-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Basoalto Ricardo Eliécer Neftalí Reyes (Pablo Neruda): E


                                    Βιογραφικ

     Ο Πμπλο Νεροδα (Pablo Neruda, φιλολογικ ψευδνυμο του Ρικρδο Ελιθερ Νεφταλ Ργιες Μπασολτο, Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto) τανε Χιλιανς συγγραφας και ποιητς. Σμφωνα με τον Μαρκς, θεωρεται ο σημαντικτερος ποιητς του 20ο αι. Το 1971 του απονεμθηκε το Νμπελ Λογοτεχνας, γεγονς που προκλεσε αντιδρσεις λγω της πολιτικς του δραστηριτητας και των κομμουνιστικν του πεποιθσεων. Στα 70 σχεδν χρνια ζως του, εξδωσε πληθρα ποιητικν συλλογν ποικλου φους, πως ερωτικ ποιματα, ργα που διπονται απ τις αρχς του σουρρεαλισμο, ακμα και κποια που θα μποροσαν να θεωρηθονε πολιτικ μανιφστα. Τον Απρλη του 2013, 40 χρνια μετ το θνατ του, γινε εκταφ της σορο του, με σκοπ να διακριβωθε αν εχε πσει θμα δολοφονικς επθεσης με δηλητριο απ πρκτορες του δικτατορικο καθεσττος που κυβερνοσε τη Χιλ κατ το θνατ του.



     Γεννθηκε στις 12 Ιουλου 1904, στη Παρλ της Χιλς. Η μητρα του πθανε απ φυματωση 1 μνα μετ τη γννησ του κι τσι ο πατρας του Χοσ, σιδηροδρομικς υπλληλος, μετακμισε στη πλη Τεμοκο, που ξαναπαντρετηκε. Ο Νεροδα ξεκνησε να γρφει ποηση στα 10, αλλ ο πατρας του τον αποθρρυνε κι τσι ρχισε να υπογρφει τα ργα του με το ψευδνυμο Πμπλο Νεροδα, υιοθετντας το επνυμο του γνωστο Τσχου συγγραφα και ποιητ Γιαν Νεροντα. Το μικρ του νομα εικζεται τι το πρε απ το Γλλο ποιητ Πωλ Βερλαν. Αυτ το νομα τελικ αργτερα το νομιμοποιε κι επισμως.



     Απ πολ νεαρ ηλικα ρχισε να διαβζει κλασσικος Λατινοαμερικνους κι Ευρωπαους συγγραφες. Στο γυμνσιο εχε καθηγτρια τη σπουδαα Χιλιαν πεζογρφο και μετπειτα κτοχο του βραβεου Νμπελ Λογοτεχνας Γκαμπριλα Μιστρλ, που τον μησε στη κλασσικ Ρσικη Λογοτεχνα. Εκενη την εποχ αρχζει να δημοσιεει τα 1α του ποιματα, αρχικ με διφορα ψευδνυμα. Στη συνχεια φοτησε στο πανεπιστμιο του Σαντιγκο κι απ 'κε και πρα ρχισε η πορεα του προς την ευρεα αναγνριση. Απ τα 10 του γρφει ποιματα, μως ο πατρας του τον αποθαρρνει. Παρ' λ' αυτ, ο διος συνεχζει και στα 15 δημοσιεει στχους του στο τοπικ περιοδικ La Manana και το 1919 του απονμεται το 3ο βραβεο για το ποημ του Nocturno Ideal. Στη συλλογ του Εκοσι Eρωτικ Ποιματα περιγρφεται η νταση που προκαλεται απ τον ρωτα, απ' τη γννηση ως το θνατο του, απ το 1ο σμξιμο ως το χωρισμ. Μλιστα, σε πολλ ποιματα του φανερνονται οι ρωτες που ζησε.
     Το 1921 ξεκιν σπουδς παιδαγωγικς και γαλλικν στο Πανεπιστμιο της Χιλς, στη πρωτεουσα Σαντιγο. Κερδζει το 1ο βραβεο για το ποημ του La canción de fiesta που αργτερα δημοσιεεται. Στο διστημα των σπουδν του, εξδωσε 2 ποιητικς συλλογς: Crepusculario (Ηλιοβασιλματα, 1923) και Veinte poemas de amor y una cancion desesperada (Εκοσι ερωτικ ποιματα κι να απελπισμνο σμα, 1924), συλλογ για την οποα γινε περισστερο γνωστς. Αυτς οι ποιητικς συλλογς τονε καταξωσαν ως μεγλο ποιητ. Το 1923 δημοσιεει το 1ο, ργο που αναγνωρζεται απ λογοτχνες πως τον Αλνε, τον Ραολ Σλβα Κστρο και Πδρο Πρδο. Τον επμενο χρνο δημοσιεεται το 2ο, ργο που χαρακτηρζεται απ τα καλλτερ του. Το νο φαινμενο της λατινοαμερικανικς ποησης γνεται αμσως εμφανς στους λογοτεχνικος κκλους.



     Μεταξ 20 και 25, ολοκληρνει 6 ακμα ργα που αποκαλπτουν τις υπαρξιακς του ανησυχες αλλ και την ιδιατερη παραγωγικτητ του. Το 1927, στα 23, διαπιστνοντας τι τα σοδα απ τα εκδιδμενα ργα του δεν του αρκοσαν, αποφσισε να μπει στο Διπλωματικ Σμα, κνοντας τσι πολυριθμα ταξδια αν τον κσμο απ το 1927 ως το 1935, ως πρξενος στη Βιρμανα, στη Κελνη, στην Ιβα, στη Σιγκαπορη, στο Μπουνος ιρες, στη Βαρκελνη και τη Μαδρτη. Στην Ιβα γνρισε και παντρετηκε την Ολλανδζα Μαρκα Αντονιτα Χγκενααρ Βγκελζανγκ, με την οποα χρισε μετ απ 6 χρνια, κατ τη θητεα του στην Ισπανα. Εκε, ερωτικ του σντροφος και μετπειτα 2η σζυγς του υπρξε επ 16 χρνια η Αργεντνα Δλια ντελ Καρρλ, 20 χρνια μεγαλτερ του. Το 1938, μετ απ απφαση του Λακο Μετπου της Χιλς, ο Νεροντα στλνεται πρσβης στο Παρσι κι αργτερα στο Μεξικ.



     Οι εμπειρες απ τα ταξδια του, τα απολυταρχικ καθεσττα που βλπει και τα μαρτρια του λαο που στενζει σ' ολκληρο τον κσμο, σε συνδυασμ με τη δολοφονα του φλου του κι επσης ποιητ, Φεδερκο Γκαρθα Λρκα, αλλ κι η φιλα του με τους σχεδν ομοδετες του Λρκα, Λου Αραγκν και Φιντλ Κστρο (υπρξεν ιδιατερα μαχητικς κατ του Ισπανικο Φρανκισμο και γενικ κθε Φασισμο), υπρξαν ορισμνοι απ τους παργοντες που του προκαλονε βαθειν αγανκτηση και στις αρχς της 10ετας του 1940 μπανει στο κομμουνιστικ κμμα. Στον Κστρο εχε αφιερσει και να ποημα του, στο οποο τον υμνοσε.  Το 1945, λαμβνει το Εθνικ Βραβεο Λογοτεχνας. Τα ργα του γνονται ολονα και πιο πολιτικ, με αποκορφωμα το Canto General (Κντο Χενερλ), το οποο χει μελοποιηθε απ το συνθτη Μκη Θεοδωρκη, με τον οποο χει μλιστα συναντηθε απ κοντ. ταν ο Πρεδρος Γκονσλες Βιδλα απαγρευσε τον κομμουνισμ στη Χιλ, εκδθηκε νταλμα σλληψης εις βρος του Νεροδα που πλον καταζητεται. Για 4 μνες κρυβτανε στο υπγειο ενς σπιτιο στο Βαλπαρασο. στην δια του τη χρα, σπου καταφρνει να διαφγει στην Αργεντιν κι απ εκε στην Ευρπη, που ζησε εξριστος απ το 1948 ως το 1952. Στην εξορα γνρισε τη Ματλντε Ουροτιε, τη Χιλιαν τραγουδστρια που θα αποτελσει τη μοσα του ως το τλος.



     Στο μεταξ εχε εκλεγε Γερουσιαστς με το Κομμουνιστικ Κμμα Χιλς το 1948. Ανμεσα στα μρη που ζησε τη περοδο της εξορας του τανε και το νησ Κπρι της ντιας Ιταλας, γεγονς απ το οποο εναι εμπνευσμνη η ταινα Il Postino, (Ο Ταχυδρμος) (καταπληκτικ!!!). Στη διρκεια της εξορας του ταξδεψε σε πολλς Ευρωπακς χρες, σε πολλς απ τις οποες δεν γινε δεκτς εξαιτας των πολιτικν του πεποιθσεων. Το 1949 επισκφτηκε τη Σοβιετικ νωση του Στλιν για τον εορτασμ των 100 χρνων απ τη γννηση του σπουδαου λογοτχνη και ποιητ Αλεξντρ Σεργκγεβιτς Ποσκιν. Εκε γνρισε τον επσης κομμουνιστ ποιητ Ναζμ Χικμτ, στον οποο διηγθηκε τα δειν του λαο του. Γι' αυτ το ταξδι του στη Σοβιετικ νωση γρφει στην αυτοβιογραφα του:

   ''Αγπησα με τη πρτη ματι τη σοβιετικ γη και κατλαβα τι απ' αυτν χι μνον προκυπτε ηθικ μθημα για λες τις γωνις της ανθρπινης παρξης, αλλ θα προκυπτε και το μεγλο πταγμα''.


     To 1953 λαμβνει το βραβεο Στλιν. Εναι ακμα πιστς στο κμμα, αλλ σντομα, μετ τις αποκαλψεις για τα εγκλματα του καθεσττος του Στλιν απ τον Χροστσεφ, η πστη του δχεται ισχυρ πλγμα που αποτυπνεται στη συλλογ του Εxtravagario του 1958. Εγκαθσταται μνιμα στην Isla Negra αλλ συνεχζει τα ταξδια σε ολκληρο τον κσμο. Με την εκλογ του Σαλβαδρ Αλιντε ως πρεδρου της Χιλς, ο Νεροδα διορζεται πρσβης στο Παρσι (1970-1972). Το 1971, να χρνο μετ τη τιμητικ δικριση του Σεφρη , η Σουηδικ Ακαδημα απονμει το Νμπελ Λογοτεχνας στο Χιλιαν Πμπλο Νεροντα, που δη πσχει απ καρκνο. Τσσεται υπρ του Αλιντε και στηρζει τη προεκλογικ του εκστρατεα. Μετ το τλος της δικτατορας επστρεψε στη Χιλ, αφο εχε γνει πλον δισημος παγκοσμως. Μετ το 2ο διαζγι του, παντρετηκε τελικ με την Ουρροτια το 1966. Κατ τη 10ετα του '60 το Κομμουνιστικ Κμμα του απονμει το μετλλιο Ρεκαμπρεμ, την υψηλτερη κομματικ δικριση.



     Το 1971 του απονεμθηκε το Νμπελ Λογοτεχνας, το οποο παρλαβε ντας ρρωστος απ καρκνο. Βοθησε τον σοσιαλιστ ηγτη Σαλβαδρ Αλιντε στην προεκλογικ του εκστρατεα, Ωστσο, στις 23 Σεπτμβρη 1973, λγες μρες μετ τη δολοφονα του Αλιντε και των συνεργατν του, ο Νεροδα αφνει την τελευταα του πνο στο νοσοκομεο. Ο Αουγκοστο Πινοστ απαγορεει να γνει η κηδεα του ποιητ δημσιο γεγονς, μως, χιλιδες κσμου παραβλπουνε την απαγρευση και συρρουνε στη πρωτεουσα της χρας για να συνοδεσουνε τον αγαπημνο ποιητ στη τελευταα του κατοικα. Αναπφευκτα, πως συνβη και με τον Σεφρη στη χοντα, η κηδεα του γνεται η 1η δημσια διαμαρτυρα ενντια στη στρατιωτικ δικτατορα της Χιλς. Τα ργα του παρμειναν απαγορευμνα στη Χιλ μχρι και το 1990. Υπρχουνε θεωρες τι δεν του παρχθησαν οι απαρατητες ιατρικς φροντδες, σο αυτς τανε σε κατ' οκον περιορισμ.



     Ο αγωνιστικς και μαχητικς χαρακτρας του Νεροντα, καθς κι η συμπνοια που δειχνε για το λα και την εργατικ τξη, μπορε επσης να γνει κατανοητ κι απ να αυτοβιογραφικ του κεμενο. Συγκεκριμνα γρφει:

   "'Ητανε της τχης μου να υποφρω σα υπφερα και της τχης μου να αγωνιστ πως αγωνστηκα, να αγαπσω και να τραγουδσω πως τραγοδησα. Γνρισα σε διφορα σημεα της Γης το θραμβο και την ττα, χω ζωνταν στη μνμη μου τη γεση του ψωμιο, αλλ και τη γεση του αματος. Τ περισστερο μπορε να θλει νας ποιητς; Η ζω μου στθηκε η δια η ποησ μου κι η ποησ μου υπρξε το στριγμα λων των αγνων μου. Αν και πολλ βραβεα μο δοθκανε, καννα δεν μπορε να συγκριθε με το τελευταο βραβεο. Να εμαι ο ποιητς του λαο μου. Το μεγλο, το μοναδικ μου βραβεο εναι αυτ κι χι τα βιβλα μου που μεταφραστκανε σ' λες τις γλσσες του κσμου, οτε τα βιβλα που γραφτκανε για ν' αναλσουνε τα λγια μου".


     Τα ποιματα του Πμπλο Νεροδα ισορροπον ανμεσα στον αγνα ενντια στα απολυταρχικ καθεσττα και τον ρωτα. Ο διος χει πει εξλλου για τη ποηση του:

   "χω για τη ζω μιαν αντληψη δραματικ και ρομαντικ. ,τι δεν αγγζει βαθι την ευαισθησα μου δεν με ενδιαφρει. σον αφορ στη ποηση, στη πραγματικτητα καταλαβανω πολ λγα πργματα. Γι' αυτ συνεχζω με τις αναμνσεις της παιδικς ηλικας. σως απ' αυτ τα φυτ, τη μοναξι, τη σκληρ ζω, βγανουν οι μυστικς, αληθιν βαθεις Ποιητικς Πραμτειες που κανες δεν μπορε να διαβσει, γιατ κανες δεν τις γραψε. Η ποηση διδσκεται βμα-βμα ανμεσα στα πργματα και στις υπρξεις, χωρς να τα χωρσουμε, αλλ εννοντς τα με την ανιδιοτελ απλωσι της αγπης".


   Απ το ποιητικ του ργο ξεχωρζουν:

1923 "Crepusculario''
1924 Εκοσι ερωτικ ποιματα και να τραγοδι απελπισμνο - ("Veinte poemas de amor y una canciσn desesperada'') (ελλ. μτφ. Βασλης Λαλιτης για τις εκδ. "Ιδεγραμμα", 2003 - Γιργος Κεντρωτς για τις εκδ. "Τυπωθτω", 2005)
1935 "Residencia en la tierra''
1947 "Tercera residencia''
1950 Γενικ σμα -("Canto general") (ελλ. μτφ. Δανη Στρατηγοπολου για τις εκδ. "Τυπωθτω", 2004)
1952 Οι στχοι του καπετνιου - ("Los versos del capitαn'') (ελλ. μτφ. Νκος Χρυσπουλος για τις εκδ. "Παρασκνιο", 2005)

1954 "Odas elementales''
1953 λη η αγπη - ("Todo el amor'') (ελλ. μτφ. Κστας Σουρεφ για τις εκδ. "ψιλον", 1993)
1958 Εστραβαγριο - ("Extravagario'') (ελλ. μτφ. Δανη Στρατηγοπολου για τις εκδ. "Καστανιτη", 2004)
1964 "Memorial de Isla Negra''
1974 Το βιβλο των ερωτσεων - ("Libro de las preguntas'') κδοση μετ θνατον, (ελλ. μτφ. Βασλης Λαλιτης για τις εκδ. "Bibliotheque", 2016)
1974 αυτοβιογραφα "Confieso que he vivido'' που εκδθηκε μετ το θνατ του



   ΡΗΤΑ:

Δεν ξρω οι λλοι πς αγαπον, δεν ξρω πς αγαπθηκαν λλοτε, εγ σε κοιτζω και σε ερωτεομαι, κι τσι ζω

Τσες μρες να σε βλπω τσο ακλνητη και τσο κοντ μου, πς πληρνεται αυτ, με τι το πληρνω;

Σ' αγαπ μη γνωρζοντας πς, απ πο και πτε, σ' αγαπ στα σια δχως πρβλημα περηφνια: σ' αγαπ τσι γιατ δεν ξρω μ' λλον τρπο

Σκληρ η αλθεια, σαν αλτρι

Θλω με σνα να κνω αυτ που η νοιξη κνει στα δντρα της κερασις


Αργοπεθανει ποιος δεν αναποδογυρζει το τραπζι, ποιος δεν εναι ευτυχισμνος στη δουλει του, ποιος δεν διακινδυνεει τη βεβαιτητα για την αβεβαιτητα για να κυνηγσει να νειρο...

Πρε μου το ψωμ, αν θλεις, πρε μου τον αρα, αλλ μη μου παρνεις το γλιο σου

χω ανγκη τη θλασσα γιατ με διδσκει: δεν ξρω αν μου δνει μουσικ συνεδηση

Μα περμεν με, φλαξε για μνα τη γλυκτητ σου, Θα σου δσω, ακμη, να τριαντφυλλο

λα τα μονοπτια οδηγον στον διο στχο: Να εκφρσουμε στους λλους αυτ που εμαστε

Μπορες να κψεις λα τα λουλοδια, αλλ δεν μπορες να εμποδσεις την νοιξη να 'ρθει


ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

    Μλισσα Μυριλευκ Μου Εσ

Μλισσα μυριλευκ μου ἐσ
πο ζουζουνζεις, μεθυσμνη ἀπ' τ μλια,
γρω στη ψυχ μου
κι ὅλο στροβιλζεσαι
μ τς νωχελικς μαζ τολπες τοῦ καπνοῦ…

Εἴμαι ὁ χωρς ἐλπδα ἐκεῖνος,
εἶμαι μι λξη εἶμαι χωρς ἦχο,
αὐτς πο ὅλα τ ’χει χσει
κα πο ὅλα τ κατχει.

Κι ἐσ εἷσαι ὁ στερνς μου κβος,
ὅπου στενζει μσα του ὁ στερνς μου φβος.
Στν ἔρημη γῆ μου εἶσαι τ ρδο τ στερν.

Ἄχ, σιγαλιν μου ἐσ!

Ἔλα! Κλεῖσε τ τρσβαθ σου μτια. Πεταρζει ἡ νχτα ἐκεῖ.
Ἔλα! ξντυσε τ περτρομο ἄγαλμα τοῦ κορμιοῦ σου.

Ἔχεις τρσβαθα μτια κα πεταρζει ἡ νχτα ἐκεῖ.
Ὁλδροσα ἔχεις ἄνθινα χρια κα ἀγκαλι ἀπ τριαντφυλλα.

Τ στθη σου μοιζουν μ κατλευκα ὄστρακα.
Ἦρθε στν κοιλι σου κι ἀποκοιμθηκε ὁ ἥσκιος
μιᾶς πεταλοδας.

Ἄχ, σιγαλιν μου ἐσ!

Κα ν ἡ μοναξι ἐδῶ, πο λεπεις ἐσ.
Βρχει. Κα ὁ μπτης ἔχει στρσει στ κυνγι
τος ἀδσποτους γλρους.

Τ νερ πλατσουρζει ξυπλυτο
στς λσπες τοῦ δρμου.

Κι ἐκεινοῦ ἐκεῖ τοῦ δντρου βογγοῦν,
σ ν 'ν' ἀνμπορα, τ φλλα.

Μλισσα μυριλευκ μου ἐσ κα ἀπμακρη,
ζουζουνζεις ἀκμα
γρω στν ψυχ μου. Ζουζουνζεις.
Ξαναγεννισαι μ τῶν χρνων τ γυρσματα,
περκομψη κα σιγαλιν.

Ἄχ, σιγαλιν μου ἐσ!

        Το Γλιο Σου

Πρε μου το ψωμ, αν θες,
πρε μου τον αγρα, μα
μη μου παρνεις το γλιο σου.

Μη μου παρνεις το ρδο,
τη λγχη που τινζεις,
το νερ που ξφνου
χυμ απ’ τη χαρ σου,
το απτομο κμα
το ασμι που γεννς.

Εναι σκληρς ο αγνας μου και γυρν
με μτια κουρασμνα
θωρντας κποτε
τη γη που δεν αλλζει,
μα ρχεται το γλιο σου
αναθρσκωντας στον ουραν γυρεοντς με
και μου ανογει τις πρτες
λες της ζως.

Αγπη μου, στις πιο μαρες
ρες μου τινζεται
το γλιο σου, κι ταν ξφνου
δεις το αμα μου
να λεκιζει τις πτρες του δρμου,
γλα, γιατ το γλιο σου
θα 'ναι στα χρια μου
σα δροσερ σπαθ.

Δπλα στη θλασσα του φθινοπρου,
το γλιο σου ας αναβρσει
σα σιντριβνι, λο αφρ
και την νοιξη, αγπη,
θλω το γλιο σου σαν
τον ανθ που πρσμενα,
τον γαλαν ανθ, το ρδο
της βουερς πατρδας μου.

Γλα στη νχτα,
στη μρα στο φεγγρι,
γλα στις στριφτς
στρτες του νησιο,
γλα σ’ αυτ το γαρμπο
αγρι που σ’ αγαπ,
μα ταν ανογω τα μτια και τα κλενω,
ταν τα βματ μου φεγουν,
ταν γυρνον τα βματ μου,
αρνσου με το ψωμ, τον αγρα,
το φως, την νοιξη,
μα ποτ το γλιο σου
γιατ θα πεθνω.

Πρε μου το ψωμ, αν θες,
πρε μου τον αγρα, μα
μη μου παρνεις το γλιο σου.

Μη μου παρνεις το ρδο,
τη λγχη που τινζεις,
το νερ που ξφνου
χυμ απ’ τη χαρ σου,
το απτομο κμα
το ασμι που γεννς.

Εναι σκληρς ο αγνας μου και γυρν
με μτια κουρασμνα
θωρντας κποτε
τη γη που δεν αλλζει,
μα ρχεται το γλιο σου
αναθρσκωντας στον ουραν γυρεοντς με
και μου ανογει τις πρτες
λες της ζως.

Αγπη μου, στις πιο μαρες
ρες μου τινζεται
το γλιο σου, κι ταν ξφνου
δεις το αμα μου
να λεκιζει τις πτρες του δρμου,
γλα, γιατ το γλιο σου
θα 'ναι στα χρια μου
σα δροσερ σπαθ.

Δπλα στη θλασσα του φθινοπρου,
το γλιο σου ας αναβρσει
σα σιντριβνι, λο αφρ
και την νοιξη, αγπη,
θλω το γλιο σου σαν
τον ανθ που πρσμενα,
τον γαλαν ανθ, το ρδο
της βουερς πατρδας μου.

Γλα στη νχτα,
στη μρα στο φεγγρι,
γλα στις στριφτς
στρτες του νησιο,
γλα σ’ αυτ το γαρμπο
αγρι που σ’ αγαπ,
μα ταν ανογω τα μτια και τα κλενω,
ταν τα βματ μου φεγουν,
ταν γυρνον τα βματ μου,
αρνσου με το ψωμ, τον αγρα,
το φως, την νοιξη,
μα ποτ το γλιο σου
γιατ θα πεθνω.

             Δε Σ' Αγαπ

Δε σ’ αγαπ σαν να 'σουν ρδο αλατιο, τοπζι,
σατα απ γαροφαλα που τη φωτι πληθανουν:

σ’ αγαπ ως αγαπιονται κποια πργματα σκορα,
μυστικ, μσ’ απ την ψυχ και τον σκιο.

Σ’ αγαπ καθς κποιο φυτ που δεν ανθζει,
μα που μσα του κρβει το λουλουδφως λο,
και ζει απ’ τον ρωτ σου σκοτειν στο κορμ μου
τ’ ρωμα που σφιγμνο μ’ ανβηκε απ’ το χμα.

Σ’ αγαπ μη γνωρζοντας πς, απ πο και πτε,
σ’ αγαπ στα σια δχως πρβλημα περηφνια:
σ’ αγαπ τσι γιατ δεν ξρω μ’ λλον τρπο,
παρ μ’ ετοτον που δεν εμαι μτε εσαι,
που το χρι σου πνω μου το νιθω σαν δικ μου,
που ταν κοιμμαι κλενουν και τα δικ σου μτια.

       Αγπη

Δεν πιστεω στην ηλικα
λοι οι γροι
Κουβαλνε στα μτια τους
να παιδ,
Και τα παιδι κποτε
Μας κοιτνε
Σαν σοφο γροι
Θα μετρσουμε τη ζω
Με το μτρο,
Με το χιλιμετρο
με τους μνες;
Πσο αφ του γεννθηκες;
Πσο μακρι να πας
Μχρις εκε που λοι πνε
Και πνω απ’ τη φλοδα της
Αντ να περπατμε
στη γης αποκτω
θα γερουμε;
Στον νδρα, στη γυνακα
Που ξδεψαν ενργεια, καλοσνη
Δναμη, θυμ, αγπη, τρυφερτητα,
Σ αυτος που με ειλικρνεια
Ζωντανο
νθησαν
Και μσα στη φση τους ωρμασαν,
Δεν θα βλουμε το μτρο
Του χρνου
Που σως
Εναι λλο πρμα, νας μανδας
Ορυκτο, να πουλ πλανητικ, να νθος
σως κτι λλο
μως δεν εναι μτρημα.
Χρνος, μταλλο
πουλ, λουλοδι μακρμισχο
Απλωσ το στη ζω του ανθρπου
Ρντισ τον με μπουμποκια
Και με λαμπερ νερ
με κρυμμνο λιο.
Σε ονομζω δρμο,
χι σβανο,
Αλκιαστη σκλα αρινη,
Φρεμα ξαναραμνο δολα
Με ευρχωρες ανοξεις
Γρω απτον κσμο.
Και τρα, χρνε, σε τυλγω
Σε βζω στο κουτ με τα δολματα
Και πω να ψαρψω με την μακρι
Πετονι σου τα ψρια της αυγς!

Αγαπ το πορτοκαλνιο γλιο σου...
Γι’ αυτ σ’ αγαπ κι χι γι’ αυτ,
Για τσα πρματα και τσα λγα,
Κι τσι πρπει να εναι ο ρωτας
Μισκλειστος και ολικς,
Ιδιζων και τρομαχτικς...
Λουλουδιασμνος σαν τ’ αστρια
Και χωρς μτρο -ριο σαν το φιλ.

       Η Βασλισσα

Σε ονμασα βασλισσα.
Υπρχουν ψηλτερες απ σνα, ψηλτερες.
Υπρχουν αγντερες απ σνα, αγντερες.
Υπρχουν ομορφτερες απ σνα, ομορφτερες.
Αλλ εσ εσαι η βασλισσα.

ταν περπατς στο δρμο
κανες δε σε αναγνωρζει.
Καννας δε βλπει το κρυστλλινο σου στμμα, καννας δεν κοιτζει
το απ κκκινο χρυσ χαλ
που πατς καθς περνς,
το χαλ δεν υπρχει.

Κι ταν εμφανζεσαι
λοι οι ποταμο ακογονται
στο κορμ μου, καμπνες σεουν τον ουραν
κι νας μνος γεμζει τον κσμο.

Μονχα εσ κι εγ,
μονχα εσ κι εγ, αγπη μου,
τον ακομε.

   Ω Πευκνα Μου, Εσ, Απραντε…

Ὦ πευκνα μου, ἐσ, ἀπραντε,
φλοῖσβε τῶν παρχθιων κυμτων,

σιγαν πηγαινλα τῶν φτων,
τῆς ἐκκλησιᾶς καμπνα κατμονη,
στλα ἑσπεριν πο ραντζεις τ δικ σου τ μτια,
παναγα μου, κουκλ μου πεντμορφο,
τῆς στεριᾶς ἀχιβδα, μσα σου ἐσνα τραγουδει το χῶμα!

Μσα σου τραγουδᾶν τ ποτμια,
και ἡ ψυχ μου πλει μαζ τους

και πει ὃπου ἐσ θλεις και ὃπου ἐσ ἀγαπᾶς.
Χραξ μου ἓνα δρμο στο τξο ἐδῶ τῶν προσδοκιῶν σου,
κι ἐγ, μσα σ παραλρημα,
ἐξαπολω τῶν βελῶν μου τ σμνη.

Και ἐγ βλπω ἐδῶ τρα γρω μου
να με σφγγει τῆς ὁμχλης σου ἡ ζνη
και ἡ σιωπ σου να πνγει τς ἀλαφιασμνες μου ὧρες,
σ ξρω, εἳσαι ἐσ, με τ πτρινα χρια σου, διφανη
ἐκεῖ ὁπο δνουν οἱ φελοῦκες τῶν φιλιῶν μου
κι ὃπου φωλιζουν οἱ κθυγροι πθοι μου.

Ὦ ἐκενη ἡ μυστηριακ φων σου
ὁπο την βγατανει και τ λυγει στα δο ἡ ἀγπη,
καθς ἀντιλαλεῖ τ σορουπο και σβνει πρα!
Ἒτσι σε μχιες ὧρες ἒχω ἰδεῖ κι εγ στον κμπο τ στχυα
να λυγᾶνε ἀπ’ το στμα το ἀνμου.

           Απουσα

Σε χω μετ βας αφσει,
εσαι μσα μου, κρυσταλλνια,
τρμοντας,
με ανησυχα, πληγωμνη απ μνα,
κυριευμνη απ αγπη, πως ταν τα μτια σου
κλενουν μπροστ στο δρο της ζως
αυτ που και τρα και πντα σου δνω.

Αγπη μου,
βρκαμε ο νας τον λλο
διψασμνο και πιαμε
λο το νερ και το αμα,
βρκαμε ο νας τον λλο
πεινασμνο
και με δγκωσες και σε δγκωσα
σαν η φωτι να δγκωνε
αφνοντας πληγς επνω μας.

Μα περμεν με,
φλαξε για μνα τη γλυκτητ σου,
Θα σου δσω ,ακμη,
να τριαντφυλλο.

       Ολο Παζεις Εσ…

Ὅλο παζεις, ἐσ, κθε μρα, ἐσ,
μ τ φῶς τοῦ σμπαντος κσμου.
Επισκπτρια συλφδα τῶν νερῶν κα τῶν κπων.
Δν εἶσαι δ μνο ἐκενη η χρυσ κεφαλ
ὁπο σν ἀνθοδσμη σφιχτ τν κρατω ἐγ
μς στ δυ μου τ χρια.

Κανενς ἀλλουνοῦ δν μοιζεις εσ
ἀπ ττε πο ἐγ σ αγπησα.
Ἄσε ν σ ξαπλσω σ’ ἕνα στρῶμα
ἀπ μηδες κτρινους κι ἀγαπανθος.
Ποις ειν’ ἐκεῖνος ἐκεῖ πο γρφει τ’ ὄνομ σου
με ψηφα καπνοῦ στ’ ἀστρια τοῦ Ντου!
Ἄσε με… ἄσε με ν σ ἀναπολσω ὅπως εἴσουν
προτοῦ ν’ ἀνασπασθεῖς κα ἔβγεις στν ὕπαρξη.

Κα εὐθς, δς, ἀλαλζει ὁ ἄνεμος
κα δρνει τ κλειστ μου παρθυρα.
Ὁ ουρανς εἶναι μι’ ἀπχη φσκα ὥς ἀπνου
μ ψρια μαῦρα, ἀνλιαγα.
Κι ἐδῶ, ἐδων, κοπζουν ὅλοι οἱ ἀνμοι, ὅλοι τους ἐδων.
Και ττε ἡ βροχ ἐγυμνθη.

Πουλι περνᾶνε πετομενα.
Οἱ ἄνεμοι. Οἱ ἄνεμοι.
Μνος μου ἐγ κα ἀναμετριμαι μ τῶν ἄλλων τ δναμη.
Ὁ ἀνεμοστρβιλος σρνει μαζ του
κα μουρλανει τ μπακιρνια φλλα
κα ξελνει τ’ ἄρμενα ὅλα τ μικρ,
τ’ ἀπ χτς ἀραγμνα στ’ ουρανοῦ τ μῶλο.

Ἐσ εἶσαι ἐδῶ. Ἐσ δε φεγεις, δν πετᾶς.
Κ εσ ὥς τ τλος θ εἶσαι κα θ μοῦ ἀπαντᾶς
στος βγγους κα τ μουγκρητ μου.
Ἐπνω μου ν 'ρθεις ν κουλουριαστεῖς
σν ν σ’ ἔχουνε σκιξει.
Κπου-κπου αδσποτοι ξεπορτζαν ἀπ’ τ μτια σου ἥσκιοι
ξνοι, παρδοξοι.

Κα τρα, τωραδ, ἐδῶ,
μανοσια μοῦ φρνεις κα δυοσμαρνια, μωρ μου,
γι’ αὐτ κι ἔτσι εὐωδιζουν τ στθη σου.
Τν ὥρα ὁπο ὁ ἄνεμος μελαγχολικς καλπζει
σφαγιζοντας πεταλοῦδες
ἐγ σ’ ἀγαπω,
κι ἡ ἔξαρσ μου δαγκνει βαθι
τα δαμσκηνα τοῦ στματς σου.

Πσο ἔχεις στ’ ἀλθεια πονσει,
ὥσπου ν 'βρεις τ χογια μου,
ὡσπο να 'βρεῖς τν ψυχ μου τ μοντη κι ἀνμερη
κα τ ὄνομ μου πο ὅλους τος κνει κα τρμουν…
Πσες κα πσες φορς δν εἴδαμε τ φῶς τοῦ αὐγερινοῦ
ν μᾶς φιλει τ μτια
κα πνω ἀπ’ τ κεφλια μας τ χραμα κυκλοδωκτο
ν’ ἀνογει ὡσν ριπδιο.
Τ λγια μου σ μοσκεψαν θωπεοντς σε.
Καιρς πει πολς πο ἀγπησα
τ ἡλιλουστο σῶμα σου, τ μαργαριταρνιο.
Κα πιστεω ἔτσι πς ἐγ εἶμαι ο κριος
του σμπαντος ὅλου.
Θ σοῦ φρω ἀπ’ τα βουν λουλοδια ἐξασια,
κλλιες, ζουμπολια
και βελανδια γερνια, κι ἕνα κοφνι φιλι.

Θλω ν κνω μαζ σου
αυτ πο κνει κι ἡ ἄνοιξη στς κερασις.

Αν με ξεχσεις

Aν με ξεχσεις…
να θλω να ξρεις.

Ξρεις πς εν’αυτ:
κοιτζω
το κρυστλλινο φεγγρι, το κκκινο κλαδ
του αργο φθινοπρου στο παρθυρ μου,
αγγζω
πλι στη φωτι
την ατραχη στχτη
το ρυτιδωμνο σμα του ξλου,
κι λα με φρνουν σε σνα,
λες και ,τι υπρχει,
αρματα, φως, μταλλα,
εναι μικρ πλεομενα που ταξιδεουν
προς τα νησι σου που με περιμνουν.

Ωστσο,
αν λγο λγο πψεις πια να μ’αγαπς
θα πψω κι εγ να σ’αγαπ λγο λγο.

Κι αν ξαφνικ
με ξεχσεις
μην ψξεις να με βρεις,
θα σ’χω λησμονσει.

Αν θεωρσεις τι κρατει πολ κι εναι τρελς
ο νεμος απ σημαες
που περνει απ’τη ζω μου
κι αποφασσεις
να με αφσεις στην χθη
της καρδις που χω ρζες,
σκψου
πως εκενη τη μρα,
την ρα εκενη
θα σηκσω τα χρια
και θα βγουν οι ρζες μου
για να βρονε λλη γη.

μως
αν κθε μρα,
κθε ρα,
νιθεις προορισμνη για μνα
με γλυκτητα αψεγδιαστη.
Αν κθε μρα ανεβανει
να λουλοδι στα χελη σου για να με βρει,
αχ αγπη μου, αχ δικι μου,
μσα μου λη τοτη η φωτι θα επαναλαμβνεται,
μσα μου τποτα δε θα σβσει οτε θα ξεχαστε,
η αγπη μου τρφεται απ την αγπη σου, αγαπημνη,
κι σο θα ζεις θα εναι μες στην αγκαλι σου
χωρς απ’τη δικ μου να φγει.

M' Aρσεις μα Σωπανεις…

Μ’ ἀρσεις ἅμα σωπανεις,
ἐπειδ στκεις ἐκεῖ σν ἀπουσα

κι ἐν μν ἀπ’ τ πρατα μ ἀκοῦς,
ἡ φων μου ἐμνα δν σ φτνει.
Μοῦ φανεται ἀκμα ὅτι τ μτια μου
σ σκεπζουν πετντας

κι ὅτι ἕνα φιλ, μοῦ φανεται,
στ χελη σου τ σφραγδα του βνει.

Κι ὅπως τ πργματα ὅλα ποτισμνα εἴναι
ἀπ τν ψυχ μου,

ἔτσι ἀναδεσαι κι ἐσ , μς ἀπ' τ πργματα,
ποτισμνη ἀπ' τ δικ μου ψυχ.
Τοῦ ὀνερου πεταλοδα, τῆς ψυχῆς μου
ἐσ τῆς μοιζεις ἔτσι,

σν ὅπως μοιζεις
κα στ λξη μελαγχολα, καθς ἠχεῖ.

Μ' ἀρσεις ἅμα σωπανεις,
ἐπειδ στκεις ἐκεῖ σν ξενητει.

Κι ἅμα κλαῖς μοῦ ἀρσεις,
ἀπ’ τν κονια σου πεταλοδα μικρ μου ἐσ.
Κι ἐνῶ μν ἀπ’ τ πρατα μ ἀκοῦς,
ἡ φων μου ἐμνα δν μπορεῖ ν σ' ἀγγξει:
Ἄσε με τρα ν βυθιστῶ κι ἐγ σωπανοντας
μς στ δικ σου σιωπ.

Ἄσε με τρα ν σοῦ μιλσω κι ἐγ
μ τ σιωπ τ δικι σου

πο εἶναι ἀπριττη σ δαχτυλδι ἀρραβνων
κα πο λμπει σν ἀστραπ.
Εἷσαι ὅμοια ἡ νχτα, ἀγπη μου,
ἡ νχτα πο κατηφορζει ἔναστρη.
Ἀπμακρη κα τση δ
κι ἀπ' στρα φτιαγμνη

εἶναι ἡ δικι σου σιωπ.

Μ' ἀρσεις ἅμα σωπανεις,
ἐπειδ στκεις ἐκεῖ σν ἀπουσα.

Μακριν κι ἀπαρηγρητη,
σ ν σ σκπασε χῶμα.

Μι λξη μνο ἄν πεῖς,
ἕνα χαμγελο -μοῦ ἀρκεῖ

γι ν πανηγυρσω πο εἶσαι ἐδῶ
κοντ μου ἀκμα.

           Απραντη

Βλπεις αυτ τα χρια; χουν μετρσει
τη γη, χουν ξεχωρσει
τα ορυκτ απ τα δημητριακ,
χουν κνει ειρνη και πλεμο,
χουν καταρρψει τις αποστσεις
λων των θαλασσν και ποταμν,
κι μως
ταν σε διατρχουν
εσνα, μικρ
σπειρ απ στρι, κορυδαλλ,
δεν φτνουν να σε περικλεσουν,
κουρζονται πλησιζοντας
τα δδυμα περιστρια
που αναπαονται πετν στο στθος σου,
διατρχουν τις αποστσεις των ποδιν σου,
τυλγονται στο φως της μσης σου.

Για μνα εσαι θησαυρς πιο φορτωμνος απ απερανττητα
πιο κι απτη θλασσα κι απ’ τα τσαμπι της.
Κι εσαι λευκ και γαλαν κι εκτεταμνη σαν
την γη στον τργο.

Σ’ αυτ την περιοχ,
απ τα πδια ως το μτωπ σου,
προχωρντας, προχωρντας προχωρντας
θα περσω τη ζω μου.

   Ο Πηλοπλστης

λο σου το σμα χει
κοπα γλκα προορισμνη σε μνα.

ταν σηκνω το χρι
βρσκω σε κθε μρος να περιστρι
που με περμενε, σαν
να σε εχαν, αγπη μου, κνει απ πηλ
για τα δια μου τα χρια του πηλοπλστη.

Τα γνατ σου, τα στθια σου,
η μση σου
λεπουνε μσα μου πως στο κεν
μιας διψασμνης γης
απ που απσπασαν
μα μορφ,
και οι δυο μαζ
εμαστε πλρεις πως νας μνο ποταμς,
πως μια μνον μμος

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers