Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Ινφ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ενδιαφέροντες 

Γκολντόνι Κάρλο: Υπηρέτης Δυο Αφεντάδων (2η Πράξη)

----------->
                                            ΠΡΑΞΗ 2η

ΣΚΗΝΗ 1η: (Αυλή στο σπίτι του Πανταλόνε.) ΣΙΛΒΙΟΣ και ΔΟΤΟΡΟΣ.

ΣΙΛΒΙΟΣ: Πατέρα, σας παρακαλώ, αφήστε με ήσυχο.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Στάσου, για πες μου μια στιγμή.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Είμ' έξω φρενών.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Για ποιο λόγο ήρθες στην αυλή του κυρ-Πανταλόνε;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Γιατί απαιτώ ή να βαστάξει το λόγο που μου 'δωσε ή να με ικανοποιήσει για τη βαριά προσβολή που μου 'καμε.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Μ' αυτό δεν επιτρέπεται να γίνει μες στο σπίτι του Πανταλόνε. Θα 'σαι τρελός αν αφήνεις να παρασέρνεσαι από το θυμό σου.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Όποιος φέρνετ' άσκημα μαζί μας, δεν αξίζει κανένα σεβασμό από μέρος μας.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Είναι σωστό, ο Πανταλόνε δε φέρθηκε σα κύριος, μα γι' αυτό δεν επιτρέπεται σ' εσέ να παραφερθείς. ’φησε να τα κανονίσω εγώ, Σίλβιέ μου, άφησε μια στιγμή να του μιλήσω εγώ, μπορεί να τόνε φωτίσω και να του δώσω να καταλάβει το δίκιο σου. Αποτραβήξου κάπου και περίμενέ με έβγ' απ' αυτή την αυλή, μη κάνουμε σκηνές. Θα περιμένω γώ τον κυρ-Πανταλόνε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μα εγώ, πατέρα...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Μα εγώ, γιε μου, απαιτώ στο ύστερο να μ'ακούσεις.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μάλιστα, θα σας ακούσω. Θα φύγω. Μιλήστε του. Θα σας περιμένω στο Φαρμακείο. Μ' αν ο κυρ-Πανταλόνε επιμένει, θα λογαριαστεί μαζί μου.
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 2η:   ΔΟΤΟΡΟΣ, ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ.

ΔΟΤΟΡΟΣ: Καημένο παιδί, το λυπάμαι. Δεν έπρεπε ποτέ ο κυρ-Πανταλόνε να το πλανέσει σε τέτοιο σημείο πριν βεβαιωθεί για το θάνατο του Τουρινέζου. Μα θέλω να συχάσει, δε μ' αρέσει να παρασέρνεται από το θυμό του.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (μόνος): Τί γυρεύει ο Δοτόρος μες στο σπίτι μου;
ΔΟΤΟΡΟΣ: Ω, κυρ-Πανταλόνε, τα σέβη μου.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δούλος, σιορ Δοτόρο. Ακριβώς τώρα ερχόμουν να βρω εσάς και το γιο σας.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Ναι; Μπράβο φαντάζομαι πως θα'ρχόσαστε να μας βρείτε, για να μας βεβαιώσετε πως η κυρία Κλεαρέτη θα πάρει τον Σίβλιο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, (δυσκολεύεται να μιλήσει): Ακριβώς, ερχόμουνα να σας πω...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Δε, δεν είναι ανάγκη από δικαιολογίες. Καταλαβαίνω τη θέση που βρεθήκατε. Όλα θα διορθωθούνε φιλικά.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, (διστάζοντας όπως και πριν): Φυσικά, σκεφτόμενοι την υπόσχεση πόδωκα του σιορ Φρεντερίκου...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Σας εύρηκε ξαφνικά, δεν είχατε καιρό να σκεφτείτε και δε λογαριάσατε τη προσβολή που γινότανε στο σπίτι μας.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δε μπορεί να πείτε προσβολή, τόμου ήτανε μ' άλλονε συμφωνία...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε. Από πρώτη ματιά φαινότανε πως η υπόσχεση με τον Τουρινέζο ήταν αδιάλυτη, γιατ' είχε γίνει με συμφωνία. Μ' αυτή ήτανε μια συμφωνία που γίνηκε ανάμεσα σε σάς και σε κείνον, ενώ η δική μας συμφωνία επικυρώθηκε από τη κοπέλα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Είναι σωστό, μα...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Και ξέρετε καλά πως στους γάμους: Consensus, et non concubitus facit virum [η συγκατάθεση κι όχι η παρουσία μαζί, σηματοδοτεί].
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Εγώ δεν ξέρω λατινικά, μα σας λέω...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Και δεν είναι σωστό να θυσιάζουμε τα κορίτσια.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Έχετε άλλο να πείτε;
ΔΟΤΟΡΟΣ: Από μέρους μου, μίλησα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ετελειώσατε;
ΔΟΤΟΡΟΣ: Ετέλειωσα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μπορώ να μιλήσω;
ΔΟΤΟΡΟΣ: Μιλήστε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σιορ Δοτόρο, αγαπητέ μου, μ' όλη σας την επιστήμη...
ΔΟΤΟΡΟΣ: Όσο για τη προίκα, θα συμφωνήσουμε. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, δεν έχει καμιά σημασία.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πάλε τα ίδια. Θα μ' αφήκετε να μιλήσω;
ΔΟΤΟΡΟΣ: Μιλήστε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σας λέω πως η επιστήμη σας είναι καλή κι άγια, μα σ' αυτή τη περίπτωση δεν έχει τόπο. Ο σιορ Φρεντερίκος είναι πάνω στη κάμαρα με τη κόρη μου κι αν εσείς ξέρετ' όλους τσου νόμους περί γάμου, από τούτονε, πιστεύω, δε λείπει τίποτα.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Πώς! Εγινήκαν όλα;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Όλα.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Ο φίλος είναι στο δωμάτιο;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δεν είν' ένα μινούτο όπου τσ' άφηκα.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Κι η κυρία Κλεαρέτη τον επαντρεύτηκε, από μια στιγμή στην άλλη, χωρίς την παραμικρή δυσκολία;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δεν ξέρετε τσι γυναίκες; Αλλάζουνε σαν ανεμοδούρες.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Κι εσείς θ' ανεχθείτε να γίνει ένας τέτοιος γάμος;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Εγώ είμαι υποχρεωμένος δε μπορώ να τόνε ξεφύγω. Η κόρη μου είν' ευχαριστημένη, τι 'μπόδιο να φέρω; Ερχόμ' επίτηδες να βρω εσάς ή το σιορ Σίλβιο, να του το πω. Μου κακοφαίνεται πολύ, μα δε βλέπω ρεμέντιο.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Δεν απορώ με την κόρη σας, απορώ μ' εσάς, που φερνόσαστε τόσο άσκημα μαζί μου. Αν δεν ήσαστε βέβαιος για το θάνατο του κυρ-Φρειδερίκου, δεν έπρεπε να υποχρεωθείτε με το γιο μου, και μια κι υποχρεωθήκατε, έπρεπε οπωσδήποτε να βαστάξετε το λόγο σας. Η είδηση του θανάτου του Φρειδερίκου δικαιολογούσε αρκετά και απέναντι του τη νέα σας απόφαση και δεν μπορούσε μήτε να σας κατηγορήσει, μήτε να γυρέψει καμιάν ικανοποίηση. Το πρωινό αρραβώνιασμα της κυρίας Κλεαρέτης με το γιο μου coram testibus [παρουσία μαρτύρων], δε μπορούσε να διαλυθεί από έναν απλό λόγο που δώσατ' εσείς σ' έναν τρίτο. Θα 'χα το θάρρος με τα δίκια του γιου μου, ν' ακυρώσω κάθε νέα συμφωνία και ν' αναγκάσω την κόρη σας να τόνε πάρει άντρα της, μα θα ντρεπόμουνε να 'χω στο σπίτι μου μια νύφη με τόσο λίγην υπόληψη, μια κοπέλα μιανού χωρίς λόγο, όπως εσείς. Κυρ-Παντελόνε, θυμηθείτε πως τη φτιάξατε σ' εμέ, πως τη φτιάξατε στο σπίτι του Λομπάρδη. Θα 'ρθει ο καιρός που ίσως θα μου το πλερώσετε, ναι, θα 'ρθει ο καιρός: omnia tempus habent [πάντα έρχεται ο καιρός].
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 3η: ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, ΣΙΛΒΙΟΣ.

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αμέτε, για να μη σας στείλω. Για σας δε δίνω δεκάρα και δε σας σκιάζομαι. Λογαριάζω πλιότερο το σπίτι του Ρασπόνη, από εκατό σπίτια Λομπάρδηδων. Ένα μοναχογιό και πλούσιο με τόση περιουσία, κόπιασε να τον εύρεις. Θα γένει όπως είπα.
ΣΙΛΒΙΟΣ, (μόνος): Ο πατέρας μου ξέρει να λέει λόγια. Όποιος μπορεί να βασταχτεί, ας βασταχτεί.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, (μόνος, βλέποντας τον Σίλβιο): Πάλε τα ίδια!
ΣΙΛΒΙΟΣ, (απότομα): Δούλος σας, κύριε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αφέντη, τα σέβη μου. (Μόνος). Ετούτος πετάει φωτιές.
ΣΙΛΒΙΟΣ: ’κουσ' από τον πατέρα μου κάτι, δε ξέρω είναι αλήθεια;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μια και σας το 'πε ο σιορ πατέρας σας, θα 'ναι αλήθεια.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ορίστηκε λοιπόν ο γάμος της κυρίας Κλεαρέτης και του κυρ-Φρειδερίκου;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μάλιστα, κύριε, ορίστηκε κι ετέλειωσε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Απορώ πώς μου το λέτε με τόσην αναίδεια. ’νθρωπε τιποτένιε, χωρίς λόγο, χωρίς υπόληψη.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πώς μιλείτ', αφέντη; Μ' ένα γέρο τση θέσης μου, έτσι φέρνονται;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Αν δεν ήσαστε γέρος, θα σας έβγαζα τα μουστάκια τρίχα, τρίχα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μόλο που 'μαι, θα μου κόψετε τσι φούντες.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Δε ξέρω ποιος με βαστάει και δε σε τρυπώ πέρα και πέρα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μηδά είμαι, αφέντη, κανένας κάρλακας; Στο σπίτι μου ερχόσαστε να κάμετε αυτές τσι σκηνές.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Εβγάτ' έξω από το σπίτι σας.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μου κάνετ' εντύπωση, κύριε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Έξω, αν έχετε φιλότιμο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Με τσ' ανθρώπους τση τάξης μου φέρνονται με σεβασμό.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Είσαστε πρόστυχος, άνανδρος, τιποτένιος.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Είσαι αναιδέστατος.
ΣΙΛΒΙΟΣ, (βάζει το χέρι στο σπαθί): Μα το Θεό.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, (βάζει το χέρι στη κάμα): Βοήθεια!

ΣΚΗΝΗ 4η: ΒΕΑΤΡΙΚΗ (με το σπαθί στο χέρι) κι οι επάνω.

ΒΕΑΤΡΙΚΗ, (στον Πανταλόνε): Εδώ είμαι, θα σας υπερασπιστώ εγώ. (Γυρίζει το σπαθί εναντίον του Σίλβιου).
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σιορ γαμπρέ μου, βοηθήστε με.
ΣΙΛΒΙΟΣ, (στη Βεατρίκη): Μ' εσέ ακριβώς ήθελα να χτυπηθώ.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ, (μόνη): Βρίσκομαι υποχρεωμένη.
ΣΙΛΒΙΟΣ, (στη Βεατρίκη): Γύρισε το σπαθί σου κατά με.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, (φοβισμένος): Αχ, σιορ γαμπρέ μου...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δεν είν' η πρώτη φορά που διακινδυνεύω. (Στον Σίλβιο). Είμ' έτοιμος, δε σας φοβούμαι.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Βοήθεια! Δεν είναι κανένας; (Φεύγει τρέχοντας προς το δρόμο. Η Βεατρίκη κι ο Σίλβιος μονομαχούν. Ο Σίλβιος πέφτει, του φεύγει το σπαθί από το χέρι
κι η Βεατρίκη βάζει τη μύτη του σπαθιού στο στήθος
).

ΣΚΗΝΗ 5η: ΚΛΕΑΡΕΤΗ κι οι επάνω.

ΚΛΕΑΡΕΤΗ, (στη Βεατρίκη): Ωϊμένα, σταθείτε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ωραία Κλεαρέτη, προς χάρη σας, του χαρίζω τη ζωή κι εσείς για πλερωμή της ευσπλαχνίας μου, θυμηθείτε τον όρκο σας.
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 6η: ΣΙΛΒΙΟΣ & ΚΛΕΑΡΕΤΗ.

ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Εσωθήκατε, αγάπη μου;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Αχ, άπιστη, δολερή! Αγάπη σου τον Σίλβιο; Αγάπη σου στον ερωμένο που περγέλασες, στο σύζυγο που πρόδωσες;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Όχι, Σίλβιε, δεν αξίζω τις κατηγορίες σας. Σας αγαπώ, σας λατρεύω, σας είμαι πιστή.
ΣΙΛΒΙΟΣ: ’, ψεύτρα! Μου 'σαι πιστή, ε; Πίστη λες όταν υπόσχεσαι πίστη σ' άλλον;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αυτό μήτε το 'καμα, μήτε θα το κάμω ποτέ. Θα πεθάνω προτού να σας αφήσω.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ο πατέρας σας βεβαίωσε το δικό μου, για το γάμο σας με τον Φρειδερίκο.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να το πει.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μπορούσε να πει πως ο Φρειδερίκος ήτανε μαζί σας; Στο δωμάτιο σας;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Δεν το αρνούμαι.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Και σας φαίνεται λίγο; Κι απαιτείτε να σας θεωρώ πιστή, όταν δίνετε τόσο μεγάλην εμπιστοσύνη σ' ένα τρίτο;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Έννοια σου και ξέρω να φυλώ τη τιμή μου.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Δεν έπρεπε ν' αφήσεις να σε πλησιάσει ένας εραστής που απαιτεί να σε νυμφευθεί.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ο πατέρας μου τον άφησε μαζί μου.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Κι εσείς δεν τον είδατε με κακό μάτι.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Θα 'φευγα πολύ ευχαρίστως.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ακούω πως σας έχει δεμένη με κάποιον όρκο.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ο όρκος δε μ'υποχρέωνε να μείνω μαζί του.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Τί πράμα λοιπόν ορκιστήκατε;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αγαπημένε Σίλβιε συγνώμη, δε μπορώ να σας το πω.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Για ποιό λόγο;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Γιατί ορκίστηκα να σιωπήσω.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Σημάδι λοιπόν πως είστε ένοχη.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Όχι, είμαι αθώα.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Οι αθώοι δε σιωπούνε.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Κι όμως αυτή τη φορά θα γινόμουν ένοχη αν μιλούσα.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Αυτή τη σιωπή σε ποιον την ορκιστήκατε;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Στο Φρειδερίκο.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Τη βαστάτε με τόσο ζήλο;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Θα τη βαστάξω για να μη γίνω επίορκη.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Και λέτε πως δεν τον αγαπάτε; Απλοϊκός όποιος σας πιστεύει. Εγώ βέβαια δε σας πιστεύω, σκληρή, δολερή! Χαθείτε από τα μάτια μου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αν δε σας αγαπούσα, δε θα 'κανα τέτοια τρεχάλα να σώσω τη ζωή σας.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μισώ αυτή τη ζωή, αν πρόκειται να τη χρωστώ σε μιαν αχάριστη.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Σας αγαπώ μ' όλη μου τη καρδιά.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Σας σιχαίνομαι μ' όλη μου τη ψυχή.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Θα σκοτωθώ, αν δεν ησυχάσετε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Θα 'βλεπα το αίμα σας με πιο ευχαρίστηση, παρά την απιστία σας.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ, (παίρνει το σπαθί από κάτω): Θα σας ικανοποιήσω.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Κι εγώ θα περιμένω να το ιδώ. (Μόνος). Ξέρω πως δεν έχει τόλμη να το κάμει.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αυτό το σπαθί λοιπόν θα σας ευχαριστήσει. (Μόνη). Θα ιδώ ως πού φτάνει η σκληρότητα του.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Αυτό το σπαθί θα μπορούσε να εκδικηθεί την αδικία που μου 'γινε.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Τόσο σκληρός με την Κλεαρέτη σου;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Εσείς με κάματε σκληρό.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Λοιπόν, επιθυμείτε το θάνατο μου;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Εγώ δε λέω τι πράμα επιθυμώ.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Θα σας ευχαριστήσω.
(Γυρίζει τη μύτη του σπαθιού στο στήθος της).

ΣΚΗΝΗ 7η: ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ κι οι επάνω.

ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Σταθείτε, τι διάσκαντζο κάνετε; (Παίρνει το σπαθί απ' τη Κλεαρέτη). Κι εσείς, παλιόσκυλο, την αφήνετε να σκοτωθεί; Τί καρδιά έχετε, από τίγρη, από λιοντάρι, από διάολο; Κοιτάτ' εκεί, τα ωραία μούτρα, που για χάρη τους οι γυναίκες πρέπει να σκοτωθούν; Ω, είσαστε κι εσείς κυρά μου, πολύ καλή! Μήπως δε σας θέλει πια; Όποιος δε σας θέλει, δεν είναι άξιος σας. Ας πάει στην οργή ο παλιοδολοφόνος κι ελάτε μαζί μου κι όσο για άντρες, άλλο τίποτας, εγώ αναλαβαίνω ίσαμε το βράδυ να σας βρω μια δωδεκαριά. (Πετά το σπαθί κάτω κι ο Σίλβιος το παίρνει).
ΚΛΕΑΡΕΤΗ, (κλαίοντας): Αχάριστε! Πραγματικά ο θάνατος μου δε σας στοιχίζει μήτ' ένα στεναγμό; Ναι, θα με σκοτώσει ο πόνος, θα πεθάνω, για να ευχαριστηθείτε. Μα θα μαθευτεί κάποια μέρα η αθωότητα μου κι αργά πια, μετανιωμένος γιατί δε με πιστέψατε,
θα κλάψετε τη δυστυχία μου και την άγρια σας σκληρότητα.
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 8η: ΣΙΛΒΙΟΣ & ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ.

ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Αυτό είν' από κείνα που δε μπορώ να χωνέψω. Να βλέπεις μια κοπέλα που θέλει να σκοτωθεί κι εσύ να στέκεσαι να τη κοιτάς σα να 'βλεπες καμιά κωμωδία στο
θέατρο.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Τρελή που 'σαι! Πιστεύεις πως ήθελε να σκοτωθεί στ' αλήθεια;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Εγώ δε τα ξέρω αυτά, ξέρω πως αν δε πρόφταινα, η άμοιρη θα 'τανε τώρα στον άλλον κόσμο.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ώσπου να φτάσει το σπαθί στο στήθος της, είχε ακόμα καιρό.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ακούτε τι ψεύτης! Έτοιμο ήτανε να μπει.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Όλα καμώματα γυναικεία.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Μάλιστα, αν σας μοιάζαμε. Το λέει κι η παροιμία. ’λλοι έχουνε τ' όνομα κι άλλοι έχουνε τη χάρη. Οι γυναίκες έχουνε τ' όνομα πως είν' άπιστες κι οι άντρες κάνουν όσες μπορούν απιστίες. Για τσι γυναίκες μιλούνε και για τσ' άνδρες λέξη. Τα δικά μας είν' αφρός, και τα δικά σας πάνε στον πάτο. Και ξέρετε γιατί; Γιατί τσου νόμους τσου κάνουν άντρες, που αν τσου κάνανε γυναίκες, δε θ' ακουότανε παρά το αντίθετο. Αν είχα εξουσία θα διάταζα όλοι οι άπιστοι άντρες να βαστούνε στο χέρι τους ένα κλωνάρι κι είμαι βέβαιη πως όλες οι πολιτείες θα γινόντανε δάση.
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 9η: ΣΙΛΒΙΟΣ μόνος.

ΣΙΛΒΙΟΣ: Ναι, η Κλεαρέτη είναι άπιστη. Ομολογεί πως ήτανε μόνη με το Φρειδερίκο και με τη πρόφαση ενός όρκου, μου κρύβει το γιατί. Είναι άπιστη κι αν ήθελε να πληγωθεί το 'καμε ψεύτικα για να με ξεγελάσει, για να με κάμει να τη συμπονέσω. Μ' αν η τύχη το 'φερε να πέσω μπροστά στον αντίπαλο μου, δε θα βγάλω ποτέ από το νου μου τη σκέψη να εκδικηθώ. Θα πεθάνει αυτός ο τιποτένιος κι η αχάριστη Κλεαρέτη στο αίμα του θα ιδεί τον καρπό του έρωτα της.
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 10η: (Αίθουσα στο ξενοδοχείο, με δυο πόρτες μπρος και δυο στα πλάγια). ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, έπειτα ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μωρέ τι ατυχία που 'ναι και τούτ' η δική μου! Από τσου δυο μου αφέντηδες δεν ήρθε να φάει ακόμα κανένας. Είναι δυο ώρες που βάρησε μεσημέρι, και δε φαίνεται κανένας. Έπειτα θα κοπιάσουνε κι οι δυο μαζί και θα τα βρω μπαστούνια και τσου δυο δε θα μπορέσω να τσου σερβίρω και θα ξεσκεπαστεί η δουλειά. Τσώπα, είν' ο ένας εδώ. Πάλε καλά.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Λοιπόν, εύρηκες αυτό τον Πασκάλη;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δεν είπαμε, αφέντη, να ψάξω να τόνε βρω, έπειτ' από το φαΐ;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Έχω ανυπομονησία.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έπρεπε να 'ρθετε για φαί νωρίτερα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (μόνος): Δεν υπάρχει τρόπος να μάθω αν βρίσκεται δω η Βεατρίκη.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Για πέστε μου, θα πάμε να διατάξουμε φαΐ κι έπειτα βγαίνετε; Δε κάνετε καλά.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Για την ώρα δεν έχω όρεξη για φαΐ. (Μόνος). Θα πάω στο ταχυδρομείο. Θα πάω μόνος μου, μπορεί κάτι ν' ανακαλύψω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ακούστε κύριε, σ' αυτό τον τόπο πρέπει κανείς να τρώει, αλλιώς αρρωστάει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Είν' ανάγκη να βγω για μια δουλειά βιαστικιά. Αν γυρίσω το γιώμα καλά, αν όχι, θα φάω το βράδυ. Εσύ, αν θέλεις πες να σου δώσει να φας.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Α, δε χρειάζεται άλλο. Τόμου είν' έτσι, κάμετ' όπως σας αρέσει. Σεις είστε ο νοικοκύρης.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Αυτά τα χρήματα μου κάνουνε βάρος πάρε, βάλε τα στο μπαούλο μου. Πάρε και το κλειδί. (Δίνει το σακουλάκι με τα εκατό δουκάτα και το κλειδί).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πάω να τα φυλάξω και να σας φέρω το κλειδί.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Όχι, όχι, μου το δίνεις έπειτα. Δε μπορώ να περιμένω. Αν δεν έρθω το μεσημέρι, έλα στη πλατεία, θα σε περιμένω μ' ανυπομονησία, για να βρεις τον Πασκάλη.(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 11η: ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΒΕΑΤΡΙΚΗ (μ' ένα χαρτί στο χέρι).

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πάλε καλά που 'πε να διατάξω να φάω. Έτσ' είμαστε σύμφωνοι. Αν εκείνος δε θέλει να φάει, ας κάμει το θέλημα του. Η κράση μου δεν είναι για νηστείες. Στάσου να βγάλω από τη μέση τούτο το σακκουλάκι, κι έπειτα δελέγγου...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ε , Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Ω, διάολε!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο κύριος Πανταλόνε των Μπιζονιόζων σου 'δωσε ένα σακουλάκι μ' εκατό δουκάτα;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, μου 'δωκε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Και γιατί δε μου τα δίνεις;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τα φέρανε για την αφεντιά σας;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αν τα φέρανε για με; Τί σου 'πε όταν σου τα 'δωσε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μου 'πε να τα δώκω του αφέντη μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Καλά κι ο αφέντης σου ποιος είναι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Η αφεντιά σας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Και γιατί ρωτάς λοιπόν, αν είναι δικά μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Λοιπόν, θα 'ναι δικά σας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πού είναι το σακουλάκι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Νάτο. (Της το δίνει).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Είναι σωστά;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εγώ δεν τ' άγγιξα, κύριε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ, (μόνη): Τα μετράω κατόπι.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Έσφαλα εγώ με το σακουλάκι, μα το μπάλωσα όμορφα. Τί θα πει τώρα ο άλλος; Μια και δεν ήτανε δικά του, δε θα πει τίποτα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ήρθε ο νοικοκύρης του ξενοδοχείου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ήρθε, μάλιστα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πες του πως θα 'χω στο τραπέζι ένα φίλο μου και να φροντίσει μάνι-μάνι να ετοιμάσει όσο μπορεί πιο πολλά φαγητά.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τί θέλετε να ετοιμάσει; Πόσα πιάτα διατάζετε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο κύριος Πανταλόνε των Μπιζονιόζων δεν είν' άνθρωπος πολύ απαιτητικός. Πέστε του να ετοιμάσει πεντέξι πιάτα, κάτι καλό.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μου δίνετε εμέ την έγνοια;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ναι, ανάλαβε σύ, φρόντισε. Πάω να πάρω το φίλο μου, που είν' εδώ παρακάτω κι όταν γυρίσω, κοίτα νάν' έτοιμα. (Κάνει να φύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να δείτε σερβίρισμα μια φορά.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πάρτε αυτό το χαρτί, βάλτε το στο μπαούλο μου. Προσέχτε καλά, γιατ' είν' ένα γραμμάτιο από τέσσερις χιλιάδες σκούδα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μην έχετ' έγνοια, θα το φυλάξω δελέγγου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Φροντίστε νάν' όλα έτοιμα. (Μόνη). Καημένε κύριε Πανταλόνε! Τρόμο που πήρε; Έχει ανάγκη να ξεσκάσει λιγάκι.
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 12: ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τώρα πρέπει να βάλω τα δυνατά μου, να τσου περιποιηθώ. Πρώτη φορά που τούτος ο αφέντης μου διατάζει τραπέζι και πρέπει να του δείξω το γούστο μου. Ας φυλάξω τούτο το χαρτί κι έπειτα... το φυλάω κατόπι, ας μη χασομεράω.
(Προς το εσωτερικό της σκηνής). Όι, εκεί δεν είναι κανένας; Φωναχτέ μου το σιορ Μπριγκέλα, πέστε του πως θέλω να του πω. Δε κάνουν ένα καλό τραπέζι τόσο τα πολλά τα πιάτα, όσο το καλό σερβίρισμα αξίζει πλιότερο πώς θα μπούνε τα πιάτα στο τραπέζι, από ένα βουνό πορτάδες.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Τι συμβαίνει, σιορ Τρουφαλδίνο; Τί ορίζετε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ο αφέντης μου έχει καλεσμένον ένα φίλο του να φάει μαζί του και θέλει να ετοιμάσετε διπλά φαγιά, μα γλήγορα, δελέγγου. Έχετε τα χρειαστά στη κουζίνα;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Εμέ δε μου λείπει τίποτα ποτέ. Σε μισήν ώρα μπορώ να ετοιμάσω όποιο τραπέζι και να 'ναι.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πάει καλά. Πέστε μου τι θα τσου δώκετε;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Για δυο άτομα, θα κάνουμε δυο πορτάδες από τέσσερα πιάτα τη καθεμιά, είναι καλά;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Είπε πεντέξι πιάτα: τί έξι, τί οχτώ; Δεν είναι άσκημα. (Δυνατά). Καλά είναι. Και τί θα 'ναι σ 'αυτά τα πιάτα;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Στη πρώτη πορτάδα θα δώσουμε σούπα, τηγανητό, βραστό και φρικαντό.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τα τρία πιάτα τα ξέρω. Το τέταρτο τί είναι;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Ένα φαΐ αλά φραντσέζα, τση κατσαρόλας, ένα ωραίο πράμα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Λαμπρά, η πρώτη πορτάδα πάει καλά η δεύτερη.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Η δεύτερη θα 'ναι: ψητό, σαλάτα, ένα κομμάτι κρέας παστιτσάδο και μια πουτίγκα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ως κι εδώ ένα φαΐ που δε το ξέρω! Τί πράμα είν' αυτή η ποτίνα;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Είπα πουτίγκα, ένα φαΐ αλά ιγκλέζα, ένα πράμα ωραίο.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Καλά, μ' αρέσει, μα πώς θα βάλουμε τα πιάτα στο τραπέζι;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Εύκολο πράμα. Ο καμαριέρης θα κάμει τη δουλειά του.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι, φίλε μου, εμένα μ' ενδιαφέρει το σερβίρισμα. Το παν είναι πώς θα μπει πάνω στο τραπέζι.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Θα μπει, ας πούμε, εδώ η σούπα, εκεί το τηγανητό, εδώ το βραστό κι εκεί το φρικαντό. (Δείχνει μια κάποια διάταξη).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι, όχι, δε μ' αρέσει. Στη μέση δε θα βάλετε τίποτας;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Θα χρειαστεί τότε να κάμουμε πέντε πιάτα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Καλά, κάμετε πέντε.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Στη μέση να βάλουμε μια σάλτσα για το βραστό.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι, όχι, δε κάνουμε τίποτα, αγαπητέ μου. Η σάλτσα δε πάει στη μέση, στη μέση μπαίν' η μανέστρα.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Από τόνα μέρος να βάλουμε το βραστό κι από τ' άλλο τη σάλτσα...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι, όχι, δε κάνουμε τίποτας. Εσείς οι ξενοδόχοι ξέρετε να μαγειρεύετε, μα δεν ξέρετε να βάλετε πάνω στο τραπέζι. Θα σας δείξω εγώ. Λογαριάστε πως ετούτο είναι το τραπέζι. (Γονατίζει με τόνα πόδι και δείχνει στο πάτωμα). Κοιτάχτε πώς μπαίνουν αυτά τα πέντε πιάτα. Εδώ στη μέση η μανέστρα. (Κόβει ένα κομμάτι από το γραμμάτιο, και κάνει πως βάζει τάχα ένα πιάτο στη μέση). Από τούτη τη πάντα,
το βραστό. (Κάνει το ίδιο, κόβοντας έν'άλλο κομμάτι από το γραμμάτιο και το τοποθετεί από το ένα μέρος). Από την άλλη πάντα το τηγανιστό. (Κάνει το ίδιο μ'έν'άλλο κομμάτι
από το γραμμάτιο, που το βάζει από τ'άλλο μέρος
). Εδώ η σάλτσα κι εδώ το πιάτο που δε ξέρω τι είναι. (Με δυο άλλα κομμάτια του γραμματίου συμπληρώνει την εικόνα των πέντε πιάτων). Πώς σας φαίνεται; Δεν είναι καλά;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Πάει καλά, μα η σάλτσα βρίσκεται πολύ πέρ' από το βραστό.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τώρα, θα τηράξουμε πώς θα τη πάμε κοντύτερα.

ΣΚΗΝΗ 13η: ΒΕΑΤΡΙΚΗ, Πανταλόνε κι οι επάνω.

ΒΕΑΤΡΙΚΗ, (στον Τρουφαλδίνο): Τί κάνεις γονατιστός;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (σηκώνεται): Έδειχνα πώς να μπούνε τα πιάτα στο τραπέζι.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τί χαρτί είναι κείνο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Ω, διάολε! Το γράμμα που μου 'δωκε!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αυτό είναι το γραμμάτιο μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Με συμπαθάτε. Θα το ξανακολλήσουμε...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κατεργάρη! Έτσι λογαριάζεις τα πράματα μου; Τα πράματα τα τόσο σπουδαία; ’ξιζες τώρα ένα χέρι ξύλο. Τί λέτε, κύριε Πανταλόνε; Μπορεί να γίνει μεγαλύτερη απροσεξία απ' αυτή;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕΣ: Στ' αληθινά, είναι για γέλια. Θα 'τανε κακό αν δεν είχε ρεμέντιο, μα τόμου μπορώ να κάμω έν' άλλο, δεν είναι τίποτα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Σκέψου αν ερχότανε το γραμμάτιο από τόπο μακρινό. Ηλίθιε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όλο το κακό γίνηκε, γιατί ο Μπριγκέλας δε ξέρει να βάλει τα πιάτα στο τραπέζι.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Βρίσκει δυσκολίες παντού.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είμαι άνθρωπος που ξέρει...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Γκρεμίσου από τα μάτια μου!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αξίζει πλιότερο η καλή τάξη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Φύγε, σου λέω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όσο για τάξη τραπεζιού, δε μου βγαίνει μήτ' ο καλύτερος τραπεζοκόμος του κόσμου. (Φεύγει).
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Δε τόνε καταλαβαίνω αυτό τον άνθρωπο άλλοτες είν' έξυπνος κι άλλοτε μπούφος.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κάνει το βλάκα, ο κατέργαρος. Λοιπόν, μας δίνετε να φάμε;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Αν θέλετε πέντε πιάτα τη πορτάδα, χρειάζεται κάποια ώρα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τ' είν' αυτές οι πορτάδες; Τ' είν' αυτά τα πέντε πιάτα; Όπως, όπως. Δυο κουταλιές ρύζι, ένα κάποιο πιάτο και δούλος σας. Δεν είμαι άνθρωπος απαιτητικός.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ακούτε; Κανονίστε σείς.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Πολύ καλά, μ' αν σας κάνει όρεξη για τίποτα, αν σας αρέσει τίποτα, να μου το πείτε .
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αν είχατε πολπέτες, για με, που δε καλοδουλεύουνε τα δόντια μου, θα τσι έτρωγα με χαρά μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ακούτε; Κεφτέδες.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Μετά χαράς σας. Περάστε σε κείνο το δωμάτιο, κι αμέσως θα στρώσω τραπέζι.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πείτε στον Τρουφαλδίνο να 'ρθει να σερβίρει.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Θα του το πω, κύριε.
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 14η: ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, ΓΚΑΡΣΟΝΙΑ & ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ.

ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο κύριος Πανταλόνε ας ευχαριστηθεί μ' αυτό το λίγο που θα μας δώσουν.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Θιαμένομαι, αγαπητέ μου, είναι και πολύ η πείραξη που σας δίνω. Εκείνο που θα 'πρεπε να κάμω εγώ, το κάνετ' εσείς. Μα βλέπετε, έχω τη κοπέλα στο σπίτι ίσαμε να γένουν όλα, δεν είναι σωστό να στέκεστε μαζί. Εδέχτηκα το κάλεσμα σας για να ξεδώκω κομμάτι ακόμα τρέμω από το φόβο μου. Αν δεν είσαστε σείς, παιδί μου, εκείνος ο παλιάνθρωπος θα μ' είχε ξεμπερδέψει.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Χαίρομαι που έφτασα εγκαίρως.

(Γκαρσόνια παίρνουνε στο δωμάτιο που έδειξ'ο Μπριγκέλας, όλα τα χρειαστά για να ετοιμάσουνε το τραπέζι: ποτήρια, κρασί, φωμί κ.λπ.).

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σ' αυτό το ξενοδοχείο είναι πολύ σβέλτοι.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο Μπριγκέλας είναι άνθρωπος καθώς πρέπει. Στο Τουρίνο υπηρετούσε σ' ένα μεγάλον κόντε και φορεί ακόμα τη στολή που 'χε κεί.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Είναι κι ένα ξενοδοχείο, πάνω από το μεγάλο Κανάλι, φάτσα στσι Φάμπρικες του Rialto, όπου τρώει κανένας καλά. Επήγα κάμποσες φορές με κάτι φίλους μου, από κείνους τσου καλούς τύπους, κι επέρασα τόσο καλά που χαίρετ' η ψυχή
μου κάθε που το θυμούμαι. Μέσα στ' άλλα, δε θα ξεχάσω κι ένα κρασί τση Βοργόνιας, που σ' ανέβαζε στσου εφτά ουρανούς.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δεν είναι μεγαλύτερη χαρά στον κόσμο, παρά να βρίσκεται κανείς με καλή συντροφιά.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ω, να ξέρατε τι παρέα που ήτανε! Τι όμορφες κουβέντες που κάναμε! Καλή τους ώρα! Εφτά οχτώ αρχοντάθρωποι, που δε βρίσκονται όμοιοι τους στον κόσμο.

(Τα γκαρσόνια βγαίνουν από το δωμάτιο και πάνε στο μαγειριά).

ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Εδιασκεδάσατε λοιπόν πολύ μαζί τους.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ορπίζω να ξαναγλεντήσω και πάλε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (με το πιάτο της σούπας στο χέρι. Στη Βεατρίκη):Περάστε στη κάμαρα, σερβίρω τα πιάτα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πήγαινε μπρος εσύ και βάλε στο τραπέζι τη σούπα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Α, όχι, όχι περάστεπρώτος του λόγου σας.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Είναι περίεργος αυτός ο υπερέτης σας. Ας πάμε. (Μπαίνει στο δωμάτιο).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Εγώ θα 'θελα λιγότερη εξυπνάδα και πιότερη προσοχή. (Μπαίνει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τηράχτε τι όμορφο σερβίρισμα! Ένα, ένα τα πιάτα! Ξοδιάζουνε τα όβολά τους και δε ξέρουνε να τα φάνε: Ποιος ξέρει και τούτ' η μανέστρα αν λέει τίποτας, θα ιδώ. (Δοκιμάζει τη σούπα μ' ένα κουτάλι που βγάζει από τη τσέπη). Εγώ έχω πάντα τα σύνεργα μου στη τσέπη. Μμμ! δεν είναι και κακή, μπορούσε να 'τανε και χειρότερη.
(Μπαίνει στο δωμάτιο).

ΣΚΗΝΗ 15η: ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, ΒΕΑΤΡΙΚΗ & ΓΚΑΡΣΟΝΙΑ.

ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Πόσην ώρα κάνει ώσπου να 'ρθει να πάρει το βραστό!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εδώ είμαι, συνάδερφε, τί ορίζετε;
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Πάρτε το βραστό. Πάω να φέρω άλλο πιάτο. (του δίνει το βραστό και φεύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να 'ναι δαμάλι ή να 'ναι μοσκάρι; Μου φαίνεται για δαμάλι. Για να ιδούμε λιγάκι. (Δοκιμάζει λίγο). Δεν είναι μήτε δαμάλι, μήτε μοσκάρι, είναι προβατίνα όμορφη και καλή. (Προχωρεί για το δωμάτιο της Βεατρίκης).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, τον σταματά: Πού πας;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Ω, συμφορά μου!
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πού πας μ' αυτό το πιάτο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Το 'παιρνα στο τραπέζι, κύριε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Για ποιόν;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Για την αφεντιά σας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Γιατί ετοιμάζεις τραπέζι, πριν έρθω στο σπίτι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Σας είδα που 'ρχόσαστ'από το παραθύρι. (Μόνος). Πρέπει να το μπαλώσω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κι από το βραστό αρχίζεις το σερβίρισμα κι όχι από τη σούπα;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να σας πω, κύριε, στη Βενετία τη μανέστρα τήνε τρώνε στο ύστερο, για ορεχτικό.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εγώ συνηθίζω διαφορετικά. Θέλω τη σούπα. Ξαναπάρτε το βραστό στο μαγειριό.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, όπως ορίζετε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και γρήγορα, γιατί θέλω ν' αναπαυτώ.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: 'Εφτακα, κύριε. (Κάνει πως γυρίζει στο μαγειριό).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (μόνος): Αυτή τη Βεατρίκη δε θα τη βρω ποτέ.
(Μπαίνει στο δωμάτιο, απέναντι. Ο Τρουφαλδίνος, μόλις μπει ο Φλωρίνδος στο δωμάτιο τρέχει και πάει το βραστό στη Βεατρίκη).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, (έρχεται μ' ένα φαγητό): Πρέπει πάντα να τόνε περιμένω; (Κράζει). Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (βγαίνει από το δωμάτιο της Βεατρίκης): Εδώ είμαι. Γλήγορα, αμέτε να σιάσετε σε κείνη τη κάμαρα, που ήρθ' ο άλλος ο ξένος και φέρτε δελέγγου τη μανέστρα.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Αμέσως. (Φεύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Ετούτο το πιάτο τι να 'ναι; Θα 'ναι ως φαίνεται το φρικασό. (Δοκιμάζει). Όμορφο-όμορφο, γι' αρχόντους. (Το παίρνει στο δωμάτιο της Βεατρίκης. Περνούνε γκαρσόνια και παίρνουνε τα χρειαζούμενα για να ετοιμάσουνε το τραπέζι του Φλωρίνδου).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (στα γκαρσόνια): Μπράβο. Καλά. Σβέλτοι σα γάτοι. (Μόνος). Ω, αν κατάφερνα να σερβίρω και τσου δυο μου τσ' αφέντηδες, θα 'μα σπουδαίος. (Τα γκαρσόνια βγαίνουν από το δωμάτιο του Φλωρίνδου και πάνε στο μαγειριό). Γλήγορα, παιδιά, τη μανέστρα.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Έχετε σείς το νου σας στο τραπέζι σας και για τούτο φροντίζουμε μείς. (Φεύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Θα' χω το νου μου και στα δυο, αν μπορέσω. (Γυρίζει ο Καμαριέρης, με τη σούπα του Φλωρίνδου). Δώστε μου δω, θα του τη πάω γω άμετε
να ετοιμάσετε τα πράματα για την άλλη κάμαρα. (Παίρνει τη σούπα από τα χέρια του Καμαριέρη και τη πάει στο δωμάτιο του Φλωρίνδου).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Είν' αλλόκοτος ετούτος ο άνθρωπος. Θέλει να σερβίρει στη μια και στην άλλη. Εγώ τον αφήνω τη πλερωμή μου εγώ θα τήνε πάρω. (Ο Τρουφαλδίνος βγαίνει απ' το δωμάτιο του Φλωρίνδου).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ, (τονε κράζει μες από το δωμάτιο): Τρουφαλδίνο!
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, (στον Τρουφαλδίνο): Έι ! Σερβίρετε τον αφέντη σας.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έφτακα. (Μπαίνει στο δωμάτιο της Βεατρίκης. Τα γκαρσόνια φέρνουνε το βραστό για τον Φλωρίνδο).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Δώστε μου δω. (Το παίρνει και τα γκαρσόνια φεύγουνε. Ο Τρουφαλδίνος βγαίνει από το δωμάτιο της Βεατρίκης με τα λερωμένα πιάτα).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (κράζει τον Τρουφαλδίνο δυνατά μες από το δωμάτιο): Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (ζητά να πάρει το πιάτο με το βραστό από τα χέρια του Καμαριέρη): Δώστε μου δω.
ΚΑΜΑΡΙΕΡHΣ: Ετούτο το παίρνω γω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δεν ακούτε που φωνάζει εμέ; (Του παίρνει το βραστό από το χέρι και το πάει στον Φλωρίνδο).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Καλό κι ετούτο. Θέλει να τα κάμει όλα απατός του. (Τα γκαρσόνια φέρνουν ένα πιάτο κεφτέδες, το δίνουνε στον Καμαριέρη και φεύγουν). Θα το 'παιρνα εγώ στο δωμάτιο, μα δε θέλω να χω λόγια μαζί του. (Ο Τρουφαλδίνος βγαίνει από το δωμάτιο του Φλωρίνδου με τα λερωμένα πιάτα). Ορίστε, κυρ-πολυάσχολε πάρτε τους κεφτέδες στον αφέντη σας.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (παίρνει το πιάτο στο χέρι): Πολπέτες;
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Μάλιστα, τους κεφτέδες που διάταξε. (Φεύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ωραία! Ποιανού να τσι πάω; Ποιός διάλος από τσου δυο αφέντηδες τσι διάταξε; Αν πάω να ρωτήσω στη κουζίνα, θα τσου κάμω να γελάσουνε σε βάρος μου αν λαθέψω και δεν τσι δώκω εκειού που τσι διάταξε, θα τσι γυρέψει και θα πιαστώ. Θα κάμω έτσι... είμαι μεγάλος εγώ! Ναι, ναι, θα τσι μοιράσω σε δυο πιάτα και θα πάρω μισές στον καθένα κι έτσι αυτός που τσι διάταξε θα τσι δει. (Παίρνει έν άλλο πιάτο, από κείνα που είναι στην αίθουσα και χωρίζει τους κεφτέδες στα δυο). Τέσσερις και τέσσερις. Μα είναι μία πλειότερη. Ποιανού να τήνε δώκω; Δε θέλω να παραπονεθεί κανένας, τήνε τρώγω εγώ. (Τρώει τον κεφτέ). Τώρα είναι καλά. Ας πάμε τσι πολπέτες
στο ένα. (Βάζει χάμω τ' άλλο πιάτο και πάει το ένα στην Βεατρίκη).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ. (με μια πουτίγκα αλλά ιγκλέζα, κράζει): Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Διατάχτε. (Βγαίνει από το δωμάτιο της Βεατρίκης).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Πάρτε αυτή τη πουτίγκα...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Περιμένετε κι έφτακα. (Παίρνει το άλλο πιάτο με τους κεφτέδες και το πάει στον Φλωρίνδο).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Κάνετε λάθος, οι κεφτέδες πάνε από κει.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε, το ξέρω, τσι πήγα εκεί κι ο αφέντης μου στέρνει ετούτες τσι τέσσερις, να φιλέψει τον ξένο από δω. (Μπαίνει).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Γνωρίζονται λοιπόν, είναι φίλοι. Τότε μπορούσε να φάνε μαζί.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (βγαίνει από το δωμάτιο του Φλωρίνδου): Και τώρα, τί πράμα είναι τούτο;
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Ετούτο είναι μια πουτίγκα αλά ιγκλέζα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πού πάει;
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, (φεύγοντας): Στον αφέντη σας.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τι διάλος είναι τούτη η πουτίγκα; Η μυρουδιά είναι μεγαλείο, μα φαίνεται για πουλέντα. Ω, αν ήτανε πουλέντα, θα 'τανε νόστιμο. Στάσου να ιδώ. (Βγάζει από τη τσέπη του ένα πηρούνι). Δεν είναι πουλέντα, μα τσι μοιάζει. (Τρώει). Είναι ομορφότερο από πουλέντα. (Τρώει).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ, (κράζει): Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (απαντά με το στόμα γεμάτο): Έφτακα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (κράζει): Τρουφαλδίνο!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (απαντά με το στόμα γεμάτο, όπως πριν): Διατάχτε. (Μόνος, εξακολουθώντας να τρώει). Ω, τι ωραίο πράμα! Ένα κομματάκι ακόμα και πάω.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ, (βγαίνει από το δωμάτιο και τονε βλέπει να τρώει, του δίνει μια κλοτσιά): Έλα να σερβίρεις! (γυρίζει στο δωμάτιο της. Ο Τρουφαλδίνος βάζει κάτω τη πουτίγκα και μπαίνει στο δωμάτιο της Βεατρίκης).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (βγαίνει από το δωμάτιο του. Κράζει): Τρουφαλδίνο! Πού στο διάλο βρίσκεται;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (βγαίνει από το δωμάτιο της Βεατρίκης): Εδώ είμαι. Τί ορίζετε;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πού είσαι, πού πας και χάνεσαι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Επήγα να πάρω τα πιάτα, αφέντη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Είναι τίποτα άλλο να φάω;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πάω να τηράξω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κάμε γρήγορα, σου λέω, γιατί έχω ανάγκη ν' αναπαυτώ. (Μπαίνει στο δωμάτιο του).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Γλήγορα! Γκαρσόνια! Είναι τίποτα άλλο; (Μόνος). Ετούτη τη πουτίγκα τη βαστώ για μένα. (Τη κρύβει).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Πάρτε το ψητό.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Γλήγορα τα φρούτα.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Μεγάλες βιασύνες! Αμέσως. (Φεύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Το ψητό θα το πάω σε τούτονε. (Μπαίνει στου Φλωρίνδου).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Πάρτε τα φρούτα... Πού είσαστε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έφτακα.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Πάρτε. (Του δίνει τα φρούτα). Θέλετε τίποτα άλλο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Περιμένετε. (Πηγαίνει τα φρούτα στη Βεατρίκη).
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Πήδα από δω, πήδα από κει, σωστός διάολος είναι.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε χρειάζετ' άλλο, κανένας δε θέλει τίποτα.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Χαίρω πολύ.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Στρώστε τώρα για μένανε.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Αμέσως. (Φεύγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έμεινε η πουτίγκα δική μου, ζήτω! και τα κατάφερα μια χαρά. Όλοι είναι φχαριστημένοι, δε θέλουν άλλο τίποτα. Εσερβίρισα να φάνε δυο αφεντάδες και δεν επήρε χαμπάρι ο ένας τον άλλονε. Μα αν εσερβίρισα δύο, τώρα εγώ θα πάω να φάω για τέσσερους.
(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 16η: Δρόμος με θέα το ξενοδοχείο. ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ, ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ.

ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Κοιτάτε κεί διάκριση κι η κυρά μου! Να με στείλει με γραμματάκι σ' ένα ξενοδοχείο! Σ' ένα ξενοδοχείο μια κοπέλα σαν κι εμέ! Να περετάς μια γυναίκα ερωτεμένη, είναι πολύ κακό πράμα. Αυτή η κυρά μου κάνει χίλιες αναποδιές, μα αυτό που δε μπορώ να καταλάβω είναι πως στέρνει γραμματάκι και σ' έναν άλλονε, τη στιγμή που είναι τόσο ερωτεμέμη με τον σιορ-Σίλβιο, που θέλει να σκοτωθεί για την αγάπη του. Εξόν κι αν θέλει ένανε για το καλοκαίρι κι ένανε για το χειμώνα. Σταμάτα... Εγώ στο ξενοδοχείο δε μπαίνω σίγουρα. Θα κράξω, και κάποιος θα βγει Ώ ι , νοικοκυραίοι! Ε, ξενοδόχοι!
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Τί θέλει η δεσποινίδα;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ, (μόνη): Ντρέπομαι, ντρέπομαι, πώς ντρέπομαι. (Στον Καμαριέρη). Πέστε μου, ένας κάποιος κυρ-Φρεντερίκος Ρασπόνης κάθεται σ' αυτό το ξενοδοχείο;
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Μάλιστα. Τώρα μόλις τέλειωσε το φαΐ του.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Θα 'θελα κάτι να του πω.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Καμιά ειδοποίηση; Μπορείτε να περάσετε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Και ποιά σας φαίνεται πως είμαι; Είμαι η καμαριέρα τσ' αρραβωνιαστικιάς του.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Καλά, περάστε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Α, δε μπαίνω εγώ εκεί μέσα.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Θέλετε να του πω να 'ρθει έξω; Δε μου φαίνεται σωστό, και πιο πολύ γιατί είναι μαζί με τον κυρ-Πανταλόνε των Μπιζονιόζων.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Τον αφέντη μου; Ακόμα χειρότερα! Δε πάω.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Σας στέρνω τον υπηρέτη του, αν θέλετε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Εκείνο τον μελαψούλη;
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ: Ακριβώς.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Μάλιστα, στείρτε τόνε.
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ, (μόνος): Κατάλαβα. Ο μελαψούλης της αρέσει. Ντρέπεται να μπει μέσα. Δε ντρέπεται να τη βλέπουνε να κουβεντιάζει στη μέση του δρόμου.
(Μπαίνει).

ΣΚΗΝΗ 17η: ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ, ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ.

ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Αν με δεί ο αφέντης, τί θα του πω; Θα του πω πως ερχόμαι γι' αυτόνε, νάτο, μπαλώνεται μια χαρά. Ω, δε μου λείπουνε δικαιολογίες.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (με μια μπουκάλα στο χέρι και με μια πετσέτα): Ποιός με χαλεύει;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Εγώ είμαι, κύριε. Μου κακοφαίνεται που σας ανησύχησα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τίποτα, τίποτα είμαι στον ορισμό σας.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Μου φαίνεται πως σας εσήκωσα από το τραπέζι, καθώς βλέπω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είμαι στο τραπέζι και θα ξανακάτσω.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Πραγματικά μου κακοφαίνεται.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κάθομ' έτσι για όρεξη. Να σας πω την αλήθεια, την έχω γιομίσει κι αυτά τα όμορφα μάτια ήρθανε για να με κάμουνε να χωνέψω.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ, (μόνη): Είναι χαριτωμένος!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Βάνω κάτω το μπουκάλι, αγαπητή μου κι είμαι στον ορισμό σας.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ, (μόνη): Μ' είπε αγαπητή του. (Στον Τρουφαλδίνο). Η κυρά μου στέρνει τούτο το γραμματάκι στον κυρ-Φρεντερίκο Ρασπόνη, εγώ δε θέλω να μπω στο ξενοδοχείο γι' αυτό θα δώκω σε σάς αυτή τη πείραξη, που είσαστε υπηρέτης του.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μετά χαράς, να του το δώκω, μα πρώτα να ξέρεις, θα σας κάμω κι εγώ μια προξενιά.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Από μέρους ποιανού;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Από μέρους μιανού καθώς πρέπει. Πείτε μου, ξέρετε κάποιον Τρουφαλδίνο Μπατόκιο;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Μου φαίνεται πως κάποτ' άκουσα τ' όνομα του, μα δε θυμάμαι πού. (Μόνη). Αξίζει ν α ' ν ' ο ίδιος.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είν' ένας όμορφος άντρας κοντούλης, παχουλός, έξυπνος, που μιλεί καλά. Μάστορας για περιποιήσεις.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Δε τόνε ξέρω καθόλου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κι ωστόσο, κείνος σας ξέρει κι είν' ερωτεμένος μαζί σας.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ω! με κοροϊδεύετε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αν μπορούσε να ορπίζει το ίδιο λιγάκι από μέρους σας, θα σας τονε γνώριζα.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Να σας πω, κύριε, αν τον έβλεπα και μ' άρεσε θα 'ταν εύκολο να τόνε συμπαθήσω κι εγώ.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θέλετε να σας τόνε δείξω;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Θα τον έβλεπα με χαρά μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δελέγγου. (Μπαίνει στο ξενοδοχείο).
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Δεν είν'αυτός λοιπόν. (Ο Τρουφαλδίνος βγαίνει από το ξενοδοχείο, κάνει υποκλίσεις στη Σμεραλδίνα, περνά κοντά της, έπειτα στενάζει και μπαίνει πάλι μέσα). Ετούτη την ιστορία δε τη καταλαβαίνω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (βγαίνοντας πάλι έξω): Τον είδατε;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ποιόνε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εκείνονε που είναι ερωτεμένος με τσι ομορφιές σας.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Εγώ δεν είδα παρά σάς μονάχα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αααχχ! Μα...
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Μήπως είσαστε σείς εκείνος που λέτε πως μ' αγαπάει;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αααααχχχ!  Εγώ είμαι.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Και γιατί δε μου το 'πατε αμέσως;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Γιατί είμαι λιγάκι ντροπιάρης...
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ, (μόνη): Κάνει να τον ερωτευτούνε κι οι πέτρες.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Και λοιπόν, τί μου λέτε;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Λέω πως...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εμπρός, πέστε το.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Α, κι εγώ είμαι λίγο ντροπιάρα...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αν επαντρευόμαστε μαζί, θα κάναμε γάμο δυο ντροπιάρηδων.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Με τα σωστά, μου αρέσετε πολύ.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είσαστε κορίτσι εσείς;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ω, μήτε να ρωτάτε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Που θα πει, όχι;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Κάθε άλλο, θα πει βεβαιότατα ναι.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κι εγώ ελεύτερος είμαι.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Εγώ θα χα παντρευτεί εκατό φορές, μα δεν εύρισκα έναν άνθρωπο τση αρεσκιάς μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μπορώ να ορπίζω πως δεν είμαι κι εγώ από τσου ίδιους;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Αληθινά, σας λέω, έχετε ένα κάτι, δε ξέρω κι εγώ... σώνει, δε λέω άλλο.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ένας που θα σας ήθελε για γυναίκα του, τί πρέπει να κάμει;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Εγώ δεν έχω μήτε πατέρα μήτε μητέρα. Πρέπει να το πει στον αφέντη μου ή στη κυρά μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πολύ καλά, αν τσου το πω, τί θα πούνε;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Θα πούνε, πως αν είμ' ευχαριστημένη εγώ...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κι εσείς τί θα πείτε;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Θα πω... πως αν είναι κείνοι ευχαριστημένοι...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε χρειάζετ' άλλο. Θα μείνουμ' όλοι ευχαριστημένοι. Δώστε μου το γράμμα και τόμου θα σας φέρω την απάντηση, κουβεντιάζουμε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Πάρτε το.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ξέρετε τάχα τί λέει ετούτο το γράμμα;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Δε ξέρω, μα και να 'ξερα, τί περιέργεια έχετε να το μάθετε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε θα 'θελα να 'ναι κανένα γράμμα χωλιασμένο και να βρω γώ το μπελά μου.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ποιός ξέρει; Ερωτικό δε φαίνεται να 'ναι.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εγώ δε θέλω σκουτούρες. Αν δε μάθω τι λέει , δε το παίρνω.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Θα μπορούσε να τ' ανοίξετε... μα έπειτα σας θέλω, να το κλείσετε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αφήστε την έγνοια σε με. Για να κλειώ τα γράμματα είμαι μαέστρος, δε θα καταλάβει κανένας το παραμικρό.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ας τ' ανοίξουμε λοιπόν.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ξέρετε σείς να διαβάζετε;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Λιγάκι. Μα σεις θα ξέρετε καλά.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ως κι εγώ μια σταλιά.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ας δούμε λοιπόν.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να το ανοίξουμε προσεχτικά. (Σχίζει ένα κομματάκι).
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ωχ! τί κάματε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τίποτα. Ξέρω το μυστικό και το κολλάω. Νάτο, ανοίχτηκε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Έλα, διαβάστε το.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Διαβάστε το σείς. Το χαρακτήρα τση κυράς σας τόνε καταλαβαίνετε καλύτερα από με.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ, (κοιτώντας): Για να σας πω την αλήθεια, δε καταλαβαίνω γρι.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (κοιτά κι αυτός την επιστολή): Κι εγώ μήτε λέξη.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Τί χρειαζότανε λοιπόν που τ' ανοίξαμε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (παίρνει την επιστολή): Σταθείτε να δοκιμάσουμε, κάτι καταλαβαίνω.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Κι εγώ ξέρω κάποια γράμματα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να δοκιμάσουμε μια στιγμή για ένα. Τούτο δεν είναι φι;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: 'Ωι, ώι, αυτό είναι ρο.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Από το ρο στο φι, μικρή διαφορά.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ρι, ρι, α, ρίλη. Όχι, όχι, σταθείτε, μου φαίνεται πως είναι φι, φι, φι, α, φίλη.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι, δε μπορεί να λέει φίλη, θα λέει φίλε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Όχι, γιατί έχει ήτα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Σωστά, σωστά, λέει φίλε.

ΣΚΗΝΗ 18η: ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ κι οι επάνω.

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τί κάνετε κεί;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Τίποτα... Τίποτα... κύριε..., ήρθα να σας βρω.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τί με θέλετε;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Η... κυρά σας... γυρεύει...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τί χαρτί είν' αυτό;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τίποτα... τίποτα...  είν' ένα χαρτί...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δώσε μου να ιδώ.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (του δίνει το χαρτί τρέμοντας): Πάρτε, αφέντη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πώς! Αυτό είναι γράμμα δικό μου. Ανάξιε! Πάντα ανοίγονται τα γράμματα μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εγώ, κύριε, δε ξέρω τίποτα...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κοιτάχτε, κύριε Πανταλόνε, μια επιστολή της κας Κλεαρέτης, όπου μου γράφει για τις τρελές ζηλοτυπίες του Σίλβιου κι αυτός ο κατεργάρης την άνοιξε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Κι εσύ του βαστούσες σιγόντο;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Εγώ δε ξέρω τίποτα, κύριε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ποιός άνοιξε αυτό το γράμμα;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εγώ δε ξέρω.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Μήτε γώ.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Και ποιός το 'φερε;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Ο Τρουφαλδίνος το παίρνε στον αφέντη του.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κι η Σμεραλδίνα το 'φερε στον Τρουφαλδίνο.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ, (μόνη): Κουτσομπόλη, δε σ' αγαπάω πια.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Εσύ, παλιοκαρακάξα, εσύ το 'καμες αυτό; Δε ξέρω ποιός μου βαστά τα χέρια και δε σου δίνω μια στα μούτρα.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Στο πρόσωπο δε μ' έχει χτυπήσει κανένας κι απορώ με την αφεντιά σας.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Έτσι μου απαντάς εμέ;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Δε με πιάνετε. Έχετε σπέδες και δε μπορείτε να τρέξετε. (Φεύγει τρέχοντας).
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Κακομοίρα μου, θα δεις αν μπορώ να τρέξω. Θα σε γραπώσω, πού θα μου πας.
(Φεύγει τρέχοντας πίσω από τη Σμεραλδίνα).

ΣΚΗΝΗ 19: ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ στο παραθύρι του ξενοδοχείου.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Και τώρα πώς τη σκαπουλάρουνε;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ, (κοιτώντας την επιστολή): Καημένη Κλεαρέτη! Έχει απελπιστεί με τη ζήλια του Σίλβιου, πρέπει να φανερωθώ για να ησυχάσει.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (μόνος): Φαίνεται πως δε με τηράει. Να δω να του φύγω. (Κάνει να φύγει σιγά-σιγά).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πού πας;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (στέκεται): Εδώ είμαι.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Γιατί άνοιξες το γράμμα;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τ' άνοιξε η Σμεραλδίνα. Εγώ αφέντη δε ξέρω τίποτα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ποια Σμεραλδίνα; Εσύ τ' άνοιξες, κατεργάρη. Ένα κι ένα δύο. Δύο γράμματα μ' άνοιξες την ίδια μέρα. Έλα εδώ!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (πλησιάζει φοβισμένος): Όχι, κύριε, δε φταίω εγώ.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Έλα εδώ σου λέω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (τρέμοντας): Λυπηθείτε με.

(Η Βεατρίκη παίρνει από τη μέση του Τρουφαλδίνου το μπαστούνι και τον δέρνει καλά καλά, έχοντας γυρισμένες τις πλάτες προς το ξενοδοχείο).

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (από το παράθυρο του ξενοδοχείου): Πώς; Δέρνουνε τον υπηρέτη μου; (Φεύγει από το παράθυρο).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι άλλο, λυπηθείτε με.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πήγαινε, γάιδαρε. Να μάθεις ν'ανοίγεις τα γράμματα.
(Πετά το μπαστούνι και φεύγει).

ΣΚΗΝΗ 20η: ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (αφού φύγει η Βεατρίκη): Αίμα μου! Καρδιά μου! Έτσι φέρνονται με τσ' ανθρώπους σαν κι εμέ; Δέρνουν ένανε σαν κι εμέ; Τσου δούλους, τόμου δεν τσου κάνουνε, τσου διώχνουνε, δεν τσου δέρνουνε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, (βγαίνοντας από το ξενοδοχείο, χωρίς να τονε δει ο Τρουφαλδίνος): Τί λες;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, (βλέποντας τον Φλωρίνδο, μόνος): Ω! (Προς το μέρος που έφυγε η Βεατρίκη, δυνατά). Δε χτυπάνε τσου δούλους με τέτοιον τρόπο. Αυτό είναι μια προσβολή που πέφτει στον αφέντη μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ναι, είναι μια προσβολή που γίνηκε σ' εμέ. Ποιός είν' αυτός που σ' έδειρε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε τόνε ξέρω, αφέντη, δε τόνε γνωρίζω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Γιατί σ' έδειρε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Γιατί... Γιατί... του σκόνταψα το παπούτσι.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κι εσύ κάθεσ' έτσι να σε δέρνουνε; Και δε κουνιέσαι, δεν υπερασπίζεσαι; Και πας και κάνεις τον αφέντη σου να λαβαίνει προσβολές και ταπεινώσεις; Γάιδαρε, βλάκα! (Παίρνει το μπαστούνι από κάτω). Αφού σ'αρέσει να σε δέρνουνε για όρεξη, θα σε δείρω κι εγώ. (Τόνε δέρνει, κι έπειτα μπαίνει στο ξενοδοχείο).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τώρα ναι, μου στέκει να πω πως είμαι υπερέτης σε δύο αφεντάδες. Επήρα το μιστό μου κι από τσου δύο.
(Μπαίνει στο ξενοδοχείο).

                                            ΤΕΛΟΣ 2ης ΠΡΑΞΗΣ

                                                                          η 3η πράξη ... --> εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers