-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

(): '

                               Η  Κατρα Των Χαλλ

     Τον καιρ των παραμυθιν ζοσε στη μακριν Περσα νας παπουτσς, ο Χαλλ. Αυτς ο Χαλλ εχε τη φμη σπουδαου μστορα -λγαν οτι  δεν εχε βρεθε νθρωπος να του ζητσει παποτσι, που να μη μπορε να το φτιξει. 'Ακουσε για τον Χαλλ ο δερβσης Νεμπο, ο μγος του τγματος των Μελδεβδων και τον αναζτησε.
 -"Χαλλ", του επε, "θλω να μου φτιξεις παποτζια με φτερ να μπορ να πετω"'.
     Συλλογστηκε ο Χαλλ κι απντησε:
 -"Θα προσπαθσω"'.
     Πρασανε χρνια αλλ σο και να προσπαθοσε ο Χαλλ, παποτσια με φτερ, να πετν οι νθρωποι, δεν κατφερε να φτιξει. Κι ταν πθανε ο δερβσης Νεμπο, τον πιασε τρμος. "να πργμα μου ζτησε ο γιος νθρωπος κι εγ μουν ανκανος. Φοβμαι μη με καταραστε και μνα και τη γενι μου".
     Λγο πριν αισθανθε να τον καλε κι αυτν ο θνατος, ο Χαλλ κλεσε τον
πρωττοκο γιο του, τον Σελμ Ιμπν Χαλλ και του επε:
 -"Γιε μου, θα σου αφσω το παπουτζδικο και την ευκ μου και θα σου μθω λα τα μυστικ της τχνης μου, αλλ θα μου ορκιστες τι δε θα λησμονσεις το νειρο του δερβση. Θα φτιξεις παποτζια με φτερ να πετν οι νθρωποι".
     Ο Σελμ Ιμπν Χαλλ χωρς να συλλογιστε επε:
 -"Θα προσπαθσω".
     Πρασαν τα χρνια. Ο γιος του Χαλιλ, γρος πια πγε στον τφο του δερβση κι ρχισε τις κατρες.
 -"Πανθεμ σε τρελ δερβση. Μια ζω τρχω πσω απ' τ' νειρ σου και δεν κατφερα τποτα. Και  τρα πρπει ν' αφσω το βρος στο γιο μου και στους γιους των γιων μου να κυνηγνε μια ζω, αυτ που δεν πραγματοποιεται. Καταραμνος να 'σαι  θλιε μγε. Να μη λισουν οι σρκες σου".
    Κι στερα ο Σελμ κλεσε τον πρωττοκο γιο του, τον Αβδολ Ιμπν Σελμ Ιμπν Χαλλ και του επε.
 -"Βαρι σκι κυνηγ εμς τους Χαλλ, γιε μου, να τρχουμε πσω απ το νειρο του δερβση. Για να σου  δσω το μαγαζ και να σου μθω τα μυστικ της τχνης μου, πρπει να μου ορκιστες  τι θα φτιξεις παποτζια με φτερ, να πετν οι νθρωποι".
     Περσανε γενις και γενις αλλ κανες απ τους Χαλλ δε μπρεσε να πραγματοποισει τ' νειρο του δερβση. Κι λοι πγαιναν στον τφο του και τον καταριντουσαν. Κι λεγαν πως ο μγος Νεμπο μενε ακμα κτω απ τη γη μ' ανοιγμνα μτια, σα να ονειρεεται.
     ρθε μως καιρς κι ανλαβε το χρος των Χαλλ ο Ασκ Ιμπν Αβδολ Ιμπν
Σελμ Ιμπν...Ιμπν Χαλλ, που ταν γρασε κι γινε κι αυτς δερβσης και μγος των Αλεβδων, πγε κι αυτς στον τφο του Νεμπο, χυσε κρασ και στρι κι επε.
 -"Βλογημνος να 'σαι δερβση μου. Μπορε να μη τα καταφραμε να φτιξουμε παποτζια με φτερ να πετν οι νθρωποι, αλλ δοθκαμε στη τχνη μας λες και πετοσαμε μεις οι ιδιοι και φτιξαμε τα πιο ωραα σαντλια για τις πριγκπισσες στα χαρμια και φτιξαμε παποτζια απ δρμα κπρου για τους δουλευτς στα χωρφια και μθαμε να καρφνουμε την πρκα, χι για να κολλει το πδι στη γη αλλ για να τρχει σα να καβλαγε αλγατα του πολμου. Βλογημνος να 'σαι δερβση μου και συ και το τρελ νειρ σου, που μας κρτησε ζωντανος".
     Κι γινε ττε μεγλο μυστριο. Λνε πως ο δερβσης Νεμπο, που απ τις κατρες δεν εχανε λισει οι σρκες του, πρβαλε απ τον τφο του και πταξε σα να 'χε στα πδια του παποτζια με φτερ.
     Ετσι λθηκε η κατρα των Χαλλ!

                      Το Ροδκινο Της Ερμου

Εμαι διεφθαρμνος ως το κκκαλο.
Λερνω ,τι αγγζω.
Σε κθε γειτονι που επισκπτομαι, χτζεται πορνεο.
Αγαπ τη βρωμερ ψη των ανθρπων κι αυτο μου τη προσφρουν απλχερα.
Κτι τους δνω κι εγ γι' αντλλαγμα.

Ανκω σε γενι κατακτητν.
Καμι λλη αυτοκρατορα δε φνηκε ως τρα, τσο ριζικ αποτελεσματικ.
Οι νθρωποι μας μισον, μας φοβονται και μας λατρεουν.
Με πλο τα φουσκωμνα πορτοφλια μας, κατακτομε και λεηλατομε χρες, σματα και ψυχς.
Οι πιο γιγντιοι στρατο του παρελθντος, αποδειχτκανε παιδαριδεις, μπρος στη βρωμιρικη δναμ μας.
χω απλυτη επγνωση της διαφθορς που προκαλ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΑΙ!

Μλις πεφτε το σορουπο, γμιζα το πορτοφλι με τσαλακωμνα παλιχαρτα και το τοποθετοσα επιδεικτικ στη κωλτσεπη, για να φουσκνει και να καμαρνω σα κκορας.
στερα βγαινα στους δρμους της 'Ακαμπα.
πως λοι οι κατακτητς, ξυπνμε την επιθυμα χι με κενο που 'μαστε, αλλ με κενο που εκπροσωπομε.
Η μνη διαφορ μας εναι, πως εμες απλς εκπροσωπομε το Μηδν.
Σαν το πορτοφλι μου με τα τσαλακωμνα παλιχαρτα.
ΧΑ!

-Ζακρ, Ροδκινο Της Ερμου, πσο παρξενο να σε συναντσω, στις χρσες εκτσεις της 'Ακαμπα, Εγ, ο Αγγελιαφρος Του Μηδενς-!

Η καμπα καβουρδζεται λη μρα πνω στο ταψ, απ χαλκια  κι μμο, που την ριξε ο Θες των Πιστν.

Ξυπνοσα, πριν ανβει ο λιος, αν τχαινε να κοιμηθ το βρδυ, πργμα σπνιο.
Στο στμα μου εχα πντα τη γεση της γλυκεις, σκορας καραμλας.
Το σκορο δρμα των κοριτσιν της 'Ακαμπα, χει γεση γλυκεις, σκορας καραμλας και μυρωδι καψαλισμνου σανο.
τρωγα κρας μ' ελις σε μικρς πτες και τραβοσα στο ξενοδοχεο.
Κοιμμουν σπου να πσει ο λιος, με μια υγρ πετστα στο κεφλι.
Το σορουπο, ξαν 'βγαινα στους δρμους.
ΚΑΘΕ σορουπο!

Τι μπορε να κρβει η ρημος, ταν πφτει ο λιος!
Βαθ γαλζιο και μικρ, σκορα μπλε στγματα, δισπαρτα, να-δυο φωτκια κι στερα δειλς φλγες, εδ κι εκε.
Το βαθ γαλζιο, απλνεται ολονα...
να μακρσυρτο τραγοδι, η μυρωδι του καφ, η ντονη γεση της γλυκεις, σκορας καραμλας.

-Ζακρ-

Εμαι ερωτευμνος με την εικνα της 'Ακαμπα, ταν πφτει η νχτα...
χω ανεβε στους αμμλοφους, ξω απ τη πλη.
Πασχζω να κνω δικ μου αυτ την εικνα.
Δικ μου!
ΟΛΟΤΕΛΑ ΔΙΚΗ ΜΟΥ!
Να τη καταπι, πως ο βας καταπνει, να παχουλ κουνλι.
Λγο με νοιζει αν πειτα εξαφανιστε απ προσπου γης.
Αρκε να μενει για πντα στα σπλγχνα μου.

-Αυτς εναι ο τρπος που αγαπ τα πργματα, Ζακρ.
Πρπει να τα καταπι, πρπει να τα σκοτσω.
Πρπει να σκοτσω ακμα κι εσνα.
Εσνα που αγαπ περισστερο κι απ το βαθ γαλζιο της νχτας
...-

Η νχτα που γνρισα το μικρ Ροδκινο Της Ερμου, ρχισε σαν τις λλες.
Διαπραγματευμουν δυo μικρς Αιγπτιες.
Ο Ατζντης τους διαβεβαωνε, πως μποροσανε να γλψουνε τις φτρνες τους με τη γλσσα.
Χρησιμοποιοσε τα χρια και τη κοιλι του σαν υπομχλιο, για να 'ναι παραστατικς.
Μου χλασε το κφι.
Τον παρτησα στη μση του δρμου.
Συνχισα να περπατω στα στεν σοκκια της 'Ακαμπα.
Κποιοι με παρακολουθοσαν.
Δεν ταν Ατζντηδες.
Παρξενο!
Πδια ελαφρ.
Μλις ακογονταν...
Η γεση της γλυκεις, σκορας καραμλας, πλημμρισε το στμα μου.
Σταμτησα.
βγαλα το πορτοφλι και το φησα μπροστ στα πδια μου.
Μια μικρ σιλουτα, μετακινθηκε.
Η Ζακρ ξεπετχτηκε απ τις σκις των τοχων.
Στθηκε απναντ μου και με κοιτοσε, σα να 'μουν να τερστιο τοτμ, ψηλ, σο τα Ζιγκουρτ της Oυρ.
Η Ζακρ εναι κοριτσκι, δε πρπει να 'χει περσει τα δδεκα.
Με τα δεδομνα της Ερμου, μλις πατ το κατφλι της γυνακας.
Αν εχε γονες, θα τη παζαρεανε τρα.
Μα η Ζακρ δεν εχε κανναν.
Αν τη ρωτσεις, θα σου πει πως τη γννησαν οι αμμλοφοι, που εκτενονται ανατολικ της 'Ακαμπα.
Πατρας της ταν ο ΣΙΜΟΥΝ.

ρθε κοντ μου, πατντας στις μτες των μικρν ποδιν της.
Πρε το πορτοφλι μου και το νοιξε.
Τα τσαλακωμνα παλιχαρτα σκορπσανε στην μμο.
Γλασε.
-"Η αδερφ μου σε περιμνει, 'Ανθρωπε Του Βορρ"

Η αδερφ της, περμενε σε μι σκην, ξω απ τη πλη, στο χρο που στνανε τα πορνεα.
Εχε τη κνηση ζαρκαδιο και τη θρμη της σρκας που δεν υποτσσεται ποτ.
Η Ζακρ εξαφανστηκε.
Ξπλωσα ρθυμα στις προβις που 'χε απλσει κατχαμα, η αδερφ της.
Μου πρσφερε να μαυριδερ πιοτ.
στερα, στθηκε απ πνω μου κι πλωσε αργ τα χρια της, σιωπηλ σα τη νχτα.
Αφθηκα στα μπειρα δχτυλ της, γουργουρζοντας, πως νας παχουλς γτος.

Τ να 'ταν;
Αιγπτια, Περσδα, Βαβυλνεια;
Να 'χε ιστορα ταν πιο παλι απ' λα τοτα;
Πιο παλι κι απ την μμο που σκπασε την Εδμ.
Πιο παλι κι απ τη λσπη του Τγρη, που ρχνεται ασταμτητα, σε μια γκρζα θλασσα...
ΗΤΑΝ ΠΛΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΜΟ!
πεφτε ψλαθε, σαν αραι βροχ.
Εχε σκεπσει τις χουρμαδις.
Εχε σκεπσει τα πλνθινα σπτια κι ανβαινε αργ-αργ, στο αδυσπητο κλισμα των αινων.
θαψε τους Κρεμαστος Κπους, τα Ζιγκουρτ, τα Ανκτορα του Σαβ, τις Επιτμβιες Στλες.
Θα σκεπσει τις Πυραμδες.
Θα σκεπσει εμνα και τη θολ υπμνηση του ηδονισμο, που συνοδεει την αυτοκρατορα μου!

-Θα 'μαι λοιπν, στην αινια αγκαλι σου, Γυνακα Απ 'Αμμο.
Ζστανε το σμα μου.
Κλυψ με αργ-αργ, κρατντας σφαλιστ τα χελη σου, στο χαμγελο της Σφγγας
-.
 -Βουτηχτκαμε μαζ στη κοτη του Ευφρτη, ελπζοντας σε μιν αναγννηση, που δεν ρχεται ποτ.
Τα νερ ταν αντικατοπτρισμς.
Δεν υπρχει νερ!
Μνον η καφτ μμος, που κυλ στις φλβες σου, Χωμτινη Θε
...-

Αλλ χι, δε θ' αφσω να με σκεπσει η μμος.
ΕΓΩ εμαι ο δυνατς.
Κρδισα το Βασλειο Της Γης!
Τα μνημεα μου θα μενουν για πντα.
Μπορ να σε κατακτσω, Πλσμα Της Ερμου!
Μπορ να ξεσφραγσω τα χελη σου, εξαλεφοντας μι για πντα, το αινιγματικ χαμγελ σου.
Μπορ να σε κνω δικ μου, με το δικ μου κτηνδικο κι οργισμνο τρπο.
Με τα ακονισμνα μου δντια που υπσχονται πνο κι ευχαρστηση.

-Δυο καρβουνιασμνα μτια παρακολουθον κθε μου κνηση.
 Δε μπορ να υποφρω το βλμμα σου, Ζακρ.
 Γρνα πσω στο Σιμον και τους Αμμλοφους, που σε γεννσανε.
Το τρομερ σου χαμγελο δε μ' αφνει να 'μαι, αυτς που εμαι
-.

νιωσα λοιπν κι εγ την αποτυχα.
Το φβο του αδναμου.
Εγ ο Κατακτητς!
Απτυχα να κνω δικι μου, μια μελαψ πουταντσα.
Ανμεσα στα σκλια μου κρμεται να σπιο σκουλκι.
Η γυνακα με το σκορο δρμα, τη γεση της γλυκεις σκορας καραμλας, τη μυρωδι του καψαλισμνου σανο, τη ψυχ της 'Αμμου και με το αινιγματικ -υπροχο- χαμγελο, με ταρακουνει, λυσσασμνη απ τον ανικανοποητο πθο.
Εμαι λοιπν ο κυραρχος της γης, ξνος κι εχθρικς σε κθε μορφ ζως που
εμφανστηκε πνω στη ρχη της, αλλ εμαι κι ο κυραρχος στο Βασλειο Των Τρελν, μια παρισιν αποκριτικη νχτα.
Τποτα παραπνω, απ μια βδλλα...
να παρσιτο!
ΧΑ!

Εγκαταλεπω τις γυνακες δακρυσμνες, με τα στθια ακμα ορθ, να δαγκνουνε τα χελια τους, στερες κι ανικανοποητες.

-ΤΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΟΥ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΙΚΡΟ ΡΟΔΑΚΙΝΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ;
 Η παρξενη φση σου μ' αχρηστεει.
 Πρπει να γλυτσω απ το βλμμα σου, που με ακολουθε παντο.
 Πρπει να βρω τη πστη μου.
 Πρπει να ξαναβρ τον αντρισμ και τη πστη μου σ' αυτν.
..-

Τριγυρζω τις νχτες στη σκην της Χωμτινης Γυνακας, κρατντας το χρι της Ζακρ, σα τον τυφλ Οιδποδα.
Αναζητ τον χαμνο μου αντρισμ, σε γιατροσφια και μυστικς συνταγς.
Μα δε βρσκω συλο σε καννα Κολων.
Μνο το τρομερ γλιο της Ζακρ, κθε φορ που πφτω αποκαμωμνος στο πλ της αδερφς της.

παψα πια να παζω.
Δε γεμζω το πορτοφλι μου με τσαλακωμνα παλιχαρτα, μα με καθαρ, κουδουνιστ χρυσφι.
Το σκορπω στα πδια των ηλικιωμνων μαγισσν, με τα μακρι, στρεβλ δχτυλα και τα μαυρισμνα, σκληρ, γαμψ νχια.
Κατντησα να εκλιπαρ τις υποσχσεις, πως οι μικρο νθρωποι αυτο του πλαντη.
κανα Θε μου την Ελπδα.
Εγ ο Αργυραμοιβς της Μοναξις και της Απελπισας.

Αλλ τ σημασα χουν λα τοτα;
Μπορ ν' αφσω τον εαυτ μου, σε κτι πολ μεγαλτερο απ μνα...
Εναι μορφο να υποφρει κανες.
Το ανακαλπτω σιγ-σιγ...

Η Ζακρ υποσχθηκε να μου αποκαλψει το μυστικ της μητρας της.
Το μυστικ των Αμμλοφων, που εκτενονται ανατολικ της 'Ακαμπα.
Εκε κρβεται η αρχγονη φση του αντρισμο μου.
Με οδγησε στη παραλα της 'Ακαμπα, να μεσημρι που 'σκαζαν ως κι οι πτρες.
Μπκαμε σε μια κκκινη ψαρβαρκα κι αφσαμε να μας παρασρει το ρμα.
Κπου-κπου, μου 'βρεχε το πρσωπο με θαλασσιν νερ.
Μου 'δειξε με το δχτυλο, τις ταρτσες των σπιτιν και ρτησε τι βλεπα σ' αυτς.
Τα μτια μου εχαν θολσει απ την αρμρα και τη κψα.
χανα σιγ-σιγ τη δυναττητα να ξεχωρζω περιγρμματα.
Οι μορφς σπζανε και μπερδεονταν, στην ενιαα απχρωση του κτρινου.
Οι εικνες κι οι λξεις μου, κατντησαν ασυνρτητο μουρμουρητ.
Η Ζακρ στθηκε στο μσο της βρκας.
βγαλε λα της τα ροχα.
Γυμν σα την ρημο, μου 'γνεψε να την ακολουθσω.

-"Θλω να κοιτς πρα απ μνα, 'Ανθρωπε Του Βορρ.
Το στθος μου εναι κοριτσστικο κι γουρο.

'Αγγιξ το.
Τα δχτυλ σου εναι παγωμνα.
Τρψε τα χρια σου δυνατ.
Κψε μια τρχα απ τα μαλλι μου.
Τλιξε τη στη παλμη σου.
Εδες;
Μεταμορφθηκε σε φτερωτ λογο.
Ας ξεκινσουμε.
Εκε κτω εναι η 'Ακαμπα, η πλη με τα χλια φτα και το αδιαπραστο σκοτδι.
Μια κκκινη βρκα ταξιδεει στη πλη.
Κποιος λμπει.
Δεν εναι παρξενο;
Κποιο απ τα παραμθια της πατρδας σου, ανεβοκατεβζει τα κουπι.
Τα κουπι σαρνουν τις ταρτσες των σπιτιν.
Η πλη γκρεμζεται, καθς η βρκα γλυστρει αθρυβα απ πνω της.
Τ σου θυμζει ο κωπηλτης;
Κρατ στα δντια του κοφτερ δρεπνι.
Κοταξε, η 'Αμμος σκεπζει τα ερεπια.
Στη καρδι της Ερμου, φυτρνει να Ροδκινο.
Η βρκα κλυδωνζεται στους Αμμλοφους.
Ο Σιμον τη καταπνει.
Εσαι ερωτευμνος μαζ μου, 'Ανθρωπε Του Βορρ.
Εμαι πολ μικρ ακμα.
Θα σου δσω να φιλκι στο μτωπο.
Πρπει να το δεχτες χωρς να με καταβροχθσεις.
Η καημενολα η αδερφ μου, χει ακμα τα σημδια απ τα δντια σου, στο μπρτσο της.
Εσαι μορφος μ' αυτ τα γκρζα μαλλι.
Κι εγ εμαι ερωτευμνη μαζ σου, αλλ μ' να τρπο που δε μπορες να καταλβεις.
Ας κατβουμε.
Η νχτα ρχεται κι η αδερφ μου σε περιμνει
".

Μικρ Μγισσα της Ερμου, ξρω πως κτι χεις να μου μθεις, αλλ μου ξεγλυστρς κθε φορ που αγγζω τ' γουρο στθος σου.
Κτι μσα μου αντιστκεται στον αρχαο τρπο που εσ ξρεις ν' αγαπς.
Καλ μου Ζακρ, μνο αν σε καταπι ολκερη θα καταλβω το μυστικ σου.
Οι Αμμλοφοι πρπει να βαφτον πορφυρο, για να διαρραγον και να ξανρθει, στη θση τους, η Εδμ.
Μην αργες λοιπν.
Κτω απ το ξεκοιλιασμνο στρμα μου, κρβω το μαγικ μαχαρι που δε πον.
Θα νισεις μονχα, να τρυφερ, δροσερ χδι στο λαιμ και τποτ' λλο.
Στο υπσχομαι Μικρ Ροδκινο Της Ερμου.
Μνο να τρυφερ, δροσερ χδι κι στερα θα ταξιδψουμε μαζ, στη Χρα της Γλυκεις, Σκορας Καραμλας.
Η αδερφ σου θα νισει πνω της, τη δναμη μου και το ζωδη αντρισμ, που συνοδεει τους κατακτητς.
λα λοιπν γλυκει, μικρ μου Ζακρ.
Τρα πια ξρω:
Η Μητρα σου η 'Αμμος, θα σκεπσει κποτε κι εμνα, πως σκπασε τη Νινευ.
Αλλ ως ττε θα 'χω προλβει να πρω την εκδκησ μου...

                             ------------------        --------------------

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers