Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Ινφ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Σχόλια-Αρθρα 

Οικονόμου Χριστιάνα: Η Θέση Της Γυναίκας Στην Όψιμη Αρχαιότητα...


      Η θέση της Γυναίκας στην όψιμη αρχαιότητα...
            ή στη πατερική περίοδο, σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο:

                    Γάμος- Τέκνα-Διαζύγιο

     Στον Ιουστινιάνειο Κώδικα αναφέρεται : "Η φύση δημιούργησε τις γυναίκες γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό, να μπορούν δηλαδή να γεννούν παιδιά κι αυτή είναι η μεγαλύτερή τους επιθυμία". (Ιουστινιανός, CJ 6.402 / 531μ.Χ).

     Από το απόσπασμα,  συμπεραίνουμε εύλογα  ότι σύμφωνα με τα ήθη της εποχής ο γάμος αποτελούσε ουσιαστικά μονόδρομο για τη γυναίκα και μπορούσε να αποφευχθεί μόνον εάν μία γυναίκα ασπαζόταν το μοναχισμό ή εάν η σύναψη γάμου ήταν ανέφικτη  λόγω της χαμηλής κοινωνικής βαθμίδας της οικογένειάς της ή της ασθενούς οικονομικής της δύναμης που συνεπαγόταν την αδυναμία προικοδότησής της. Η καθ’ ολοκληρίαν επιβολή της πατρικής εξουσίας , που στο ρωμαϊκό δίκαιο είχε διατυπωθεί ως PatriaPotestas, (Ο Πατέρας είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου στα παιδιά του, vitaenecisquepotestas), επεκτεινόταν και στην επιλογή του συζύγου της θυγατέρας του. Μία γυναίκα μπορούσε να αρνηθεί το γάμο με το πρόσωπο της επιλογής του πατέρα της μόνον αν εκείνο ήταν κοινωνικά υποδεέστερο, ή εξωτερίκευε ανάρμοστη συμπεριφορά. Ακόμη και μετά την τέλεση του γάμου της, η γυναίκα παρέμενε στην Potestas του πατέρα της κι η νομική της ανεξαρτησία επερχόταν  μόνο μετά το θάνατό του. Ο τύπος αυτός της κηδεμονίας (sinemanu) εμφανίστηκε κι επικράτησε στην ύστερη ρεπουμπλικανική εποχή και φαίνεται ότι επικράτησε του (cummanu) γάμου,  που έθετε τη γυναίκα υπό την κηδεμονία του συζύγου της. Η μικρότερη ηλικία για τη νόμιμη μνηστεία ήταν τα επτά έτη και για ένα νομικά έγκυρο γάμο τα δώδεκα, αλλά ο μέσος όρος  ηλικίας για το γάμο των κοριτσιών ανερχόταν στα 16. Εάν ο πατέρας ή ο κηδεμόνας της γυναίκας είχαν αποτύχει να κανονίσουν γάμο μέχρι τότε θεωρούνταν ύποπτοι για πολιτική ή οικονομική συνωμοσία.

    Η επίσημη μνηστεία επισφραγιζόταν με χειραψία (dextrarumiunctio) κι ένα φίλημα. Ο γαμπρός έστελνε στη νύφη δαχτυλίδι κι άλλα δώρα (προαιρετικά) τα οποία η νύφη μπορούσε να κρατήσει σε περίπτωση διάλυσης του αρραβώνα με υπαιτιότητα του γαμπρού και να ζητήσει πίσω τα δικά της. Ο γάμος επισφραγιζόταν με την ανάγνωση συμβολαίου, παρουσία μαρτύρων και τη μετοίκηση της νύφης στο νέο της σπίτι. Για τους Χριστιανούς που απλά παντρεύονταν στην Εκκλησία, χωρίς να υιοθετούν κάποια συμβολαιογραφική πράξη, μάρτυρες του μυστηρίου και της ένωσης γίνονταν οι γείτονες.

     Το νομοθετικό πλαίσιο εγγυάτο την οικονομική εξασφάλιση της γυναίκας κατά το γάμο της. Η περιουσία που κληρονομούσε από τον πατέρα της παρέμενε αποκλειστικά στη δική της κατοχή, ενώ αν κι η προίκα της μπορούσε να αξιοποιηθεί από το σύζυγό της κατά τη δική του βούληση, με τον περιορισμό όμως να επιστραφεί σε εκείνη σε περίπτωση διαζυγίου. Το ρωμαϊκό δίκαιο απαγόρευε την ανταλλαγή δώρων ανάμεσα στους συζύγους, καθώς θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε οικονομική ζημία, με εξαίρεση τη γαμήλια δωρεά, δηλαδή ένα χρηματικό ποσόν ή ένα περιουσιακό δώρο που παρεχόταν από το γαμπρό στη νύφη μετά την τέλεση του γάμου. Η λήξη του γάμου με διαζύγιο που είχε ζητήσει ο άνδρας της ή με το θάνατο του τελευταίου, επέτρεπε στη γυναίκα να κρατήσει τη γαμήλια δωρεά και την προίκα της, τουλάχιστον το μέρος που της αναλογούσε από αυτή, σύμφωνα με τους εκάστοτε νομικούς περιορισμούς.

     Ο τερματισμός ενός δυσλειτουργικού γάμου δεν ήταν απαγορευμένος. Μια γυναίκα μπορούσε για πολλούς λόγους να τερματίσει το γάμο της, ειδικά αν είχε την ηθική υποστήριξη των οικείων της ή ήταν οικονομικά ανεξάρτητη. Το νομικό καθεστώς προέβλεπε το συναινετικό, αλλά και το μονομερές διαζύγιο με αιτιολογία τη στειρότητα, την κακή συμπεριφορά ή την ασυμφωνία χαρακτήρων. Μια γυναίκα είχε τη δυνατότητα να ξαναπαντρευτεί, εκτός αν το απέφευγε για το συμφέρον των παιδιών της ή αν η απαγόρευση για τη σύναψη ενός ακόμη γάμου αποτελούσε τιμωρία για την πρόκληση διαζυγίου. Το νομικό σύστημα  ενδιαφερόταν για τη διασφάλιση της κληρονομιάς των τέκνων που δε θα πληττόταν από έναν ανέντιμο πατρυιό. Βασικός στόχος του Νόμου λοιπόν ήταν η αναδιανομή της περιουσίας του ζεύγους λαμβάνοντας υπόψη τον υπαίτιο της διάλυσης του γάμου και κυρίως τα οικονομικά συμφέροντα των παιδιών. Τα παιδιά παρέμεναν στην Potestas του πατέρα, όμως η συμβίωση μαζί του δεν ήταν υποχρεωτική. Η διαμονή τους αποφασιζόταν από τον κηδεμόνα τους, τα ίδια δεν είχαν κανένα λόγο στην απόφαση αυτή , ενώ τον περισσότερο χρόνο στο σπίτι τους περνούσαν με τροφούς κι οικοδιδασκάλους. Η λύση που έδωσε ο Ιουστινιανός προέβλεπε τη συμβίωση των παιδιών με το γονέα που δεν είχε προκαλέσει το διαζύγιο και τη συντήρησή τους  όφειλε να αναλάβει ο πατέρας, εκτός από την περίπτωση που η μητέρα ήταν σε καλλίτερη οικονομική κατάσταση από τον τέως σύζυγό της. Σε περίπτωση θανάτου της η μητέρα όφειλε να φροντίσει με διαθήκη να αφήσει την περιουσία της στα παιδιά της, γιατί καθώς ανήκε στην Potestas του πατέρα της ή του πλησιέστερου άρρενα συγγενή της δεν είχε νόμιμους κληρονόμους, οπότε τα περιουσιακά της στοιχεία μεταβιβάζονταν άμεσα στους συγγενείς της αλλά όχι στα τέκνα της, εκτός κι αν αυτό είχε δηλωθεί ρητά με Διαθήκη.

     Γενικότερα, υπήρχε η προσδοκία να κληροδοτήσει την περιουσία της κατά τέτοιο τρόπο ώστε το κάθε ένα από τα τέκνα της να αποκτήσει το ένα τέταρτο της συνολικής της περιουσίας. Σε διαφορετική περίπτωση τα παιδιά της μπορούσαν να καταγγείλουν μιαν απειθή διαθήκη, υπό τον όρο ότι μπορούσαν να αποδείξουν την υπακοή τους στη μητέρα τους όσο εκείνη ήταν εν ζωή. Μία γυναίκα που συνήπτε δεύτερο γάμο απαγορευόταν να δώσει στο νέο της σύζυγο μιαν "απειθή προίκα", δηλαδή ένα τόσο μεγάλο ποσό που θα στερούσε από τα παιδιά της το νόμιμο μερίδιο του ενός τετάρτου και μετά το θάνατό της, τα παιδιά από τον πρώτο της γάμο, αποκτούσαν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο είχε περιέλθει σε εκείνη από τον πατέρα τους, μαζί με τη γαμήλια δωρεά. Μια γυναίκα που ξαναπαντρευόταν δεν αντιμετώπιζε την κατάκριση του κοινωνικού περιβάλλοντος, όμως η γυναίκα που παρέμενε παντρεμένη με τον ίδιο άνδρα καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής της (univira), γινόταν αντικείμενο θαυμασμού και της αποδίδονταν σχεδόν θεϊκές διαστάσεις.-

Βιβλιογραφία:

* Clarch, G.: Οι Γυναίκες στην Όψιμη Αρχαιότητα.(μτφρ.: Στάθης Κομνηνός).Αθήνα 1997.
* Garnsey P. & Saller, R.: Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: Οικονομία, κοινωνία & πολιτισμός.(Μτφρ.: Β.Ι.Αναστασιάδης).Αθήνα 2006

   Το παρόν άρθρο συνετάχθη για το Περι-Γραφής, από την:


                            Χριστιάνα Οικονόμου

απόφοιτο του τμήματος
Ιστορίας, Αρχαιολογίας & Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ, με Mhil στις Theatrical Studies

     Σημ: το παρόν αποτελεί ένα είδος συνέχισης στην αρθρογραφία με το συγκεκριμένο θέμα, με το προηγούμενό της άρθρο, που μπορείτε να το διαβάσετε εδώ, -αν δεν το είχατε διαβάσει ήδη- με τον τίτλο:

    Λυσιστράτη: Οι Γυναίκες Στην Περίοδο Του Πολέμου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers