ τι μια κοινωνα που αντιστρφει τις προοπτικς της, παργον¬τας τις αντιθσεις τους, χει περσει στο στδιο του ιστορικο κορεσμο της.

     Ανεξρτητα απ το αν η ανθρπινη πρακτικ θα ακολουθσει τις προτσεις του βιβλου κποιες λλες, για να δσει λση, στις αντιφσεις που προκαλονται απ τον κοινωνικ μετασχηματισμ, το σημαντικ εναι τι οι προτσεις αυτς βζουν με σαφνεια και ενργεια το πρβλημα του, που εναι και το κριο πρβλημα της εποχς. Απ την λλη πλευρ, ο Μπμπης Δερμιτζκης μας δεχνει τι η εξταση της ελληνικς πραγματικτητας με τη βοθεια της ανθρωπολογικς προσγγισης γνεται να αποτελεσματικ εργαλεο που διαπερν την καθημεριν πραγματικτητα για να φωτσει τις βαθτερες κοινωνικς διεργασες που συντελονται κτω απ τη φαινομενικτητ της.

                                                          Σωτρης Δημητρου Δεκμβρης 1994
----------------------------------------------------------------------------------------------

Εισαγωγ

     Το να γρψω για το χωρι μου εναι κτι που δεν μου εχε περσει ποτ απ το μυαλ. μως, δουλεοντας σε μια ομδα κοινωνικς ανθρωπολογας, ρχισε σιγ σιγ να ωριμζει η σκψη μσα μου. Και ταν νιωσα τον εαυτ μου τοιμο, ξεκνησα. ξερα τι αυτ που θα γραφα θα ταν κτι εντελς πρωττυπο κι σως γι' αυτ και μνο να ξιζε η προσπθεια. Κι αυτ γιατ πρκειται για μια κοινωνικο-ανθρωπολογικ μελτη αλλιτικη απ τις λλες.

     Οι κοινωνικο ανθρωπολγοι, αφο ξεχθηκαν στις πιο απμακρες γωνις της γης, εκε που ο πολιτισμς δεν εχε βλει ακμη το χρι του, σε χρες του Τρτου Κσμου, της Αφρικς κυρως, αλλ και της Ασας και της Αμερικς, ανπτυξαν ξαφνικ να ενδιαφρον για κοιντητες του ανεπτυγμνου κσμου, που βρσκονταν μως στις παρυφς του. Λιγτερο εξωτικς απ τις πρτες, αντιπροσπευαν χι προηγο¬μενα στδια εξλιξης του πολιτισμο, πως οι νομαδικο λαο και οι τροφοσυλλκτες που μελετοσαν μχρι ττε, αλλ ζωνταν απολιθματα μιας κοινωνας που μεταβλθηκε ραγδαα κτω απ την ορμ της ανπτυξης του μεταπολεμικο καπιταλισμο, και που δη κι αυτς χουν αρχσει να πφτουν μσα στη δνη του. Η Ελλδα, καθς αναπτυσσταν στο περιθριο του καπιταλισμο, εναι απ αυτ την ποψη σχεδν προνομιοχα, και γι' αυτ αρκετ νωρς προσλκυσε το ενδιαφρον των κοινωνικν ανθρωπολγων, πως του Τζζεφ Κμπελ, της Μαρ-Ελζαμπετ 'Αντμαν, του Μικλ Χρτζφελντ κ..

     Οι περιοχς που μελετονται επιλγονται με κποια κριτρια, που παρουσιζουν ορισμνα χαρακτηριστικ. Συνθως πρκειται για μικρς κοιντητες, στε να μπορε να τις γνωρσει πληρστερα ο ερευνητς. Το να παρουσιζουν να βαθμ αντιπροσωπευτικτητας αποτελε για ορισμνους κριτριο επιλογς. Η γνση της γλσσας αποτελε επσης μια προπθεση, πως πρακτικ προπθεση αποτελε και η δυναττητα διαμονς.

     λες αυτς οι προποθσεις πληρονται στην περπτωση μου με το παραπνω.

Το χωρι μου, το Κτω Χωρι, παλι κεφαλοχρι, χοντας τη φμη του πλουσιτερου χωριο της επαρχας Ιερπετρας, αποτελε μια τυπικ περπτωση μη παραλιακο, μεσογειακο χωριο της ελληνικς υπαθρου. Η γνωριμα με τους 700 περπου κατοκους του δεν νομζω τι θα αποτελοσε σοβαρ πρβλημα για ναν κοινωνικ ανθρωπολγο, πολ περισστερο για μνα που γεννθηκα (το 1950) και ζησα εκε μχρι τα 18 μου χρνια, και στη συνχεια, σχεδν απαργκλιτα, περν εκε τις διακοπς μου, Χριστογεννα, Πσχα και καλοκαρι.

     Ακριβς αυτ το γεγονς μου προσφρει κποια πλεονεκτματα που δεν τα χει νας συνηθισμνος κοινωνικς ανθρωπολγος. Καταρχν, στην περπτωση μου δεν υπρχει το πρβλημα της υπερνκησης των αντιστσεων, της επιφλαξης και της καχυποψας, που αντιμετωπζει συνθως ο ερευνητς, μια και εμαι μλος της κοιντητας και χι κποιος που λθε απ' ξω. πειτα, η μακρχρονη επαφ μου με την κοιντητα αποτελε πολ σημαντικ πλεονκτημα. Οι περισστεροι κοινωνικο ανθρωπολγοι που κνουν επιχορηγομενες επιτ¬πιες ρευνες, μπορον να μνουν στον τπο της ρευνας σο τους επιτρπει η επιχοργηση τους, που δεν κρατει και πρα πολ. Συνθως μπορον να κνουν μια δετερη επσκεψη, εν η τρτη εναι μλλον πολυτλεια. τσι χουν αναπφευκτα μια μλλον στατικ, συγχρονικ αντληψη της κοιντητας, εν το διαχρονικ, ιστορικ στοιχεο στη μελτη τους εναι αρκετ ισχν, αποτελομενο απ αββαιες αφηγσεις αναμνσεων και προσφυγ στα κοινοτικ αρχεα. Για μνα, αντθετα, υπρχει ο σταθερς ιστς προσωπικν αναμνσεων, και μλιστα ιδιατερα ντονων, μια και πρκειται για παιδικς αναμνσεις, που πνω εκε μπορε να συναρμοστε πιο στρεα το υλικ της διαχρονικς ρευνας, την οποα και λγο πολ κατευθνει.

     Εδ υπρχει να μειονκτημα παρμοιο με αυτ του ιστορικο που καταπινεται με σγχρονα του γεγοντα -την λλειψη προοπτικς: χρονικς στη δικ του περπτωση, χωρικς στη δικ μου. Βλποντας τα δνδρα, μια και ζεις ανμεσα τους, δεν μπορες να δεις το δσος. Στη περπτωση μου μως το μειονκτημα αυτ θεραπεεται απ το γεγονς τι εδ και 22 χρνια (απ τα δεκαοκτ μου) στην κοιντητα αυτ εμαι σχεδν επισκπτης. Διατηρντας τσι μια αποστασιοποηση, μπορ να μιλσω κριτικ για το χωρι μου και τους χωριανος μου. Ζντας στην Αθνα και χοντας γνωρσει μια λλη κοινωνα, την αστικ, και λλους ανθρπους -αστος, μικροαστος μικροεπανασττες, κ.λπ.- μπορ να τους συγ-κρνω, να τους δια-κρνω, και τελικ να τους κρνω, χι φυσικ με την ννοια μιας ηθικς αποτμησης της συμπερι¬φορς τους, αλλ με την ννοια της σαφστερης ταυτοποησης της, καθς και του κοινωνικο μικρκοσμου, στοιχεο του οποου αποτελε.

     να τελευταο πλεονκτημα εναι η συναισθηματικ σχση με το αντικεμενο μου, η αγπη μου για το χωρι μου, που προσπαθε να κνει αυτ τη μελτη ζεστ και ανθρπινη, ελχιστα ακαδημακ, διανθισμνη με ανκδοτα, συναισθηματικ φορτισμνη σε κποια σημεα, αλλ παρολαυτ ευσυνεδητη, που φιλοδοξε να προσφρει μσα απ να θερμ λγο, τουλχιστον ,τι θα πρσφερε μσα απ τον ψυχρ του λγο ο αλλοδαπς κοινωνικς ανθρωπολγος, ασυνεδητα υπερπτης, νας Γκλλιβερ ανμεσα σε Λιλιποτειους, , στην καλτε¬ρη περπτωση, νας υποψφιος διδκτωρ που προσπαθε ευσυνεδητα να ολοκληρσει τη διδακτορικ του διατριβ.

Τα πλεονεκτματα που ανφερα δεν εγγυνται οπωσδποτε για το αποτλεσμα. μως για να πργμα μπορ να εμαι σγουρος. Στα τλη του 21ου αινα, νας δισγγονος μου, απλ να Κατωχωριτκι, ανασκαλεοντας τη βιβλιοθκη της κοιντητας, πως κανα εγ ταν μουν μικρς, θα πσει πνω σ' αυτ το βιβλο και θα διαβσει με συγκνηση πς ζοσαν οι παπποδες του ναν αινα πριν. σως μλιστα δακρσει. Γι' αυτ το Κατωχωριτκι γρφω.
-------------------------------------------------------------------------------------------

  1. το χωρι μου και τα σπτια του

     Το χωρι εναι παλι, πως λλωστε κι λα σχεδν τα μη παραλιακ χωρι της Ελλδας. Γι' αυτ κατχω προσωπικς αποδεξεις. Πριν απ εφτ χρνια, το 1983, ο πατρας μου νοιξε να χαντκι διαγωνως του περιβολιο μας, για να τρχει σε φυσικ ρο το νερ απ το πηγδι, μια και το περιβλι ταν υπερυψωμνο σε σχση με το μονοπτι με το οποο συνρευε προς βορρ, για να ποτζουμε να λιοχραφο, ενμισι χιλιμετρο πιο μακρι. Σε βθος ενς μτρου περπου βρκε πλινα θρασματα, «γαστρι» πως τα λμε στην Κρτη, πολλ απ τα οποα ταν ψητα. Μια αρχαιολγος του μουσεου του Ηρακλεου στην οποα τα δειξα, αποφνθηκε τι μλλον ταν ρωμακς εποχς.

     Κποτε μνα μου (πθανε το 1979) εδε να νειρο, και το πρω που ξπνησε μας επε τι το σπτι μας ταν θα γινταν «πιθαρδικο». Αν ταν να νειρο ESP (extra sensory perception, εξωαισθητηριακ αντληψη), στη θση του σπιτιο μας θα πρπει να υπρχε κποτε εργαστρι αγγειοπλαστικς. τσι ερμηνεονται και τα ψητα πλινα θρασματα. Και να ττοιο εργαστρι δεν μποροσε παρ να βρσκεται κοντ σε κποιον οικισμ.

     Οι πειρατς επ χιλιετηρδες λυμανονταν τα ελληνικ παρλια, και οι μνοι ασφαλες παρλιοι οικισμο ταν οι οχυρωμνες πλεις. Μια παραλιακ πλη πως η Ιερπετρα ( Ιερπυτνα, πως εναι το αρχακ της νομα) στα ντια παρλια της Κρτης, απναντι απ τη Λιβη, μποροσε με επιτυχα ν αποκροει πειρατικς επιθσεις, διατηρντας παρλληλα το πλεον¬κτημα της παραλιακς θσης της. χι μως και το Κτω Χωρι. Παρολαυτ μποροσε να νιθει αρκετ ασφαλς. Περισστερο απ τα 7 χιλιμετρα που το χωρζουν απ τη θλασσα, απ το σημεο που βρσκεται η Ιερπετρα, το προφλασσε η θση του, στα βορειοδυτικ της πλαγις ενς λφου με το τυπικ εκκλησκι του προφτη Ηλα στην κορυφ, που το κανε αθατο απ τη μερι της θλασσας. Μα και αν προδιδταν η παρξη του, οι κτοικοι δεν κινδνευαν πολ. Δεν μποροσε να περικυκλωθε, γιατ η ανατολικ πλευρ του λφου χαμλωνε ελχιστα, συναντντας την πλαγι μιας υψηλτερης οροσειρς, στην οποα μποροσαν οι κτοικοι σε περπτωση επιδρομς να αποσυρθον.

     σως οι διες απαιτσεις ασφλειας να κναν στε τα σπτια να χτζονται κολλητ το να στο λλο. Αριστερ, δεξι και πσω, κθε σπτι συνρευε με να λλο σπτι, στε να εναι εκτεθειμνο μνο απ τη μερι του δρμου, απ την εσοδο. Σγουρα απ να ττοιο σπτι μποροσε να αμυνθε κανες καλ¬τερα. Σε πολλ μλιστα σπτια παρεμβαλλταν μια εσωτερικ αυλ, αθατη απ τη μερι του δρμου, καθς ο τοχος της φτανε μχρι το ψος του σπιτιο, και η αυλπορτα ταν ξλινη χωρς ανογματα. Μνο μεταγενστερα σπτια εχαν αυλς με χαμηλ τοχο, γρω στο να μτρο, που πνω του ταν τοποθε¬τημνη μια σειρ κγκελα, και με καγκελπορτα στην εσοδο. Οι ιδιοκττες τους, αντθετα με τους πρτους, ταν εκτεθειμνοι στα βλμματα των περαστικν.

     Η παραπνω εικνα μως θα μποροσε να εναι αποτλεσμα και ενς πολεοδομικο κορεσμο. να σπτι, χωριζμενο στα δο, μποροσε να στεγσει δυο αδλφια, χι μως τρα τσσερα. Ο ακλυπτος χρησιμεει για να κτισθε το σπτι των υπλοιπων αδελφν. Οι «μεσοτοιχις» μεινουν μλιστα το κα¬τασκευαστικ κστος. Τρεις με τσσερις γενις εναι αρκετς για να καλυφθε ο κενς χρος.

     Αυτ εναι τα παλι σπτια, τα σπτια της μεσοχωρις, που χουν εγκαταλειφθε οι γροι γονες, και τα οποα ερημνουν με το θνατο τους. Τα παιδι της μεταπολεμικς εποχς χουν εγκαταλεψει τη μεσοχρια για τα περιβλια, που γργορα αν¬βηκε η αξα τους σαν οικπεδα. Εκε χτισαν σγχρονα σπτια, με περπου αστικς προδιαγραφς, ιδιατερα αυτ που χτσθηκαν μετ το 1970, σε να ειδυλλιακ περιβλλον, γεμτο πρσινο. Η μεσοχρια φθνει συνεχς. Οι στενο της δρμοι, κατλληλοι να περνον γαδορια, αλλ χι και αυτοκνητα, κνουν ακμη πιο αποθαρρυντικ τη διαμον για τους νους ανθρπους, που η τηλεραση και η επαφ με την πλη χει ανεβσει τις απαιτ¬σεις τους σον αφορ τις συνθκες διαβωσης.

Η κεντρικ οδικ αρτηρα, ο «αμαξιτς», ζνει τη μεσοχ¬ρια σαν φδι, κνοντας τη να φαντζει ακμη πιο ασφυκτικ, καθς την πιζει πνω στην πλαγι. Τα σπτια που εναι χτισμνα στην λλη πλευρ του δρμου, στα περιβλια, φανονται σαν να χουν ξεφγει απ να θανατερ αγκλιασμα.

     Η μεσοχρια ββαια κπου σταματει. μως σπτια μσα σε περιβλια συνοδεουν ακμη για πολ τον κεντρικ δρμο που οδηγε προς την Ιερπετρα, ντια, και απ τις δυο πλευρς πια, για πνω απ πεντακσια μτρα. Την τελευταα δεκαετα μλιστα ρχισαν να χτζονται σπτια, αριστερ και δεξι, πολ αραι ββαια, σε λο το μκος των 7 χιλιομτρων που χωρζουν το Κτω Χωρι απ την Ιερπετρα. Εναι κοιν πεποθηση τι κποτε μια συνεχς σειρ σπιτιν, δπλα στο δρμο, θα εννει το Κτω Χωρι με την Ιερπετρα, και θα το κνει και τυπικ πια, αφο λειτουργικ εναι δη, προστιο της.

     Η δια σειρ σπιτιν χει αναπτυχθε εκατρωθεν του δρ¬μου και προς βορρ, στο να χιλιμετρο που απχει η Επισκοπ και ανατολικ, στο δρμο που εννει την κεντρικ αρτηρα με το Πνω Χωρι, σε ση περπου απσταση, και που μαζ με τα Παπαδιαν, 30 σπτια που βρσκονται διακσια μτρα πιο πνω απ το Πνω Χωρι, σε να μικρ λοφκι, αποτελον, λα μαζ και τα τσσερα χωρι, την κοιντητα του Κτω Χωριο. Η σχετικ θση των χωριν αυτν δωσε στο χωρι μου και το νομα του.

     Τα σπτια χωρζονται σε παλι και σε να, ανλογα με τον χρνο της κατασκευς τους, και πως επα δη, τα να σπτια, στην συντριπτικ τους πλειοψηφα, βρσκονται στα περιβλια. Τα παλι εναι συνθως «πετρχτιρα» (χτισμνα με πτρες) χωρς κολνες, και γι' αυτ με πολ χοντρος τοχους, που προσφ¬ρουν μια θαυμσια μνωση. χουν μως τσιμεντνια ταρτσα, πως ββαια και τα μεταγενστερα σπτια, που χτζονταν με τσιμεντλιθους. να και μοναδικ μνο σπτι εχε κεραμδια, που ταν πλιωσαν πετχτηκαν, και στη θση τους χθηκε ταρτσα. Η αλλαγ απογοτευσε τους ιδιοκττες, γιατ το σπτι χασε τη φυσικ του μνωση, και η ζστη το καλοκαρι γινε αφρητη.

     Πετρχτιρα πρπει να χτζονταν μχρι και τα μσα της 10ετας του ’50. Το δικ μας χτστηκε το 1950, πετρχτιρο. Μετ η πτρα αντικαταστθηκε με τσιμεντλιθους. Σμερα, παρλο που χτζονται αρκετ σπτια με τοβλα, πολλο επιμνουν στους τσιμεντλιθους, γιατ χουν μικρ κατασκευαστικ κστος.

Πριν τις τσιμεντοταρτσες, οι στγες ταν χωμτινες. Τσιμεντοταρτσες ρχιζαν να μπανουν μετ τον πρτο παγκσμιο πλεμο. Το πρτο σπτι στο χωρι που χτστηκε με τσιμεντοταρτσα, αν δεν απατ η μνμη τον πατρα μου, ταν του Εγγλεζκη. Τη κατασκευ της χωμτινης ταρτσας μου την περιγραψε ο πατρας μου, τον οποο, λγω ηλικας (γεννθηκε το 1903) θεωρ αρκετ αξιπιστο.

     Οι πιο φτωχο βζανε στα σπτια τους «μεσοδκια», κατ πλτος των δωματων, σε απσταση το να απ το λλο. Απ πνω βαζαν τα δοκρια, απ κδρο συνθως, πρνο ελι. Τα μεσοδκια γνονταν απ χοντρος κορμος πεκων. Τα πεκα πρεπε να εναι εκτεθειμνα στον νεμο, στε το ξλο τους να εναι «δαδωμνο». Τα κοβαν και αφαιροσαν τη φλοδα τους. Το εσωτερικ ταν το δαδ, γεμτο ρητνη, πργμα που το κανε εξαιρετικ ανθεκτικ.

     Οτε τα μεσοδκια οτε τα δοκρια κστιζαν στους φτωχος χωριτες, γιατ τα μεν μεσοδκια τα κοβαν απ το πευκοδσος της Θριπτς, τα δε δοκρια απ περιοχς κοντ στο χωρι. Στην Ευαγγελστρα, μια περιοχ κοντ στην Επισκοπ με το ομνυμο εξωκλσι, υπρχαν πολλο κδροι.

     Η Θριπτ απχει γρω στα 10 χιλιμετρα απ το χωρι. Στη μεταφορ των μεσοδοκιν συμμετεχαν λοι οι χωριανο, δωρεν. 3-4 τομα κουβαλοσαν να μεσοδκι κποια απσταση, οπτε τους αντικαθιστοσαν λλοι, κ.ο.κ., μχρι που τα μεσοδκια φταναν στο χωρι. Η κατασκευ της ταρτσας γινταν μετ με «δανεικος», σμερα σε βοηθ εγ, αριο εσ, εν αργτερα στο χσιμο της τσιμεντνιας ταρτσας βοηθοσε πλι λο το χωρι, με μνη αμοιβ το κρασμα ποτν και μεζδων, μετ το τλος της δουλεις.

     Οι πιο πλοσιοι, αντ για μεσοδκια βαζαν τρβες απ φοινκι. Το φοινκι το φερναν οι τορκοι απ τα βθη της Ασας, γνωστο μως απ πο ακριβς. ταν ξλο πολ ανθεκτικ και μοσχομριζε. Μ' αυτ φτιαχναν τους οντδες που στγαζαν τα χαρμια, για να μυρζονται οι χανομισσες.

     Με το φοινκι γνονται καταπληκτικ καπκια για λρες. σο μικρτερα τα νερ του, τσο καλτερη η λρα. μως καθς το ξλο αυτ δεν υπρχει πια στο εμπριο, και οτε που ξρει κανες απ πιο δνδρο προρχεται, ο μνος τρπος για να το προμηθευτον οι κατασκευαστς λρας εναι απ παλι σπτια που κατεδαφζονται. Ττοια φοινκια βρκα αρκετ για το δσκαλο μου στη λρα, τον Σφη τον Μπουζκη, που εναι και ξοχος κατασκευαστς, σε να σπτι που κατεδαφιζταν στο Κεντρ, το χωρι της μνας μου.

     Τα φοινκια κβονταν σε δοκος σε διφορα μκη, με πλτος περπου 15 πντους και πχος 10. Τα τοποθετοσαν με το πλτος κατακρυφα, για να εναι πιο ανθεκτικ, σε περπου μισ μτρο απσταση το να απ το λλο. Κι εδ πλι χουμε διαφοροποισεις. Οι πιο πλοσιοι απ τους πλοσιους βαζαν πνω απ τις φοινικνιες τρβες λεπτς ξλινες τβλες, τις «ταβανταβλες» πως τις λεγαν, κολλητ η μια με την λλη, εν οι λιγτερο πλοσιοι βαζαν καλμια.

     Η επμενη διαδικασα ταν κοιν για λους. Απ πνω στρωναν βορλα, και πνω σ' αυτ ριχναν να λεπτ στρμα πηλ. Αυτ το στρμα εμπδιζε το πλινθχωμα που ριχναν αμσως μετ, να περσει απ τις χαραμδες που φηναν οι βελνες των βορλων.

     Καλ πλινθχωμα υπρχε στα Σφακι, μια περιοχ κοντ στην Επισκοπ. Σκτος πλνθος δεν κανε, γιατ τον παρσερνε η βροχ. Το πλινθχωμα μως, καθς περιεχε λεπτος κκκους μμου ανμεσα του, με τις πρτες βροχς γινταν μια συμπαγς αδιαπραστη μζα. Παρολαυτ μως υπρχαν απλειες, γι' αυτ σε τακτ διαστματα, κθε δο χρνια περπου, δωμτιζαν το «δμα», πως λγεται ακμη και σμερα η ταρτσα στην Κρτη, ριχναν δηλαδ συμπληρωματικ χμα.

                              'Αχι αδρφι Κωνσταντ, μια χωματι τη βγνεις.
                              Το δμα μας δωμτιζα και για κειον τη βγνω.

Οι στχοι αυτο εναι απ το "Τραγοδι Του Νεκρο Αδελφο", που το κουγα μικρς απ τη μητρα μου.

     Το σπτι του παππο μου, στο Κτω Χωρι, ταν φτιαγμνο με ττοια ταρτσα. Υπρχει ακμη, και μνει εκε ο θεος μου, ο ντρας της αδελφς του πατρα μου. Τα μεσοδκια και τα δοκρια υπρχουν ακμη στην οροφ, αν και στη στγη ριξε μια ψευτοταρτσα, για να αποφγει το δωμτισμα, πολ λεπτ ββαια, για να μην υποχωρσει η στγη απ το βρος.

     Ο παππος μου ταν απ την Επισκοπ, εν η γιαγι μου ταν απ το Κτω Χωρι. Η Επισκοπ δεν εχε «βρση», πως το Κτω Χωρι, και οι γυνακες «ανσερναν» νερ απ να πηγδι, με να σκοιν. Αυτ δεν ρεσε καθλου στη γιαγι μου, η οποα γκρνιαζε συνεχς στον παππο μου μχρι που τον πεισε να μετακομσουν στο Κτω Χωρι.

     Εκενη την εποχ, αρχς του αινα, οι τορκοι βρσκονταν υπ διωγμ. Οι χριστιανο τους κατστρεφαν τα σπτια και αυτο, για να γλιτσουν, κατφευγαν στην Ιερπετρα. Απ ναν ττοιο τορκο, τον Μπιλλη, αγρασε το σπτι ο παππος μου. Ο Μπιλλης πγε και κθισε στην Ιερπετρα. Με την ανταλλαγ, δεν θελε καθλου να φγει απ την Κρτη. ταν τσος ο καημς του, που πθανε στο πλοο που τον μετφερε στη Μικρ Ασα.

     Σ' αυτ τα παλι σπτια με τις χωμτινες ταρτσες, αν οι τοχοι ταν ακμη γερο, οι ιδιοκττες τους χυναν τσιμεντνιες ταρτσες, ψευτοταρτσες, πως ο θεος μου, αλλις αφνονταν στο λεος του χρνου.

     Μια απ τις πιο φριχτς εμπειρες των παιδικν μου χρνων, εναι κποτε που ανβηκα σε μια ττοια ταρτσα να πισω μια μπλα. Με φρκη νιωσα ξαφνικ το δεξ μου πδι να βουλιζει, καθς το χμα υποχωροσε απ κτω, σπζοντας τα σπια δοκρια. Πρλαβα και τραβχτηκα και πια δεν ξανανβηκα σε ττοια ταρτσα.

Αυτ τα σπτια, ακμη και τα πετρχτιστα με την τσιμεντνια στγη που χτστηκαν αργτερα, δεν βφονταν, αλλ ασπρζονταν με ασβστη. Αυτ μεωνε κατ πολ το κστος, μια και το ασβστωμα ταν κτι που μποροσε να το κνει μνος του ο ιδιοκττης, και επ πλον, ταν και πιο υγιειν. Κθε χρνο, συνθως το Πσχα, περνοσαν να νο χρι ασβστη τους τοχους, και το σπτι, κτασπρο, παιρνε μια γιορταστικ ψη.

     Τα δπατα σπτια στο χωρι εναι ελχιστα. Υπρχουν κποια ττοια στη μεσοχρα, σπτια παλιν πλουσων. σοι χτιζαν στα περιβλια προτιμοσαν την κατ πλτος παρ την καθ' ψος επκταση. Μλις την δεκαετα του 80 ρχισαν να χτζονται δπατα και στα περιβλια.

     λα σχεδν τα δπατα που υπρχουν, στην ουσα εναι δο διαμερσματα, που χτσθηκαν με την προοπτικ της μοιρασις ανμεσα σε δυο παιδι, εν κποια εναι «πανωσηκματα», απ τα παιδι των ιδιοκτητν.

     Τα πορτοπαρθυρα παλι ταν απαργκλιτα ξλινα, με κυραρχο χρμα το πρσινο, για να εναι ασορτ με το περιβλλον. Καθς το ξλο γινε ακριβ, αντικαταστθηκε με το σδηρο. ταν πεσε η τιμ του αλουμινου, και μπροστ στο πρβλημα της σκουρις που εχαν τα σιδερνια, ρχισαν να προτιμνται τα αλουμιννια.

     Το σπτι μας χτσθηκε το 1950, πως επα, με ξλινες πρτες και παρθυρα. Δυο πρτες και να παρθυρο που σπισαν, απ κακ συντρηση των γονιν μου, αντικαταστθηκαν με σιδερνια, πως επσης σιδερνια γινε η πρτα και το παρθυρο μιας αποθκης που χτσαμε το '75. Το '85, μετατρποντας τον στβλο μας σε δωμτιο βαλα αλουμιννια πρτα και παρθυρο. Τα παντζορια του παρθυρου ταν απ πλαστικ, εν τα παντζορια του σιδερνιου παρθυρου που εχαν φτιξει οι γονες μου πιο πρτα, ταν και αυτ απ σδερο, με γρλιες. Τα ξλινα μως παρθυρα δεν εχαν γρλιες. Το δωμτιο την ημρα, ταν εχαμε κλειστ τα παρθυρα, φωτιζταν απ τον φεγγτη, να τζαμωτ παραλληλγραμμο πνω απ την πρτα. ταν η ξλινη πρτα αντικαταστθηκε με τη σιδερνια, ο φεγγτης δεν χρειαζταν πια, μια κι μπαινε πλετο φως απ το διαφανς πλαστικ, που καταλμβανε το μεγαλτερο μρος της πρτας. Το πλαστικ αυτ ταν προτιμτερο απ το τζμι, για να μη σπζει με το νοιξε-κλεσε. Το διο διαφανς πλαστικ χρησιμοποιεται σμερα και για τις αλουμιννιες πρτες. Στα παρθυρα μως μπανει κανονικ τζμι.

  1. Σπιτικς Δραστηριτητες

2.α. μαγερεμα

     Μχρι το τλος της δεκαετας του '50 οι γυνακες μαγειρεανε στη παραστι (πυροστι, πυρς εσταν). Η παραστι δεν εναι παρ το κλασικ τζκι μ' να κτσμα σαν πγκο, φτιαγμνο απ πτρες, λσπη και χυρο, με να νοιγμα εμπρς, απ που μπαιναν τα ξλα, και να νοιγμα επνω, που βαζαν την κατσαρλα. Πιο δπλα υπρχε να λλο νοιγμα, που βαζαν κρβουνα, για σιγαν ψσιμο. Τα κρβουνα σταματοσαν πνω σε μια σχρα με λμες, που υπρχε στη μση. ταν καγονταν, η στχτη πεφτε κτω και την μζευαν μετ απ το μπροστιν νοιγμα. Αυτ το πργμα υπρχε και σαν ανεξρτητο κατασκεασμα, που στεκταν σε να τρποδο, η λεγμενη «φουφο», προφανς απ τον χο του φυσματος απ το μπροστιν νοιγμα, που κανε η νοικοκυρ, για να «ξεπρουν» τα κρβουνα. Ο «ανηφρας» (νω φρω), δηλαδ η καμινδα, ταν πολ πλατς και καθλου με τχνη κατασκευασμνος. λα τα τζκια, ανλογα με τον καιρ, απ πο φσαγε δηλαδ, κπνιζαν φοβερ. Το μαγερεμα ταν μια επδυνη διαδικασα. μως η κασιμη λη ταν δωρεν: τα κοτσουρα που μαζεαμε απ το κλδεμα των λιδενδρων. Για προσναμμα δεν χρησιμοποιοσαμε χαρτ -αυτ ταν σπνιο και πολτιμο και χρησμευε για χαρτ υγεας- αλλ αχιμδα (θυμρι).

     Σχεδν κθε οικογνεια εχε και το φορνο της. Εκε η σπιτονοικοκυρ ψηνε το ψωμ της, τα γλυκ της και τα ψητ της τις Κυριακς και τις γιορτς. Ο φορνος βρισκταν μσα στην κουζνα, , συνηθστερα, ξω, στην αυλ, να πρσθετο κτσμα στον κριο γκο του σπιτιο. Κπου στις αρχς τις δεκαετας του '60 κι ανλογα με τα οικονομικ της κθε οικογνειας, καναν την εμφνιση τους τα πετρογκζ, που στην αρχ τα χρησιμοποιοσαν εναλλξ με την παραστι. Σμερα το χρησιμοποιον ακμη αρκετς νοικοκυρς, αν κι οι περισστερες αγρασαν ηλεκτρικς κουζνες. Μαζ τους καναν την εμφνιση τους οι απορροφητρες, γιατ τα πετρογκζ, καθς τα τοποθετοσαν στη θση της παραστις, δεν εχαν ανγκη απορροφητρα, μια και το ρλο αυτν παιζεν η καμινδα.

2.β. θρμανση

     Το καλοριφρ εναι να εδος γνωστο στο χωρι. Ο χειμνας εναι πιος (η περιοχ της Ιερπετρας χει τη μεγαλτερη ηλιοφνεια σε λη την Ελλδα) και τις λγες πραγματικ κρες μρες του χειμνα τις βγζαμε πως μποροσαμε. Το βρδυ στην κουζνα -που στα πιο πολλ σπτια εναι τερστια- «πυρωνμασταν» στην παραστι. Στη συνχεια μαζεαμε τα κρβουνα και τα βζαμε μαζ με πυρηνδι, να απ τα παραπροντα της ελαιοτριβς, στο μαγκλι. Το μαγκλι ταν να συνθως στρογγυλ δοχεο, που στηριζταν σε τρποδα. Το μεταφραμε στην κρεβατοκμαρα, για να ζεσταθε κι αυτ και λγο πριν μας πρει ο πνος το βγζαμε ξω, για το φβο του μονοξειδου του νθρακα. Πολλ τομα πθαναν εκενα τα χρνια γιατ αποκοιμθηκαν δπλα σε αναμμνα κρβουνα, πως διβαζα στις εφημερδες.

     Με τη δεκαετα του '70 ρθαν οι ξυλσομπες, εν οι ηλεκτρικς σμπες και τα ηλεκτρικ καλοριφρ ταν ακμη σπνια. Οι ξυλσομπες πρωτοκαναν την εμφνιση τους στα καφενεα. Στα σπτια επικρτησε να εδος ξυλσομπας, σε σχμα ηλεκτρικς κουζνας, που μαγερευαν κιλας, τη γνωστ στφα, που χρησιμοποιεται ακμα και σμερα σε πολλς περιοχς, κυρως ορεινς.

2.γ. ηλεκτρισμς

Το χωρι μας απ την ποψη της ηλεκτροδτησης ταν πραγματικ προνομιοχο. Εχε ηλεκτρικ ρεμα πριν την Ιερπετρα, δη απ το 1933, ταν ιδρθηκε ο συνεταιρισμς (ο πατρας μου ταν απ τα ξι ιδρυτικ του μλη) και φτιχτηκε το ελαιουργεο του, το οποο, διαθτοντας γενντρια, εφοδαζε με ρεμα το χωρι χειμνα-καλοκαρι. Φυσικ το ρεμα εχρησιμοποιετο μνο για φωτισμ, οι ηλεκτρικς συσκευς ταν σχεδν ανπαρκτες, με εξαρεση τα λιγοστ ραδιφωνα που υπρχαν στο χωρι. Οτε καν ηλεκτρικ σδερα δεν υπρχαν. Οι γυνακες σιδρωναν με σδερα που ζεστανονταν με κρβουνα, τα οποα μπαιναν σε ειδικ θκη. Το πρβλημα ββαια να πετχεις την κατλληλη θερμοκρασα ανλογα με τα ροχα που ταν για σιδρωμα, ταν μεγλο.

     Τα ηλεκτρικ σδερα καναν την εμφνιση τους στο χωρι μλις τη δεκαετα του '60, πως και τα πρτα ψυγεα. Το ψυγεο, εκτς απ συντρηση, προσφερε και προστασα στα τρφιμα απ τα ποντκια. Μχρι ττε, τα κρεμοσαμε σε γντζους που κρμονταν απ την οροφ της κουζνας, σαν αυτος που αφνουν τρα για τα φωτιστικ, αλλ μεγαλτερους, συνθως μσα σε καλθια, για να αερζονται καλτερα. Υπρχαν ακμη και τα «φανρια», τετργωνα κατασκευσματα με στες, για να μη μπανουν οι μγες.

     Εμες αργσαμε να συνδεθομε με το ηλεκτρικ δκτυο, γιατ το σπτι μας ταν μακρι, στα περιβλια και το κστος των στλων για τη μεταφορ υπρογκο. Πρπει να συνδεθκαμε κπου το '65, ταν ρθε η ΔΕΗ, υπερπηδντας το εμπδιο της απστασης. Μχρι ττε χρησιμοποιοσαμε τα παραδοσιακ μσα φωτισμο που υπρχαν προπολεμικ, τη λμπα πετρελαου για τις κρεβατοκμαρες και το λχνο για την κουζνα.

2.δ. δρευση

     Δκτυο δρευσης απκτησε το χωρι στις αρχς του '60. Μχρι ττε οι γυνακες κουβαλοσαν νερ στο σπτι με το σταμν, απ τις δυο βρσες του χωριο, τη «μικρ» και τη «μεγλη». Η μικρ ταν ιδιοκτησα κποιου αγ, γι' αυτ και λεγταν «αγαδικ». Ο αγς πτιζε τα περιβλια του, μως ταν κεκτημνο δικαωμα των γυναικν του χωριο να γεμζουν το σταμν τους. Σμερα, με το δκτυο δρευσης, δεν υπρχουν πια σταμνι. Το νερ μως εξακολουθε να εναι ατομικ ιδιοκτησα, των κληρονμων εκενων που αγρασαν τα υπρχοντα του αγ.

     Το σταμν το βαζαν συνθως δπλα στο νεροχτη, σε να στρογγυλ πλινο στεφνι. Στο στμιο του βαζαν να «σταμναγκθι», για να εμποδζει την εσοδο σε καννα διψασμνο σαμιαμδι, σαλιγκρι ποντκι. Καθς ταν γεμτο μικρ δικενα διατηροσε για αρκετ ρα δροσερ το νερ. μως να τι γρφει για το σταμν η Νατσα Κεσμτη στο διγημα της "Η Ιστορα Του Γιτη", στη συλλογ διηγημτων της "Το Αινιο Ρολι" (Νεφλη, 1987).

   «...δρωνε μλις το 'ριχνες νερ και μοσχομριζε εκενη την υπροχη χωματλα του βρεμνου πηλο, τη μυρωδι του απβροχου -τη μνη μυρωδι της δροσις που φανερνει μιλντας σου σια στην καρδι τη μυστικ σχση του νερο και του χματος, της βροχς και της γης, του υγρο και του ξηρο κσμου, του υγρο και ξηρο σματος μας...»

     Εμες μασταν και τυχερο κι τυχοι. 'Ατυχοι, γιατ το σπτι μας ταν μακρι απ τη βρση. Τυχερο, γιατ εχαμε στο περιβλι μας να πηγδι κι τσι κουβαλοσαμε νερ μνο για να πιομε, για το πλσιμο των πιτων και για το μαγερεμα, εν για το πλσιμο των ροχων χρησιμοποιοσαμε το νερ του πηγαδιο. Ακμη μασταν τυχερο γιατ δεν εχαμε πρβλημα αποχτευσης. Τα απνερα τα χναμε στο περιβλι. Στη μεσοχρια μως η κατσταση ταν αφρητη. Τα απνερα χνονταν στα στενοσκακα, που πριν τσιμεντοστρωθον ταν σκτο βορκο. Προπολεμικ, κτω απ την πλατεα και δπλα στο δρμο, υπρχαν τσιμεντνιες σκφες, που πλεναν οι γυνακες. Μετ, σως για λγους αισθητικος, τα κατστρεψαν. Θα μουν 7-8 χρονν, ταν το χωρι απκτησε πλυσταρι, να στεγασμνο χρο κοντ στη μεγλη βρση, με τσιμεντνιους παραλληλεππεδους γκους που οι γυνακες απθεταν τις σκφες τους. Τα απνερα πεφταν στην τερστια στρνα που υπρχε δπλα, που δεχταν το νερ της βρσης και το οποο προοριζταν για το πτισμα των περιβολιν. Μετ την εγκατσταση του δικτου δρευσης, το πλυσταρι μπκε σε αχρηστα.

     Τα πλυντρια, πως κι λες γενικ οι ηλεκτρικς συσκευς, ρθαν στο χωρι καθυστερημνα, πιο στερα απ τα ψυγεα, ακμη και απ τις ηλεκτρικς κουζνες. Το πλσιμο γινταν στη σκφη, με σπιτσιο σαπονι και ζεστ νερ. Το σαπονι αυτ γινταν με κατακθια του λαδιο τσιγαρλαδα, το λδι δηλαδ που περσσευε απ το τηγνισμα. Το βραζαν μαζ με καυστικ σδα, σε μια αναλογα 5 προς 1. ταν το μγμα ταν τοιμο, το χυναν σε να μεγλο πλασιο κι αφο πηζε, τουλχιστον μετ απ 24 ρες, το κοβαν σε πλκες. Για πιο τλειο πλσιμο οι νοικοκυρς καναν μπουγδα με αλουσ. Η αλουσ ταν νερ ανακατεμνο με στχτη, πλοσιο σε σδα.

     Η μπουγδα γινταν ταν μαζεονταν πολλ ροχα, κυρως λευκ. ταν υπρχαν λγα ροχα πλνονταν απλς με σαπονι. ταν μια αρκετ κοπιαστικ και χρονοβρα διαδικασα, πως δεχνει και η παρακτω πειραχτικ μαντινδα, που δισωσε η μνμη του πατρα μου, με κενη την αξιοθαμαστη ικαντητα που χουν οι γροι να θυμονται να σωρ περιστατικ απ τα νιτα τους. Την επε νας νεαρς του χωριο σε να πανηγρι, για μια κοπελι που αγαποσε.

                        Στις δεκαεφτ του Γεναριο ρχιζε τη μπουγδα

                        και την εποξετλευγε τη μεγαλοβδομδα.

     Δεν εναι να απορε κανες που τελικ δεν την κατφερε να τον παντρευτε.

Εκενη την εποχ οι νοικοκυρς χρησιμοποιοσαν στο πλσιμο λουλκι και χλωρνη. Αργτερα, κπου το '60, ρθαν τα πρτα απορρυπαντικ, με κενα τα μικρ, πλαστικ ανθρωπκια κρυμμνα μσα στη σκνη. Θυμμαι ττε που κοροδεαμε να κοντολη συμμαθητ μου, λγοντας τι τον βρκαν μσα στο "τδε" απορρυπαντικ.

2.ε. σωματικς ανγκες

     να συνηθισμνο χωριατσπιτο εχε την κουζνα του, τις κρεβατοκμαρες, την αποθκη και το στβλο. Το πρτελο ταν να τερστιο δωμτιο, που χρησμευε σαν καθιστικ και χρος δεξισεων. Οι νεαρο ζητοσαν απ τους πλοσιους, που εχαν μεγλα σπτια, και τους διθεταν το πρτελο για τα γλντια τους. Στην αποθκη ταν σωρευμνα τα κθε εδους εργαλεα, λιπσματα, φυτοφρμακα, κ.λπ. Στο στβλο ταν τα ζα, συνθως να γαδουρκι και δυο κατσκες. Συχν, χωρισμνο με τβλες, το πνω μρος του στβλου χρησμευε για αχυρνας.

     Ο στβλος χρησμευε και για αποχωρητριο. σοι εχαν σπτι στα περιβλια φτιαχναν να λκκο σε μιαν κρη κι αφδευαν. Μια σανδα κλυπτε το μισ νοιγμα του, για να πατει κανες, εν το λλο μισ καλυπτταν με κποιο χρηστο αντικεμενο σαν σκπασμα, π.χ. μια παλι σκφη. Φυσικ ταν βρεχε κατφευγαν και αυτο, πως λοι, στο στβλο. Τα περιττματα τους, μαζ με αυτ των ζων, τις κοπρις, αποτελοσαν να πρτης τξεως λπασμα.

     Θυμμαι που, μαθητς, φιλοξενοσαμε κποιες τουρστριες στο σπτι του αδελφο ενς φλου μου, ο οποος το εχε εγκαταλεψει απ καιρ κι μενε στην Ιερπετρα. ταν στη μεσοχρια και φυσικ χωρς αποχωρητριο. Με ρωτοσε ττε μια απ αυτς απεγνωσμνα που εναι το αποχωρητριο, γραφε στον τοχο το διεθνς σμα WC εγ ντροπιασμνος κανα πως δεν καταλβαινα. Στο τλος, εδα πως δεν γινταν αλλις, κπου θα πρεπε να κνουν τη σωματικ τους ανγκη και στην τελευταα της προσπθεια να μου εξηγσει κανα επ τλους τι κατλαβα, και της επα τι εμες για τις ττοιου εδους ανγκες μας χρησιμοποιομε το στβλο. Μπορε να μην νιωσε ολτελα ικανοποιημνη, μως φαινταν ανακουφισμνη, πργμα που με κανε να ξαλαφρσω κι εγ.

     Το πρβλημα της αφδευσης ταν, πως καταλαβανετε, σοβαρ, πργμα που οδγησε την κοιντητα να χορηγσει δειες, χωρς πολεοδομικ γκριση, ρα πρσθετα ξοδα, για κατασκευ αποχωρητηρου διαστσεων 3x3. Αυτ γινε γρω στο 1970. Φυσικ οι πιο πλοσιοι στο χωρι εχαν απ πιο πριν το αποχωρητριο τους, το οποο λγαμε καμπιν (Cabinet στα αγγλικ σημανει υπουργικ συμβολιο. Η γλσσα παζει καμι φορ περεργα παιχνδια). Η λεκνη τους ταν κανονικ, χι τορκικη, σαν αυτς που εχαν τα δημσια ουρητρια στην Ιερπετρα κι οι τουαλτες του σχολεου και το χσιμο σε αυτ ταν ιδιατερα απολαυστικ. Το ξερα απ προσωπικ περα, χζοντας κπου-κπου στο σπτι ενς πλοσιου φλου μου. Ο διος μλιστα το απολμβανε τσο πολ, στε διβαζε κι απ να "Μικρ ρωα" κθε φορ που χεζε.

     Χαρτ υγεας δεν υπρχε κι αντ γι' αυτ χρησιμοποιοσαμε συνθως εφημερδα. Εφημερδα ββαια ταν αδιανητο ν' αγορσει κανες, ταν σπατλη, χρια που δεν υπρχε πρακτορεο στο χωρι. Κπου το '70 ταν που πρωτοφερε εφημερδες η Αμαλα, στο περπτερο της. Οι χωριανο διβαζαν εφημερδα στο καφενεο, τζμπα, πνοντας τον καφ τους. Τα καφενεα εχαν κανονσει με τους οδηγος τους εισπρκτορες των λεωφορεων και τους την φερναν. Ο πατρας μου, πως και πολλο λλοι φαντζομαι, αγραζε παλις εφημερδες απ το πρακτορεο στην Ιερπετρα, πμφθηνες. Αυτς χρησιμοποιοσαμε για χαρτ υγεας. Ο πατρας μου μλιστα τσο τις εχε συνηθσει, που δυσκολευταν να χρησιμοποισει το χαρτ υγεας, ταν τον φιλοξενοσα στην Αθνα. Του το ξκοψα μως κι τσι το πρε απφαση. Παρολαυτ στο χωρι, κθε φορ που κατβαινα στην Κρτη, δπλα στη λεκνη, σ' να καρφ στον τοχο, βρισκα περασμνα τετργωνα κομμτια χαρτ, κομμνα με επιμλεια απ την "Δενα" εφημερδα, παλι φλλα της οποας παιρνε τζμπα απ το καφενεο που σχναζε.

     Το πσο πολτιμο και σπνιο ταν το χαρτ φανεται και απ το παρακτω ανκδοτο, σως κρο για ποιον δεν χει σχετικς εμπειρες:

     Κποιος χει δυσκοιλιτητα και πηγανει στο γιατρ. Αυτς του κατεβζει το παντελνι, του σκαλζει με κτι εργαλεα τον πισιν και μετ τον βζει στη λεκνη, που αυτς χζει χωρς καμι δυσκολα. Μετ απ μια εβδομδα, να σου τον πλι με το διο πρβλημα. Η δια διαδικασα. Την λλη εβδομδα, ξαν τα δια. Και την παρλλη ξαν. Στο τλος του λει απηυδισμνος ο γιατρς:
 -"Κοταξε να δεις, η τελευταα φορ που σε φτιχνω. Και το νου σου, κακομορη μου, να μην ξανασκουπιστες με τσιμεντοσακολα!".

     Κι ταν μας ερχταν να χσουμε εν βρισκμασταν ξω, στα χωρφια, ττε τι γινταν; Το πρτο πργμα που κοιτζαμε ταν να βρομε να απμερο μρος, συνθως πσω απ να δνδρο, για να μη μας δει καννα μτι. Αφο βεβαιωνμασταν πως δεν περνοσε κανες απ καννα κοντιν μονοπτι, κατεβζαμε τα βρακι μας. Για το σκοπισμα, μη χοντας χαρτ μαζ μας, χρησιμοποιοσαμε ακμη πιο πρωτγονα μσα, πως γρασδι το καλοκαρι, χαλκια. χω πντα την υποψα τι οι ραγδες απ τις οποες υποφρω οφελονται σε ττοιου εδους σκουπσματα. Πντως ακμη χουμε να λμε για την ομορφι που χει το υπαθριο χσιμο, πως και το υπαθριο κατορημα. Μια απ τις πιο ωραες παιδικς μου αναμνσεις, εναι το χσιμο που κναμε μσα σ' να αμπλι, δπλα στο δρμο Κτω Χωριο-Πισκοπς. Καθμασταν και χζαμε, εν ταυτχρονα τσιμπολογοσαμε απ την μπροστιν κουρμολα. ταν τελειναμε, σκουπιζμασταν με αμπελφυλλα.

     μως και παρ την αποφυγ των εξδων μιας κανονικς οικοδομικς δειας για την κατασκευ αποχωρητηρου, το κστος ταν αρκετ υψηλ για τα φτωχ βαλντια των αγροτν κι τσι το αποχωρητριο δεν διθετε παρ μνο τη λεκνη. Νιπτρας δεν υπρχε. Το πλσιμο και το ξρισμα γινταν στον νεροχτη της κουζνας. Το νερ χυνταν απ την «βρση», που φτιαχναν οι τενεκετζδες.

     Να πως την περιγρφει η Νατσα Κεσμτη στο διο διγημα που απσπασμα του παραθσαμε πιο πριν:

   «...ταν να μικρ μπλε ντεποζιτκι, σαν νας μικρς κλινδρος κομμνος στο μκρος, με την πσω πλευρ εππεδη και τη μπρος τουρλωτ και χαμηλ να μικρ φουσκωτ κτρινο βρυσκι, που το 'χαμε κρεμασμνο στο νεροχτη κι χυνε να μζερο νερ απ' την κανουλτσα που λο λασκριζε...»

     Το μπνιο γινταν πολ σπνια, μσα στην σκφη που χρησμευε για το πλσιμο των ροχων, με ζεστ νερ που βραζε στην παραστι. Πιο συχν ταν το λοσιμο, πλι μσα στη σκφη, συνθως το Σαββατβραδο. Εμες τα παιδι καθμασταν σε να σκαμνκι, με το κορμ λυγισμνο προς τη σκφη και πσω η μητρα μας χυνε νερ στο κεφλι μας και το σαπονιζε. Το λοσιμο αυτ ταν ιδιατερα επδυνο γιατ γαργαλιμασταν απ το χρι της που προσπαθοσε να μας πλνει το λαιμ γιατ μπαιναν σαπουννερα στα μτια μας και μας τσουζαν.
     Παλι σπτια, κυρως γρων αγροτν, εξακολουθον ακμη και σμερα να μην χουν μπανιρα νιπτρα, εν στην καλτερη περπτωση υπρχει να ντους. Η αγροτικ σνταξη των δδεκα χιλιδων δραχμν και το ελχιστο εισδημα που θα τους αφσει ο σιμιστορας δεν φτνει για να καλψει ττοιες ανγκες.

  1. Αγροτικς Δραστηριτητες

3.α. λιομζωμα

     Το κριο χαρακτηριστικ των οικονομικν δραστηριοττων στο χωρι μου μετ τον πλεμο του '40 και μχρι το 1990, ταν το πρασμα απ οικονομα της αυτοκατανλωσης σ' εμπορευματικ οικονομα, συνοδευμνη απ ραγδαα εκμηχνιση. Τα περισστερα χαρακτηριστικ αρκετν οικονομικν δραστηριοττων στη διρκεια της πρτης δεκαετας εχαν μενει αναλλοωτα στη διρκεια αινων, αν χι χιλιετηρδων. Γι' αυτ το λγο οι αλλαγς που συντελστηκαν στη 50ετα αυτ ταν ολτελα δραματικς, πυκνς και ντονες και σαν ττοιες εχαν να σημαντικ αντκτυπο στις υπλοιπες σφαρες της ζως του χωριο. μως τα πργματα πρπει να τα προυμε με τη σειρ.

     Το κριο προν του χωριο, πως λλωστε και λης της επαρχας, εναι το λδι. Οι ελις, πως λμε τα λιδεντρα, ονοματζοντς τα απ τον καρπ τους, απλνονται σε λο τον κμπο της Ιερπετρας και στις πλαγις των βουνν. λα τα στδια της καλλιργειας της ελις, της συλλογς του καρπο και της εξαγωγς του λαδιο, χουν υποστε σημαντικς αλλαγς μσα σ' αυτ την 50ετα. Και πρτα-πρτα η καλλιργεια. Ξεκιν αμσως μετ τη συλλογ του καρπο, το χειμνα. Ττε γνεται το ργωμα, αφο σκορπιστε στην επιφνεια του εδφους το λπασμα. Μχρι και τα τλη του περασμνου αινα, οι γεωργο σπανως βαζαν στα

λιοχραφα κοπρι. Η κοπρι ταν λγη, και ταν προτιμτερο να χρησιμοποιηθε στα κηπευτικ. Για ν' αυξσουν την παραγωγ καναν τις λεγμενες καλουργις. Οι καλουργις ταν απανωτ ζευγαρσματα, χωρς σπορ. Γνονταν περπου πντε, να κθε μνα, ξεκινντας τον Γενρη. Λγανε μλιστα και τη χαρακτηριστικ παροιμα:

       «του Γενρη η καλουργι, παρ λγο κοπριδι»

για να δεξουν πση σημασα εχε αυτ το πρτο ργωμα να γνει τον κατλληλο μνα. σο για την κοπριδι, γινταν ως εξς:

     Σκρπιζαν κοπρι στο χωρφι, και στη συνχεια σπερναν κουκι. Το κουκ, σα ψυχανθς, γεμζει το δαφος με ζωτο. Την επμενη χρονι, οτιδποτε και να 'σπερνε κανες, το χωρφι ταν πολ εφορο. Η κοπρι που μενε, εμπλουτισμνη με το ζωτο ταν η κοπριδι. Σαν υποκατστατο της κοπρις καναν και κτι λλο: Μζευαν κλαδι και θμνους απ τους γρους (κρες) του χωραφιο, τα σκρπιζαν μσα στο χωρφι κι ταν ξερανονταν τα καγανε και μετ ργωναν. Η στχτη τανε γεμτη θρεπτικ συστατικ.

     Στις αρχς του αινα ρθαν τα αγκουαν, οι κουτσουλις των πουλιν απ τη Χιλ. Κανονικ λιπσματα ρθαν γρω στο 1920 περπου, τα λιπσματα πετεινς. Στα λιπσματα μως αυτ η αναλογα ταν 3-15-15, δηλαδ 3 μρη ζωτο, 15 μρη φσφορος και 15 κλιο. ταν να φτην παραγμενο λπασμα, καθς μνο το ζωτο παραγταν βιομηχανικ, εν το φσφορο και το κλι ταν ορυκτ, που πουλιταν μως ακριβ στους αγρτες, χωρς θεαματικ αποτελσματα, μια κι η ελι χρειζεται τα στοιχεα αυτ περπου στην αντστροφη σχση. Ττοια λιπσματα φερε μετ η μπι, η οποα εκτπισε τα πετεινς.

     Το ργωμα παλι γινταν με βδια. Τα βδια εχαν το πλεονκτημα τι στα γερματα τους τα σφζανε κι τσι ο ιδιοκττης τους εχε να οικονομικ πλεονκτημα απ το κρας τους. Εκτς απ' αυτ το πλεονκτημα που μου επε ο πατρας μου, υπρχαν κι λλα που τα βρκα, εν διρθωνα το παρν κεμενο, σ' ναν καθ' λα γκυρο συγγραφα, τον Thomas More και συγκεκριμνα στην "Ουτοπα" του. Παραθτω ολκληρο το σχετικ απσπασμα: (Εκδσεις Κλβος, σελ. 65):

   «Εναι αλθεια πως δεν εναι (τα βδια) γργορα σο τ' λογα, μα οι ουτοπιανο λνε πως εναι ανθεκτικτερα κι αρρωστανουν λιγτερο. Εναι ακμη πιο ευκολομεταχεριστα, δεν τρνε τσο πολ κι ταν πια δεν μπορον να εργαστον, εναι ακμη χρσιμα σαν κρας».

     Εχαν μως και μειονεκτματα. Επειδ η οικονομα ταν, πως θα λγαμε σμερα, ντασης εργασας κι χι ντασης κεφαλαου, οι ιδιοκττες τους αντ να τα ταζουν χυρα, που μλις φταναν για να τασουν τα κατσικοπρβατα και το γαδορι τους, προτιμοσαν να τα βσκουν στα χωρφια, που υπρχε φθονο, δωρεν χορτρι. πρεπε μως να διαθτει να τομο το χρνο του για να τα βλπει. Εξαιτας ενς ττοιου εδους διατροφς υπρχε το λλο μειονκτημα: η κοπρι τους ταν νερουλ κι ο στβλος γμιζε λσπες. Το τελευταο μειονκτημα ταν τι κατ το ργωμα ο ιδιοκττης πρεπε να παρνει μαζ και το γιδαρο, για να φορτνει τα ζυγλετρα, το ροτρο δηλαδ και το ζυγ.

     Μετ την μικρασιατικ καταστροφ και την ανταλλαγ, οι πρσφυγες ρθαν στη να τους πατρδα κουβαλντας μαζ τους και μουλρια. Το μουλρι, ως γνωστν, εναι προν διασταρωσης αλγου και γαδρου, χωρς το διο να μπορε ν' αναπαραχθε. Τργανε κι αυτ πολ, δεν εχαν μως τα λλα μειονεκτματα του βοδιο. Αυτ ργωναν, αυτ κουβαλοσαν και τα ζυγλετρα. τσι σντομα εκτπισαν τα βδια. Κποιοι πολ πλοσιοι εχαν κι λογα, που ββαια, τα παλιτερα χρνια, τα εχαν μνο για να τα καβαλνε. μως και το λογο παρουσαζε μειονεκτματα. Εχε ββαια φοβερ δναμη, που την αντλοσε τργοντας πολ. Απ την λλη πλι ταν ευασθητο στο κρο. Κατ τ' ργωμα, ταν καναν διλειμμα, πρεπε να το σκεπζουν και να το βζουν σε απνεμο μρος. Τλος ταν επικνδυνο. ταν αγρευε, ο ιδιοκττης του κινδνευε να τραυματισθε σοβαρ.

     Τα βδια σρνανε το ξλινο, το Ησιδιο αλτρι. Λγο πριν εξαφανισθον τα βδια, κανε την εμφνιση του το πρτο σιδερνιο αλτρι. μως ταν φοβερ κουραστικ, και γι' αυτ ργησε να εκτοπσει το ξλινο αλτρι, αφο το πρφτασα κι εγ. νας χωριανς μου, απ τους πρτους που αγρασαν σιδερνιο αλτρι, δεν το ντεξε οτε μια βδομδα και το πολησε στον πατρα μου. Πρα απ το βρος, το σιδερνιο αλτρι εχε κι εντελς αντθετη τεχνικ κι αυτ μλλον ταν που το 'κανε πιο κουραστικ. Το ξλινο αλτρι πρεπε να το πιζεις στις λαβς προς τα κτω, εν στο σιδερνιο αντθετα πρεπε ν' ανασηκνεις τις λαβς προς τα πνω, στε η μτη του να χνεται μσα στο χμα. Ο πατρας μου χρησιμοποιοσε σιδερνιο αλτρι, αφο του εχε πρει τον αρα απ την αρχ. Το τελευταο που εχαμε, βρσκεται ακμη εγκαταλειμμνο δπλα σε μια πορτοκαλι, στο περιβλι μας, περιμνοντας σως κποιο μουσεο να το υποδεχτε.

     Η ελκτικ δναμη ενς γαδρου, τον μνο που διθεταν πντα οι φτωχο χωρικο, εναι πολ μικρ και ζευγρι, δηλαδ ργωμα, μνο μ' να γιδαρο εναι αμφβολης αποτελεσματικτητας, σε που μπορε να το ξεκνει το ζο. τσι οι χωρικο κνανε συνθως ργωμα με δο γαδρους, με δανεικος, δηλαδ δνειζαν ο νας στον λλο τον γαδαρ τους. Αυτς που δνειζε, φρντιζε κενες τις μρες ν' ασχολεται με εργασες που ο γιδαρος ταν περιττς βρισκταν σε αναγκαστικ αργα. Τα 30 μλις στρμματα, που διθετε κατ μσον ρο νας φτωχς χωρικς, επιτρπανε πολλς ττοιες αργες. Ο ρος ζευγρι  αποτελοσε μονδα μτρησης ενς χωραφιο. Ακμη και σμερα οι χωριανο λνε στην κουβντα τους τι το τδε χωρφι εναι τσων ζευγαριν κι εννοον μ' αυτ τι για το ργωμα του χρειζονται τσες μρες. Ενς αργατο χωρφι αντστοιχα, συνθως αμπελοχραφο, που δεν μπορε να οργωθε, εναι το χωρφι που για να το σκψει νας εργτης χρειζεται μια μρα. Εναι ντως περεργη αυτ η μτρηση του χρου με το χρνο. Στις αγοραπωλησες ο μεστης ο πωλητς περιγραφε το χωρφι σαν τσων ζευγαριν τσων αργατν κι τσι ο υποψφιος αγοραστς παιρνε μιαν ιδα για την κταση του. Πγαινε στη συνχεια και το 'βλεπε κι η αγοραπωλησα γινταν στη βση αυτς της οπτικς εντπωσης. Στα συμβλαια ββαια γραφαν κατ προσγγιση την κταση του σε στρμματα, συνθως μικρτερη απ την πραγματικ για να πληρσουν μικρ φρο, μως καννα χωρφι, τουλχιστον μχρι πρσφατα, δεν πουλιταν με το στρμμα, αλλ με βση αυτ την συνολικ οπτικ εντπωση και τη διαβεβαωση του πωλητ για το πσων ζευγαριν ταν το χωρφι. Ο αγοραστς υπολγιζε ββαια και το πσες ρζες, λιδεντρα δηλαδ, υπρχαν, μως κι εδ η αποτμηση γινταν στη βση της οπτικς εντπωσης, αφο λλα λιδεντρα ταν μεγλα κι λλα μικρ κι η παραγωγ κθε λιδενδρου μνο κατ προσγγιση μποροσε να υπολογισθε. Καλ χωρφια εναι αυτ που δεν ξεκαγουν, που διατηρον δηλαδ αρκετ την υγρασα τους στε οι ελις να μη στρουφξουν. Και φυσικ αυτ που βρσκονται στον κμπο, σε σγκριση με αυτ που βρσκονται στις βουνοπλαγις, εναι πιο εφορα κι επ πλον πιο βολικ στο ργωμα και στο μζεμα. Συχν τα χωρφια που τα σπρνανε, τ' αποτιμοσαν σαν τσα αξι σπρο τσα μουζορια σπρο. Το αξι  ταν σαν μικρ ψωμιρα, στρογγυλ, στο μγεθος της παλμης. Το μουζορι  ταν μονδα γκου.

     Με το πρασμα στην εμπορευματοποηση της οικονομας, πολλο χωρικο ρχισαν να καταφεγουν στους ζευγδες, που αναλμβαναν με αμοιβ, το ργωμα. δη απ πριν οι πλοσιοι χωρικο που διθεταν οι διοι μουλρια, μσθωναν κποιον δυνατ κι επιδξιο χωρικ για να τους οργσει τα χωρφια, πληρνοντας τον ββαια λιγτερο απ' ,τι ναν επαγγελματα ζευγ, μια και δε διθετε παρ μνο τον κπο του. ταν ρθαν τα τρακτρ η τση αυτ γενικεθηκε, μια κι η προσφυγ στις υπηρεσες του επαγγελματα ζευγ ταν απερως πιο συμφερτικ. Οι πολ πλοσιοι ββαια, που διθεταν πολλ στρμματα, βρισκαν πολ πρσφορη επνδυση την αγορ ενς τρακτρ. Οι λιγτερο πλοσιοι αγρασαν σκαφτικ, πιο προσιτ στο βαλντιο τους, αλλ φυσικ με μικρτερη απδοση κι απ ποψη χρνου κι απ ποψη ποιτητας. Στα σκαφτικ αυτ πρσδεναν μια καρτσα, αποκτντας τσι ταυτχρονα και μεταφορικ μσο, που φρτωναν τρα πολ περισστερα πργματα απ' ,τι στο γαδουρκι, που μχρι σχεδν το τλος της 10ετας του '60 ταν το κυραρχο μεταφορικ μσο για τις αγροτικς εργασες. Απ την ποψη της ταχτητας μως, δεν πγαιναν και πολ πιο γργορα. Μετ το '70 οι πιο πλοσιοι χωρικο κι πιο στερα κι οι λιγτερο πλοσιοι, αγρασαν αγροτικ αυτοκνητα, αυτ με τη ξσκεπη καρτσα. Πντως το τι μεταφορικ μσο διαθτει σμερα ο αγρτης δεν εναι μνο συνρτηση της οικονομικς του ευρωστας, αλλ κυρως της ηλικας του. λοι οι νοι αγρτες διαθτουν σμερα αγροτικ αυτοκνητο. Οι μεγαλτεροι στην ηλικα αγρτες επιμνουν στο σκαφτικ τους κι οι ακμα πιο μεγλοι στα γαδουρκια τους, αναλογιζμενοι με δος κι οι μεν κι οι δε, την περιπτεια εκμθησης οδγησης. νας παπς απ να γειτονικ χωρι, που μαθε οδγηση στα γερματα, το αμξι που αγρασε για τις αγροτικς του εργασες, του βγκε λει κουτουλιρικο.

     Μετ το ργωμα, η αμσως επμενη φροντδα που χρειζεται το λιδεντρο εναι το κλδεμα. Κι εδ εχαμε εξελξεις. Μχρι και τις αρχς του αινα, τις ελις δεν τις κλαδεανε. Το πολ να κνανε ξεκλδισμα, που θα πομε παρακτω. Ττε ταν που η ελληνικ κυβρνηση μετακλεσε ιταλος κλαδευτς για να διδξουν στους λληνες αγρτες την τχνη. ρθανε κμποσες φορς. Η πρτη ταν γρω στο 1910. Η δετερη κπου το 1918, οπτε μαθτευσε κι ο πατρας μου. Οι μαθητευμενοι πληρνονταν ττε 50 δραχμς μεροκματο. Τις επμενες φορς που ρθαν ο πατρας μου δεν τις θυμται, αφο εχε μθει δη την τχνη. Χρησιμοποιντας την αργτερα, βγαζε κποια μεροκματα σ' εποχ που το χρμα σπνιζε. Το κλδεμα που τους δδαξαν χαρακτηρζεται σμερα ελαφρ. τσι και πλι τα λιδεντρα γνονταν χρνο με το χρνο τερστια, και το ρβδισμ τους, κατ το λιομζωμα, γινταν λο και πιο δσκολο και επικνδυνο. να πσιμο απ την κορυφ ενς ττοιου δντρου μποροσε να αποβε μοιραο, γι' αυτ το ρβδισμ πρεπε να γνεται με μεγλη προσοχ.
     Απ το ελαφρ κλδεμα πρασαν, μετ το '70, στο βαρ κλδεμα, που 'κανε τα δντρα να φανονται σαν ομπρλες, κοντανοντας τις κορφς. μως δεν ταν τσο ο κνδυνος που επισημναμε παραπνω αυτ που οδγησε σε αυτ τη μεταστροφ, σο η διαπστωση πως το βαρ κλδεμα μακροπρθεσμα κανε το λιδεντρο πιο καρποφρο, καθς ανανενονταν τα κλαδι του και μεωνε τη διαφορ στην απδοση ανμεσα στην χρονι που εχε βεντμα  και στην επμενη που δεν εχε. Επιπλον η συλλογ του καρπο με τα να ραβδιστικ μηχανματα ταν πιο εκολη κι αποδοτικ. Το κλδεμα και το ξεκλδισμα γινταν απ αρχαιοττων χρνων, πως φανεται, με μπαλταδκι και με σρακα (πρινι). Με την εκμηχνιση της γεωργας, που ρχισε να προχωρε ακατσχετα μετ το '70, καναν την εμφνιση τους και τ' αλυσοπρονα, που, βενζινοκνητα καθς ταν, συντμευαν φοβερ το χρνο του κλαδματος ευνοντας επσης το βαρ κλδεμα, μια και το κψιμο των χοντρν κλνων με το κλασικ μπαλταδκι ταν αρκετ εππονη διαδικασα.

     Μετ το κλδεμα, καννα μνα αργτερα, πριν την ανθοφορα, γνεται το ξεκλδισμα. Το ξεκλδισμα εναι το κψιμο των μικρν κλαδιν, στε ν' αραινουν τα κλωνρια για να αερζονται, να λιζονται καλτερα και για να διευκολυνθε αργτερα το λιομζωμα. Μετ το ξεκλδισμα, η αμσως επμενη φροντδα που χρειζεται το λιδεντρο, κατ το καλοκαρι, εναι το ψκασμα. Παλι ταν εππονη κι επικνδυνη εργασα, που γινταν με τη ψεκαστρα στον μο. Απ τα τλη της 10ετας του '60 μως ρχισαν να χρησιμοποιονται ψεκαστικ αεροπλνα που αλφρωναν πολ τους αγρτες, αλλ με απρβλεπτες ακμη περιβαλλοντικς καταστροφς, πως υποστηρζουν οι οικολγοι, που χουν αναλβει εκστρατεα για κατργηση των αεροψεκασμν. Για πληρωμ χρησιμοποιονταν τα σοδα απ την πυρνα (το υπλοιπο του καρπο μετ την εξαγωγ του λαδιο) κι η επιβρυνση υπολογιζταν κατ κιλ παραγωμνου λαδιο. δη απ το 1991, με εντολ της ΟΝΕ καταργθηκαν οι αεροψεκασμο και το ψκασμα γνεται απ ειδικ συνεργεα, πλι με τις ψεκαστρες στον μο.

     Το μεγαλτερο κστος στην ελαιοπαραγωγ εναι το λιομζωμα. Αυτ αρχζει κατ τα μσα του Νοεμβρου απ τις λιγαρς, τα λιδεντρα δηλαδ που χουν λγες ελις. Αυτς, σαν λγες που εναι, ωριμζουν γργορα και πρπει να μαζευτον γκαιρα πριν πσουν κτω. Οι φορτωμνες  μπορον να περιμνουν, μια κι οι ελις τους εναι ακμη γουρες, με το χαρακτηριστικ πρσινο χρμα.

    Μια τυπικ μρα λιομαζματος, απ' αυτς που 'ζησα μικρ παιδ, εναι η παρακτω:

     Ξεκινμε πρω πρω με τους γονες μου για το χωρφι, χοντας το γιδαρο φορτωμνο με τις ανπλες και τα πανι, δηλαδ σπρα σεντνια, το σκαμν, αν πηγανουμε για πρτη φορ σ' αυτ το χωρφι, κμποσους φρδους, σακι δηλαδ, τις κατσονες (τα ραβδι με το γαντζωτ κρο με τα οποα ραβδζουμε τις ελις), το φαγητ και τα πιατικ με τα μαχαιροπρουνα σε μια τσντα, το λανι γεμτο νερ κι σως να παγορι κρασ. Φτνουμε στο χωρφι, ξεφορτνουμε και δνουμε το γιδαρο σε μιαν κρη να τρει, αφο του βγλουμε το σωμρι. Εναι δεμνος με αλυσδα, στην κρη της οποας εναι το τζνιο, να χοντρ μεταλλικ παλοκι καρφωμνο στο χμα. Στη συνχεια στρνουμε τις ανπλες κτω απ να δντρο. Ο πατρας μου σκαρφαλνει πνω στο δντρο κι η μητρα μου ανεβανει πνω στο σκαμν, -να τρποδο. Εγ θα ραβδσω απ χμω, τα χαμηλ κλαδι. Εκολη δουλει για μνα. Κι μως θλει τχνη! Ο πατρας μου ταν κατβει απ το δντρο θα μου βλει τις φωνς, γιατ, καθς χτυπ κατμουτρα τα κλαδι, σπζουν να σωρ μτια, τρυφερ ακρκλαδα που του χρνου θα 'ταν γεμτα ελις. Η τχνη εναι, με το αριστερ χρι ν' αναμερζεις τα κλαδι και να χτυπς με το δεξ στο πλι, σαν να χτενζεις.

     Με το ελαφρ κλδεμα που χει κνει ο πατρας μου, το δντρο εναι πυκν, κποιο κλαδ δεν το φτνει, και θα χρησιμοποισει το γντζο της κατσονας για να το τραβξει κοντ του, θα το συγκρατσει με το αριστερ χρι και θα το ραβδσει. μως και πλι κποια κλαδι δεν τα φτνει, οτε αυτς οτε η μητρα μου απ το σκαμν. Ττε θα κατβει η μητρα μου και θα πισει την τμπλα, να πολ μακρ ραβδ, χωρς γντζο, που συνθως φτνει και το πιο ψηλ κλαδ, και θα το ραβδσει. μουν πολ μικρς ταν την εγκαταλεψαμε τη τμπλα. Στο εξς, ποιο κλαδ δεν φτνεται, κβεται με το μπαλταδκι. Αργτερα κβεται χι μνο αυτ που δεν φτνεται αλλ κι αυτ που στο κλδεμα θα κοβταν τσι κι αλλις. Μ' αυτν τον τρπο να μρος του κλαδματος γνεται δη κατ το λιομζωμα. Τα κομμνα κλαδι τα ραβδζω συνθως εγ απ χμω, πργμα που εναι πανεκολο και μπορ εδ να σπζω σα μτια θλω.

     Στις 12 η ρα ακομε τη σειρνα του Μνως, ενς εργοστασου στην Ιερπετρα, που σημανει το μεσημεριαν διλειμμα για τους εργτες. Ο Μνως λγεται πως προπολεμικ ταν το μεγαλτερο εργοστσιο των Βαλκανων κι βγαζε διφορα προντα, που εχαν κυρως σχση με το λδι, πως πυρηνλαιο και σαπονι, αλλ και ζυμαρικ, τρα μως περιορζεται στην κατεργασα της πυρνας. Κνουμε κι εμες διλειμμα για το μεσημεριαν μας φαγητ.

     Το φαγητ το χει μαγειρψει η μητρα μου το πρω. Συνθως εναι κτι κοκκινιστ, της κατσαρλας σπρια. Παρνουμε μαζ μας επσης σαρδλες και φρσες (ργγες), που τις ψνουμε ανβοντας μιαν αχιμδα (θυμρι). στερα ββαια πνουμε συνχεια νερ και τρμε μανταρνια, για να μας φγει η δψα. Μετ το φαγητ συνεχζουμε τη δουλει. Αν μας πισει βροχ, ρχνουμε μια ανπλα πνω στο σκαμν και μπανουμε απ κτω. Τα φλλα της ελις εναι πολ αραι για να μας προφυλξουν. χουμε και την ομπρλα. Αν πσει αρκετ βροχ εναι αδνατο να συνεχσουμε, γιατ κνουμε ζημι στα μουρλα αν τα ραβδσουμε βρεγμνα. Αν μως φυσει λγο αερκι, μπορομε να ελπσουμε πως θα στεγνσουν σντομα για να συνεχσουμε, εφσον ββαια σταματσει η βροχ.
     Καθς δεν χουμε ρολι, υπολογζουμε με τον λιο πτε πρπει να σκολσουμε, για να μη νυχτωθομε στο δρμο. Κποτε ρισκρουμε λγο, προκειμνου ν' αποραβδσουμε να μουρλο, να τελεισουμε δηλαδ το ρβδισμ του να τελεισουμε το λχνισμα. ταν τελεισουμε τη μια πλευρ ενς μουρλου, εγ κι η μητρα μου γυρζουμε τα πανι, δηλαδ τα μαζεουμε απ τη ραβδισμνη πλευρ και τα στρνουμε σε αρβδιστη. Ποτ δεν χουμε αρκετ πανι για να στρσουμε ολκληρο το μουρλο. Δεν εναι μνο το κστος, εναι και το βρος για τον γιδαρο.
     Οι ελις, καθς μαζεουμε το να παν, χνονται στο διπλαν, συνθως σ' να απ' αυτ που εναι στη ρζα. Σ' αυτ συγκεντρνουμε τις ελις κι απ τα υπλοιπα πανι ταν τελεισουμε το ρβδισμα. Κατ το σκιασμα φροντζουμε να βγλουμε τα μτια, πργμα που θα μας διευκολνει αργτερα στο λχνισμα. Αυτ εναι το ξεφλλισμα. Τα σακι τα γεμζουμε μχρι τη μση, για να τα μεταφρουμε πιο εκολα στον τπο του λιχνσματος. ταν εναι δεια τα χρησιμοποιομε και στο στρσιμο, εκε που εννονται τα πανι με τη ρζα, και που λο και κποιο κεν θα φηναν για να σκεπσουμε κποιες κουφλες  του κορμο, μην πσουνε μσα ελις και τις χσουμε. Εν ο πατρας μου σακιζει, εγ με τη μητρα μου μαζεουμε τις ελις που χουν πσει κατ το ρβδισμα ξω απ τα πανι, κτω στο δαφος.

     Για να εναι καλ το λχνισμα, το μρος που γνεται πρπει να εναι ξγναντο, στε να φυσ αρας και να βρσκεται κοντ στο δρμο. Αφο συγκεντρσουμε εκε τα σακι, απλ¬νουμε κτω μιαν ανπλα να παν, και τις ρχνουμε με κουβ λγες-λγες, απ ψηλ. Ο αρας που φυσ, παρασρει τα φλλα, εν οι ελις, σαν πιο βαρις, πφτουν ακριβς απ κτω. Αν ο αρας δεν φυσ δυνατ, πργμα που συμβανει συχν, ανεβανουμε πνω σε σκαμν. Αν δεν φυσ καθλου, ττε αναγκαστικ θα περιμνουμε λλη μρα, μχρι να φυσξει οριος νεμος. Παλιτερα καναν και τον λεγμενο ποταμ, που εγ δεν τον πρφτασα. Προφανς εγκαταλεφθηκε γιατ ταν κουραστικς. Στρναν μια σειρ πανι. Απ την μιαν κρη πετοσαν τις ελις στην λλη. Τα φλλα, σαν πιο ελαφρ, δεν φταναν οτε στη μση. τσι ξεχρισαν τις ελις απ τα φλλα.

     Ενσω οι γονες μου θα λιχνζουν τις ελις, εγ θα κοπανζω με την κατσονα πνω σε να παν τα μτια. Οι ελις θα κατακτσουν κι εγ θα παραμερσω με προσοχ απ πνω τους τα μτια, που δεν θα περιχουν πια παρ ελχιστες ελις. Στη συνχεια θα τα βλω σε σακ, για να τα κουβαλσουμε σπτι, να τα δσουμε στην κατσκα μας. Αποφεγουμε να την φρνουμε μαζ μας γιατ εναι φασαρα κι ο καιρς εναι συνθως κρος. Τα υπλοιπα μτια θα τα δσω του γαδρου. Μετ θα βλω τις ελις που μζεψα απ τα μτια σε κουβ να τις δσω του πατρα μου να τις λιχνσει.

     Αφο τελεισει το λχνισμα, ο πατρας μου θα σακισει τις ελις, με τα σακι γεμτα μχρι πνω. Δυο σακι θα τα προυμε μαζ μας φεγοντας απ το χωρφι. Φρνουμε τον γιδαρο για να τον φορτσουμε. Του ρχνουμε λγα μτια μπροστ του, στε να εναι απασχολημνος με το φα και να μην κινεται κι αρχζουμε το φρτωμα. Πινουμε το να σακ, απ τη μια μερι εγ και απ την λλη ο πατρας μου και το φορτνουμε. Μετ βζει ο πατρας μου τη διχαλβεργα (βργα με διχλι) κτω απ το σκοιν, για να συγκρατσει το σακ και να μη μπουμπουρσει, να μη γερει δηλαδ στο πλι το σωμρι, πηγανουμε στην λλη μερι, φορτνουμε και το λλο σακ, με τη διχαλβεργα σφηνωμνη ανμεσα στο σκοιν και το σακ.

     Ξεκινμε για το χωρι. Αν το να σακ χει πιο λγες ελις, ο πατρας μου θα κρεμσει στη μερι του το λανι και την τσντα με τα πιατικ για να ισορροπσει το σωμρι. μως τις περισστερες φορς το γομρι εναι πλρες (δυο σακι κνουν να γομρι, εν το να σακ λγεται μιγμι), οπτε τα υπλοιπα πργματα κατανμονται εκατρωθεν.

     Στο χωρφι θ' αφσουμε το σκαμν, τα πανι και τις κατσονες. Το σκαμν θα το ρξουμε κτω και τις κατσονες θα τις κρεμσουμε ανμεσα στα κλαδι ενς λιδεντρου για να μη φανονται και μας τις κλψουν. Τα πανι θα τα αφσουμε απλωμνα κτω απ να λιδεντρο, αφο θα χουμε ραβδσει λγες ελις. τσι το μζεμα τους θα απαιτσει κποιο χρνο, πργμα που θα αποθαρρνει κθε επδοξο κλφτη. Στο χωρφι θα μενουν και κποια σακι ελις. Αυτς θα τις κουβαλσει ο πατρας μου με τον γιδαρο μια βροχαδι, δηλαδ μια βροχερ ημρα, κατ την οποα το ρβδισμα θα εναι αδνατο. χι ββαια αν βρχει ολημερι. Μπορε να βρχει μχρι το μεσημρι και τα μουρλα να εναι τσο βρεγμνα στε να μη μπορομε να τα ραβδσουμε. τσι εναι ο μνος τρπος για να αξιοποισει ο πατρας μου το απγευμα. Και πρπει να το αξιοποισει, γιατ οι ελις πρπει να μαζευτον σο το δυνατ πιο σντομα. Αλλις υπρχει κνδυνος να χαθον απ δυνατ αρα ακμη κι απ χαλζι, πως γινε πριν απ πντε χρνια. Γι' αυτ, κατ την περοδο του λιομαζματος, οι Κυριακς δεν εναι αργες. Οι μνες αργες που τηρονται εναι τα Χριστογεννα και τα Φτα. χι η πρωτοχρονι.

     Στο χωρι θα φτσουμε το σορουπο, αν χι τη νχτα. Μια μακρι σειρ απ γαδουρκια περπατνε κατ μκος του αμαξιτο, προς το χωρι, συρροντας απ λους τους χωματδρομους. Λγο πριν τη μεσοχρια εγ με τη μητρα μου στρβουμε αριστερ, στο μονοπτι προς τα περιβλια, για το σπτι μας. Ο πατρας μου θα συνεχσει προς την λλη κρη του χωριο, που βρσκεται το εργοστσιο (ελαιοτριβεο). Θα αδεισει τις ελις στο καμαρκι μας (να μικρ δωματικι), απ που θα τις προυν οι εργτες του εργοστασου ταν ρθει η σειρ μας ν' αλσουμε τις ελις. Δεν πρπει να μενουν αλεστς πνω απ τρεις βδομδες γιατ χαλνε, και το λδι που βγζουν εναι βαρ, πνω απ δυο οξα, εν θα πρπει να 'ναι λιγτερο απ να, γραμμς πως λμε. Αν μλιστα οι ελις εναι απ τον κπο, να χωρφι μας ποτιστικ, με πηγδι κι ανεμμυλο, που βζουμε τα κηπευτικ, ο χρνος αυτς μεινεται στη μια βδομδα. Οι ποτιστικς ελις χαλον εκολα.

     ταν γυρσει ο πατρας μου απ το εργοστσιο, θα ποτσει το γιδαρο και θα του βλει να φει χυρα μτια στη ματζαντορα του, ανακατεμνα με κοπανισμνα κομματιασμνα χαροπια, για να 'ναι πιο νστιμα και το φαγητ πιο δυναμωτικ. Εντω μεταξ η μητρα μου θα φτιχνει το βραδιν φαγητ, αν δεν χει περισσψει μεσημεριαν. Εγ θα περιμνω καθισμνος δπλα στο τζκι, με τη γτα.

     Μια τελευταα δραστηριτητα εναι και το κψιμο των κλαδιν. πως επαμε, λο και πιο συχν χρησιμοποιον κατ το ρβδισμα το μπαλταδκι το αλυσοπρονο, για να κψουν δσκολα κλαδι, που ραβδζονται μετ πιο εκολα απ χμω, καθς μλιστα θα κβονταν που θα κβονταν κατ το κλδεμα. σα κλαδι χουν χοντρ κουτσορι, τους κβουν τις φοντες και το κουτσορι γνεται καυσξυλο. ταν μαζεεται και το τελευταο λιδεντρο κι υπρχει χρνος, κποιος μαζεει τα κλαδι σε μικρος σωρος και τους βζει φωτι, εν οι λλοι ασχολονται με το λχνισμα, με το μζεμα των πραγμτων, κ.λπ. Μεγλη εξοικονμηση χρνου εναι να τελεισουν λοι ταυτχρονα.

     Στην παραπνω εικνα χουν συντελεσθε και λλες αλλαγς εκτς απ αυτς που δη περιγραψα.

     Προπολεμικ, τα μουρλα στρνονταν με τις ανπλες, που ταν υφαντς στο αργαστρι, πως λμε στην Κρτη τον αργαλει, με στημνι απ λινρι κι υφδι απ μπαμπκι. ταν φτιχτηκε ο συνεταιρισμς, φερνε τπια σπρο φασμα, τα πανι, τα οποα αντικατστησαν τις ανπλες. Αυτ τα πανι εναι που πρλαβα εγ. Ανπλες μως εξακολουθοσαν να λνε τις λιντσες, παλι σχισμνα σακι που τα νοιγαν, τα μπλωναν και τα χρησιμοποιοσαν κατ το στρσιμο. Μεταπολεμικ χρησιμοποιθηκαν για στρσιμο και κτι πανι σαν αλεξπτωτα, που περικκλωναν το μουρλο. Λνε μλιστα πως ταν φθαρμνα αλεξπτωτα. πως και να 'ναι ταν πολ ακριβ και μνο δυο-τρεις πλοσιοι στο χωρι τ' αγρασαν. Εγ δεν τα 'δα ποτ μου.

     Στις αρχς της δεκαετας του '60 καναν την εμφνιση τους τα δχτυα. Αυτ τα δχτυα χρησιμοποιονται μχρι σμερα. Μοιζουν με τα ψαρδικα, μνο που χουν πολ μικρς τρπες, για να μην περννε οι ελις ανμεσα. Εναι πιο ελαφρ, πιο φθην, και πιο βολικ και γργορα στο στρσιμο. Επσης πλνονται πιο εκολα. Γιατ, πρπει να πομε, αφο τελεισει το λιομζωμα, πανι, σακι και δχτυα πρπει να πλυθον, για να φγουν τα λδια. Αλλις, αφενς σαπζουν πιο εκολα κι αφετρου γνονται γλυκ δεσμα για τα ποντκια.

     Γρω στο '70 εμφανστηκαν κτι ραβδιστρια σαν τσουγκρνες, με κοντ χρι, πλαστικ. Ελχιστοι τα χρησιμοποησαν, μεταξ των οποων και εγ, κουβαλντας την να τεχνολογα κποια Χριστογεννα απ την Αθνα. Εξακολουθ να πιστεω τι ταν τουλχιστον εξσου αποτελεσματικ με την κατσονα, ιδιατερα στο ρβδισμα απ κτω, και το τι δεν διαδθηκαν το απδωσα στον μφυτο συντηρητισμ των αγροτν. Αυτς ο συντηρητισμς φνηκε εξλλου αρκετ καθαρ μετ την εισαγωγ των πραγματικ επαναστατικν ραβδιστικν μηχανημτων, αμσως στις αρχς της 10ετας του '80. Η απδοση τους ταν πρα απ κθε σγκριση κι μως οι δισταγμο κι οι αμφιβολες, πως κι η διγκωση κποιων μειονεκτημτων (πετον μακρι τις ελις, ξω απ τα δχτυα και σπζουν πολλ μτια) εξακολουθον να υπρχουν και τρα. τσι η κατσονα χρησιμοποιεται ακμη αρκετ.

     Τα ραβδιστικ αυτ εναι μηχανοκνητα. Μια ρβδος που στην κορφ της χει κτι πλαστικ κρσια, περιστρφεται και τα κρσια κτυπον τις ελις και τις ρχνουν κτω. Την περιστροφικ κνηση την δνει βενζινοκνητη μηχαν  μπαταρα. Η μπαταρα φορτζεται το βρδυ στο σπτι, συνδεμενη μσω ενς ειδικο μηχανματος με μια πρζα. Η απδοση των ραβδιστικν αυτν εναι μχρι και τετραπλσια της κλασικς κατσονας, εναι μως πιο κουραστικ. Αυτ που δουλεουν με μπαταρα εναι πιο ξεκοραστα, αλλ λιγτερο αποδοτικ.

     Το λεσμα προπολεμικ γινταν στις φμπρικες, που η μηχανοκνηση γινταν με ζα. Μετ ρθαν πετρελαιοκνητα μηχανματα, μως η τεχνικ παρμεινε η δια: σπσιμο των ελιν σε χοντρς μυλπετρες και μετ συμπεση της ζμης στε να στζει το λδι. Σμερα υπρχει η τεχνικ της φυγοκντρισης, με πολ μεγαλτερη απδοση, που ελαχιστοποιε την πυρνα, η οποα εξλλου περιχει ελχιστο λδι κι τσι, μη επιδεχμενη παραπρα κατεργασα, εναι μειωμνης αξας. Κατ καννα κατακρατεται απ τα ελαιουργεα.

     Πιο επαναστατικ υπρξε η τεχνικ του φυσματος των ελιν πριν εισαχθον για σπσιμο, να μηχανικ λχνισμα πριν το λεσμα. Η τεχνικ αυτ κανε την εμφνιση της στα εργοστσια μας γρω στο '70. Μεωσε κατ πολ το χρνο (και το κστος) του μαζματος κι η εκνευριστικ κυριολεκτικ διαδικασα του λιχνσματος, μπρεσε να παραμεριστε. Στη θση τλος του ξεφυλλσματος ρθε το κοσκνισμα, που εναι πολ λιγτερο χρονοβρο. Η διαδικασα αυτ του κοσκινσματος εναι αναγκαα γιατ το μηχανικ λχνισμα στο εργοστσιο εναι αποτελεσματικ στα φλλα, χι μως και στα μτια και με τον παλι τρπο μαζματος τους κατ το σκιασμα πνω στα δχτυα, το ξεφλλισμα  δηλαδ, ξφευγαν αρκετ, ιδιατερα τα πολ μικρ. Αν αλεστον ελις με μτια δνουν βαρ λδι, με πολλ οξα, πως λνε.

     Η κοσκινστρα εναι να τετργωνο πλασιο με να δικτυωτ πλγμα στο κτω μρος και στηρζεται σε τσσερα πδια. Την τοποθετομε πνω σε απλωμνο δχτυ που πφτουν οι ελις, που τις σακιζουμε στη συνχεια. Κι εδ χουν επινοηθε πατντες, που με την προσθκη ενς τσγκινου, κολου πτου, αμσως κτω απ το πλγμα, που καταλγει σε χων, οι ελις πηγανουν κατευθεαν στο σακ.

     Οι ελις δεν κουβαλιονται πια με γαδουρκια. χι γιατ τα γαδουρκια αντικαταστθηκαν με αυτοκνητα, αλλ γιατ τις ελις τις κουβαλον τρα φορτηγ για λογαριασμ των τεσσρων εργοστασων που διαθτει η κοιντητα, δο ιδιωτικ και δο συνεταιριστικ. Υποχρωση ββαια του ιδιοκττη εναι να 'χει τα σακι μαζεμνα σε βολικ σημεο για φρτωμα. Οι ελις επσης δεν αδειζονται πια σε καμαρκια, αλλ μνουν στα σακι. Τα σακι τα δανεζουν τα εργοστσια, μια κι η αγορ τους, κατ τα πρτα τουλχιστον χρνια, ταν σημαντικ επνδυση. Σμερα μως οι περισστεροι αγρτες χουν τα δικ τους σακι και δανεζονται ελχιστα. Οι καινοτομες αυτς εισχθηκαν απ τα δο ιδιωτικ εργοστσια, που εμφανσθηκαν κατ το 70 και για να αντιμετωπσουν τον συναγωνισμ τους αναγκστηκαν να τα μιμηθον και οι συνεταιρισμο.

     Παλι, για τη διευκλυνση του μαζματος μσω ενς καταμερισμο, γινταν οι λεγμενοι «δανεικο», σμερα εγ στο χωρφι σου, αριο εσ στο δικ μου. Σμερα μως λο και πιο συχν γνεται η προσφυγ στη μισθωτ εργασα κι ο αντκτυπος του εργατικο κινματος καθς κι η λλειψη εργατικν χεριν χουν κνει το 8ωρο σχεδν υποχρεωτικ. Το 8ωρο ββαια μπορε να παραταθε κι ο μισθς να συμπιεσθε για τους ξνους εργτες, κυρως Μακεδνες που εργζονται για να βγλουν το λδι της χρονις τους, μια εποχ που στον τπο τους εναι νεκρ για οποιαδποτε γεωργικ απασχληση και τελευταα Αλβανος. μως κι οι μικροδιοκττες που δεν καταφεγουν στη μισθωτ εργασα σχολον τρα πιο νωρς. Με τη δση του λιου λος ο κσμος βρσκεται στα σπτια του, εν παλι βρσκονταν στους δρμους, νυχτιασμνοι, με τα γαδουρκια τους να γκαρζουν, αυτο να τα βρζουν κι οι δρμοι να βρωμοκοπον φρσκια καβαλνα. Γραφικ εικνα μιας δσκολης εποχς.

     Πριν τους δανεικος, τον μεσοπλεμο, γνονταν οι λεγμενοι αγκαρικο. Οι ευκαιρες απασχλησης ελχιστες κι οι φτωχο ταν ευχαριστημνοι να κμουν να μεροκματο με μνη αμοιβ το φαγητ τους. Πολ φτωχ αμοιβ, μα την αλθεια και γι' αυτ νας πλοσιος χωριανς μου, προκειμνου να δελεσει κσμο για αγκαρικος, κατφευγε σε πρσθετα κνητρα. τσι κθε βρδυ διοργνωνε γλντι στο οποο γνονταν αυστηρτατα δεκτο μνο σοι εχαν κνει αγκαρικο την δια μρα. Σμερα, για τους φτωχος γρους αγρτες που δεν εναι πια ξοι  να μαζεουν μνοι τους τις ελις τους και τα παιδι τους εναι μακρυ, καθς και για κενους που χουν λγα χωραφκια αλλ το υπαλληλκι λλες εργασες τους χουν κρατσει μακρι απ' το χωρι τους, μια λση εναι να δσουν τις ελις τους σεμισακς. Ο σιμιστορας αναλαμβνει την καλλιργεια κι ο ιδιοκττης τα ξοδα (λιπσματα κ.λπ.) και παρνουν συνθως μισ-μισ το λδι και την επιδτηση, που δνεται τα τελευταα 10 περπου χρνια. Σιμιστορες σ' εφορο μρος, πως εναι η επαρχα μας, μπορον να βρεθον ακμη, μως ακοω πως σ' λλα μρη της Ελλδας αγροτικς περιουσες, κατ βση λιοχραφα, χουν κυριολεκτικ ρημξει (ερημσει) γιατ δεν βρσκεται κανες, ναντι οποιασδποτε αμοιβς, να τα καλλιεργσει.

     Πριν κλεσουμε το κεφλαιο για την ελαιοπαραγωγ, θα πρπει να αναφρουμε πως μικρ τμμα των ελιν χρησιμοποιεται για φγωμα. Απ τις λιγαρς, που χουν χοντρς ελις, διαλγουν τις καλτερες και τις βζουν σε κιοπι. Κατ στρματα βζουν αλτι και στο τλος συμπληρνουν με νερ. Μ' αυτ τον τρπο φεγει η πικρλα τους. Τις ελις αυτς τις λμε αλατσολις. Εκτς απ αυτς κνουν και τις κοπανιστς. Οι κοπανιστς γνονται με τις γουρες, πρσινες ελις. Τις κοπανζουν και τις βζουν σε κιοπι με νερ, που το αλλζουν τακτικ, για να φγει κι εδ η πικρλα. σοι θλουν μπορον να βλουν κι αλτι, για να νοστιμσουν. Σμερα αυτς τις ελις τις κνουν λο και πιο σπνια, σως γιατ χουν περισστερη φασαρα. Παλι κνανε κι ελις τουρσ. Χρησιμοποιοσαν μως μια σπνια ποικιλα, τις μηλολις, που ταν σα μικρ μλα, αλλ και τις μουρατολις, που εχαν το σχμα της συνηθισμνης ελις αλλ ταν πολ μεγλες και που συνθως τις καναν αλατσολις. Στις ελις αυτς καναν μια τρπα με καρφτσα και τις βαζαν μετ σ' να βζο με ξδι.

3.β. αμπελουργα

     Το λδι ταν κι εξακολουθε να εναι, το κριο προν του χωριο μου. Δπλα σ' αυτ μως υπρχαν κι λλα, σε πολ μικρτερη μως ποστητα, που κατ βση προοριζταν γι' αυτοκατανλωση. Και πρτα-πρτα τα σταφλια. Παλι, σχεδν λοι οι χωριανο μου εχαν το αμπλι τους. Απ την κατοχ μως και μετ, ρχισαν να τα ξεπατνουν. Ο πρτος παργοντας που τους οδγησε σ' αυτ ταν οι διοι οι κατακτητς, οι οποοι κυριολεκτικ τα ρμαζαν. Ο πατρας μου εχε να αμπελκι κοντ δο στρμματα στη θση Πλατ Χωρφι. να μικρ μρος απ τα σταφλια που βγζαμε το τργαμε, να λλο το κναμε γλυκ του κουταλιο, και την υπλοιπη παραγωγ την κναμε σταφδα. Το κλδεμα, το σκψιμο, το ψκασμα και το θειφισμα ταν απαρατητα για μια καλ σοδι. Ακμη λνε την παροιμα:

   «στις 25 του Μρτη, οτε κοντουρος πετεινς (με κοντ ουρ) μες στ' αμπλι»

     Τσον ευασθητες εναι οι ργες που μλις αρχζουν να εμφανζονται.
     Ο τργος γινταν τον Αγουστο. Κβαμε τα σταφλια, τα καθαρζαμε απ τις κακς ργες, με τα βουτηχτρια τα βουτοσαμε σε να βαρλι νερ ανακατεμνο με ποτσα, και τα απλναμε να λιαστον ετε στην ταρτσα του σπιτιο μας ετε στην «ψυγι».

     Την ψυγι την θυμμαι αμυδρ. Με να τραπεζοειδς ξλο που εχε μια μακρι ξλινη λαβ στην πνω μικρ επιφνεια του, σαν σκουπξυλο, ο πατρας μου κοπναγε το χμα αφο το βρεχε, σε μια ακλυπτη επιφνεια κμποσων τετραγωνικν μτρων, μχρι που σχηματιζταν μια συμπαγς κροστα με λεα επιφνεια, στε να μη γεμζουν χματα τα σταφλια που απλναμε πνω. Τα απλωμνα σταφλια μεναν κμποσες μρες εκε, μχρι που ψνονταν, παρνοντας το γνωστ ξανθ χρμα της σταφδας. Τις σταφδες πειτα τις σακιζαμε και τις πουλγαμε. Κρατγαμε φυσικ αρκετς για μας. 'Αλλες τις τργαμε το χειμνα με το κρο, για να ζεσταθομε κι λλες τις παιρνε η μητρα μου κι φτιαχνε γλυκ, τα περφημα σταφιδωτ, ζυμρι με γμιση πολτ σταφδας. Τα σταφιδψωμα δεν τα συνηθζαμε.

     Η ψυγι εχε το μειονκτημα τι χρειαζταν κποιος χρνος και κπος για την κατασκευ της, αλλ και το πλεονκτημα τι γλιτναμε τη μεταφορ. ταν μως η παραγωγ μειθηκε κι νας παργοντας της μεωσης της ταν τα πουλι, που οτε τα «μπαντιγερλια» (ταινες απ κουρελπανα) οτε τα σκιχτρα τα σκιζαν, ο πατρας μου σταμτησε να φτιχνει ψυγι και τα σταφλια τα κουβαλγαμε σπτι, κπου δυο χιλιμετρα μακρι. ταν μως μια χρονι συνειδητοποησε τι απ την παραγωγ, που ταν σχετικ ικανοποιητικ, οτε το μεροκματο μας δεν εχαμε πληρωθε, τσο χαμηλ ταν η τιμ της σταφδας, ξεπτωσε το αμπλι και στη θση του φτεψε λιδεντρα, γρω στο 1960. Και δεν το μετνιωσε. Κπου ττε ξεπατθηκαν και τα δο λλα αμπλια που εχαν απομενει, σε μια περιοχ που προπολεμικ ταν γεμτη αμπλια.

     Αμπλια μως εχαμε και «στα ρη» αλλις Θριπτ, να μικρ οροπδιο, αμφιθεατρικ, στα βορειοδυτικ της οροσειρς που βρσκεται πσω απ το χωρι μας σε ψος 650 περπου μτρα, κτω ακριβς απ τη ψηλτερη κορφ, που χει ψος 1200 μτρα περπου. Εκε υπρχαν «μαγατζδες», μικρ σπιτκια με το πατητρι τους, που οι ιδιοκττες «ξμεναν» (ξω μεναν), διανυχτρευαν δηλαδ, κατ το μζεμα των σταφυλιν και την προετοιμασα του μοστου, μια και η απσταση ταν περπου τρεις ρες με το «χτμα» (το ζο δηλαδ, μουλρι γιδαρο), και το πηγαινλα ταν εντελς ασμφορο. Το πευκοδσος (να μεγλο τμμα του κηκε στην πυρκαγι -διβαζε εμπρησμ- του 1987) που περικλειε το οροπδιο αυτ κανε το κλμα υπροχο για παραθερισμ. ταν μουν παιδ θυμμαι που πολλο χωριανο περνοσαν βδομδες ολκληρες τα καλοκαρια εκε. Κακοπερασμνοι λοι και προπαντς τα παιδι, πγαιναν εκε «να παχνουν», καθς ο καθαρς αρας και το χωνευτικ νερ νοιγαν την ρεξη. Ακμη ταν ιδανικ μρος για την αποθεραπεα των φυματικν. Παλι η Θριπτ ταν ξακουστ για τα πανηγρια της. Κρατοσαν συνθως να 15μερο, απ 1η ως 15η Σεπτεμβρου, την επομνη της εορτς του Τιμου Σταυρο. λοι καναν τα αδνατα δυνατ να βρεθον σ' αυτ τα πανηγρια. σοι δεν εχαν χρματα «ξκοβαν» τα χαροπια τους, δηλαδ πληρνονταν αμσως απ τον μπορο σε μια τιμ που ταν κτω της αναμενμενης, και που μποροσε να αποδειχτε πολ πιο κτω απ' αυτν με την οποα θα πληρνονταν οι λλοι αργτερα.

Οι φτωχο που δεν εχαν μεταφορικ μσο, προθυμοποιον¬ταν να μαζψουν τα χαροπια των πλουσων, με χαμηλ μεροκματο, για να χρησιμοποισουν τα ζα τους να πνε στα ρη.

     Η Θριπτ, παρλο που ανκει στην κοιντητα Κτω Χωρου, χει «μαγατζδες» απ' λα τα χωρι, ανκατους. τσι, με δεδομνο τον θρησκευτικ χαρακτρα των πανηγυριν για την γιορτ του Τμιου Σταυρο και του Αγου Νικτα, η λαοσναξη αυτ παιρνε τη μορφ της αμφικτιονας. Καινοργιες φιλες αναπτσσονταν και γνονταν πολλ συνοικσια. Σμερα διατη¬ρεται μλις να γιορταστικ διμερο, στις 13 και 14 Σεπτμβρη.

     Το 1978 φτιχτηκε δρμος, χωματδρομος φυσικ, για να περνον αυτοκνητα, και τσι περισστερος κσμος πηγανει τρα στα ρη, μως λοι τους σχεδν επιστρφουν το διο βρδυ, το πολ να μενουν το Σαββατοκριακο. Κποιοι ββαια, γροι συνταξιοχοι, κθονται περισστερες μρες.

     Η οικονομικ ανπτυξη του τπου με τον τουρισμ και τα θερμοκπια, για τα οποα θα μιλσουμε παρακτω, καθς κι η διευκλυνση με την κατασκευ του δρμου, οδγησαν σε να οικοδομικ οργασμ. Οι απλο μαγατζδες δωσαν τη θση τους σε μικρς βιλτσες, με λες σχεδν τις ανσεις ενς αστικο σπιτιο. Το δκτυο δρευσης αντικαταστθηκε φτος με να πιο σγχρονο, που τροφοδοτεται απ μια καινοργια γετρηση κι λο και περισστεροι χωριανο βρσκουν τρα προτιμτερο να συνδεθον με το δκτυο αυτ, απ το να κουβαλον νερ απ τις βρσες, πως καναν παλι.

     Τα πρτα 7 τηλφωνα μπκαν πριν λγο καιρ. Υπρχει ββαια απ παλι μια τηλεφωνικ γραμμ στο καφενεο του Καζαντζκη, για χρση του αγροφλακα, που τη χρησιμοποιε φυσικ ο καθνας. Μετ την πυρκαγι του '87, υπρχει και δασοφλακας με ασρματο. Αναμνεται επσης κι η ηλεκτροδτηση απ να γειτονικ ορειν χωρι, με το χαρακτηριστικ νομα «Ορν».

     Τα σταφλια εδ, στη συντριπτικ τους πλειοψηφα εναι μαρα και χρησιμοποιονται για κρασ. Πατιονται στο πατητρι και ο μοστος φυλγεται, κυρως σε πιθρια. Τα στρφυλλα, τα πατημνα σταφλια δηλαδ, που χει βγει ο μοστος, φυλσσονται και αυτ, και αργτερα πηγανουν για καζνισμα (απσταξη) και βγζουν ρακ. Εδ η παραγωγ εναι σχεδν αποκλειστικ για αυτοκατανλωση. Ελχιστο κρασ ρακ πουλιται. Εκτς απ κλματα, σχεδν κθε πεζολα (αναβαθμς) χει και μια απιδι (αχλαδι), , πιο σπνια, μηλι καρυδι. σα απδια, μλα καρδια δεν προλαβανουν να τα φνε οι ιδιοκττες τους να τα κλψουν οι γειτνοι, πφτουν και σαπζουν. Για πολημα οτε λγος. Η μεταφορ εναι ασμφορη.

3.γ. αμγδαλα

     Τα μγδαλα ταν λλο πρσθετο εισδημα. Τα μαζεαμε κατ τον Αγουστο. Τα ρχναμε απ τις αμυγδαλις με τα δια μακρι κοντρια που χρησιμοποιοσαμε και για τις ελις τις τμπλες και τα μαζεαμε με τα χρια. Σπνια αργτερα χρησιμοποιοσαμε δχτυα. Τα βρδια καθμασταν στην αυλ και τα καθαρζαμε. πειτα τα απλναμε στην ταρτσα, στον λιο. Μετ απ μερικς μρες, αφο λιαζντουσαν αρκετ, τα σποσαμε, αφο πρτα τα βρχαμε για να διευκολυνθομε στο σπσιμο και πουλγαμε τη «ψχα». Κι εδ οι τιμς ρχισαν να γνονται εξευτελιστικς γι' αυτ τις αμυγδαλις δεν τις καλλιεργοσαμε καθλου, πως λος ο κσμος λλωστε. τσι κποια στιγμ σταματσαμε να πουλμε, αφενς γιατ μειθηκε η παραγωγ και αφετρου γιατ προτιμοσαμε, τα λγα αμγδαλα που βγζαμε, να τα φμε, παρ να τα πουλσουμε σε ττοιες χαμηλς τιμς. Η μητρα μου φτιαχνε περφημα αμυγδαλωτ, με ζμη απ σπασμνα αμγδαλα. Σμερα οι περισστερες αμυγδαλις χουν ξεπατωθε, και στη θση τους χουν φυτευτε ελαιδεντρα. Μνο σες βρσκονται ακριβς πνω στις κρες των χωραφιν, αφαιμσσοντας με τις ρζες τους το χωρφι του γετονα, χουν σωθε.

3.δ. χαροπια

     Η χαρουπι, δνδρο ογκδες κι ανθεκτικ, δεν χρειζεται καμι περιποηση. τσι ο μνος κπος εναι το μζεμα. πως κι οι αμυγδαλις, εναι φυτεμνες στην κρη των χωραφιν. Το μζεμα ξεκινει τον Σεπτμβρη, μια συγκεκριμνη ημρα που καθορζεται απ τις αρχς, στε να μη μαζεονται αγνωτα τα χαροπια. Και αυτ γιατ παρνουν αρκετ νωρς το σκορο καφ τους χρμα κι ο μπορος δεν μπορε να προσδιορσει το βαθμ ωριμτητας τους. Η συγκομιδ γνεται πως και με τα αμγδαλα, ρχνονται κτω με την τμπλα, μαζεονται με το χρι, και ταν γεμζει ο κουβς το καλθι, τον αδειζουν σε να σακ. Επειδ εναι ογκδες προν, με το μζεμα και το ρβδισμα ασχολομαστε εγ με τη μητρα μου κι ο πατρας μου με τη μεταφορ στην αποθκη του συνεταιρισμο ενς εμπρου. μως δεν πληρνεται αμσως, θα πρπει να περιμνει να πουλσει ο μπορος τη σοδει, μετ απ δυο-τρεις μνες, για να πληρωθε. Ο μπορος θα πρπει να πληρσει περπου στην τιμ που πλρωσαν κι οι λλοι μποροι, ακμη και αν ο διος πολησε φτηντερα, διαφορετικ θα χσει την πελατεα του την ερχμενη χρονι, εκτς του τι κινδυνεει να χαρακτηρισθε απατενας. Τα χαροπια δεν τα πουλγαμε λα, να τμμα το κρατοσαμε για ζωοτροφ. Τα πολ παλι χρνια, που δεν τα πρφτασα, φτιχνανε και χαλβ απ τα χαροπια. Πεσα τη μητρα μου κποτε να μου φτιξει, αλλ δεν μου ρεσε. Δεν ξρω αν εχε αποτχει η συνταγ απλ δεν μου ρεσε επειδ δεν ταν τσο γλυκς σο του εμπορου.

3.ε. σπορ

     Παλι οι χωρικο σπερναν πρα πολ. Κατ' αρχν, σπερναν σιτρι και κριθρι. Τα παλι χρνια που, πως λνε, «υπρχε φτχεια», οι νθρωποι σπερναν κυρως κριθρι, και κατ δετερο λγο σιτρι. λοι τρωγαν κριθαρνιο ψωμ, εν το σταρνιο εθεωρετο εδος πολυτελεας. ταν καμι φορ μιλνε για εκενα τα χρνια, για να τονσουν το μγεθος της φτχειας που υπρχε, λνε τι τρωγαν «κριθινοκουλορα», απ το σχμα που διναν στο κριθαρνιο ψωμ. Σμερα οι κριθινοκουλορες πουλιονται πανκριβα στα σουπερμρκετ της Ιερπετρας, καθς το κριθαρνιο ψωμ θεωρεται διαιτητικ τροφ και μια ενδιαφρουσα «ρετρ» διατροφικ ποικιλα.

     Οι λγοι που προτιμοσαν να σπρνουν κριθρι ταν δο. Ο κυριτερος, τι τα χυρα του κριθαριο εναι πιο μαλακ κι τσι μποροσαν και τα τργανε τα βδια, πργμα που δεν συνβαινε με τα «σταρχερα». Ο δετερος λγος εναι τι υπρχε μεγαλτερη συγκομιδ. Σμερα ββαια, που βδια πια δεν υπρχουν κι χει ανβει το εππεδο ζως, σοι εξακολουθον ακμη να σπρνουν, σπρνουν σιτρι. λλα δημητριακ που σπερναν εκενα τα χρνια, ταν ο βκος κι η τα (βρμη), που τα χρησιμοποιοσαν μως αποκλειστικ για ζωοτροφ, τσο το χυρο σο και τον καρπ. τσι εναι προφανς ο λγος που η καλλιργεια τους χει σμερα ολοκληρωτικ εγκαταλειφθε.

     Αυτ που δεν χει ακμη εγκαταλειφθε, μπροστ στη γενικ εγκατλειψη της σπορς, εναι η καλλιργεια φακς και κουκιν. μως τα κουκι προτιμον τρα να τα σπρνουν στα περιβλια, γιατ, καθς τα σπρια δεν χουν πια τη θση που εχαν παλι στη διατροφ, και μια και η παραγωγ τους γνεται αποκλειστικ για αυτοκατανλωση, η ποστητα που χρειζεται να νοικοκυρι σε φακ και σε κουκι εναι πολ περιορισμνη. 'Αλλος λγος φαντζομαι, εναι τι τα περιβλια βρσκονται κοντ στο σπτι, αν το σπτι δεν βρσκεται μσα στο διο το περιβλι, οπτε εναι εκολο για τη νοικοκυρ να μαζψει χλωρ κουκι για το «τσικλι» (κατσαρλα) της, τα οποα σκορδτα εναι νοστιμτατα. Φρσκα επσης εναι ιδανικς μεζς για τη ρακ. νας τελευταος λγος, υποψιζομαι, εναι τι η κλοπ στο περιβλι εναι πιο δσκολη, γιατ κθε επδοξος κλφτης διατρχει μεγαλτερο κνδυνο να τον δει κανες. Και μια πληροφορα, την οποα επιμνει ο πατρας μου να καταχωρσω και τη καταχωρ σαν μια πρκληση για τους γεωπνους, εναι τι τα κουκι κι οι φακς σπρνονται στη γμωση του φεγγαριο. Μου λει ακμη κποιες παροιμες σχετικ με τη σημασα που χει για τη σοδει η βροχ να λθει την κατλληλη εποχ.

Χαρ στα Γννα τα στεγν
τα Φτα χιονισμνα
και τα Λαμπρτα βροχερ
τ' αμπρια γεμισμνα.

Καλλι φωτι τ' Αγιο Αντωνιο
παρ νερ το Μη.

Αν κνει ο Μρτης δυο νερ
κι ο Απρλης ολονα
χαρ σ' εκενο το ζευγ
που 'χει πολλ σπαρμνα.

     Μια πληροφορα που μου δωσε ακμα ο πατρας μου για τις ανγκες αυτο του βιβλου κι η οποα μ' εξπληξε κυριολεκτικ, εναι τι παλι σπερναν επσης μπαμπκι και λινρι, μνο για αυτοκατανλωση, στα πλασια της οικονομας της αυτρκειας. Οι χωρικο, αφο μζευαν το μπαμπκι, το πγαιναν στο σπτι τους και το βγζαν απ τις κουκολες. Μετ ερχταν κποιος απ την Κριτσ, να χωρι κοντ στον 'Αγιο Νικλα και το «τουλοπιαζε» μ' να ργανο που το λγανε «δοξρι» και που ταν ο μνος που το διθετε. Στη συνχεια το τουλουπιασμνο μπαμπκι το βζανε στη ρκα, και απ εκε το «κλθανε» (γνθανε) σιγ σιγ με το «αρδχτι» και το τυλγανε σε κλωστ.
     Το αρδχτι ταν να μικρ, μακρουλ ξλο που κανε μια κοιλι λγο πιο κτω απ τη μση. Στο πνω μρος εχε να μικρ γντζο, που γαντζωνταν το νμα, και στο κτω μρος ταν φορεμνος νας ξλινος δσκος, το σφοντλι. Η γυνακα με το αριστερ χρι κρατοσε το αρδχτι απ το νμα, και με το δεξ το δινε περιστροφικς κινσεις, οπτε το νμα, ακολουθντας τις περιστροφικς αυτς κινσεις, στροφιζε και γινταν κλωστ, που τυλιγταν σε κουβρια, περνιταν στο «τυλιγδι», να ξλινο κατασκεασμα σε σχμα Π, με πιο μικρος μως τους κτω βραχονες, στους οποους τυλιγταν το νμα. Μετ φοριταν στην ανμη, να κατασκεασμα απ καλμι, σαν νταμιτζνα, που δεχταν περιστροφικ κνηση. Απ εκε τυλιγταν στα «μασορια», κομμτια απ καλμι, γρω στους 10 πντους περπου, ανοιχτ στις δυο κρες, για να μπορον να μπανουν στη σατα, με την οποα θα φαιναν το νμα στον αργαλι. Τα μασορια μπαιναν στον δραχτο, μια σιδερνια ρβδο, λεπτ, που στην κορυφ εχε μια κεφαλ σαν ποτρι, με ανογματα στα πλευρ. Η βση του μπαινε στο «θρομλι», μια ωοειδ πτρα με εππεδη τη βση της και καμπλο το πνω μρος, στη μση του οποου υπρχε μια τρπα. Στην τρπα αυτ χωνταν το κτω μρος του δραχτου. Η νοικοκυρ δινε περιστροφικς κινσεις στον δραχτο με το δεξ της χρι, βζοντας τη ρβδο ανμεσα στον αντχειρα και στο δεκτη, που ενωμνοι στα κρα τους σχημτιζαν ναν κκλο. Το μασορι ακολουθοσε την περιστροφικ κνηση κι τσι η κλωστ τυλιγταν πνω του.

     Το λινρι, ταν το μαζεανε, το βζανε για οχτ μρες στο νερ. Στη συνχεια το «σπαθζανε» με μακρ ξλο, κοφτερ στην κρη, τη «σπθη», για να βγει το ξυλδες μρος, τοποθετντας το στην «ξυλογαδρα», να ξλο με τρα πδια, τριγωνικ. Μετ το «χτενζανε», πνω σε κτι σαν παλμη με μικρ καρφι, τη «χτενι», για να μενει η μεγλη να. Τη δνανε σα θηλι. ταν αρστης ποιτητας και τη χρησιμοποιοσαν σαν στημνι. Τις μικρς νες τις ξαναπερνοσαν στη χτενι και φτιαχναν τα τουλοπια, δετερης κατηγορας, για φδι. Το λινρι ταν τσο σημαντικ για το ρουχισμ μιας οικογνειας, στε λγανε χαρακτηριστικ:

               «Ο που τρει τον λιναρσπορο, τρει τα ροχα του»

     πως μου λει ο πατρας μου, δεν περιορζονταν μνο στο λινρι, στο μπαμπκι και το προβτινο μαλλ, πως θα δομε παρακτω. Καλλιεργοσαν ακμη και μεταξοσκληκες. Ο παππος μου μλιστα, επειδ δεν εχε πολλς μουρις, νοκιαζε κιλας.

     Ποιος επε τι η πολυτλεια δεν συμβιβζεται με την αρχ της αυτρκειας; Σγουρα σμερα στο χωρι μου φορινται λιγτερα μεταξωτ απ' τι ττε. μως ας ξαναγυρσουμε στο σιτρι απ το οποο διαθτω τις περισστερες εμπειρες. Ο θερισμς ταν πντα μια κοπιαστικ διαδικασα. Καθς δεν γινταν με μηχανματα, αλλ με το δρεπνι, αυτ το σμβολο του μχθου της αγροτις, θα ταν ανητο να παργει κανες παραπνω απ' ,τι χρειαζταν.

     Πιο κοπιαστικ μως απ το θερισμ -σως γιατ δεν συμμετεχα σ' αυτν- μου φαινταν το αλνισμα. Τα στχυα να εναι σκορπισμνα στο αλνι κι εγ πνω στο βωλσυρο που τον σερνε γρω-γρω ο γιδαρος, για να βαρανει, στε τα δντια του, απ κοφτερ πτρα λμα, να σπζουν απ κτω τον καρπ κι ο λιος απ πνω να σκζει την πτρα.

     Μετ ταν το λχνισμα και ακολουθοσε το σκιασμα του καρπο και το σκιασμα των αχεριν, που τα αδειζαμε κατπιν στον αχερινα. Το στρι το φυλγαμε στην αποθκη και το πηγαναμε στον αλευρμυλο λγο-λγο, ανλογα με τις ανγκες μας για ψωμ. Εκενη την εποχ εχε αλευρμυλο και το εργοστσιο του συνεταιρισμο. Εμες δεν εχαμε δικ μας αλνι κι ο πατρας μου κανε τον πρσθετο κπο να κουβαλει τα δεμτια το σιτρι σε ξνο αλνι, που το δανειζταν για να «λωνσει». Κπου το '65 φτιαξε δικ μας αλνι, στο χωρφι που σπρναμε συνθως. Αλνισε νομζω μνο δυο φορς. Οι εξελξεις τον πρλαβαν. παψε πια να σπρνει. Το βρκαμε εντελς ασμφορο και προτιμοσαμε στο εξς ν' αγορζουμε το ψωμ καθς και τ' χυρα που χρειαζμασταν για να τασουμε τον γιδαρο και την κατσκα μας. Και δεν μασταν οι μνοι. Η σπορ σμερα, πως επα, χει σχεδν εγκαταλειφθε.

3.στ. ραντολι

     Εδ θα πρπει να μιλσω για μια ακμα δραστηριτητα της φτχειας, το ραντολι. Σταχομαζχτρες στο χωρι μας δεν εχαμε, σαν αυτ που περιγρφει ο Παπαδιαμντης στο ομνυμο διγημα του, μως ραντολοστρες στις ελις υπρχαν αρκετς. ταν τλειωναν τις δικς τους ελις πγαιναν στα χωρφια που οι ιδιοκττες τους τα εχαν δη ραβδισμνα και μζευαν τις ελις που εχαν μενει χμω. Οι πλοσιοι χωρικο, αλλ κι λοι σοι πλρωναν μεροκματο, δεν φηναν ποτ τους εργτες τους να τις μαζψουν, γιατ ταν ασμφορο. τσι στα χωρφια τους υπρχε πλοσιο ραντολι. Σμερα ββαια χι μνο ραντολι δεν υπρχει, αλλ οτε κι ο πιο φτωχς δεν θα καθσει να μαζψει τις ελις που θα πσουν χμω. σες πσουν ξω απ τα δχτυα θα γνουν λπασμα. Το ασμφορο της υπθεσης δεν εναι ο μνος λγος που σταμτησε το ραντολι. Αρκετ μετροσε κι η μεωση γοτρου. Το ραντολι απ δεκτης φτχειας γινε σιγ-σιγ δεκτης εξαθλωσης κι οι ραντολοστρες χαναν σε γητρο.

     Εκενα τα χρνια ραντολογοσαμε κι εμες τα παιδι. τσι εξοικονομοσαμε το χαρτζιλκι μας, που το βλπαμε με το κιλι. Τις ελις τις πουλγαμε στον πατρα ενς συμμαθητ μου, που μζευε λα τα ραντολγια. ταν αδνατο να μαζψει κανες τση ποστητα στε να τις δεχτε το εργοστσιο για λεσμα, αν κι υπρχαν κι εξαιρσεις. τσι τις πολαγαν στον παραπνω μπορο.

     Τα παιδι δεν κναμε μνο ραντολι στις ελις, πως οι γυνακες. Κναμε και στα χαροπια και στα αμγδαλα. Η ποστητα μως που μαζεαμε ταν μικρ κι τσι συμπληρναμε απ' τη σοδει των γονιν μας, ιδιατερα στα μγδαλα, για να βγλουμε το εισιτριο στον θεριν σινεμ του χωριο μου. Εννοεται ββαια κρυφ απ τους γονες μας, παρλο που αυτ την κλεψι τη θεωροσαμε αποδεκτ. Κποιοι ββαια απ μας, κυρως αυτο που ζοσαν στη μεσοχρια, λυμανονταν τις ταρτσες των διπλανν σπιτιν, που οι γειτνοι εχαν απλσει τα δικ τους αμγδαλα να ξεραθον.

     νας φλος μου επιχερησε μια κομπνα και στα χαροπια, που λγω του γκου τους ταν απρσφορα για ττοιου εδους παρανομες. ταν ο μπορος του ζγισε το σακ τα χαροπια του, αυτς του επε: «'Ασε Γιννη, θα τα φκαιρσω (αδεισω) εγ», θλοντας τχα να του προσφρει εκδολευση. Αυτς κτι ψυλλιστηκε και του επε: «'Ασε, τα φκαιρανω και μνος μου». Τα αδειζει πργματι και μαζ με τα χαροπια κλησε και μια τερστια κοτρνα.

     Τλος, μια μορφ ραντολογιο εναι και το μζεμα των κονδλων απ τα «ξυνδια» (να ζιζνιο που βρσκεται σε αφθονα στην Κρτη), μετ το ργωμα των χωραφιν, τα λεγμενα «φιστκια της γης». Τα φιστκια αυτ τα ψναμε στο τηγνι και τα πουλγαμε στα καφενεα.

3.ζ. κηπευτικ κι οπωρικ

     Αφνουμε τα χωρφια και πλησιζουμε το χωρι. λα τα περιβλια χουν πορτοκαλις, μανταρινις, λεμονις και ρογδις. Αρκετ χουν και μουσμουλις, τζανερις και μπουρνελις. Ελχιστα χουν συκις. Κποια χουν και κληματαρις κι αμυγδαλις. Τα προντα τους εναι λα για αυτοκατανλωση. σα φνε οι ιδιοκττες τους, σα κλψουν οι περαστικο κι σα σαπσουν.

     ταν μασταν μικρο, πως λγαμε «πμε να παξουμε;» λγαμε «πμε στην κλεψ;», και πηγαναμε. Συνθως ββαια στα πορτοκλια και στα μανταρνια, που υπρχε αφθονα κι αν μας τσακνανε δεν επρκειτο να μας κνουν και τποτα. Μια χρονι μλιστα που οι πορτοκαλις ταν φορτωμνες, σο ποτ μχρι ττε, με πορτοκλια (μασταν ττε μαθητς Λυκεου) πγαμε τσσερις φλοι στο περιβλι του θεου κποιου απ μας, χωριστκαμε σε δο ομδες, πισαμε απ μια πλευρ του περιβολιο και παζαμε πορτοκαλοπλεμο. ταν σταματσαμε «σουρνανε» κυριολεκτικ τα ροχα μας απ τα ζουμι.

     Οι χωριανο μου απ κηπευτικ -πντα για οικιακ κατανλωση- καλλιεργον κυρως ντομτες, μπμιες, φασλες, φυλλδες (λχανο), καθς και κολοκθια, αγγορια, πιπερις και μελιτζνες. Δυο φορς το χρνο φυτεουν παττες, που αποτελε βασικ εδος διατροφς. Τις βζουν στη λγωση του φεγγαριο και μλιστα η πιο κατλληλη μρα, λνε, εναι η πρτη Παρασκευ απ την πανσληνο. ταν φυσει βορις εναι ακμη καλτερα.

     Στην κρη του περιβολιο («στσι γρους») εναι φυτεμνες οι αγκιναρις, που χωρς καμι περιποηση προσφρουν νστιμες αγκινρες το Πσχα, που μαζ με τα κουκι εναι ο καλτερος μεζς για τη ρακ.

3.η. παραγωγικς δραστηριτητες στο σπτι

     Απ τα περιβλια φτνουμε στα σπτια. Κθε σπτι χει μια δυο κατσκες, ανλογα με την αντοχ της νοικοκυρς και τα τομα που εχε μια οικογνεια. Παλι, αντ για κατσκες, εχαμε πρβατα, πως και αρκετο λλοι στο χωρι. Τα κουρεαμε και η μητρα μου απ το μαλλ τους πλεκε τις φανλες που φραγαν αυτ και ο πατρας μου.

     Οι μλλινες φανλες προφλασσαν απ τα κρυολογματα, και τις φοροσαν υποχρεωτικ λοι σοι εχαν πθει πλευρτιδα, αρρστια που την πθαιναν συχν εκενη την εποχ, αν κρνω απ τους γονες μου, που και οι δυο την εχαν περσει. Τελικ οι φανλες αυτς μλλον ζημι τους καναν παρ καλ. Δεν τολμοσαν να τις βγλουν το καλοκαρι, γιατ τις εχαν λει συνηθσει και καθς δρωναν και ξδρωναν, λοι ρπαζαν στο τλος βρογχικ. Εμες τα παιδι εχαμε γλιτσει απ αυτς, γιατ αρνομασταν να τις φορσουμε, επειδ ταν, λει, γεροντστικες. Εγ, παρλο που μουν υπερβολικ ευασθητος στα κρυολογματα, λγω αμυγδαλν, ντεξα με επιτυχα στις πισεις των γονιν μου. να παιδ μως, που δεν ξρω πως το κατφεραν οι γονες του, αντιμετπιζε τις ειρωνεες μας, ταν τον βλπαμε, στο μθημα της γυμναστικς, να φορει κτω απ το αθλητικ φανελκι (εκενη την εποχ δεν χρησιμοποιοσαμε φρμες, αλλ κναμε γυμναστικ με φανελκι και σορτς) αυτ τη χοντροφανλα.

     Το γλα της προβτας εναι πολ παχ κι ταν το βρζαμε προσθταμε και λγο νερ. Ακμη, η πρβατα παργει λιγτερο γλα απ ,τι μια κατσκα. τσι, ταν απ τα χρια μας ρχισαν να περννε περισστερα λεφτ κι οι γονες μου, εγκαταλεπωντας την οικονομα της αυτρκειας, σιγ-σιγ, το βρσκανε προτιμτερο ν' αγορζουν τις φανλες τους απ το να υποβλλονται στην κοπιαστικ διαδικασα του κουρματος της προβτας και της επεξεργασας του μαλλιο (πλσιμο, κλσιμο, καμι φορ και βψιμο, ταν πλεκε η μνα μου πουλβερ, αν και συνθως για τα πουλβερ μας αγραζε τοιμο μαλλ) αντικαταστσαμε τις προβτες με τις «αγες», πως λμε ακμη και σμερα στην Κρτη τις κατσκες. Αυτ πρπει να γινε γρω στο '56, ταν πρωτοπγα σχολεο.

     Τις κατσκες τις ταζαμε το χειμνα με χυρα, προσθτοντας και λγο κριθρι χαροπια για να νοστιμσουν και τον υπλοιπο χρνο και τον χειμνα ταν εχε λιακδα, τις βγζαμε στα χωρφια να βοσκσουν, δεμνες πντα με αλυσδα που στην κρη της εχε να σιδερνιο πσσαλο, το τζνιο, που το καρφναμε στο χμα. Καμι φορ οι γονες μου μζευαν χρτα απ το χωρφι και τους τα κουβαλοσαν.

Οι κατσκες για να κμουν κατσικκια πρεπε να «γαστρωθον» κι οι γονες μας μς βζανε και τις πηγαναμε «στον τργο». ταν βλπαμε καννα φλο μας να τραβει την κατσκα για να την πει στον τργο, του λγαμε πειρακτικ «που πας, στον τργο;». Στα κορτσια δεν ανθεταν ποτ ττοια δουλει, χι μνο για τα πιθαν πειργματα, αλλ γιατ ντως ο τργος εχε επιθετικς διαθσεις στα κορτσια. Αν υπρχει μετεμψχωση, ο τργος στην προηγομενη ζω του θα ταν νας Δον Ζουν.
     Θυμμαι κποτε που ο τργος ρμησε στην κρη του ιδιοκττη, η οποα ντρομη το βαλε στα πδια να ξεφγει. Επσης θυμμαι, μαθητς στην Ιερπετρα, δπλα στο Γυμνσιο, κποιος σερνε να τργο και χτυποσε τις πρτες των σπιτιν. Για μας ταν μεγλη απλαυση να βλπουμε τη στση του τργου, μλις εμφανιζταν κποια γυνακα. Αυτ, ταν βλεπε τον τργο κι εμς ξεκαρδισμνους στα γλια, κλεινε αγριεμνη την πρτα λγοντας και κποιες βρισις στον συνοδ του τργου, τις οποες μως εμες, λγω της απστασης, δεν ακογαμε.

     Οι χωριανο διναν στον ιδιοκττη του τργου και μια ποστητα χυρα, για την τροφ της κατσκας τους κατ τη διανυχτρευσ της. ταν «συνευρσκοντο», το γνωστοποιοσε ο ιδιοκττης του τργου στον ιδιοκττη της κατσκας κι οι επισκψεις της σταματοσαν. μως η αμοιβ δινταν μνον ταν ταν σγουρο το αποτλεσμα, ταν ρχιζε δηλαδ να φουσκνει η κοιλι της κατσκας. Η αμοιβ αρχικ ταν σε εδος, περπου μια οκ λδι κι αργτερα σε χρμα.

     Το γλα ταν η κρια πρωτενοχα τροφ μας καθημεριν. Η μητρα μου βραζε το γλα, το φηνε λγο να κρυσει και μζευε απ την επιφνεια την «τσπα», την οποα φλασσε. ταν μαζευταν αρκετ ποστητα, φτιαχνε βοτυρο. Με το γλα επσης φτιαχνε μυζθρα, για τις πασχαλινς καλιτσονες και τυρ το οποο διατηροσαμε στο λδι. Τον «χουμ», το υγρ που περσσευε, τον διναν σε μας τα παιδι και τον πναμε, σον μποροσαμε ββαια, γιατ ταν πολς. Εχε αρκετ θρεπτικ συστατικ κι ταν πολ νστιμος.

     Με το γλα επσης η μνα μου φτιαχνε τραχαν. Για το σκοπ αυτ λεθε στο μλο σιτρι και το κανε «χντρο». Ο μλος ταν δυο στρογγυλς μυλπετρες, η μια πνω στην λλη. Η κτω μυλπετρα εχε στη μση της να ξλο, και η πνω μια τρπα που θηλκωνε το ξλο. Η πνω στην κρη της εχε μια λακκοβα, μσα στην οποα βαζε η μητρα μου να ξλο και τραβντας το, καθισμνη δπλα στο μλο, δινε περιστροφικ κνηση στη μυλπετρα που σπαζε τον καρπ, τον οποο ριχνε μσα στην τρπα. Ο σπασμνος καρπς, ο χντρος, βγαινε απ τα πλγια. Τον χντρο αυτ τον ψηνε με το γλα και φτιαχνε τον τραχαν, ο οποος ταν νοστιμτατος. Τργαμε σον μποροσαμε φρσκο και τον υπλοιπο τον ξεραναμε στον λιο, χοντας το νου μας στις γτες. Τον μαγειρεαμε σαν σοπα, κυρως τον χειμνα, τις κρες μρες. Εμες τα παιδι τον τργαμε κι τσι, ρουκανιστ, σαν στραγλια.

     Εκτς απ τις κατσκες λες οι οικογνειες εχαν και τις κτες τους. Τις ταζαμε με σιτρι, κριθρι, πτουρα, κρες ψωμ, τις αφναμε να βσκουν στο περιβλι. Και το κρας τους και τ' αυγ τους δεν χουν καμι σχση μ' αυτ που ψωνζουμε στα σουπερμρκετ στην Αθνα.

     Πολλς οικογνειες εξακολουθον να χουν και κουνλια. Το στιφδο τους εναι πολ νστιμο. Κποιες χουν και περιστρια. Το περιστρι χει το πλεονκτημα τι χρειζεται μηδαμιν φροντδα, αλλ μως χρειζεται ειδικ διασκευασμνο χρο.

Αρκετς οικογνειες ανατρφουν ακμα γουρουνκια, τα οποα ταν γνουν μεγαλοτσικα τα σφζουν. Με τα ντερα τους φτιχνουν νστιμες «ομαθις», παραγεμζοντας τα με ρζι, κομμτια συκτι και μπαχαρικ, και βρζοντας τα στη συνχεια. Το κστος της διατροφς τους εναι μηδαμιν, αφο ταζονται με αποφγια, μως χει αρκετ φασαρα η συντρηση τους, κυρως λγω της βρμας τους. Αν δεν υπρχει γουρονι, ττε τ' αποφγια ανακατεονται με νερ και δνονται στις κατσκες. Αυτ εναι το «αππλυμα».

     Σκυλι, πως και παλι, χουν σχεδν μνο σοι κυνηγον. Επσης σοι χουν κοττσια χουν το σκλο τους, για να τρομζουν τα «καλογυναικρια» (νυφτσες). Ποτ δεν εναι σπιτσια ζα, πως στην Αθνα. Κι οι γτες ακμη, που εναι φθονες, εναι μνο εν μρει. Η κρια αποστολ τους εναι να πινουν ποντκια.

3.θ. διατροφ

     Για κποια διατροφικ προντα που συνδονται με κριες παραγωγικς δραστηριτητες χουμε δη μιλσει. Εδ θα μιλσουμε για τα υπλοιπα εδη διατροφς.

     Τα χρτα, εκενα τα πρτα χρνια, αποτελοσαν σημαντικ συμπληρωματικ πιτο και καμι φορ και κριο. Απ τα πιο νστιμα φαγητ μου ταν τα τσιγαριστ, φτιαγμνα με λαγουδοφι και στχυ απ λχανο (λαχανσταχο). πως λει και το νομα τους, τσιγαριζταν στο τηγνι.

     Οι ντολμδες με κληματφυλλα κι ανθος απ τα κολοκθια, ταν επσης νοστιμτατοι. Τα καλικωτ ταν να ανακτωμα απ κολοκθια, παττες, μελιτζνες, μπμιες, φασλια κ.., μαγειρεμνα κοκκινιστ. Τα καλικωτ ταν απ τα φαγι που δεν μου ρεσαν. Οι μυζηθρπιτες, στο σχμα της πτας που τυλγουν το γρο, παραγεμισμνες με μυζθρα, ταν επσης πολ νστιμες, πως και τα ραφιλια, που τα γμιζαν ετε με μυζθρα ετε με χρτα. Πρτα ζμωναν αλερι, μετ νοιγαν φλο με το ξυλκι και με το πμα ενς κουτιο κβανε στρογγυλ κομμτια, απθεταν τη γμωση στη μια μερι και σκπαζαν με την λλη σχηματζοντας μισοφγγαρο. Στις καλιτσονες αντθετα, αφο βζανε τη μυζθρα, καναν μια οδοντωτ περιφρεια για να μη χυθε ξω, πιζοντας ολγυρα το ζυμρι με τον αντχειρα και τον δεκτη.

     Παλι καναν και χυλφτες (χυλπιτες) που δεν ταν τποτε λλο παρ ανοιγμνο φλλο απ ζυμρι, που το κοβαν λουρδες. Τρα που το χρμα γινε αφθοντερο, οι χυλφτες χουν αντικατασταθε με τα μακαρνια.

     Απ τα φαγητ που μου ρεσαν πολ ταν τα σαλιγκρια. χι τσο στο τηγνι, «χοχλιος μπουμπουριστος», πως τους λμε, με ξδι, σο στην κατσαρλα, με χντρο. ταν η μητρα μου βαριταν ν' αλσει χντρο τους φτιαχνε με ρζι, μως δεν ταν και τσο νστιμοι.

     Στην οικονομα της αυτρκειας σχεδν τποτα δεν πετιται. Τα παλι ροχα για παρδειγμα, γνονταν κουρλια με τα οποα φαιναν στον αργαλει «κουρελοδες» που χρησιμοποιονταν σαν κλινοσκεπσματα σαν χαλι. Τις παλις φανλες τις ξλωναν και με το νμα φτιαχναν κτι λλο. Τα αποφγια δνονταν στα ζα. μως λιγτερα απ' ,τι θα δνονταν με τις σγχρονες διατροφικς συνθειες. να πιτο φακς φασολες δεν τις πετοσαν. Οι νοικοκυρς φτιαχναν μ' αυτς φακρυζο και φασουλρυζο. Τα χθεσιν κουκι προκειμνου να πεταχτον εγνονταν κρομμυδωτ, πως τα λεγαν, κουκι γιαχν. Εμνα δε, μου ρεσαν περισστερο. τσι, με χθεσιν φαγητ, υπρχε κθε μρα καινοργιο φα.

     Πολ μου ρεσαν οι βολβο, αν και τους εχαμε σπνια στο τραπζι. ταν μουν πρωτοετς φοιτητς, με στελαν οι συγκτοικοι μου τις απκριες να αγορσω, ανμεσα στα λλα κι «ασκορδουλκους». Πηγανω στον μπακλη, ζητ ασκορδουλκους.
 -«Δεν χουμε» μου λει, «δεν τους χω ξανακοσει. Πς τους επες;».
 -«Καλ, κι αυτο εδ τι εναι;», του λω.
 -«Αυτο εναι βολβο».
     Οι συγκτοικοι μου με περμεναν ξεκαρδισμνοι στα γλια.
 -«Βρκες ασκορδουλκους;».
 -«Δε βρκα, βρκα μως βολβος».

     Το ψωμ το ζμωνε η μνα μου περπου μια φορ το μνα. Κθε φορ που ζμωνε, μοραζε και απ να καρβλι στις γειτνισσες. Αυτς θα της το ανταπδιδαν με τη σειρ τους, ταν θα ζμωναν. Αυτο οι δωρισμο εχαν σαν αποτλεσμα να τρμε συχν φρσκο ψωμ, που οπωσδποτε ταν πιο νστιμο απ το παξιμδι. Παξιμδι κναμε το υπλοιπο ψωμ, αφο κρατοσαμε λγο, σο μποροσε να διατηρηθε τρεις τσσερις μρες.

     Το εφτζυμο ψωμ ταν νοστιμτατο, μα η παρασκευ του ταν φοβερ περπλοκη, χρονοβρα και κοπιαστικ. πρεπε να παρακαλσω τη μητρα μου για να μας φτιξει. μως πιο πολ μας ρεσε το ψωμ του φορναρη, το σπρο, χσικο πως το λγανε ττε. να στοιχεο της ιδεολογικς αλλοτρωσης της επαρχας, προπαντς στην εποχ εκενη, ταν να θεωρομε καλτερο ,τι ταν αγοραστικ. Ευτυχς για μας αγοραστικ ψωμ εχαμε σπνια, μχρι το '70 περπου, οπτε, πως επα, εγκαταλεψαμε τις σπορς, το αλνι και τργαμε πια μνο ψωμ του φορναρη. Το διο κνανε κι λοι οι χωριανο μου, την δια πνω κτω εποχ.

     Με το αλερι κναμε και τηγαντες. Γνονται με ζυμρι πως οι λουκουμδες, μνο που ψνονται στο τηγνι. Τργονται με μλι με ζχαρη, πως οι μυζηθρφτες. Δεν θα ξεχσω τλος και τις ξυγκπιτες, πτες με ξγκι και κανλα, που ταν νοστιμτατες. Και δεν ταν επιβαρυντικς για την υγεα μας, μια και τις φτιχναμε μνο δο τρεις φορς το χρνο, ανλογα με το πσα κατσικκια εχαμε για σφξιμο. Εξλλου δεν μασταν κρεατοφγοι, πως λλωστε κανες στο χωρι. Το κρας το τργαμε κθε Κυριακ, αν εχαμε τη δυναττητα να το αγορσουμε. Αυτς εναι νας απ τους λγους που οι χωριανο μου πεθανουν μετ τα 75 οι περισστεροι.

     Τρα ββαια γνεται μεγαλτερη κατανλωση κρατος, καθς, κατ την αρχοντοχωριτικη νοοτροπα, η κρεοφαγα εναι δεκτης ευμρειας κι ανεβζει το γητρο. Κατ τ' λλα μως η παραδοσιακ κουζνα χει διατηρηθε, εκτς ββαια απ το τι ο σπιτσιος πελτς, απ το περσσευμα της ντομτας, χει αντικατασταθε απ τους κονσερβαρισμνους τοματοπολτος και τοματοχυμος και το κατεψυγμνο ψρι χει μεγαλτερη κατανλωση απ' ,τι πριν, μια και το φρσκο πει κατευθεαν στα κντρα, για τους τουρστες. Τα περτεχνα κατασκευσματα των βιομηχανιν, πως εδη ζυμαρικν, ζαμπν, διφορες λλες κονσρβες, μπρες, κκα κλες, κ.λπ. χουν αρκετ κατανλωση. μως εναι χαρακτηριστικ τι εν υπρχουν κμποσα παντοπωλεα στο χωρι, δεν υπρχει οτε να μανβικο. ποιος χει περσσευμα απ ντομτες μπμιες μπορε να τις πουλσει στο καφενεο. μως αυτ γνεται πολ σπνια. Κι οι πλανδιοι μανβηδες μνο το καλοκαρι κνουν δουλει, ταν κατεβανουμε μες απ την Αθνα.

     Θα ταν παρλειψη να μην κνω μια αναφορ και στα γλυκ. Ορισμνα γλυκ φτιχνονται λες τις εποχς, εν λλα μνο ορισμνες γιορτς. Τα καλιτσονια και τα τσουρκια φτιχνονται το Πσχα. Τα μελομακρουνα και τα ξεροτγανα (δπλες) τις γιορτς των Χριστουγννων. λο το χρνο φτιχνονται τα πατοδα (γλυκ με γμιση αμυγδλου πασπαλισμνα με χνη), τ' αμυγδαλωτ, τα σταφιδωτ, η πτα (κικ), οι κουραμπιδες και τα κουλουρκια. Απ' λα τα γλυκ ομολογουμνως τα πιο νστιμα εναι τα καλιτσονια. μως πρεπε να νηστεουμε τη Μεγαλοβδομδα και γινταν αγνας ανμεσα στα παιδι και τις μανδες τους, οι μανδες να κρψουν τα καλιτσονια κι εμες τα παιδι να τ' ανακαλψουμε. ταν μασταν πολ μικρο και θρσκοι κι επιπλον μας ταν δσκολο να βρομε τους κρυψνες, τηροσαμε το θιμο. τσι πηγαναμε στην Ανσταση με τις τσπες φουσκωμνες με καλιτσονια και περιμναμε πτε να πει ο παπς το Χριστς Ανστη για να τα καταβροχθσουμε. Οι μεγλοι ββαια, που εχαν ανακαλψει τις κρυψνες της μητρας τους μεσοβδμαδα, ταν απασχολημνοι με τα πυροτεχνματα. Επειδ τα καλιτσονια εναι τσο νστιμα, το θιμο χει υπονομευθε απ τα ζαχαροπλαστεα. λα τα ζαχαροπλαστεα στην Ιερπετρα φτιχνουν τρα καλιτσονια λο το χρνο και δεν χρειζεται πια να περιμνουμε το Πσχα για να τα δοκιμσουμε. Ευτυχς για μνα, γιατ τρα που φιλοξεν τον πατρα μου στην Αθνα, εδ και τρα χρνια, στην Κρτη πηγανω μνο το καλοκαρι.

3.ι. ρδευση

     λα τα περιβλια ποτζονται με το νερ που τρχει συνεχς απ τη «μεγλη» «πρα βρση». Ο «σουριοτζς», δηλαδ ο νεροφρος (και τις δυο λξεις τις χρησιμοποιον με τη δια συχντητα) κανονζει πτε θα ποτσει κθε χωριανς, τον ειδοποιε και πληρνεται με την ρα. Η συχντητα εναι ττοια που επιτρπει την καλλιργεια πολλν κηπευτικν. Σμερα μως, με το γρασμα των ιδιοκτητν τους, σε πολλ περιβλια δεν καλλιεργονται πια κηπευτικ. μως παρολαυτ οι ιδιοκττες περιμνουν το νερ του σουριοτζ για να ποτσουν τις πορτοκαλις και τις μανταρινις, για να μη ξεραθον. Ξρουν τι αυτς αποτελον κεφλαιο, που προστθεται στην αξα του περιβολιο. τσι, καθς τα δντρα αυτ ποτζονται, η παραγωγ σε πορτακαλομαντρινα χει μενει σχεδν σταθερ.

     Πολλ περιβλια χουν και πηγδια, που τρα πια το νερ τους χρησιμοποιεται σπνια, και οπωσδποτε παρλληλα με το νερ του σουριοτζ. Εξαρεση ββαια αποτελον τα περιβλια στα οποα χει χτιστε σπτι. Σ' αυτ η κηπευτικ παραγωγικ δραστηριτητα διατηρεται αμεωτη.

     Ο πιο απλς τρπος ντλησης νερο απ να πηγδι εναι με κουβ και σκοιν. Καθς δεν γνεται καμι αξιοποηση της ανθρπινης μυκς δναμης με κποιο σστημα μοχλο, η διαδικασα εναι πολ κουραστικ κι οτε κατ δινοια μπορε να χρησιμοποιηθε για τακτικ πτισμα κηπευτικν.

     Παλι υπρχε το γερνι, που εγ δεν το πρφτασα. ταν να οριζντιο ξλο που στηριζταν στη διχλα ενς κθετου ξλου, δπλα στο στμιο του πηγαδιο. Η διχλα το χριζε στα δυο, σε μακρ βραχονα και κοντ. Στον κοντ βραχονα ταν δεμνη μια πτρα. Στον μακρ, ο κουβς. τσι δημιουργοντανε μοχλς. Καταβλλοντας πολ λγη μυκ δναμη, αυτς που θελε ν' αντλσει νερ κατβαζε τον κουβ και τον γμιζε. Μετ δεν χρειαζταν παρ μια απλ θηση και με το βρος της πτρας ο κουβς ανβαινε πνω.

     Στο δικ μας πηγδι εχαμε μαγκνι. Το μαγκνι ταν νας ξλινος κλινδρος, στη μση του οποου υπρχε μια σιδερνια ρβδος η οποα στα κρα κατληγε σε να Γ, εναλλξ, λγο μετ την κρη του ξλου, αφνοντας να δικενο. Σ' αυτ το δικενο στηριζταν ο κλινδρος, σε δο διχλες, μια απ κθε πλευρ. Στον κλινδρο τλιγε και ξετλιγε το σκοιν που κατβαζε τον κουβ στο πηγδι. Δυο τομα πινανε στις κρες απ κενον τον βραχονα του Γ, που ταν παρλληλος προς το ξλο και το δαφος. ταν ο νας βραχονας ταν πνω, ο λλος ταν κτω. Για την ντληση νερο μως δεν ταν υποχρεωτικ να γυρζουν το μαγκνι δο τομα, αρκοσε κι να, μνο που ταν πιο κουραστικ.

     Τα ξαδλφια μου στο διπλαν σπτι εχαν μαγγανοπγαδο. Το μαγγανοπγαδο ταν νας περπλοκος μηχανισμς, με γρανζια. Σ' αυτ τα γρανζια, ταν μουν μαθητς, πιστηκαν τα δκτυλα ενς μεγαλτερου παιδιο και στραπατσαρστηκαν γρια. Εναι θαμα πως δεν του τα κοψαν.

     Το λο σστημα στηρζεται στη μεταββαση της περιστρο¬φικς κνησης ενς οριζντιου ξονα σε να κθετο. Τη δναμη της περιστροφικς κνησης στον οριζντιο ξονα την δινε να μεγλο ξλο, που λειτουργοσε σαν μοχλς, και το οποο σερνε νας γιδαρος σπρωχνε νας νθρωπος. σο πιο κρα πιανταν το ξλο, τσο λιγτερο κουραστικ ταν. Ο κθετος ξονας, με την περιστροφικ κνηση που παιρνε, ανβαζε μικρ κουβαδκια νερ, τα οποα χυναν καθνα το νερ του και κατβαιναν μετ κτω, να να στη σειρ.

     Αργτερα, μετ το '60, τα μαγγνια αντικαταστθηκαν με μικρς βενζινοκνητες αντλες, ηλεκτροκνητες, για σους εχαν δπλα το σπτι τους. Εν τα πηγδια στα περιβλια εναι μικρο βθους (το δικ μας εναι δεν εναι ξι μτρα) αυτ που εναι στα λιοχραφα χουν μεγλο βθος, πνω απ 20 μτρα.

     Για την ντληση του νερο χρησιμοποιονται κτι τερστιοι σιδερνιοι ανεμμυλοι, που στο φτερ τους εναι γραμμνη η λξη Chicago, προφανς ο τπος προλευσης τους. Ο πατρας μου νοιξε πηγδι και τοποθτησε ανεμμυλο, το 1958, με δνειο απ την αγροτικ τρπεζα, σε χωρφι δο στρεμμτων, στα μισ του δρμου Κτω Χωρι-Ιερπετρα. Και σ' αυτ τα πηγδια εναι τοποθετημνα μαγγνια, που μως χρησιμοποιονται χι για την ντληση νερο, αλλ για να ανεβοκατεβανει ο τεχντης που επιδιορθνει τις διφορες βλβες του μλου. μως για την ρδευση θα μιλσουμε και στο επμενο κεφλαιο.

3.ια. πριμα κηπευτικ

     πως επαμε, παλι η παραγωγ κηπευτικν προοριζταν αποκλειστικ για την αυτοκατανλωση. Υπρχαν ββαια κι εξαιρσεις, πως στην παραγωγ της τομτας. μως τα αποτελσματα της ταν εντελς αββαια, αρκετο χρεωκπησαν κι νας απ κποιο διπλαν χωρι, πατρας μιας συμμαθτριας μου, αυτοκτνησε. μως ττε συνβησαν δο γεγοντα που φραν επανσταση σ' ολκληρη την επαρχα. Το 1968, μαζ με το Λκειο, τλειωνα και το φροντιστριο Αγγλικν στην Ιερπετρα. Εκτς απ την κα Μαρκα, μας κανε μθημα κι η κα Βλη. Η κα Βλη ταν Ολλανδζα, αλλ' αγγλικ ξερε θαυμσια.

     Ο ντρας της ταν γεωπνος. Λεγταν Παλος Κοπερς. κανε πειρματα με θερμοκπια. Τα πειρματα πτυχαν. Ο νας μετ τον λλο οι Γεραπετρτες ρχισαν να βζουν θερμοκπια. Το κρτος δανειοδοτοσε νετα, προσβλποντας στο συνλλαγμα που εισπραττε απ τις εξαγωγς των πριμων κηπευτικν. Απ ττε, στην Ιερπετρα ρχισε να ρει πολ χρμα. Εναι η μοναδικ πλη στην Ελλδα σμερα, που χει τσο υψηλ αναλογα κατοκων/αυτοκιντων. Σχεδν κθε οικογνεια χει αγροτικ αυτοκνητο και IX. Αν ο Ολλανδς αυτς δεν προλβαινε να σκοτωθε σε τροχαο ατχημα το 1971, σε ηλικα 39 χρονν, (παρασρθηκε με το μηχανκι του) το γαλμα του οι Γεραπετρτες θα του το στναν εν ζω. Το να τον κνουν απλς εικνισμα θα 'δειχνε ελλιπ νδειξη ευγνωμοσνης. μως υπρχε και μια λλη προπθεση: το νερ.

     Στις αρχς της 10ετας του '70 ρχισαν να γνονται γεωτρσεις, που τροφοδοτοσαν με νερ τα λιοχραφα και τα πρτα θερμοκπια. Ττε, μπροστ στη λαμπρ προοπτικ, εκπονθηκαν και τα σχδια του φργματος των Μπραμιανν, που η κατασκευ του ρχισε σχεδν αμσως, για να τελεισει μλις πρπερσι. Σμερα υπρχει νας παραγωγικς οργασμς σε πριμα κηπευτικ που, παρ την λειψυδρα που πλττει τρα την περιοχ, πως κι λη την Ελλδα λλωστε, δεν λει να σταματσει. μως για τις επιπτσεις αυτς της ξαφνικς ανπτυξης θα μιλσουμε και πιο στερα.

     Εκτς απ το νερ του φργματος, με το οποο ποτζεται ο κμπος της Ιερπετρας, χουμε τλος και το νερ της Θριπτς, με το οποο ποτζονται τα χωρφια που βρσκονται κοντ στα χωρι της κοιντητας. Τρα μλιστα σκπτονται να τροφοδοτσουν και τα περιβλια, στε να ποτζει κανες κατ βοληση, και χι ποτε ρθει η σειρ του, απ το νερ της βρσης. Αυτ σγουρα θα αυξσει την καλλιργεια κηπευτικν.

3.ιβ. επιπτσεις της μονοκαλλιργειας

     Αναζητντας ενοποιητικ σχμα που να διαπερν σαν συνδετικς ιστς τις πολυποκιλες μεταβολς που συντελσθηκαν στο χωρι και να τους προσδδει φυσιογνωμα, οδηγθηκα σ' αυτ που διατπωσα σχηματικ κι θεσα σαν υπτιτλο στο βιβλο μου: απ την αυτοκατανλωση στην αγορ. λες οι παραπνω μεταβολς χαρακτηρζονται απ την μετβαση απ οικονομα αυτρκειας κι αυτοκατανλωσης, στην εξρτηση και την αγορ.

     μως η αγορ απαιτε χρμα και το χρμα μεγιστοποηση των αποδσεων. τσι αυτ που παρατηρεται σε παγκσμια κλμακα, η επιβολ της μονοκαλλιργειας, παρατηρεται και στη μικροκλμακα του χωριο. λοι οι χωριανο χουν στρψει τις προσπθειες τους στην καλλιργεια της ελις, που ταν τσι κι αλλις κριο προν, και οι πιο νοι στα θερμοκπια.

     Η μορα της μονοκαλλιργειας στη μικροκλμακα του χωριο δεν ταν διαφορετικ απ τη μορα της μονοκαλλιργειας στις χρες του Τρτου Κσμου. πως αυτς εδαν με τρμο τα τερστια κρδη τους να συρρικννονται δραματικ, καθς η τιμ του καφ, της ζχαρης κι ανλογων προντων δεν εννοοσε να σταματσει το κατρακλισμ της στην παγκσμια αγορ, τσι κι οι Κρητικο βλπουν με τρμο την τιμ του ελαιλαδου να 'χει καθηλωθε, εν τα λειτουργικ τους ξοδα, με πρτο και κριο την αγορ λιπασμτων, χουν αυξηθε σημαντικ. Το παιχνδι εναι παγκσμια γνωστ. Οι κεφαλαιοκρατικο κολοσσο μπορον να επιβλουν μονοπωλιακ αξηση στις τιμς των προντων τους, κτι που δεν μπορον να πετχουν οι αγρτες. Οι κυβερνσεις εξλλου ενδιαφρονται για φτην αγροτικ προντα, επιτρποντας τσι, στα πλασια της ανγκης αναπαραγωγς της εργατικς δναμης, συγκρτηση των μισθν. Αυτ εναι αρκετ εκολο καθς η εκμηχνιση της γεωργας τα χει κνει πληθωριστικ. Εναι γνωστ λλωστε τι η Ευρπη διαθτει τερστια αποθματα αγροτικν και κτηνοτροφικν προντων κι τι η ΕΟΚ επιδοτε το σταμτημα ορισμνων καλλιεργειν.

     Οι χρες του Τρτου Κσμου καλπτουν τις ανγκες τους με υπερχρωση. Οι αναπτυγμνες χουν κθε διθεση να τις δανεζουν, χι ββαια απ φιλανθρωπα, αλλ για να μην καταρρεσουν αγορς για τα προντα τους και για να εξακολουθον να τροφοδοτονται με φτην αγροτικ προντα απ τις χρες αυτς, που για να τα παργουν οι διες θα εχαν πολ μεγαλτερο κστος. τσι, χρματα φαινομενικ δανεικ κι αγριστα χουν δη επιστραφε με το παραπνω, μσω του κρδους που εχαν με την παραπνω διαδικασα, για να μην αναφρουμε τους τκους που χουν εισπρξει μχρι τρα και που ξεπερνον σε ψος τα δια τα δνεια.

     Η οικονομικ αυτ πολιτικ χει δημιουργσει στις χρες του Τρτου Κσμου τερστιες κοινωνικς ανιστητες, με στρατις εξαθλιωμνων της υπαθρου να διευρνουν τις τενεκεδουπλεις που κτζονται στις παρυφς των πλεων. Η εισαγωγ αγροτικν προντων στις χρες αυτς, που η καλλιργει τους εχε εγκαταλειφθε στο βωμ της μονοκαλλιργειας, τους στερε πολτιμο συνλλαγμα, εν για τα φτωχτερα βαλντια εναι απρσιτα. Γι' αυτ ο 'Αλβιν Τφλερ (7ο Τρτο Κμα, Θσεις & Αντιθσεις, Το Σοκ τον Μλλοντος, εναι κποια απ τα βιβλα του που στα ελληνικ κυκλοφορον απ τις εκδσεις Κκτος) προτενει τη «παραγανλωση», που στην πραγματικτητα εναι μια επιστροφ στην αυτοκατανλωση, σε οικονομα αυτρκειας, που θα καταστσει τα νοικοκυρι πιο ανθεκτικ στους κλυδωνισμος της αγορς. Συνιστται τλος απ τους οικολγους σαν μια μορφ μυνας απναντι στα υποβαθμισμνα προντα της αγορς που υπονομεουν την υγεα μας και για την αποτροπ της παραπρα υποβθμισης του περιβλλοντος με την αλγιστη χρση φυτοφαρμκων και λιπασμτων που επιβλλει η αρχ της μεγστης απδοσης για προντα προσανατολισμνα προς την αγορ.

     Για τους χωριανος μας μως η κατσταση δεν εναι και τσο δραματικ σο εναι για τις χρες του Τρτου Κσμου. Εν αυτς χουν αφεθε στη μορα της μονοκαλλιργειας και στο λεος του εξωτερικο δανεισμο και της φιλανθρωπας των ανεπτυγμνων χωρν, οι χωριανο μου, οι νετεροι φυσικ, προσανατολσθηκαν απ την αρχ ετε στην καλλιργεια των πριμων κηπευτικν, που παρ τη δραματικ πτση των κερδν τους μετ την αρχικ εκτναξη εξακολουθον να εναι κερδοφρα, ετε στην σκηση ενς δετερου επαγγλματος και με την ελαιοπαραγωγ απλς να συμπληρνει το εισδημα τους. σο για τους μεγαλτερους, για τους οποους η ηλικα δεν επιτρπει τσο μεγλες στροφς στον επαγγελματικ τους προσανατολισμ, χουν ευτυχς μειωθε τα ξοδα τους καθς χουν μεγαλσει τα παιδι τους, τα οποα μλιστα μπορον να τους στηρζουν οικονομικ, καλπτοντας «τρπες» που δημιουργονται, ιδιατερα ταν πρκειται για ζητματα υγεας. Εξλλου οι ανγκες τους δεν εναι μεγλες, καθς η ηλικα τους αποτελε παργοντα αντστασης στην επιθυμα των καταναλωτικν αγαθν, τα οποα προπαγανδζει να ευδαιμονιστικ ιδεδες που τρυπνει και στο τελευταο σπτι του χωριο μσω της τηλερασης.

3.ιγ. επιβισεις της αυτρκειας

     Η αυτρκεια εναι συνρτηση τριν παραγντων. Πρτον, του ψους της προσφορς σε καταναλωτικ προντα. Δετερο, της δυναττητας απκτησης τους, που εναι συνρτηση της τιμς τους και των οικονομικν δυνατοττων του καταναλωτ. Και τρτο, ειδικν διευκολυντικν ρων, που εναι συγκεκριμνοι σε κθε περσταση.

     Παλι, η προσφορ ταν μικρ, οι τιμς υψηλς, και υπρχε αρκετ φτχεια, οπτε η επιδωξη της αυτρκειας ταν μια σφρων επιλογ.

     Με την υπερπροσφορ καταναλωτικν προντων σε χαμηλς τιμς και τη σχετικ οικονομικ ευμρεια, που επλθε σαν αποτλεσμα κατ πρτο λγο της καλλιργειας των πριμων κηπευτικν και κατ δετερο λγο της ανπτυξης του τουρισμο, η στρατηγικ της αυτρκειας εγκαταλεφθηκε σιγ σιγ. χι μως σε λους τους τομες. Εγκαταλεφθηκε στην νδυση, αλλ στη διατροφ μνο εν μρει.

     Η φτχεια εξακολουθε να εμμνει σε σους απ τους χωριανος μου ασκον αποκλειστικ το επγγελμα του αγρτη και λγω ηλικας δεν ασχολονται με θερμοκπια. Η τιμ του κριου αγροτικο προντος, του λαδιο, σε σχση με το κστος παραγωγς του, πως επαμε, εναι τσο χαμηλ, που η επιδωξη της αυτρκειας σε εδη διατροφς, πως τα οπωροκηπευτικ κι εν μρει το κρας, εναι απαρατητος ρος επιβωσης. τσι μνο θα φτσουν τα λγα χρματα που αποφρει το λδι, να καλυφθον, κποιες, τουλχιστον, απ τις υπλοιπες ανγκες της οικογνειας.

     νας δετερος παργοντας πο κνει την αυτρκεια να επιδικεται ακμη εναι τι η καλλιργεια των κηπευτικν γνεται κυρως εκτς της αιχμς της ελαιοπαραγωγς, που εναι το λιομζωμα το χειμνα.

     νας τρτος ακμη παργοντας εναι τι τα λιδεντρα εναι φυτεμνα σε απσταση το να απ το λλο και στο ενδιμεσο κεν τους μπορον να καλλιεργηθον κηπευτικ. τσι οι χωριανο χουν φροντσει σ' να τουλχιστον λιοχραφ τους ν' ανοξουν πηγδι, στε αφενς να αυξηθε η ελαιοπαραγωγ του και αφετρου να μπορσουν να καλλιεργσουν τα οπωροκηπευτικ της χρονις. Η κατοχ μλιστα αγροτικο οχματος κνει κοπες ακμη και τις καθημερινς μεταβσεις. Ακμη, λοι οι χωριανο χουν το περιβλι τους. Η ρδευση των περιβολιν, για την οποα μιλσαμε δη κι η μικρ απσταση, που εναι μηδενικ ταν χουν χτσει εκε το σπτι τους, διευκολνουν πρα πολ την καλλιργεια οπωροκηπευτικν.

     Τλος, παρατηρομε εδ το φαινμενο μιας ελσσονος αντιστροφς. Εν το γενικ σχμα μετβασης ταν απ την αυτοκατανλωση στην αγορ, εδ χουμε τρεις καλλιργειες που, εν αρχικ ταν προσανατολισμνες προς την αγορ, χουν περιοριστε στην αυτοκατανλωση. Κανες δεν πουλει πια αμγδαλα, η παραγωγ εναι τσο μικρ κι η τιμ τσο χαμηλ, που λα θα καταναλωθον μσα στα πλασια της οικογνειας, κυρως για την κατασκευ των παραδοσιακν κρητικν γλυκν, με πρτα και καλτερα τ' αμυγδαλωτ. Τα σταφλια θα φαγωθον λα ωμ, δεν θα γνουν σταφδα. τσι η σταφδα χει εκτοπισθε απ το διαιτολγιο των χωριανν και τα σταφιδωτ εναι πια να ακριβοθρητο γλυκ. σο για τα χαροπια, δεν εναι λγοι εκενοι που μαζεουν μνο σα χρειζονται γα να θρψουν τα ζα τους.

3.ιδ.  λλες επαγγελματικς δραστηριτητες

     Η αυτρκεια, πως ταν χαρακτηριστικ της κθε ξεχωριστς οικογνειας, τσι ταν και χαρακτηριστικ του χωριο. Υπρχεν να πλθος επαγγελματιν στους οποους μποροσε να καταφγει κανες για την ικανοποηση οποιασδποτε ανγκης του.

     ταν μουν παιδ, στο χωρι υπρχαν 8 καφενεα, 3 χασπικα (χι απλ κρεοπωλεα, γιατ οι ιδιοκττες τους σφαζαν κιλας), 6 παντοπωλεα, 4 υποδηματοποιεα, 2 ραφεα, 2 περπτερα, 1 φουρνρικο, 1 σωμαρδικο (ο σωμαρς ταν και πεταλωτς), 3 ξυλουργεα, 2 τενεκετζδικα, απ τα οποα το να αντικατστησε προηγομενο σιδερδικο, 1 κατστημα με σιδηρικ και τζμια, 1 φαρμακεο και 1 ξενοδοχεο. Υπρχαν ακμη 3 ηλεκτρολγοι, 4 δσκαλοι, 1 επιδιορθωτς ανεμμυλων, 1 ιδιοκττης φορτηγο, που το δολευε ο διος, 1 οδηγς λεωφορεου, 2 μοδστρες και 1 «περαματστρα», η μητρα μου, που στηνε τα «ανυφαντικ». Κποτε δολεψε και σαν ανυφαντο. Εκτς απ τους 4 δασκλους, λλοι μισθωτο ταν ο παπς του χωριο, ο πρεδρος της κοιντητας, ο γραμματας κι ο κλητρας, (που ταν ρθε το δχτυο δρευσης δολευε και σαν υδραυλικς) καθς κι ο γραμματας του συνεταιρισμο. Ακμη υπρχαν 2 γιατρο καθς κι νας «πρακτικς», που μπρεσα κποτε να θαυμσω την τχνη του ταν επανφερε μια εξρθρωση μου που εχε πθει νας φλος μου. Τλος υπρχαν 6 κτιστδες, μια αδιαφοροποητη ττε ειδικτητα, μια και φτιχνανε και τους τοχους και τις ταρτσες, (πανωταρτσες και κατωταρτσες, δεν υπρχαν ττε πλακκια παρ σ' ελχιστα πλουσισπιτα, πως και μωσακ) και τους σοβδες. Θα πρπει ββαια να υπογραμμσω πως λοι σχεδν οι παραπνω επαγγελματες ασχολονταν παρλληλα και με τη γεωργικ.

     Η ανπτυξη της εμπορευματικς οικονομας, η απκτηση μπλικου κι εκολου χρματος με τα θερμοκπια και τον τουρισμ, καθς κι η μικρ απσταση που χωρζει το χωρι απ την Ιερπετρα, οδγησαν στην κατρρευση της αυτρκειας -και στο εππεδο της οικογνειας και στο εππεδο του χωριο.

     Στο εππεδο του χωριο εγκαταλεφθηκαν πρτα απ' λα τα ανυφαντικ κι η οικογνεια μου στερθηκε να σημαντικ πρσθετο εισδημα. Πιο πριν, με την εγκατλειψη της καλλιργειας του λιναριο και του βαμβακιο, καθς και των προβτων, οι χωριανο εχαν δη σταματσει να φτιχνουν μνοι τους το ρουχισμ τους.

     Για την εγκατλειψη της σπορς χω δη μιλσει. τσι οι φουρνρηδες ρχισαν να κνουνε χρυσς δουλεις.

     Ακμη κι η καλλιργεια των περιβολιν μειθηκε, καθς οι παλιο γεωργο γερνοσαν νας νας, και τα παιδι τους ασχολθηκαν με λλες δουλεις, σα δεν φυγαν. τσι η διατροφ γνρισε μια μετατπιση απ τα εδη μαναβικς στα εδη μπακαλικς, κτι που δεν εναι και τσο ωφλιμο για την υγεα.

     Ο πληθυσμς του χωριο μπορε να μη μειθηκε, παρλο που πολλο, πως εγ, φυγαν, μως γινε μια μετατπιση απ τις γεωργικς δραστηριτητες προς τις υπηρεσες. Τα παιδι που μειναν δεν εναι πια γεωργο, αλλ υπλληλοι, και γενικ μισθωτο, στην Ιερπετρα, ελεθεροι επαγγελματες. Τα θερμοκπια μαζ με τον τουρισμ χουν οδηγσει σε νευ προηγουμνου οικονομικ ανπτυξη, με αποτλεσμα να δημιουργηθον πολλς νες θσεις εργασας. Τα 7 χιλιμετρα που χωρζουν το χωρι απ την Ιερπετρα εναι μικρ απσταση και καθς το κυκλοφοριακ χος μσα στην πλη της Ιερπετρας εναι χειρτερο και απ της Αθνας, πολλο προτιμον να μενουν στο «προστιο», με τα σπτια τους μσα στο πρσινο.

     Αυτ η μικρ απσταση χει επσης υπονομεσει την αυτρκεια του χωριο. Πολλο νοι χωριανο προτιμον να κνουν τα ψνια τους στα σουπερμρκετ στην Ιερπετρα που υπρχει περισστερη ποικιλα και καλτερες τιμς, παρ στα μπακλικα του χωριο, αρκετ απ τα οποα χουν περιπσει στην κατσταση του ψιλικατζδικου, αν δεν χουν ολτελα κλεσει. τσι σμερα στο χωρι υπρχουν μνο 4 μπακλικα, 3 παλι και 1 καινοργιο, στον κμβο ανμεσα στα τσσερα χωρι της κοιντητας. Τα ραφτδικα παραμνουν μχρι να προυν σνταξη οι ιδιοκττες τους. Δο υποδηματοποιο πθαναν, νας εναι συνταξιοχος κι ο τελευταος δε φτιχνει πια παποτσια, αλλ γινε πωλητς σε μαγαζ που νοιξε στην Ιερπετρα.

     Απ τους τρεις ξυλουργος, ο νας πθανε κι οι λλοι δο εναι συνταξιοχοι. νας καινοργιος, που παντρετηκε μια χωριαν μου, καλπτει τρα τις ανγκες του χωριο. Ο σωμαρς, γρος και αυτς, εναι χρνια που χει παρατσει το σωμαρδικο, καθς τα γαδορια στο χωρι λο και λιγστευαν. Οι δο χασπηδες πθαναν, ο τρτος εναι συνταξιοχος. Ο φρμακοποιος, συνηλικιτης του πατρα μου, πθανε πρσφατα, αφο ββαια εχε πρει σνταξη πριν χρνια. Νος φαρμακοποις υπρχει στο χωρι, μως δε ρισκρει στην αγορ του χωριο, πως δε ρισκρισε κι ο ξδερφος μου απ την Επισκοπ, που νοιξε φαρμακεο στην Ιερπετρα. Απ τους γιατρος, ο νας πθανε, εν ο λλος εργζεται ως μικροβιολγος στην Ιερπετρα, που χει το ιατρεο του, μως αμφιβλλω αν τον καλονε πια, πως παλι, για επεγουσες περιπτσεις στο χωρι (πσες φορς δεν τον εχαμε καλσει για τη συχωρεμνη τη μητρα μου!) αφο τ' αυτοκνητα εναι τσα πολλ, που λο και κποιος θα βρεθε να μεταφρει ποιον χει ανγκη στο νοσοκομεο της Ιερπετρας. Κι ο ξενοδχος χει πεθνει, αφο εχε χρνια να σταυρσει πελτη, μια κι η Ιερπετρα εναι τσο κοντ ο δρμος ασφαλτοστρωμνος και πλατς κι η συγκοινωνα πολ πυκν.

  1. Η Ζω Στο Χωρι

4.α. συγκοινωνες

     Ο δρμος παλι δεν ταν πως εναι σμερα. ταν μουν μικρς τον θυμμαι χαλικοστρωμνο, και η οδγηση σ' αυτν θα πρπει να ταν πολ δσκολη. Αρχς του '50 ασφαλτοστρθηκε. μως και πλι ταν στενς και καθς εχε γνει κακ δουλει, γργορα γμισε λακκοβες. Τλη του '60 ταν που διαπλατνθηκε, μως και πλι γμισε λακκοβες. Μλις κατ το '85 τον φτιαξαν οριστικ και τρα μπορε να οδηγε κανες χωρς καννα πρβλημα.

     Η συγκοινωνα με την Ιερπετρα παλι δεν ταν συχν. Λεωφορεο υπρχε μνο τρεις φορς την ημρα, πρω, μεσημρι, βρδυ και μλιστα το πρωιν και το βραδιν λεωφορεο ταν αυτ που πγαινε στο Ηρκλειο που ερχταν αντστοιχα. Και τα λεωφορεα ταν σε θλια κατσταση. Λγεται για κποιον χωριαν μου, ιδιοκττη κι οδηγ ενς απ τα λγα που υπρχαν στην επαρχα τι ταν κποτε παθε βλβη το λεωφορεο του, στη μση της διαδρομς, κατβασε τους επιβτες και τους βαλε και το σπρωξαν μχρι την Ιερπετρα. ταν φτασαν ο εισπρκτορας κοψε και τα υπλοιπα εισιτρια που δεν εχε προλβει να κψει.

     Σμερα η συγκοινωνα εναι πολ πυκν, σχεδν κθε δωρο υπρχει λεωφορεο, και το καλοκαρι εναι ακμη πυκντερη. μως το τελευταο βραδιν λεωφορεο περν την δια ρα, γρω στις οχτ.  Το πρτο IX ταν το σπιρτοκοτι, νομα και πργμα, του γιατρο του Αριστεδη. Αριστερς, παραλγο βουλευτς της ΕΔΑ το '56, χει στο ενεργητικ του το θλιβερ ρεκρ των 33 μηνσεων σ' να μνα για τροχαες παραβσεις. Δσκολα χρνια πραγματικ.

     Μηχανς υπρχαν κμποσες, μρκας Greider και Sachs, λες 50 κυβικν. Τις εχαν οι πιο πλοσιοι. Οι λιγτερο πλοσιοι εχαν ποδλατα. Τρα λοι χουν αμξια, IX αγροτικ, μικρο μεγλοι. Οι μαθητς μνο χουν παπκια. Το ποδλατο χει γνει εδος ανπαρκτο. τσι κι αλλις ταν ανκαθεν προβληματικ. Στο χωρι φυσον πολλ μελτμια κι ο κατφορος της πλαγις στο δρμο προς την Ιερπετρα εναι δσκολος στην επιστροφ, σαν ανφορος. ταν μασταν μαθητς και πηγαναμε στο γυμνσιο της Ιερπετρας με ποδλατα, πντοτε στην επιστροφ «ξεπεζεαμε» κι ανεβαναμε την ανηφρα τσουλντας τα. Κι μασταν και τυχερο. Οι πιο παλιο μαθητς, μλις πντε χρνια πριν απ μας, πγαιναν στην Ιερπετρα με τα πδια. μασταν μως κι τυχοι. Οι μαθητς μετ απ μας, ρχισαν να πηγανουν στο σχολεο με λεωφορεο. Οι γονες προτιμοσαν τα ξοδα του λεωφορεου παρ την ταλαιπωρα των παιδιν τους με ποδλατα. Σχεδν αμσως καθιερθηκε κι ο θεσμς του μισο εισιτηρου για τους μαθητς, με την επδειξη μιας ειδικς κρτας, καθς κι ειδικ δρομολγια, προσαρμοσμνα στο σχολικ πργραμμα.

     Εγ μουν ακμη πιο τυχος. Στην τελευταα τξη του Λυκεου ταν που παρατσαμε τα ποδλατα και πηγαναμε στο σχολεο με λεωφορεο. μως εγ πγαινα στο φροντιστριο των αγγλικν κι ταν σχλαγα δεν υπρχε λεωφορεο κι αναγκαστικ πγαινα με το ποδλατο, τη βδομδα που στο σχολεο μασταν απογευματινο. Η μητρα μου πρασε πολλς λαχτρες να με φαντζεται μονχο μσα στη νχτα, με κρο, βροχς κι αστραπβροντα, αρκετς μρες του χειμνα, γυρνντας στο σπτι αρκετ νυχτιασμνα. Η ταλαιπωρα μου μως ανταμεφθηκε, μια και πτυχα στην Αγγλικ Φιλολογα, την δια χρονι.

4.β. διασκδαση

     Η προαστικοποηση του χωριο μου το 'κανε να χσει τη φυσιογνωμα του. Παλι, ο κακς δρμος, η πολ αραι συγκοινωνα, ο μικρς αριθμς οχημτων και στο χωρι και στην επαρχα, αναγκαστικ περιριζαν τις δραστηριτητες ελεθερου χρνου μσα σ' αυτ. Και λω για μικρ αριθμ οχημτων και στην επαρχα, γιατ αυτ περιριζε και τα οτοστπ. Θυμμαι, φοιτητς, που κναμε, μετ απ ρα απελπιστικς αναμονς, οτοστπ σ' να τρακτρ, για να πμε σε πρτι στον Παχ 'Αμμο. τσι εμες εκενη την εποχ, τη βρσκαμε στο χωρι. Καθμασταν στα καφενεα και κναμε πλκα μεταξ μας με κποιον αποδιοπομπαο τργο με τους δυο μθυσους -θες σχωρστους- του χωριο. Καφς, αναψυκτικ, τσικουδι τα βρδια, ταν αρκετ φτην και μποροσαμε ν' ανταποκριθομε με το μικρ μας χαρτζιλκι. Τα πρτι και τα πανηγρια πρσφεραν επσης αρκετ εκτνωση.

     Τα καλοκαρια, δη απ το '58, λειτουργοσε ο θερινς σινεμς του χωριο μου, το «Σιν-Αστρια», ελκυστικς ακμη και για τους γεραπετρτες. Βλπαμε δο ργα τη βδομδα, μσα σ' ειδυλλιακ περιβλλον. Ψηλ ο ναστρος ουρανς, μποροσες να γρεις πσω το κεφλι σου στη καρκλα και να βυθιστες σ' κσταση σε μεταφυσικος στοχασμος. Δπλα στους τοχους, αναρριχητικ φυτ πρσφεραν σπνια ομορφι κι ευωδα, με τα πρσινα φλλα τους και τα πολχρωμα νθη τους. Ποντκια σεριανοσαν συνεχς πνω στο λεπτ σαν σπγκο κορμ τους, χοντας εξοικειωθε με την παρουσα μας κι εμες με τη δικ τους. Τα διαλεμματα απολαμβναμε τα αναψυκτικ μας, τον πασατμπο και τα στραγλια μας. Απολαμβναμε επσης και τη διαφμιση της επμενης ταινας απ τον οπερατρ, τον συγχωρεμνο τον Νικολ τον Μουδτσο. Καθς δεν ξερε αγγλικ και τα ονματα των ηθοποιν ταν στα ξνα, διβαζε «λλα των αλλν», πργμα που προκαλοσε την ιλαρτητ μας. Η διαφμιση του επμενου ργου θα πρπει να ταν γι' αυτν φοβερ δοκιμασα, γιατ κποτε δεν κρατθηκε και μας φναξε απ το μικρφωνο "Μη γελτε, γιατ αν κατεβ κτω...", πργμα που κανε μεν τα δικ μας γλια να σταματσουν μπροστ στο φβο της απειλς, ξσπασαν μως λλα δυναττερα απ τους υπλοιπους θεατς, που πιο σοβαρο απ εμς περιορζονταν απλ να χαμογελον μ' αυτς τις διαφημσεις.

     Εκτς απ αυτ το γλιο, φθονο γλιο πρσφεραν στην οθνη ο Βουτσς, ο Φωτπουλος, ο Αυλωντης, ο Σταυρδης. Επσης μας διασκδαζαν τα κλματα των διπλανν μας ταν βλπαμε τις ταινες του Ξανθπουλου. Κποτε ββαια το παρακναμε. νας χωριανς μας σηκθηκε αγριεμνος απ τα γλια μας, στη μση μιας παρστασης κι ρπαξε τον μικρτερο της παρας απ το λαιμ, λγοντας του: "Να σε πνξω μωρ, να σε πνξω;". Φγαμε κακν-κακς και δεν τολμσαμε να ξαναειρωνευτομε τους ευσυγκνητους χωριανος μας.

     Ο κινηματογρφος αυτς εχε την δια μορα με τους περισστερους «τελευταους παρδεισους», μετ την λευση της τηλερασης. Το καλοκαρι του '70 ο σινεμς δεν νοιξε, αφο το προηγομενο καλοκαρι οι θεατς εχαν λιγοστψει επικνδυνα. Ξαννοιξε μως το '71, για να μη ξανανοξει πειτα ποτ πια.

     Σμερα μου αρσει να ξαναβλπω τις ταινες που πρωτοεδα εκε, χι τσο για αυτς τις διες (στο μεταξ, μπορ να περηφανευτ τι απκτησα καλτερο γοστο) σο γιατ με γεμζουν αναμνσεις. Πολλς απ αυτς τις εδαμε σκαρφαλωμνοι σε μια γειτονικ μουρι στη διπλαν ταρτσα, ταν δεν εχαμε να πληρσουμε εισιτριο.

     Εκενη την εποχ γνονταν πολλ γλντια στα καφενεα του χωριο, με πολ κφι. μως οι γλεντζδες εκενης της εποχς γρασαν κι οι σημερινο νοι πηγανουν στις καφετριες, τις ντσκο και τις παμπ της Ιερπετρας κι οι μεγαλτεροι στα ρεστωρν, που σε μια δεκαετα (1970-1980) καναν αγνριστη την παραλα της. Ευτυχς εξακολουθον να γνονται τα καλοκαιριν γλντια του Προφτη Ηλα και της Παναγας, στη θαυμσια πλατεα του χωριο, με τα πελρια πλατνια και τους ευκαλπτους, που αποτελε πραγματικ καταφγιο τις καυτς μρες του καλοκαιριο. Εκενη την εποχ το γλντι ταν μρος μιας ιεροτελεστας.

     Στο χωρι μας, τλη της δεκαετας του '70, νοιξαν δο ττοια κντρα, που πρσφεραν κρητικ μουσικ τα Σαββατοκρια και τις γιορτς. Το να στεγστηκε κπου στο δρμο προς την Επισκοπ, και το λλο στον παλι σινεμ. Και τα δο ταν υπαθρια. Και στον Παχ 'Αμμο νοιξαν δο ττοια κντρα με αρκετ εσωτερικ χρο, που μποροσαν να λειτουργσουν και το χειμνα. λα κλεισαν κι ο βασικς λγος εναι τι η Ιερπετρα ασκοσεν ακαταμχητη λξη, μια και πρσφερε περισστερα περιθρια επιλογς.

     Τα τελευταα χρνια νοιξαν δυο ψησταρις στην πλατεα του χωριο. Δουλεουν ββαια κατ βση το καλοκαρι, οπτε υπρχει πολς κσμος, δουλεουν μως και το χειμνα, κυρως σαν καφενεα. Το χειμνα η ανγκη για χορ, μνο στην Ιερπετρα μπορε να ικανοποιηθε.

     Τα καφενεα, αν και δεν εναι ακριβς χρος διασκδασης, εναι μως νας χρος που μπορε να περσει κανες ευχριστα την ρα του και γι' αυτ κι χουν αντισταθε τσο επιτυχημνα, στα χωρι ιδως, στη φθορ του χρνου. Τα καφενεα προσφρουν και τρα πως και παλι, καφ, αναψυκτικ, βραστρια, μπρα, ρακ με μεζ, πως παττα οφτ, κουκι, ελις, στραγλια, αχλδια, καρποζι και μικρ παξιμδια. Υπρχει επσης κι εφημερδα για διβασμα, για σους δεν βαριονται να διαβζουν. Οι λλοι προτιμον να μαθανουν τις ειδσεις απ την τηλεραση και πιο παλι απ το ραδιφωνο, απαρατητο μρος του εξοπλισμο ενς καφενεου. Τα χαρτι και το τβλι, συνθως μ' παθλο το κρασμα των καφδων των αναψυκτικν, εναι νας ακμη τρπος για να περσει κανες την ρα του. Τλος το καφενεο εναι νας χρος που μπορε κανες να τσακωθε για τα πολιτικ.

     Οι γυνακες, εξσου καταπιεσμνες κι αποκλεισμνες απ τα καφενεα με τις κρες τους, σαν αναψυχ εχαν τις επισκψεις τα βρδια στο σπτι η μια της λλης, τις λεγμενες «αποσπερδες». καναν ββαια επισκψεις και την ημρα, αλλ πντα για κποιο λγο, με κποια πρφαση. Το βρδυ μως επισκπτονταν απλ για να κτσουν, να κουβεντισουν (να κουτσομπολψουν, λεγαν οι ντρες), να «γειτονψουν». Αυτς τις αποσπερδες τις ξρω καλ, καθς συνδευα τακτικ τη μνα μου σ' αυτς ταν μουν μικρς.

     Περισστερο μου ρεσαν οι αποσπερδες της μεσοχωρις, γιατ εκε μαζεονταν πολλς γυνακες, και το κλμα ταν πιο ζωηρ. Κθονταν ξω στο δρμο, στο σοκκι, κουβαλντας κθε μια την καρκλα της, εκτς απ' αυτς που ρχονταν απ μακρι, που τους φερναν καρκλα οι γυνακες που μπροστ στο σπτι τους γινταν η αποσπερδα. σες βαριντουσαν να φρουν καρκλα, ταν δεν υπρχαν λλες διαθσιμες, κθονταν στο πεζολι της αυλπορτας. Πολλς εχαν μαζ και τα πλεχτ τους. τσι κυλοσεν η βραδι ευχριστα, μχρι να ρθει η ρα να πνε για πνο.

4.γ. η ζω των παιδιν

     Το βασικ χαρακτηριστικ αυτς της εξλιξης, πως την περιγρψαμε παραπνω, εναι η μετβαση απ την οικονομα της αυτοκατανλωσης και της αυτρκειας στην οικονομα της εμπορευματοποησης και της εξρτησης, απ τη φτχεια στον πλοτο, απ την λλειψη βασικν αγαθν στον καταναλωτισμ και στο εππεδο του χωριο, απ την αυτρκη απομνωση, στην προαστιοποησ του. Αυτ η γραμμ εξλιξης επηρεζει τον τρπο ζως και την συμπεριφορ, τις αντιλψεις και τις αξες, τον διο το χαρακτρα των κατοκων. Ακμη επηρεζει ποικιλτροπα τις διφορες ομδες του πληθυσμο, πως εναι οι ντρες, οι γυνακες και τα παιδι.

     Το πρτο χαρακτηριστικ της ζως του παιδιο στο χωρι, σε σχση με τη ζω του παιδιο της πλης, εναι τι το παιδ του χωριο «ξεπορτζει» νωρς και σπαταλ περισστερο χρνο ξω απ το σπτι παρ μσα σ' αυτ, σε σχση με το παιδ της πλης. Αυτ το χαρακτηριστικ ταν πολ πιο ντονο ττε που εγ μουν παιδ, απ ,τι εναι σμερα. Επειδ αυτ εχε σαν συνπεια να μαζευμαστε πολλ παιδι, τα παιχνδια μας ταν πντοτε ομαδικ, αντθετα με τα παιχνδια των παιδιν των διαμερισμτων, που εναι πολ συχν ατομικ και τρα τελευταα με τα κομπιοτερ γιναν ακμη ατομικτερα.

     Εκενα τα χρνια ταν χρνια φτχειας, αλλ και μειωμνης προσφορς καταναλωτικν αγαθν (διβαζε εδ: παιχνιδιν) πργμα που δεν εχε να κνει μνο με τις ισχνς οικονομικς δυναττητες των ανθρπων που περιριζαν τη ζτηση, αλλ και τις τεχνολογικς. τσι ,τι παιχνδια εχαμε τα φτιχναμε μνοι μας (εκτς απ τις μπλες) μας τα φτιαχναν οι γονες μας, λλοι μεγαλτεροι.

     Το πρτο παιχνδι που θυμμαι ταν νας μικρς ανεμμυλος που μου τον φτιαξε νας τσαγκρης του χωριο. Πιο πριν, πριν ακμη μθω να περπατω, η μητρα μου, θυμομαι, μου στρωνε στην αυλ του σπιτιο μας να χιρμι και πνω του αρδιαζε τα λιγοστ βιβλα που εχε, και εγ παιζα μ' αυτ, σαν να ταν παιχνδια. 'Αλλα παιχνδια που φτιχναμε ταν τα «τηλφωνα». Παρναμε δυο δειες ξλινες κουβαρστρες, περνγαμε την κρη μιας κλωστς απ την τρπα της μιας και τη δναμε σ' να ξυλκι και τραβντας μετ την κουβαρστρα το ξυλκι ακουμποσε στην εξωτερικ στρογγυλ της επιφνεια. Το διο κναμε και με την λλη κουβαρστρα στην λλη κρη της κλωστς. Γυρνντας πειτα το να ξυλκι, στε να τρβεται στην στρογγυλ επιφνεια, ακογαμε τον χο στην λλη κρη. Τις κουβαρστρες τις προσαρμζαμε επσης κατλληλα σε κονσερβοκοτια, σαν ρδες, και φτιχναμε αμαξκια. Με καλμια φτιχναμε νεροπστολα, καθς και «μαντορες», φλογρες δηλαδ, με δο-τρεις τρπες που απλς βγαζαν κποιους χους. Μαντορες φτιχναμε και με τις «νουνοδες». Η νουνοδα εναι μια ιξδης μεμβρνη που φτιχνουν κτω απ τις πτρες οι «αρογαλδες», να εδος αρχνης, για να προφυλσσουν τα αυγ τους. Μ' αυτ σκεπζαμε το να κρο ενς καλαμιο μκους μιας παλμης περπου και φυσγαμε απ το λλο ελαφρ. βγαινε ττε νας οξς φλτσος χος.

     Με τα παλι λστιχα των αυτοκιντων φτιχναμε «τσουρλι». Τσουρλ ταν η συρμτινη στεφνη που μενε αφο καγαμε τα λστιχα. Τα τσουρλι τα τσουλγαμε στο δρμο με τη βοθεια ενς σρματος το οποο εχαμε διαμορφσει κατλληλα. Τις σφεντνες επσης τις φτιχναμε μνοι μας, αγορζοντας μνο τα λστιχα. Το «πετσκι» που μπαινε η πτρα-βλμα μας το χριζαν οι τσαγκρηδες, εν τον στλο τον φτιχναμε μνοι μας, σκαλζοντας να ξλο. Πιο συχν μως τις χρησιμοποιοσαμε στους μεταξ μας πετροπλεμους παρ κυνηγντας πουλι. Πολλ κεφλια εχαν «ξεκαυκαλωθε» με τις σφεντνες σ' αυτος τους πετροπλεμους. Εγ, ευτυχς, δεν εχα καταφρει να σκοτσω καννα πουλ κι εχα πετχει μνο να κεφλι.

     Φτιχναμε και βαπορκια απ χαρτ. Μια φορ, μετ απ μια μεγλη νεροποντ, που η αυλ μας, καθς κατ να μεγλο τμμα ταν ακμη χωμτινη, εχε γεμσει νερολακκοβες, σκηνοθτησα την πυρπληση της τουρκικς ναυαρχδας απ τον Κανρη. Και καραγκιζηδες φτιχναμε. Αγορζαμε τη φιγορα, και τη κολλγαμε με κλα που φτιχναμε απ τη ρητνη που βγαζαν οι μυγδαλις, πνω σε χαρτνι. Μετ κβαμε γρω-γρω το χαρτνι με το «κοπδι», που κι αυτ το φτιχναμε μνοι μας, με μια μεγλη «μπρκα» (καρφ) που της πλακουτσναμε την κρη με σφυρ. Οι ωραιτεροι καραγκιοζοπαχτες ταν τα παιδι της πμπτης και της κτης δημοτικο, ττε που εγ πγαινα δευτρα τρτη τξη. Κθε βρδυ δναν απθανες παραστσεις στην αυλ του σπιτιο του Γιννη του Κατεργιαννκη, σαν αληθινο επαγγελματες. Το εισιτριο ταν δκα αμγδαλα εκοσι κουκι. Φυσικ για χρματα, οτε λγος να γνεται.

     Και τα πασχαλιν πυροτεχνματα, μνοι μας τα φτιχναμε. Αγορζαμε μπαροτι και χαρτ. Κβαμε το χαρτ σε λουρδες και τυλγαμε το μπαροτι. Για φυτλι εχαμε «αγκιζτες», λεπτ κομμτια απ κτι λεπτ τετργωνα εφλεκτα υλικ, τις «χυλφτες», πως τις λγαμε, υπολεμματα της κατοχς. Αυτ ταν τα παρτατζκια.

Τα τελευταα παρτατζκια τα φτιξαμε το '67. Πριν το Πσχα, κπου δκα μρες, ρθε η χοντα κι απαγρεψε τα πυροτεχνματα, πως και την κυκλοφορα τα βρδια. Μια βραδι, πριν το Πσχα, μεναμε στο σπτι ενς φλου μας, στην λλη κρη του χωριο, μχρι τα μεσνυχτα. Μετ ξεκινσαμε για τα σπτια μας. λο το δρμο παζαμε παρτατζκια. Οι χωριανο εχαν διπλομανταλωθε, γιατ νμιζαν τι γινταν συμπλοκ. νας τους βγκε δειλ-δειλ το πρω, να μαζψει λει κλυκες. Εμες τσιμουδι. Παρλο που η ενργεια αυτ τανε για να κνουμε την πλκα μας, μισοσυνειδητ-μισοασυνεδητα τη νιθαμε σαν πρξη, αν χι αντστασης, πντως αντδρασης.

     Εκτς απ παρτατζκια φτιχναμε και «σωλνες», που τις γεμζαμε με μπαροτι, και σκγανε κνοντας φοβερ κρτο. Απ κρηξη μιας ττοιας σωλνας μια γειτνισσα κποτε «λιγθηκε» (λιποθμησε). Πντως το πιο μεγλο (και τελευταο μας) κατρθωμα με σωλνα γινε το πιο πνω Πσχα, ταν, μετ απ μια ττοια κρηξη, παρ την απαγρευση, κατφθασε η αστυνομα. Στο συμπρασμα το οποο κατληξαν ταν τι επρκειτο για κρηξη χειροβομβδας, που την πταξε κποιος αριστερς για να μη τη βρουν στο σπτι του σε τυχν ρευνα.

     να γριο παιχνδι που παζαμε ταν το «μυντρι». Το μυντρι ταν να κκαλο γουρουνιο, σε σχμα μικρο παραλληλεππεδου και παιζταν πως το ζρι. Ανλογα με το ποια πλευρ πεφτε, ο παχτης παιρνε το «ξλο» το «μυντρι», το δικαωμα δηλαδ να εκτελε να εκδδει την ποιν. Οι δο λλες πιθανς θσεις (η πμπτη και η κτη πλευρ δεν πεφταν ποτ λγω του σχματος) ταν ο ψωμς, ουδτερη θση κι ο κλφτης, οπτε το «μυντρι» επεδκαζε και το ξλο εκτελοσε. Μια φορ, σε παιχνδι, που παζαμε οι μικρο μαζ με τους μεγλους (παιδι τρα-τσσερα χρνια μεγαλτερα μας), οι μεγλοι μας εχαν κυριολεκτικ σακατψει στο ξλο. Φανταστετε λοιπν χαρς, ταν πεσε και το μυντρι και το ξλο στα χρια μας. Πφτει ο πρτος κλφτης, μεγλος. «Δκα της βαρς φωτις», διατζει το μυντρι. Αυτς ββαια δεν κθισε να τις φει και το 'βαλε στα πδια. Για καμιν ρα τους κυνηγοσαμε με τις πτρες αγριεμνοι. Της βαρς φωτις ταν οι πιο δυνατς ξυλις. Της Ελνης ταν σαν δοξαρις, πνω στην ανοιχτ παλμη, πολ φιλικς, απ υποχρωση. Του κλφτη ταν καρφωτς, με τη μτη του ξλου.

     Ποδσφαιρο παζαμε και ττε, μνο που δεν ταν το κατεξοχ παιχνδι μας. Πιο συχν παζαμε «κουτ χωστ», μια μορφ κρυφτο, καθς και τη μινα και τις φλιες, με μικρ τπι, που τρα χω ξεχσει τους καννες τους. Ευτυχς υπρχουν στην «αυτοβιογραφα» μου, το πρτο μου ργο, που το γραψα σε ηλικα εκοσι χρον. Κενη την εποχ εχα μια συνντηση με τον Κμωνα Φριερ, μεταφραστ του Καζαντζκη και με ρτησε αν εχα γρψει τποτα. Εγ του απντησα με καμρι πως εχα γρψει την αυτοβιογραφα μου. Δε γλασε για να μη με προσβλλει, μως η κπληξη του ταν ολοφνερη, πς εγ, τσο μικρς, αποφσισα να γρψω ττοιο ργο. Σμερα καταλαβανω καλτερα την κπληξη του. Ευτυχς σμερα, γιατ διαφορετικ σως εχα αποτρψει τον εαυτ μου απ να ττοιο εγχερημα και θα χανταν για πντα να πολτιμο λαογραφικ υλικ. Διατηρ ββαια και τη ματαιδοξη υστεροβουλα τι θα γνω ττοιος συγγραφας, στε μεταθαντια ν' αξζει τον κπο να το εκδσουν οι κληρονμοι μου, αν δε το χουν φει εντωμεταξ τα ποντκια, παρατημνο καθς εναι σε μια ντουλπα στο χωρι μου, μαζ με τα ημερολγια μου, λλο δεγμα πρωτλειας γραφς, που μαζ με την αυτοβιογραφα μου τα θεωροσα σαν προπνηση για τα βιβλα που επρκειτο να γρψω μετ.

     Ο Μαρξ κπου γρφει για κτι χειργραφα του, τι τα εχε αφσει στην «αδυσπητη κριτικ των ποντικν». Το διο εχα κνει κι εγ με την αυτοβιογραφα μου. ταν γρισα κποιες διακοπς στο χωρι μου απ την Αθνα, βρκα να απ τα τρα τετρδια φαγωμνο στις κρες απ τα ποντκια. Τα γρμματα μλις που δεν εχαν πειραχτε. τσι αποφσισα να μη τ' αφσω πια εκτεθειμνα στην αδυσπητη κριτικ τους και τα βαλα μσα σε σιδερνιο κουτ απ μπισκτα. Παρλο που λεπει το καπκι, μχρι τρα την χουν γλιτσει. Εχομαι, αν τελικ δεν δημοσιευτον, ο λγος να 'ναι που φαγθηκαν απ τα ποντκια.

     'Αλλα παιχνδια ταν οι αλεκατρδες, παιχνδι κοριτσστικο, που το παζαμε καμι φορ κι εμες τα αγρια, το λοκι, το κουτσ και το μπιζ. Το πς παζονταν, καθς κι λλα παιχνδια που μπορε να μου διαφεγουν αυτ τη στιγμ, πρπει να υπρχει στην αυτοβιογραφα μου. Για τα παιδικ μας παιχνδια χει γρψει πως μου επε κι ο Γιννης ο Δερμιτζκης, του γιατρο ο γιος.

     μουν 10-12 χρονν ταν επινοσαμε το «μπουμ». Το μπουμ ταν πλεμος. Χωριζμασταν σε δυο ομδες, κρυβμασταν, και ψαχνμασταν μετ. ποιος πρωτβλεπε τον λλο του φναζε «μπουμ Γιννη», ανλογα με το ποιο ταν το νομα του κι αυτς εθεωρετο νεκρς. Νικτρια ταν η ομδα που εχε εξοντσει λα τα μλη της αντπαλης. Φυσικ συχν υπρχαν διαφωνες για το ποιος φναξε πρτος, μια και πολλς φορς δο αντπαλοι βλπονταν σχεδν ταυτχρονα. Καταλληλτερος χρος για το μπουμ ταν ο λφος του Προφτη Ηλα. Ολκληρα απογεματα αλωνζαμε τις πλαγις του, σωστο αντρτες. Δναμε μχες που σμερα πολ τις νοσταλγ.

     λοι οι πιτσιρικδες μασταν φοβερο «κουμαρτζδες». Τις διακοπς των Χριστουγννων μασταν ολτελα ασδοτοι, μως αμσως μετ, το κουμρι ακολουθοσε μια φθνουσα πορεα, μχρι που σταματοσε εντελς κπου στα τλη του Γενρη, για να ξαναρχσει πλι τλος του ερχμενου Νομβρη. Παζαμε δεκρες, μια και το χαρτζιλκι εκενη την εποχ ταν ασμαντο. Ο πιο συνηθισμνος τρπος ταν «γαλλικ». Παζαμε μως και χαρτι, ζρι και σβουρκι.

     Επειδ ο τζγος ταν μσα στο αμα μας και τα επ χρμασι παιχνδια περιορζονταν αυστηρ γρω απ τις διακοπς των Χριστουγννων, εχαμε επινοσει λλα παιχνδια, που στη θση των χρημτων υπρχαν λλα αντικεμενα, πως μπλιες (βλοι), πματα απ αναψυκτικ που τα λγαμε «σιντερκια» και φωτογραφες ηθοποιν. Οι μπλιες και τα πματα παζονταν μρδος και πσο, οι δε φωτογραφες πσο και κουρκουνιστ, το αντστοιχο του κορνα-γρμματα στις δεκρες. Θυμμαι που εχα γνει κποτε πλοσιος σε πματα ταν ανακλυψα πο πετοσαν τα σκουπδια τους οι καφετζδες. Γμισα να κουβ βρμικα, σκουριασμνα πματα και τα κρυψα πνω στην ταρτσα του σπιτιο μας κτω απ μια σκφη. Την επμενη κιλας μρα μου τα κλψανε κι μουν για μρες απαρηγρητος.

     Οι φωτογραφες παζονταν πσο ως εξς: Φτιχναμε μια μικρ σειρ με χμα και πνω εκε τις στναμε ρθιες, καρφνοντας τις. Μετ «μπροκναμε», πετοσαμε δηλαδ τα μπαλτρια μας (πτρες πλακωτς) προς μια γραμμ, που ταν στην απναντι πλευρ και σε κποια απσταση. ποιου το μπαλτρι πεφτε πιο κοντ στη γραμμ, παιζε πρτος. «Ξμωνε» (σημδευε) με το μπαλτρι του και το πετοσε. Αν αυτ συμπαρσερνε στην πτση του μια φωτογραφα, του ανκε, πως κι λες σες βρσκονταν δεξι. Μετ παιζε ο επμενος.

     Κυκλοφοροσαν ανμεσα μας η Βουγιουκλκη γεμτη γρατζουνις, ο Μπρκουλης μ' να μτι, η Λσκαρη με χαραγμνο το στθος, ο Κακκαβς με σπασμνο κεφλι, χωρς αυτ να σημανει τι η ανταλλακτικ τους αξα μειωνταν στο ελχιστο. Αρκε η φωτογραφα να μην ταν σκισμνη.

     Αυτ τα παιχνδια κρτησαν μχρι τα 15 μας. Μετ αρχζαμε να συχνζουμε στα καφενεα, ιδιατερα τα καλοκαρια, που παζαμε χαρτι και τβλι, προς αγανκτηση των μεγαλτερων παιδιν, που ταν φοιτητς πια, οι οποοι δεν εχαν τολμσει να καθσουν στο καφενεο παρ αφο τλειωσαν το γυμνσιο. "Εξελξεις", τους λγαμε, "εξελξεις".

     Σμερα, οτε το ομαδικ παιχνδι των χαρτιν, οτε το δυαδικ παιχνδι του ταβλιο, για να μη μιλσουμε για τα παιχνδια που ανφερα προηγουμνως, υπρχει. Τα σημεριν παιδι εναι λα τους καρφωμνα στις οθνες των ηλεκτρονικν. Καθς τα βλπω θυμμαι τα δικ μου παιδικ χρνια, ττε που σκαρφαλναμε στα βουν και παζαμε τους αντρτες και τα λυπμαι. Αυτ χτικιζουνε μπροστ στις φωτεινς οθνες, εν τα δικ μας πρσωπα λη τη μρα τα 'βλεπε ο λιος και τη νχτα τ' στρα και το φεγγρι. Μνο ο πνος μας σταματοσε απ τα παιχνδια μας, γεμτα κνηση και ζω. Ακμη και ποδσφαιρο παξαμε μια πανσληνο. Οι γονες μας ββαια μας δερναν κθε φορ που αργοσαμε να γυρσουμε στο σπτι, μνο που ττε ξιζε τον κπο.

     Και δεν διαβζαμε;  Τα μαθματα μας ελχιστα. Διαβζαμε μως πολ παραμθια, στα 7-8 χρνια μας, μετ «Γκαορ Ταρζν», «Γκρκο, ο ρως των γηπδων» και προ παντς «Μικρ ρωα», με τις περιπτειες του Παιδιο-Φντασμα. Τι αποστασιοποισεις και πρσινα λογα... Το τεχος που σκοτθηκε ο Διαβολκος και το Ζουζονι το διαβζαμε μαζ μ' να φλο μου, δδεκα χρον κι οι δυο και χναμε μαρο δκρυ.

     Κπου σ' αυτ την ηλικα αρχσαμε να διαβζουμε «Μυστριο» και «Μσκα». Τα αστυνομικ δεν μας ρεσαν καθλου, εν μας ρεσαν πρα πολ τα καουμπικα. Την δια προτμηση τη διατρησα και μεγλος, στις κινηματογραφικς ταινες.

     Εξακολουθ να πιστεω, τι αν στην εποχ μας υπρχαν τα κμικς κι η τηλεραση, δεν θα γινμουν ποτ συγγραφας. Το διβασμα εναι η πρτη προπνηση για το γρψιμο. νας «Μικρς ρωας» σε κμικς, σαν αυτν που κυκλοφρησε αργτερα, ταν εμες μασταν πια μεγλοι, δεν θα μου πρσφερε απολτως τποτα.

     Δεκατριν χρονν διβασα το πρτο μου μη παιδικ βιβλο, το "Ουδν Νετερον Απ Το Δυτικ Μτωπο" (ριχ-Μαρα Ρεμρκ). Με εχε τσον εντυπωσισει, που τον επμενο χρνο γραψα να αντιπολεμικ διγημα. Το διβασα στο σχολεο κι ρεσε πολ.

     Το δετερο μου διγημα το γραψα εκοσι χρονν, φοιτητς. ταν να διγημα πορν, βασισμνο στην αληθιν ιστορα ενς φλου μας, φαντρου, που τον φιλοξενοσαμε ττε στις εξδους του. Το διβασαν τρεις-τσσερις φλοι. Την καλτερη κριτικ την κουσα απ τον φλο μου τον Θδωρα. "ταν το διβασα μου σηκθηκε". Τρα ισχυρζεται τι χει το χειργραφο και το κρατ, λει, για να μ' εκβισει αν κποτε γνω μεγλος συγγραφας.

     Το τρτο μου διγημα δεν το χω γρψει ακμη. (Σημ: οι γραμμς αυτς γρφονται το '91).

     Με τα κορτσια τι γινταν; Λγο μας απασχολοσαν σ' αυτ την ηλικα. Μα μπως τα βλπαμε και καθλου; λη μρα σπτι τους κθονταν. Βοηθοσαν τις μανδες τους, πλεκαν, διβαζαν. Μνο στο σχολεο τα βλπαμε και τα πειρζαμε στα διαλεμματα. Αργτερα ββαια ρχισαν να μας ενδιαφρουν και πολ μλιστα. Αλλ στο καφενεο δεν τολμοσαν να ρθουν κι η Ιερπετρα δεν ταν αυτ που εναι σμερα, με τις καφετριες και τις ντσκο της και κθε νεαρς και το παπκι του. τσι διναν κι παιρναν τα πρτι, που θελαν ββαια πιο σχολαστικ διοργνωση απ μιαν ξοδο σε ντσκο, αποζημωναν μως περισστερο. Αλλ για τις σχσεις με το λλο φλο θα μιλσουμε κι αργτερα.

4.δ.  νδυση, υπδηση, κμμωση

     Στην νδυση, την υπδηση και την κμμωση των μεγλων στην παραπνω περοδο δεν παρατηρθηκαν αξιλογες μεταβολς, εκτς σως απ το γεγονς τι η γκαρνταρμπα γινε πιο πλοσια και πιο καινορια, λγω βελτωσης της οικονομικς κατστασης των χωριανν μου κι ο ρλος των τσαγκρηδων και των ραφτδων περιορστηκε στο να επιδιορθνουν τα τοιμα παποτσια και ροχα που αγραζαν πια οι χωριανο μου απ την αγορ της Ιερπετρας. Μνο τον «σκοφο», την κλασικ τραγισκα της εργατικς τξης, παψαν να τον φορον, εκτς απ ελχιστους γρους, μεταξ των οποων κι ο πατρας μου, που τον φορον μως τρα πια μνο στις γιορτς, μαζ με το καλ τους κουστομι. Η κλασικ κρητικ θρκα χει εξαφανιστε απ χρνια. Ο πατρας μου, γεννημνος το 1903, δεν τη φρεσε ποτ. μως ο παππος, που πθανε στα 70 του το 1933, δεν φρεσε ποτ του παντελνια. Εγ πντως πρλαβα πεντξι γρους στο χωρι μου, που φοροσαν θρκες. Ο τελευταος τους πρπει να πθανε κπου στα χρνια της δικτατορας.

     Η υπδηση των μικρν ακολοθησεν δια γραμμ με την υπδηση των μεγλων. Τα παποτσια που φοροσα, μχρι περπου τα δδεκ μου χρνια, σως και πιο στερα, μου τα 'φτιαχνε ο τσαγκρης. Πσω στο τακονι και μπροστ στη μτη εχαν να σεληνοειδς πταλο, για να μη φθερονται εκολα. μως κθε χρνο τα παποτσια μας, ταλαιπωρημνα απ τις αναρριχσεις μας στα βουν και τα τρεξματα μας, θελαν σλιασμα. τοιμα παποτσια, του εμπορου, φρεσα κπου στο γυμνσιο.

     Μπορε με τα παιχνδια μας να καταστρφαμε τα παποτσια μας, μως τα συντηροσαμε κιλας. Με ποιο τρπο; Περπατοσαμε ξυπλυτοι. Εκενη την εποχ, λα τα παιδι συνηθζαμε κατ το τλος της νοιξης να βγζουμε τα παποτσια μας και να περπατμε ξυπλυτοι. Δεν βλπαμε μλιστα την ρα να ζεστνει ο καιρς και να «ξυπολυτωθομε». Κατ καιρος μας κρφωναν διφορα στις πατοχες, μως αυτ δεν πρπει να μας ενοχλοσε ιδιατερα, γιατ δεν διαθτω καμι σχετικν ανμνηση. Αυτ που ντως μας ενοχλοσε και το θυμμαι πολ καθαρ, ταν η καυτ σφαλτος τους ζεστος καλοκαιριτικους μνες. Προσχαμε μως και βαδζαμε στην κρη του δρμου, που υπρχε λεπτ λουρδα χμα.
     νας συμμαθητς μου, που ταν απ πολ φτωχν οικογνεια, περπατοσε χειμνα-καλοκαρι ξυπλυτος. Το δρμα της πατοχας του εχε τσο σκληρνει, που εχε γνει κυριολεκτικ σαν πετσ. ταν περπατγαμε στο δρμο, κλωτσγαμε δεια κουτι χαλκια. Αυτς τα κλτσαγε με το μεγλο δχτυλο του δεξιο του ποδιο, που ταν το διο αποτελεσματικ, πως κι οι μτες των παπουτσιν μας.

     Μια απ τις τιμωρες στις οποες μας υπβαλλαν οι δσκαλοι μας, τους μνες που μασταν «ξεπαποτσωτοι», ταν η φλαγγα. Κποτε ο δσκαλος μας θλησε να τιμωρσει με φλαγγα τον παραπνω συμμαθητ μας "Μη τον χτυπτε στη πατοχα, δεν πονει καθλου", τον καρφσαμε μεις. "Καλτερα χτυπστε τον στην παλμη", τιμωρα που για μας τους λλους ταν πολ πιο πια απ τη φλαγγα, ακμη κι απ το «υπγειο», το σκοτειν μπουντρομι που μας κλειναν ταν ατακτοσαμε.

     Με την ενδυμασα τα πργματα ταν διαφορετικ. Εν οι γαβριδες του 18ου και του 19ου αινα κι απ' ,τι ξρω και τον μεσαωνα, ντνονταν πως οι πατερδες τους, μια τση που υπρχει και σμερα, η ενδυματολογικ εμφνιση των παιδιν εκενης της εποχς διφερε απ των μεγλων. Και λω η ενδυματολογικ εμφνιση, γιατ φαινμασταν διαφορετικ ντυμνοι, παρλο που τα παποτσια μας, τα πουλβερ, τα σακκια και τα πουκμισα μας δεν ταν παρ μικρ αντγραφα εκενων που φοροσαν οι μεγλοι. Αυτ που δειχνε τη διαφορ ταν το παντελνι. Εμες οι μικρο φοργαμε «κοντ παντελνια», χειμνα-καλοκαρι, που ταν πως τα σημεριν σορτς, μνο που εχαν τιρντες. ταν σε κτι βαρυχειμωνις το σκφτομαι σμερα, αναρωτιμαι πως δεν κρυναμε. Καταλγω στο συμπρασμα τι μλλον θα κρυναμε, αλλ το θεωροσαμε φυσικ. Πντως το κοντ παντελνι στοχιζε λιγτερο κι τσι ταν μικρ ξοδο για τους γονες μας.

     Εννοεται τι πλοσια γκαρνταρμπα δεν εχαμε. Τρα παντελνια ταν πολυτλεια. ταν σκιζταν καννα στα παλματ μας καθς σκαρφαλναμε στα δντρα, μας το μπλωνε η μνα μας. Ιδιατερα φθερονταν τα πισιν, καθς σερνμασταν στα χματα. Αν η φθορ τους ταν πολ μεγλη, τους βαζαν κι απ να μεγλο μπλωμα, τους «καβλους». μως, κατ πρτο λγο οι καβλοι, και κατ δετερο τα μπαλματα, αφαιροσαν γητρο απ την οικογνεια και γι αυτ ρχισαν σιγ-σιγ, καθς ανβαινε και το βιοτικ εππεδο, να σπανζουν.

     Το πρασμα στο μακρ παντελνι ταν να σημδι μετβασης στην εφηβεα, που μπορε να μη συνοδευταν με ανλογη διαβατρια τελετ, μως, πως και το πρτο μας ξρισμα, μας γμιζε υπερηφνεια και μας κανε να νιθουμε ντρες. Θυμμαι ακριβς τη μρα που φρεσα μακρι παντελνια. ταν ττε που νας λομπεν προλετριος της Ιερπετρας, γριζε τους δρμους φωνζοντας. "Την Κυριακ στις 3 Νοεμβρου, ψηφσατε Καραμανλ, για να σσετε τα σπτια σας". Εννοοσε το κμμα του, μια κι ο Καραμανλς ττε ταν αυτοεξριστος.

     ταν η 3η Νοεμβρου του 1963, η πρτη νκη του Γεωργου Παπανδρου στις εκλογς.

     Η 10ετα του '60 πρπει να ταν κι η τελευταα που φορθηκαν κοντ παντελνια απ τα παιδι. Σμερα ββαια φορνε τα καλοκαρια σορτσκια. μως το κοντ παντελνι με τις τιρντες, ανκει πια στο παρελθν.

     Η ενδυμασα των κοριτσιν δεν χει αλλξει, αν εξαιρσει κανες τη μαθητικ ποδι, που, μαζ με τα καπλα με την κουκουβγια που φοροσαν τα αγρια, εξαφανσθηκαν επ κυβερνσεως Παπανδρου. Οι ποδις επανλθαν, χι μως και τα καπλα για μας τους μαθητς, επανλθε μως το κοντ κορεμα, χι ββαια απ τον πτο, πως μας κορευαν στο δημοτικ, εντοτοις μως αρκετ κοντ στε η δικριση να εναι ολοφνερη.

     Μια απ τις πιο φρικτς μου αναμνσεις ταν το κορεμα απ τον πτο, με την «ψιλ» (μηχαν), πως το λεγαν. Μας κθιζε στην καρκλα ο Μιχλης του μπαρμπρη (το επγγελμα ταν οικογενειακ) κι εμες τσιρζαμε απ τον πνο καθς η μηχαν τρβαγε τις τρχες, εν μρει γιατ δεν κοβε καλ, και εν μρει γιατ τα κεφλια μας ταν βρμικα. ταν τλειωνε, για να μας αποζημισει, μας ριχνε φθονη κολνια στο κεφλι, λγοντας μας «με τσ' υγεες σου». Εμες σηκωνμασταν γργορα γργορα τρβοντας το κεφλι με την παλμη μας, για να απλωθε η κολνια, που κτω απ τις δοσμνες συνθκες λειτουργοσε και σαν αντισηπτικ, λγαμε "ευχαριστ" και τρχαμε βολδα να βρομε την παρα μας, εν ο πατρας μας βγαζε να πληρσει.

     Και η ενδυμασα των γυναικν δεν λλαξε, εκτς απ το τι το τσεμπρι, πως και ο σκοφος στους νδρες, χει περιοριστε στις γρις, οι οποες, αν εναι χρες, φορον ολοχρονς τα μαρα. χει χσει εξλλου τη λειτουργικτητα του, που ταν να προφυλσσει τις γυνακες κατ τον θερισμ απ τον καυτ λιο του καλοκαιριο. Τρα οι αγροτικς εργασες κατ το καλοκαρι εναι ελχιστες. σες γυνακες εργζονται στα θερμοκπια εναι εκτεθειμνες στη ζστη, χι μως στον λιο. Κι η κμμωση χει αλλξει. Οι γυνακες εξακολουθον ν' αφνουν μακρι τα μαλλι τους, μως δεν τα δνουν πια πλεξδες, πως πρτα. Ττοιες πλεξδες τα δενε και η μητρα μου. Κποτε, εν κοιμταν, της κοψα τη μα. Φοβθηκα να της κψω και την λλη μη θυμσει πολ. Δεν θυμμαι μως τι γινε μετ. Εχα μλιστα ξεχσει ολτελα το γεγονς και μου το θμισαν κτι γυνακες, φλες της μητρας μου, σκασμνες στα γλια.

     Οι ντρες εχαν κοντ μαλλι και κοντς φαβορτες, πως και σμερα. Οι νεολαοι μνο αφναμε λγο μακρτερες τις φαβορτες, προκαλντας τις διαμαρτυρες των γονιν μας. μως, κατεξοχ σημεο αντθεσης με τους μεγλους γιναν τα μαλλι, ταν οι μακρυμλληδες γιεγιδες γιναν της μδας, γρω στα τλη της δεκαετας του '60. Ο πατρας ενς φλου μου, ταν αυτς γρισε για κποιες διακοπς στο χωρι, υποκρθηκε τι δεν τον γνρισε, ταν τον εδε να 'χει μαλλι που του φτνανε σχεδν μχρι τους μους.

     Μετ τα μακρι μαλλι, μδα γιναν τα γνια. Αυτ η μδα μως δεν προλθε τσο απ τους χπιδες και τους γιεγιδες, σο απ τον Τσε Γκεβρα και τους αντρτες, κατ την επικ εκενη περοδο του αντιδικτατορικο αγνα της νεολαας, οπτε τα πρτυπα της επανστασης γιναν αντικεμενο μμησης και στην εμφνιση. Στις αντιρρσεις των γονιν μας εχαμε ατρνταχτο επιχερημα: "Ρξατε ποτ καμι ματι σε καννα εικνισμα να δετε το Χριστ πς εναι;". "Ναι, αλλ εκενα τα χρνια ταν λλα". "'Αλλα εναι και τα δικ μας".

     Η μνη περπτωση να αφσει κανες μεγλος γνια ταν για λγους πνθους, μαζ με το μαρο περιβραχινιο. Τα γνια στις μεγλες ηλικες ταν δεγμα χαμηλο status. νας μισοαλτης απ το διπλαν χωρι εχε μονμως γνια. τσι οι «καθς πρπει» χωριανο φρντιζαν επιμελς να ξεχωρζουν, ξυριζμενοι τακτικτατα. Κι εδ οι οικονομικς αλλαγς φησαν τη σφραγδα τους. Τον πατρα μου τον θυμμαι επ χρνια να ξυρζεται μ' να ξυρφι σαν αυτ που χουν οι κουρες, που το ακνιζε σε να τεντωμνο πετσ. Μετ εισβαλαν και στο ξρισμα τα «μιας χρσης», δη απ τις αρχς της 10ετας του '60. Το πρτο μου ξρισμα το κανα το '65, με ξυραφκι. μως σ' αυτν την «πρτη γενι» υπρχε κτι που δεν ταν μιας χρσης, η ξυριστικ μηχαν. Πνω εκε προσαρμοζταν το ξυραφκι, μια εππεδη επιφνεια, που κοβε κι απ τις δυο μερις. Στη δετερη γενι το κλασικ ξυραφκι με τη διπλ κψη αντικαταστθηκε με να εξρτημα που εχε κπου πντε λεπδες, που με να μοχλ μπαιναν διαδοχικ σε θση λειτουργας. Τλη της 10ετας του '70, με την ανπτυξη της πετροχημικς βιομηχανας, ρθε η τρτη γενι, τα ξυραφκια μιας χρσης, που η ξυριστικ μηχαν αντικαταστθηκε με πλαστικ λαβ πνω στην οποα εναι προσαρμοσμνο το ξυραφκι, και μετ τη χρση πετιονται και τα δυο. Με κλυμμα χωρς κλυμμα, με διπλ μον λεπδα, υπρχουν σμερα διφοροι τποι στην αγορ.

     Μια μδα μως που περιορστηκε στους μεγλους ταν το μουστκι. Τον πατρα μου τον θυμμαι με μουστκι, που κατβαινε κτω απ τα ρουθονια του, σαν του Τσρλι Τσπλιν. Υπρχαν κποιοι χωριανο που εχαν ττοιο μουστκι, προφανς απομεινρι μιας παλις μδας. Οι περισστεροι μως δεν εχαν μουστκι. Μουστκι εχαν και κποιοι νοι «λακο», μως μουστκι κρητικ, που απλωνταν τουλχιστον μχρι τις κρες του πνω χελους. Οι λακο νεολαοι ταν συνθως παιδι χωρς μεγλη μρφωση, το πολ να εχαν βγλει το λκειο, κουγαν κρητικ τραγοδια βαρι λακ, απ Καζαντζδη και κτω και ξεχριζαν απ την υπλοιπη νεολαα που κουγαν τα πολ ελαφρ λακ, εν περισστερο την ερισκαν με τα «ξνα», τη σημεριν ροκ.

     Στην ενδυμασα, η μδα φαινταν στα παντελνια. Στα πουκμισα οι αλλαγς ταν αδιρατες, κπου στους γιακδες. Κποτε εχαν γνει της μδας τα «νιλον» πουκμισα, που εχαν το πλεονκτημα τι με σωστ πλωμα μετ το πλσιμο, δεν θελαν σιδρωμα, μως καθς ταν φοβερ ανθυγιειν, γργορα εγκαταλεφθηκαν, κπου στα μσα της 10ετας του '60.

     Στην παραπνω δεκαετα, μοντρνο παντελνι ταν η «καμ¬πνα», που πρε το νομα απ τα μπατζκια του, τα οποα απ το γνατο και κτω πλταιναν σαν καμπνα. Τις πιο πλατις καμπνες τις εχαν τα γυναικεα παντελνια, που κνανε την εμφνισ τους στα τλη της 10ετας. Μχρι ττε οι γυνακες που τολμοσαν να φορσουν παντελνια ταν ελχιστες, οι χειραφετημνες, αυτς που εχαν μακρ παραμον στην Αθνα και τις οποες οι χωριανο, θλοντας και μη τις ανχθηκαν, χι ββαια χωρς κουτσομπολι. Σαν μδα η καμπνα σβησε κπου στα μσα της 10ετας του '70.

     Την δια δεκαετα καθιερθηκαν στη μδα τα μοντγκμερι, κτι σαν ναυτικ σακκια με ξλινα κουμπι, τα μπλουτζν, τα κοτλ, τα στρατιωτικ τζκετ κι οι στρατιωτικς αρβλες. Απ λα αυτ μειναν μνο τα μπλουτζην, εν τα κοτλ, αφο εχαν εξαφανισθε για χρνια, επανλθαν στη μδα με το κλεσιμο του 1990. Η μδα επσης συνδθηκε και με τις φρμες. Τλη της δεκαετας του '70 γιναν πολ της μδας τα παντελνια Le... και τα πουκμισα La... Εννοεται ββαια τι λες οι παραπνω μδες ταν στο χωρι ξενφερτες, απ μας τους Αθηναους, που ζοσαμε λο το χρνο στην Αθνα, κυρως σαν φοιτητς, και στο χωρι κατεβαναμε μνο για διακοπς.

4.ε. πολιτικ

     Η πατρωνα, η πιο χαρακτηριστικ μορφ πολιτικς σχσης στην Ελλδα, υπρχε (και υπρχει) σε αρκετ ντονη μορφ και στο χωρι μου. Μλιστα στο γειτονικ Πνω Χωρι οργαζε και λνε χαρακτηριστικ τι ο βουλευτς της Ιερπετρας εχε βαφτσει το μισ χωρι. Αρκετος απ τους βαφτισιμιος του τους τακτοποησε αργτερα σε θσεις.

     Μια πιο διακριτικ μορφ πατρωνας ταν η «υποχρωση» που εχαν οι φτωχο μεροκαματιρηδες στους πλοσιους εργοδτες τους, που λοι τους σχεδν χωρς εξαρεση ανκαν στη δεξι, να ψηφσουν δεξι υποψφιο.

     Εκτς απ τις απειλς χρησιμοποιοσαν και τις γαλιφις. Η καταδεκτικ, ευπροσγορη στση των πλουσων απναντι στους φτωχος, μπαινε σε λειτουργα κθε προεκλογικ περοδο. Οι φουκαρδες, κολακευμνοι απ αυτ την καταδεκτικτητα των πλοσιων χωριανν τους, πεφταν εκολα θματα της προεκλογικς τους προπαγνδας. Μετ τις εκλογς ββαια η κατσταση λλαζε. Οι φιλες κβονταν με το μαχαρι. Πολ χαρακτηριστικ εναι η μαντινδα που λεγε ο συχωρεμνος ο Γιννης ο Καθεγλκης, που εχε το οικογενειακ παρατσοκλι «αραπατσκος».

    σαμε που 'χα αψφιστα, που 'σαι Γιαννι-Γιαννκο
    κι απκεια κι εποψφισα, ξω αραπατσκο
.

     Σχετικ με την αντιμετπιση των χωριανν μου απ τους πολιτευτς, χω να προσωπικ, πολ χαρακτηριστικ παρδειγμα: μουν μαθητς γυμνασου, και πως συμπερανω τρα το περιστατικ πρπει να συνβη στις εκλογς του '64. Κατβαινα απ τη βιβλιοθκη της κοιντητας του χωριο, που ττε στεγαζταν στην πλατεα κι πεσα πνω σε μια προεκλογικ συγκντρωση. νας πολιτευτς μιλοσε σε μια μεγλη ομδα χωριανν μου. ταν τλειωσε, σηκθηκε νας τους να διατυπσει τα αιτματα τους:
 -"Θλουμε να μας κνετε..." Δεν τον φησε να τελεισει.
 -"Θα σας κνουμε, θα σας κνουμε", του επε ανυπμονα πριν καν ακοσει τι θελαν να τους κμει.

     Κατ διαβολικ σμπτωση, μετ τις εκλογς, πεσα πνω σε μια συγκντρωση με τον διο πολιτευτ. Οι χωριανο το ζητοσαν να μεσολαβσει στε να τους δοθον κποια χρματα να τα κνουν δεν θυμμαι τι. Η απντηση του καρφθηκε για πντα στο μυαλ μου:
 -"Δεν θα πρετε πεντρα τσακιστ".

     Καθς γρφω αυτς τις γραμμς μου 'ρχονται στο μυαλ τα λγια του ποιητ:

      Αγαπημνε μου λα, καλ και τιμημνε,
      πντοτε ευκολπιστε, και πντα προδομνε
.

     πως επα και πριν, οι πλοσιοι στο χωρι ταν δεξιο. Το βασικ ατημα των φτωχν κεντρων (οι αριστερο ταν μειοψηφα) ταν πντοτε να δοθε μια καλτερη τιμ στο λδι. νας πλοσιος χωριανς μου, που βγαζε τνους λδι, επε κποτε στο καφενεο. "Γιατ ν' ακριβνει το λδι; Μια χαρ εναι η τιμ του". Σαν δεξις, πρεπε να αντιταχθε στα αιτματα των κεντρων. Αυτ πια δεν ταν πολιτικς φανατισμς, ταν κρετινισμς.

     Η βασικ παρμετρος του status εναι και στο χωρι μου και παντο νομζω, ο πλοτος. Και μια κι οι πλοσιοι ταν δεξιο, η εμμον στη δεξι ταν εμμον στο status, το οποο νιωθαν να αποκτον ανακλαστικ και οι λιγτερο ευκατστατοι. τι ββαια νας κεντρος, τουλχιστον στην 10ετα του '50, θεωρετο κρυφοαριστερς, διευκλυνε προς αυτ την κατεθυνση. τσι οι δεξιο μνανε πντα φανατικ προσκολλημνοι στην πολιτικ τους ιδεολογα. Μεταστροφ πλοσιου δεξιο στο Κντρο πρπει να ταν σπνιο πργμα κι εγ τουλχιστον δεν ξρω καμι περπτωση. 

4.στ. εκκλησιασμς και γιορτς

     Ο εκκλησιασμς, απ μορφ λατρεας του θεου, χει ξεπσει σε να θεσμ με μια φοβερ αδρανειακ δναμη, που εξυπηρετε περισστερο λλες ανγκες παρ τη λατρεα του θεο. Στα χωρι εναι να περπου κοσμικ γεγονς, που οι γυνακες, αποκλεισμνες απ τους δημσιους χρους του χωριο λη την εβδομδα, μπορον να βαφτον, να στολιστον και να κνουν την εμφνιση τους. Το ανδρικ εκκλησασμα, επειδ δεν χει να καλψει ττοιες ανγκες, εναι σχετικ ολιγομελς σε σχση με το γυναικεο. Οι μεγλες ηλικες χουν επσης την πλειοψηφα, μια και, σμφωνα με μια παροιμα που την αναφρει και ο Καζαντζκης, «ταν γερσει ο διβολος καλογερεει». Πντως αληθιν κατανυκτικ στση χουν οι γρις, οι οποες συχν, κατ τη διρκεια της λειτουργας, σταυροκοπιονται μχρι το πτωμα, εν οι γροι παρακολουθον σιωπηλο, με τη γαλνια κφραση του ανθρπου που χει κνει το καθκον του. σο για τα παιδι, γι' αυτ ο εκκλησιασμς εναι να πρσθετο οικογενειακ καθκον. ταν μουν μικρς μας πγαιναν υποχρεωτικ οι δσκαλοι μας κθε Κυριακ στην εκκλησα, συντεταγμνους στη γραμμ. Τρα αυτ χει πια καταργηθε. Πντως οι γονες που πηγανουν στον εκκλησιασμ συνθως παρνουν μαζ τους και τα παιδι τους, χωρς αυτ να δεχνουν καθλου ενθουσιασμ. Το μεν σμα τους βρσκεται μσα στην εκκλησα, ο δε νους τους ξω, στο παιχνδι. Εν τις Κυριακς το εκκλησασμα εναι αρκετ ολιγομελς, τις γιορτς αυξνει σημαντικ.

     Την Μεγλη Παρασκευ μλιστα και το Μεγλο Σββατο γνεται σωστ κοσμοσυρρο. Εναι μια ευκαιρα να δομε παλιος συμμαθητς και φλους, που το πιο πιθαν εναι τι δεν θα τους ξαναδομε παρ μνο το επμενο Πσχα. Ττοιες μεγλες γιορτς προτιμει συνθως κανες για να μεταλβει.

     Το χωρι χει τρεις εκκλησες, την Παναγα, που χτστηκε μετ το 1950, αφο για την ανοικοδμηση της επ χρνια πρβαλε εμπδια νας πλοσιος γετονας που θα του κοβε τη θα, τον Αφντη Χριστ, που εναι διμρτυρη μαζ με τον γιο Χαρλαμπο, και την Αγα Τριδα, που η αυλ της ταν το γπεδο μας σε λη τη διρκεια των παιδικν μου χρνων. Εκε παζαμε μπλα, εκε κουμρι, εκε κουτ-χωστ. Σμερα εναι κτισμνο τοιχκι ενδιμεσα και δε μπορε πια να χρησιμοποιηθε σαν γπεδο.

     Εκτς απ αυτς τις εκκλησες υπρχουν και πολλ ξωκλσια, που ανκουν στην ενορα του χωριο. Αυτ εναι ο Προφτης Ηλας, η Αγα Παρασκευ, η Αγα Κυριακ, που φτιχτηκε κπου το '60 στη θση μιας παλις, ερειπωμνης εκκλησας, το 'Αγιο Πνεμα, η Παναγα η Ευαγγελστρια, ο 'Αγιος Αντνιος κι η Παναγα στα ρη (Θριπτ).

     Οι γιορτς μας ρεσαν υπερβολικ, σε μας τα παιδι. χι μνο γιατ δεν κναμε σχολεο, γιατ λγαμε τα κλαντα, Χριστογεννα, Πρωτοχρονι, Φτα, του Λαζρου και τη Μεγλη Παρασκευ και μαζεαμε λεφτ, γιατ τργαμε γλυκ. Μας ρεσαν κυρως γιατ ταν συνδεμνες με θιμα, η τρηση των οποων πεφτε κυρως στις πλτες μας.

     Και πρτα απ' λα, οι Απκριες. Εκενη την εποχ, παρλο που υπρχε πολ γλντι, δεν μασκαρεονταν οι μεγλοι, αλλ εμες τα παιδι. Και δεν εχαμε ββαια τις εξεζητημνες στολς που διαθτει σμερα η αγορ, αλλ φοροσαμε ,τι κουρλια βρσκαμε, μουτζουρναμε τα μοτρα μας με καπνι απ τις καμινδες, και ξαμολιμασταν μπουλοκια-μπουλοκια στα σπτια, σε πολλ απ τα οποα, παρ το θιμο, δεν γινμασταν δεκτο. Κναμε κτι φρικιαστικς ορχσεις, προσπαθντας να τρομξουμε τα μωρ και τα μικρ παιδκια του σπιτιο, τργαμε τα γλυκ που μας διναν και «ντε, καλ σας εναι τρα», μας διωχνε στο τλος ανυπμονη η σπιτονοικοκυρ. Φεγοντας, κποιοι απ μας βοταγαν και κτι. Αθα πργματα, ββαια, χι αληθινς κλεψις. Εγ κι η παρα μου κατηγορηθκαμε κποτε τι κλψαμε να ψωμ και γλιτσαμε την τιμωρα απ το δσκαλο «λγω αμφιβολιν». τσι κι αλλις μασταν αθοι.

     Τη Μεγαλοβδομδα, εκτς απ την κατασκευ των πυροτεχνημτων, για τα οποα χω μιλσει, μαζεαμε κι «αγκαλις» (δεμτια) ξλα για τη «φουνρα», τη φωτι που θα καγαμε τον Ιοδα, το Μεγλο Σββατο. Τον Ιοδα τον φτιχναμε μνοι μας, μ' να παλι παντελνι και να παλι πουκμισο, τα οποα παραγεμζαμε με χυρα. Για κεφλι βζαμε να φλασκ, στο οποο φοργαμε και να παλι σκοφο. Τις αγκαλις τα ξλα τα μαζεαμε απ το βουν, κβοντας σκνα με μπαλταδκια, πολλς φορς μως τις ζητγαμε απ τα σπτια, αφο προετοιμζαμε το δαφος φωνζοντας σαν τελληδες «μιαν αγκαλι στη φουνρα». Αν δεν μας διναν κλβαμε απ τις ταρτσες, που τις εχαν φυλαγμνες για την παραστι.

     Το κψιμο του Ιοδα, πως κι η λειτουργα του Μεγλου Σαββτου, γινταν ανκαθεν στην Αγα Τριδα, γιατ μνο εκε υπρχει χρος για το στσιμο της φουνρας, εν λες οι λλες λειτουργες γνονται στην ευρχωρη εκκλησα της Παναγας, που χωρει να σωρ κσμο. Στα εκκλησκια γνεται εκκλησιασμς μνο ταν γιορτζει ο γιος τους.

     Ακμη, εμες τα παιδι, τη Μεγαλοβδομδα σηκναμε τα εξαπτρυγα στην περιφορ του επιταφου και, σαν πρσκοποι, στεκμασταν τιμητικ φρουρ. Οι υπλοιποι ταν απασχολημνοι με το να πετνε πυροτεχνματα. Στχος ταν ο οποιοσδποτε, γρις, γροι, λλα παιδι, τα κορτσια (με σαδισμ απολαμβναμε τα τσιργματ τους κθε φορ που σκαγε να παρτατζκι στα πδια τους), συχν δε κι ο παπς. Ο παπς του Πνω Χωριο εχε υποφρει τα πνδεινα, εν ο δικς μας αρνθηκε να λειτουργσει να Μεγλο Σββατο στην Αγα Τριδα. Η νοσταλγα μως ταν μεγλη και γι' αυτ κποιοι φεραν μια τηλεραση και απ εκε κουσαν την λειτουργα, και ταν ειπθηκε το «Χριστς Ανστη» βαλαν φωτι στη φουνρα.

     Τη Πεντηκοστ τλος, που η λειτουργα γινταν επσης στην Αγα Τριδα, εμες τα παιδι πηγαναμε σε μια κοντιν ρεματι και κβαμε μυρτις, τις οποες στρωναν μπροστ τους οι εκκλησιαζμενοι και γοντιζαν, σε κποια φση της λειτουργας. Μεγλο πανηγρι γνεται του Σταυρο, στις 14 του Σεπτμβρη, στα ρη. Ο εκκλησιασμς γνεται σε να εκκλησκι στην πιο ψηλ κορφ, κπου 1200 μτρα πως επαμε και τρεις ρες ποδαρδρομο σε να μικρ ανηφορικ δρομκι. Το ξεκνημα γνεται τρεις τσσερις η ρα τη νχτα. ταν φτνουμε εμαστε ξεπνεμνοι, μως το θαμα αποζημινει, καθς βλπουμε, τα παρλια της Κρτης σαν απ αεροπλνο. Η ανατολ του ηλου εναι να πανραμα.

     Για πρτη φορ πγαμε μαθητς δευτρας Λυκεου. Αφο απολασαμε λγο τη θα χωθκαμε σε μια αθουσα δπλα στην εκκλησα, γιατ κανε φοβερ κρο. μασταν πατεςμε-πατσε. Ττε εδα για πρτη φορ νθρωπο να κοιμται ρθιος, τον φλο μου τον Θδωρα. Εκε που στεκταν ρθιος, ξαφνικ σωριζεται χμω. Εμες βλαμε τα γλια. 'Ανοιξε τα μτια του και μας κοταξε χαμνα σαν αγουροξυπνημνος. Απ ττε ξρω τι το «κοιμσαι ρθιος» μπορε να μην εναι μνο σχμα λγου.

4.ζ. προλψεις & δεισιδαιμονες

     Η χριστιανικ θρησκεα, στη συνεδηση του μεγλου πλθους των πιστν, εξαντλεται στη μεταφυσικ της. Οι δαμονες, οι πατασμο, εναι μια συνεχς απειλ κι ο φβος του θαντου και της μεταθαντιας τιμωρας εναι που οδηγε τις μεγλες ηλικες στον κυριακτικο εκκλησιασμ. Αυτ η πλευρ της χριστιανικς μεταφυσικς ασκοσε εξλλου να παιδευτικ χαρακτρα στα παιδικ μας χρνια. Περισστερο η κλαση, σαν απειλ, παρ ο παρδεισος, σαν υπσχεση, λειτουργοσαν αποτρεπτικ στις παιδικς μας αταξες: στα αθα ψματα μας και στις «κλεψς», αλλ προ παντς στις βρεις των θεων που μαθαναμε απ τους μεγλους, οι οποοι σε στιγμς οργς δεν νιωθαν καμι αναστολ μπροστ στην επαπειλομενη μεταθαντια τιμωρα. Εμες επειδ σο να 'ναι φοβμασταν, στη θση των αγων βζαμε μανδες και θειδες.

     Τσο πολ θεωροσα τη θρησκεα σαν αποτρεπτικ παργοντα για τις βρισις και τις αισχρολογες στε, ταν στα δεκατσσερ μου σταμτησα να πιστεω, πρτη μου αντδραση ταν να σταματσω να βρζω. «Αν δεν υπρχει Θες, λα επιτρπονται» διβαζα ττε στον Ντοστογιφσκη κι η ιδα πως ο κσμος θα μποροσε να πσει σε μια κατσταση ηθικς αναρχας με γμιζε αποτροπιασμ. Αυτ η ιδα δεν με φερε κονττερα στην πστη, συνειδητοποησα μως τι το θεμλιο της σταθερτητας των κοινωνικν σχσεων που εναι η ηθικ, θα 'πρεπε να θεμελιωθε εντεθεν, μσα μας κι χι εκεθεν, στο υπερπραν. Αυτ τα 'χε πει ββαια πριν απ δυο αινες ο Καντ, εγ μως ττε δεν το ξερα.

     Η χριστιανικ θρησκεα, σαν πρακτικ, ξεφεγει ασφαλς απ το γρμμα των γραφν, πργμα που συμβανει εξλλου με κθε θρησκεα (Μεγλη και μικρ παρδοση). Ο πολυθεσμς χει εισχωρσει στον χριστιανισμ με τη μορφ του γιου προσττη και του γιου θαυματουργο. Ακμη κι ο ανιμισμς χει επιβισει με τη μορφ της θαυματουργς εικνας, του τμιου ξλου, του φυλακτο. Προσττης του εμπορου, πως ταν ο Ερμς, προσττης της γεωργας, πως ταν η Δμητρα, δεν υπρχει, υπρχει μως ο γιος Νικλαος, προσττης των ναυτικν, η αγα Βαρβρα, προσττης του πυροβολικο, η αγα Παρασκευ, που θεραπεει τους τυφλος και, γιατ χι, ο γιος Βαλεντνος, ο προσττης των ερωτευμνων. Πντως γενικ στους χριστιανος αγους δεν υπρχει εξειδκευση ως προς τα θαματα και τα αντικεμενα προστασας τους. Κθε γιος, ειδικ αν βρσκεται κπου κοντ εκκλησα του, μπορε να προστατεει τον καθνα κι απ κθε τι, κυρως απ αρρστιες, προπαντς αν η προσευχ που του απευθνουμε συνοδεεται κι απ να τξιμο, συνθως αρτοπλασα προσφορ του νοσοντος μλους οργνου του σματος σε μικρς ανγλυφες λεπτς πλκες, ασημνιες χρυσς, μια πρακτικ που λο και φθνει.

     Οι πιστο μως, και κυρως οι γυνακες, δεν θυμονται τους γιους μνο ταν τους χουν ανγκη. Τους ανβουν συχν τα καντλια, κυρως στα ξωκλσια και με την ευκαιρα μαζεουν και λγα χρτα απ τα γειτονικ χωρφια. Ακμη, κθε φορ που θα περσουν κοντ απ εκκλησα, πρπει απαρατητα να σταυροκοπηθον, πως και ταν ακοσουν τις καμπνες. Σταυροκοπιονται επσης και πριν το φαγητ, που παλι πρπει να ταν ο επλογος μιας προσευχς που στις μρες μας χει εκλεψει. Η προσευχ, εκτς ταν γνεται κατ την επσκεψη σε εκκλησα, οπτε απευθνεται στον γιο της, απευθνεται συνθως σ' να απ τα μλη της αγας Τριδας, κατ προτμηση στο Χριστ και στη Παναγα. Παλι γινταν και το πρω, μπροστ στο εικνισμα με κατεθυνση την ανατολ, τρα μως περιορζεται μνο το βρδυ. Θυμμαι ταν μουν μικρς, που με βαζε με το ζρι η μητρα μου να κνω την βραδιν μου προσευχ, Εγ, με βλφαρα σαν μολβι απ τη νστα, λεγα μια προσευχ που δεν θυμμαι παρ μνο το τλος της: «κι τινα ξυπνσω, να σηκωθ πρω-πρω, να σε δοξολογσω». Με την τελευταα λξη σωριαζμουν κοιμισμνος πνω στο κρεβτι. Η μητρα μου κθε βρδυ θυμιτιζε τα εικονσματα, και μετ βγαινε ξω απ το σπτι και θυμιτιζε κατ τη μερι του προφτη Ηλα, μουρμουρζοντας την προσευχ της. Ελχιστες εναι οι γυνακες, κυρως γρις, που εξακολουθον και σμερα να κνουν το διο.

     Τα εικονσματα βρσκονται συνθως κρεμασμνα στον τοχο που εναι η κεφαλ του κρεβατιο. Στα σδερα της κεφαλς του κρεβατιο (τα παλι κρεβτια ταν συνθως σιδερνια) κρεμγανε συχν και μικρ κονισματκια, στο μγεθος της παλμης. νας ττοιος γιος Χαρλαμπος κρεμταν επ χρνια στο κρεβτι μου. Τον εχα βρει ταν μουν μικρς, στην κρη ενς μονοπατιο, τη μρα της γιορτς μου. Τα κονσματα τα στολζουν ακμη με «μτσα», μικρ μπουκτα απ αρισμαρ (δενδρολβανο), αβσαρμο (δυσμο), ζουμπολι, μαντζουρνα, μοσκχορτο και λεβντα που τα μοιρζουν στην εκκλησα την Κυριακ της Σταυροπροσκνησης, καθς και με τους βαγιτικους σταυρος, σταυρος απ βγια που τους μοιρζουν στην εκκλησα την Κυριακ των Βαων μαζ με να κλαδκι ελις. Φανταστετε την κπληξη μου ταν κποιο Πσχα, γυρνντας σπτι με δεια απ τον στρατ, βρκα τον «Εσταυρωμνο» του Νταλ, ναν απ τους πνακες που κουβλησα με τ' λλα μου συμπργκαλα στο χωρι, ταν, χοντας πρει το πτυχο μου, τα μζεψα και κατβηκα κτω (17 Νομβρη 1972, να χρνο ακριβς πριν...) στολισμνο με βγια. Ο σταυρωμνος αυτς Χριστς, με μια κλση σχεδν εξντα μοιρν, ιδωμνος απ ψηλ, διβασα κπου τι συμβολζει την εγκατλειψη του Χριστο απ τους ανθρπους. Τα βγια αυτ της μνας μου ταν μια θριαμβευτικ διψευση.

     Η θρησκευτικ πστη συνδεταν συχν σχεδν αξεδιλυτα με διφορες προλψεις και δεισιδαιμονες. Κποιες μλιστα εμαι σγουρος τι δεν τις πστευαν πια οι μεγλοι, αλλ μας τις επσειαν σαν απειλ, σε μας τα παιδι, πως το τι το χρι που «δνει πτες» (μουτζνει) δεν λινει στο μνμα.

     Το σημδι του σταυρο λειτουργοσε αποτρεπτικ για τα δαιμνια. Πριν κοιμηθ κανε η μητρα μου πνω στο μαξιλρι με την παλμη της, το σημδι του σταυρο, καθς και μπροστ στο στμα μου κθε φορ που χασμουριμουν. ταν λουζμουν, πρεπε απαρατητα να μου ρξει αλτι. Και την πρωτοχρονι, πρεπε να προσχουμε τις πρτες μη μπει καννας γτος και μας κνει το ποδαρικ. Με προειδοποιοσε επσης να μη κνω επισκψεις αυτ τη μρα σε ξνα σπτια, μη μπω πρτος μσα. Αν πγαινε κακ η χρονι τους, εμνα θα βλαστημοσαν που τους κανα το ποδαρικ.

     Πολ κυκλοφοροσαν εκενη την εποχ τα ξρκια, για το μτιασμα κυρως. Μεταδδονται απ ντρα σε γυνακα, και αντστροφα, μνο προφορικ. Η μητρα της νφης μου και μια θεια μου με σταρωσαν για να μου μθουν να ξρκι. Το λαογραφικ μου ενδιαφρον δεν ταν επαρκς κνητρο για να το απομνημονεσω κι τσι εγκατλειψαν την προσπθεια. Πντως ττοιου εδους ξρκια ταν αμφβολης αποτελεσματικτητας, γιατ η μητρα μου, ταν νμισε κποτε τι μ' εχαν ματισει, με πγε για πιο σγουρα σ' ναν παπ, να γρο Πισκοπιαν, να με ξεματισει.

     Μαγικς πρακτικς, ετε λευκς ετε μαρης μαγεας, δεν κουσα ποτ να γνονται στο χωρι μου. Λεγταν μνο η πρακτικ ενς ερωτικο γητματος, που εναι γνωστο αν χρησιμοποιθηκε ποτ. Αν κποια θελε να «τυλξει» κποιον που της γυλιζε, φτιαχνε κουλουρκια βζοντας λγο απ τα μμηνα της και τον φλευε. Αν επιζοσε σγουρα θα την ερωτευταν.

     Μια μαγικ πρακτικ που ασκοσαμε εμες τα παιδι, και μλλον την πιστεαμε μνο εμες, ταν η παρακτω: ταν μας βγαινε να δντι, το βζαμε στην κουφλα ενς τρφου (τοχος με πτρες χωρς τσιμντο, για τη δημιουργα αναβαθμν) και λγαμε το παρακτω ξρκι: "πρε ποντικ το δντι μου και δωσ' μου σιδερνιο, να κουκαλζω το ψωμ, το παξιμαγδελνιο".

     ταν συναντοσαμε στο δρμο καννα παπ, ταν κακοσημαδι για μας τους μαθητς. Σγουρα κποιος καθηγητς θα μας βγαζε στο μθημα. Για να ξορκσουμε το ενδεχμενο, πιναμε τ' αχαμν μας. Θυμμαι ακμη τη σκοτειν, φαρμακερ ματι που μας ριξε ο παπ-Γιωργκης, ταν περνντας πλι του τα πισαμε, χωρς να χουμε την προνοητικτητα να τον αφσουμε να προσπερσει. Αυτς ο παπ-Γιωργκης εναι νας γραφικς τπος, λο σκιν ανκδοτα και καμκι στις τουρστριες! 'Ακουσα τι μπκε κποτε ξφυλλο σ' να ξνο περιοδικ. Μετ απ χρνια που βρθηκα μαζ του σ' να συγγενικ σπτι, μας τρλανε στα σκιν ανκδοτα.

     Τα φαντσματα συνδονταν πντοτε με βαιους μη αποδεκτος θαντους. νας δσκαλος κουσε το δυνατ χτπημα απ χρακα πνω στην δρα της αθουσας διδασκαλας μιας νας κι μορφης δασκλας, που εχε πεθνει πριν απ λγες μρες. ταν πγε εκε δεν βρκε καννα.

     Στη σιδερνια καμρα (γφυρα) βγαινε να βδι με φτα στα κρατα κθε βρδυ, μετ απ να θανατηφρο τροχαο ατχημα, το τρτο κατ σειρ μσα σε τρα χρνια. νας χωριανς φτασε να βρδυ πανικβλητος στο χωρι, γιατ του σβησε το μηχανκι ακριβς πνω απ τη γφυρα. Η ερμηνεα που δσαμε ταν τι καθς φοβταν, γκζωσε πολ τη μηχαν με αποτλεσμα να του μπουκσει. Την συρε τρχοντας καμι εκατοστ μτρα και ξανβαλε μπροστ. Κποια νχτα, μια ομδα μαθητς που προπορεονταν με τα ποδλατα τους, κατατρμαξαν τους υπλοιπους κρεμντας να σπρο σεντνι σ' να δντρο δπλα στη γφυρα.

τι εγ δεν πστευα με προφλασσε απ ττοιους φβους. τσι περνοσα φοβα απ' αυτ τη γφυρα, συχν μνος μου. Κι ταν πθανε η μητρα μου, τη μρα που τη θψαμε, μια φεγγαρλουστη βραδι, τα βματα μου με φεραν στο νεκροταφεο, πνω στο μνμα της. Στον τελευταο αποχαιρετισμ θελα να 'μαστε μνοι. Καννα φντασμα, ακμα κι αν υπρχε, δε φνηκε.

     Στη μνμη μου εχα συγκρατσει και επανφερα διαρκς την τελευταα εικνα απ το πρσωπο της, μσα στην ρκλα (κτι σαν τσιμεντνια δεξαμεν), πριν βλουν απ πνω την πλκα, γιατ στο χωρι μας δεν τους θβουν τους νεκρος μσα σε χμα. Μετ απ δο χρνια περπου, ταν μας ειδοποησαν, πγαμε με τον πατρα μου και τον νεκροθφτη να την ξεθψουμε. Ανοξαμε την πλκα και, στη θση που θυμμουν το σαν κοιμισμνο πρσωπο της, βρισκταν τρα το γυμν κρανο με το σαρδνιο χαμγελο. Με σκοινι ανεβσαμε πνω τη κσα, με προσοχ μη σπσει καθς ταν μισοσαπισμνη, βγλαμε ξω τον σκελετ, πλναμε τα κκαλα με κρασ, τα βλαμε σε κοτα και τα τοποθετσαμε στον οικογενειακ μας τφο, που 'χε φροντσει ο πατρας μου και φτιξαμε λγο μετ το θνατο της. σοι δεν χουν ττοιο τφο, τα κκαλα τους φυλσσονται στο οστεοφυλκιο. Παρλο που τον πρτο καιρ την βλεπα συχν στον πνο μου, δεν εχα καμι νδειξη τι με επισκεπτταν σαν φντασμα.

     Δεν εχε συμβε μως το διο και με την γιαγι μου. ταν πθανε, το 1962, επ μνες ακογαμε χτπους στις πρτες, στα παρθυρα και σ' να δειο βαρλι που ταν ξω στην αυλ. Κναμε τη σκψη, θλοντας περισστερο να ξορκσουμε τους φβους μας, τι επρκειτο για συστολς-διαστολς. μως εκ των υστρων σκφτομαι τι μπορε να 'τανε και φντασμα, φασαριζικο φντασμα, poltergeist -χω γρψει γι' αυτ στο βιβλο μου «Παραψυχολογα». Μνο που σ' αυτ την περπτωση η γιαγι μου δεν ερχταν απ το υπερπραν, αλλ ξετρπωνε κπου απ το παιδικ μου υποσυνεδητο.

     Σμερα, οι περισστερες προλψεις χουν ατονσει, και παρλο που υπρχει νας αταβιστικς φβος του σκοταδιο, δε νομζω να πιστεει πια κανες στα φαντσματα.

4.η. θεραπευτικς αγωγς

     Στο χωρι μου, κενα τα χρνια, οι ιατρικς φροντδες ταν υπθεση της οικογνειας περισστερο παρ του γιατρο. Οι δυο γιατρο που εχαμε στο χωρι καλονταν μνο για σοβαρ περιστατικ. Τα συνηθισμνα κρυολογματα θεραπεονταν με «βραστρια», κυρως φασκομηλι, βεντοζες απλς «κοφτς» (χαραζταν με ξυρφι το δρμα περιφερειακ της βεντοζας κι βγαινε μαρο αμα) επλειψη ιωδου στη πλτη (πρεπε μνο να μην επαλειφθε η σπονδυλικ στλη) και εντριβς. Για εντριβ χρησιμοποιοσαν πετρλαιο, οινπνευμα ρακ και μλιστα πρωτρακη, που επειδ ταν δυνατ και την ντεχαν μνο τα δυνατ στομχια, στα περισστερα σπτια δεν την πιναν και τη χρησιμοποιοσαν μνο για εντριβς. Για να γρο μπεκρ του χωριο μου μως, το να χρησιμοποιεται ρακ για εντριβ ταν περπου ιεροσυλα. λεγε κποτε στο καφενεο με μεγλη σοβαρτητα: «και να σκεφτε κανες, πως πολλο την χουν (τη ρακ) και ποτρβγουνται (αποτρβονται, εντρβονται, κνουν εντριβ).

     Για τον πυρετ παιρναν και ττε ασπιρνη, μως πιο συχν και παρλληλα, αν ο πυρετς ταν ψηλς, χρησιμοποιοσαν κομπρσες στο μτωπο και στις αρθρσεις των παλαμν με ξυδνερο. Τις χρησιμοποησα κποτε με αποτελεσματικτητα στο γιο μου, ταν τα κλασικ αντιπυρετικ δεν λεγαν να του κατεβσουν τον πυρετ.

Για τις ευκοιλιτητες χρησιμοποιοσαν τσι και λεμνι καφ και λεμνι και ρζι λαπ. Για τις δυσκοιλιτητες τα χρτα, και σε σοβαρς περιπτσεις το κλσμα. Στους μλωπες βαζαν κοπανισμνα κρεμμδια και τα δεναν μ' επδεσμο. Στα καψματα τσιμπματα σφγγας βζανε λσπη. Λσπη με κτουρο μλιστα τανε πολ αποτελεσματικ.

     Πνω στα καρομπαλα βζανε να κλειδ, απ εκενα τα παλι, τα τερστια. Το κρο μταλλο ανακοφιζε απ τον πνο. Εμες τα παιδι το χρησιμοποιοσαμε συχν, μια και συνεχς μασταν «ξεκαυκαλωμνοι» απ πετροπλεμους πεσματα.

Για την υπρταση τρωγαν σκρδο, πως και για τους «ορμγκους», κτι σκουλκια των εντρων που τα ανιχνεαμε στα κπρανα. Προκαλοσαν δυσφορα και νευρικτητα. Θυμμαι πως ταν στριφογριζε κανες ανσυχος στην καρκλα του του λγαμε «κτσε συχα, σκουλκους χεις στον κλο;».

     Για τα βρογχικ πιναν φασκομηλι, που εναι ρφημα αποχρεμπτικ και για το στομαχπονο χαμομλι. Για τους πνους των αφτιν φτιαχναν να βραστρι και βαζαν το πονεμνο αφτ πνω απ τον «τζισβ» (μπρκι). Οι ζεστο ατμο ανακοφιζαν απ τον πνο. Πολλς φορς ανακουφστηκα μ' αυτν τον τρπο, ταν μικρς υπφερα απ συχνς ωττιδες. σο για τις ψερες, ταν γνωστες στο χωρι. Κι ο λγος; λοι οι μαθητς κουρευμασταν «εν χρω», απ τον πτο.

     Για εξαρθρσεις και σπασματα κατφευγαν στον Αντρκο Παπουτσκη, τον πρακτικ, στον οποο χω δη αναφερθε. Τα κατφερνε καλτερα απ τους κλασικος γιατρος. Τα μυστικ της τχνης του τα πρε μαζ του στον τφο του.

Προπολεμικ, υπρχε κι να πρωττυπο σστημα ιατρικς ασφλισης. Με εισφορ μια κανστρα λδι (περπου εικοσιπντε κιλ) οι τρεις γιατρο του χωριο θερπευαν λη την οικογνεια για λο το χρνο.

     Και στον τομα της ιατρικς φροντδας η αυτρκεια χει σμερα σχεδν εγκαταλειφθε. Οι θεραπευτικς αγωγς που αναφραμε, οι οποες δεν εχαν καμι παρενργεια, δσανε θση στα φρμακα. Οι βεντοζες, που απ τσα κρυολογματα μας εχαν απαλλξει, τους γονες μου κι εμνα, χρησιμοποιονται σπνια πια στο χωρι. ταν κποτε μου σπσανε τα βεντουζοπτηρα, εδα κι παθα να βρω να αγορσω λλα. Τρα υπρχουνε λεφτ για την αγορ των φαρμκων και καθς λοι εναι ασφαλισμνοι στον ΟΓΑ, τα πληρνουν στο να τταρτο της τιμς. Ακμη κι η ρακ αντικαταστθηκε απ το Cxxxxxxn στις εντριβς. Το νοσοκομεο της Ιερπετρας εναι κοντ κι ο καλς δρμος, τα πολλ IX κι η πυκν συγκοινωνα κνουν εκολη και γργορη την πρσβαση. μως το τμημα που πληρνουμε εναι ακριβ και το εκθτει θαυμσια στο βιβλο του «Ιατρικ Νμεση» ο Ιβν Ιλτς.

     Φυσικ σε σοβαρς περιπτσεις η φαρμακευτικ αγωγ εναι αναντικατστατη. Εγ σθηκα απ τις πυδεις αμυγδαλς μου, μ' ναν ελαφρ μνο ρευματικ πυρετ, που μου φησε επ χρνια πνους στα γνατα, τους οποους αντιμετπιζα με εντριβς, χρις στις ενσεις πενικιλνης που μου κανε ο γιατρς ο Αριστεδης. Φυσικ στο τλος, κπου δδεκα χρονν, αναγκστηκα να τις βγλω. Θυμμαι τον πνο και τον τρμο που μου προκαλοσαν αυτς οι ενσεις. στηνα αφτ ν' ακοσω τα βματα του, ταν ταν να 'ρθει να μου κνει την νεση, σαν τον μελλοθνατο που περιμνει να τον προυν απ το κελ του. Κι λη η αναμον μχρι να βρσει τη σριγγα για να την απολυμνει, εχε την παγερ αγωνα μπροστ στο εκτελεστικ απσπασμα. Σμερα ευτυχς χουμε τις σριγγες μιας χρσης, γργορες στη χρση, και τα αντιβιοτικ που παρνονται απ το στμα.

4.θ. ονματα & παρατσοκλια

     Η χρση ονοματεπνυμου και πατρνυμου εναι ο επσημος τρπος ταυτοποησης ενς ατμου κι τσι καταγρφεται στα μητρα. Στα μητρα ββαια, πως και στην ταυττητα, αναγρφεται επιπλον τ' νομα της μητρας και το γνος της και φυσικ η ημερομηνα γννησης. μως σε καταστσεις ονομτων, τ' νομα, το επνυμο και το νομα του πατρα εναι αρκετ για να διακρνουν ν τομο απ' λα τα υπλοιπα, εκτς απ την σπνια κενη περπτωση που συμππτουν και τα τρα, οπτε γνεται χρση και του ονματος της μητρας. Πντως εκοσι χρνια τρα που διδσκω, ποτ δεν συνντησα στους μαθητς μου ττοια περπτωση. ταν μουν μαθητς, χρησιμοποιοσαμε τα τρα αυτ ονματα με διαφορετικ σειρ απ τι σμερα.
     Θυμμαι την πρτη μου μρα στο σχολεο. Το συνασθημα που νιωθα ταν χαρ ανακατεμνη με περιργεια. Σντομα μως νιωσα να μεγλο φβο. Με πλησιζει νας μεγαλτερος μαθητς και με ρωτει αν ξρω να γρφω τ' νομα μου. χι του λω. ξερα να γρφω κποια γρμματα, χι μως λξεις και προ παντς τ' νομα μου. "Δεν ξρεις να γρφεις το νομα σου; Να δεις ξλο που χεις να φας απ τη δασκλα"!

     Μχρι να μπομε στην τξη ο νους μου ταν στο ξλο που θα τρωγα. μως ταν καθσαμε στα θρανα, η δασκλα διβασε τα ονματα μας και σε κθε να μας δωσε να καρτελκι με τ' νομα του, γραμμνο με μεγλα κεφαλαα γρμματα, το οποο κρφωσε στη συνχεια με πινζες πνω στο θρανο. Εδα επ τλους το νομα μου! ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ. Το πατρνυμο σε αυτ τα καρτελκια εχε τη δετερη θση κι ταν σε γενικ χωρς ρθρο. Πολλ χρνια αργτερα, δεν θυμμαι πτε, αρχσαμε να χρησιμοποιομε τον λλο τπο, αυτν που επικρατε σμερα, με το πατρνυμο μετ το επνυμο, μαζ με το ρθρο του.

     Για τ' νομα του παιδιο το λγο χουν οι γονες, στις περισστερες φορς μως εναι περπου προαποφασισμνο, σμφωνα με κποιους καννες, που μως δεν τηρονται απαργκλιτα. Αν το πρτο παιδ εναι σερνικ, παρνει τ' νομα του πατρα του γαμπρο, εν αν εναι θηλυκ παρνει το νομα της μητρας της νφης. Κι αυτ γιατ, αν το δετερο παιδ εναι αρσενικ, θα πρει το νομα του πατρα του γαμπρο, οπτε πρπει να βγει να νομα απ κθε σι. Απ εκε κι πειτα οι καννες εναι πολ χαλαρο. Συνθως μως ταν συμπληρωθον τα ονματα των πεθερικν, χουν σειρ τα ονματα των θεων, για τις σπνιες εκενες περιπτσεις που οι οικογνειες εναι πολυμελες.

     Στο χωρι μας, απ τις εννα μοσες υπρχουν οι ξι. χουμε Κλει, Θλεια, Μελπομνη, Πολυμνα, Ουρανα και Καλλιπη. Πραγματικ ρεκρ για να τσο μικρ χωρι. Υπρχουν ακμη Αθην, Αντιγνη κι Ηρ, ονματα αρχαιοελληνικ που απουσιζουν απ το χριστιανικ εορτολγιο. Αντθετα στους νδρες χουμε μνο να Πολβιο και δο Αριστεδηδες κι λοι οι υπλοιποι, αν δεν απατμαι, γιορτζουν με τους χριστιανος αγους. Μανλης, Γιννης, Γιργης, Νικολς, εναι τα ονματα των περισστερων χωριανν μου. Απ κοντ οι Κωστδες, οι Μιχληδες και οι Σταυρδες. Μετ πρπει να ερχμαστε εμες οι Χαραλμπηδες. σο για τις γυνακες, οι περισστερες εναι Μαρες και Δσποινες. χουμε επσης Ερωφλη, Ευθαλα, Ευγενα, Αρχντισσα, Εψεβα, λγα κι Αμαλα. Απ τις μοσες, μνο η Καλλιπη εναι που απαντει κμποσες φορς. Τα υπλοιπα ονματα βρσκονται λα σχεδν στο χριστιανικ εορτολγιο.

     ταν καλοσαμε ο νας τον λλο, χρησιμοποιοσαμε για τα μεν αγρια μια απλοποιημνη μορφ του ονματος, πως Γιργης, Γιννης, κλπ, για τα δε κορτσια υποκοριστικ, πως Μαρη, Κολα. Πολλ γυναικεα υποκοριστικ δχονταν και μια πρσθετη κατληξη υποκοριστικο, το -ολα, πως Μαρικολα, Μαιρολα. Τα σερνικ ονματα παιρναν το -ακης, πως Γιωργκης Μανωλκης. Αρσενικ υποκοριστικ πως Λκης, Σκης, Μκης κλπ, απουσιζουν εντελς. Κθε υποκοριστικ χει τις συνδηλσεις του. Το Μαρη ταν αριστοκρατικ, το Μαρκα χωριτικο. Το Μνος αριστοκρατικ, το Μανλης χωριτικο. τσι πολλο φρντισαν ν' αλλξουν τ' νομα τους, κυρως γυνακες. Η Μαρκα γινε Μαρη Μαρα, η Κατνα, Κατη Κατερνα κι ο Λμπης γινε Μπμπης. Εγ λλαξα να σωρ ονματα, καννα μως με δικ μου πρωτοβουλα. Οι γονες μου με φναζαν Χαραλμπη Λμπη, πως κι οι υπλοιποι χωριανο. Σπνια με φωνζανε Λαμπηρ, εν τσι φναζαν πιο συχν το Λαμπηρ του Γατνη. ταν πγα μαθητς στο φροντιστριο Αγγλικν, καθιερθηκε το αγγλικοφανς Χρης. τσι με φωνζουν ακμη οι παλιο μου φλοι στο χωρι, οι συμφοιτητς μου κι οι παλιο μαθητς μου στο φροντιστριο. Ο καθηγητς μου μως κι η γυνακα του με φωνζανε Χαρλαμπο. Απ το στρατ και μετ γινα Μπμπης κι τσι μεινα.

     Υποκοριστικ σε ουδτερο γνος, και μλιστα θηλυκ, θεωρονται πολ χωριτικα και τενουν να εγκαταλειφθον. Μπορε να λμε ακμη Μανωλι Γιωργι, μως τα θηλυκ Λενι, Κατινι, Μαργι, ακμη και σαν αναφορ στο τρτο πρσωπο, πολ περισστερο ββαια σαν κλεσμα, σχεδν χουν εξαφανιστε. Σπνια μπορε να αναφερθε κανες στο Κατινι, ποτ δεν θα τη φωνξει μως πια Κατινι.

     ταν το νομα αναφρεται σε τρτο πρσωπο και για καλτερη ταυτοποηση του ταν δεν φανεται απ τα συμφραζμενα, συνοδεεται απ να ακμη, που συνθως εναι το επνυμο, με πρταξη του ρθρου, πως π.χ., ο Νικολς ο Χαμηλς. Συχν στη θση του επνυμου πηγανει το επγγελμα, πως ο Αντνης ο φαρμακοποις, ο Μιχλης ο σωμαρς, κλπ.

     Στα επνυμα που τελεινουν σε -κης, συχν το κης παραλεπεται και το επνυμο τελεινει σε -ος σε ης, π.χ. το Μουστακκης γνεται Μουστκος, το Δερμιτζκης γνεται Δερμιτζς. Για τις γυνακες η κατληξη εναι -αινα, πως Μουστκαινα, Φαφοταινα. Ο πληθυντικς, που χρησιμοποιεται ταν γνεται αναφορ στα σγια, σχηματζεται κατ' αναλογα με τα ονματα. τσι χουμε τους Φαφοτηδες, τους Φραγκοληδες, κλπ. Συχν το μνο κοιν που χουν αυτ τα σγια, που αποτελονται απ διφορες πυρηνικς οικογνειες, εναι τα πολιτικ φρονματα και ττοιους πληθυντικος μνο σε πολιτικς συζητσεις τους ακος συνθως.

     Συχν, σαν δετερο συνοδευτικ νομα χρησιμοποιεται το νομα του πατρα του συζγου. Ο Νικολς του Μανο (αρχαιτερο του Μνος) χει πατρα τον Μαν, η Ιωννα του Θεδωρου χει ντρα τον Θεδωρο και το Γιωργι τση Θλειας χει γυνακα τη Θλεια.

     Επσης, αντ για το μικρ νομα μπορε να τεθε το επνυμο. Ο Αντνης του Μουστκο ( του Μουστκου) εναι ο γιος του Γιργη του Μουστακκη. Η Κατνα του Τριχ εναι η γυνακα του Μανο του Τριχ.

     Καμι φορ επσης χρησιμοποιεται σαν δετερο νομα το επγγελμα κποια ιδιτητα του γονιο του συζγου. τσι η Καλλιπη του παπ εναι η κρη του παπ, η Μαρα του γιατρο εναι η γυνακα του γιατρο του Αριστεδη, εν η Ππη του γιατρο εναι η κρη του. Η 'Αννα του χατζ εναι η 'Αννα η γυνακα του Χαμηλο ο οποος ταν χατζς.

     Σπανιτερα χρησιμοποιονται, κυρως σαν αναφορ σε τρτο πρσωπο και σνθετα ονματα απ το νομα και το επνυμο. Καρπαθκαλη εναι η Καλλιπη του Καρπαθκη, Ντερμιτζογιννης εναι ο Γιννης ο Δερμιτζκης, ο γνωστς βιολτορας.

Τα παρατσοκλια, παρανμια πως τα λμε, δεν εναι σε ευρεα διδοση στο χωρι, πως εναι πχ. στη Πισκοπ, που παλι ο περιοδεων ταχυδρμος ερισκε κυριολεκτικ το διβολο του μχρι να βρει ποιος εναι ποιος, αφο λοι ταν γνωστο με τα παρατσοκλια τους και κανες με το επνυμο του. Χαρακτηριστικ εναι τι τα παρατσοκλια αυτ συχν κληρονομονται στα παιδι.

     Τα παρατσοκλια χουν τη πιο διαφορετικ προλευση και συχν δεν θυμται κανες τις περιστσεις κτω απ τις οποες δθηκαν. Υπρχει παρατσοκλι Κουκς, Φβας, Κορκης. Το τελευταο δθηκε σε κποιον που ταν ταν μικρς και πρωτοεδε αεροπλνο, αναφνησε με θαυμασμ «πατρα μια κρακα!».

     Πντως το πιο περεργο παρατσοκλι που χω ακοσει ποτ εναι το Κλα καλνα. Πολ αργτερα μαθα την προλευση του. Ο ντρας της Κλα καλνας (που πρπει να πθανε πριν γεννηθ ταν μουν ολτελα μικρς, γιατ δεν τον θυμμαι καθλου) ταν του ρχνανε καμι σφαλιρα λεγε «Κλα (κτπα) καλ» με φος που εννοοσε «μα γνοια σου και θα σου δεξω εγ αργτερα». Φυσικ πο να του δεξει! τσι τον βγαλαν Κλα καλ, και τη γυνακα του Κλα καλνα. Εξυπακοεται τι το παρατσοκλι χρησιμοποιεται στο τρτο πρσωπο, εν στο δετερο χρησιμοποιεται συνθως υβριστικ.

     Θυμμαι ακμη που μας στειλε η μνα ενς ξαδλφου μου να προυμε κτι απ το μαγαζ του Δροσολα. Σταθκαμε μπροστ στη πρτα, χτυπσαμε και φωνξαμε κμποσες φορς «Δροσολα, Δροσολα...». Καννας δεν μας νοιξε. ταν γυρσαμε πρακτοι στο σπτι, ανακαλψαμε τι το Δροσολα ταν παρατσοκλι.

     Σμερα τα παρατσοκλια τενουν να πσουν ολτελα σ' αχρηστα, ακμη και στις μικρς ηλικες, που παλι βρθανε, πργμα που φανεται κι απ το τι δεν ακολουθον πια τα παιδι στην ριμη ζω τους.

4.ι. μαθητικς αναμνσεις

     Το δημοτικ σχολεο βρσκεται στο σταυροδρμι που εννει τα τρα χωρι της κοιντητας. Εναι μονπατο, χτισμνο σ' να χωρφι του παππο μου, που το απαλλοτρωσαν κι χτισαν το σχολεο. Εκε μαθα τα πρτα μου γρμματα.

     ταν πρωτοπγα στο σχολεο, το 1956, κθε πρω εχαμε συσστιο. να κπελλο γλα, να κομμτι τυρ και μια φτα ψωμ αλειμμνη με βοτυρο. Το γλα το βζαμε στους «κουνενος», αλουμιννια κπελα που τα κουβαλγαμε μαζ μας κρεμασμνα στο λουρ που κλεινε τη σκα μας. Αφο πναμε το γλα μας ξεπλναμε τον κουνεν και τον φυλγαμε κτω απ το θρανο μας. Τα χρνια κενα της φτχειας, για αρκετ παιδι οι θερμδες κι οι πρωτενες που παιρναν απ' αυτ το πρωιν, ταν να σημαντικ ποσοστ των συνολικν θερμδων και πρωτενν που παιρναν λη την ημρα. Δυστυχς, την επμενη χρονι το ψωμ με το βοτυρο και το τυρ κπηκαν κι μεινε μνο το γλα. Κι αυτ για δο μνο χρνια ακμη. Συσστιο τα παιδι του σχολεου δεν ξαναεχαν παρ μνο το '64, επ κυβερνσεως Παπανδρου.

     ταν φτωχ εκενα τα χρνια. Αριθμητρια δεν υπρχαν, και την αριθμητικ τη μαθαναμε μετρντας κουκι. Κθε παιδ εχε το σακουλκι του, γεμτο κουκι, κρεμασμνο απ να καρφ στο πλι του θρανου του. Κποτε αρχσαμε να χνουμε τα κουκι μας. Κποιος μας τα κλεβε. σο κι αν προσπαθοσαμε, δεν μποροσαμε να τον βρομε. Κποιο διλειμμα μως τον τσακσαμε. ταν νας συμμαθητς μας, και μας τα τρωγε. ταν να κοντολικο, αδνατο, κακοτασμνο παιδ, απ μια πολ φτωχ οικογνεια. Καμι φορ τον συναντω και καθς θυμμαι το περιστατικ νιθω να σφξιμο, γεμτος τψεις, στην καρδι, για τη χαρ που νιωσα ττε που πισαμε τον κλφτη.

     Στο δημοτικ, πως και στις πρτες τξεις του γυμνασου, μουν καλς μαθητς γιατ μποροσα να τα βολεω με λγο διβασμα. Τον ελεθερο μου χρνο, ταν δεν μουν με τους φλους μου, τον περνοσα διαβζοντας παραμθια, Μικρος ρωες και Γκαορ Ταρζν. Απκτησα τη συνθεια να τργω γργορα γιατ κθε μεσημρι με περμενε τουλχιστον νας Μικρς ρως να τον διαβσω κι τσι βιαζμουν να φω γργορα το φαγητ μου για να ριχτ στο διβασμα. Τη βιασνη αυτ την πλρωσα μως με μια γαστρτιδα, που ευτυχς δεν με πολυενοχλε.

     Οι δσκαλοι δεν ταν και πολ απαιτητικο. Ο συγχωρεμνος μλιστα ο κος Λασιθιωτκης, τοιμος να βγει στη σνταξη (μασταν οι τελευταοι του μαθητς) δεν μπαινε καν στον κπο να μας εξετζει, πργμα για το οποο τον παρατρησε μια μρα ο πατρας μου, με τον οποο ταν συμμαθητς. Ευτυχς πρλαβε και μου το επε και το διο απγευμα (πηγαναμε τσσερις ρες πρω και δυο το απγευμα, εκτς απ Τετρτη και Σββατο που δεν κναμε μθημα απγευμα) πγα διαβασμνος. Πργματι με σκωσε στο μθημα, μως εγ μουν προετοιμασμνος. ταν η πρτη κι η τελευταα φορ. Συνθως ταν τλειωνε την παρδοση, το 'ριχνε στον πνο. Κατ διαστματα κυλοσε κτω το κεφλι του, μως αμσως το σκωνε βιαστικ, χωρς ν' ανοξει τα μτια του. νας συμμαθητς μου, δπλα μου, τον μιμοταν σαν καθρφτης. Καμι φορ μας βαζε και κουβαλοσαμε νερ απ μια στρνα και του ποτζαμε κτι μουρελκια (μικρ λιδεντρα) σ' να χωρφι του, κοντ στο σχολεο. Μια φορ μως, νας συμμαθητς μου, ο Ανδρας ο Φωτιαδκης, βαλε τις φωνς.
 -"Τρεχτε, ο Μαυρομτης πεσε στη στρνα"!

     Τον θυμμαι ντρομο να παρατει τους κουβδες που κρατοσε και να τρχει μσα απ' τα χωρφια, σκοντφτοντας σε μεγλους βλους χμα, προς τη στρνα. τανε φρσα. μως απ ττε δεν τλμησε να μας ξαναβλει να του ποτσουμε τα μουρελκια.

     Εκενη την εποχ γνονταν γιορτς στις εθνικς επετεους και στο τλος της σχολικς χρονις, που τις παρακολουθοσαν κι οι γονες. Οι γιορτς απαρτζονταν απ μικρ σκετς, απαγγελες και τραγοδια. Οι γονες απ κτω καμρωναν τα βλαστρια τους.

     Πγαινα τετρτη δημοτικο ταν πρα και εγ μρος σε να ττοιο σκετς. Η παρσταση θα μου μενει αλησμνητη. Σε μια φση του σκετς, μας λει η συμμαθτρια μας, η Ππη η Γερογιαννκη, σε μνα και το Γιακουμ.
 -"Πρτε καννα κουραμπι, πρτε λγους κεφτδες".

     Για κεφτδες οτε λγος να γνεται, το ξραμε απ πριν. μως για να ανταποκριθομε στοιχειωδς στην απατηση του σκετς, θα υπρχαν κουραμπιδες. ταν μσα σ' να τερστιο καλθι, κατ τι μικρτερο απ το μπι της Ππης, τσι μικροκαμωμνη καθς ταν. Χνει ο Γιακουμς πρτος μσα το χρι του και, τυχερς, ανασρει αμσως να κουραμπι. Μετ ρχεται η σειρ μου!

     Η παλμη μου μλις και φτνει στον πτο του καλαθιο. Παλεω απεγνωσμνα να βρω τον λλο κουραμπι ανμεσα σ' να σωρ χαρτι, που ακμη δεν μπορ να καταλβω τι γρευαν εκε μσα. Ψχνω απ δω, ψχνω απ κει, κμποι ιδρτα ρχισαν να μου περιλοζουν το πρσωπο. Μντευα περισστερο παρ βλεπα την ιλαρτητα του ακροατηρου. Εχα απελπιστε πια τι θα 'βρισκα τον κουραμπι και προς στιγμν επα να παρατσω το ψξιμο. Σκφτηκα μως τι εντπωση θα δινα βγζοντας το χρι μου χωρς κουραμπι. Αυτ θα κανε χειρτερα τα πργματα κι τσι προτμησα να συνεχσω τις προσπθειες. Μετ απ δυο λεπτ αγωνιδους αναζτησης, με πρσωπο που λαμπε, ανσυρα θριαμβευτικ τον δετερο κουραμπι. Το σκετς δεν προβλεπε να τον φμε στη σκην, πρεπε να συνεχιστε το ργο. Τνος ταν η σειρ;
 -"Λγε εσ".
 -"Δεν εμαι εγ, εσ 'σαι", ψιθυρζαμε ο νας στον λλο.
     Οι πρτες σειρς δεν εχαν σταματσει καλ καλ τα προηγομενα γλια και ξανρχισαν τα χχανα. Αμσως τους ακολοθησαν κι οι λλοι. Απ τη λαχτρα μου με τον κουραμπι εχα ξεχσει πως ταν η σειρ μου. Στο τλος το θυμθηκα κι επα τα λγια μου. Ευτυχς το σκετς βρισκταν στο τλος του και σντομα βρισκμαστε με τον Γιακουμ στην τξη μας να τρμε τον κουραμπι μας, σχολιζοντας με γλια την παρσταση. Σε μια στιγμ μπανει μσα ο διευθυντς, ο αυστηρτατος κος Πολυχρονδης, μας κοιτζει επιτιμητικ και μας λει:
 -"Μπρβο σας, ωραα τα καταφρατε!" Και βγανει ξω.

     Μλις χνεται πσω απ την πρτα, πατει ο Γιακουμς να τσο δυνατ χχανο, που του φεγει απ τη μτη μια κτρινη μξα και περιλοζει τον κουραμπι του. Κουραμπι κανα να φω τρα χρνια. Στη σκην μως δε ξαναβγκα ποτ.

     Στο τλος κθε σχολικς χρονις γιντανε κι κθεση χειροτεχνας των μαθητν, την οποα επισκπτονταν οι γονες πριν παρακολουθσουν τη γιορτ.

     Εγ στα ελληνικ και τα μαθηματικ μουν ριστος, εν στη χειροτεχνα, στην ωδικ και στη γυμναστικ εχα τους μικρτερους βαθμος. Δεν θυμμαι σε ποια τξη ταν, στο τλος της σχολικς περιδου, που με τρμο διαπστωσα την παραμον της γιορτς τι δεν εχα καταφρει να φτιξω τποτα λη τη χρονι. "Δε γλιτνω το ξλο" σκφτηκα. Κτι πρπει να πω.

     Κποια γυνακα εχε φιλψει την προηγομενη τη μητρα μου με καρδια. Παρνω να καρδι, το ξεκουπζω προσεκτικ, τργω τη ψχα και περιτυλγω το τσφλι με χρυσχαρτο απ τσιγαρκουτο. Ας πομε τι εναι να μικρ καραβκι. Στο δρμο προς το σχολεο μου πφτει ξαφνικ απ το χρι, πως μας πφτουν καμι φορ πολτιμα αντικεμενα, απ την δια την αγωνα μας μη μας σπσουν, και γνεται κομμτια. "Αμν, τι γνεται τρα;" σκφτηκα. Εκενη τη στιγμ περνοσα ξω απ το χασπικο του Αντρα. Πηγανω μσα και του ζητω να κασαπχαρτο. Το απλνω σε να τραπζι του καφενεου δπλα και ζωγραφζω, περπου μονοκοντυλι, να καρβι. να καρβι μονοκοντυλι σε κασαπχαρτο, να εκτθεται ανμεσα στα λλα ργα χειροτεχνας, ταν περπου θρσος, και σγουρα δεν θα το επτρεπε ο δσκαλος. μως μσα στην αγωνα μου αυτ που γρευα ταν απλς να λλοθι, να γλιτσω το ξλο.

     κρυψα το κασαπχαρτο κτω απ την μπλοζα μου, πνω στο στθος μου, και πγα σχολεο. Εχα ββαια την πρνοια να μην το παρουσισω, παρ μνο αν μου το ζητοσαν. Δεν μου το ζτησαν. Με ξχασαν. Ευτυχς! μως στο τλος του αγωνιδους εκενου πρωινο ξερα πια τι εκτς απ ηθοποις, οτε ζωγρφος θα γινμουν.

     Στην κτη δημοτικο στις γυμναστικς επιδεξεις, λαβα μρος στα αγωνσματα, και συγκεκριμνα στο τρξιμο. Για πρτη φορ. Θα τρχαμε πντε. Στις πρβες κατφερνα και βγαινα τταρτος. Περνοσα τον συγχωρεμνο το Γιργη το Λαβτζη, που χθηκε πρυσι, τσο νωρς. μως αυτς, στις γυμναστικς επιδεξεις τρεξε ξυπλυτος και με πρασε. Καθς η αυλ του σχολεου εναι κατηφορικ, κπου κοντ στο τρμα, στην αγωνα μου να τον ξεπερσω, νιωσα μια δναμη να σπρχνει το σμα μου μπροστ και να του δνει μια ταχτητα στην οποα δεν μποροσαν τα πδια μου να ανταποκριθον. πεσα με τα μοτρα μπροστ, σρθηκα κμποσα μτρα και τα γυμν πδια μου γμισαν γδαρσματα.

     ταν πια φανερ πως οτε αθλητς θα γινμουνα. Ο κκλος των επιλογν μου στνευε απελπιστικ. Σε κενες τις γυμναστικς επιδεξεις ταν που συνβη και το παρακτω περιστατικ.

     Φοργαμε τα φανελκια μας και τα μπλε σωβρακκια μας (σορτσκια τα λμε σμερα). ταν πραγματικ σωβρακκια, γιατ δεν φοργαμε τποτα απ κτω. Τα σλιπκια ταν γνωστα και τα σωβρακκια ταν κτι σαν σκελες, χι ββαια αυτς τις τερστιες, τις στρατιωτικς, χωρς νοιγμα μπροστ και σε κθε πλευρ εχαν μια σπρη λουρδα. Εκενη την εποχ της αυτρκειας, πως ταν φυσικ, αγραζαν φασμα και μας τα φτιχναν οι μανδες μας. Για ζνη, πως και τα κανονικ σωβρακκια, εχαν να στρογγυλ λστιχο, περασμνο σε μια σορα, και κθε φορ που μας σπαγε, περνγαμε μνοι μας με επιμλεια καινοργιο λστιχο.

     Αφο κναμε κποιες λλες ασκσεις, αρχσαμε να χοροπηδμε στο ρυθμ της σκησης «κταση, ανταση, πρταση, κτω». Βλπουμε ξαφνικ τους θεατς των πρτων θσεων να χασκογελνε, γεμτοι ιλαρτητα και να τους ακολουθον σιγ-σιγ και οι λλοι. Εμες χοροπηδγαμε και αναρωτιμασταν τι διβολο συνβαινε. Μπως κποιος χανε το ρυθμ; Αφο χοροπηδσαμε κμποσες φορς κτω απ τα χχανα των θεατν, χωρς ο δσκαλος μας να κνει πως κατλαβε τποτα, περσαμε σ' λλες ασκσεις. Τα χχανα σταμτησαν, μως η ιλαρτητα καθρεφτιζταν ακμη στα πρσωπα τους, και χανταν σιγ σιγ, σαν τις τελευταες ακτνες του ηλιοβασιλματος. Κναμε τις υπλοιπες ασκσεις μηχανικ κι αναρωτιμασταν τι να εχε συμβε. ταν τελεισαμε, πγαμε και ρωτσαμε με περιργεια &tau