Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Εκδοθέντες 

Χατζηστεφάνου Παναγιώτης: Επώνυμη

 

                                          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

     Περπατάω και αγκαλιάζω τα ηλίθια βιβλία σφιχτά πάνω μου. Δεν με προστατεύουν ούτε από τον αέρα ούτε από την πλήξη. Το κρύο δεν λέει να κοπάσει, διαπερνάει το φτηνό μπουφάν, τα ακόμα φτηνότερα παπούτσια που φοράω. Βιάζομαι. Προσπερνάω το θλιβερό καφενείο στην πλατεία, νιώθω τις ματιές των γέρων να γλιστράνε καταπάνω μου μέσα από τα λιγδωμένα τζάμια, τους χαμογελάω. Με χαιρετάνε, λες και με νοιάζει. Με ένα μου χαμόγελο κάνουν όνειρα για ένα μήνα ο καθένας τους -αν υποθέσουμε ότι τους έχει μείνει ένας μήνας ζωής, αν υποθέσουμε ότι είναι ζωντανοί.
     Έχω μόλις βγει από το φροντιστήριο, όπου ο πατέρας μου χάνει τα φράγκα του και εγώ τον χρόνο μου. Πίσω μου, το τσούρμο διαλύεται σιγά-σιγά. Οι κουβέντες για τις εξετάσεις χάνονται μέσα στο παγωμένο απόγευμα, γεμίζουν τον αέρα με καταδικασμένες φιλοδοξίες, μάταιες ανησυχίες και παγωμένα χνώτα. Τουλάχιστον δεν είμαι σπίτι, τουλάχιστον φλερτάρω με τον Τέλη, σκέφτομαι, και βιάζομαι λίγο περισσότερο. Πάω στο κομμωτήριο της θειας Μαρίκας, να βοηθήσω, δήθεν. Η αλήθεια είναι ότι πηγαίνω εκεί κάθε απόγευμα επειδή είναι το μοναδικό μέρος σε αυτό το κωλοχώρι που μυρίζει κάτι διαφορετικό από κοπριά, μούχλα και φυτοφάρμακα. Μου αρκεί αυτό.
     Μέσα σε κάθε σύννεφο λακ, καθώς ανακατεύω ακόμα ένα μπολάκι βαφής με αμμωνία, ξεχνάω για λίγο ότι είμαι μια 17χρονη ψιλό-αμόρφωτη χωριάτα παγιδευμένη σε ένα ακριτικό αδιέξοδο. Περιμένοντας να πιάσει το ντεκαπάζ της μιας και της άλλης, ονειρεύομαι, χάνω λίγα κιλά, βγάζω τα φρύδια μου, φτιάχνω μια τσάντα, παίρνω το λεωφορείο, δραπετεύω. 'Έχω ήδη κόψει το φαγητό, μαζεύω τα φιλοδωρήματα, έχω μάθει απ΄έξω το δρομολόγιο. Δεν τολμάω να τα πω όλα αυτά σε κανέναν, άλλωστε δεν έχει νόημα. Τι θα κατάφερνα; Να μου πούνε ότι είμαι τρελή, να το πούνε στον πατέρα μου, να βάλει τις φωνές, να το μάθει η μητέρα μου, ν' αρχίσει τα κλάματα; Δεν γουστάρω σκηνικά, θα την κάνω νύχτα, προτιμώ. Η εναλλακτική είναι χειρότερη από θάνατο, να μείνω εδώ δηλαδή, στο χωριό, χριστέ μου!
Θα' ναι μεγάλη η στεναχώρια τους μόλις βρω το θάρρος να ανέβω στο ΚΤΕΛ, αλλά πιο πολύ με πιάνει πίκρα όταν σκέφτομαι πως θα περάσουνε την υπόλοιπη ζωή τους εδώ. Εδώ στο πουθενά, όπου οι νύχτες και οι μέρες είναι απλές εναλλαγές θερμοκρασίας και φωτός, σκιάς και ασημαντότητας.
     Ο Τέλης με ακολουθεί, προφανώς από το φροντιστήριο. Με κόβει μέσα από ένα σοκάκι, έρχεται αναψοκοκκινισμένος, μου μιλάει. Τον τελευταίο καιρό εμφανίζεται στο μάθημα με το μαλλί καρφάκι, το τζιν πλυμένο, φρεσκοξυρισμένος. Το κάνει για μένα, μπας και πιάσουνε τόπο τα αστεία και τα κομπλιμάν του. Δεν μου κάνει κουράγιο να του εξηγήσω ότι για μένα δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένας θαυμαστής - ο πρώτος μου, αλλά ο πρώτος από πολλούς. Μπορώ να του δώσω λίγο χρόνο, άντε ένα χαμόγελο, αλλά όχι και να του δοθώ. Συγγνώμη Τέλη μου, υπάρχει ουρά, είναι πολλοί που περιμένουν, εγώ όμως είμαι μια και μοναδική, είμαι εκείνη.
     Επ! Που πας; Κοντοστέκεται μπροστά μου, μια με κοιτάει στα μάτια, μια κοιτάει τριγύρω. Που να πάω ρε συ Τέλη, όπου κάθε απόγευμα, στο κομμωτήριο της θειας μου. Θες να πάμε καμιά βόλτα; Μου ζητάει να βγούμε. Ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να γίνει και τίποτε, αλλά ποντάρει στην βαρεμάρα μου, συνήθως κερδίζει. 'Έχω περάσει ατελείωτα απογεύματα δίπλα του, αυτός μιλάει για αμάξια, αλητείες που δήθεν κάνει με τους κολλητούς του, τους φίλους του στην Αθήνα. Εκεί είναι το μοναδικό σημείο που δίνω προσοχή, πετάω την τσίχλα από το στόμα.
     Πάμε ρε συ όπου θες, πάμε στο Νώντα για σουβλάκια, πάμε στην καφετέρια στο Χιλιό, πάμε μέχρι Σαλονίκη αν γουστάρεις, εγώ οδηγάω, δεν έχω πρόβλημα, συνεχίζει, επίμονα. Καλά, σου στέλνω μήνυμα μόλις ξεμπερδέψω και βλέπουμε, 'ντάξει, του λέω, κοιτάω το ρολόι μου, επίτηδες, για να τον αγχώσω.
     Προχωράω χωρίς να του πω ούτε γεια, μόνο τινάζω τα μαλλιά μου, έτσι. Αισθάνομαι στην πλάτη την χαρά που του έδωσε η υπόσχεση μου, την αγωνία που θα του φέρει η προσμονή. Τον έχω συνηθίσει στα καψόνια, τρεις στις πέντε φορές εξαφανίζομαι, το μήνυμα δεν χτυπάει ποτέ στο κινητό του, το δικό μου το κλείνω.
     Βιάζομαι, ξανασφίγγω τα βιβλία πάνω μου, σκέφτομαι πολλούς Τέληδες, να μου ανοίγουνε πόρτες σε λουσάτα αμάξια, να μου τραβάνε καρέκλες να κάτσω, να με κοιτάνε με την ίδια αμηχανία.
     Πρέπει να χάσω κιλά, πρέπει να μαζέψω λεφτά, πρέπει να πάρω το λεωφορείο, σκέφτομαι και σπρώχνω την τζαμένια πόρτα του κομμωτηρίου. Η ζεστή, πυκνή, αρωματισμένη ατμόσφαιρα μπουκάρει στα παγωμένα μου ρουθούνια και αισθάνομαι ότι για ένα ακόμα απόγευμα θα ζήσω.

                                             ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

     Την προλαβαίνω στην γωνία -ούτε που κατάλαβα για πότε έφυγε από το φροντιστήριο. Ούτως ή άλλως δεν θα της την έπεφτα από δίπλα, μπροστά σε όλα τα μπακούρια, δεν γουστάρω να ακούω μαλακίες. Αν κάτσει, τότε αλλάζει, ας το μάθουν. 'Αλλο παρατρεχάμενος καψούρης, άλλο επίσημος γκόμενος κι έτσι.
     Την γουστάρω, μέσα σε όλη την μιζέρια του χωριού εκείνη είναι σαν να έχει έρθει απ' αλλού, μπορεί από το εξωτερικό. Κοιτάζει με βλέμμα σαν αυτό που έχουν τα μοντέλα στα εξώφυλλα. Γυάλινο, κατάματα. Είναι μελαχρινή, ψηλή, αδύνατη, μεγάλα βυζιά, τέλεια.
     Δεν ξέρω αν νοιάζεται για μένα, χέστηκα να σου πω την αλήθεια. Σορόπια, μπα, δεν ψάχνομαι για σχέση κι έτσι, δεν μπορώ, πνίγομαι - αλλά να την γαμήσω σίγουρα το θέλω, και ακόμα καλύτερα να την βγάζω έξω, Σαββάτο στην πλατεία, να με βλέπουνε οι άλλοι και να τρώνε ήττα, ναι!
     Το παίζω σκυλάκι της, δεν με παίρνει κι αλλιώς. Είναι η πρώτη γκόμενα στα μέρη μας, το ξέρει, μπορώ να σου πω καλύτερη από κάτι σούργελα που βλέπεις στην τηλεόραση. Είναι λίγο ψωναρέ μα δεν με χαλάει καθόλου, μην σου πω ότι με φτιάχνει κιόλας. Αυτό το υφάκι, αφ' υψηλού και υπεράνω, με κάνει να αισθάνομαι ότι όποτε είμαι δίπλα της κάτι γίνεται, κάτι συμβαίνει.
Έχω και τίποτε καλύτερο να κάνω; Με το κώλο-αμάξι του πατέρα μου έχω γυρίσει όλο το νομό ίσα με χίλιες φορές, έχω ανέβει και κατέβει όλες τις πλαγιές και τα κεφαλοχώρια, ξέρω σε τι φλιτζάνι σερβίρουν τον καφέ σε απόσταση εκατό χιλιομέτρων. Πίκρα.
     Οι κολλητοί μου την σπάνε: ή θα λένε παπαριές για τα φράγκα που έχασε ο μπάρμπας στο χρηματιστήριο ή θα μου τα πρήζουνε με ζόρια και νταλκάδες για κάτι γκόμενες που ούτε για φτύσιμο δεν είναι. Τον τελευταίο καιρό έχουν φάει κόλλημα με τα σκυλάδικα, δεν μπορώ καθόλου, κακό τριπάκι. Θυμάμαι φάσεις που χτυπιόμαστε όλη νύχτα, μαγαζί ολόκληρο, με το που έπεφτε μια τρανσιά, φεύγανε τα τασάκια και σπάγανε ποτήρια από το μπάσο σου λέω, και τώρα τους βλέπω να πιάνουνε το μικρόφωνο και να γαβγίζουνε κάτι Ρέμους στην πίστα και ξερνάω, χάλια. Τι ζόρια τραβάνε τα τυπάκια δεν μπορώ να καταλάβω.
     Σπίτι δεν το συζητάω - γονείς, σόγια κι έτσι, δεν λέει να κάθομαι με τίποτε. Τέλη αυτό, Τέλη εκείνο, τα παίρνω στην κράνα, γίνομαι βίδες, με τίποτε. Να διαβάσω, να δώσω εξετάσεις, να πάω στην σχολή, να πάω στρατό, να γυρίσω πίσω, να ανοίξω μαγαζί, δεν έχει τελειωμό το κήρυγμα.
     Σφίγγει τα βιβλία επάνω της λες και τα αγαπάει - δεν νομίζω να τα έχει ανοίξει και ποτέ. Κάνει ψόφο, αλλά το μπουφάν δεν λέει να το κουμπώσει. Της λέω να πάμε μια βόλτα, μου λέει πάλι για το κομμωτήριο της θειας της. Τι σκατά γουστάρει και περνάει ώρες εκεί μέσα με τις κυράτσες και τις κατίνες, δεν καταλαβαίνω. Πάω πάσο, καλύτερα κουλαριστός, δεν θέλω να νομίζει ότι καίγομαι για την πάρτη της. Και' γώ στο κάτω κάτω μια χαρά παίδαρος είμαι, δεν είναι και λίγα τα φίνα γκομενάκια που με πάνε με χίλια. Κάτι μου λέει για μήνυμα στο κινητό μετά, δεν δίνω σημασία, το 'χω δει το έργο. Στο περίμενε της Vodafone, η χειρότερη μου. Της λέω ΟΚ, θα περιμένω.
     'Αμα δεν στείλει sms με βλέπω να ξημερώνομαι πάλι σε κάνα chat. Όποτε μου την βαράει μπαίνω στο internet και δουλεύω ψιλό γαζί καμία μόνη κι έρημη αδερφή, σπάω πλάκα με όποιον κακομοίρη πούστη φαντάζεται και καλά ότι βρήκε τον γαμιά της ζωής του. Μασάνε και έχουνε πολύ γέλιο, ειδικά οι φωτογραφίες που μου στέλνουνε, με κάτι άθλιους κώλους τουρλωμένους πάνω σε σομιέδες, μόνοι και αγάμητοι σε κάτι δυαράκια για κλάματα.

{...   ...   ...}                 Τελική Διόρθωση 23/11/2004

                                                Παναγιώτης Χατζηστεφάνου
___________________________________________________

   (Τέλος αποσπάσματος από το αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο του, "Επώνυμη" που κυκλοφόρησε σε χίλια αριθμημένα αντίτυπα, με προσωπική έκδοση και τον ευχαριστώ πολύ, που μου επέτρεψε να φιλοξενήσω ένα κομμάτι του. Να 'ναι καλά!)
   (Παράλειψή μου: Όλο το βιβλίο, αναρτάται στο μπλογκ του. Συγγνώμη!)

                                               Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers