Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Εκδοθέντες 

Γλυκοφρύδης Σωτήρης: Το Φως Του Παρμενίδη

 

  Βιογραφικό

     Ο Σωτήρης Γλυκοφρύδης γεννήθηκε στην Αθήνα τo 1953 και σπούδασε φυσικοθεραπεία. Είναι από τους πρωτεργάτες της εισαγωγής νέων θεωρήσεων στον κλάδο του και πρόσφατα συγγραφέας βιβλίων φιλοσοφικού στοχασμού και ιστορικού περιεχομένου.
     Πιστεύει στον άνθρωπο ως μια ολότητα, που από την πολυπλοκότητα της ζωής βρίσκεται σε αδιέξοδα, τα οποία συντείνουν σε αυτά που πάσχει.  Θεωρεί ότι η οποιαδήποτε αντιμετώπισή τους καταντά τελικά ανώφελη, εάν δεν στοχεύει και στην αναβάθμιση του νου του.
     Με το 1ο του βιβλίο, με τίτλο  "6ος π.Χ. Aιών - Η Aρχή Tης Mετακύλησης Tων Iδεών Σε Ανατολή & Δύση", εισδύει μέσα από μια εκτεταμένη και πυκνή θεώρηση, στη σισύφεια προσπάθεια της ανθρώπινης ιδεοληψίας.
     Με το 2o βιβλίο, "Το Φως Tου Παρμενίδη, -Η Aναθεώρηση Tης Zωής, Αποκρυπτογραφώντας Το Μεγαλύτερο Φιλόσοφο Που (Δεν) Γνώρισε Ο Κόσμος", προτείνει λύση. Ερμηνεύει κατά τρόπο ιδιαίτερο τον ποιητή-φιλόσοφο και θεραπευτή, Παρμενίδη, αποκαλύπτοντας τη διδασκαλία του, την οποία θεωρεί πολύ σημαντική για την εποχή που ζούμε.

-----------------------------------------------------

                                Το Φως Του Παρμενίδη

     Ο συγγραφέας, πορευόμενος σ' ένα κόσμο όπου παραδοσιακές αξίες καταρρέουν, αναρωτιέται για το πώς πρέπει να διαπαιδαγωγήσει το παιδί του (εκδ. Εκάτη).
     Τα αδιέξοδα της σκέψης του έλκουν ένα δαιμόνιο, που τον παροτρύνει να γράψει ένα βιβλίο πάνω σ’ ένα δυσνόητο αρχαίο κείμενο, το «Περί Φύσεως» του Παρμενίδη.
     Το δαιμόνιο, για να τον βοηθήσει αρχικά, του στέλνει έναν ποιητή, ο οποίος τον μυεί στα εισαγωγικά. Κατόπιν συντελεί το ίδιο στη μετάφραση, ενώ για τα επεξηγηματικά του στέλνει ένα δάσκαλο. Ο δάσκαλος, μέσα από μαιευτικούς διαλόγους που έχει με τον συγγραφέα, τον κατευθύνει στο μοναδικό δρόμο της καρδιάς, πίστης, υπευθυνότητας, αισιοδοξίας και του επανα-προσδιορισμού. Μιας φύσης, η οποία είναι φως σε όλες τις αποχρώσεις. Στη διάρκεια συμβαίνουν απρόβλεπτα, αναθεωρούνται δεδομένα κι αναλύεται το σημείο αιχμής της φιλοσοφίας, η γλώσσα.
     Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα προσάρτημα που συνδέεται με τον πρόλογο και τη μετάφραση, ώστε το έργο ν' αποτείνεται και στους εραστές της αληθούς σοφίας.

Στοιχεία επικοινωνίας:  Σωτήρης Φ. Γλυκοφρύδης
                  Σακη Καράγιωργα 21,  16674, Γλυφάδα, Αθήνα       
          Τηλ. 6972848383   Ε-mail:  sotglyk(παπάκι)otenet.gr

                                    Περικοπές                           

   …Σελ. 27

Ο ποιητής

   Τοκ… Τοκ...
   -Εμπρός!
   -Να έμβω;
   -Ποιος είναι;
   -Ο φίλος του Φώλαρχου.
   -Ποιου Φώλαρχου;
   -Ξέρεις πολλούς;
   -Δεν ξέρω κανένα.
   -Φτου! Σε λάθος κρανίο μ' έστειλε το τζίνι το ψευδό. Συγγνώμη, λάθος.
   -Κάτσε, περίμενε! Τώρα σε κατάλαβα.
   -Επιτέλους! Τελικά, να έμβω;
   -Έμπα!   
  
   Άνοιξα τα μάτια μου.  Μπα... είπα. Πάλι ονειρεύτηκα από την κούρασή μου.  Διάβαζα ένα από τα πιο δύσκολα κείμενα της φιλοσοφίας. Το «Περί Φύσηος» του Παρμενίδη. Το κείμενο ήταν βαθύ και μεταφορικό, η μετάφραση ρηχή και υποβαθμισμένη και για να μπω στο νόημα, αναγκάστηκα να μεταφράζω.  
   Έκατσα στον υπολογιστή. Mου άρεσε να επεξεργάζομαι τα δύσκολα, όταν ξυπνούσα το πρωί και ήταν άδειο το μυαλό μου, έχοντας κάνει από το προηγούμενο βράδυ την προετοιμασία.  Το πρωί, κοινώς, με τη ροδοδάκτυλη αυγή, καθώς λέει ο ποιητής,  χτένιζα της μούσας μου τα άπλεκα μαλλιά της.
   Πολύ μου άρεσε αυτό. Αλλά, ποιος ποιητής το είπε, δεν το θυμόμουν.
   Λες να μην το είπε κανένας… σκέφτηκα. Καλό είναι, θα κάτσω να το γράψω.
   Και αφού το έγραψα, το χέρι σαν από μόνο του βάλθηκε να χτυπά τα πλήκτρα και να συνεχίζει:

Σε βλέπω, βραχυκύκλωσες, καίγεται η ψυχή σου
το δείχνουν  τα μάτια σου, το λέει η καρδιά σου.
Κι εγώ που σε θεωρώ τα πέρασα αυτά, μα θα τα είχα κι άλλο,
αλλ’ από το βρόγχο ξεπετάρισα, μ' έβγαλε ο Παρμενίδης.
Ποιος ήταν ο γίγαντας αυτός ακόμα δεν κατάλαβαν,
οι άνθρωποι, ακόμα.
Μα θα σου πω εγώ, φίλε τωρινέ, ποιος είναι,
πού τον ξέρω.

Ο πατέρας του ήταν από τη Φώκαια, πόλη παλιά της Ιωνίας
που στον Κροίσο, μαζί με άλλες, παραστάθηκε ενάντια στον Κύρο,
και όταν οι Μηδο-πέρσες με τον δεύτερο επικρατήσανε,
τότε με άλλους ξεσπιτώθηκαν στο δρόμο για το φεύγα.
Και Ευβοείς σαν συναντήσανε
τράβηξαν για τη Μασσαλία.
 
Εκεί, την ήττα από Φοινικο -ετρούσκους νιώσανε
ναυμαχώντας στο νησί της Κορσικής,
που το έλεγαν τότε Αλαλία,
και τελικά πίσω γυρίζοντας, κουρνιάσανε
σε υπήνεμο παράλιο της δυτικής πλευράς
της τώρα λεγόμενης κάτω Ιταλίας.

Ελέα, είπαν το φιλόξενο κόλπο που τους δέχτηκε
από το πρώτο δέντρο που αντάμωσαν, κάτω στο μυχό του
όπου κοντά του είχε βότσαλα λευκά και διαφανή
και απο κρήνη γάργαρο νερό, που κυλούσε από ένα ποταμάκι.

Και το παιδί, που σε λίγα χρόνια γεννήθηκε εκεί
εκεί μεγάλωνε και το θαυμάζανε όλοι
για το ήθος, το λόγο και την αποφασιστικότητα
που πάντα είχε στο πλευρό του
μα και για τις αναζητήσεις του, στα υπαρξιακά του.
Αλλά πιότερο, για την αγάπη που σ’  όλους έδειχνε
χωρίς να ξεχωρίζει ποιοι ήταν Έλληνες
από αυτούς που λέγανε «βαρβάρους»
και ποιοι φίλοι, και όχι φίλοι του,
που δεν σημαίνει εχθροί του.
Γιατί, εχθρούς, δεν είχε.

Όταν ο πατέρας του ο Πύρης πέθανε
όλοι συμφωνήσαμε να κάνουμε το νεαρό του γιο
«Φώλαρχο και Ουλιάδη».
Καθόσον Ούλιο αποκαλούσαμε το θεό μας τον Απόλλωνα
που σε όλες στις φωλιές από τον αφανισμό ήταν ο προστάτης.
Γιατί έτσι τη μικρή μας πόλη κι ο νεαρός προστάτευε
με το φωτεινό του πνεύμα.

Και σαν πιότερο ο νιος μεγάλωσε, όλοι μας αποδεχτήκαμε
να γένει  νομοθέτης,
να κάνουμε των λόγων του τα χρήν δοκούντα δόκιμα
δοκό στο οικοδόμημα της ζήσης μας και ντόκο γερό δεσίματος
του πλοίου της ζωής μας.

Έτσι, ευτυχισμένοι νιώθαμε γι' αυτόν
και για τους εαυτούς μας,
που είχαμε της Θέμιδας θεσμούς, της Δίκης θεσμοθέτη
αλλά και για κάτι άλλο που ως πέρα τον διέκρινε,
την προσήλωση στον άνθρωπο, που «ουμανισμό»  καλείτε.

Όλοι είμαστε «ένας άνθρωπος», μας έλεγε συχνά
άλλοι τα άκρα, άλλοι το σώμα, το μυαλό
και άλλοι η καρδιά του.
Μα για τη γνώση,  όμως, την αλήθεια αναζήτησε
με οδηγό το θηλυκό, ως φύση, μάνα και γυναίκα.

Έλεγε ακόμα ότι η ψυχή που όλα τα κινεί, είναι κάτι άλλο.
Μας δόθηκε από μια συμπαντική πηγή εκπόρευσης
για την οποία ό,τι και να πεις, δεν την προσεγγίζεις.
Δέξου την απλά σαν δύναμη φωτός
που δημιουργεί μορφές
εκτοπίζοντας το άφαντο
το ανενεργό σκοτάδι.

Κι εγώ, που τότε φτωχός στο πνεύμα, δεν καταλάβαινα πολλά,
σ' αυτόν προσέτρεχα στα δύσκολα, όταν κάπου μπερδευόμουν
και δεν ήξερα πού πατώ, και τι να κάνω.

Τον έβλεπα πολλές φορές στο δειλινό, μαζί με την κιθάρα του
να κάθεται κάτω από τη γέρικη ελιά, το ιερό μας δέντρο
και να σιγοτραγουδάει για έναν άγνωστο Θεό,
για μια πέραν του τόπου και χρόνου δύναμη
που βρίσκεται στο κέντρο του παντός,
και τα στοιχεία της έξω και εντός μας.

Και άλλες φορές να μας φωνάζει δυνατά στα δύσκολα
«Απόδιωξε το άφαντο, είμαστε από καλή γενιά
φως που διώχνει το σκοτάδι».

Μα δεν θα ξεχάσω ποτέ, αυτό που κάποτε μου εμπιστεύτηκε
και τόσο παράξενο τότε μου φαινόταν
ότι «ζούμε από τη σκέψη μας, μέσα σε μια σκέψη άλλη».

Ο Παρμενίδης πίστευε σε έναν αλλιώτικο κόσμο και Θεό, μοναδικά δικό του.

Δεν υπάρχουν «δύο», μου ’λεγε και μου ξανάλεγε,
όταν σε κάτι λοιδορούσα,
παρά μόνο «ένα και σαφές»
και η απάντηση είναι μέσα σου.
Σκύψε και βρες την  στο «είναι» σου
τη χρυσαλίδα που όντως σε κατέχει.

Κι εγώ τον άκουγα και τον ξανάκουγα, σαν να 'μουν μαγεμένος
και για τον «άπω όλων» θεό σαν έλεγε, για τον Απόλλωνα
που ήταν ένα σύμβολο και σκόπιμα στραβοσαϊτάρης
για να μας κάνει με τη σκέψη ν’ ανάβουμε το δαυλό της λογικής μας
και μη διαρκώς προς «τα άνω θρώσκουμε»
γυρεύοντας από τον ουρανό βοήθεια
αλλά να ψάχνουμε γύρω, κοντά και μέσα μας
μα, πιότερο, στο νοηματικό μας.

Κάποια χρόνια  με λύπηση τον κύρη μας τον χάσαμε
από τη μικρή μας πόλη της Ελέας.
Είχε φύγει καθώς έλεγαν, πορεία προς το Νότο
καθώς είχε μαγευτεί από λόγια φλογερά του Ξενοφάνη
που γκρέμιζε ανθρώπους και θεούς, από τα καθιερωμένα
μα και από του Πυθαγόρα, ο οποίος στον Κρότωνα
πόλη ιατρών και του ολυμπιονίκη Μίλωνα, είχε μετοικήσει.

Δεν ξέρω πόσο έμεινε και πού, πάντως πήγε και στην Ιωνία.
Όταν γύρισε, μου έλεγε: σημείο αρχής σ' εμάς, οι ορφιστές.
Ο Αναξίμανδρος άξιζε από το γένος μας τα πιο πολλά
μα και ο Ηράκλειτος είναι φως, αλλά φωτιά που καίει.

Ο Παρμενίδης ήταν τόσο βαθύς στη σκέψη του,
που από άλλα μέρη ερχόντουσαν να μάθουνε κοντά του
όπως ο Σαμιώτης Μέλισσος και ο Εμπεδοκλής του Ακράγα
κι ο Λεύκιππος της Μιλήτου ήτανε κάποτε κοντά του.
Μα από όλους πιο πολύ τον Ζήνωνα, που ήταν ο πιο μικρός
και ζούσε πλάι του, περισσότερο απ' όλους αγαπούσε.
Και αυτός, δεύτερο πατέρα τον καλούσε και θεό
μέντορα στα νοητικά του.

Ο δάσκαλός μας κάθισε κι έγραψε,
τα χρόνια πρέπει να ’τανε της 69ης Ολυμπιάδας,
ένα ποίημα μεγάλο και βαθύ
για τον άνθρωπο, τη φύση, τη θέση, το Θεό
την πίστη και τη λογική, την αλήθεια και την πλάνη,
που  όπως  βλέπω ένα μέρος του σώθηκε
αυτό που βάλθηκες με ζέση να το μεταφράζεις.

Εξ αυτού, ένα έχω να σου πω
σαν σύμβουλος και αρωγός σου:
Πρόσεξε, πρόσεξε καλά τις λέξεις.
Αν δεν τις προσέξεις, είναι ανώφελο,
αν τις δεις σωστά, μεγαλειώδες.

Θα αντικρίσεις με άλλα μάτια τη ζωή
εισδύοντας στα μυστικά της
θα σου ενώσει την πίστη με τη λογική
που βρίσκονται αποκομμένες,
και θα πληρωθείς με δύναμη φωτός
και με αισιοδοξία.

Γι’ αυτό…

Μάθε πρώτα την αξία του απαρέμφατου
που είναι ο ώριμος καρπός της λέξης,
μα και της μετοχής, που στο νόημα μετέχει
καθώς και την ρίζα κάθε ουσιαστικού
το χώμα, το σπόρο, τα περί αυτού
και τα  παράγωγά του.
Ενώ με το ρήμα ανάλυσε τον κόσμο σου
και αποδειγμάτισέ τον.
Τέλος, μάθε των παιδιών τη μια γλώσσα και λαλιά
που βγαίνει ευθύς πριν τη σκεφτούν
απ’ το συναίσθημά τους.

Είσδυσε στο «είναι» σου και στο «εόν»
στο όν του κάθε είναι
και σκέψου, σκέψου βαθιά,
αυτά που φαίνονται αντίθετα
χωρίς πράγματι να είναι.

Νιώσε τον ποιητή στο ενιαίο του
για να τον εκφράσεις,
μα πάνω από όλα απόρριψε το άφαντο
από τη λογική σου.

Ανακάλυψε ότι ο νους είναι που γεννά
αυτός είναι που παράγει
τα κάθε λογής δημιουργήματα
πνεύματος και ύλης.

Οπότε…

Μπες με τη σκέψη εντός της σκέψης σου
βγάλε τον χρόνο που την τέμνει
και σαν φίδι φτιάχνει τη ροή της.
Φτάσε στον ακλόνητο πυρήνα του καθετί
στη συνισταμένη της μιας μοναδικής πηγής
και  αυτογράφησέ την.

Κατόπιν,  μεταφέροντάς την λεκτικά
δες ότι ο λόγος  είναι ένα καβούκι
που μέσα του  βρίσκεται ένα ον
πέραν απ' αυτό που είναι
και καθώς είναι και δεν είναι
και τα πάντα αναφέρονται σ’ αυτό,
είναι το όντως ον, αυτό που είναι.

Θα νομίσεις κάποτε σε μια στιγμή
ότι ο Παρμενίδης παίζει με τις λέξεις.
Το σωστό είναι ότι ξέρει να τις χρησιμοποιεί
ξέρει το πώς να εμβαθαίνει.
Έχε το αυτό σαν οδηγό
ώστε και συ να κοσκινίζεις
εκεί που το χρυσάφι βρίσκεται
μαζί με  τη Λυδία Λίθο και το χώμα.

Μα θαρρώ ότι σε εκούρασα,
πιστεύω όμως ότι σ' έβαλα για καλά στο δρόμο
τον αιθέριο, το γήινο, τον εξαϋλωμένο
ώστε να μεταφράσεις ορθά αυτό το κείμενο
που βρίσκεται αποκλεισμένο
από τον περιορισμό της λογικής
του «τι είναι και δεν είναι».

Ένα κείμενο, που τόσο δα έμεινε μικρό
με δύναμη όμως τόση μεγάλη
που του κόσμου καταργεί τις ανήλιες βιβλιοθήκες
και άχρηστο κάνει ό,τι έχει μετά απ’ αυτό γραφτεί
και ανώφελο το καταντάει.
 
   Εδώ, κάτι σαν να με εγκατέλειψε και σταμάτησα να γράφω. Ήμουν περίεργα κουρασμένος. Εξουθενωμένος, θα έλεγα, με υπερδιέγερση. Είχε πια βραδιάσει κι έπρεπε να ξεκουραστώ, αλλά ο ύπνος δεν μ' έπαιρνε. Σκεφτόμουν...
   Ας με πάρει, είπα τελικά, ο ύπνος με τη σκέψη.

… Σελ. 59

Ο Δάσκαλος

   Διάβαζα και ξαναδιάβαζα το κείμενο. Βρισκόμουν σε απόγνωση. Κάτι γκρεμιζόταν. Διαπίστωσα ότι στην αρχή, που τη νόμιζα επουσιώδη, υπήρχαν κρυφά νοήματα με προεκτάσεις. Ήμουν προβληματισμένος. Ίσως το τζίνι να είχε τελικά δίκιο και να ήμουν «μεθυσμένος» από την υφιστάμενη γνώση που μου είχε γίνει «πατερίτσα». Σαν τα γυαλιά, τα οποία  κάποιοι μου επέβαλαν ότι πρέπει να φοράω. Γυαλιά ηλίου;  Μυωπίας; Πρεσβυωπίας; Δεν έχει σημασία. Σημασία είχε: τα χρειαζόμουν;
   Αυτά σκεφτόμουν, όταν άκουσα τη βαθιά φωνή.

    -Σωτήριε, ήρθα.
   -Δάσκαλε, πέρασε, περάστε…
   -Το δαιμόνιο μου είπε ότι είσαι μια αγνή ψυχή !
   -Καλοσύνη του…
   -Είσαι, μου είπε,  και φιλοσοφών !
   -Προσπαθώ, δάσκαλε…
   -Και βρίσκεσαι σε μεταίχμιο, στην αποκάλυψη του λόγου.
   -Για να το λέει...
   -Ο λόγος προΐσταται της γνώσης.
   -Δηλαδή;
   -Εν αρχή ο λόγος, και μετά η γνώση.
   -Δηλαδή, πρώτα έμαθα να μιλώ και μετά σκέφτηκα;
   -Βεβαίως, πρώτα μίλησες και μετά σκέφτηκες.
   -Πράγματι, τώρα που το ξανασκέφτομαι νομίζω πως έχετε δίκιο.
   -Ο άνθρωπος ξεχνά  την πρώτη λέξη.
   -Δεν καταλαβαίνω…
   -Την τελευταία θυμάται. Λέει κάτι και ξεχνά το πού υπήρξε η αρχή. 
   -Ναι, το έχω διαβάσει. Η τελευταία λέξη, λένε, «χρωματίζει» το κείμενο.
   -Πράγματι. Επειδή ο άνθρωπος φοβάται, δίνει μεγάλη σημασία στο τέλος. Τώρα κατάλαβες τη φράση των προφητών, που είπαν: «Εν αρχή ην ο λόγος»;
   -Μα είναι Εβραίοι. Τι σχέση έχουν οι προφήτες στη φιλοσοφία;
   -Τι σημασία έχει η καταγωγή, τι σχέση έχει ο χαρακτηρισμός, μπροστά στην καταβολή του λόγου; Έχεις σκεφτεί τις ομοιότητες των προφητών με τους φιλοσόφους;
   -Όχι.
   -Και οι μεν και οι δε είχαν την ίδια έκλαμψη. Έβλεπαν το ίδιο φως, σε βίους απόμακρους και παραλλήλους. Ο Ηράκλειτος με τον Ησα΄ί΄α, για παράδειγμα. Εντόπισες κοινά σημεία;  
   -Όχι, δεν μου πέρασε καν από το μυαλό.
   -Εντόπισες κοινά σημεία του Σωκράτη με τον Χριστό, αν και τους χώριζαν χρόνια;
   -Ναι, ο Σωκράτης υπήρξε κάτι σαν Χριστός, παρά τα  όσα τους χώριζαν.
   -Έχεις συνδυάσει τις τελευταίες λέξεις του Σωκράτη με αυτές του Χριστού, που σου αρέσει να τον αποκαλείς «κεχρισμένο»;
   -Πράγματι, συνηθίζω να τον λέω έτσι. Πολλοί δεν ξέρουν τι σημαίνει η λέξη Χριστός και ποια σχέση έχει με το χρίσμα.                                       
   -Είναι σωστό σε αυτό που έχεις καταλήξει. Έχεις σκεφτεί ότι ο Σωκράτης είναι ένας ήπιος Χριστός και ο Χριστός ένας μαινόμενος Σωκράτης;
   -Όχι. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό. Τώρα που το σκέφτομαι, ναι,  είναι πολύ επιτυχημένο.
   -Και οι δυο πέθαναν για το ίδιο φως. Ποια ήταν η τελευταία λέξη του Χριστού;
   -«Ηλί, ηλί, λαμά σαβαχθανί», νομίζω.
   -Που σημαίνει;
   -Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκαταλείπεις.
   -Και γιατί όχι και «Ήλιε μου, Ήλιε μου, γιατί με εγκαταλείπεις»;
   -Δεν το είχα σκεφτεί. Έτσι μ’ έμαθαν.
   - Κι αν κάποιοι κατάφερναν να περπατούν με τα μάτια τους κλειστά, εσύ πρέπει να πέσεις στο χαντάκι;
   -Έχετε δίκιο δάσκαλε. Θα έχω ανοικτά τα μάτια μου.
   -Ποια ήταν η τελευταία λέξη του Σωκράτη;
   -Είπε σε ένα φίλο του πηγαίνοντας να πεθάνει: «Χρωστάμε στον Ασκληπιό ένα κόκορα, μην το αμελήσεις».
   -Έχεις σκεφτεί  γιατί το είπε αυτό;
   -Εξέφρασε την πάγια συνήθεια αυτών που γινόντουσαν καλά προς το θεό της υγείας. Είρων στη ζωή, είρων και στο θάνατο ο αγνωστικιστής Σωκράτης, πίνοντας το κώνειο θα γλύτωνε από το απέραντο της ζήσης του φρενοκομείο.
   -Βλέπω, τα λες καλά.
   -Διάβασα, έψαξα, έμαθα, άρχισα να καταλαβαίνω.
   -Τι σου έκανε εντύπωση από το θάνατό του ;
   -Η ηρεμία του. Η απόλυτη ηρεμία του.  Πλύθηκε μόνος του, για να μην τον πλύνουν και τον βρομίσουν μετά, και κατόπιν τράβηξε προς το θάνατο… Με τόση ηρεμία…
   -Τότε θα έχεις καταλάβει τι σημαίνει τ’ όνομα Σωκράτης.
   -Όχι, δεν έχω. Αυτός που κρατεί  το σω… Τι σημαίνει «σω»,  δεν ξέρω.
   -Σκύψε, ψάξε μέσα σου και θα το δεις να βγαίνει.
   -Σω… Σωφροσύνη, Σώμα… Σω… Σα… Σων… Τα σα των σων.… Αυτός που κρατά τα σα εκ των σων…  Ω!  Θεέ  μου, κρατούσε τα σα εκ των σων…, ώ θεέ μου… 
Να μου επιτρέψεις, δάσκαλε να σταματήσουμε, να ξεκουραστώ για λίγο. Δεν αντέχω τόσο φως. Θέλω να πάω για λίγο μέσα.
   -Πριν πας, με τα μάτια σου να καίνε, αυτό τι σου θυμίζει πάλι;
   -Τη σπηλιά του Πλάτωνα. Άσε με να πάω μέσα, να  γυρίσω λίγο προς τον τοίχο.  Λίγο, μόνο για λίγο.
   -Πήγαινε, ο χρόνος πλέον δεν μετρά.
 
   Ήταν η μόνη ημέρα που ένιωσα να τρέχουν δάκρυα στα μάτια μου. Ήταν η μόνη ημέρα.

…Σελ. 62

Η ταύτιση
 
  Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε. Η ερμηνεία του ονόματος «Σωκράτης» με αυτόν που κρατά στα χέρια του τα εσώψυχα, τις αμαρτίες μας, με είχε συγκλονίσει. Όταν ένιωσα καλύτερα και ο νους μου είχε ηρεμήσει, έφτιαξα ένα καφέ, κάθισα στη καρέκλα μου αναπαυτικά, άνοιξα τον υπολογιστή και μπήκα στο κείμενο που είχα μεταφράσει. Σύντομα έμεινα «κολλημένος» σε ένα δύσκολο κομμάτι, προσπαθώντας να καταλάβω «πού το πήγαινε ο ποιητής», όταν άκουσα πάλι τη βαθιά φωνή.

   -Αυτό που  πρέπει να σου πω, είναι κάτι που θα σου φανεί παράξενο, μια που πρέπει και δεν πρέπει να συμβαίνει.
   -Δεν καταλαβαίνω... Συγγνώμη δάσκαλε, είμαι λίγο ζαλισμένος.
   -Αναφέρομαι   στην   ταύτιση   του  παρατηρητή   με  το  παρατηρούμενό  του.
Υπάρχει μεταξύ τους ένα  όριο,  το οποίο, εάν δεν είσαι έτοιμος, δεν ενδείκνυται να το περάσεις.
   -Νομίζω πως καταλαβαίνω. Στο νου μου ήρθε η κινηματογραφική ταινία «Το πουλί», που εξιστορούσε ότι κάποιος τρελάθηκε, ταυτιζόμενος με ένα πτηνό. Αλλά και το «αιθέριο παράθυρο» των δύο κόσμων στα έργα επιστημονικής φαντασίας, το οποίο  οδηγεί, με δυνατότητα επιστροφής, σε άλλες διαστάσεις. Τα συνέδεσα με τη χαμένη αντικειμενικότητα πολλών συγγραφέων, αλλά κούνησα το κεφάλι μου, όταν αναλογίστηκα αντίθετα τον υπέρμετρο ρεαλισμό που διακρίνει κάποιους άλλους. Δεν είμαι όμως σίγουρος, είπα.  
   -Κατ’ αρχάς, να περιορίσεις το συναίσθημα, που κοσμεί τη λογική σου. Ένας ιατρός που θα βρεθεί υπό το κράτος του συναισθήματος, θα δυσκολευτεί πολύ να κάνει το καλύτερο ή να χειρουργήσει. Θα φοβάται, θα πονάει, όπως  και ο αγαπημένος του ασθενής. Ίσως και να αμελεί, διότι υπάρχουν και αμελούσες την υγεία τους ασθενικές ομάδες. Αλλά και πάλι, υπάρχουν περιπτώσεις που και ένας μη ιατρός μπορεί να «αναστήσει» κάποιον.
   -Πράγματι, αλλά εδώ θίγεται ένα σημαντικό θέμα. Την προσέγγιση και την επαφή. Ποιο είναι το ασφαλές όριο, πώς καθορίζεται το λεγόμενο «κρίσιμο σημείο»;
   -Το όριο είναι διαφορετικό για τον καθένα και για το καθετί. Στη φύση δεν υπάρχουν όρια. Εμείς τα επινοήσαμε, για τη λογική μας. Σημεία, ναι, υπάρχουν, μάθε να τα αναζητάς και να τα ερμηνεύεις. Και αν δεν είσαι εκ των προτέρων των αλόγων γητευτής, κάνε το τέχνη για να γίνεις.
   -Ποιο είναι το πρώτο βήμα;
   -Η πίστη.
   -Και μετά;
   -Η επιλογή.
   -Πώς να επιλέξω;
   -Σε καλεί.
   -Και τι να κάνω;
   -Πάτα γερά στα πόδια σου και πέρνα στο ταξίδι.
   -Κι αν χαθώ;
   -Ψάξε την επιθυμία.
   -Κι αν λαθέψω στην επιλογή;
   -Ακολούθα μια ακτίνα.
   -Κι αν δεν υπάρχει εκεί γύρω φως;
   -Γίνε εσύ λαμπάδα.
   -Τόσο σωστά και ασαφή…Τι κανονίζει επιτέλους τη ζωή;
   -Η Πειθώ και η Ανάγκη.

… Σελ. 100

Η τελευταία ημέρα
   
  Το τελευταίο πρωί σηκώθηκα, έφτιαξα έναν παγωμένο διπλό καφέ, κάθισα στη γνωστή καρέκλα μου και είπα:
 
  -Δάσκαλε, είμαι έτοιμος.
  -Πες μου, λοιπόν,  την προτροπή του ποιητή.  Το σύντομο συμπέρασμά σου.
  -Η προτροπή του Παρμενίδη συνοψίζεται στο ότι «ο κόσμος είναι ‘’μαγικός’’. Σκύψε μέσα σου, φθάσε στον ακλόνητο πυρήνα σου και αυτό που επιθυμείς θα γίνει».
  -Κάτι λες, αλλά αδύναμος μου φαίνεσαι και μάλλον μπερδεμένος. Εν πάσει περιπτώσει, πώς θα συμβεί αυτό;
  -Η φύση, τα πάντα θα συνωμοτήσουν υπέρ εσού.
  -Η φύση δεν συνωμοτεί, οι άνθρωποι συνωμοτούν, που δεν καταλαβαίνουν. Έχεις όμως μια σωστή προσέγγιση. Συνέχισε.
  -Η σκέψη επιδρά σε έναν άγνωστο μηχανισμό που κομίζει αλλαγές τόσο σε κυτταρικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Ακόμη και σε συλλογικό. Στην ψυχολογία το γεγονός αυτό θεωρείται υπαρκτό κι έχει καθιερωθεί με τον όρο «αυτό-εκπληρούμενη προφητεία».  Ό,τι νομίζεις, φοβάσαι ή επιθυμείς, ωθείται με έναν άγνωστο μηχανισμό στην αυτο-εκπλήρωσή του. 
Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων και λαών που βρέθηκαν ή βρίσκονται σε αυτό τον δρόμο. Τα θαύματα, ανεξαρτήτως θρησκείας και όσοι πιστεύουν ότι τους έχει δοθεί κάτι εξαιρετικό, είναι δυο παραδείγματα για το πώς επιδρά η σκέψη σε ατομικό, καθώς και σε συλλογικό επίπεδο. Γι’ αυτό και ο Παρμενίδης κατά κάποιο τρόπο λέει : «Κάνε σκέψεις θετικές και πίστεψε».
   -Στο σύμπαν υπερισχύουν τα θετικά φορτία;
   -Όχι, είναι τα ίδια με τα αρνητικά.
   -Τι υπερισχύει;
   -Μια στιγμή να σκεφτώ. Υπάρχει κάτι παράξενο…
   -Τι είναι αυτό;
   -Έχει χαθεί, αυτό που λέμε, «αντι-ύλη».
   -Τότε πώς υπάρχουν, όπως λες,  ίδια αντίθετα φορτία;
   -«Δικαίωμα». Μια στιγμή να σκεφτώ.  Εδώ είναι κάτι σαν πτυχιακή. Παίζονται αξιοπρέπεια και περιουσίες. Δώστε μου τη δυνατότητα ν’ αντλώ πληροφορίες.
   -Την έχεις.

   Πήγα σχεδόν τρέχοντας στον υπολογιστή και τα βρήκα όλα «δια μαγείας» μπροστά μου.

   -Δάσκαλε, τα (+) και τα (-) φορτία έχουν οριστεί αυθαίρετα. Στην ουσία δεν υπάρχουν. Θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί Φιλία και Νείκος, όπως δηλαδή τα ονόμασε ο Εμπεδοκλής, ή άρρεν και θήλυ ή ηλεκτρόνιο και πρωτόνιο, από τα οποία και κατάγονται. Και δεν είναι άλλο, παρά οι δυο σημαδιακές εκφάνσεις του ενός, που φαίνονται αντίθετες, χωρίς πράγματι να είναι. Είναι δυνάμεις συνοχής που αλληλοσυμπληρώνονται και δημιουργούν από το ένα άτομο έως τη φύση όλη. Θα μπορούσαν να έχουν ειπωθεί ακόμα Α και Ω ή Ο και Ν ή οτιδήποτε άλλο. Αυτά, όπως ορίστηκαν ως αντίθετα, είναι σαν να αναπαράχθηκε το προπατορικό αμάρτημα. Ότι ο άνθρωπος θεώρησε δυο τις  δημιουργικές δυνάμεις.
   -Πιστεύεις ότι πράγματι  υπήρξε αυτό το «προπατορικό αμάρτημα»;
   -Τώρα, ναι! Ο άνθρωπος λάθεψε. Έφαγε από τον καρπό του δέντρου της γνώσης ενωρίς και το σφάλμα του αυτό, που καλείται δυισμός, το πήρε προίκα. Ο Παρμενίδης, χωρίς να ξέρει το μύθο προφανώς, τον παρουσιάζει μέσα σε άλλα πλαίσια, με άλλες διαστάσεις. Θεωρώ ότι δεν θα ήταν βλασφημία να πούμε ότι το κείμενο του Παρμενίδη αξίζει όσο και η Βίβλος. 
   -Για να μιλάς έτσι και κάτι άλλο θα έχεις ανακαλύψει.
   -Ναι. Διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει τελικά καθαρό σκοτάδι. Μπήκα στις τελευταίες έρευνες της φυσικής και στην ιστοσελίδα του CERN, του μεγαλύτερου ερευνητικού κέντρου μικροσωματιδίων στον κόσμο, που ετοιμάζεται για το πείραμα του αιώνα.
   -Ποιο είναι αυτό;
   -Θα εξαναγκάσουν να τρακάρουν εξ αντιθέτου κατευθύνσεως αδρόνια, που είναι κάποια μικροσωματίδια του ατόμου, τα οποία μεταξύ άλλων ευθύνονται για το φάσμα του φωτός. Καλά, είναι δυνατόν να συγκρουστούν όμοια σωματίδια τα οποία φύσει και θέση απωθούνται; Σκέφτηκα. Σαν τον πίθηκο που μπήκε σε πυρηνικό εργοστάσιο μου φάνηκε η επιστήμη. 
   -Δεν ξέρω για την επιστήμη σας, αλλά μου φαίνεται ότι θα  κάνετε μια τρύπα στο νερό. Όμως, μην ανησυχείς. Η φύση σας νοιάζεται. Συνέχισε όμως.
   -Διάβασα για τις πρόσφατες θεωρήσεις του Χότκινς, δημιουργού της θεωρίας των «μαύρων τρυπών», ο οποίος φαίνεται ν’ ανασκευάζει τις αρχικές θέσεις του, που τις θεωρούσε ως το μυστικό της αντι-ύλης, διόδους για ένα αντι-σύμπαν. Τελικά δεν είναι όσο πίστευαν μαύρες, έχουν «πάτο» και δεν ακτινοβολούν αντι-ύλη, παρά μόνο κάποια μάλλον «αντι-θραύσματα» ύλης. Μοιάζουν με ρουφήχτρες που κλείνουν και είναι ανατάξιμες. Αντίθετα, οι μικρότερες φωτεινές πηγές, οι λεγόμενοι «άσπροι νάνοι», έχουν καθαρή ακτινοβολία που δεν είναι ανατάξιμη. Θα εκπέμπουν διαρκώς. Αντι-ύλη με την έννοια της πλήρους αντιθετικότητας της ύλης ως εκ τούτου δεν υφίσταται, παρά μόνο φως κι εξ αυτού γνώση, που διαρκώς αυξάνει. Γι’ αυτό το λόγο και το σύμπαν διαστέλλεται. Κάποια στοιχεία αντι-ύλης που κατασκευάζονται τεχνητά, πεθαίνουν άμα τη γενέσει. Στο σύμπαν κυριαρχεί μόνο μια δομική αρχή με ευγενέστερη μορφή το προς τα άνω φάσμα του φωτός. Το «παν», για να χρησιμοποιήσω τον πρωτογενή και κατά τη γνώμη μου πιο εκτεταμένο και σωστό ορισμό του σύμπαντος, μοιάζει με ένα «πλάσμα» εκ φωτός, είτε με την έννοια της μεταβλητότητας, που δίνει στη λέξη αυτή η φυσική, είτε με την έννοια του ολοκληρωτικού και σίγουρου μορφώματος που της δίνει ο Παρμενίδης. Η εποχή που ανατέλλει, πιστεύω ότι θα είναι εποχή φωτός και ο αιώνας,  που ήδη έχει μπει, θα χαρακτηριστεί ως «αιώνας Παρμενίδη».
   -Πολύ ενδιαφέροντα αυτά.  Αλλά για να μην ξεφύγουμε από το θέμα, πώς συνδυάζεις την έλξη της πραγμάτωσης από την επιθυμία;
   -Κατ’ εμέ, όταν κάποιος επιθυμεί κάτι έντονα δημιουργείται μέσα του μια αναστάτωση, αναδύεται μια «φλόγα». Αυτό εξάλλου σημαίνει επιθυμώ, «προάγω εκ του στήθους μου μια εσώτερη θερμή ανάγκη». Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη δυναμική φόρτιση του επιθυμούντος, που επιφέρει τον επηρεασμό της ιστολογικής του δομής, αρχής γενομένης από τους ηλεκτρολύτες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την έξοδο ηλεκτρικού φορτίου και δη ηλεκτρονίων από το σώμα του προς το περιβάλλον. Ο άνθρωπος αυτός «επάγει», δεν εισάγει. Μπορεί και να περπατήσει ακόμη σε αναμμένα κάρβουνα, απωθώντας τα επίσης εκπεμπόμενα ηλεκτρόνια της θερμοκρασίας, κάνοντας έτσι ένα φίλτρο μόνωσης μεταξύ της πατούσας του και της χόβολης, καθόσον τα  ηλεκτρόνια, ως όμοια φορτισμένα, απωθούνται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πιστεύω ότι μπορούν να εξηγηθούν πολλά «υπερφυσικά» φαινόμενα. Μπορεί ακόμα  με τη σκέψη του να έλξει κάτι που του λείπει...
   -Μια στιγμή, είπες ότι ο φορτισμένος άνθρωπος «επάγει», όχι  ότι «έλκει».
   -Υπάρχει ένα σχολικό πείραμα που λέγεται «ο τοίχος με το πλαστικό καλαμάκι». Το καλαμάκι είναι ηλεκτρικά ουδέτερο, δηλαδή έχει ίδιο αριθμό πρωτονίων και ηλεκτρονίων. Τρίβοντάς το σε ένα χαρτί ή σε μάλλινο ύφασμα, μετακινούνται ηλεκτρόνια από την τριβόμενη επιφάνεια προς το καλαμάκι, το οποίο, αποκτώντας περίσσια ηλεκτρονίων, γίνεται ηλεκτρο-αρνητικό, δηλαδή εκπέμπει ηλεκτρόνια. Πλησιάζοντάς το προς έναν τοίχο, ο οποίος είναι ηλεκτρικά ουδέτερος, δηλαδή έχει τον ίδιο αριθμό πρωτονίων και ηλεκτρονίων, τα πλεονάζοντα ηλεκτρόνια του καλαμακιού σπρώχνουν προς τα πίσω τα λιγότερα ηλεκτρόνια του τοίχου, όπου σε αυτό το σημείο γίνεται ηλεκτροθετικός, επειδή του μένουν τα δυσκίνητα πρωτόνιά του. Έτσι, το ηλεκτροαρνητικό καλαμάκι, απωθώντας στην ουσία τα ηλεκτρόνια του τοίχου, τον έλκει, με αποτέλεσμα να κολλήσει επάνω του. Μια κάποια στιγμή, βέβαια, το πλεόνασμα των ηλεκτρονίων του καλαμακιού τελειώνει, οπότε πέφτει. Αυτό είναι ένα απλό παράδειγμα για αυτό που λέμε ότι τα ηλεκτρισμένα αντικείμενα έλκουν τα ηλεκτρικώς ουδέτερα. Κατ’ εμέ, όμως, αυτό σημαίνει και ότι μέσα από κάθε επιθυμία βγαίνει μια δύναμη που έλκει το ουδέτερο στοιχείο ή το συμπληρωματικό του.  Καταπίπτουν δηλαδή «φραγμοί».
   -Ενδιαφέρουσα η ερμηνεία σου, αλλά αφού είπες ότι τα θετικά και τα αρνητικά φορτία είναι ασαφή, τότε πώς θα ξεχωρίσεις το καλό από το «κακό» στην πράξη;
   -Το καλό παράγει ζέστη, φως, τόσο σε αυτόν που το δίνει όσο και σε αυτόν που το δέχεται. Κι’ επαναστρέφει σε αυτόν. Ένας κανόνας της ζωής είναι η αμοιβαιότητα. «Ό,τι δίνεις,  παίρνεις»
   -Γι’ το λόγο αυτό  λες να έγραψε ο Παρμενίδης  το κείμενό του;
   -Το ποίημα είναι μια αλληγορία. Όχι μόνο στο περιγραφικό κομμάτι, ούτε στο νοητικό. Είναι σφαιρικά αλληγορικό. Είναι η αλληγορία της αλληγορίας. Παραπέμπει στο ένα και σε όλα. Και το έγραψε μάλλον για να σκεφτούν οι άνθρωποι, που είχαν πάρει λαθεμένο δρόμο. Γι’ αυτό είναι άσχημο να ξεφύγει κάποιος από τις λέξεις του και να τις μεταφράσει «στο περίπου». Το κείμενο αυτό είναι ένα «ευαγγέλιο». Δεν υπάρχει σημαντική λογοτεχνική υφή, υπάρχει, όμως βάθος σκέψης αμέτρητο, έκταση και πληρότητα συγχρόνως. Η «φύση» του είναι αποκύημα του νου, απόκτημα καρδιάς, συνύπαρξη των πάντων. Και μόλις τώρα, δάσκαλε, διαπίστωσα και μια άλλη διάσταση. Επίκεντρο της φιλοσοφίας του δεν θεωρεί ο Παρμενίδης το νου. Το νου τον θεωρεί μεσάζοντα. Πυρήνας της φιλοσοφίας του είναι η καρδιά. Εκεί βρίσκεται το ατρεμές του φως. Στην καρδιά, στο ήτορ της θεάς Αλήθειας.
   -Χαίρομαι που το διαπίστωσες. Πιστεύεις ότι η Αλήθεια είναι η θεά του; 
    -Αναμφίβολα. Εδώ οριοθετείται για πρώτη φορά η Αλήθεια ως θεά, στο παγκόσμιο στερέωμα της σκέψης. Είναι δαίμων, λέξη που προέρχεται από το «δαίω - δαίομαι» που σημαίνει «μοιράζω - κατανέμω και αργότερα, επικαλούμαι». Οι δαίμονες-δαιμόνισσες θεωρούντο υπεύθυνες για την κατανομή της μοίρας των ανθρώπων,  Η θεά του Παρμενίδη είναι η συνισταμένη μάνα πάντων των δαιμονίων και δαιμονισσών, που κατανέμουν τμηματικά το φως της γνώσης στους ανθρώπους. Είναι η μοιρο-κατανομήτρα, η λάμπουσα ανώτατη θέα και θεά, η λογική και ο λόγος. Είναι η παν-αγία της σχέσης του Πλάτωνα, η λογική νομή του Αριστοτέλη, το ιερό σκεύος- γκράαλ του χριστιανισμού, η παγκόσμια αναζήτηση, η κατάληξη της κάθε επιθυμίας και πηγή της κάθε γνώσης. Είναι το φωτεινό σπαθί των αρχαγγέλων και ιπποτών, ο κρυφός έρωτας των ποιητών, η άλιθος λίθος της φιλοσοφίας.    
   -Εύγε. Πώς συνοψίζεις μετά απ’ όλα αυτά την κεντρική ιδέα του;;
   -Στο πιο σύνθετο κείμενο αρμόζει η απλούστατη ερμηνεία.
   -Δηλαδή;
   -Τα πάντα Φως.

                               ...........................

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers