-


Dali &









/




 
 

 

:

     Το μυρωμνο λιβδι που διασκεδζουν οι αισθσεις, να απ τα αριστουργματα της αραβικς ερωτικς λογοτεχνας, γρφτηκε μετ απ παραγγελα του βεζρη του σουλτνου της Τνιδας. μως, διατηρε ακραια τη πηγαα αμεστητα της αραβικς θυμοσοφας, περιγρφοντας -λλοτε με αφλεια κι λλοτε περισποδαστα, πντα, ωστσο, με χρη και με γνση- λες τις μορφς του σαρκικο ρωτα και την τεχνικ τους, παραθτοντας ποικλες πρακτικς συμβουλς και διανθζοντας με χυμδη ανκδοτα και πιπερτες ιστοριολες. Μα πρτα απ λα, εναι νας μνος στον ρωτα, στο κορμ και στο Θε που προκισε τους ντρες και τις γυνακες με το σμα και τα μλη του, για να τα χρησιμοποιον και να τα απολαμβνουν: μια αραβικ ελεγεα στις χαρς των αισθσεων, που μσα της ανακλαδζεται νωχελικ, πλανετρα παθιρικη και μαυλστρα η Ανατολ, καλντας τον αναγνστη σε να ονειρικ ταξδι σε αναζτηση της χαρς του κορμιο, χωρς καννα ταμπο, απιθνοντς τον ανλαφρα πνω σε να ιπτμενο χαλ για να ζσει Μα απ τις Χλιες και μα νχτες.

(απσπασμα απ το βιβλο του Αμπο Αμπνταλχ Μουχμαντ Αλ Ναφζουι "Το Μυρωμνο Λιβδι που Διασκεδζουν Οι Αισθσεις" που γρφτηκε το πρτο μισ του 15ου αινα στην Τυνησα, κατ παραγγελα του σουλτνου Αμπο Φαρς.)

-------------------------------------------------------------------------------------------

                            ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ: οι πονηρις των γυναικν

     Μθε, ω βεζρη -ο Θες να σε σπλαχνιστε- πως οι γυνακες χουν απθεμα απ πολλς πονηρις, πως οι απτες τους εναι εκπληκτικς, πιο πολυμχανες ακμα και απ εκενες του Σαταν. Ο Επουρνιος Θες λει στο Κορνι: «Οι απτες του Σαταν ταν μεγλες, των γυναικν μως αποδεχτηκαν ακμα πιο αποτελεσματικς, εν του Σαταν εξασθνησαν».
     Διηγονται πως νας ντρας αγαποσε μια γυνακα που εχε κορμ τλειο, καλλον, κορμοστασι μεγαλπρεπη κι αρμονικ μλη. Της στειλε πολλς φορς μηνματα, σκνταφτε μως στην ρνησ της να ανταποκριθε στον ερωτ του. Σπατλησε μεγλη περιουσα για να κνει δρα σ' αυτ τη γυνακα, χωρς να βρει τον δρμο που οδηγοσε στη καρδι της. Μια μρα, επισκφτηκε μια γερντισσα πολ μεγλης ηλικας και της νοιξε τη καρδι του.
 -"Αν εναι θλημα Θεο", του επε κενη, "θα σε κνω να φτσεις το σκοπ σου. Δεν το ξρεις πως ο Θες μας κανε πιο ικανς στην απτη εν αποδυνμωσε τον Σαταν";
     Τα λγια αυτ δσανε στον ντρα μεγλη χαρ. Η γερντισσα πρε τις πληροφορες της για το σπτι που κατοικοσε η ωραα, για να πει να την επισκεφτε. Της επαν πως το σπτι αυτ το φλαγε μια σκλα που δεν επτρεπε σε καννα να μπει, φυλακζοντας ακμα και το πουλ στον αρα, εμποδζοντς το να κατβει στο δαφος. Μλις το μαθε αυτ η γερντισσα ετομασε φαγητ απ κρας ζυμωμνο με αλερι κι λλα παρμοια. Το τλιξε και το πρε μαζ της μχρι που μπκε στο σπτι. Ττε μονχα βγαλε το φαγητ αυτ. Σαν το εδε η σκλα, πδησε απ χαρ κι κανε καλ υποδοχ στην επισκπτρια. Εκενη δωσε το φαγητ. Το ζο το φαγε, εν η γερντισσα το χιδευε στην ρχη λγοντας:
 -"Τι ευχριστο αντμωμα, αδερφολα μου! Τι ωραα κπληξη, ω εσ που πρες τη θση της κρης που λαχταροσα να αποκτσω! Τι χαρ να σε βλπω, ω πολυαγαπημνη μου, ω συγγεν μου, ω εσ που εσαι καλτερη απ τους παρδες"! Στο μεταξ, η γυνακα, η κυρ του σπιτιο, παρακολουθοσε το θαμα αυτ και το ξφνιασμα της μεγλωνε ολονα. Ρτησε:
 -"Ω γερντισσα, τι σημανουν αυτς οι πρξεις κι οι χειρονομες σου; Και πρτα απ' λα, γιατ εσαι η μνη που μπρεσες να μπεις στο σπτι, εν η σκλα δεν αφνει κανναν; πειτα, πς συμβανει, αυτ το ζο που δεν ανχεται κανναν, να κνει χαρς σε σνα; Και τρτο, γιατ χαιρετς τη σκλα ονομζοντας τη «αδερφολα μου», «πολυαγαπημνη μου», «συγγεν μου», «καλτερη απ τους παρδες»; Με κνεις να πιστψω πως εσαι βλαμνη στο μυαλ! Πως η ανοησα σου χει ξεπερσει κθε ριο"!
 -"Δεν εμαι βαρεμνη στο μυαλ, δεν εμαι ανητη", αποκρθηκε η γερντισσα. "Αυτ η ιστορα της σκλας εναι εκπληκτικ, η περπτωση της παρξενη".
 -"Θλω να μου την διηγηθες".
 -"Ω κρη μου, μθε πως η σκλα εχε ανθρπινη μορφ σα τη δικ σου. 'Αλλαξε μως, πως τη βλπεις, σε ζο".
 -"Ω κυρολα, γιατ μια ττοια μεταμρφωση";
 -"ταν η μικρ πολυαγαπημνη μου συγγενς, την εχα το πιο ακριβ πλσμα στη καρδι μου. Εχε εκθαμβωτικ ομορφι, κορμ τλειο. Φρεσε μα μρα ,τι μποροσε να τονσει την ομορφι της, βγαλε ,τι μποροσε να την ασχημνει και ξεκνησε πει στον γμο ενς αγαπητο μας φλου. Στον δρμο, τη συνντησε νας ντρας, την κοταξε και μσα του ρζωσε μεγλος ρωτας. Μρες ολκληρες προσπθησε να βρεθε μνος μαζ της, εκενη μως αρνιταν και απφευγε να τον δει. Ο ντρας αυτς σπατλησε περιουσες για να καταφρει να τη συναντσει, εκενη μως τον απκρουε. Μια μρα λοιπν της επε:
 -«Αν εξακολουθσεις να με αποδιχνεις, ω πολυαγαπημνη, θα παρακαλσω τον Θε να σε μεταμορφσει σε σκλα».
 -«Παρακλεσε τον Θε ,τι θλεις», αποκρθηκε κενη. Κι αυτς παρακλεσε τον Θε κι η κοπλα γινε αυτ που βλπεις τρα".
 -"Κι εγ, τι θ' απογνω, ω κυρολα;" ρτησε η ωραα. "νας ντρας χει χσει τα λογικ του μαζ μου, πει καιρς τρα που μου στλνει μηνματα που θλει να σμξει μαζ μου, που λαχταρ την επαφ, ξοδεοντας ποσ για να φτσει στο σκοπ του. Κι εγ αρνιμαι να του δσω τη συγκατθεση μου. Φοβμαι τρα μπως παρακαλσει τον Θε για μνα, πως γινε με τη σκλα"!
 -"Φυλξου απ τον κνδυνο, πριν χεις κι εσ την δια μορα", τη συμβολεψε η γερντισσα.
 -"Ω κυρολα, τι μσο να χρησιμοποισω για να καταπρανω τη λαχτρα του, να θεραπεσω το πθος του; Ποιον θα μποροσα να στελω να του πει το μνυμα μου";
 -"Γι' αυτ τη καλ πρξη, προσφρομαι να γνω εγ μεσολαβητς", δλωσε η γερντισσα. "τσι τρα, στα στερν μου θα κερδσω τη χρη και την ανταμοιβ. Δχομαι να σε γλιτσω απ αυτ τη κινομενη μμο που εσαι χωμνη".
 -"Ω κυρολα, αν εναι αυτ γραμμνο να συμβε, ας γνει η συνντηση στο σπτι σου και με τη δικ σου μεσολβηση".
 -"Ναι, αν εναι θλημα Θεο".
     Η γερντισσα τρεξε στον ντρα να του αναγγελει την καλ εδηση. Κατπιν καννισε τη συνντηση για την λλη μρα στο σπτι της κι ειδοποησε την ωραα που κανε χαρ μεγλη. τσι λοιπν, τη καθορισμνη ρα, ντθηκε με τα πιο πλουμιστ φορματα που εχε και στολστηκε, πγε στο σπτι της γερντισσας και κθισε να περιμνει τον ερχομ του ντρα. Επειδ μως εκενος δεν παρουσιαζταν, η γερντισσα φυγε σε αναζτηση του. Δεν τον βρκε μως. τσι κλησε η μρα κι φτασε το ηλιγεμα. «Η κατληξη της υπθεσης βρσκεται στα χρια του Θεο. Εδ που τα λμε δε το πολυπστευα πως θα εχε επιτυχα το σχδιο. Να που τρα μως η καρδι της επισκπτρις μου εναι δοσμνη στην συνουσα, η λαχτρα φοντωσε ανμεσα στα μερι της και το ζεστ της μρος κνει συσπσεις, πρπει να βρω ναν ντρα, να σβσει την δψα της. σο για τον λλο, που φειλε να ρθει στη συνντηση, αριο, αν εναι θλημα Θεο, θα τον κανονσω», μονολγησε η γερντισσα. Κοταξε δεξι-ζερβ και να που το βλμμα της πεσε σ' να νιο. Δεν εχε ξαναδε λλο πιο τλειον απ αυτν.
 -"Ω παλικρι", του επε, "αν συναντοσες τρα αμσως μια γυνακα με νιτα, κορμ τλειο, ομορφι, λμψη, με πρμα τροφαντ και λευκ, τι λες, θα θελες να τη συνουσισεις";
 -"Αν η περιγραφ σου ανταποκρνεται στην αλθεια, θα πρεις να χρυσ φλουρ". Της δειξε το χρυσ φλουρ και τη πρε στο κατπι. Η γερντισσα δε γνριζε ββαια ποιος ταν. Μπκε στο σπτι, ειδοποησε την ωραα και συδαλισε την επιθυμα της με τα παρακτω λγια:
 -"Σου φερα να νιο με ωραα θωρι που θα χσει το ργαν του στο ζεστ σου μρος τρα, αυτ τη στιγμ και θα σβσει τη δψα σου". Αφο σκλισε τσι τη φλγα της επιθυμας, βγκε ξω και κλεσε το παλικρι να μπει στο δωμτιο. Πριν τον συναντσει η ωραα, βαλε το μτι στη χαραμδα της πρτας και να που εχε μπροστ της τον σζυγο της αυτοπροσπως. Μπκε με φορια, στο δωμτιο και του δωσε μια γροθι στο στθος.
 -"Ω εχθρ του Θεο", φναξε, "μου λες πντα: «Εγ δε μοιχεομαι, απεχθνομαι την απιστα, δε γνωρζω λλη γυνακα απ σνα.» Με ψετικους ρκους βεβαινεις τα λγια σου κι εγ καραδοκοσα την ευκαιρα να σου στσω μια ττοια παγδα. Να που τρα σε πινω στα πρσα, χω απδειξη για τα ψματα μου αρδιαζες".
     Ο ντρας πστεψε τα λγια της. κανε να φγει κι η γυνακα βγκε μαζ του απ το σπτι. Κοτα, ω αναγνστη, αδερφ, με πση επιδεξιτητα εξαπατον οι γυνακες!
     Διηγονται πως μια γυνακα αγαποσε ναν ντρα δκαιο, ταν γετονας της. Μια μρα, του στειλε κποιο πρσωπο να κνει προτσεις στ' νομα της.
 -"Ο Θες να με φυλει απ' αυτ τη πρξη!" φναξε κενος. "Φοβμαι μπως προσβλω τον Θε, τον Κριο του σμπαντος".
     Η γυνακα επιχερησε πολλς φορς να πετχει τη συγκατθεση του, μταια μως. Βλθηκε ττε να του στνει παγδες, να του σκαρνει πονηρις, χωρς πλι να καταφρει να τονε κνει δικ της. Μια νχτα, λοιπν, πρσταξε τη δολα της:
 -"Σρε ν' ανοξεις τη πρτα και να την αφσεις ανοιχτ. Θα βλω μπρος να τχνασμα για να τονε ξεγελσω". Η δολα κανε πως τη πρσταξε η κυρ της. Σα φτσανε μεσνυχτα, της επε:
 -"Σρε μ' αυτ τη πτρα ξω απ το σπτι και να τη ρξεις δυνατ στην εξθυρα. Εγ θα φωνξω και θα ουρλιξω, εσ μως δε θα τρξεις κοντ μου. Αν μ' ακοσεις ν' ανογω τη θρα, θα τρξεις στην λλη και θα ρξεις πλι τη πτρα προσχοντας πντα να μη σε δει ψυχ. Θα μπεις μνο σαν μαζευτε κσμος για να με προστρξει". Η δολα πραξε πως την εχε προστξει η κυρ της.
     Αυτς ο ντρας που αγαποσε η γυνακα, για να εναι αρεστς στον Θε, δινε πντα καλς συμβουλς στους ανθρπους, ποτ δεν τους φερταν σα να ταν ξνοι, οτε αρνιταν ταν ζητοσαν τη βοθεια του. 'Ακουσε τη πετρι στη πρτα της γειτνισσας και τις φωνς της και ρτησε τη γυνακα του:
 -"Τι τρχει";
 -"Εναι η γειτνισσα μας, φανεται πως την επισκφτηκαν κλφτες", αποκρθηκε η γυνακα. Ο νθρωπος βγκε αμσως απ το σπτι του για να βοηθσει τη γειτνισσα να διξει τους κλφτες. Σα μπκε μως στο σπτι βρθηκε ξαφνικ μνος με τη γυνακα, η οποα τρεξε και σφλιξε λες τις πρτες. Η δολα ττε γαντζθηκε πνω του κι βαλε τις φωνς μαζ με τη κυρ της.
 -"Τι πθατε σεις οι δυο;" ρτησε κενος.
 -"Μα τον Θε", του επε η γυνακα, "αν δεν κνεις μαζ μου ,τι θλω, θα πω στους ανθρπους που θα μπουν εδ πως εσαι ερωτευμνος μαζ μου κι ρθες να με κνεις δικ σου με τη βα".
 -"Ας μη δσει ο Θες να πρξω αυτ που λαχταρς!" φναξε ο νθρωπος. "Αυτ παραβανει τις προσταγς Του κι αψηφ τις εντολς Του". Και προσπθησε να μηχανευτε κτι για να το σκσει. Η γυνακα μως αρνθηκε να τον αφσει να φγει κι ρχισε να φωνζει. ξω μως τανε μαζεμνος κσμος. Ο νθρωπος πρε μεγλο φβο μπως τον κακομεταχειριστε το πλθος.
 -"Κρψε με", επε "και θα κνω ,τι θλεις".
 -"Μπες στα ιδιατερα και θα κλειστ μαζ σου. Θα γλιτσεις μνον αν δσεις τη συγκατθεση σου. Ειδλλως θα πω στον κσμο: «Μ' κανε δικ του με τη βα»". Τονε τρβηξε απ το χρι. Σαν εδε πως ταν τοιμη να κνει πρξη τα λγια της, ο νθρωπος μπκε στο ιδιατερο δωμτιο κι κλεισε τη πρτα. Εκενη γρισε το κλειδ στη κλειδαρι και παρουσιστηκε γργορα μπροστ στον κσμο που εχε γεμσει το σπτι. Τον κανε να πιστψει αυτ που θελε κι απαλλχτηκε απ την παρουσα του. Οι εξθυρες του σπιτιο αμπαρθηκαν.
     Μια βδομδα κρτησε τον ντρα φυλακισμνο σπτι της. Τον φησε να φγει μνο αφο τον κανε να υποστε τις τελευταες προσβολς. Στον νου σου. λοιπν, να χεις, ω αναγνστη, τις απτες των γυναικν και το φρσιμο τους!
     Διηγονται πως νας ντρας ασκοσε το επγγελμα του αχθοφρου κι εχε να γιδαρο που τονε χρησιμοποιοσε για υποζγιο. Εχε μια γυνακα θερμ που αγαποσε τη συνουσα και δεν ντεχε οτε μρα χωρς αυτ. Το πρμα της τανε τσο βαθ που μνον να ργανο μεγλων διαστσεων μποροσε να την ικανοποισει. Ο ντρας της σπνια τη συνουσαζε. ταν επστρεφε κοντ της μετ τη δουλει της ημρας, ταν αποκαμωμνος απ τη κοραση, δειπνοσε κι πεφτε κατευθεαν για πνο αφνοντας σε κενη τη φροντδα να ποτσει και να τασει τον γιδαρο.
     Η γυνακα ττε πλησαζε τον γιδαρο, βαζε το σαμρι του ζου στη δικ της ρχη, παιρνε με τα δυο χρια της λγο απ τα περιττματα και τα ορα του, πρσθετε νερ και τα ζμωνε λα, στερα λειφε μ' αυτ το μγμα τα χελη του ζεστο της μρους κι πεφτε στα τσσερα, μπροστ στο ζο. Εκενο τη πλησαζε, τη μριζε και πιστεοντας πως εχε μπροστ του γαδορα, βγαζε τ' ργανο του και της ορμοσε. Η γυνακα παιρνε τ' ργανο στα χρια της, το τριβε στα χελη του ζεστο της μρους και το 'βαζε μσα της μχρι που εξαφανιζταν. στερα ανατρχιαζε, χοντας πντα μσα της το ργανο του γαδρου, μχρι τη στιγμ που ερχταν η ηδον. Το γαδορι συνθισε τις πρξεις αυτς που του αρσανε πολ. Κθε φορ που το πλησαζε η γυνακα, βγαζε τ' ργαν του. Η κατσταση αυτ κρτησε κμποσο καιρ. Μχρι κποια νχτα.
     Ο σζυγος της γυνακας εχε δειπνσει κι εχε πσει στο κρεβτι, πως συνθιζε. Κενο μως το βρδυ του ρθε η επιθυμα να συνουσισει τη γυνακα του. πως πντα, κενη τον εχε αφσει για ν' ασχοληθε με το γαδορι, επειδ μως καθυστεροσε περισστερο απ τις λλες βραδις, ο σζυγος πγε και τη βρκε να εναι κτω απ το ζο.
 -"Ε, εσ καλ μου, τι κνεις;" τη ρτησε. Η γυνακα γλστρησε κτω απ το ζο κι απντησε:
 -"Μακρι ο Θες ν' ασχημνει κενονε που δε λυπται το γαδορι του", αποκρθηκε.
 -"Τι θες να πεις";
 -"Του 'φερα σαν και δεν θελε να φει. Κατλαβα ττε πως τανε κουρασμνο, γιατ το βζεις να κουβαλ πολ βαρι φορτα".
 -"Δκιο χεις", αποκρθηκε ο ντρας. "Αν εναι κουρασμνο το υποζγιο, οτε τρει οτε πνει".
 -"στερα επα: «Ο νθρωπος αυτς παραφορτνει το ζο κι τσι σιγ-σιγ το σκοτνει. Αν τχει και ψοφσει, μας περιμνουν μεγλες δυσκολες, σως και συμφορς.» στερα επα πλι: «Υπομον! Θα δω τι ακριβς σημανει μια ττοια ζω δοκιμζοντας η δια.» Πρα λοιπν το σαμρι, το στριωσα στη ρχη μου και το κουβλησα. Κοτα τι βαρ που εναι. Το βρος που υποχρενεσαι να κουβαλς συνχεια προκαλε τη πιο μεγλη βλβη, σως και τον θνατο. Αν δε λυπσαι το ζο σου, θα το χσεις".
     Σκψου, ω αναγνστη, αδερφ μου, τις πονηρις που μπορον να σκαρσουν οι γυνακες!
     Διηγονται πως δυο ντρες κατοικοσανε στο διο σπτι. Ο νας εχε λα τα χαρσματα που μπορε να χει νας ντρας αλλ κι να τλειο κορμ. ταν παντρεμνος με μια γυνακα σχημη στην ψη, απωθητικ κι νιωθε πολ συχν την ανγκη για συνουσα. Ο λλος ντρας ντυντανε με κουρλια κι εχε κορμ παραμορφωμνο. Η γυνακα του, αντθετα, ταν εντυπωσιακ, μορφη, απ τα πιο μορφα πλσματα του Θεο, εκενος μως εχε ελχιστη διθεση για συνουσα. Οι δο γυνακες συναντιντουσαν συχν για να κουβεντιζουν κι η καθεμι σχολαζε το φρσιμο του συζγου της. Η σχημη λεγε στην εντυπωσιακ:
 -"Δεν χω δει τποτα πιο τλειο απ το σμξιμο ανμεσα στον ντρα μου κι εμνα. Δεν υπρχει τποτα πιο πλριο απ το μκρος και το πχος του οργνου του. Αν ανεβανει πνω μου δε κατεβανει αν δεν με πρει πντε μ' επτ φορς. Φρνει την απλαυση μου στην αποκορφωση της και κθε φορ κνει το κεφλι μου να στριφογυρζει απ την ηδον. Σαν μπανει το ργαν του στο ζεστ μου μρος, γυρζει σ' λες τις γωνες, πνω-κτω, φτνει στα βθη μου κι εφαρμζει στο αιδοο μου στην εντλεια. στερα χαριεντζεται μαζ μου χρησιμοποιντας τα πιο ωραα τεχνσματα μια που η ηδον μου δεν ρχεται πριν περσει κμποση ρα. Κι λη η νχτα περν μσα στη συνουσα. Σγουρα η ζω εναι ωραα στο κρεβτι μας και το σμξιμ μας πηγ αφθονας που σβνει τη δψα μου".
     Η γυνακα η λλη, η εντυπωσιακ, βγαζε ττε μεγλον αναστεναγμ. στερα λεγε:
 -"Δεν χω δει τποτε πιο σχημο στον ντρα μου, χειρτερο απ το σμξιμ μας. Τ' ργαν του εναι πολ ισχν, χαλαρ. Με ττοιο ργανο, σπνια συνουσιζει, δεν ικανοποιε καμα επιθυμα μου, δε καταλαγιζει καμα ξαψη, δε κλενει ερμητικ το ζεστ μου μρος, δεν επαναλαμβνει τη συνουσα πριν περσει μνας, δε φτνει στο βθος του κλπου μου, δε γυρζει σ' λες τις γωνις, δε πηγανει πνω-κτω, οτε δεξι, οτε ζερβ. Δε προφτανει να μπει μια δυο φορς κι ο χυμς του κατεβανει και μ' αφνει με τη προσδοκα χωρς να 'ρχεται η ηδον. Το κρεβτι μας εναι σκτη απογοτευση, το σμξιμ μας πηγ δυσφορας και δυσαρσκειας".
     Οι δο γυνακες συνχιζαν να κουβεντιζουν με τον διο πντα τρπο, μχρι που στη καρδι της μορφης γεννθηκεν ρωτας για τον σζυγο της σχημης. νιωσε μεγλη επιθυμα να τον αποκτσει. Κθε φορ που τον βλεπε, το ζεστ της μρος συνταραζταν κι η φωτι ναβε ανμεσα στα μερι της. Βλθηκε λοιπν να καταστρσει να ξυπνο τχνασμα για να φτσει στον σκοπ της. Καραδοκοσε τη κατλληλη ευκαιρα: μια νχτα που ο ντρας της θα τη περνοσε μακρι απ το σπτι, βουτχτηκε μσα στις πομδες και τ' αρματα, αποτρχωσε το αιδοο της αλεφοντς το βλσαμο, τσι στε κενος που θα οσμιζταν το κορμ της και θα την γγιζε με την κρη, στω, των δαχτλων του θ' αγαλλταν η καρδι και το πνεμα του. ταν ο πνος σφργισε λα τα μτια, σηκθηκε αθρυβα και πγε στο μρος της γυνακας του. Κι εκενη επσης κοιμταν. Η επισκπτρια βγαλε τα φουστνια και τα μεσοφρια της, γυμνθηκε τελεως και γλστρησε ανλαφρα κι επιδξια ανμεσα στο αντργυνο. Νιθοντας ξαφνικ στενχωρα, ο καθνας απ τους δυο νμισε πως λειπε στον λλο ο χρος και τραβηχτκανε στις κριες.
     Η ερωτευμνη επωφελθηκε για να πλησισει τον ντρα. Εκενος νιωσε τη γλυκι μυρωδι και τη δροσι του κορμιο της νιοφερμνης. Τ' ργαν του σηκθηκε. Κλλησε κοντ της και τη τρβηξε πνω του. Εκενη του ψιθρισε στ' αφτ:
 -"'Αφησε με λγο, μχρι να βυθιστονε τα παιδι μας στον πνο".
 -"Θα το κνω αθρυβα και καννας δε πρκειται να μας ακοσει", αποκρθηκε χαμηλφωνα κενος. Ρχτηκε λοιπν στον κρφο της γυνακας, την αγκλιασε, σκωσε τα μερι της και της χωσε τ' ργαν του. Βρκε στη πρξη αυτ μα μοναδικ γλκα, το διο κι η γυνακα. Της επε στ' αφτ:
 -"Αχ, καλ μου, ποτ, σμγοντας μαζ σου, δεν εχα ττοιαν απλαυση σαν αυτ απψε, ποτ δεν οσμστηκα ττοιο ευχριστο ρωμα, οτε ττοια φρεσκδα στο αιδοο και στο κορμ σου". Και βλθηκε να τη φιλ, να τη δαγκνει, να τη βυζανει και να τη παρνει με τον καλτερο τρπο και να της χνει τ' ργαν του με τη μεγαλτερη επιδεξιτητα, με ξυσματα, τραντγματα και γλειψματα σ' λες τις γωνις. Δε κατβηκε απ πνω της πριν ολοκληρσει επτ φορς, που στη διρκεια τους, κθε φορ, η γυνακα φτανε στην απλαυση κι ο χυμς της τρεχε. τσι πρττουν οι αληθινο ντρες, διαφορετικ δε τους αξζει να λγονται ντρες. Δεν λεγε να κατεβε απ πνω της μχρι που τον νκησε ο πνος. Ττε κενη τονε παρτησε κι φυγε. ταν βλθηκε να γλυκοχαρζει, ο ντρας επε στην σζυγο του:
 -"Ω, καλ μου, ποτ δεν εδα καλτερο πργμα απ το σμξιμο που μας νωσε τη νχτα που μας πρασε. Τποτα πιο γλυκ, τποτα πιο τλειο απ το κορμ σου. Ποτ δεν νιωσα ττοιαν απλαυση μαζ σου ση τοτη τη νχτα".
 -"Μα δε με πλησασες καθλου λη τη νχτα", αποκρνεται κενη. 
 -"Σε πλησασα και σε παραπλησασα, σε πρα μλιστα επτ φορς". Η γυνακα του το αρνθηκε και πλι, πρσθεσε μλιστα:
 -"σως να τα ονειρετηκες λ' αυτ". Εκενος σαν εδε πως η γυνακα του μιλοσε σοβαρ, κατλαβε πως στη πραγματικτητα εχε πρει τη θση της συζγου του η λλη, η γειτνισσα.
 -"Ναι, φανεται πως ονειρετηκα", επε τελικ.
     Αλθεια εναι, δε μπορες να μετρσεις τις πονηρις των γυναικν, οτε να τις καταγρψεις. Εναι ικανς να βλουν ελφαντα να κουρνισει στη ρχη της καμλας.

                                       (τλος αποσπσματος)
____________________________________________________
Εκδσεις: "Ηρδοτος" Αθνα 1989
Μετφραση απ τα γαλλικ: Λνα Μιλλη

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers