Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Αμπού Αμπνταλάχ Μουχάμαντ Αλ Ναφζάουι: Το Μυρωμένο Λιβάδι Όπου Διασκεδάζουν Οι Αισθήσεις

 

   (απόσπασμα από το βιβλίο του Αμπού Αμπνταλάχ Μουχάμαντ Αλ Ναφζάουι "Το Μυρωμένο Λιβάδι Όπου Διασκεδάζουν Οι Αισθήσεις" που γράφτηκε το πρώτο μισό του 15ου αιώνα στην Τυνησία, κατά παραγγελία του σουλτάνου Αμπού Φαρίς.)

-------------------------------------------------------------------------------------------

                            ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ: οι πονηριές των γυναικών

     Μάθε, ω βεζίρη -ο Θεός να σε σπλαχνιστεί- πως οι γυναίκες έχουν απόθεμα από πολλές πονηριές, πως οι απάτες τους είναι εκπληκτικές, πιο πολυμήχανες ακόμα και από εκείνες του Σατανά. Ο Επουράνιος Θεός λέει στο Κοράνι: «Οι απάτες του Σατανά ήταν μεγάλες, των γυναικών όμως αποδείχτηκαν ακόμα πιο αποτελεσματικές, ενώ του Σατανά εξασθένησαν».
     Διηγούνται πως ένας άντρας αγαπούσε μια γυναίκα που είχε κορμί τέλειο, καλλονή, κορμοστασιά μεγαλόπρεπη κι αρμονικά μέλη. Της έστειλε πολλές φορές μηνύματα, σκόνταφτε όμως στην άρνησή της να ανταποκριθεί στον ερωτά του. Σπατάλησε μεγάλη περιουσία για να κάνει δώρα σ' αυτή τη γυναίκα, χωρίς να βρει τον δρόμο που οδηγούσε στη καρδιά της. Μια μέρα, επισκέφτηκε μια γερόντισσα πολύ μεγάλης ηλικίας και της άνοιξε τη καρδιά του.
 -"Αν είναι θέλημα Θεού", του είπε κείνη, "θα σε κάνω να φτάσεις το σκοπό σου. Δεν το ξέρεις πως ο Θεός μας έκανε πιο ικανές στην απάτη ενώ αποδυνάμωσε τον Σατανά";
     Τα λόγια αυτά δώσανε στον άντρα μεγάλη χαρά. Η γερόντισσα πήρε τις πληροφορίες της για το σπίτι που κατοικούσε η ωραία, για να πάει να την επισκεφτεί. Της είπαν πως το σπίτι αυτό το φύλαγε μια σκύλα που δεν επέτρεπε σε κανένα να μπει, φυλακίζοντας ακόμα και το πουλί στον αέρα, εμποδίζοντάς το να κατέβει στο έδαφος. Μόλις το έμαθε αυτό η γερόντισσα ετοίμασε φαγητό από κρέας ζυμωμένο με αλεύρι κι άλλα παρόμοια. Το τύλιξε και το πήρε μαζί της μέχρι που μπήκε στο σπίτι. Τότε μονάχα έβγαλε το φαγητό αυτό. Σαν το είδε η σκύλα, πήδησε από χαρά κι έκανε καλή υποδοχή στην επισκέπτρια. Εκείνη έδωσε το φαγητό. Το ζώο το έφαγε, ενώ η γερόντισσα το χάιδευε στην ράχη λέγοντας:
 -"Τι ευχάριστο αντάμωμα, αδερφούλα μου! Τι ωραία έκπληξη, ω εσύ που πήρες τη θέση της κόρης που λαχταρούσα να αποκτήσω! Τι χαρά να σε βλέπω, ω πολυαγαπημένη μου, ω συγγενή μου, ω εσύ που είσαι καλύτερη από τους παράδες"! Στο μεταξύ, η γυναίκα, η κυρά του σπιτιού, παρακολουθούσε το θέαμα αυτό και το ξάφνιασμα της μεγάλωνε ολοένα. Ρώτησε:
 -"Ω γερόντισσα, τι σημαίνουν αυτές οι πράξεις κι οι χειρονομίες σου; Και πρώτα απ' όλα, γιατί είσαι η μόνη που μπόρεσες να μπεις στο σπίτι, ενώ η σκύλα δεν αφήνει κανέναν; Έπειτα, πώς συμβαίνει, αυτό το ζώο που δεν ανέχεται κανέναν, να κάνει χαρές σε σένα; Και τρίτο, γιατί χαιρετάς τη σκύλα ονομάζοντας τη «αδερφούλα μου», «πολυαγαπημένη μου», «συγγενή μου», «καλύτερη από τους παράδες»; Με κάνεις να πιστέψω πως είσαι βλαμένη στο μυαλό! Πως η ανοησία σου έχει ξεπεράσει κάθε όριο"!
 -"Δεν είμαι βαρεμένη στο μυαλό, δεν είμαι ανόητη", αποκρίθηκε η γερόντισσα. "Αυτή η ιστορία της σκύλας είναι εκπληκτική, η περίπτωση της παράξενη".
 -"Θέλω να μου την διηγηθείς".
 -"Ω κόρη μου, μάθε πως η σκύλα είχε ανθρώπινη μορφή σα τη δική σου. 'Αλλαξε όμως, όπως τη βλέπεις, σε ζώο".
 -"Ω κυρούλα, γιατί μια τέτοια μεταμόρφωση";
 -"Ήταν η μικρή πολυαγαπημένη μου συγγενής, την είχα το πιο ακριβό πλάσμα στη καρδιά μου. Είχε εκθαμβωτική ομορφιά, κορμί τέλειο. Φόρεσε μία μέρα ό,τι μπορούσε να τονίσει την ομορφιά της, έβγαλε ό,τι μπορούσε να την ασχημύνει και ξεκίνησε πάει στον γάμο ενός αγαπητού μας φίλου. Στον δρόμο, τη συνάντησε ένας άντρας, την κοίταξε και μέσα του ρίζωσε μεγάλος έρωτας. Μέρες ολόκληρες προσπάθησε να βρεθεί μόνος μαζί της, εκείνη όμως αρνιόταν και απέφευγε να τον δει. Ο άντρας αυτός σπατάλησε περιουσίες για να καταφέρει να τη συναντήσει, εκείνη όμως τον απέκρουε. Μια μέρα λοιπόν της είπε:
 -«Αν εξακολουθήσεις να με αποδιώχνεις, ω πολυαγαπημένη, θα παρακαλέσω τον Θεό να σε μεταμορφώσει σε σκύλα».
 -«Παρακάλεσε τον Θεό ό,τι θέλεις», αποκρίθηκε κείνη. Κι αυτός παρακάλεσε τον Θεό κι η κοπέλα έγινε αυτό που βλέπεις τώρα".
 -"Κι εγώ, τι θ' απογίνω, ω κυρούλα;" ρώτησε η ωραία. "Ένας άντρας έχει χάσει τα λογικά του μαζί μου, πάει καιρός τώρα που μου στέλνει μηνύματα που θέλει να σμίξει μαζί μου, που λαχταρά την επαφή, ξοδεύοντας ποσά για να φτάσει στο σκοπό του. Κι εγώ αρνιέμαι να του δώσω τη συγκατάθεση μου. Φοβάμαι τώρα μήπως παρακαλέσει τον Θεό για μένα, όπως έγινε με τη σκύλα"!
 -"Φυλάξου από τον κίνδυνο, πριν έχεις κι εσύ την ίδια μοίρα", τη συμβούλεψε η γερόντισσα.
 -"Ω κυρούλα, τι μέσο να χρησιμοποιήσω για να καταπραΰνω τη λαχτάρα του, να θεραπεύσω το πάθος του; Ποιον θα μπορούσα να στείλω να του πάει το μήνυμα μου";
 -"Γι' αυτή τη καλή πράξη, προσφέρομαι να γίνω εγώ μεσολαβητής", δήλωσε η γερόντισσα. "Έτσι τώρα, στα στερνά μου θα κερδίσω τη χάρη και την ανταμοιβή. Δέχομαι να σε γλιτώσω από αυτή τη κινούμενη άμμο που είσαι χωμένη".
 -"Ω κυρούλα, αν είναι αυτό γραμμένο να συμβεί, ας γίνει η συνάντηση στο σπίτι σου και με τη δική σου μεσολάβηση".
 -"Ναι, αν είναι θέλημα Θεού".
     Η γερόντισσα έτρεξε στον άντρα να του αναγγείλει την καλή είδηση. Κατόπιν κανόνισε τη συνάντηση για την άλλη μέρα στο σπίτι της κι ειδοποίησε την ωραία που έκανε χαρά μεγάλη. Έτσι λοιπόν, τη καθορισμένη ώρα, ντύθηκε με τα πιο πλουμιστά φορέματα που είχε και στολίστηκε, πήγε στο σπίτι της γερόντισσας και κάθισε να περιμένει τον ερχομό του άντρα. Επειδή όμως εκείνος δεν παρουσιαζόταν, η γερόντισσα έφυγε σε αναζήτηση του. Δεν τον βρήκε όμως. Έτσι κύλησε η μέρα κι έφτασε το ηλιόγεμα. «Η κατάληξη της υπόθεσης βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Εδώ που τα λέμε δε το πολυπίστευα πως θα είχε επιτυχία το σχέδιο. Να που τώρα όμως η καρδιά της επισκέπτριάς μου είναι δοσμένη στην συνουσία, η λαχτάρα φούντωσε ανάμεσα στα μεριά της και το ζεστό της μέρος κάνει συσπάσεις, πρέπει να βρω έναν άντρα, να σβήσει την δίψα της. Όσο για τον άλλο, που όφειλε να έρθει στη συνάντηση, αύριο, αν είναι θέλημα Θεού, θα τον κανονίσω», μονολόγησε η γερόντισσα. Κοίταξε δεξιά-ζερβά και να που το βλέμμα της έπεσε σ' ένα νιο. Δεν είχε ξαναδεί άλλο πιο τέλειον από αυτόν.
 -"Ω παλικάρι", του είπε, "αν συναντούσες τώρα αμέσως μια γυναίκα με νιάτα, κορμί τέλειο, ομορφιά, λάμψη, με πράμα τροφαντό και λευκό, τι λες, θα ήθελες να τη συνουσιάσεις";
 -"Αν η περιγραφή σου ανταποκρίνεται στην αλήθεια, θα πάρεις ένα χρυσό φλουρί". Της έδειξε το χρυσό φλουρί και τη πήρε στο κατόπι. Η γερόντισσα δε γνώριζε βέβαια ποιος ήταν. Μπήκε στο σπίτι, ειδοποίησε την ωραία και συδαύλισε την επιθυμία της με τα παρακάτω λόγια:
 -"Σου έφερα ένα νιο με ωραία θωριά που θα χώσει το όργανό του στο ζεστό σου μέρος τώρα, αυτή τη στιγμή και θα σβήσει τη δίψα σου". Αφού σκάλισε έτσι τη φλόγα της επιθυμίας, βγήκε έξω και κάλεσε το παλικάρι να μπει στο δωμάτιο. Πριν τον συναντήσει η ωραία, έβαλε το μάτι στη χαραμάδα της πόρτας και να που είχε μπροστά της τον σύζυγο της αυτοπροσώπως. Μπήκε με φούρια, στο δωμάτιο και του έδωσε μια γροθιά στο στήθος.
 -"Ω εχθρέ του Θεού", φώναξε, "μου λες πάντα: «Εγώ δε μοιχεύομαι, απεχθάνομαι την απιστία, δε γνωρίζω άλλη γυναίκα από σένα.» Με ψεύτικους όρκους βεβαιώνεις τα λόγια σου κι εγώ καραδοκούσα την ευκαιρία να σου στήσω μια τέτοια παγίδα. Να που τώρα σε πιάνω στα πράσα, έχω απόδειξη για τα ψέματα μου αράδιαζες".
     Ο άντρας πίστεψε τα λόγια της. Έκανε να φύγει κι η γυναίκα βγήκε μαζί του από το σπίτι. Κοίτα, ω αναγνώστη, αδερφέ, με πόση επιδεξιότητα εξαπατούν οι γυναίκες!
     Διηγούνται πως μια γυναίκα αγαπούσε έναν άντρα δίκαιο, ήταν γείτονας της. Μια μέρα, του έστειλε κάποιο πρόσωπο να κάνει προτάσεις στ' όνομα της.
 -"Ο Θεός να με φυλάει απ' αυτή τη πράξη!" φώναξε κείνος. "Φοβάμαι μήπως προσβάλω τον Θεό, τον Κύριο του σύμπαντος".
     Η γυναίκα επιχείρησε πολλές φορές να πετύχει τη συγκατάθεση του, μάταια όμως. Βάλθηκε τότε να του στήνει παγίδες, να του σκαρώνει πονηριές, χωρίς πάλι να καταφέρει να τονε κάνει δικό της. Μια νύχτα, λοιπόν, πρόσταξε τη δούλα της:
 -"Σύρε ν' ανοίξεις τη πόρτα και να την αφήσεις ανοιχτή. Θα βάλω μπρος ένα τέχνασμα για να τονε ξεγελάσω". Η δούλα έκανε όπως τη πρόσταξε η κυρά της. Σα φτάσανε μεσάνυχτα, της είπε:
 -"Σύρε μ' αυτή τη πέτρα έξω από το σπίτι και να τη ρίξεις δυνατά στην εξώθυρα. Εγώ θα φωνάξω και θα ουρλιάξω, εσύ όμως δε θα τρέξεις κοντά μου. Αν μ' ακούσεις ν' ανοίγω τη θύρα, θα τρέξεις στην άλλη και θα ρίξεις πάλι τη πέτρα προσέχοντας πάντα να μη σε δει ψυχή. Θα μπεις μόνο σαν μαζευτεί κόσμος για να με προστρέξει". Η δούλα έπραξε όπως την είχε προστάξει η κυρά της.
     Αυτός ο άντρας που αγαπούσε η γυναίκα, για να είναι αρεστός στον Θεό, έδινε πάντα καλές συμβουλές στους ανθρώπους, ποτέ δεν τους φερόταν σα να ήταν ξένοι, ούτε αρνιόταν όταν ζητούσαν τη βοήθεια του. 'Ακουσε τη πετριά στη πόρτα της γειτόνισσας και τις φωνές της και ρώτησε τη γυναίκα του:
 -"Τι τρέχει";
 -"Είναι η γειτόνισσα μας, φαίνεται πως την επισκέφτηκαν κλέφτες", αποκρίθηκε η γυναίκα. Ο άνθρωπος βγήκε αμέσως από το σπίτι του για να βοηθήσει τη γειτόνισσα να διώξει τους κλέφτες. Σα μπήκε όμως στο σπίτι βρέθηκε ξαφνικά μόνος με τη γυναίκα, η οποία έτρεξε και σφάλιξε όλες τις πόρτες. Η δούλα τότε γαντζώθηκε πάνω του κι έβαλε τις φωνές μαζί με τη κυρά της.
 -"Τι πάθατε σεις οι δυο;" ρώτησε κείνος.
 -"Μα τον Θεό", του είπε η γυναίκα, "αν δεν κάνεις μαζί μου ό,τι θέλω, θα πω στους ανθρώπους που θα μπουν εδώ πως είσαι ερωτευμένος μαζί μου κι ήρθες να με κάνεις δική σου με τη βία".
 -"Ας μη δώσει ο Θεός να πράξω αυτό που λαχταράς!" φώναξε ο άνθρωπος. "Αυτό παραβαίνει τις προσταγές Του κι αψηφά τις εντολές Του". Και προσπάθησε να μηχανευτεί κάτι για να το σκάσει. Η γυναίκα όμως αρνήθηκε να τον αφήσει να φύγει κι άρχισε να φωνάζει. Έξω όμως ήτανε μαζεμένος κόσμος. Ο άνθρωπος πήρε μεγάλο φόβο μήπως τον κακομεταχειριστεί το πλήθος.
 -"Κρύψε με", είπε "και θα κάνω ό,τι θέλεις".
 -"Μπες στα ιδιαίτερα και θα κλειστώ μαζί σου. Θα γλιτώσεις μόνον αν δώσεις τη συγκατάθεση σου. Ειδάλλως θα πω στον κόσμο: «Μ' έκανε δική του με τη βία»". Τονε τράβηξε από το χέρι. Σαν είδε πως ήταν έτοιμη να κάνει πράξη τα λόγια της, ο άνθρωπος μπήκε στο ιδιαίτερο δωμάτιο κι έκλεισε τη πόρτα. Εκείνη γύρισε το κλειδί στη κλειδαριά και παρουσιάστηκε γρήγορα μπροστά στον κόσμο που είχε γεμίσει το σπίτι. Τον έκανε να πιστέψει αυτό που ήθελε κι απαλλάχτηκε από την παρουσία του. Οι εξώθυρες του σπιτιού αμπαρώθηκαν.
     Μια βδομάδα κράτησε τον άντρα φυλακισμένο σπίτι της. Τον άφησε να φύγει μόνο αφού τον έκανε να υποστεί τις τελευταίες προσβολές. Στον νου σου. λοιπόν, να έχεις, ω αναγνώστη, τις απάτες των γυναικών και το φέρσιμο τους!
     Διηγούνται πως ένας άντρας ασκούσε το επάγγελμα του αχθοφόρου κι είχε ένα γάιδαρο που τονε χρησιμοποιούσε για υποζύγιο. Είχε μια γυναίκα θερμή που αγαπούσε τη συνουσία και δεν άντεχε ούτε μέρα χωρίς αυτή. Το πράμα της ήτανε τόσο βαθύ που μόνον ένα όργανο μεγάλων διαστάσεων μπορούσε να την ικανοποιήσει. Ο άντρας της σπάνια τη συνουσίαζε. Όταν επέστρεφε κοντά της μετά τη δουλειά της ημέρας, ήταν αποκαμωμένος από τη κούραση, δειπνούσε κι έπεφτε κατευθείαν για ύπνο αφήνοντας σε κείνη τη φροντίδα να ποτίσει και να ταΐσει τον γάιδαρο.
     Η γυναίκα τότε πλησίαζε τον γάιδαρο, έβαζε το σαμάρι του ζώου στη δική της ράχη, έπαιρνε με τα δυο χέρια της λίγο από τα περιττώματα και τα ούρα του, πρόσθετε νερό και τα ζύμωνε όλα, ύστερα άλειφε μ' αυτό το μίγμα τα χείλη του ζεστού της μέρους κι έπεφτε στα τέσσερα, μπροστά στο ζώο. Εκείνο τη πλησίαζε, τη μύριζε και πιστεύοντας πως είχε μπροστά του γαϊδούρα, έβγαζε τ' όργανο του και της ορμούσε. Η γυναίκα έπαιρνε τ' όργανο στα χέρια της, το έτριβε στα χείλη του ζεστού της μέρους και το 'βαζε μέσα της μέχρι που εξαφανιζόταν. Ύστερα ανατρίχιαζε, έχοντας πάντα μέσα της το όργανο του γαϊδάρου, μέχρι τη στιγμή που ερχόταν η ηδονή. Το γαϊδούρι συνήθισε τις πράξεις αυτές που του αρέσανε πολύ. Κάθε φορά που το πλησίαζε η γυναίκα, έβγαζε τ' όργανό του. Η κατάσταση αυτή κράτησε κάμποσο καιρό. Μέχρι κάποια νύχτα.
     Ο σύζυγος της γυναίκας είχε δειπνήσει κι είχε πέσει στο κρεβάτι, όπως συνήθιζε. Κείνο όμως το βράδυ του ήρθε η επιθυμία να συνουσιάσει τη γυναίκα του. Όπως πάντα, κείνη τον είχε αφήσει για ν' ασχοληθεί με το γαϊδούρι, επειδή όμως καθυστερούσε περισσότερο από τις άλλες βραδιές, ο σύζυγος πήγε και τη βρήκε να είναι κάτω από το ζώο.
 -"Ε, εσύ καλή μου, τι κάνεις;" τη ρώτησε. Η γυναίκα γλίστρησε κάτω από το ζώο κι απάντησε:
 -"Μακάρι ο Θεός ν' ασχημύνει κείνονε που δε λυπάται το γαϊδούρι του", αποκρίθηκε.
 -"Τι θες να πεις";
 -"Του 'φερα σανό και δεν ήθελε να φάει. Κατάλαβα τότε πως ήτανε κουρασμένο, γιατί το βάζεις να κουβαλά πολύ βαριά φορτία".
 -"Δίκιο έχεις", αποκρίθηκε ο άντρας. "Αν είναι κουρασμένο το υποζύγιο, ούτε τρώει ούτε πίνει".
 -"Ύστερα είπα: «Ο άνθρωπος αυτός παραφορτώνει το ζώο κι έτσι σιγά-σιγά το σκοτώνει. Αν τύχει και ψοφήσει, μας περιμένουν μεγάλες δυσκολίες, ίσως και συμφορές.» Ύστερα είπα πάλι: «Υπομονή! Θα δω τι ακριβώς σημαίνει μια τέτοια ζωή δοκιμάζοντας η ίδια.» Πήρα λοιπόν το σαμάρι, το στέριωσα στη ράχη μου και το κουβάλησα. Κοίτα τι βαρύ που είναι. Το βάρος που υποχρεώνεσαι να κουβαλάς συνέχεια προκαλεί τη πιο μεγάλη βλάβη, ίσως και τον θάνατο. Αν δε λυπάσαι το ζώο σου, θα το χάσεις".
     Σκέψου, ω αναγνώστη, αδερφέ μου, τις πονηριές που μπορούν να σκαρώσουν οι γυναίκες!
     Διηγούνται πως δυο άντρες κατοικούσανε στο ίδιο σπίτι. Ο ένας είχε όλα τα χαρίσματα που μπορεί να έχει ένας άντρας αλλά κι ένα τέλειο κορμί. Ήταν παντρεμένος με μια γυναίκα άσχημη στην όψη, απωθητική κι ένιωθε πολύ συχνά την ανάγκη για συνουσία. Ο άλλος άντρας ντυνότανε με κουρέλια κι είχε κορμί παραμορφωμένο. Η γυναίκα του, αντίθετα, ήταν εντυπωσιακή, όμορφη, από τα πιο όμορφα πλάσματα του Θεού, εκείνος όμως είχε ελάχιστη διάθεση για συνουσία. Οι δύο γυναίκες συναντιόντουσαν συχνά για να κουβεντιάζουν κι η καθεμιά σχολίαζε το φέρσιμο του συζύγου της. Η άσχημη έλεγε στην εντυπωσιακή:
 -"Δεν έχω δει τίποτα πιο τέλειο από το σμίξιμο ανάμεσα στον άντρα μου κι εμένα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο πλέριο από το μάκρος και το πάχος του οργάνου του. Αν ανεβαίνει πάνω μου δε κατεβαίνει αν δεν με πάρει πέντε μ' επτά φορές. Φέρνει την απόλαυση μου στην αποκορύφωση της και κάθε φορά κάνει το κεφάλι μου να στριφογυρίζει από την ηδονή. Σαν μπαίνει το όργανό του στο ζεστό μου μέρος, γυρίζει σ' όλες τις γωνίες, πάνω-κάτω, φτάνει στα βάθη μου κι εφαρμόζει στο αιδοίο μου στην εντέλεια. Ύστερα χαριεντίζεται μαζί μου χρησιμοποιώντας τα πιο ωραία τεχνάσματα μια που η ηδονή μου δεν έρχεται πριν περάσει κάμποση ώρα. Κι όλη η νύχτα περνά μέσα στη συνουσία. Σίγουρα η ζωή είναι ωραία στο κρεβάτι μας και το σμίξιμό μας πηγή αφθονίας που σβήνει τη δίψα μου".
     Η γυναίκα η άλλη, η εντυπωσιακή, έβγαζε τότε μεγάλον αναστεναγμό. Ύστερα έλεγε:
 -"Δεν έχω δει τίποτε πιο άσχημο στον άντρα μου, χειρότερο από το σμίξιμό μας. Τ' όργανό του είναι πολύ ισχνό, χαλαρό. Με τέτοιο όργανο, σπάνια συνουσιάζει, δεν ικανοποιεί καμία επιθυμία μου, δε καταλαγιάζει καμία έξαψη, δε κλείνει ερμητικά το ζεστό μου μέρος, δεν επαναλαμβάνει τη συνουσία πριν περάσει μήνας, δε φτάνει στο βάθος του κόλπου μου, δε γυρίζει σ' όλες τις γωνιές, δε πηγαίνει πάνω-κάτω, ούτε δεξιά, ούτε ζερβά. Δε προφταίνει να μπει μια ή δυο φορές κι ο χυμός του κατεβαίνει και μ' αφήνει με τη προσδοκία χωρίς να 'ρχεται η ηδονή. Το κρεβάτι μας είναι σκέτη απογοήτευση, το σμίξιμό μας πηγή δυσφορίας και δυσαρέσκειας".
     Οι δύο γυναίκες συνέχιζαν να κουβεντιάζουν με τον ίδιο πάντα τρόπο, μέχρι που στη καρδιά της όμορφης γεννήθηκεν έρωτας για τον σύζυγο της άσχημης. Ένιωσε μεγάλη επιθυμία να τον αποκτήσει. Κάθε φορά που τον έβλεπε, το ζεστό της μέρος συνταραζόταν κι η φωτιά άναβε ανάμεσα στα μεριά της. Βάλθηκε λοιπόν να καταστρώσει ένα έξυπνο τέχνασμα για να φτάσει στον σκοπό της. Καραδοκούσε τη κατάλληλη ευκαιρία: μια νύχτα που ο άντρας της θα τη περνούσε μακριά από το σπίτι, βουτήχτηκε μέσα στις πομάδες και τ' αρώματα, αποτρίχωσε το αιδοίο της αλείφοντάς το βάλσαμο, έτσι ώστε κείνος που θα οσμιζόταν το κορμί της και θα την άγγιζε με την άκρη, έστω, των δαχτύλων του θ' αγαλλόταν η καρδιά και το πνεύμα του. Όταν ο ύπνος σφράγισε όλα τα μάτια, σηκώθηκε αθόρυβα και πήγε στο μέρος της γυναίκας του. Κι εκείνη επίσης κοιμόταν. Η επισκέπτρια έβγαλε τα φουστάνια και τα μεσοφόρια της, γυμνώθηκε τελείως και γλίστρησε ανάλαφρα κι επιδέξια ανάμεσα στο αντρόγυνο. Νιώθοντας ξαφνικά στενόχωρα, ο καθένας από τους δυο νόμισε πως έλειπε στον άλλο ο χώρος και τραβηχτήκανε στις άκριες.
     Η ερωτευμένη επωφελήθηκε για να πλησιάσει τον άντρα. Εκείνος ένιωσε τη γλυκιά μυρωδιά και τη δροσιά του κορμιού της νιοφερμένης. Τ' όργανό του σηκώθηκε. Κόλλησε κοντά της και τη τράβηξε πάνω του. Εκείνη του ψιθύρισε στ' αφτί:
 -"'Αφησε με λίγο, μέχρι να βυθιστούνε τα παιδιά μας στον ύπνο".
 -"Θα το κάνω αθόρυβα και κανένας δε πρόκειται να μας ακούσει", αποκρίθηκε χαμηλόφωνα κείνος. Ρίχτηκε λοιπόν στον κόρφο της γυναίκας, την αγκάλιασε, σήκωσε τα μεριά της και της έχωσε τ' όργανό του. Βρήκε στη πράξη αυτή μία μοναδική γλύκα, το ίδιο κι η γυναίκα. Της είπε στ' αφτί:
 -"Αχ, καλή μου, ποτέ, σμίγοντας μαζί σου, δεν είχα τέτοιαν απόλαυση σαν αυτή απόψε, ποτέ δεν οσμίστηκα τέτοιο ευχάριστο άρωμα, ούτε τέτοια φρεσκάδα στο αιδοίο και στο κορμί σου". Και βάλθηκε να τη φιλά, να τη δαγκώνει, να τη βυζαίνει και να τη παίρνει με τον καλύτερο τρόπο και να της χώνει τ' όργανό του με τη μεγαλύτερη επιδεξιότητα, με ξυσίματα, τραντάγματα και γλειψίματα σ' όλες τις γωνιές. Δε κατέβηκε από πάνω της πριν ολοκληρώσει επτά φορές, που στη διάρκεια τους, κάθε φορά, η γυναίκα έφτανε στην απόλαυση κι ο χυμός της έτρεχε. Έτσι πράττουν οι αληθινοί άντρες, διαφορετικά δε τους αξίζει να λέγονται άντρες. Δεν έλεγε να κατεβεί από πάνω της μέχρι που τον νίκησε ο ύπνος. Τότε κείνη τονε παράτησε κι έφυγε. Όταν βάλθηκε να γλυκοχαράζει, ο άντρας είπε στην σύζυγο του:
 -"Ω, καλή μου, ποτέ δεν είδα καλύτερο πράγμα από το σμίξιμο που μας ένωσε τη νύχτα που μας πέρασε. Τίποτα πιο γλυκό, τίποτα πιο τέλειο από το κορμί σου. Ποτέ δεν ένιωσα τέτοιαν απόλαυση μαζί σου όση τούτη τη νύχτα".
 -"Μα δε με πλησίασες καθόλου όλη τη νύχτα", αποκρίνεται κείνη. 
 -"Σε πλησίασα και σε παραπλησίασα, σε πήρα μάλιστα επτά φορές". Η γυναίκα του το αρνήθηκε και πάλι, πρόσθεσε μάλιστα:
 -"Ίσως να τα ονειρεύτηκες όλ' αυτά". Εκείνος σαν είδε πως η γυναίκα του μιλούσε σοβαρά, κατάλαβε πως στη πραγματικότητα είχε πάρει τη θέση της συζύγου του η άλλη, η γειτόνισσα.
 -"Ναι, φαίνεται πως ονειρεύτηκα", είπε τελικά.
     Αλήθεια είναι, δε μπορείς να μετρήσεις τις πονηριές των γυναικών, ούτε να τις καταγράψεις. Είναι ικανές να βάλουν ελέφαντα να κουρνιάσει στη ράχη της καμήλας.

                                       (τέλος αποσπάσματος)
____________________________________________________
Εκδόσεις: "Ηρόδοτος" Αθήνα 1989
Μετάφραση από τα γαλλικά: Λένα Μιλίλη

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers